Language of document : ECLI:EU:T:2021:332

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)

της 9ης Ιουνίου 2021 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Προσωπικό της ΕΚΤ – Επιστροφή ιατρικών και σχολικών δαπανών – Πλαστογραφία – Πειθαρχική διαδικασία – Απόλυση – Ποινική διαδικασία – Θέση της υπόθεσης στο αρχείο – Απαλλαγή – Αρμοδιότητα της εκτελεστικής επιτροπής – Ασφάλεια δικαίου – Παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος – Αρχή σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία – Τεκμήριο αθωότητας – Αμεροληψία της πειθαρχικής επιτροπής – Νομική πλάνη – Αποδεικτική ισχύς των προσκομιζόμενων στοιχείων – Εύλογη προθεσμία – Αναλογικότητα της κύρωσης – Ένταση του δικαστικού ελέγχου – Ευθύνη»

Στην υπόθεση T‑514/19,

DI, εκπροσωπούμενος από την L. Levi, δικηγόρο,

προσφεύγων-ενάγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), εκπροσωπούμενης από τους F. Malfrère και F. von Lindeiner, επικουρούμενους από τον B. Wägenbaur, δικηγόρο,

καθής-εναγομένης,

με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ και του άρθρου 50α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την οποία ζητείται, πρώτον, η ακύρωση της απόφασης της ΕΚΤ, της 7ης Μαΐου 2019, με την οποία απολύθηκε ο προσφεύγων-ενάγων χωρίς προειδοποίηση για πειθαρχικούς λόγους και της απόφασης της ΕΚΤ, της 25ης Ιουνίου 2019, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα επανάληψης της διαδικασίας, δεύτερον, να διαταχθεί η επανένταξη του προσφεύγοντος-ενάγοντος στην υπηρεσία από την 11η Μαΐου 2019 και, τρίτον, η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη κατόπιν των αποφάσεων αυτών και λόγω της διάρκειας της πειθαρχικής διαδικασίας,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Gervasoni, πρόεδρο, L. Madise, P. Nihoul, R. Frendo (εισηγήτρια) και J. Martín y Pérez de Nanclares, δικαστές,

γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Οκτωβρίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

I.      Ιστορικό της διαφοράς

1        Ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων), DI, εντάχθηκε στο προσωπικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ ή στο εξής: Τράπεζα) το 1999. Ασκούσε καθήκοντα κύριου βοηθού πληροφορικής και είχε καταταγεί στον μισθολογικό βαθμό D, όταν κινήθηκε εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία σχετικά με αιτήσεις επιστροφής δαπανών, πρώτον, βάσει τιμολογίων για υπηρεσίες φυσιοθεραπείας, δεύτερον, βάσει αποδείξεων φαρμακευτικών εξόδων και, τρίτον, βάσει τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας.

2        Με πλείονα σημειώματα κατά το διάστημα από τις 13 Δεκεμβρίου 2013 έως τις 23 Νοεμβρίου 2015, η εταιρία που διαχειρίζεται το σύστημα ασφάλισης υγείας των υπαλλήλων της ΕΚΤ (στο εξής: εταιρία Α), ενημέρωσε την ΕΚΤ σχετικά με πραγματικά περιστατικά που ενέπιπταν σε δύο κατηγορίες. Αφενός, ο προσφεύγων υπέβαλε στην εταιρία παρατύπως, προς επιστροφή των δαπανών του, τιμολόγια για υπηρεσίες φυσιοθεραπείας τα οποία είχαν εκδοθεί από τη B, αισθητικό, και, αφετέρου, ζήτησε επίσης την επιστροφή δαπανών βάσει πλαστών αποδείξεων φαρμακευτικών εξόδων.

3        Στις 14 Μαΐου 2014 η ΕΚΤ κατήγγειλε στη Staatsanwaltschaft Frankfurt am Main (εισαγγελική αρχή Φρανκφούρτης, Γερμανία, στο εξής: εισαγγελική αρχή) τις πράξεις που αφορούσαν την επιστροφή δαπανών βάσει τιμολογίων για υπηρεσίες φυσιοθεραπείας.

4        Με απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2014, η εκτελεστική επιτροπή της ΕΚΤ αποφάσισε την αναστολή της άσκησης των καθηκόντων του προσφεύγοντος και την παρακράτηση, για μέγιστη περίοδο τεσσάρων μηνών, του 30 % του βασικού μισθού του από τον Νοέμβριο του 2014 και εφεξής. Η απόφαση αυτή αιτιολογήθηκε με βάση τις πληροφορίες που παρέσχε η εταιρία Α και λόγω της ανάγκης διασφάλισης της ποινικής έρευνας και της πειθαρχικής διαδικασίας.

5        Στις 23 Ιανουαρίου 2015 η ΕΚΤ κοινοποίησε στην εισαγγελική αρχή τις συμπληρωματικές πληροφορίες που της είχε παράσχει η εταιρία Α όσον αφορά τα αιτήματα επιστροφής δαπανών βάσει αποδείξεων φαρμακευτικών εξόδων.

6        Κατόπιν ακρόασης του προσφεύγοντος στις 3 Φεβρουαρίου 2016, η Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) «Ανθρώπινοι πόροι, προϋπολογισμός και οργάνωση» της ΕΚΤ συνέταξε, στις 8 Σεπτεμβρίου 2016, «έκθεση σχετικά με ενδεχόμενη παράβαση των επαγγελματικών υποχρεώσεων» (στο εξής: έκθεση υπ’ αριθ. 1), δυνάμει του άρθρου 8.3.2 των κανόνων της ΕΚΤ για θέματα προσωπικού (στο εξής: κανόνες για θέματα προσωπικού). Στην έκθεση αυτή λαμβάνονταν υπόψη πράξεις που ενέπιπταν σε δύο κατηγορίες και καταλογίζονταν εις βάρος του προσφεύγοντος. Πρώτον, από τις 12 Νοεμβρίου 2009 έως τις 29 Σεπτεμβρίου 2014, ο προσφεύγων προσκόμισε στην εταιρία Α 86 τιμολόγια σχετικά με συνεδρίες φυσιοθεραπείας για υπηρεσίες που παρέσχε η Β στη σύζυγό του, τα τέκνα τους, καθώς και στον ίδιο για το ποσό των 61 490 ευρώ, από τα οποία έλαβε επιστροφή δαπανών ύψους 56 041,09 ευρώ, μολονότι η B δεν ήταν φυσιοθεραπεύτρια αλλά αισθητικός. Δεύτερον, μεταξύ Φεβρουαρίου 2009 και Σεπτεμβρίου 2013, ο προσφεύγων προσκόμισε επίσης δολίως στην εταιρία Α χειρόγραφες αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων συνολικού ποσού 21 289,08 ευρώ, για τις οποίες έλαβε επιστροφή δαπανών ύψους 19 427,86 ευρώ.

7        Στις 12 Σεπτεμβρίου 2016 η εισαγγελική αρχή συνέταξε κατηγορητήριο και παρέπεμψε τον προσφεύγοντα σε δίκη για το έγκλημα της απάτης, κατά το άρθρο 263, παράγραφος 1, του Strafgesetzbuch (γερμανικού ποινικού κώδικα) και της πλαστογραφίας, κατά το άρθρο 267 του ίδιου κώδικα, με την αιτιολογία ότι είχε ζητήσει παρανόμως την επιστροφή δαπανών βάσει 71 τιμολογίων για υπηρεσίες φυσιοθεραπείας. Με το ίδιο κατηγορητήριο, η εισαγγελική αρχή έθεσε στο αρχείο, σύμφωνα με το άρθρο 154 του Strafprozessordnung (γερμανικού κώδικα ποινικής δικονομίας), το σκέλος της υπόθεσης σχετικά με τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων, στο μέτρο που για τις προσαπτόμενες πράξεις απαιτούνταν περαιτέρω διεξαγωγή αποδείξεων.

8        Στις 18 Νοεμβρίου 2016 ο γενικός διευθυντής υπηρεσιών της ΕΚΤ, «ενεργώντας εξ ονόματος της εκτελεστικής επιτροπής», κίνησε πειθαρχική διαδικασία κατά του προσφεύγοντος λόγω παράβασης των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, η οποία καθιστούσε αναγκαία την υποβολή της υπόθεσης στην πειθαρχική επιτροπή, και ζήτησε από την εν λόγω επιτροπή να εκδώσει γνωμοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 8.3.15 των κανόνων για θέματα προσωπικού. Η διαδικασία αυτή, η οποία κινήθηκε βάσει της έκθεσης υπ’ αριθ. 1, αφορούσε τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας και τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων.

9        Η πειθαρχική επιτροπή αντάλλαξε σειρά επιστολών με τον προσφεύγοντα και προχώρησε σε ακρόασή του στις 13 Φεβρουαρίου 2017.

10      Στις 5 Σεπτεμβρίου 2017 η ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι, προϋπολογισμός και οργάνωση» της ΕΚΤ συνέταξε δεύτερη «έκθεση σχετικά με ενδεχόμενη παράβαση των επαγγελματικών υποχρεώσεων» κατά το άρθρο 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού (στο εξής: έκθεση υπ’ αριθ. 2). Η έκθεση αυτή αφορούσε δαπάνες βάσει τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας για τα δύο τέκνα του προσφεύγοντος, των οποίων την επιστροφή είχε ζητήσει δυνάμει του άρθρου 3.8.4 των κανόνων για θέματα προσωπικού το 2010, το 2012 και το 2014 και, εκ νέου, τον Ιανουάριο του 2017. Κατά την έκθεση αυτή, υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι τα τιμολόγια που εξέδιδε η παραδίδουσα ιδιαίτερα μαθήματα Γ στο πλαίσιο ενισχυτικής διδασκαλίας δεν ήταν αληθή και γνήσια.

11      Λαμβανομένης υπόψη της έκθεσης υπ’ αριθ. 2, ο γενικός διευθυντής υπηρεσιών, «ενεργώντας εξ ονόματος της εκτελεστικής επιτροπής», αποφάσισε στις 19 Σεπτεμβρίου 2017 να επεκταθεί ο έλεγχος της πειθαρχικής επιτροπής και στα περιστατικά αυτά.

12      Στις 12 Οκτωβρίου 2017 η ΕΚΤ κατήγγειλε στην εισαγγελική αρχή το σκέλος της υπόθεσης που αφορούσε τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας.

13      Η πειθαρχική επιτροπή προχώρησε σε ακρόαση του προσφεύγοντος και της συζύγου του στις 17 Οκτωβρίου 2017.

14      Στις 18 Οκτωβρίου 2017 ποινικό τμήμα του Landgericht Frankfurt am Main (πρωτοδικείου Φρανκφούρτης, Γερμανία) απάλλαξε τον προσφεύγοντα από τις κατηγορίες σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας για «πραγματικούς λόγους», καθόσον το δικαστήριο σχημάτισε την πεποίθηση, «κατά το πέρας της διαδικασίας στο ακροατήριο», ότι οι πράξεις που του προσάπτονταν στο κατηγορητήριο δεν «αποδείχθηκαν».

15      Στις 11 Απριλίου 2018 η πειθαρχική επιτροπή εξέδωσε τη γνωμοδότησή της. Κατ’ αρχάς, έκρινε ότι η μη γνησιότητα των τιμολογίων φυσιοθεραπείας δεν είχε αποδειχθεί επαρκώς, πλην όμως αποφάνθηκε ότι ο προσφεύγων γνώριζε ότι η B δεν ήταν φυσιοθεραπεύτρια αλλά αισθητικός ή όφειλε τουλάχιστον να διερωτηθεί ως προς την ιδιότητά της. Στη συνέχεια, η πειθαρχική επιτροπή έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκαν οι αιτιάσεις σχετικά με την υποβολή των αποδείξεων φαρμακευτικών εξόδων και των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας δεν είχαν επίσης αποδειχθεί επαρκώς και ότι η σχετική διαδικασία έπρεπε να περατωθεί, υπό την επιφύλαξη της επανάληψής της σε περίπτωση προσκόμισης νέων αποδείξεων. Κατόπιν των ανωτέρω, η πειθαρχική επιτροπή συνέστησε να επιβληθεί στον προσφεύγοντα ποινή συνιστάμενη σε προσωρινή μείωση μισθού κατά 400 ευρώ μηνιαίως για περίοδο δώδεκα μηνών.

16      Αφού ο προσφεύγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της γνωμοδότησης της πειθαρχικής επιτροπής της 11ης Απριλίου 2018, ο γενικός διευθυντής υπηρεσιών τού κοινοποίησε απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2018, περί άσκησης, εν προκειμένω, της πειθαρχικής εξουσίας από αυτήν την ίδια (στο εξής: απόφαση της 10ης Ιουλίου 2018).

17      Στη συνέχεια, ο γενικός διευθυντής υπηρεσιών κοινοποίησε στον προσφεύγοντα σχέδιο απόφασης της εκτελεστικής επιτροπής περί απόλυσής του χωρίς προειδοποίηση. Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών.

18      Στις 7 Μαΐου 2019 η εκτελεστική επιτροπή αποφάσισε να απολύσει τον προσφεύγοντα χωρίς προειδοποίηση (στο εξής: απόφαση απόλυσης).

19      Πρώτον, η εκτελεστική επιτροπή έκρινε, αφενός, ότι, «[ε]πί σχεδόν πέντε έτη, [ο προσφεύγων] [είχε] επιδείξει πλήρη και διαρκή αδιαφορία ως προς το ζήτημα αν η [Β] διέθετε τα προσόντα που απαιτούνται για την παροχή υπηρεσιών φυσιοθεραπείας, παρά τους σαφείς και αντικειμενικούς λόγους που υφίσταντο προκειμένου να ενημερωθεί για τα προσόντα της», και, αφετέρου, ότι είχε «αποκρύψει ενεργώς ένα μέρος πληροφοριών» από την εταιρία Α και από την ΕΚΤ.

20      Δεύτερον, όσον αφορά τις περισσότερες από 500 αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων, η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι δεν ήταν δυνατόν να μην είχε αντιληφθεί ο προσφεύγων ότι η χειρόγραφη κατάρτισή τους ήταν ιδιαίτερα ασυνήθης στη Γερμανία και ότι υπήρχαν αντικειμενικές ενδείξεις από τις οποίες προέκυπτε ότι οι αποδείξεις αυτές δεν ήταν αληθείς και γνήσιες.

21      Τρίτον, όσον αφορά τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας, η εκτελεστική επιτροπή διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο αναγραφόμενος στα τιμολόγια αυτά αριθμός φορολογικού μητρώου ήταν σχεδόν πανομοιότυπος με τον αναγραφόμενο στα τιμολόγια φυσιοθεραπείας και ότι η δημόσια οικονομική υπηρεσία της Φρανκφούρτης (Γερμανία) είχε επιβεβαιώσει ότι δεν ήταν αληθής. Η εκτελεστική επιτροπή παρατήρησε επίσης ότι η διεύθυνση της Γ που αναγραφόταν στα τιμολόγια αυτά ήταν επίσης σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη της Β. Η ΕΚΤ εκτίμησε, ως εκ τούτου, ότι ήταν εξαιρετικά απίθανο να μην είχε επισημάνει ο προσφεύγων τις ομοιότητες αυτές. Κατά συνέπεια, η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε προσκομίσει προς επιστροφή δαπανών τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας που δεν ήταν αληθή και γνήσια.

22      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η εκτελεστική επιτροπή επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ότι το δικαίωμα να ζητηθεί η επιστροφή των ιατρικών δαπανών και των δαπανών ενισχυτικής διδασκαλίας δεν σήμαινε ότι τα μέλη του προσωπικού μπορούσαν να μη λαμβάνουν υπόψη περιστάσεις που καθιστούν πλημμελή την έκδοση τιμολογίων ή αποδείξεων, υπό τις οποίες οποιοσδήποτε μέσος συνετός άνθρωπος θα διερωτούνταν αν τα εν λόγω τιμολόγια ή αποδείξεις αποτελούσαν κατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα για να ζητήσει την επιστροφή των δαπανών του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι τα μέλη του προσωπικού οφείλουν τουλάχιστον να ενημερώνουν αυτοβούλως τη διοίκηση και να συνεργάζονται μαζί της. Ως εκ τούτου, η εκτελεστική επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων, πρώτον, είχε υποπέσει σε παράβαση του καθήκοντος πίστης έναντι του θεσμικού οργάνου, δεύτερον, παρέβη την υποχρέωσή του να συμμορφώνεται προς τις κοινές αξίες της ΕΚΤ και να διάγει την επαγγελματική και προσωπική του ζωή σύμφωνα με το καταστατικό της, τρίτον, υπέπεσε σε συνεχή παράβαση του καθήκοντός του να διαφυλάσσει τα οικονομικά συμφέροντα του θεσμικού οργάνου και, τέταρτον, έθεσε σε κίνδυνο τη φήμη της Τράπεζας.

23      Εν τω μεταξύ, στις 30 Απριλίου 2019 η εισαγγελική αρχή ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι η έρευνα σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας είχε περατωθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 170, παράγραφος 2, του γερμανικού κώδικα ποινικής δικονομίας, και τούτο για τον λόγο ότι δεν υπήρχαν επαρκείς υπόνοιες για την κίνηση ποινικής δίωξης.

24      Με επιστολή της ίδιας ημέρας, η οποία πρωτοκολλήθηκε από την ΕΚΤ στις 15 Μαΐου 2019, η εισαγγελική αρχή ενημέρωσε επίσης την ΕΚΤ ότι η έρευνα αυτή είχε τεθεί στο αρχείο. Στην ίδια επιστολή, η εισαγγελική αρχή ανέφερε ακόμη ότι από έρευνες προέκυψε ότι δεν υπήρχε επίσημη καταχώριση της Γ και ότι δεν είχε αποδοθεί ο αναγραφόμενος στα τιμολόγιά της αριθμός φορολογικού μητρώου. Εντούτοις, η εισαγγελική αρχή εκτιμούσε ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι τα επίμαχα τιμολόγια είχαν πράγματι εκδοθεί και ότι τα είχε εξοφλήσει ο κατηγορούμενος και ότι τα ψευδή στοιχεία που περιείχαν μπορούσαν να εξηγηθούν από «άλλους λόγους».

25      Με επιστολή της 12ης Ιουνίου 2019, ο προσφεύγων ενημέρωσε τον γενικό διευθυντή υπηρεσιών για το αποτέλεσμα της διαδικασίας που κίνησε η εισαγγελική αρχή σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας και ζήτησε από την ΕΚΤ να επανεξετάσει την απόφαση απόλυσης.

26      Με επιστολή της 26ης Ιουνίου 2019, ο γενικός διευθυντής υπηρεσιών ενημέρωσε τον προσφεύγοντα για την απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 25ης Ιουνίου του ίδιου έτους περί μη επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας (στο εξής: απόφαση περί μη επανάληψης της διαδικασίας). Η απόφαση αυτή στηρίζεται σε δύο λόγους. Η ΕΚΤ υποστήριξε, κατ’ αρχάς, ότι η εισαγγελική αρχή όφειλε να εξετάσει αν οι προβαλλόμενες πράξεις συνιστούσαν αδίκημα στο πλαίσιο του γερμανικού ποινικού δικαίου βάσει των κριτηρίων απόδειξης που εφαρμόζονται στις ποινικές διαδικασίες, ενώ η ίδια η ΕΚΤ όφειλε να εξετάσει αν οι προβαλλόμενες πράξεις συνιστούσαν παράβαση των κανόνων της περί απασχόλησης, λαμβανομένων υπόψη διαφορετικών κριτηρίων απόδειξης που εφαρμόζονται στις πειθαρχικές διαδικασίες. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι η εισαγγελική αρχή είχε επιβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε επίσημη καταχώριση της Γ και ότι ο αναγραφόμενος στα τιμολόγια αριθμός φορολογικού μητρώου δεν ήταν αληθής.

II.    Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

27      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Ιουλίου 2019, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή.

28      Η ΕΚΤ κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στις 8 Νοεμβρίου 2019.

29      Στις 22 Ιανουαρίου 2020 ο προσφεύγων κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως.

30      Στις 6 Μαρτίου 2020, η ΕΚΤ κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως.

31      Στις 7 Ιουλίου 2020 το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την ΕΚΤ, στο πλαίσιο μέτρου οργάνωσης της διαδικασίας βάσει του άρθρου 89, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, να προσκομίσει δύο έγγραφα. Η ΕΚΤ συμμορφώθηκε εμπροθέσμως προς το εν λόγω μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας.

32      Κατόπιν πρότασης του τέταρτου τμήματος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση σε πενταμελές τμήμα του.

33      Κατόπιν πρότασης της εισηγήτριας δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, έθεσε γραπτές ερωτήσεις στους διαδίκους και τους κάλεσε να απαντήσουν σ’ αυτές κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

34      Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την απόφαση απόλυσης και την απόφαση περί μη επανάληψης της διαδικασίας (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες αποφάσεις)·

–        κατά συνέπεια, να διατάξει την επανένταξή του στην υπηρεσία από τις 11 Μαΐου 2019, συνοδευόμενη από όλα τα σχετικά οικονομικά δικαιώματα και τη δέουσα δημοσιότητα, προκειμένου να αποκατασταθεί η τιμή του·

–        σε κάθε περίπτωση, να υποχρεώσει την ΕΚΤ να του καταβάλει, προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, ποσό προσδιοριζόμενο ex æquo et bono σε 20 000 ευρώ·

–        να καταδικάσει την ΕΚΤ στα δικαστικά έξοδα.

35      Η ΕΚΤ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

–        εφόσον κριθεί αναγκαίο, να κλητεύσει ως μάρτυρα τον προσφεύγοντα, τη σύζυγο και τα τέκνα του, καθώς και ενδεχομένως τη Β, για να εξεταστούν σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας, ή, τουλάχιστον, να εξεταστεί επ’ αυτού ο προσφεύγων ως διάδικος στην παρούσα δίκη.

III. Σκεπτικό

1.      Επί του πρώτου αιτήματος, με το οποίο ζητείται η ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

36      Προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματος, ο προσφεύγων προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής, καταγράφονται δέκα λόγοι, οι οποίοι αφορούν:

–        ο πρώτος, αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις·

–        ο δεύτερος, παράβαση του άρθρου 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού και παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου·

–        ο τρίτος, παραβίαση της αρχής σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία, της αρχής της χρηστής διοίκησης και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας·

–        ο τέταρτος, παράβαση του άρθρου 8.3.7 των κανόνων για θέματα προσωπικού και παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης)·

–        ο πέμπτος, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας·

–        ο έκτος, πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης·

–        ο έβδομος, προσβολή του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας και παράβαση του άρθρου 48 του Χάρτη·

–        ο όγδοος, υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας·

–        ο ένατος, παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης·

–        ο δέκατος, που προβάλλεται επικουρικώς, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

37      Εντούτοις, ο τρίτος και ο έβδομος λόγος ακυρώσεως πρέπει να εξεταστούν από κοινού.

38      Εξάλλου, η ΕΚΤ υποστηρίζει, γενικώς, ότι μόνον ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, που αφορά αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, μπορεί να συνδεθεί με το αίτημα περί ακύρωσης της απόφασης περί μη επανάληψης της διαδικασίας.

39      Επισημαίνεται ωστόσο ότι, μολονότι ο προσφεύγων βάλλει στην πραγματικότητα κατά της απόφασης απόλυσης, ο τρίτος και ο έβδομος λόγος ακυρώσεως, που αφορούν κατ’ ουσίαν παράβαση της αρχής σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία και προσβολή του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας, βάλλουν επίσης κατά της άρνησης επανάληψης της διαδικασίας, λαμβανομένης υπόψη της απόφασης της εισαγγελικής αρχής να περατώσει την έρευνα σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας. Επιπλέον, σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης απόλυσης, θα πρέπει να ακυρωθεί συνακόλουθα και για λόγους ασφάλειας δικαίου και η απόφαση περί μη επανάληψης της διαδικασίας, προκειμένου να εξαλειφθεί κάθε δυνητικό εμπόδιο στην υποχρέωση της ΕΚΤ να λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης.

2.      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αφορά αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις

40      Δυνάμει του άρθρου 44, σημείο ii, των όρων απασχόλησης του προσωπικού της ΕΚΤ (στο εξής: όροι απασχόλησης), η εκτελεστική επιτροπή μπορεί να επιβάλει την απόλυση, με ή χωρίς προειδοποίηση, ως πειθαρχική κύρωση. Ωστόσο, το άρθρο 8.3.17 των κανόνων για θέματα προσωπικού ορίζει ότι «[ο] γενικός διευθυντής υπηρεσιών, ενεργώντας για λογαριασμό της εκτελεστικής επιτροπής, αποφασίζει για την καταλληλότερη πειθαρχική ποινή για τα μέλη του προσωπικού με μισθολογικό βαθμό Ι ή χαμηλότερο [...]».

41      Εν προκειμένω, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις ελήφθησαν από την εκτελεστική επιτροπή ενώ, κατά τον προσφεύγοντα, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του γενικού διευθυντή υπηρεσιών, δυνάμει της ανάθεσης αρμοδιοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 8.3.17 των κανόνων για θέματα προσωπικού.

42      Εντούτοις, όπως υποστηρίζει η ΕΚΤ, στις 10 Ιουλίου 2018, ήτοι πριν από την έκδοση της απόφασης απόλυσης, η εκτελεστική επιτροπή έλαβε την απόφαση να ασκήσει η ίδια την πειθαρχική εξουσία έναντι του προσφεύγοντος (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω).

43      Ωστόσο, ο προσφεύγων φρονεί ότι η ανάκληση της ανάθεσης αρμοδιοτήτων στον γενικό διευθυντή υπηρεσιών απαιτούσε προηγούμενη διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού. Θεωρεί, επομένως, ότι, ελλείψει τέτοιας διαβούλευσης, η απόφαση της 10ης Ιουλίου 2018 ήταν παράτυπη, με συνέπεια αντί της κατά νόμο αρμόδιας αρχής να λάβει την απόφαση απόλυσης η εκτελεστική επιτροπή.

44      Ο προσφεύγων, για να δικαιολογήσει το ότι έπρεπε να προηγηθεί διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού, ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η απόφαση της 10ης Ιουλίου 2018 συνιστούσε τροποποίηση των κανόνων για θέματα προσωπικού και ότι η τροποποίηση αυτή απαιτεί διαβούλευση με την ως άνω επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 21 του εσωτερικού κανονισμού της ΕΚΤ και την αρχή της παραλληλίας των διαδικασιών.

45      Εντούτοις, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, η απόφαση της 10ης Ιουλίου 2018 δεν κατάργησε το άρθρο 8.3.17 των κανόνων για θέματα προσωπικού. Όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος με το υπόμνημα απαντήσεως, η απόφαση αυτή αφορούσε μόνον τον ίδιο και αποκλειστικά την υπό κρίση υπόθεση. Επομένως, έχει μόνον ατομικό χαρακτήρα.

46      Πάντως, η υποχρέωση διαβούλευσης με την επιτροπή προσωπικού περιορίζεται στην τροποποίηση πράξεων γενικής ισχύος (διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 2017, Bowles κατά ΕΚΤ, T‑564/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:816, σκέψη 48). Πράγματι, το άρθρο 48 των όρων απασχόλησης ορίζει ότι η επιτροπή προσωπικού «εκπροσωπεί τα γενικά συμφέροντα όλων των μελών του προσωπικού σε θέματα συμβάσεων εργασίας, κανονισμών που ισχύουν για το προσωπικό και αποδοχών, όρων απασχόλησης, εργασίας, υγείας και ασφαλείας στην ΕΚΤ, ασφαλιστικής κάλυψης και συνταξιοδοτικού συστήματος». Εξάλλου, κατά το άρθρο 49 των ίδιων όρων απασχόλησης, «ζητείται η γνώμη της επιτροπής προσωπικού πριν από οποιαδήποτε τροποποίηση των παρόντων όρων απασχόλησης, των κανόνων για θέματα προσωπικού και συναφών θεμάτων, όπως ορίζονται στο άρθρο 48 ανωτέρω».

47      Ωστόσο, ο προσφεύγων υποστηρίζει, δεύτερον, ότι, ακόμη και αν η απόφαση της 10ης Ιουλίου 2018 αφορά μόνον αυτόν, η δυνατότητα της εκτελεστικής επιτροπής να επιλαμβάνεται ατομικών υποθέσεων έχει ως συνέπεια ότι το άρθρο 8.3.17 των κανόνων για θέματα προσωπικού δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστική διάταξη αλλά διάταξη που τροποποιείται κατά τη βούληση της ΕΚΤ. Όμως, σε πειθαρχικά ζητήματα, η ασφάλεια δικαίου και η δημοσιότητα είναι απαραίτητες. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο προσφεύγων φρονεί ότι θα ήταν χρήσιμη η διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού.

48      Σημειώνεται, συναφώς, ότι η εκτελεστική επιτροπή είναι υπεύθυνη για την τρέχουσα διαχείριση της ΕΚΤ δυνάμει του άρθρου 11.6 του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της ΕΚΤ και ότι το άρθρο 44, σημείο ii, των όρων απασχόλησης της παρέχει ειδικότερα την αρμοδιότητα να λαμβάνει αποφάσεις απόλυσης χωρίς προειδοποίηση.

49      Υπό τις συνθήκες αυτές, αναθέτοντας στον γενικό διευθυντή υπηρεσιών τη μέριμνα λήψης ατομικών αποφάσεων απόλυσης «για λογαριασμό της εκτελεστικής επιτροπής», το άρθρο 8.3.17 των κανόνων για θέματα προσωπικού εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρείας εξουσίας εκτίμησης που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την εσωτερική τους οργάνωση σε συνάρτηση με τις ανάγκες τους (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαΐου 2005, Tralli κατά ΕΚΤ, C‑301/02 P, EU:C:2005:306, σκέψη 58). Μολονότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει στη διοίκηση, όταν θεσπίζει κανονιστικές ρυθμίσεις, την υποχρέωση να τις συντάσσει κατά τρόπον αρκούντως σαφή, ώστε οι πολίτες να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν επακριβώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν ως εκ τούτου τα μέτρα τους, εντούτοις, η αρχή αυτή δεν επιβάλλει στη ΕΚΤ την υποχρέωση να περιορίζει την εξουσία εκτίμησης που διαθέτει στο πλαίσιο της οργάνωσής της (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, US κατά ΕΚΤ, T‑255/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:680, σκέψη 90). Ως εκ τούτου, η προμνησθείσα αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν αντιτίθεται σε ερμηνεία του άρθρου 8.3.17 κατά την οποία οι σχετικές αποφάσεις του γενικού διευθυντή υπηρεσιών εκφράζουν τις αποφάσεις της εκτελεστικής επιτροπής, η οποία αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη και στην οποία καταλογίζονται νομικώς.

50      Εξάλλου, οι κανόνες χρηστής διοίκησης στον τομέα της διαχείρισης του προσωπικού προϋποθέτουν βεβαίως ότι η κατανομή των αρμοδιοτήτων εντός της ΕΚΤ είναι σαφώς καθορισμένη και έχει αποτελέσει αντικείμενο της δέουσας δημοσιότητας (απόφαση της 9ης Ιουλίου 2008, Kuchta κατά ΕΚΤ, F‑89/07, EU:F:2008:97, σκέψη 62). Εν προκειμένω, το άρθρο 8.3.17 των κανόνων για θέματα προσωπικού έχει δημοσιευτεί και η ΕΚΤ δικαιολόγησε την επιλογή να μη δημοσιοποιήσει την απόφαση της 10ης Ιουλίου 2018 προς το συμφέρον του προσφεύγοντος, προκειμένου να διαφυλάξει την υπόληψή του σε χρόνο κατά τον οποίο δεν μπορούσε να προδικαστεί το τελικό αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας. Επιπλέον, η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα και, ως εκ τούτου, αυτός ενημερώθηκε σχετικά.

51      Κατά συνέπεια, η απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής να ασκήσει απευθείας την πειθαρχική εξουσία στην ατομική περίπτωση του προσφεύγοντος δεν έχει ως αποτέλεσμα τροποποίηση των κανόνων για θέματα προσωπικού, η οποία θα καθιστούσε αναγκαία τη διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού για λόγους ασφάλειας δικαίου και δημοσιότητας, όπως ισχυρίζεται ο προσφεύγων.

52      Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων δεν στερήθηκε καμία εγγύηση. Αντιθέτως, η συλλογική άσκηση αρμοδιότητας, όπως εν προκειμένω, παρέχει, κατ’ αρχήν, περισσότερη προστασία στους αποδέκτες των λαμβανομένων μέτρων σε σχέση με την αρμοδιότητα που ασκείται από ένα μόνο πρόσωπο (πρβλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2019, GE Healthcare κατά Επιτροπής, T‑783/17, EU:T:2019:624, σκέψη 182).

53      Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.

3.      Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που αφορά παράβαση του άρθρου 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού και παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου

54      Το άρθρο 8.3.2, τρίτη περίπτωση, των κανόνων για θέματα προσωπικού ορίζει ότι «[η] πειθαρχική διαδικασία πρέπει να κινείται το αργότερο πέντε έτη μετά την επέλευση των πραγματικών περιστατικών και εντός του έτους κατά το οποίο κατέστησαν γνωστά τα περιστατικά αυτά, εκτός από την περίπτωση σοβαρού παραπτώματος που μπορεί να επισύρει απόλυση, περίπτωση κατά την οποία οι προθεσμίες είναι 10 έτη και ένα έτος αντιστοίχως».

55      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι οι πράξεις είχαν παραγραφεί δυνάμει της διάταξης αυτής λόγω παρέλευσης της προθεσμίας ενός έτους από τον χρόνο κατά τον οποίον κατέστησαν γνωστά τα πραγματικά περιστατικά.

1)      Επί του υποχρεωτικού ή μη χαρακτήρα της προθεσμίας του ενός έτους

56      Η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι η προθεσμία ενός έτους του άρθρου 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού δεν είναι επιτακτική. Υποστηρίζει ότι, κατά τη νομολογία, η υπέρβαση προθεσμίας συνεπάγεται την ακύρωση πράξης μόνον αν η πράξη αυτή είναι παράλογη, υπό την έννοια ότι θίγει τα δικαιώματα άμυνας, πράγμα που δεν ισχυρίζεται ο προσφεύγων.

57      Μολονότι προβάλλεται επικουρικώς, το επιχείρημα αυτό πρέπει να εξεταστεί πρώτο.

58      Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι σκοπός της προθεσμίας παραγραφής είναι η τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και ότι η θεμελιώδης αυτή επιταγή αντιτίθεται στη δυνατότητα της διοίκησης να καθυστερεί επ’ αόριστον την άσκηση των εξουσιών της (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 2004, François κατά Επιτροπής, T‑307/01, EU:T:2004:180, σκέψεις 45 και 46, και της 8ης Μαρτίου 2012, Kerstens κατά Επιτροπής, F‑12/10, EU:F:2012:29, σκέψεις 122 και 123). Κατά συνέπεια, όταν πρόκειται για διατάξεις που καθορίζουν προθεσμίες παραγραφής για την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας, αποκλείεται κάθε εκτίμηση σχετικά με εύλογη προθεσμία (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2014, Nencini κατά Κοινοβουλίου, C‑447/13 P, EU:C:2014:2372, σκέψεις 52 έως 54, και της 18ης Ιουνίου 2008, Hoechst κατά Επιτροπής, T‑410/03, EU:T:2008:211, σκέψη 224). Ναι μεν έχει γίνει δεκτό ότι οι προθεσμίες στο πλαίσιο πειθαρχικών υποθέσεων δεν είναι αποκλειστικές, τούτο όμως αφορά μόνο τις σχετικές με τη διεξαγωγή της πειθαρχικής διαδικασίας προθεσμίες (απόφαση της 17ης Μαρτίου 2015, AX κατά ΕΚΤ, F‑73/13, EU:F:2015:9, σκέψη 174· βλ., επίσης, όσον αφορά τις προθεσμίες που προβλέπονται στο τμήμα 5 του παραρτήματος IX του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεων των Υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2012, Kerstens κατά Επιτροπής, F‑12/10, EU:F:2012:29, σκέψη 124), και όχι εκείνες που αφορούν την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας.

59      Επομένως, εσφαλμένως η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι η προθεσμία παραγραφής ενός έτους του άρθρου 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού δεν είναι επιτακτική.

60      Ωστόσο, η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι οι πράξεις δεν είχαν παραγραφεί εν προκειμένω.

2)      Επί του κατά πόσον οι πράξεις είχαν παραγραφεί

1)      Επί της έννοιας του χρονικού σημείου «αποκάλυψης των πραγματικών περιστατικών» από το οποίο αρχίζει η ετήσια παραγραφή

61      Η ΕΚΤ παρατηρεί ότι, κατά το άρθρο 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού, η ετήσια παραγραφή αρχίζει να τρέχει μόνον από το χρονικό σημείο κατά το οποίο κατέστησαν γνωστά τα πραγματικά περιστατικά. Επομένως, πρέπει να καθοριστεί το περιεχόμενο της έννοιας αυτής.

62      Συναφώς, από το άρθρο 8.3.15 των κανόνων για θέματα προσωπικού προκύπτει ότι η αποστολή της πειθαρχικής επιτροπής συνίσταται ιδίως στην κατά το δυνατόν λεπτομερέστερη διερεύνηση και εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Επιπλέον, κατά το άρθρο 8.3.14 των εν λόγω κανόνων, η ως άνω επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα από τα μέλη της να διενεργήσει συμπληρωματικές έρευνες εάν θεωρεί ότι η ενημέρωσή της δεν είναι επαρκής. Επομένως, αντικείμενο της πειθαρχικής διαδικασίας είναι ο οριστικός προσδιορισμός των πραγματικών περιστατικών και η εξακρίβωσή τους κατόπιν εκατέρωθεν ακροάσεως.

63      Επομένως, η έννοια της αποκάλυψης των πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί να απαιτεί ακριβή και εμπεριστατωμένη γνώση όλων των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν πειθαρχικό παράπτωμα (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C‑469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψη 37). Επιπλέον, η έννοια αυτή δεν απαιτεί να είναι τα πραγματικά περιστατικά οριστικά αποδεδειγμένα, διότι η αποκάλυψή τους αφορά το κατά πόσον τρίτοι έλαβαν γνώση αυτών και όχι την απόδειξή τους (βλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 27ης Απριλίου 2017, CJ κατά ECDC, T‑696/16 REV και T‑697/16 REV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:318, σκέψη 39).

64      Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η Τράπεζα, ότι η αποκάλυψη των πραγματικών περιστατικών κατά την έννοια του άρθρου 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού εντοπίζεται στον χρόνο κατά τον οποίο τα γνωστά πραγματικά περιστατικά αρκούν για να καταστεί δυνατή μια εκ πρώτης όψεως εκτίμηση του κατά πόσον υφίσταται παράβαση επαγγελματικών υποχρεώσεων, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από τις υποχρεώσεις που ενδεχομένως παραβιάστηκαν και από τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με καθεμία από αυτές. Εξάλλου, ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί πραγματικά την ερμηνεία αυτή.

65      Πρέπει, ωστόσο, να απορριφθεί εξαρχής το επιχείρημα της ΕΚΤ το οποίο αντλείται από το ότι, λόγω των σοβαρών συνεπειών της συμπλήρωσης της παραγραφής, το σημείο έναρξης της παραγραφής πρέπει να είναι βέβαιο για την κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου.

66      Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι προθεσμίες παραγραφής αποσκοπούν στην κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου μάλλον των κατηγορουμένων παρά της διωκτικής αρχής (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Nencini κατά Κοινοβουλίου, C‑447/13 P, EU:C:2014:2372, σκέψη 52). Επιπλέον, η ίδια η έννοια της «αποκάλυψης των πραγματικών περιστατικών» που χρησιμοποιεί η ΕΚΤ στο άρθρο 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού ενέχει ορισμένο βαθμό αβεβαιότητας. Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν απαιτεί οι συνέπειες κάθε πράξης να μπορούν να προβλεφθούν με απόλυτη βεβαιότητα από πλευράς των εφαρμοστέων διατάξεων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Hansa Metallwerke κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑375/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:475, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αρκεί να μπορούν να προβλεφθούν σε εύλογο βαθμό (πρβλ. απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2015, AC‑Treuhand κατά Επιτροπής, C‑194/14 P, EU:C:2015:717, σκέψη 42), υπό την επιφύλαξη του ελέγχου από τον δικαστή της Ένωσης.

67      Κατόπιν της διευκρίνισης αυτής, πρέπει να εξεταστεί in concreto αν οι πράξεις είχαν πράγματι παραγραφεί εν προκειμένω.

2)      Επί της ενδεχόμενης παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώματος σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας

68      Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η εταιρία Α κοινοποίησε στην ΕΚΤ, στις 13 και 18 Δεκεμβρίου 2013, πληροφορίες σχετικά με πιθανή απάτη του προσφεύγοντος όσον αφορά την επιστροφή δαπανών βάσει των τιμολογίων φυσιοθεραπείας. Στη συνέχεια, παρέσχε συμπληρωματικές διευκρινίσεις στις 20 Φεβρουαρίου, 20 Μαρτίου, 27 Μαΐου, 13 Ιουνίου, 15 Ιουλίου και 13 και 21 Οκτωβρίου 2014.

69      Η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 68 ανωτέρω, τις οποίες παρέσχε η εταιρία Α, δεν μπορούν να συνιστούν «αποκάλυψη των πραγματικών περιστατικών», διότι, ως ασφαλιστικός φορέας, η εν λόγω εταιρία είχε ενδεχομένως ίδιο συμφέρον να προβάλει τον αδικαιολόγητο χαρακτήρα των ποσών που επιστράφηκαν στον προσφεύγοντα και ότι, ως εκ τούτου, οι εν λόγω πληροφορίες έπρεπε να εξεταστούν με προσοχή.

70      Εντούτοις, δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι η ΕΚΤ δέχθηκε τις πληροφορίες της εταιρίας Α με την επιφύλαξη ότι υπάρχει υπόνοια σύγκρουσης συμφερόντων.

71      Αντιθέτως, από έκθεση της εταιρίας Α της 20ής Νοεμβρίου 2014 προκύπτει ότι η ΕΚΤ έκρινε, ήδη από τον Δεκεμβρίου 2013, ότι οι πρώτες πληροφορίες που παρέσχε η εν λόγω εταιρία αρκούσαν για να κινηθούν οι προβλεπόμενες από τον ΚΥΚ οικείες διαδικασίες σε περίπτωση υπόνοιας απάτης.

72      Επιπλέον, βάσει των πληροφοριών που έλαβε από την εταιρία Α, η ΕΚΤ κατήγγειλε στην εισαγγελική αρχή τις πράξεις που αφορούσαν την επιστροφή δαπανών βάσει των τιμολογίων φυσιοθεραπείας στις 14 Μαΐου 2014 (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω).

73      Περαιτέρω, σύμφωνα με την έκθεση της 20ής Νοεμβρίου 2014, η ΕΚΤ είχε ζητήσει από την εταιρία Α στις 17 Νοεμβρίου του ίδιου έτους να ξεκινήσει τις προπαρασκευαστικές διαδικασίες για την ανάκτηση των ποσών που κατέβαλε στον προσφεύγοντα για απόδοση δαπανών φυσιοθεραπείας και φαρμακευτικών δαπανών, τούτο δε λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού όγκου των ενδεχομένως ψευδών αιτήσεων επιστροφής δαπανών.

74      Τέλος, οι πληροφορίες που κοινοποίησε η εταιρία Α συνοδεύονταν από μαρτυρίες και άλλα έγγραφα που τις τεκμηρίωναν, καθιστώντας τις αξιόπιστες.

75      Η ΕΚΤ υποστηρίζει επίσης ότι οι πληροφορίες που έλαβε από την εταιρία Α ήταν αποσπασματικές σε σύγκριση με τις αιτήσεις επιστροφής δαπανών που εκτείνονταν σε περίοδο πέντε περίπου ετών.

76      Εντούτοις, με την από 13ης Οκτωβρίου 2014 έκθεσή της, η εταιρία Α παρέσχε στην ΕΚΤ πληροφορίες για συνολικά 91 τιμολόγια φυσιοθεραπείας ύψους 56 041,09 ευρώ, πληροφορίες που δεν μπορούν να θεωρηθούν αποσπασματικές, δεδομένου ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο ποσό που παρατίθεται στην απόφαση απόλυσης.

77      Επιπλέον, η έκθεση της 13ης Οκτωβρίου 2014 είχε ως αποτέλεσμα να λάβει η ΕΚΤ την απόφαση να αναστείλει την άσκηση των καθηκόντων του προσφεύγοντος από την 21η Οκτωβρίου 2014 (βλ. σκέψη 4 ανωτέρω).

78      Η ΕΚΤ υποστηρίζει, ασφαλώς, ότι, κατά το άρθρο 46 των όρων απασχόλησης, η αναστολή άσκησης καθηκόντων μπορεί να αποφασιστεί «σε περίπτωση σοβαρής παράβασης», η οποία θα απαιτούσε βαθμό απόδειξης κατώτερο από εκείνο που απαιτείται για τη «αποκάλυψη των πραγματικών περιστατικών», κατά την έννοια του άρθρου 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού.

79      Εντούτοις, η εκτελεστική επιτροπή αιτιολόγησε την απόφασή της περί αναστολής της άσκησης των καθηκόντων του προσφεύγοντος επικαλούμενη το ότι, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που παρέσχε η εταιρία Α, υπήρχαν αρκούντως ακριβή και κρίσιμα στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί είτε ότι ο προσφεύγων είχε πλαστογραφήσει τα επίμαχα τιμολόγια είτε ότι είχε τουλάχιστον επίγνωση της μη γνησιότητάς τους. Βάσει των στοιχείων αυτών, η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι, εφόσον αποδεικνύονταν, τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά θα συνιστούσαν σοβαρή παράβαση των καθηκόντων του ενδιαφερομένου και ότι έπρεπε να συνεχιστεί η πειθαρχική του δίωξη.

80      Επομένως, εφόσον η Τράπεζα δικαιολόγησε την απόφαση περί αναστολής της άσκησης των καθηκόντων με στοιχεία τα οποία η ίδια χαρακτήρισε ως αρκούντως ακριβή και κρίσιμα ώστε να υποτεθεί η ύπαρξη σοβαρής παράβασης για την οποία μπορούσε να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η εταιρία Α ήταν κατ’ ανάγκην επαρκή ώστε να συνιστούν «αποκάλυψη των πραγματικών περιστατικών» κατά την έννοια του άρθρου 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού, όπως τούτο έγινε δεκτό στη σκέψη 64 ανωτέρω.

81      Επομένως, στο μέτρο που τα πραγματικά περιστατικά που αποκάλυψε η εταιρία Α στην ΕΚΤ τον Οκτώβριο του 2014 αρκούσαν για να εμπίπτουν στην έννοια της αποκάλυψης των πραγματικών περιστατικών κατά το άρθρο 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού, πρέπει να απορριφθούν τα λοιπά επιχειρήματα της ΕΚΤ ότι, για να κινήσει την πειθαρχική διαδικασία, ήταν εύλογο να αναμένει τη συλλογή περισσότερων πληροφοριών από τις γερμανικές δικαστικές αρχές, ιδίως κατόπιν ποινικής έρευνας ή ότι θα είχε τη δυνατότητα να συμβουλευθεί τον φάκελο της εισαγγελικής αρχής προκειμένου να αντλήσει πρόσθετα στοιχεία. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ΕΚΤ έκρινε ότι είχε ανάγκη συμπληρωματικών στοιχείων για να κινήσει την πειθαρχική διαδικασία, θα μπορούσε να κινήσει την εν λόγω διαδικασία και να την αναστείλει εν αναμονή των αποτελεσμάτων της ποινικής διαδικασίας. Πράγματι, μολονότι καμία διάταξη ισχύουσα εντός της ΕΚΤ και καμία γενική αρχή δεν επέβαλλε την αναστολή αυτή (βλ. σκέψεις 105 έως 107 κατωτέρω), η ΕΚΤ μπορούσε να προβεί στην ενέργεια αυτή, δεδομένου ότι οι προθεσμίες σχετικά με τη διεξαγωγή της πειθαρχικής διαδικασίας δεν είναι αποκλειστικές (βλ. σκέψη 58 ανωτέρω), ότι από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας θα ήταν αντίθετη στις ανάγκες της ποινικής έρευνας και ότι, αντιθέτως, στην απόφαση περί αναστολής της άσκησης των καθηκόντων της 21ης Οκτωβρίου 2014 γινόταν ήδη αναφορά σε αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας.

82      Από το σύνολο των σκέψεων αυτών προκύπτει ότι παρήλθε ένα και πλέον έτος μεταξύ της αποκάλυψης των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τις δαπάνες φυσιοθεραπείας τον Οκτώβριο του 2014 και της απόφασης της 18ης Νοεμβρίου 2016 περί κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας.

83      Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος κατά το μέρος που αφορά το σκέλος της υπόθεσης σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας.

3)      Επί της ενδεχόμενης παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώματος σχετικά με τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων

84      Όπως προεκτέθηκε (βλ. σκέψεις 4 και 73 ανωτέρω), υπενθυμίζεται ότι ο προσφεύγων τέθηκε σε αναστολή άσκησης καθηκόντων στις 21 Οκτωβρίου 2014 και ότι, ήδη από τις 17 Νοεμβρίου 2014, η ΕΚΤ ζήτησε από την εταιρία Α να ξεκινήσει τις προπαρασκευαστικές διαδικασίες για την ανάκτηση των ποσών που κατέβαλε στον προσφεύγοντα για απόδοση δαπανών υγείας.

85      Εξάλλου, από τη δικογραφία προκύπτει ότι στις 21 Νοεμβρίου 2014 η εταιρία Α κοινοποίησε στην ΕΚΤ τεκμηριωμένη έκθεση που έφερε ημερομηνία της προηγουμένης ημέρας, με σκοπό τη διαπίστωση πιθανής τέλεσης απάτης από τον προσφεύγοντα (βλ. σκέψεις 71 και 73 ανωτέρω). Η έκθεση αυτή αφορούσε όχι μόνον τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας, αλλά και την επιστροφή δαπανών βάσει χειρόγραφων αποδείξεων φαρμακευτικών εξόδων. Διευκρινιζόταν στην έκθεση αυτή ότι ο ιδιοκτήτης των οικείων φαρμακείων είχε δηλώσει ότι οι αποδείξεις πληρωμής ήταν έντυπες και ότι οι χειρόγραφες αποδείξεις με τα αναγραφόμενα ποσά δεν είχαν εκδοθεί από κάποιο από τα εν λόγω φαρμακεία, ότι τα ποσά που μνημονεύονταν στα αντίγραφα των αποδείξεων που του είχαν διαβιβαστεί δεν αντιστοιχούσαν στις ισχύουσες τιμές, ότι πολλά από τα παρατιθέμενα προϊόντα ουδέποτε είχαν παραγγελθεί ή δεν πωλούνταν και ότι οι σφραγίδες που έφεραν οι ως άνω αποδείξεις είχαν πιθανώς παραποιηθεί. Η εταιρία Α υπολόγισε τα προς ανάκτηση λόγω των οικείων αποδείξεων ποσά σε 88 289,65 ευρώ. Στην εν λόγω έκθεση επισυνάφθηκε κατάλογος των επίδικων αποδείξεων.

86      Η εταιρία Α συμπλήρωσε την από 20ής Νοεμβρίου 2014 έκθεσή της με δύο ηλεκτρονικά μηνύματα της 22ας και της 23ης Ιανουαρίου 2015.

87      Τέλος, από την έκθεση υπ’ αριθ. 1 προκύπτει ότι οι πληροφορίες που διαβίβασε η εταιρία Α αρκούσαν για να αποφασίσει η ΕΚΤ να γνωστοποιήσει στις γερμανικές δικαστικές αρχές τα πραγματικά περιστατικά που αφορούσαν τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων στις 23 Ιανουαρίου 2015.

88      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προκύπτει ότι, όσον αφορά το σκέλος της υπόθεσης σχετικά με τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων, τα πραγματικά περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση της ΕΚΤ μεταξύ της 21ης Νοεμβρίου 2014 και της 23ης Ιανουαρίου 2015 αρκούσαν για να μπορέσει να εκτιμήσει εκ πρώτης όψεως την ύπαρξη παράβασης των επαγγελματικών υποχρεώσεων εκ μέρους του προσφεύγοντος.

89      Για τον λόγο αυτό, και για τους λόγους που εκτέθηκαν στη σκέψη 66 ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όσον αφορά τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων, η ετήσια παραγραφή άρχισε να τρέχει το αργότερο στις 23 Ιανουαρίου 2015 και όχι στις 20 Νοεμβρίου 2015, ημερομηνία κατά την οποία η ΕΚΤ απέκτησε πρόσβαση στον ποινικό φάκελο της εισαγγελικής αρχής, όπως η ίδια επικαλείται. Κατά συνέπεια, στις 18 Νοεμβρίου 2016, ημερομηνία κατά την οποία κινήθηκε η πειθαρχική διαδικασία, η ετήσια παραγραφή είχε ήδη συμπληρωθεί όσον αφορά τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων.

90      Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος όσον αφορά το σκέλος αυτό της υπόθεσης.

4)      Επί της ενδεχόμενης παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώματος σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας

91      Ο γενικός διευθυντής υπηρεσιών αποφάσισε να επεκτείνει τον έλεγχο της πειθαρχικής επιτροπής και στις πράξεις που αφορούσαν τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας στις 19 Σεπτεμβρίου 2017 και, ως εκ τούτου, να κινήσει κατά την ημερομηνία αυτή την πειθαρχική διαδικασία ως προς τις εν λόγω πράξεις.

92      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το στοιχείο που οδήγησε στη διερεύνηση του σκέλους αυτού της υπόθεσης συνίστατο στο ότι τα τιμολόγια της παραδίδουσας ιδιαίτερα μαθήματα Γ έφεραν αριθμό φορολογικού μητρώου σχεδόν πανομοιότυπο με εκείνον της φερόμενης φυσιοθεραπεύτριας Β. Προσθέτει όμως ότι η ΕΚΤ γνώριζε τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασιζόταν η πειθαρχική διαδικασία σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας ήδη από τον χρόνο που η εταιρία Α κοινοποίησε τις εκθέσεις της, τα δε τιμολόγια της Γ βρίσκονταν στον φάκελό του και ήταν στη διάθεση της Τράπεζας πλέον του ενός έτους πριν από την απόφαση περί επέκτασης του ελέγχου της πειθαρχικής επιτροπής. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων φρονεί ότι η αποκάλυψη των πραγματικών περιστατικών που αφορούν τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας δεν μπορεί να προκύπτει από τις έρευνες που διεξήγαγε το 2017 η πειθαρχική επιτροπή στο πλαίσιο των πτυχών της υπόθεσης που αφορούν τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας και τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων.

93      Είναι αληθές ότι το γεγονός που επέστησε την προσοχή της ΕΚΤ όσον αφορά τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας, ήτοι η ταύτιση σχεδόν των αριθμών φορολογικού μητρώου της Β και της Γ, περιλαμβανόταν στον φάκελο του προσφεύγοντος. Εντούτοις, μολονότι ο δικηγόρος του προσφεύγοντος, απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με το αν οι παροχές της φερόμενης φυσιοθεραπεύτριας Β ήταν πραγματικές, ανέφερε στις 3 Φεβρουαρίου 2016 ότι η φυσιοθεραπεύτρια αμειβόταν τοις μετρητοίς, δεν προσκόμισε κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο κατά τον χρόνο εκείνο, παρά το ρητό σχετικό αίτημα. Μόλις στις 29 Σεπτεμβρίου 2016 κοινοποίησε ο προσφεύγων στην ΕΚΤ αντίγραφα κίνησης των τραπεζικών του λογαριασμών, προσκόμισε δε πίνακα των ημερομηνιών και των σημείων χρηματικών αναλήψεων μόνον ως παράρτημα σε υπόμνημα που κατέθεσε ενόψει της ακρόασής του από την πειθαρχική επιτροπή στις 13 Φεβρουαρίου 2017. Επίσης, η ΕΚΤ δεν είχε κανένα λόγο να ενδιαφερθεί για τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας που περιλαμβάνονταν στον φάκελο του προσφεύγοντος για να εξακριβώσει αν τα τιμολόγια αυτά επιβεβαίωναν τους ισχυρισμούς του προτού αυτός τονίσει τον τρόπο με τον οποίο αμειβόταν η B και καταθέσει έγγραφα προς στήριξη των ισχυρισμών του. Μόνο κατά τη διάρκεια αυτής της ενδελεχούς εξέτασης, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του σκέλους σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας προέβη η πειθαρχική επιτροπή σε συσχέτιση των εν λόγω τιμολογίων με εκείνα της ενισχυτικής διδασκαλίας. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον μόνον πραγματική ανάγκη μπορούσε να δικαιολογήσει την εξέταση ευαίσθητων δεδομένων που περιλαμβάνονταν στον φάκελο του προσφεύγοντος, όπως αυτά που αφορούν τη διδακτική στήριξη των τέκνων του, για τα οποία είχε γίνει δεκτό ότι έπασχαν από προβλήματα υγείας και είχαν ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.

94      Ειδικότερα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η πειθαρχική επιτροπή προχώρησε στις έρευνες που επέστησαν την προσοχή της στα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας της Γ του Μαρτίου του 2017 και ότι, μετά από ορισμένες διακριβώσεις που πραγματοποιήθηκαν ταχέως στις φορολογικές και τις δημοτικές αρχές της Φρανκφούρτης, ζήτησε στις 24 Απριλίου 2017 την επέκταση του ελέγχου της στις πράξεις που αφορούσαν τα εν λόγω τιμολόγια.

95      Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν αποδεικνύει ότι η ΕΚΤ έλαβε γνώση των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας πλέον του ενός έτους πριν από την κίνηση του σχετικού σκέλους της πειθαρχικής διαδικασίας στις 19 Σεπτεμβρίου 2017.

96      Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος όσον αφορά το σκέλος της υπόθεσης σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας.

3)      Συμπέρασμα επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως 

97      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος στο μέτρο που οι πράξεις σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας και τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων είχαν παραγραφεί κατά τον χρόνο κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας που τις αφορούσε. Αντιθέτως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος όσον αφορά το σκέλος της υπόθεσης σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας.

98      Όσον αφορά τις συνέπειες της υπέρβασης της προθεσμίας παραγραφής όσον αφορά τα δύο πρώτα σκέλη που μνημονεύονται στη σκέψη 97 ανωτέρω επί της νομιμότητας της απόφασης απόλυσης, παρατηρείται ότι καθεμία από τις τρεις πτυχές της υπόθεσης αφορούσε παραβάσεις χρηματικής φύσης συνιστάμενες, τουλάχιστον, σε παρατεταμένη έλλειψη επιμέλειας εκ μέρους του προσφεύγοντος όσον αφορά τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την κατάρτιση επαρκών εγγράφων αποδείξεων για την παροχή υπηρεσιών και για συναλλαγές των οποίων το κόστος επιβάρυνε, εν όλω ή εν μέρει, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που είχε θεσπίσει η ΕΚΤ υπέρ του προσωπικού της. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι η ΕΚΤ ενέταξε τις παραβάσεις αυτές στο πλαίσιο των οικονομικών αρμοδιοτήτων της και συνήγαγε εξ αυτού ότι ο προσφεύγων όχι μόνον παρέβη το καθήκον πίστης που υπέχει, αλλά και ότι δεν επέδειξε σεβασμό προς τις κοινές αξίες της, διακινδυνεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη φήμη της.

99      Υπό τις συνθήκες αυτές, η ΕΚΤ έκρινε, στο σημείο 37 της απόφασης απόλυσης, ότι καθένα από τα τρία σκέλη της υπόθεσης, ακόμη και εξεταζόμενο μεμονωμένα, είχε πλήξει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη που πρέπει να διέπει τη βάση της σχέσης της με το προσωπικό της.

100    Επομένως, το γεγονός ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι εν μέρει βάσιμος δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την ακύρωση της απόφασης απόλυσης, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή παραμένει a priori δικαιολογημένη βάσει του τρίτου σκέλους της υπόθεσης.

101    Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως, περιοριζόμενοι στο σκέλος που αφορά τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας.

4.      Επί του τρίτου και του έβδομου λόγου ακυρώσεως, οι οποίοι αντιστοίχως αφορούν, αφενός, παραβίαση της αρχής σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία, παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας και, αφετέρου, προσβολή του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας και παράβαση του άρθρου 48 του Χάρτη 

1)      Επί της παραβίασης της αρχής σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία

102    Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η αρχή σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία εφαρμόζεται ακόμη και ελλείψει ρητής σχετικής διάταξης.

103    Η αρχή αυτή καθιερώνεται στο άρθρο 25 του παραρτήματος IX του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντούτοις, όπως παρατηρεί η ΕΚΤ και όπως επισήμανε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση της 1ης Ιανουαρίου 2009, AX κατά ΕΚΤ (F‑73/13, EU:F:2015:9, σκέψη 125), ανάλογη διάταξη που περιλαμβανόταν στους όρους απασχόλησης καταργήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2009.

104    Εξάλλου, το άρθρο 9, στοιχείο γʹ, των όρων απασχόλησης ορίζει μεν ότι, «[κ]ατά την ερμηνεία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τους παρόντες όρους, λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αρχές που έχουν καθιερωθεί με τους κανονισμούς, τους κανόνες και τη νομολογία που ισχύουν για το προσωπικό των θεσμικών οργάνων [της Ένωσης]». Εντούτοις, η ΕΚΤ ορθώς υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή έχει ως αντικείμενο την πλήρωση ενδεχόμενων νομικών κενών και ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επαναφορά ενός κανόνα τον οποίο έχει καταργήσει.

105    Επιπλέον, η νομολογία που στηρίζεται στο άρθρο 25 του παραρτήματος IX του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2015, Dybman κατά ΕΥΕΔ, F‑129/14, EU:F:2015:71, σκέψεις 35 και 37) χαρακτηρίζει βεβαίως ως αρχή το αξίωμα ότι η ποινική διαδικασία αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία, αλλά δεν της προσδίδει, ωστόσο, την ισχύ μιας γενικής αρχής του δικαίου. Ο ίδιος ο προσφεύγων δεν τεκμηριώνει την άποψή του ότι αποτελεί όντως γενική αρχή του δικαίου.

106    Επομένως, η ΕΚΤ δεν είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει την αρχή σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία.

107    Ως εκ τούτου, ατελέσφορα υποστηρίζει ο προσφεύγων ότι η αρχή αυτή παραβιάστηκε καθόσον η πειθαρχική διαδικασία σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας κινήθηκε ενώ ήταν υπό εξέλιξη η ποινική διαδικασία. Ελλείψει ρητής διάταξης που να καθιστά την εν λόγω αρχή εφαρμοστέα εντός της ΕΚΤ, ατελέσφορα επίσης προσάπτει βάσει αυτού ο προσφεύγων στην ΕΚΤ ότι εξέδωσε την απόφαση απόλυσης πριν από την ολοκλήρωση της σχετικής με τα ως άνω τιμολόγια ποινικής έρευνας.

2)      Επί της προσβολής του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας και της παράβασης του άρθρου 48 του Χάρτη

108    Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το δικαίωμα στο τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται πλέον στο άρθρο 48 του Χάρτη, επιβάλλει να τεκμαίρεται ότι ο κατηγορούμενος για ένα έγκλημα είναι αθώος ενόσω η ενοχή του δεν έχει αποδειχθεί κατά νόμον πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η ΕΚΤ προσέβαλε το δικαίωμα αυτό, μη λαμβάνοντας υπόψη την ποινική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του καθώς και την έκβασή της και στηριζόμενη σε πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν είχαν αποδειχθεί από τις γερμανικές δικαστικές αρχές.

109    Εν προκειμένω, η απόφαση της εισαγγελικής αρχής της 30ής Απριλίου 2019 περί θέσης στο αρχείο της υπόθεσης σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 170, παράγραφος 2, του γερμανικού κώδικα ποινικής δικονομίας είναι προγενέστερη της απόφασης απόλυσης, η οποία εκδόθηκε στις 7 Μαΐου 2019. Δεν αμφισβητείται, ωστόσο, ότι η ΕΚΤ δεν είχε γνώση του γεγονότος αυτού κατά την εν λόγω ημερομηνία.

110    Στο μέτρο που η νομιμότητα μιας πράξης εκτιμάται με γνώμονα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η διοίκηση κατά τον χρόνο της έκδοσής της (βλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2014, Beco κατά Επιτροπής, T‑81/12, EU:T:2014:71, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), δεν μπορεί να επικαλείται ο προσφεύγων την εν λόγω θέση στο αρχείο για να αμφισβητήσει το κύρος της απόφασης απόλυσης για τον λόγο ότι η ΕΚΤ δεν έλαβε υπόψη την ευνοϊκή έκβαση της ποινικής διαδικασίας.

111    Αντιθέτως, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον το δικαίωμα του προσφεύγοντος στο τεκμήριο αθωότητας εμπόδιζε την Τράπεζα να θεμελιώσει την απόφαση απόλυσης στο σκέλος των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας προτού λάβει γνώση των πορισμάτων των δικαστικών αρχών.

112    Από τη νομολογία προκύπτει ότι το τεκμήριο αθωότητας ρυθμίζει το σύνολο της ποινικής διαδικασίας, διότι έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει σε κάθε πρόσωπο ότι δεν κατονομάζεται ούτε αντιμετωπίζεται ως ένοχος αξιόποινης πράξης πριν η ενοχή του αποδειχθεί από δικαστήριο (αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 210, και της 12ης Ιουλίου 2012, Επιτροπή κατά Νανόπουλου, T‑308/10 P, EU:T:2012:370, σκέψη 91).

113    Εξάλλου, το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη ορίζουν ότι οι επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία του (απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2017, Petrov κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, T‑452/15, EU:T:2017:822, σκέψη 38). Πάντως, κατά τις εν λόγω επεξηγήσεις, το άρθρο 48 του Χάρτη έχει την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).

114    Υπό τις συνθήκες αυτές, για την ερμηνεία του άρθρου 48 του Χάρτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, ως όριο ελάχιστης προστασίας [απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C‑377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 41]. Ως εκ τούτου, πρέπει επίσης να γίνει αναφορά στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, C‑334/12 RX-II, EU:C:2013:134, σκέψη 43, της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida, C‑562/13, EU:C:2014:2453, σκέψη 47, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑398/13 P, EU:C:2015:535, σκέψη 61).

115    Πάντως, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ προστατεύει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα των υπόπτων στο τεκμήριο αθωότητας ήδη από την εις βάρος τους κίνηση προκαταρκτικών ερευνών, κατά το γερμανικό δίκαιο (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2014:0227JUD001710310 § 43).

116    Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα στο τεκμήριο αθωότητας στον βαθμό ακριβώς που διεξαγόταν εις βάρος του, κατόπιν αιτήματος της ίδιας της Τράπεζας, προκαταρκτική έρευνα, κατά το γερμανικό δίκαιο, επί του ζητήματος των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας, της οποίας το αποτέλεσμα δεν ήταν ακόμη γνωστό όταν η ΕΚΤ εξέδωσε την απόφαση απόλυσης.

117    Υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν περιορίζεται σε μια διαδικαστική εγγύηση στον ποινικό τομέα, αλλά ότι το περιεχόμενό του είναι ευρύτερο, δεύτερον, ότι παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας μπορεί να προέλθει από οποιαδήποτε δημόσια αρχή (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 211, και της 12ης Ιουλίου 2012, Επιτροπή κατά Νανόπουλου, T‑308/10 P, EU:T:2012:370, σκέψη 92) και, τρίτον, ότι η προσβολή αυτή μπορεί να προκύπτει από δηλώσεις ή αποφάσεις στις οποίες διατυπώνεται η γνώμη ότι o κατηγορούμενος είναι ένοχος, οι οποίες δημιουργούν στο κοινό την εντύπωση της ενοχής του ή προδικάζουν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το ποινικό δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2012, Επιτροπή κατά Νανόπουλου, T‑308/10 P, EU:T:2012:370, σκέψη 91).

118    Η νομολογία έχει υπογραμμίσει συναφώς τη σημασία της επιλογής των όρων που χρησιμοποιούν οι δημόσιες αρχές. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη η πραγματική έννοια των επίμαχων δηλώσεων και οι ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές διατυπώθηκαν και όχι η λεκτική μορφή τους [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C‑377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 43, και της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 211 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Μαΐου 2020, Farzaliyev κατά Αζερμπαϊτζάν, CE:ECHR:2020:0528JUD002962007 § 64).

119    Εν προκειμένω, κατά του προσφεύγοντος είχε κινηθεί έρευνα για απάτη κατά το άρθρο 263, παράγραφος 1, του γερμανικού ποινικού κώδικα όσον αφορά τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας. Πλην όμως, στην απόφαση απόλυσης, η εκτελεστική επιτροπή δέχτηκε το εις βάρος του προσαπτόμενο πραγματικό περιστατικό ότι δεν αντιλήφθηκε τις ομοιότητες μεταξύ των αριθμών φορολογικού μητρώου και των διευθύνσεων που αναγράφονταν στα τιμολόγια φυσιοθεραπείας της B και στα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας της Γ, ενώ από τις ομοιότητες αυτές μπορούσε να συναχθεί ότι τα δεύτερα τιμολόγια δεν ήταν αληθή και γνήσια. Στο πλαίσιο αυτό, η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι το δικαίωμα των μελών του προσωπικού να ζητούν την επιστροφή των δαπανών ενισχυτικής διδασκαλίας δεν τα απαλλάσσει από την υποχρέωση να επιδεικνύουν επιμέλεια και να βεβαιώνονται ότι τα έγγραφα σχετικά με τις εν λόγω υπηρεσίες έχουν συνταχθεί δεόντως. Επομένως, λόγω αντικειμενικών περιστάσεων που δημιουργούσαν αμφιβολίες ως προς το δικαίωμα της εν λόγω επιστροφής, η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι το ως άνω μέλος του προσωπικού όφειλε να ενημερώσει τουλάχιστον τη διοίκηση. Κατά συνέπεια, η εκτελεστική επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων, πρώτον, υπέπεσε σε παράβαση του καθήκοντος πίστης έναντι του θεσμικού οργάνου, δεύτερον, παρέβη την υποχρέωσή του να συμμορφώνεται προς τις κοινές αξίες της ΕΚΤ και να διάγει την επαγγελματική και προσωπική του ζωή σύμφωνα με το καταστατικό της, τρίτον, υπέπεσε σε συνεχή παράβαση του καθήκοντός του να διαφυλάσσει τα οικονομικά συμφέροντα του θεσμικού οργάνου και, τέταρτον, έθεσε σε κίνδυνο τη φήμη της Τράπεζας.

120    Ως εκ τούτου, από την απόφαση απόλυσης στο σύνολό της προκύπτει ότι η ΕΚΤ έκρινε ότι τα τιμολόγια που προσκόμισε ο προσφεύγων δεν ήταν κατάλληλα προκειμένου να επιστραφούν οι δαπάνες ενισχυτικής διδασκαλίας, χωρίς να του καταλογίσει επισήμως την ευθύνη για το ότι δεν ήταν αληθή και γνήσια. Η Τράπεζα, με την απόφαση απόλυσης, περιορίστηκε κατ’ ουσίαν να επιβάλει κυρώσεις για μια αμέλεια η οποία κρίνεται ιδιαίτερα βαριά αφ’ ης στιγμής πρόκειται για υπάλληλο χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Επομένως, η απόφαση αυτή δεν περιέχει καμία διαπίστωση ενοχής του προσφεύγοντος ως προς το πλημμέλημα της απάτης που αποτελούσε το αντικείμενο της ποινικής έρευνας (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Αυγούστου 1987, Englert κατά Γερμανίας, CE:ECHR:1987:0825JUD001028283 § 39) και εντάσσεται στο πλαίσιο της αυτοτέλειας του εκ μέρους της διοίκησης νομικού χαρακτηρισμού μιας πειθαρχικής παράβασης σε σχέση με την ποινική καταστολή που αφορά τις ίδιες πράξεις.

121    Ως εκ τούτου, εκδίδοντας την απόφαση απόλυσης, η ΕΚΤ δεν προσέβαλε το δικαίωμα του προσφεύγοντος στο τεκμήριο αθωότητας καθόσον η εν λόγω απόφαση αφορά το σκέλος της υπόθεσης σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας πριν ακόμη η ΕΚΤ λάβει γνώση της έκβασης της εις βάρος του ένδικης διαδικασίας.

122    Η απόφαση περί μη επανάληψης της διαδικασίας ελήφθη αφότου η ΕΚΤ είχε ενημερωθεί για τη θέση στο αρχείο των ποινικών διώξεων κατά του προσφεύγοντος λόγω των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 170, παράγραφος 2, του γερμανικού κώδικα ποινικής δικονομίας, με την αιτιολογία δηλαδή ότι δεν υπήρχαν επαρκείς υπόνοιες ενοχής για να επιληφθεί της υπόθεσης ποινικό δικαστήριο.

123    Πάντως, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, σκοπός του τεκμηρίου αθωότητας είναι, μεταξύ άλλων, να μην αντιμετωπίζονται από τις αρχές τα πρόσωπα κατά των οποίων έπαυσε η ποινική δίωξη ως ένοχα για το έγκλημα που τους είχε προσαφθεί (απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Ιουνίου 2018, G.I.E.M. S.R.L. κ.λπ. κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2018:0628JUD000182806 § 314). Συναφώς, καμία διαφορά δεν πρέπει να υφίσταται μεταξύ της αθώωσης ελλείψει αποδείξεων και της αθώωσης που απορρέει από την τυπική διαπίστωση της αθωότητας του κατηγορούμενου (αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, Βασίλειος Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, CE:ECHR:2007:0927JUD003552204 § 39, και της 23ης Οκτωβρίου 2014, Melo Tadeu κατά Πορτογαλίας, CE:ECHR:2014:1023JUD002778510 § 60).

124    Εν προκειμένω, η εκτελεστική επιτροπή αιτιολόγησε με δύο λόγους την άρνηση επανάληψης της διαδικασίας αφότου έλαβε γνώση της θέσης στο αρχείο της έρευνας σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας: πρώτον, με τη διαφορά που υφίσταται μεταξύ των αντίστοιχων καθηκόντων της εισαγγελικής αρχής και της ΕΚΤ, εκ των οποίων τα μεν συνίστανται στην εξέταση του κατά πόσον τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά συνιστούν ποινικό αδίκημα, τα δε στην εξέταση, βάσει λιγότερο αυστηρού βαθμού απόδειξης, του κατά πόσον τα ίδια πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν πειθαρχικό παράπτωμα· δεύτερον, με το γεγονός ότι η εισαγγελική αρχή επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε επίσημη καταχώριση της παραδίδουσας ιδιαίτερα μαθήματα Γ και ότι ο αναγραφόμενος στα τιμολόγιά της αριθμός φορολογικού μητρώου δεν ήταν αληθής.

125    Οι λόγοι αυτοί δεν περιέχουν καμία διαπίστωση ενοχής εις βάρος του προσφεύγοντος. Επίσης, η άρνηση επανάληψης της διαδικασίας δεν προσέβαλε το δικαίωμά του στο τεκμήριο αθωότητας.

126    Εντούτοις, ο προσφεύγων υποστηρίζει ακόμη ότι η ΕΚΤ προσέβαλε το δικαίωμά του στο τεκμήριο αθωότητας αποσκοπώντας στη διαπίστωση της ενοχής του με κάθε τίμημα.

127    Έχει ήδη κριθεί, συναφώς, ότι μπορεί να διαπιστωθεί προσβολή του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας λόγω στοιχείων ικανών να αποδείξουν ότι η ΑΔΑ είχε αποφασίσει, ήδη από την έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας, να επιβάλει εν πάση περιπτώσει πειθαρχική κύρωση στον προσφεύγοντα, ανεξαρτήτως των εξηγήσεων που παρέσχε και της έκβασης της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας (αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2003, Pessoa e Costa κατά Επιτροπής, T‑166/02, EU:T:2003:73, σκέψη 56, της 19ης Οκτωβρίου 2006, Pessoa e Costa κατά Επιτροπής, T‑503/04, EU:T:2006:331, σκέψη 118, και της 17ης Μαρτίου 2015, AX κατά ΕΚΤ, F‑73/13, EU:F:2015:9, σκέψη 162).

128    Ο προσφεύγων συνάγει κατ’ αρχάς την ύπαρξη προκατάληψης εκ μέρους της ΕΚΤ από το ότι αυτή παρέβλεψε την ποινική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του και την έκβασή της. Εντούτοις, η αιτίαση αυτή μόλις εξετάστηκε και απορρίφθηκε. Ο προσφεύγων συνάγει στη συνέχεια την προκατάληψη αυτή από το ότι η Τράπεζα επεξέτεινε τον έλεγχο της πειθαρχικής επιτροπής κατόπιν παράνομης έρευνας ενός εκ των μελών της και από το ότι δεν έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που αυτός υπέβαλε κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας. Ωστόσο, η μεν πρώτη από τις αιτιάσεις αυτές συμπίπτει με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η δε δεύτερη με τον πέμπτο και τον ένατο λόγο ακυρώσεως. Επομένως, θα εξεταστούν αντιστοίχως στο πλαίσιο των ως άνω λόγων.

3)      Επί της παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και επί της παράβασης του καθήκοντος μέριμνας

129    Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η ΕΚΤ, κινώντας την πειθαρχική διαδικασία σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας ενώ εκκρεμούσε η ποινική έρευνα και αγνοώντας την πιθανή έκβασή της, παραβίασε την αρχή της χρηστής διοίκησης και παρέβη το καθήκον μέριμνας, τα οποία επιβάλλουν στα θεσμικά όργανα να εξετάζουν με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης περίπτωσης.

130    Εντούτοις, ο προσφεύγων δεν αναπτύσσει κάποιο επιχείρημα από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι, εν προκειμένω, η αρχή της χρηστής διοίκησης και το καθήκον μέριμνας πρέπει να έχουν ευρύτερο περιεχόμενο από εκείνο του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας. Ειδικότερα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ΕΚΤ παρέβη την υποχρέωσή της να εξετάσει με επιμέλεια και αμεροληψία τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης περίπτωσης, δεδομένου ότι η εισαγγελική αρχή επιβεβαίωσε, με το από 30ής Απριλίου 2019 έγγραφό της, τα στοιχεία επί των οποίων η Τράπεζα θεμελίωσε την απόφαση απόλυσης, ήτοι ότι δεν υπήρχε επίσημη καταχώριση της Γ και δεν ήταν αληθής ο αναγραφόμενος στα τιμολόγιά της αριθμός φορολογικού μητρώου.

131    Επιπλέον, στην περίπτωση του προσφεύγοντος τηρήθηκαν όλες οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις που ισχύουν για τις πειθαρχικές διαδικασίες, όπως προκύπτει από την απάντηση στις αιτιάσεις που διατυπώνει συναφώς (βλ. εξέταση του τέταρτου και πέμπτου λόγου ακυρώσεως κατωτέρω). Επομένως, δεν μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η ΕΚΤ παρέβη το καθήκον μέριμνας και παραβίασε την αρχή της χρηστής διοίκησης.

4)      Συμπέρασμα επί του τρίτου και επί του έβδομου λόγου ακυρώσεως

132    Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθέντων, ο τρίτος και ο έβδομος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμοι.

5.      Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που αφορά παράβαση του άρθρου 8.3.7 των κανόνων για θέματα προσωπικού και παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη

133    Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι τα μέλη της πειθαρχικής επιτροπής συγχέουν τον ρόλο τους εντός αυτής με τα λοιπά καθήκοντά τους αναζητώντας ενεργώς νέα εις βάρος του πραγματικά περιστατικά. Συναφώς, προβάλλει τέσσερις αιτιάσεις και θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι η πειθαρχική επιτροπή παρέβη το άρθρο 8.3.7 των κανόνων για θέματα προσωπικού και το καθήκον αμεροληψίας που υπέχει.

134    Το άρθρο 8.3.7 των κανόνων για θέματα προσωπικού ορίζει ότι τα μέλη της πειθαρχικής επιτροπής οφείλουν «να ενεργούν ατομικά και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους με πλήρη ανεξαρτησία».

1)      Επί της πρώτης αιτίασης του προσφεύγοντος

135    Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η πειθαρχική επιτροπή εξέτασε τον ατομικό φάκελό του και, ειδικότερα, το σύνολο των επιστροφών δαπανών που είχε λάβει προκειμένου να ελέγξει τη νομιμότητά τους και ότι η εξέταση αυτή κατέληξε στην απόφαση του γενικού διευθυντή υπηρεσιών, της 19ης Σεπτεμβρίου 2017, περί επέκτασης του ελέγχου της εν λόγω επιτροπής στη διερεύνηση των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας. Κατά τον προσφεύγοντα, η εξέταση αυτή υπερέβαινε τα όρια του ελέγχου που είχε αρχικά ανατεθεί στην πειθαρχική επιτροπή. Συγκεκριμένα, η έκθεση υπ’ αριθ. 1 και η απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2016 του γενικού διευθυντή υπηρεσιών περιόρισαν την έκταση του ελέγχου αυτού και δεν περιείχαν καμία αναφορά στα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας.

136    Εντούτοις, η ΕΚΤ ορθώς υποστηρίζει ότι, εντός των ορίων του ελέγχου που της ανατίθεται, ουσιώδες μέρος των καθηκόντων μιας πειθαρχικής επιτροπής συνίσταται στην όσο το δυνατόν λεπτομερέστερη διερεύνηση και εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Κατά το άρθρο 8.3.15 των κανόνων για θέματα προσωπικού, η επιτροπή αυτή έχει ως καθήκον να γνωμοδοτεί, μεταξύ άλλων, ως προς το υποστατό των πραγματικών περιστατικών.

137    Η ΕΚΤ υποστηρίζει ειδικότερα ότι η πειθαρχική επιτροπή μπορούσε να ελέγξει την αξιοπιστία των δηλώσεων του προσφεύγοντος κατά την ακρόασή του στις 13 Φεβρουαρίου 2017 και να συμβουλευθεί τον φάκελό του προκειμένου να εξετάσει κατά πόσον και με ποιον τρόπο οι πληρωμές που ισχυριζόταν ότι είχε πραγματοποιήσει για τη φυσιοθεραπεία και για τα φαρμακευτικά προϊόντα ήταν σύμφωνες με άλλες πληρωμές, τοις μετρητοίς ή με πιστωτική κάρτα, στις οποίες είχε προβεί. Κατά την ΕΚΤ, με την ευκαιρία αυτή περιήλθαν νομίμως στη γνώση της πειθαρχικής επιτροπής τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας που εξέδωσε η Γ.

138    Ωστόσο, ο προσφεύγων παρατηρεί ότι, κατά το άρθρο 8.3.14 των κανόνων για θέματα προσωπικού, η πειθαρχική επιτροπή μπορούσε να προβεί σε συμπληρωματικές έρευνες μόνον αν τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της αποδεικνύονταν ανεπαρκή. Αυτός όμως προσκόμισε επαρκείς πληροφορίες και πολυάριθμα αποδεικτικά στοιχεία για το ότι είχε τη συνήθεια να πραγματοποιεί τις πληρωμές του τόσο με τραπεζικό έμβασμα όσο και τοις μετρητοίς και, επομένως, η πειθαρχική επιτροπή δεν είχε κανένα βάσιμο λόγο να εξετάσει περαιτέρω τον φάκελό του.

139    Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι στο δίκαιο της Ένωσης ισχύει η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων αλλά και ότι τα θεσμικά όργανα δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν εν γνώσει τους αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συνελέγησαν προδήλως κατά παράβαση ουσιώδους τύπου που προβλέπεται για τη συλλογή αποδείξεων και αποσκοπεί στη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2015, FSL κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑655/11, EU:T:2015:383, σκέψεις 42 και 44, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Goldfish κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑54/14, EU:T:2016:455, σκέψεις 42 και 47).

140    Επομένως, μόνον αν οι έλεγχοι της πειθαρχικής επιτροπής είχαν προδήλως διενεργηθεί κατά παράβαση των κανόνων που διέπουν τις εξουσίες που διαθέτει στο πλαίσιο ερευνών θα έπρεπε να συναχθεί ο παράνομος χαρακτήρας των αποδεικτικών στοιχείων επί των οποίων στηρίχθηκε το σχετικό με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας σκέλος της υπόθεσης και, ως εκ τούτου, ο παράνομος χαρακτήρας της διαδικασίας που προέκυψε εξ αυτού.

141    Πλην όμως, εν προκειμένω, τα στοιχεία τα οποία κατά τον προσφεύγοντα αρκούσαν για την οριστικοποίηση της έκθεσης υπ’ αριθ. 1 συνίσταντο σε έναν κατάλογο αναλήψεων μετρητών που είχε ο ίδιος καταρτίσει και σε αντίγραφα κίνησης τραπεζικών λογαριασμών έκτασης 109 σελίδων που αποδείκνυαν τις εν λόγω αναλήψεις. Συνίσταντο επίσης στην έγγραφη επιχειρηματολογία που κατέθεσε ο δικηγόρος του και σε πρακτικό της ακρόασής του στις 13 Φεβρουαρίου 2017. Ο προσφεύγων υποστήριζε εκεί ότι είχε εξοφλήσει τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας μέσω των ως άνω αναλήψεων. Εντούτοις, ερευνώντας εντός του πλαισίου αυτού, η πειθαρχική επιτροπή δεν ενήργησε κατά τρόπο παράλογο όταν έκρινε αναγκαίο να επαληθεύσει τους ισχυρισμούς αυτούς αναζητώντας στα στοιχεία που διέθετε η ΕΚΤ αν ο προσφεύγων είχε πράγματι τη συνήθεια να εξοφλεί τοις μετρητοίς τα τιμολόγια για τα οποία ζητούσε την επιστροφή δαπανών. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον, κατά την ακρόαση του προσφεύγοντος στις 3 Φεβρουαρίου 2016, ο ίδιος ο προηγούμενος δικηγόρος του είχε εκφράσει αμφιβολίες ως προς το ότι κάθε πληρωμή της Β αντιστοιχούσε σε ανάληψη μετρητών.

142    Ο προσφεύγων ισχυρίζεται επίσης ότι η έρευνα την οποία πραγματοποίησε η πειθαρχική επιτροπή στον ατομικό του φάκελο ήταν αβάσιμη, διότι ο φάκελος αυτός δεν περιείχε αποδείξεις πληρωμών (βλ. σκέψη 128 ανωτέρω).

143    Ωστόσο, ο φάκελος του προσφεύγοντος που συγκρότησε η ΕΚΤ δεν περιοριζόταν στην πρόσληψη και στη σταδιοδρομία του. Καθόσον είχε λάβει προσαυξημένα οικογενειακά επιδόματα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3.8.4 των κανόνων για θέματα προσωπικού και του είχαν επιστραφεί κατά τα ανωτέρω οι δαπάνες βάσει των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας, καθόσον δε περαιτέρω το άρθρο 3.3.1 των ίδιων κανόνων ορίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι παρέχουν τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δικαιούνται τα επιδόματα πριν την επιστροφή των δαπανών από την ΕΚΤ, η ΕΚΤ είχε στη διάθεσή της τα τιμολόγια της παραδίδουσας ιδιαίτερα μαθήματα Γ. Εξάλλου, από τον φάκελο που υποβλήθηκε στο Γενικό Δικαστήριο προκύπτει ότι τα τιμολόγια αυτά είχαν παραληφθεί από το τμήμα «Προσλήψεις και Αποζημιώσεις» της Τράπεζας.

144    Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να αποδείξει ότι τα τιμολόγια της φερόμενης φυσιοθεραπεύτριας B αντιστοιχούσαν σε έξοδα τα οποία όντως πραγματοποιήθηκαν, η πειθαρχική επιτροπή ορθώς θέλησε να συγκρίνει τα στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων με τις λοιπές πληρωμές των οποίων ζητούσε την επιστροφή και για τις οποίες διατηρούσε αποδεικτικά στοιχεία η ΕΚΤ.

145    Τέλος, το άρθρο 8.3.15 των κανόνων για θέματα προσωπικού επέβαλλε στην πειθαρχική επιτροπή την υποχρέωση να προτείνει «κάθε πειθαρχική κύρωση» που θα έκρινε πρόσφορη. Επέβαλλε επίσης στην πειθαρχική επιτροπή την υποχρέωση να αναζητήσει τυχόν ελαφρυντικές περιστάσεις, όπως τον τρόπο με τον οποίο ο προσφεύγων ασκούσε τα καθήκοντά του, ο οποίος μπορούσε να συναχθεί από τον φάκελό του. Πλην όμως, η πειθαρχική επιτροπή δεν θα μπορούσε να διαπιστώσει, με τη γνωμοδότησή της, ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης συνιστούσαν την πρώτη παράβαση του προσφεύγοντος αν δεν είχε δικαίωμα να λάβει γνώση του φακέλου του.

146    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν αποδεικνύεται ότι η έρευνα που πραγματοποίησε η πειθαρχική επιτροπή στον φάκελο του προσφεύγοντος ήταν μεροληπτική.

2)      Επί της δεύτερης αιτίασης του προσφεύγοντος

147    Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι από την έκθεση υπ’ αριθ. 2 προκύπτει ότι μέλος του προσωπικού που ανήκε στη ΓΔ «Νομικές Υποθέσεις» επικοινώνησε με τις γερμανικές φορολογικές αρχές προκειμένου να λάβει πληροφορίες σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας. Υποστηρίζει ότι το πρόσωπο αυτό θα μπορούσε να είναι ένα από τα μέλη της πειθαρχικής επιτροπής ή θα μπορούσε να έχει ενεργήσει με βάση οδηγίες της εν λόγω επιτροπής.

148    Ωστόσο, ο προσφεύγων αδυνατεί να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους τέτοιες επαφές παραβιάζουν την αρχή της αμεροληψίας και το άρθρο 8.3.7 των κανόνων για θέματα προσωπικού. Εξάλλου, το άρθρο 8.3.14 των κανόνων αυτών εξουσιοδοτεί την πειθαρχική επιτροπή να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για να συμπληρώσει τις πληροφορίες που διαθέτει.

149    Επομένως, δεν αποδεικνύεται η δεύτερη αιτίαση του προσφεύγοντος.

3)      Επί της τρίτης και τέταρτης αιτίασης του προσφεύγοντος

150    Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι, προϋπολογισμός και οργάνωση» συνέταξε την έκθεση υπ’ αριθ. 2, σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας, μολονότι ο γενικός διευθυντής της ήταν μέλος της πειθαρχικής επιτροπής. Επισημαίνει επίσης ότι ο ίδιος γενικός διευθυντής υπέγραψε το έγγραφο με το οποίο τον πληροφορούσε για την επέκταση του ελέγχου της πειθαρχικής επιτροπής. Εξ αυτού συνάγει παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας την οποία οφείλουν να τηρούν τα μέλη της πειθαρχικής επιτροπής.

151    Η έκθεση υπ’ αριθ. 2 συντάχθηκε βεβαίως σε έγγραφο που έφερε την κεφαλίδα της ΓΔ «Ανθρώπινο δυναμικό, προϋπολογισμός και οργάνωση», είναι δε επίσης ακριβές ότι ο γενικός διευθυντής της ήταν μέλος της πειθαρχικής επιτροπής. Εντούτοις, εξ αυτού δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο εν λόγω γενικός διευθυντής, ως μέλος της πειθαρχικής επιτροπής, παρέβη την υποχρέωση αμεροληψίας που υπέχει και το άρθρο 8.3.7 των κανόνων για θέματα προσωπικού. Επιπλέον, το εν λόγω έγγραφο απλώς γνωστοποιεί στον προσφεύγοντα την απόφαση επέκτασης του ελέγχου της πειθαρχικής επιτροπής στα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας, απόφαση την οποία έλαβε και υπέγραψε ο γενικός διευθυντής υπηρεσιών ενεργών εξ ονόματος της εκτελεστικής επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού.

152    Επομένως, δεν αποδεικνύονται η τρίτη και η τέταρτη αιτίαση του προσφεύγοντος.

4)      Συμπέρασμα επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως

153    Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

6.      Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που αφορά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας

154    Ο προσφεύγων προβάλλει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω του ότι, γενικώς, η ΕΚΤ δεν έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που είχε υποβάλει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας (βλ. σκέψη 128 ανωτέρω).

155    Ωστόσο, ο προσφεύγων δεν ανέπτυξε την αιτίασή του και δεν ανέφερε ρητώς αν αφορούσε το σύνολο των παρατηρήσεών του ή μέρος αυτών και, στην περίπτωση αυτή, ποιες παρατηρήσεις ακριβώς. Επομένως, η αιτίαση αυτή δεν είναι παραδεκτή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας.

156    Εν πάση περιπτώσει, η αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Η έκταση της αιτιολογίας της γνωμοδότησης της πειθαρχικής επιτροπής και της απόφασης απόλυσης, καθώς και η ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ της ΕΚΤ και του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αποδεικνύουν ότι η ΕΚΤ έλαβε υπόψη τα επιχειρήματά του. Υπενθυμίζεται επιπλέον ότι οι προσφεύγοντες δεν πρέπει να συγχέουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας με τη μη επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκεται με την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών (πρβλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Sepro Europe κατά Επιτροπής, T‑483/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:407, σκέψη 78).

157    Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

7.      Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως που αφορά πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης

1)      Προκαταρκτική παρατήρηση

158    Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι πολλά από τα σημεία του σκεπτικού της απόφασης απόλυσης ενέχουν πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης.

159    Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων θεμελιώνει, κατ’ ουσίαν, τον έκτο λόγο ακυρώσεως σε αιτιάσεις αντλούμενες από το ότι η ΕΚΤ δεν προέβη σε πλήρη εξέταση των περιστάσεων της υπόθεσης, δεν εκτίμησε ορθώς τα αποδεικτικά στοιχεία που της υποβλήθηκαν και προσέβαλε το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

160    Υπό τις συνθήκες αυτές, υπενθυμίζεται ότι η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου την οποία εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη επιτάσσει ο δικαστής της Ένωσης να ασκεί πλήρη έλεγχο επί του υποστατού των πραγματικών περιστατικών (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, L κατά Κοινοβουλίου, T‑317/10 P, EU:T:2013:413, σκέψη 70, και της 10ης Ιανουαρίου 2019, RY κατά Επιτροπής, T‑160/17, EU:T:2019:1, σκέψη 38). Συναφώς, οφείλει να ελέγχει την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους (πρβλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2018, McCoy κατά Επιτροπής των Περιφερειών, T‑567/16, EU:T:2018:708, σκέψη 98· βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2005, Επιτροπή κατά Tetra Laval, C‑12/03 P, EU:C:2005:87, σκέψη 39, και της 7ης Απριλίου 2016, ArcelorMittal Tubular Products Ostrava κ.λπ. κατά Hubei Xinyegang Steel, C‑186/14 P και C‑193/14 P, EU:C:2016:209, σκέψη 36). Υπό το πρίσμα αυτό, η εκτίμηση της αποδεικτικής ισχύος ενός εγγράφου αποτελεί επίσης αντικείμενο πλήρους ελέγχου (πρβλ. απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, Valmont κατά Επιτροπής, T‑274/01, EU:T:2004:266, σκέψη 43). Επομένως, ακόμη και οι περίπλοκες ή λεπτές εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η διοίκηση πρέπει να τεκμηριώνονται από στέρεες αποδείξεις (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2005, Επιτροπή κατά Tetra Laval, C‑12/03 P, EU:C:2005:87, σκέψη 41, και της 7ης Απριλίου 2016, Akhras κατά Συμβουλίου, C‑193/15 P, EU:C:2016:219, σκέψη 56). Επομένως, εναπόκειται στον δικαστή να προβεί, ακόμη και στο πλαίσιο αυτό, σε εμπεριστατωμένη εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala, C‑413/06 P, EU:C:2008:392, σκέψη 146).

161    Εξάλλου, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας, ο δικαστής ασκεί επίσης πλήρη έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου (απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2007, Γερμανία κατά Επιτροπής, T‑374/04, EU:T:2007:332, σκέψη 81).

162    Κατόπιν των ανωτέρω, ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να επαναχαρακτηριστεί υπό την έννοια ότι δεν αφορά πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης αλλά ελλιπή εξέταση των περιστάσεων της υπόθεσης, πλάνη κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και νομική πλάνη.

2)      Επί της ελλιπούς εξέτασης των περιστάσεων της υπόθεσης, επί της πλάνης κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και επί της νομικής πλάνης όσον αφορά το σκέλος της υπόθεσης σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας

163    Πρώτον, ο προσφεύγων προσάπτει στην ΕΚΤ ότι δεν έλαβε υπόψη τη θέση στο αρχείο των ποινικών διώξεων σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας.

164    Εντούτοις, η αιτίαση αυτή συγχέεται με τον τρίτο και τον έβδομο λόγο ακυρώσεως, οι οποίοι κρίθηκαν αβάσιμοι.

165    Δεύτερον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η ΕΚΤ, θεωρώντας ότι τα τιμολόγια της παραδίδουσας ιδιαίτερα μαθήματα Γ δεν ήταν αληθή και γνήσια, παρέβλεψε τις δηλώσεις του και τις δηλώσεις της οικογένειάς του, κατά τις οποίες η Γ παρείχε πράγματι διδακτική στήριξη στα τέκνα του και ότι αμειβόταν τοις μετρητοίς. Ο προσφεύγων προσθέτει ότι η ΕΚΤ δεν έλαβε υπόψη ούτε τις δηλώσεις του κατά τις οποίες η ομοιότητα μεταξύ των τιμολογίων της φερόμενης φυσιοθεραπεύτριας B και των τιμολογίων της Γ εξηγείται από το ότι η σύζυγός του είχε υποδείξει στη Γ πώς να τα συντάσσει. Τέλος, η ΕΚΤ δεν έλαβε υπόψη ούτε τη βελτίωση των σχολικών επιδόσεων ενός εκ των τέκνων του στη σχολική ύλη στην οποία η Γ του παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα.

166    Εντούτοις, με τους ως άνω ισχυρισμούς του, ο προσφεύγων επαναλαμβάνει απλώς τις δηλώσεις του και τις δηλώσεις της συζύγου του κατά τη διοικητική διαδικασία, χωρίς να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η ΕΚΤ υπέπεσε σε πλάνη εκτίμησης καθόσον δεν έκρινε πειστικές τις εν λόγω δηλώσεις και καθόσον επισήμανε ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που τις τεκμηριώνουν.

167    Τρίτον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η ΕΚΤ εσφαλμένως στηρίχθηκε στο ότι, κατ’ αυτήν, είναι ασύνηθες να μη γνωρίζει αυτός τα στοιχεία επικοινωνίας της παραδίδουσας ιδιαίτερα μαθήματα Γ, ενώ αυτή μετέβαινε τακτικά στην οικία του.

168    Κατ’ αρχάς, κατά τον προσφεύγοντα, η αιτίαση αυτή προσβάλλει το δικαίωμά του να οργανώνει την ιδιωτική του ζωή κατά τη βούλησή του, κανένας δε κανόνας της ΕΚΤ δεν επιβάλλει στους υπαλλήλους της να γνωρίζουν τα στοιχεία επικοινωνίας των καθηγητών που παραδίδουν μαθήματα κατ’ οίκον. Το γεγονός ότι οι δαπάνες για την αμοιβή τους επιστρέφονται δεν είναι κρίσιμο για να δικαιολογηθεί μια τέτοια παρέμβαση.

169    Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η ΕΚΤ ουδόλως αναμίχθηκε στην ιδιωτική ζωή του προσφεύγοντος αρνούμενη να πιστέψει ότι δεν διέθετε τις ελάχιστες πληροφορίες για την παραδίδουσα ιδιαίτερα μαθήματα Γ που μετέβαινε τακτικά στην οικία του για να παραδώσει μαθήματα στα τέκνα του. Στην πραγματικότητα, η ΕΚΤ δεν θέλησε να ρυθμίσει τον τρόπο με τον οποίο ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι οργανώνει τη ζωή του, αλλά εκτίμησε απλώς ότι αυτός ο τρόπος με τον οποίον ο προσφεύγων φέρεται να τη διάγει ήταν εξαιρετικά απίθανος και, ως εκ τούτου, ελάχιστα πειστικός.

170    Επιπλέον, η ΕΚΤ, στο πλαίσιο του συστήματός της κάλυψης των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών των τέκνων των μελών του προσωπικού της, διατηρεί το δικαίωμα να υποβάλει ερωτήσεις σε ένα τέτοιο μέλος όταν αυτό καταθέτει αιτήματα επιστροφής δαπανών υπό περιστάσεις τις οποίες θεωρεί ασυνήθεις. Διατηρεί επίσης το δικαίωμα να αντλήσει από τις περιστάσεις αυτές κάθε πρόσφορο συμπέρασμα.

171    Στη συνέχεια, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η ΕΚΤ δεν μπορούσε να στηριχθεί στον ασυνήθη χαρακτήρα της αδυναμίας του να παράσχει την παραμικρή πληροφορία σχετικά με το πρόσωπο που μετέβαινε επί έτη στην οικία του για να παραδώσει ιδιαίτερα μαθήματα, διότι ο ασυνήθης χαρακτήρας ενός γεγονότος ουδόλως αποδεικνύει ότι το γεγονός αυτό δεν είναι αληθές.

172    Εντούτοις, η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Πράγματι, απλώς και μόνον το ενδεχόμενο ύπαρξης μιας κατάστασης δεν αρκεί για να αποκλειστεί ο ενδεχόμενος ασυνήθης χαρακτήρας της, πράγμα που, κατά τα λοιπά, αιτιολογήθηκε προσηκόντως με την απόφαση απόλυσης.

173    Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων και δεδομένου ότι δεν τεκμηριώνει στέρεα τους ισχυρισμούς του, εξίσου απρόσφορα προβάλλει ο προσφεύγων ότι η ΕΚΤ παρέβλεψε το ότι η κατάσταση ενός από τα τέκνα του δεν απαιτούσε να γνωρίζει τα στοιχεία της Γ για την οργάνωση των μαθημάτων.

174    Συνεπώς, ο έκτος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.

8.      Επί του όγδοου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας

175    Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η ΕΚΤ δεν διεξήγαγε την επίμαχη πειθαρχική διαδικασία με την απαιτούμενη επιμέλεια και ότι δεν μερίμνησε ώστε καθένα από τα στάδια της διαδικασίας αυτής να ακολουθήσει το προηγούμενο εντός εύλογης προθεσμίας.

176    Εν προκειμένω, τα άρθρα 8.3.15 έως 8.3.17 των κανόνων για θέματα προσωπικού προβλέπουν προθεσμίες για τα διάφορα στάδια της πειθαρχικής διαδικασίας. Ωστόσο, το άρθρο 8.3.15 των εν λόγω κανόνων ορίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, η προθεσμία που τάσσεται στην πειθαρχική επιτροπή για να διαβιβάσει τη γνώμη της «πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την περιπλοκότητα του φακέλου».

177    Επιπλέον, γενικώς, κατά πάγια νομολογία, πέραν των προθεσμιών παραγραφής (βλ. σκέψη 58 ανωτέρω), οι προθεσμίες που προβλέπονται για την οριοθέτηση, από χρονική άποψη, της διεξαγωγής πειθαρχικής διαδικασίας δεν είναι, κατ’ αρχήν, αποκλειστικές. Ελλείψει σαφώς εκφρασθείσας στις εφαρμοστέες διατάξεις βούλησης περιορισμού, για λόγους ασφάλειας δικαίου και προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, του χρόνου κατά τον οποίο η διοίκηση μπορεί να ενεργήσει, οι προθεσμίες αυτές συνιστούν πρωτίστως κανόνα χρηστής διοίκησης ο οποίος επιβάλλει στο θεσμικό όργανο την υποχρέωση να διεξαγάγει με επιμέλεια την πειθαρχική διαδικασία και να ενεργεί κατά τρόπον ώστε κάθε πράξη πειθαρχικής δίωξης να συντελείται εντός εύλογης προθεσμίας σε σχέση με την προηγούμενη πράξη (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, Teixeira Neves κατά Δικαστηρίου, T‑259/97, EU:T:2000:208, σκέψη 123, και της 17ης Μαρτίου 2015, AX κατά ΕΚΤ, F‑73/13, EU:F:2015:9, σκέψη 174).

178    Υπό τις συνθήκες αυτές, η υπέρβαση εύλογης προθεσμίας μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση διοικητικής απόφασης μόνον όταν η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στο περιεχόμενο της απόφασης αυτής (πρβλ. απόφαση της 10ης Απριλίου 2019, AV κατά Επιτροπής, T‑303/18 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:239, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τούτο ισχύει επίσης όταν η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος επηρέασε τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να αμυνθούν αποτελεσματικά (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, Winkler κατά Επιτροπής, T‑369/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:334, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

179    Εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν ισχυρίζεται ούτε ότι η ΕΚΤ είχε την πρόθεση να καταστήσει αποκλειστικές τις προθεσμίες που τάσσουν τα άρθρα 8.3.15 έως 8.3.17 των κανόνων για θέματα προσωπικού ούτε ότι η διάρκεια της διαδικασίας έθιξε την άμυνά του.

180    Όσον αφορά το καθήκον μέριμνας, έχει επίσης κριθεί ότι η παράβασή του λόγω έλλειψης ταχύτητας της διαδικασίας μπορεί να στοιχειοθετήσει την ευθύνη του οικείου θεσμικού οργάνου για την ενδεχομένως προκληθείσα ζημία, αλλά δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να θίξει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης απόφασης (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Curto κατά Κοινοβουλίου, T‑275/17, EU:T:2018:479, σκέψεις 104 και 105).

181    Επομένως, ο όγδοος λόγος ακυρώσεως, που αφορά υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας δεν μπορεί, εν προκειμένω, να κριθεί βάσιμος στο πλαίσιο του ακυρωτικού αιτήματος.

9.      Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που αφορά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης

182    Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η απόφαση απόλυσης είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Για τον λόγο που εκτίθεται στη σκέψη 101 ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση του λόγου αυτού κατά το μέρος που βάλλει ειδικώς κατά της αιτιολογίας της απόφασης απόλυσης όσον αφορά τα σκέλη της υπόθεσης σχετικά με τις παροχές υπηρεσιών φυσιοθεραπείας και τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων.

183    Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι το ζήτημα αν η αιτιολογία απόφασης της ΕΚΤ με την οποία επιβάλλεται κύρωση σε μέλος του προσωπικού της εκπληρώνει την υποχρέωση αιτιολόγησης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνο το κείμενο της απόφασης, αλλά και το πλαίσιό της, καθώς και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το συγκεκριμένο ζήτημα, εν προκειμένω την πειθαρχική διαδικασία. Εντούτοις, συναφώς, μολονότι η εκτελεστική επιτροπή οφείλει να αναφέρει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η σύννομη αιτιολογία των αποφάσεών τους, καθώς και τις εκτιμήσεις οι οποίες την οδήγησαν σε αυτές, παρά ταύτα δεν απαιτείται να εξετάζει όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που τέθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, μια απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη όταν εκδόθηκε σε πλαίσιο γνωστό στο ενδιαφερόμενο μέλος του προσωπικού, έτσι ώστε αυτό να μπορεί να κατανοήσει το περιεχόμενο του μέτρου που ελήφθη έναντι αυτού (βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2015, AX κατά ΕΚΤ, F‑73/13, EU:F:2015:9, σκέψη 189 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αν όμως, όπως εν προκειμένω, η ποινή που επιβλήθηκε τελικά στον ενδιαφερόμενο είναι αυστηρότερη της προταθείσας από την πειθαρχική επιτροπή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων κάθε πειθαρχικής διαδικασίας, η απόφαση της ΕΚΤ πρέπει να διευκρινίζει τους λόγους που οδήγησαν την Τράπεζα να αποστεί από τη γνώμη της πειθαρχικής επιτροπής της (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2015, AX κατά ΕΚΤ, F‑73/13, EU:F:2015:9, σκέψη 190 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

184    Εν προκειμένω, το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η απόφαση απόλυσης ήταν απολύτως γνωστό στον προσφεύγοντα, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του περιεχομένου των πολυάριθμων γραπτών και προφορικών παρατηρήσεων που υπέβαλε κατά την πειθαρχική διαδικασία στις 13 Φεβρουαρίου, 9 Μαρτίου, 17 Οκτωβρίου και 8 Νοεμβρίου 2017, στις 30 Απριλίου και στις 14 Σεπτεμβρίου 2018, καθώς και στις 31 Ιανουαρίου 2019.

185    Επιπλέον, η απόφαση απόλυσης εκθέτει τις αιτιάσεις που προσάπτονται στον προσφεύγοντα, τη γνωμοδότηση της πειθαρχικής επιτροπής, τους διάφορους ισχύοντες στην ΕΚΤ κανόνες και διατάξεις τους οποίους η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε παραβεί, καθώς και τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό. Επιπλέον, από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει ότι ο προσφεύγων κατανόησε πλήρως τα στοιχεία αυτά.

186    Ωστόσο, ο προσφεύγων ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι η απόφαση απόλυσης δεν περιέχει απαντήσεις στις παρατηρήσεις του σχετικά με την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος (βλ. σκέψη 128 ανωτέρω).

187    Εντούτοις, η απόφαση απόλυσης παραπέμπει στη γνωμοδότηση της πειθαρχικής επιτροπής, την οποία γνώριζε ο προσφεύγων, η δε γνωμοδότηση αυτή παραθέτει τους λόγους για τους οποίους, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού, το πειθαρχικό παράπτωμα δεν είχε παραγραφεί κατά την ΕΚΤ.

188    Ο προσφεύγων υποστηρίζει στη συνέχεια ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, η απόφαση απόλυσης δεν εξηγεί επαρκώς γιατί η ΕΚΤ επέβαλε κύρωση πολύ αυστηρότερη από εκείνη που πρότεινε η πειθαρχική επιτροπή και, ειδικότερα, γιατί, βάσει στοιχείων πανομοιότυπων με εκείνα που εξέτασε η επιτροπή αυτή, έκρινε ότι η σχέση εμπιστοσύνης είχε διαρραγεί ανεπανόρθωτα.

189    Η εν λόγω αιτίαση είναι αβάσιμη. Από την απόφαση απόλυσης προκύπτει ότι, αντιθέτως προς την πειθαρχική επιτροπή, η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε ζητήσει την επιστροφή των δαπανών βάσει αποδείξεων φαρμακευτικών εξόδων και τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας που δεν ήταν αληθή και γνήσια, και ότι οι παραβάσεις των καθηκόντων του προσφεύγοντος όσον αφορά την υποβολή των εν λόγω αιτήσεων επιστροφής δαπανών ήταν, ως εκ τούτου, ευρύτερες και σοβαρότερες από την απλή υποβολή αμφίβολης γνησιότητας τιμολογίων φυσιοθεραπείας επί της οποίας στηρίχθηκε η πειθαρχική επιτροπή.

190    Βεβαίως, στη σκέψη 97 ανωτέρω, κρίθηκε ότι οι πράξεις σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας και τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων είχαν παραγραφεί κατά τον χρόνο κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας. Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι το δεύτερο αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξης (βλ. απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2015, Ιταλία και Ισπανία κατά Επιτροπής, T‑124/13 και T‑191/13, EU:T:2015:690, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

191    Επιπλέον, και πάντοτε αντιθέτως προς την πειθαρχική επιτροπή, η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι ο μάλλον χαμηλός βαθμός και η περιορισμένη προϋπηρεσία του προσφεύγοντος δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ελαφρυντικά σε σχέση με το καθήκον του να ενεργεί με εντιμότητα και ακεραιότητα κατά την υποβολή αιτήσεων επιστροφής δαπανών.

192    Τέλος, η ΕΚΤ εξήγησε ότι καθένα από τα σκέλη της υπόθεσης είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη της προς τον προσφεύγοντα. Συναφώς, τόνισε το γεγονός ότι η αξιοπιστία της ως θεσμικού οργάνου επιφορτισμένου με τη νομισματική πολιτική και τον τραπεζικό έλεγχο στηριζόταν στη φήμη που απολαύει ως αποτελεσματικό και υπεύθυνο πρότυπο διοίκησης, υπό τη διαχείριση ακέραιου προσωπικού, και εξέθεσε ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος ήταν ακριβώς ικανή να βλάψει τη φήμη της.

193    Συνεπώς, ο ένατος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.

10.    Επί του δέκατου λόγου ακυρώσεως, που προβάλλεται επικουρικώς και αφορά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

1)      Προκαταρκτική παρατήρηση

194    Σημειώνεται εκ προοιμίου ότι, αντιθέτως προς τον τίτλο του, ο δέκατος λόγος ακυρώσεως δεν περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι δεν τηρήθηκε εν προκειμένω η αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων συνάγει, κατ’ ουσίαν, τον δυσανάλογο χαρακτήρα της απόλυσής του, πρώτον, από το ότι οι επιβαρυντικές περιστάσεις που δέχθηκε η πειθαρχική επιτροπή δεν ασκούν επιρροή και είναι ανακριβείς ως προς τα πραγματικά περιστατικά που του προσάπτονται, δεύτερον, από το ότι οι επιβαρυντικές περιστάσεις που δέχθηκε περαιτέρω η εκτελεστική επιτροπή δεν είναι σύννομες και δεν ασκούν επιρροή, τρίτον, από το ότι η εκτελεστική επιτροπή παρερμήνευσε την έννοια των ελαφρυντικών περιστάσεων όσον αφορά τις περιστάσεις εκείνες που επισήμανε η πειθαρχική επιτροπή και, τέταρτον, από το ότι η ΕΚΤ δεν έλαβε υπόψη ορισμένες ελαφρυντικές περιστάσεις τις οποίες αυτός είχε επικαλεστεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Επομένως, οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος δεν αφορούν ευθέως τον δυσανάλογο χαρακτήρα της κύρωσης. Ο προσφεύγων συνάγει τον χαρακτήρα αυτόν από την ανακρίβεια ορισμένων πραγματικών περιστατικών, από πλάνη κατά την εκτίμηση άλλων πραγματικών περιστατικών και τον χαρακτηρισμό τους ως επιβαρυντικών περιστάσεων, από νομική πλάνη, ή, τέλος, από τη μη πλήρη εξέταση όλων των δυνητικώς ελαφρυντικών περιστάσεων.

195    Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο ασκεί πλήρη έλεγχο επί του υποστατού των πραγματικών περιστατικών και επί της ορθής εφαρμογής των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου (βλ. σκέψεις 160 και 161 ανωτέρω).

196    Ομοίως, ο δικαστής της Ένωσης ασκεί επίσης πλήρη έλεγχο επί του χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2012, BNP Paribas και BNL κατά Επιτροπής, C‑452/10 P, EU:C:2012:366, σκέψη 102, και της 7ης Νοεμβρίου 2013, Cortivo κατά Κοινοβουλίου, F‑52/12, EU:F:2013:173, σκέψη 41) σε σχέση με αντικειμενικές νομικές έννοιες. Ασκεί, ειδικότερα, τέτοιον έλεγχο επί του ζητήματος αν ένα γεγονός εμπίπτει ή όχι στις νομικές έννοιες των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων.

197    Τέλος, μολονότι οι όροι απασχόλησης δεν προβλέπουν σταθερή σχέση μεταξύ των προβλεπόμενων πειθαρχικών κυρώσεων και των διαφόρων ειδών παραβάσεων που διαπράττουν οι υπάλληλοι και δεν διευκρινίζουν σε ποιον βαθμό η ύπαρξη επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων μπορεί να επηρεάζει την επιλογή της κύρωσης, η τήρηση του άρθρου 47 του Χάρτη προϋποθέτει ότι μια «ποινή» επιβληθείσα από διοικητική αρχή η οποία δεν πληροί η ίδια τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την εκτελεστική επιτροπή, πρέπει να υπόκειται σε μεταγενέστερο έλεγχο από δικαιοδοτικό όργανο το οποίο έχει την εξουσία να αξιολογήσει πλήρως την αναλογικότητα μεταξύ παραπτώματος και κύρωσης (βλ. απόφαση της 15ης Μαΐου 2012, Nijs κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, T‑184/11 P, EU:T:2012:236, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· πρβλ., επίσης, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2010, Andreasen κατά Επιτροπής, T‑17/08 P, EU:T:2010:374, σκέψεις 146 και 147· απόφαση του ΕΔΔΑ της 31ης Μαρτίου 2015, Andreasen κατά Ηνωμένου Βασιλείου και 26 άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, CE:ECHR:2015:0331DEC002882711 § 73). Στο πλαίσιο αυτό, ο δικαστής της Ένωσης ελέγχει, μεταξύ άλλων, κατά πόσον η στάθμιση των επιβαρυντικών και των ελαφρυντικών περιστάσεων στην οποία προέβη η πειθαρχική αρχή πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (απόφαση της 16ης Μαρτίου 2004, Afari κατά ΕΚΤ, T‑11/03, EU:T:2004:77, σκέψη 203).

2)      Επί της πρώτης αιτίασης του προσφεύγοντος

198    Προκειμένου να αποδείξει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ο προσφεύγων αμφισβητεί την επιβαρυντική περίσταση, την οποία δέχθηκε η πειθαρχική επιτροπή και στη συνέχεια η εκτελεστική επιτροπή, ότι δεν πρότεινε την απόδοση, εν όλω ή εν μέρει, των επίδικων ποσών.

199    Υπενθυμίζεται ότι η πειθαρχική επιτροπή εκτίμησε ότι ο προσφεύγων είχε παραβεί τα καθήκοντά του καθόσον έλαβε την επιστροφή δαπανών βάσει των τιμολογίων φυσιοθεραπείας και μόνον, αλλά έκρινε, αντιθέτως, ότι τα πραγματικά περιστατικά που αφορούσαν τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων και τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας δεν είχαν αποδειχθεί επαρκώς. Κατά συνέπεια, η πειθαρχική επιτροπή καταλόγισε στον προσφεύγοντα μόνον την επιβαρυντική περίσταση ότι δεν πρότεινε την απόδοση των παρατύπως εισπραχθέντων ποσών, περιοριζόμενος στην απόδοση του ποσού των 56 041,09 ευρώ που αντιστοιχούσε στην επιστροφή των δαπανών βάσει των τιμολογίων της φερόμενης φυσιοθεραπεύτριας B.

200    Αντιθέτως, με την απόφαση απόλυσης, η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε αδικαιολογήτως εισπράξει, επί σειρά ετών, τις επιστρεφόμενες δαπάνες βάσει όλων των επίμαχων τιμολογίων και αποδείξεων. Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε στη συνέχεια ότι, στις επιβαρυντικές περιστάσεις που εντόπισε η πειθαρχική επιτροπή, πρέπει επίσης να προστεθεί το ότι ο προσφεύγων διέψευσε πλήρως την εμπιστοσύνη που επέδειξε η ΕΚΤ προς αυτόν (πρβλ. σκέψεις 207 επ. κατωτέρω).

201    Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων της απόφασης απόλυσης, η επιγραμματική αναφορά της εκτελεστικής επιτροπής στις επιβαρυντικές περιστάσεις που δέχθηκε η πειθαρχική επιτροπή πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα το ότι ο προσφεύγων δεν πρότεινε την απόδοση όλων των ποσών που είχε εισπράξει, συμπεριλαμβανομένων των ποσών που έλαβε ως επιστροφή των δαπανών βάσει των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας.

202    Κατόπιν της διευκρίνισης αυτής, ο προσφεύγων εκθέτει, κατ’ αρχάς, προς στήριξη της αιτίασής του, ότι δεν όφειλε να αποδώσει το ποσό των 56 041,09 ευρώ, διότι τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας ήταν αληθή και γνήσια.

203    Το επιχείρημα αυτό είναι ωστόσο αλυσιτελές, διότι η εκτελεστική επιτροπή δέχθηκε ως επιβαρυντική περίσταση το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν είχε αποδώσει τα ποσά που συνδέονταν, μεταξύ άλλων, με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας (βλ. σκέψη 201 ανωτέρω) και έκρινε, με την απόφαση απόλυσης, ότι καθένα από τα τρία σκέλη της υπόθεσης, τα οποία αφορούσαν παραβάσεις στο πλαίσιο αιτήσεων επιστροφής δαπανών, είχε πλήξει κατά τρόπο μη αναστρέψιμο την εμπιστοσύνη της Τράπεζας, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των δημοσιονομικών αρμοδιοτήτων της (βλ. σκέψη 99 ανωτέρω).

204    Στη συνέχεια, ο προσφεύγων αμφισβητεί το ότι ουδέποτε πρότεινε την απόδοση των ποσών. Υποστηρίζει ότι, προκειμένου να περατωθεί η διαδικασία, πρότεινε να καταβληθεί στην ΕΚΤ το ισοδύναμο της προταθείσας από την πειθαρχική επιτροπή κύρωσης, ήτοι προσωρινή μείωση αποδοχών κατά 400 ευρώ για περίοδο δώδεκα μηνών, ήτοι 4 800 ευρώ. Εντούτοις, η ΕΚΤ δεν έλαβε υπόψη την πρόταση αυτή, η οποία απείχε πολύ από τα επίμαχα ποσά, έστω και αν αυτά περιορίζονταν στο ποσό των 29 070 ευρώ που αντιστοιχούσε στα ποσά των επιστρεφόμενων δαπανών βάσει των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας.

205    Τέλος, απρόσφορα ισχυρίζεται ο προσφεύγων ότι συνεργάστηκε πλήρως στο πλαίσιο των εργασιών της πειθαρχικής επιτροπής. Η συνεργασία αυτή, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι δεν είχε προτείνει την απόδοση του επίμαχου ποσού. Επιπλέον, την εν λόγω συνεργασία αμφισβητεί και η ΕΚΤ.

206    Επομένως, ορθώς η ΕΚΤ (βλ. σκέψη 196 ανωτέρω) δέχτηκε εις βάρος του προσφεύγοντος, ως επιβαρυντική περίσταση, το γεγονός ότι δεν είχε προτείνει την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών.

3)      Επί της δεύτερης αιτίασης του προσφεύγοντος

207    Ο προσφεύγων προσάπτει στην ΕΚΤ ότι στην απόφαση απόλυσης έλαβε υπόψη επιβαρυντικές περιστάσεις πέραν εκείνων που είχε ήδη επικαλεστεί η πειθαρχική επιτροπή.

208    Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων φρονεί, πρώτον, ότι η εκτελεστική επιτροπή δεν μπορούσε να λάβει υπόψη, ως επιβαρυντική περίσταση, το ότι είχε διαψεύσει την εμπιστοσύνη της ΕΚΤ, διότι η διαπίστωση αυτή δεν ήταν διακριτή από τις παραβάσεις που του προσάπτονταν αυτές καθεαυτές.

209    Υπενθυμίζεται ότι μια επιβαρυντική περίσταση δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο μιας παράβασης της οποίας η απόδειξη απαιτεί αντικειμενικά και, ενδεχομένως υποκειμενικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, δεν χρησιμεύει για τον χαρακτηρισμό της ίδιας της παράβασης, αλλά επηρεάζει το επίπεδο της ποινής άπαξ και αποδειχθεί η παράβαση, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η σοβαρότητα των πραγματικών περιστατικών στο σύνολό τους και να διασφαλιστεί, βάσει όλων αυτών, το κατασταλτικό και αποτρεπτικό αποτέλεσμα της κύρωσης.

210    Με την απόφαση απόλυσης, η εκτελεστική επιτροπή προσήψε στον προσφεύγοντα ότι παρέβη το καθήκον πίστης που υπείχε έναντι της ΕΚΤ, ότι παρέβη την υποχρέωσή του να τηρεί τις κοινές αξίες και να διάγει την επαγγελματική και ιδιωτική του ζωή του λαμβάνοντας υπόψη το καθεστώς της ΕΚΤ ως θεσμικού οργάνου της Ένωσης, ότι υπέπεσε σε συνεχή παράβαση του καθήκοντός του να διαφυλάσσει τα οικονομικά συμφέροντα του θεσμικού οργάνου και ότι διακινδύνευσε τη φήμη της Τράπεζας. Επιπλέον, δέχθηκε ως επιβαρυντική περίσταση το ότι ο προσφεύγων διέψευσε πλήρως την εμπιστοσύνη της ΕΚΤ προς το πρόσωπό του.

211    Το καθήκον πίστης έχει ασφαλώς αντίκτυπο στη διαφύλαξη της προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ ενός θεσμικού οργάνου και των υπαλλήλων του, από την οποία εξαρτάται η διατήρηση μιας σχέσης εργασίας. Το καθήκον αυτό επιβάλλει στον υπάλληλο την υποχρέωση όχι μόνο να απέχει από ενέργειες θίγουσες την αξιοπρέπεια του λειτουργήματος και τον σεβασμό που οφείλεται στο θεσμικό όργανο και τις αρχές του, αλλά να επιδεικνύει, επίσης, άμεμπτη συμπεριφορά, ούτως ώστε να προφυλάσσεται η υφιστάμενη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του θεσμικού οργάνου και του ιδίου (απόφαση της 19ης Μαΐου 1999, Connolly κατά Επιτροπής, T‑34/96 και T‑163/96, EU:T:1999:102, σκέψη 128). Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παράβαση του καθήκοντος πίστης συνεπάγεται συστηματικά τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης αυτής και, επομένως, την απόλυση ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Η παράβαση αυτή μπορεί να είναι μόνον περιστασιακή ή ήσσονος σημασίας ή μη κακόπιστη. Στην περίπτωση αυτή, η λύση της σχέσης εργασίας θα ήταν ασύμβατη με το γεγονός ότι οι όροι απασχόλησης δεν προβλέπουν συγκεκριμένη αντιστοιχία μεταξύ των διαφόρων ειδών παραβάσεων και των πιθανών πειθαρχικών κυρώσεων.

212    Κατά συνέπεια, η διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης δεν αποτελεί στοιχείο της υπόστασης του πειθαρχικού παραπτώματος που συνίσταται σε έλλειψη ειλικρινούς συνεργασίας, αλλά επιβαρυντική περίσταση οφειλόμενη στο ιδιαίτερα ζημιογόνο και σοβαρό επίπεδο της έλλειψης αυτής, ιδίως αν ο μόνιμος ή έκτακτος υπάλληλος επέδειξε απόλυτη έλλειψη σεβασμού έναντι του θεσμικού οργάνου.

213    Πλην όμως, εν προκειμένω, τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την επιστροφή των δαπανών βάσει των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας όχι μόνο δεν ήταν περιστασιακά, αλλά εκτείνονταν επί σειρά ετών, όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο προσφεύγων.

214    Επομένως, ορθώς η ΕΚΤ χαρακτήρισε εν προκειμένω ως επιβαρυντική περίσταση το γεγονός ότι ο προσφεύγων διέψευσε πλήρως την εμπιστοσύνη που είχε επιδείξει αυτή προς το πρόσωπό του.

215    Δεύτερον, ο προσφεύγων προσάπτει στην ΕΚΤ ότι ανέφερε ως επιβαρυντική περίσταση το γεγονός ότι ο χαμηλός βαθμός και η περιορισμένη προϋπηρεσία δεν είχαν κανένα αντίκτυπο στην ικανότητα των μελών του προσωπικού να προβούν με δική τους πρωτοβουλία, υπό περιστάσεις όπως της εν λόγω υπόθεσης, σε απλούς ελέγχους. Επίσης, κατά τον προσφεύγοντα, η φερόμενη αυτή επιβαρυντική περίσταση δεν διαφέρει από τις παραβάσεις που του προσάπτονται αυτές καθεαυτές. Ο προσφεύγων υποστηρίζει επιπλέον ότι δεν είχε κανέναν λόγο να προβεί σε τέτοιους ελέγχους εν προκειμένω.

216    Εντούτοις, η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της απόφασης απόλυσης. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει ο προσφεύγων, η εκτελεστική επιτροπή δεν έκρινε ότι ο χαμηλός βαθμός του και η περιορισμένη προϋπηρεσία του μπορούσαν να αποτελέσουν επιβαρυντική περίσταση, αλλά, σε αντίθεση με την πειθαρχική επιτροπή, αρνήθηκε να του αναγνωρίσει βάσει αυτού κάποιο ελαφρυντικό. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 45, πέμπτη περίπτωση, των όρων απασχόλησης ορίζει βεβαίως ότι ο βαθμός και η προϋπηρεσία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της κύρωσης. Ωστόσο, η Τράπεζα εκτίμησε ότι ο χαμηλός βαθμός και η περιορισμένη προϋπηρεσία δεν συνιστούσαν ελαφρυντική περίσταση εν προκειμένω, διότι ο βαθμός και η προϋπηρεσία αυτή δεν δικαιολογούσαν την παράλειψη του υπαλλήλου να προβεί αυθορμήτως σε απλούς ελέγχους που δεν απαιτούσαν ιδιαίτερες ικανότητες και διότι κάθε μέσος συνετός άνθρωπος θα είχε προβεί στους ελέγχους αυτούς εάν συνέτρεχαν οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, οι οποίες θα έπρεπε να εγείρουν αμφιβολίες ως προς το δικαίωμα επιστροφής των δαπανηθέντων ποσών.

217    Όσον αφορά το επιχείρημα ότι δεν υπήρχε, εν προκειμένω, κανένας λόγος να προβεί σε οποιονδήποτε έλεγχο, τούτο ισοδυναμεί με αμφισβήτηση της συνδρομής των περιστάσεων από τις οποίες η ΕΚΤ συνήγαγε ότι τα τιμολόγια της παραδίδουσας ιδιαίτερα μαθήματα Γ δεν ήταν αληθή και γνήσια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, συγχέεται με τον έκτο λόγο ακυρώσεως ο οποίος κρίθηκε αβάσιμος.

218    Τρίτον, ο προσφεύγων αμφισβητεί ότι η ΕΚΤ μπορούσε να επικαλεστεί ως επιβαρυντική περίσταση το ότι διακυβεύεται η αξιοπιστία της, ενώ η αξιοπιστία αυτή είχε διατηρηθεί λόγω της θετικής έκβασης των ποινικών διαδικασιών που κινήθηκαν εις βάρος του και, ειδικότερα, λόγω της δημοσιότητας που δόθηκε στην απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2017 του Landgericht Frankfurt am Main (πρωτοδικείου Φρανκφούρτης), το οποίο τον απάλλαξε από τα εγκλήματα της απάτης και της πλαστογραφίας σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας.

219    Εντούτοις, πέραν του γεγονότος ότι ο προσφεύγων δεν διευκρινίζει ποια δημοσιότητα έλαβε η απόφαση του Landgericht Frankfurt am Main (πρωτοδικείου Φρανκφούρτης), η ΕΚΤ έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά επηρέασαν τη φήμη της και, πέραν αυτού, την αξιοπιστία της ως χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Δυνάμει του άρθρου 45, δεύτερη περίπτωση, των όρων απασχόλησης, η ΕΚΤ μπορεί ακριβώς να λάβει υπόψη, ως επιβαρυντικές περιστάσεις, τον κίνδυνο στον οποίο εξέθεσε την ακεραιότητα, τη φήμη ή τα συμφέροντα του θεσμικού οργάνου η συμπεριφορά του μέλους του προσωπικού, χωρίς να υποχρεούται να αποδείξει αν πρόσωπα ξένα προς αυτήν ήταν ενήμερα για τη συμπεριφορά του ενδιαφερομένου και, αν ναι, σε ποιον βαθμό (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2016, HI κατά Επιτροπής, F‑133/15, EU:F:2016:127, σκέψη 204 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

220    Ομοίως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, η ΕΚΤ μπορούσε να θεωρήσει ως επιβαρυντική περίσταση το ότι ενήργησε κατά των οικονομικών συμφερόντων του θεσμικού οργάνου, τα οποία, ωστόσο, όφειλε να προστατεύσει. Πράγματι, αρκεί συναφώς η διαπίστωση ότι οι αιτήσεις επιστροφής των ποσών που είχαν αχρεωστήτως καταβληθεί στον προσφεύγοντα είχαν εκ των πραγμάτων αντίκτυπο στην οικονομική κατάσταση της ΕΚΤ, η οποία επιβαρυνόταν τελικά με τα έξοδα αυτά.

4)      Επί της τρίτης αιτίασης του προσφεύγοντος

221    Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η εκτελεστική επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τον ρόλο των ελαφρυντικών περιστάσεων και υποστηρίζει ότι οι περιστάσεις που δέχθηκε η πειθαρχική επιτροπή ουδόλως επηρέαζαν τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης της ΕΚΤ προς αυτόν.

222    Εν προκειμένω, η πειθαρχική επιτροπή είχε δεχθεί ως ελαφρυντικές περιστάσεις τον χαμηλό βαθμό και την περιορισμένη προϋπηρεσία του προσφεύγοντος, την απουσία πειθαρχικού ιστορικού και το γεγονός ότι δεν ήταν βέβαιο ότι η εταιρία Α θα είχε αρνηθεί να εξοφλήσει τα τιμολόγια της Β αν η σφραγίδα «Kosmetikerin» δεν είχε παραληφθεί στο πρώτο από αυτά.

223    Εντούτοις, η εκτελεστική επιτροπή, χωρίς να παραβλέψει τη φύση τους ως ελαφρυντικών περιστάσεων, έκρινε ότι οι περιστάσεις αυτές δεν αντιστάθμιζαν σε καμία περίπτωση τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης της ΕΚΤ προς τον προσφεύγοντα.

224    Ειδικότερα, από τη σκέψη 216 ανωτέρω προκύπτει ότι η εκτελεστική επιτροπή, αντιθέτως προς την πειθαρχική επιτροπή, αρνήθηκε να θεωρήσει τον χαμηλό βαθμό και την περιορισμένη προϋπηρεσία του προσφεύγοντος ως ελαφρυντική περίσταση. Επιπλέον, το άρθρο 45, όγδοη περίπτωση, των όρων απασχόλησης ορίζει βεβαίως ότι, κατά την επιλογή της πειθαρχικής ποινής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του μέλους του προσωπικού καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν εξαρτά υποχρεωτικά τη διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης από την περίπτωση υποτροπής. Η εν λόγω απώλεια μπορεί να προκύπτει από μία και μόνον πράξη ή συμπεριφορά. Πάντως, λαμβανομένων υπόψη των καθηκόντων της ΕΚΤ, ορθώς η εκτελεστική επιτροπή τόνισε την αυστηρότητα που απαιτείται να επιδεικνύει κάθε υπάλληλος σε οικονομικό επίπεδο.

5)      Επί της τέταρτης αιτίασης του προσφεύγοντος

225    Ο προσφεύγων θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ελαφρυντικές περιστάσεις που επικαλέστηκε ενώπιον της πειθαρχικής επιτροπής και με τις από 30ής Απριλίου 2018 παρατηρήσεις του, τις οποίες η ΕΚΤ, κατά την κρίση του, δεν έλαβε υπόψη.

226    Ο προσφεύγων επικαλείται, πρώτον, τις δυσχέρειες που η οικογένειά του και αυτός αντιμετώπισαν καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας κατά την οποία ανεστάλη η άσκηση των καθηκόντων του. Επικαλείται επίσης το δικαίωμά του να ανακτήσει την εσωτερική του ηρεμία και να μπορέσει να αποκαταστήσει την τιμή του.

227    Εντούτοις, η διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων που μνημονεύονται στο άρθρο 45 των όρων απασχόλησης ως ελαφρυντική περίσταση και δεν είναι κρίσιμη για τον καθορισμό της πειθαρχικής κύρωσης η οποία, κατά το άρθρο αυτό, πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα του διαπραχθέντος παραπτώματος (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2016, HI κατά Επιτροπής, F‑133/15, EU:F:2016:127, σκέψη 200).

228    Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν τεκμηριώνει την αιτίασή του. Δεν προσκομίζει συγκεκριμένα στοιχεία που να διευκρινίζουν τις δυσχέρειες που αντιμετώπισαν αυτός και η οικογένειά του λόγω της διαδικασίας και της έκτασής της, ιδίως ως προς το τι υπερέβησαν τις ανησυχίες και την αβεβαιότητα που αναπόφευκτα προκαλούν οι ποινικές και πειθαρχικές διαδικασίες, και τις οποίες η ΕΚΤ όφειλε να λάβει υπόψη ως ελαφρυντική περίσταση.

229    Ομοίως, ο προσφεύγων δεν αναπτύσσει την αιτίαση που αντλεί από το προβαλλόμενο δικαίωμά του να ανακτήσει την εσωτερική του ηρεμία και να αποκαταστήσει την τιμή του. Τούτο ισχύει ειδικότερα στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως ο οποίος, καθόσον προβάλλεται επικουρικώς και περιορίζεται στην αμφισβήτηση της αναλογικότητας της κύρωσης, προϋποθέτει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα έχει αποδειχθεί.

230    Δεύτερον, ο προσφεύγων αντλεί επιχείρημα από την πολύ καλή εργασιακή του απόδοση στην ΕΚΤ και υποστηρίζει ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντική περίσταση.

231    Εντούτοις, από τη σκέψη 224 ανωτέρω προκύπτει ότι η εκτελεστική επιτροπή έκρινε ότι η εμπιστοσύνη της ΕΚΤ προς τον προσφεύγοντα είχε διαψευσθεί παρά το ότι οι προσαπτόμενες πράξεις συνιστούσαν την πρώτη παράβασή του.

232    Κατά τα λοιπά, ο προσφεύγων περιορίζεται στην προσκόμιση εκθέσεων αξιολόγησης οι οποίες συντάχθηκαν προδήλως στο τέλος των ετών 2008 και 2010, καθώς και σύντομης αξιολόγησης που περιλαμβάνεται σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 29ης Σεπτεμβρίου 2011. Τα έγγραφα αυτά δεν αποδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε γενικώς μεταξύ του έτους 2011 και της ημερομηνίας αναστολής της άσκησης των καθηκόντων του στις 21 Οκτωβρίου 2014, από την οποία και εφεξής δεν αξιολογήθηκε περαιτέρω.

233    Κατά συνέπεια, ορθώς η ΕΚΤ δεν έλαβε υπόψη την εργασιακή απόδοση του προσφεύγοντος ως ελαφρυντική περίσταση (βλ. σκέψη 196 ανωτέρω).

234    Τρίτον, ο προσφεύγων προσάπτει στην ΕΚΤ ότι δεν έλαβε υπόψη ότι δεν είχε την πρόθεση να παραβεί τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, ότι δεν ενήργησε προς ίδιο συμφέρον και ότι το θεσμικό όργανο δεν είχε υποστεί καμία ζημία.

235    Κατά το άρθρο 45, τρίτη περίπτωση, των όρων απασχόλησης, ο βαθμός πρόθεσης κατά την τέλεση παραπτώματος είναι ένα στοιχείο το οποίο η ΕΚΤ οφείλει να λάβει υπόψη για τον καθορισμό της πειθαρχικής κύρωσης.

236    Εντούτοις, από την από κοινού εξέταση του τρίτου και του έβδομου λόγου ακυρώσεως, καθώς και από τον έκτο λόγο ακυρώσεως και, επιπλέον, από τη σκέψη 216 ανωτέρω προκύπτει ότι ορθώς η ΕΚΤ θεώρησε ότι από το περιεχόμενο των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας μπορούσε να συναχθεί ότι τα τιμολόγια αυτά δεν ήταν αληθή και γνήσια, ότι οι αντικειμενικές περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, καθόσον ήγειραν αμφιβολίες ως προς το δικαίωμα επιστροφής των δαπανών βάσει των εν λόγω τιμολογίων, απαιτούσαν απλούς ελέγχους που μπορούσε να διενεργήσει ο προσφεύγων και ότι, όπως κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, όφειλε τουλάχιστον να ενημερώσει τη διοίκηση και να συνεργαστεί μαζί της.

237    Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς η εκτελεστική επιτροπή (βλ. σκέψη 196 ανωτέρω) δεν δέχτηκε ως ελαφρυντική περίσταση την απουσία πρόθεσης του προσφεύγοντος.

238    Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι δεν ενήργησε προς ίδιο συμφέρον κατά το μέτρο που έλαβε την επιστροφή των επίδικων δαπανών.

239    Ομοίως, τούτο ισχύει και ως προς τον ισχυρισμό ότι η ΕΚΤ δεν υπέστη καμία ζημία, καθότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να αγνοεί ότι η επιστροφή των δαπανών βάσει των τιμολογίων ενισχυτικής διδασκαλίας βάρυνε την ΕΚΤ. Επιπλέον, και πέραν της υλικής αυτής ζημίας, από την εξέταση της δεύτερης αιτίασης που προέβαλε ο προσφεύγων στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι η ΕΚΤ ευλόγως θεώρησε ότι η συμπεριφορά του μπορούσε να επηρεάσει τη φήμη της και, ως εκ τούτου, την αξιοπιστία της ως χρηματοπιστωτικού οργάνου (βλ. σκέψη 219 ανωτέρω), με αποτέλεσμα να υποστεί και ηθική βλάβη.

240    Τέταρτον, ο προσφεύγων αντλεί επιχείρημα από το ότι η ΕΚΤ δεν έλαβε υπόψη ότι δεν του είχε απευθυνθεί καμία προειδοποίηση, μολονότι οι επίδικες πράξεις εκτείνονται σε περίοδο τεσσάρων ετών και έλαβαν χώρα απροκάλυπτα και εν γνώσει της ΕΚΤ, όσον αφορά τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας.

241    Ωστόσο, το σκέλος αυτό της υπόθεσης αφορά αιτήσεις επιστροφής ποσών που υποβλήθηκαν το 2010, το 2012 και το 2014, καθώς και τον Ιανουάριο του 2017. Από την εξέταση όμως του δεύτερου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι η πειθαρχική επιτροπή έλαβε γνώση των πραγματικών περιστατικών μόλις τον Μάρτιο του 2017, επ’ ευκαιρία της αναλυτικής εξέτασης του φακέλου του προσφεύγοντος εξαιτίας των πτυχών της υπόθεσης σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας και τις αποδείξεις των φαρμακευτικών εξόδων. Επιπλέον, κατόπιν ορισμένων συμπληρωματικών ερευνών, η ΕΚΤ κοινοποίησε στον προσφεύγοντα το σχέδιο της επικείμενης έκθεσης υπ’ αριθ. 2 στις 19 Ιουνίου 2017, ήτοι περίπου τρεις μήνες αφότου έλαβε γνώση των ανωτέρω. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Τράπεζα ότι δεν απηύθυνε προειδοποίηση στον προσφεύγοντα σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας.

242    Ο προσφεύγων υποστηρίζει επίσης ότι τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας και τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων έλαβαν χώρα εντός περιόδου πέντε ετών χωρίς να λάβει καμία σχετική προειδοποίηση.

243    Εντούτοις, το τελευταίο αυτό επιχείρημα είναι αλυσιτελές, καθόσον η ΕΚΤ εκτίμησε ότι καθένα από τα τρία σκέλη της υπόθεσης, ακόμη και εξεταζόμενο μεμονωμένα, είχε πλήξει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη που έπρεπε να διέπει τη βάση της σχέσης της με το προσωπικό της (βλ. σκέψη 99 ανωτέρω) και, επομένως, το σκέλος της υπόθεσης που αφορά τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας, το οποίο δεν ενέχει καμία παρανομία, αρκούσε για να δικαιολογήσει την απόφαση απόλυσης.

6)      Συμπέρασμα επί του δέκατου λόγου ακυρώσεως και επί του ακυρωτικού αιτήματος

244    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος στο πλαίσιο του δέκατου λόγου ακυρώσεως δεν είναι δικαιολογημένες και ότι, κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός δεν αποδεικνύει τον δυσανάλογο χαρακτήρα (βλ. σκέψη 197 ανωτέρω) της απόφασης απόλυσης.

245    Συνεπώς, ο δέκατος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.

246    Λαμβανομένου υπόψη ότι το εν μέρει βάσιμο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την ακύρωση της απόφασης απόλυσης ούτε, ως εκ τούτου, την ακύρωση της απόφασης περί μη επανάληψης της διαδικασίας (βλ. σκέψη 100 ανωτέρω) και ότι κανένας άλλος λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος, το ακυρωτικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

2.      Επί του δεύτερου αιτήματος του προσφεύγοντος, με το οποίο ζητείται να διατάξει το Γενικό Δικαστήριο την επανένταξή του στην υπηρεσία

247    Με το δεύτερο αίτημά του, ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει την επανένταξή του στην υπηρεσία.

248    Εντούτοις, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως προβληθέν ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου που δεν έχει αρμοδιότητα να το εξετάσει, διότι δεν εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να απευθύνει διαταγές στη διοίκηση (πρβλ. διάταξη της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, Γάκη κατά Επιτροπής, C‑130/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:731, σκέψη 14 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επιπλέον, δεδομένου ότι το ακυρωτικό αίτημα απορρίφθηκε, πρέπει επίσης να απορριφθεί, κατά συνέπεια, το υπό κρίση αίτημα (πρβλ. διάταξη της 25ης Μαΐου 2011, Meierhofer κατά Επιτροπής, F‑74/07 RENV, EU:F:2011:63, σκέψη 69).

3.      Επί του τρίτου αιτήματος, με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο προσφεύγων

249    Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την ΕΚΤ να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη και την οποία αποτιμά ex æquo et bono σε 20 000 ευρώ.

250    Υπενθυμίζεται ότι η στοιχειοθέτηση της ευθύνης ενός θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, οι οποίες είναι ο παράνομος χαρακτήρας της προσαπτόμενης στο όργανο αυτό συμπεριφοράς, το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας, δοθέντος ότι οι τρεις αυτές προϋποθέσεις είναι σωρευτικές (βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, DQ κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, T‑730/18, EU:T:2019:725, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

251    Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το αποζημιωτικό αίτημα, το οποίο υποβάλλεται από κοινού με ακυρωτικό αίτημα το οποίο στερείται κάθε νομικής βάσης, στερείται επίσης νομικής βάσης εφόσον συνδέεται στενά με το ακυρωτικό αίτημα (αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Martínez Valls κατά Κοινοβουλίου, T‑214/02, EU:T:2003:254, σκέψη 43, και της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Paulini κατά ΕΚΤ, T‑764/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:101, σκέψη 86).

252    Επομένως, εφόσον το ακυρωτικό αίτημα απορρίπτεται ως στερούμενο κάθε νομικής βάσης (βλ. σκέψη 246 ανωτέρω), πρέπει επίσης να απορριφθεί το αποζημιωτικό αίτημα στο μέτρο που και αυτό στηρίζεται στους φερόμενους «σκληρούς» όρους της απόφασης απόλυσης, στο ότι η απόφαση αυτή στηρίζεται σε προβαλλόμενη μη αναστρέψιμη διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης, χωρίς η ΕΚΤ να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η εμπιστοσύνη αυτή επλήγη ανεπανόρθωτα, καθώς και στην προσβολή της υπόληψης του προσφεύγοντος η οποία απορρέει από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.

253    Εντούτοις, ο προσφεύγων συνάγει επίσης τη ζημία του από την αβεβαιότητα την οποία του προκάλεσε η μη εύλογη διάρκεια της διαδικασίας.

254    Πλην όμως, μολονότι η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσει την ακύρωση απόφασης ληφθείσας κατά το πέρας διοικητικής διαδικασίας (βλ. σκέψη 178 ανωτέρω), εντούτοις, η υπέρβαση αυτή μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση του αποζημιωτικού αιτήματος (πρβλ. απόφαση της 10ης Απριλίου 2019, AV κατά Επιτροπής, T‑303/18 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:239, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

255    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η πειθαρχική διαδικασία περιάγει κάθε μόνιμο ή έκτακτο υπάλληλο σε κατάσταση αβεβαιότητας ως προς το επαγγελματικό του μέλλον, η οποία αναγκαστικά του προξενεί ένα ορισμένο άγχος και μια ορισμένη αγωνία και ότι όταν η αβεβαιότητα αυτή παρατείνεται επί υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα, η ένταση του άγχους και της αγωνίας αυξάνεται πέραν του δικαιολογημένου μέτρου (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2010, A και G κατά Επιτροπής, F‑124/05 και F‑96/06, EU:F:2010:2, σκέψη 147) και μπορεί, κατ’ αρχήν, να συνιστά ηθική βλάβη.

256    Εν προκειμένω, πρέπει ωστόσο να υπομνησθεί όσον αφορά την αιτιώδη συνάφεια ότι, κατά πάγια νομολογία, απόκειται στον προσφεύγοντα να αποδείξει ότι υφίσταται άμεση και βέβαιη σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα μεταξύ του διαπραχθέντος από το θεσμικό όργανο πταίσματος και της προβαλλόμενης ζημίας (αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1999, Hautem κατά ΕΤΕπ, T‑140/97, EU:T:1999:176, σκέψη 85, και της 5ης Ιουλίου 2011, V κατά Κοινοβουλίου, F‑46/09, EU:F:2011:101, σκέψη 158). Επομένως, η προσαπτόμενη συμπεριφορά πρέπει να αποτελεί την καθοριστική αιτία της ζημίας (διάταξη της 31ης Μαρτίου 2011, Mauerhofer κατά Επιτροπής, C‑433/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:204, σκέψη 127, και απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2018, Cocchi και Falcione κατά Επιτροπής, T‑724/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:759, σκέψη 96).

257    Προς στήριξη του αιτήματος αποζημίωσής του, ο προσφεύγων προσκομίζει ιατρικό πιστοποιητικό με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 2017, το οποίο καταλογίζει με μια φράση την προοδευτική ανάπτυξη αϋπνίας, την απώλεια βάρους και τις κεφαλαλγίες που εμφάνισε ο προσφεύγων στις «συνθήκες εργασίας που δημιούργησε η ΕΚΤ».

258    Προκειμένου να εκτιμηθεί η αποδεικτική αξία του πιστοποιητικού αυτού, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης.

259    Συναφώς, πρέπει, ειδικότερα, να επισημανθεί ότι, μολονότι ο προσφεύγων διέτρεχε τον κίνδυνο επιβολής πειθαρχικής ποινής από την αναστολή της άσκησης των καθηκόντων του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, τούτο δε μέχρι την απόφαση απόλυσης, στις 7 Μαΐου 2019, κατά του προσφεύγοντος είχαν κινηθεί συγχρόνως πλείονες ποινικές διαδικασίες. Ειδικότερα, κατά του προσφεύγοντος διεξήχθη προκαταρκτική έρευνα για τα εγκλήματα της απάτης και της πλαστογραφίας κατά το άρθρο 263, παράγραφος 1, και το άρθρο 267 του γερμανικού ποινικού κώδικα, όσον αφορά τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω). Τα δύο αυτά εγκλήματα επισύρουν μέγιστη ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Επίσης, διεξήχθη έρευνα στην οικία του στις 16 Οκτωβρίου 2014. Στη συνέχεια, η προκαταρκτική έρευνα επεκτάθηκε στο σκέλος της υπόθεσης που αφορούσε τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων. Στις 12 Σεπτεμβρίου 2016 η εισαγγελική αρχή απήγγειλε κατηγορίες κατά του προσφεύγοντος και μολονότι έθεσε στο αρχείο το σκέλος της υπόθεσης σχετικά με τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων, παρέπεμψε αντιθέτως τον προσφεύγοντα σε δίκη με την κατηγορία της απάτης και της πλαστογραφίας όσον αφορά το σκέλος της υπόθεσης σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω). Με την από 18ης Οκτωβρίου 2017 απόφαση του Landgericht Frankfurt am Main (πρωτοδικείου Φρανκφούρτης), ο προσφεύγων κρίθηκε αθώος για τις πράξεις αυτές (βλ. σκέψη 14 ανωτέρω). Εντούτοις, συγχρόνως, είχε ασκηθεί δίωξη για απάτη κατά του προσφεύγοντος όσον αφορά τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας. Ενημερώθηκε για την περάτωση των ποινικών διαδικασιών που τον αφορούσαν μόνο με το από 30ής Απριλίου 2019 έγγραφο της εισαγγελικής αρχής (βλ. σκέψη 23 ανωτέρω) με το οποίο ενημερώθηκε για τη θέση στο αρχείο του εν λόγω σκέλους της υπόθεσης.

260    Επομένως, εις βάρος του προσφεύγοντος κινήθηκαν ποινικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης κατ’ οίκον έρευνας, ήταν δε αντιμέτωπος με την αγχωτική προοπτική ποινικής καταδίκης καθ’ όλο το μη εύλογο κατά την κρίση του χρονικό διάστημα που διήρκεσε η επίδικη διαδικασία.

261    Εξάλλου, επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων υποστήριξε, με ιδιαίτερη επιμονή, καθ’ όλη τη διάρκεια της πειθαρχικής έρευνας, καθώς και με την υπό κρίση προσφυγή, ότι η ΕΚΤ όφειλε να αναστείλει τη διαδικασία αυτή, αντί να την περατώσει, προτού λάβει γνώση της έκβασης των ποινικών διαδικασιών. Ειδικότερα, ο προσφεύγων θεώρησε κατ’ ανάγκην ότι οι ποινικές διαδικασίες είχαν πρωταρχική σημασία στην περίπτωσή του.

262    Όμως, η ΕΚΤ δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη διάρκεια των ποινικών διαδικασιών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

263    Επίσης, στο πλαίσιο αυτό, το μόνο –από 30ής Οκτωβρίου 2017– ιατρικό πιστοποιητικό που προσκόμισε ο προσφεύγων, το οποίο δεν είναι εμπεριστατωμένο, δεν περιλαμβάνει ιστορικό και δεν μνημονεύει καν τις ποινικές διαδικασίες, δεν συνιστά επαρκή απόδειξη του ότι η αϋπνία, η απώλεια βάρους και οι κεφαλαλγίες που αναφέρονται σε αυτό είχαν ως καθοριστική αιτία την αβεβαιότητα που συνδέεται με τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας.

264    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, συνάγεται ότι ο προσφεύγων, ο οποίος φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης (βλ. σκέψη 256 ανωτέρω), δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της φερόμενης πλημμελούς συμπεριφοράς της ΕΚΤ και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Όπως όμως εκτέθηκε στη σκέψη 256 ανωτέρω, η συνάφεια αυτή είναι μία από τις σωρευτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη θεσμικού οργάνου.

265    Κατά συνέπεια, το αίτημα αποζημίωσης του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθεί.

266    Επομένως, η προσφυγή-αγωγή του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

4.      Επί του αιτήματος της ΕΚΤ με το οποίο ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να ακούσει τον προσφεύγοντα, τη σύζυγο και τα τέκνα του, καθώς και ενδεχομένως τη B

267    Η ΕΚΤ ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να κλητεύσει ως μάρτυρες, εφόσον παρίστατο ανάγκη, τον προσφεύγοντα, τη σύζυγο και τα τέκνα του, καθώς και ενδεχομένως τη φερόμενη φυσιοθεραπεύτρια Β για να εξεταστούν σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας ή, τουλάχιστον, προκειμένου να εξεταστεί σχετικά ο προσφεύγων ως διάδικος.

268    Στο μέτρο που κρίθηκε ότι οι σχετικές με τα τιμολόγια αυτά πράξεις είχαν παραγραφεί (βλ. σκέψη 89 ανωτέρω), το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

IV.    Επί των δικαστικών εξόδων

269    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εντούτοις, βάσει του άρθρου 135, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, όταν τούτο επιβάλλεται για λόγους επιείκειας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, μέρος μόνον των εξόδων του αντιδίκου ή ότι, ενδεχομένως, δεν πρέπει να καταδικαστεί καν στα έξοδα αυτά. Επιπλέον, κατά το άρθρο 135 παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ακόμα και τον νικήσαντα διάδικο σε μέρος ή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, αν τούτο δικαιολογείται από τη στάση του, ακόμα και πριν από την κίνηση της δίκης.

270    Εν προκειμένω, όμως, από τις σκέψεις 82 και 89 ανωτέρω προκύπτει ότι η ΕΚΤ ολοκλήρωσε την πειθαρχική διαδικασία και καταλόγισε στον προσφεύγοντα ότι είχε παραβεί τα καθήκοντά του όσον αφορά τα σκέλη της υπόθεσης σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας και τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων παρά τη συνταγογράφησή τους.

271    Υπό τις συνθήκες αυτές, κατ’ ορθή εφαρμογή των διατάξεων που παρατίθενται στη σκέψη 269 ανωτέρω, ο προσφεύγων πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, τα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων της ΕΚΤ, η δε ΕΚΤ πρέπει να φέρει το λοιπό ένα τέταρτο των εξόδων της.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.

2)      Ο DI φέρει τα δικαστικά του έξοδα και τα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία φέρει το υπόλοιπο των εξόδων της.

Gervasoni

Madise

Nihoul

Frendo

 

      Martín y Pérez de Nanclares

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Ιουνίου 2021.

(υπογραφές)


Περιεχόμενα


I. Ιστορικό της διαφοράς

II. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

III. Σκεπτικό

Α. Επί του πρώτου αιτήματος, με το οποίο ζητείται η ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων

1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

2. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αφορά αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις

3. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που αφορά παράβαση του άρθρου 8.3.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού και παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου

α) Επί του υποχρεωτικού ή μη χαρακτήρα της προθεσμίας του ενός έτους

β) Επί του κατά πόσον οι πράξεις είχαν παραγραφεί

1) Επί της έννοιας του χρονικού σημείου «αποκάλυψης των πραγματικών περιστατικών» από το οποίο αρχίζει η ετήσια παραγραφή

2) Επί της ενδεχόμενης παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώματος σχετικά με τα τιμολόγια φυσιοθεραπείας

3) Επί της ενδεχόμενης παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώματος σχετικά με τις αποδείξεις φαρμακευτικών εξόδων

4) Επί της ενδεχόμενης παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώματος σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας

γ) Συμπέρασμα επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως

4. Επί του τρίτου και του έβδομου λόγου ακυρώσεως, οι οποίοι αντιστοίχως αφορούν, αφενός, παραβίαση της αρχής σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία, παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας και, αφετέρου, προσβολή του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας και παράβαση του άρθρου 48 του Χάρτη

α) Επί της παραβίασης της αρχής σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία

β) Επί της προσβολής του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας και της παράβασης του άρθρου 48 του Χάρτη

γ) Επί της παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και επί της παράβασης του καθήκοντος μέριμνας

δ) Συμπέρασμα επί του τρίτου και επί του έβδομου λόγου ακυρώσεως

5. Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που αφορά παράβαση του άρθρου 8.3.7 των κανόνων για θέματα προσωπικού και παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη

α) Επί της πρώτης αιτίασης του προσφεύγοντος

β) Επί της δεύτερης αιτίασης του προσφεύγοντος

γ) Επί της τρίτης και τέταρτης αιτίασης του προσφεύγοντος

δ) Συμπέρασμα επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως

6. Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που αφορά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας

7. Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως που αφορά πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης

α) Προκαταρκτική παρατήρηση

β) Επί της ελλιπούς εξέτασης των περιστάσεων της υπόθεσης, επί της πλάνης κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και επί της νομικής πλάνης όσον αφορά το σκέλος της υπόθεσης σχετικά με τα τιμολόγια ενισχυτικής διδασκαλίας

8. Επί του όγδοου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας και παράβαση του καθήκοντος μέριμνας

9. Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που αφορά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης

10. Επί του δέκατου λόγου ακυρώσεως, που προβάλλεται επικουρικώς και αφορά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

α) Προκαταρκτική παρατήρηση

β) Επί της πρώτης αιτίασης του προσφεύγοντος

γ) Επί της δεύτερης αιτίασης του προσφεύγοντος

δ) Επί της τρίτης αιτίασης του προσφεύγοντος

ε) Επί της τέταρτης αιτίασης του προσφεύγοντος

στ) Συμπέρασμα επί του δέκατου λόγου ακυρώσεως και επί του ακυρωτικού αιτήματος

Β. Επί του δεύτερου αιτήματος του προσφεύγοντος, με το οποίο ζητείται να διατάξει το Γενικό Δικαστήριο την επανένταξή του στην υπηρεσία

Γ. Επί του τρίτου αιτήματος, με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο προσφεύγων

Δ. Επί του αιτήματος της ΕΚΤ με το οποίο ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να ακούσει τον προσφεύγοντα, τη σύζυγο και τα τέκνα του, καθώς και ενδεχομένως τη B

IV. Επί των δικαστικών εξόδων


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.