Language of document : ECLI:EU:C:2010:738

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PEDRO CRUZ VILLALÓN

της 6ης Δεκεμβρίου 2010 (1)

Υπόθεση C‑497/10 PPU

Barbara Mercredi

κατά

Richard Chaffe

[αίτηση του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων – Γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας – Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 – Παιδί εκτός γάμου – Έννοια της “συνήθους διαμονής” – Νόμιμη μετακίνηση παιδιού σε άλλο κράτος μέλος – Απόκτηση νέας συνήθους διαμονής – Έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατ’ επείγουσα διαδικασία»







Περιεχόμενα


I –   Το νομικό πλαίσιο

Α –   Το δίκαιο της Ένωσης

Β –   Το διεθνές δίκαιο

Γ –   Το εθνικό δίκαιο

II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης

Α –   Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης

Β –   Οι αιτήσεις που υποβλήθησαν στην Αγγλία

Γ –   Οι αιτήσεις που υποβλήθησαν στη Γαλλία

1.     Η αίτηση που υπέβαλε η μητέρα

2.     Η αίτηση του πατέρα δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών

III – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατ’ επείγουσα διαδικασία

IV – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

V –   Επί του πρώτου ερωτήματος

Α –   Επί του προσδιορισμού της «συνήθους διαμονής» του παιδιού

1.     Η έννοια της συνήθους διαμονής: τα διδάγματα της αποφάσεως Α

2.     «Απώλεια» και «απόκτηση» συνήθους διαμονής στην περίπτωση νόμιμης μετακινήσεως

α)     Οι προϋποθέσεις για τη μεταφορά συνήθους διαμονής

β)     Οι ενδείξεις για τη μεταφορά συνήθους διαμονής

i)     Τα συναγόμενα από το άρθρο 9 του κανονισμού 2201/2003 ερμηνευτικά στοιχεία

ii)   Η σημασία της βουλήσεως της μητέρας για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής νομίμως μετακινηθέντος παιδιού

Β –   Επί του ελέγχου της δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων σε περίπτωση αλλαγής συνήθους διαμονής

1.     Αποσαφήνιση του αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων βάσει του κανονισμού 2201/2003

2.     Η εξέταση της δυνατότητας παραπομπής σε άλλο δικαστήριο

α)     Η παραπομπή στο δικαστήριο του τόπου όπου ευρίσκεται το παιδί: το άρθρο 13 του κανονισμού 2201/2003

β)     Η παραπομπή σε δικαστήριο που είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα την υπόθεση: το άρθρο 16 του κανονισμού 2201/2003 και η εξαίρεση του forum non conveniens

Γ –   Πρόταση

VI – Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

Α –   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί της λυσιτέλειας των υποβληθέντων ερωτημάτων

1.     Θέση του προβλήματος

2.     Εκτίμηση

Β –   Επί του δευτέρου ερωτήματος

Γ –   Επί του τρίτου ερωτήματος

1.     Παρατηρήσεις των διαδίκων της κύριας δίκης, των κυβερνήσεων των ενδιαφερομένων κρατών μελών και της Επιτροπής

2.     Εκτίμηση

α)     Αποσαφήνιση του τρίτου ερωτήματος

β)     Σύγκρουση μεταξύ αποφάσεως εκδοθείσας βάσει του κανονισμού 2201/2003 και αποφάσεως εκδοθείσας βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών

γ)     Σύγκρουση μεταξύ αποφάσεων εκδοθεισών βάσει του κανονισμού 2201/2003

δ)     Πρόταση

VII – Προτάσεις

1.        Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο καλείται εκ νέου να αποφανθεί επί της ερμηνείας πλειόνων διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 (2), ο οποίος καλείται επίσης «κανονισμός Βρυξέλλες IIα», και τούτο στο πλαίσιο επείγουσας διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.

2.        Το αιτούν δικαστήριο, ήτοι το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) (Ηνωμένο Βασίλειο), ζητεί, κυρίως, από το Δικαστήριο να παράσχει διευκρινίσεις επί της έννοιας της συνήθους διαμονής, η οποία αποτελεί βασική έννοια για τον κανονισμό 2201/2003 και επί της οποίας το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί, μεταξύ άλλων, με την απόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C‑523/07, Α (3).

3.        Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξ αρχής ότι η αποστολή του Δικαστηρίου δεν θα είναι ευχερής. Όπως θα διαπιστωθεί στη συνέχεια, τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης θα οδηγήσουν το Δικαστήριο να διευκρινίσει, ειδικότερα, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να συναχθεί ότι έλαβε χώρα μεταφορά της συνήθους διαμονής παιδιού, όταν τούτο μετακινήθηκε νομίμως από ένα κράτος μέλος σε άλλο από το πρόσωπο το οποίο ασκεί αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του παιδιού αυτού. Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιχειρήσει, αφενός, να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο σαφή απάντηση στα ερωτήματά του, καθώς και ενδείξεις οι οποίες θα του επιτρέψουν να επιλύσει την ακανθώδη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί, με απόλυτο σεβασμό προς το πνεύμα του κανονισμού 2201/2003, του οποίου βασικό σκοπό συνιστά η προστασία του υψίστου συμφέροντος του παιδιού. Το Δικαστήριο θα πρέπει, αφετέρου, να διατυπώσει την εν λόγω απάντηση κατά τρόπο ώστε να παράσχει σε όλα τα εθνικά δικαστήρια τις απαραίτητες ενδείξεις που θα τους επιτρέψουν να αποφαίνονται επί της διεθνούς δικαιοδοσίας τους δυνάμει του κανονισμού 2201/2003. Συναφώς, το Δικαστήριο θα πρέπει, ενδεχομένως, να αποφανθεί, ευρύτερα, ως προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια τα οποία καλούνται να ελέγξουν τη δικαιοδοσία τους δυνάμει του κανονισμού 2201/2003 για να επιλύσουν διαφορές γονικής μέριμνας που υποβάλλονται στην κρίση τους.

I –    Το νομικό πλαίσιο

Α –     Το δίκαιο της Ένωσης

4.        Το άρθρο 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (4), το οποίο θεσπίζει τα δικαιώματα των παιδιών, ορίζει τα εξής:

«1.      Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους. Τα παιδιά μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους. Η γνώμη τους σχετικά με ζητήματα που τα αφορούν λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με την ηλικία και την ωριμότητά τους.

2.      Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.

3.      Κάθε παιδί έχει δικαίωμα να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απ’ ευθείας επαφές με τους δύο γονείς του, εκτός εάν τούτο είναι αντίθετο προς το συμφέρον του.»

5.        Η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2201/2003 έχει ως εξής:

«12.      Οι κανόνες αρμοδιότητας που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού περί γονικής μέριμνας επιλέγονται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού, ειδικότερα δε του κριτηρίου της εγγύτητας. Αυτό σημαίνει ότι κατά πρώτο λόγο θα πρέπει να είναι αρμόδια τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής της διαμονής του παιδιού ή ύστερα από συμφωνία μεταξύ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας.»

6.        Η τριακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2201/2003 ορίζει τα εξής:

«33.      Ο παρών κανονισμός αναγνωρίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερα, επιδιώκει να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του παιδιού όπως αναγνωρίζεται στο άρθρο 24 του [Χάρτη].»

7.        Το άρθρο 2, σημείο 11, του κανονισμού 2201/2003 ορίζει την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού ως εξής:

«Ο όρος “παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού” σημαίνει τη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού:

α)      εφόσον γίνονται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση ή από τον νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του

και

β)      με την επιφύλαξη ότι το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά. Η επιμέλεια θεωρείται ότι ασκείται από κοινού όταν ο ένας από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας δεν μπορεί, σύμφωνα με απόφαση ή απευθείας από τον νόμο, να αποφασίζει για τον τόπο διαμονής του παιδιού χωρίς τη συγκατάθεση άλλου δικαιούχου της γονικής μέριμνας.»

8.        Το άρθρο 8 του κανονισμού 2201/2003 υπό τον τίτλο «Γενική δικαιοδοσία» που αποτελεί το πρώτο άρθρο του δεύτερου τμήματος του κεφαλαίου ΙΙ του εν λόγω κανονισμού, το οποίο θεσπίζει τους κανόνες δικαιοδοσίας επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα, ορίζει τα εξής:

«1.      Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της ασκήσεως της προσφυγής.

2.      Η παράγραφος 1 δεν θίγει τις διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 12.»

9.        Το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού, υπό τον τίτλο «Διατήρηση της αρμοδιότητας της προγενέστερης συνήθους διαμονής του παιδιού», ορίζει τα εξής:

«1.      Όταν ένα παιδί μετοικεί νομίμως από ένα κράτος μέλος σε άλλο και αποκτά σε αυτό νέα συνήθη διαμονή, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού διατηρούν την αρμοδιότητά τους, κατά παρέκκλιση του άρθρου 8, για περίοδο τριών μηνών μετά τη μετοικεσία, προκειμένου να τροποποιήσουν απόφαση, η οποία αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας, εκδοθείσα σε αυτό το κράτος μέλος πριν από τη μετοικεσία του παιδιού, εφόσον ο δικαιούχος του δικαιώματος επικοινωνίας δυνάμει της αποφάσεως που αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας εξακολουθεί να διαμένει συνήθως στο κράτος μέλος της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού.

2.      Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται εάν ο δικαιούχος του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 έχει αποδεχθεί την αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους της νέας συνήθους διαμονής του παιδιού συμμετέχοντας σε διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους χωρίς να αμφισβητήσει την αρμοδιότητά τους.»

10.      Το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003, τον οποίο αφορά την αρμοδιότητα σε περίπτωση απαγωγής παιδιού, ορίζει τα εξής:

«Σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν τη δικαιοδοσία τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος μέλος, και

α)      κάθε πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας έχει συγκατατεθεί στη μετακίνηση ή κατακράτηση,

ή

β)      το παιδί έχει διαμείνει σε αυτό το άλλο κράτος μέλος για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους αφότου το πρόσωπο, το ίδρυμα ή οιαδήποτε άλλη οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί και το παιδί έχει ενταχθεί στο νέο περιβάλλον του, συντρέχει δε μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις:

i)      εντός ενός έτους αφότου ο δικαιούχος της επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί, δεν έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ενώπιον των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται το παιδί,

ii)      έχει ανακληθεί αίτηση επιστροφής την οποία υπέβαλε ο δικαιούχος της επιμέλειας, και δεν έχει υποβληθεί νέα αίτηση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο σημείο i,

iii)      έχει περατωθεί υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 7,

iv)      τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του έχουν εκδώσει απόφαση για επιμέλεια που δεν συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού.»

11.      Το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003 περιλαμβάνει τις διατάξεις που εφαρμόζονται σε αιτήσεις επιστροφής παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως οι οποίες υποβάλλονται δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης, της 25ης Οκτωβρίου 1980, για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (5). Το εν λόγω άρθρο έχει ως εξής:

«1.      Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της Σύμβασης της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών […], απόφαση για την επιστροφή του παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 8.

2.      Κατά την εφαρμογή των άρθρων 12 και 13 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, εξασφαλίζεται ότι παρέχεται στο παιδί η δυνατότητα ακρόασης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εκτός εάν αυτό αντενδείκνυται λόγω της ηλικίας του ή του βαθμού ωριμότητάς του.

3.      Το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτησης επιστροφής ενός παιδιού, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, ενεργεί αμέσως στα πλαίσια της διαδικασίας σχετικά με την αίτηση, χρησιμοποιώντας τις πλέον σύντομες διαδικασίες τις οποίες προβλέπει το εθνικό δίκαιο.

Ανεξάρτητα από το προηγούμενο εδάφιο, το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του το αργότερο έξι εβδομάδες από την ενώπιόν του κατάθεση της αίτησης, εκτός αν αυτό καθίσταται αδύνατο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων.

4.      Το δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού δυνάμει του άρθρου 13, στοιχείο β΄, της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, εάν διαπιστώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του.

5.      Το δικαστήριο δεν δύναται να απορρίψει την αίτηση επιστροφής παιδιού εάν το πρόσωπο που ζήτησε την επιστροφή του παιδιού δεν είχε δυνατότητα ακρόασης.

6.      Εάν ένα δικαστήριο εκδώσει απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, το δικαστήριο αυτό διαβιβάζει αμέσως, είτε απευθείας είτε μέσω της κεντρικής του αρχής, αντίγραφο της απόφασης μη επιστροφής και συναφή έγγραφα, ιδίως πρακτικά, στο αρμόδιο δικαστήριο ή στην κεντρική αρχή του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο. Τα εν λόγω έγγραφα επιδίδονται στο δικαστήριο εντός μηνός από την ημερομηνία της απόφασης περί μη επιστροφής.

7.      Εάν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του δεν έχουν ήδη επιληφθεί κατόπιν αιτήσεως ενός των μερών, το δικαστήριο ή η κεντρική αρχή που λαμβάνει την πληροφορία που μνημονεύεται στην παράγραφο 6 πρέπει να τη γνωστοποιήσει στα μέρη και να τα καλέσει να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση, ώστε το δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της επιμέλειας του παιδιού.

Με την επιφύλαξη των περί δικαιοδοσίας διατάξεων του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο περατώνει την υπόθεση, εάν παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία.

8.      Ανεξάρτητα από απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, οιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση η οποία διατάσσει την επιστροφή του παιδιού και έχει εκδοθεί από δικαστήριο αρμόδιο βάσει του παρόντος κανονισμού είναι εκτελεστή σύμφωνα με το κεφάλαιο III, τμήμα 4, προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιστροφή του παιδιού.»

12.      Το άρθρο 13 του κανονισμού 2201/2003 θεσπίζει κανόνα αρμοδιότητας βάσει του τόπου όπου ευρίσκεται το παιδί, το οποίο έχει ως εξής:

«1.      Όταν δεν μπορεί να διαπιστωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού και δεν μπορεί να προσδιορισθεί η αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 12, αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το παιδί.

2.      Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται εξίσου σε παιδιά πρόσφυγες ή παιδιά τα οποία μετακινούνται διεθνώς λόγω ταραχών στη χώρα τους.»

13.      Το άρθρο 19, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2201/2003 ορίζει:

«2.      Εάν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα γονικής μέριμνας ενός παιδιού, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο, αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.

3.      Όταν διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο, κάθε δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη δικαιοδοσίας του υπέρ αυτού του δικαστηρίου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο διάδικος που άσκησε τη σχετική αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα μπορεί να ασκήσει την αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.»

14.      Το άρθρο 24 του κανονισμού 2201/2003 θεσπίζει την αρχή της απαγορεύσεως έρευνας της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου προελεύσεως ως εξής:

«Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προέλευσης δεν ερευνάται. Το κριτήριο της δημόσιας τάξης του άρθρου 22, στοιχείο α΄, και του άρθρου 23, στοιχείο α΄, δεν εφαρμόζεται στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας των άρθρων 3 έως 14.»

15.      Το άρθρο 60, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 2201/2003 διευκρινίζει τα ακόλουθα:

«Στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών που είναι συμβαλλόμενα μέρη του, ο παρών κανονισμός υπερισχύει των ακόλουθων συμβάσεων, στο βαθμό που αφορούν θέματα διεπόμενα από αυτόν:

[…]

ε)      Σύμβαση της Χάγης, της 25ης Οκτωβρίου 1980, για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών».

Β –     Το διεθνές δίκαιο

16.      Η Σύμβαση της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 1983, υπεγράφη και επικυρώθηκε τόσο από τη Γαλλική Δημοκρατία όσο και από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Βόρεια Ιρλανδία, καθώς και από όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

17.      Τα άρθρα 3 έως 5 της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών ορίζουν τα εξής:

«Άρθρο 3

Η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού θεωρούνται παράνομες:

α)      εφόσον έγιναν κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά είτε από κοινού με άλλους, από το δίκαιο του κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του, και,

β)      το δικαίωμα αυτό ησκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης, ή θα είχε ασκηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά.

Το δικαίωμα επιμέλειας που αναφέρεται στην περίπτωση α΄ μπορεί να απορρέει ιδίως είτε απευθείας από τον νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους.

Άρθρο 4

Η Σύμβαση εφαρμόζεται για κάθε παιδί το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του σε Συμβαλλόμενο Κράτος αμέσως πριν από την προσβολή των δικαιωμάτων επιμέλειας ή επικοινωνίας. Η εφαρμογή της Συμβάσεως παύει όταν το παιδί αποκτήσει την ηλικία των 16 ετών.

Άρθρο 5

Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης:

α)      το “δικαίωμα επιμέλειας” περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά τη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού, και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του,

β)      το “δικαίωμα επικοινωνίας” περιλαμβάνει το δικαίωμα να μεταφέρει κάποιος το παιδί για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του.»

18.      Το άρθρο 13 της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών ορίζει τα εξής:

«Παρά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει:

α)      ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά τον χρόνο της μετακινήσεως ή κατακρατήσεως ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή κατακράτηση αυτήν ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων, ή

β)      ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση.

Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του.

Κατά την εκτίμηση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη τις πληροφορίες για την κοινωνική κατάσταση του παιδιού που παρέχονται από την κεντρική αρχή ή άλλη αρμόδια υπηρεσία του κράτους της συνήθους διαμονής του.»

Γ –     Το εθνικό δίκαιο

19.      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, σε διαδικασίες ιδιωτικού δικαίου σχετικά με παιδιά στην Αγγλία και Ουαλία, τα δικαστήρια μπορούν να εκδίδουν διατάξεις, κατά την έννοια του άρθρου 8 του νόμου περί προστασίας των παιδιών του 1989 (Children Act 1989), όπως, διατάξεις περί διαμονής («residence order»), διατάξεις περί επικοινωνίας («contact order»), διατάξεις περί απαγορευομένων ενεργειών («prohibited steps order») («εντολές») ή διατάξεις περί ειδικών ζητημάτων («specific issue order»).

20.      Κατά το άρθρο 4 του νόμου για την προστασία των παιδιών του 1989, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ότι ο πατέρας θα έχει τη γονική μέριμνα του παιδιού. Συγκεκριμένα, στην Αγγλία και Ουαλία ο πατέρας που δεν είναι νυμφευμένος με τη μητέρα των παιδιών του δεν αποκτά αυτομάτως τη γονική μέριμνα των παιδιών εκ του νόμου. Τη γονική μέριμνα αποκτά είτε εάν φέρεται ως πατέρας του παιδιού στο πιστοποιητικό γεννήσεως, είτε συνάπτοντας συμφωνία γονικής μέριμνας με τη μητέρα, είτε με διάταξη δικαστηρίου περί γονικής μέριμνας («parental responsibility order»).

21.      Εν τέλει, στην απόφαση περί παραπομπής διευκρινίζεται ότι τα δικαστήρια της Αγγλίας και της Ουαλίας έχουν δεχθεί (6) ότι, όταν επιλαμβάνονται αιτήσεως για την επιμέλεια του παιδιού, μπορούν να αποκτήσουν τα ίδια δικαίωμα επιμέλειας του εν λόγω παιδιού, ακόμη και εάν ο αιτών δεν έχει αποκτήσει το εν λόγω δικαίωμα.

II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης

Α –     Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης

22.      Βάσει των πληροφοριών που παρείχε το αιτούν δικαστήριο, οι οποίες συνήχθησαν από τις προτάσεις που υπέβαλαν οι αντίδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης ή συλλέχθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης πραγματικά περιστατικά συνοψίζονται ως εξής.

23.      Η εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, B. Mercredi, Γαλλίδα υπήκοος, και ο εφεσίβλητος στην υπόθεση της κύριας δίκης, R. Chaffe, Βρετανός υπήκοος, είναι οι γονείς παιδιού, επίσης, γαλλικής υπηκοότητας, που γεννήθηκε εκτός γάμου στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 11 Αυγούστου 2009. Συμβίωσαν για πλείονα έτη, έως την 1η Αυγούστου 2009, οπότε ο πατέρας εγκατέλειψε την κοινή οικία.

24.      Στις 7 Οκτωβρίου 2009, ήτοι δύο μήνες αργότερα, η μητέρα μετακίνησε το παιδί από την Αγγλία στη χώρα καταγωγής της, όπου κατοικεί η οικογένειά της, και συγκεκριμένα στο νησί Réunion, το οποίο αποτελεί διαμέρισμα της Γαλλικής Δημοκρατίας, όπου έφθασαν την επομένη, ήτοι στις 8 Οκτωβρίου 2009. Δεν αμφισβητείται ότι ο πατέρας του παιδιού δεν είχε ενημερωθεί για την εν λόγω απομάκρυνση. Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι η απομάκρυνση αυτή ήταν νόμιμη, καθόσον, κατά την οικεία ημερομηνία, η μητέρα είχε αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του παιδιού.

25.      Ο πατέρας του παιδιού υπέβαλε πλείονες αιτήσεις τόσο ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων για γονική μέριμνα, επιμέλεια και/ή επικοινωνία με το παιδί, όσο και ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών. Η μητέρα υπέβαλε, επίσης, ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων, αίτηση για να αποκτήσει τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του παιδιού.

Β –     Οι αιτήσεις που υποβλήθησαν στην Αγγλία

26.      Στις 9 Οκτωβρίου 2009, ήτοι δύο ημέρες μετά την αναχώρηση της μητέρας και του παιδιού, ο πατέρας υπέβαλε τηλεφωνικώς αίτηση στο δικαστή υπηρεσίας του High Court of Justice (England & Wales), Family Division (Ηνωμένο Βασίλειο) (στο εξής: Duty High Court Judge). Ο Duty High Court Judge εξέδωσε την ίδια ημέρα διάταξη περί κοινοποιήσεως πληροφοριών σχετικά με τον τόπο όπου ευρίσκεται το παιδί («location order») και όρισε ως ημερομηνία εξετάσεως της υποθέσεως την 12η Οκτωβρίου 2009.

27.      Στις 12 Οκτωβρίου 2009, ο πατέρας υποστήριξε τις αιτήσεις του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Duty High Court Judge, ζητώντας, ιδίως, να του χορηγηθεί η γονική μέριμνα του παιδιού, καθώς και δικαίωμα εκ περιτροπής συγκατοικήσεως και επικοινωνίας με αυτό. Την ίδια ημέρα, ο Duty High Court Judge εξέδωσε διάταξη με την οποία η μητέρα κλήθηκε να επαναφέρει το παιδί στην επικράτεια της Αγγλίας και Ουαλίας. Δεν αμφισβητείται ότι η μητέρα του παιδιού δεν είχε ενημερωθεί για την αίτηση του πατέρα και δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως κατά την οικεία επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

28.      Με τη διάταξη της 12ης Οκτωβρίου 2009, ο Duty High Court Judge έκρινε, πρώτον, ότι το αγγλικό δικαστήριο επελήφθη της υποθέσεως την ημερομηνία κατά την οποία ο πατέρας του παιδιού επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το δικαστή, ήτοι στις 9 Οκτωβρίου 2009, δεύτερον, ότι από την ημερομηνία εκείνη τόσο το αγγλικό δικαστήριο όσο και ο πατέρας είχαν δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού, τρίτον, ότι το παιδί, κατά την ίδια ημερομηνία, εξακολουθούσε να έχει συνήθη διαμονή στην Αγγλία και, τέταρτον, συνεπώς, ότι δικαιοδοσία επί του παιδιού είχαν τα αγγλικά δικαστήρια.

29.      Δεν αμφισβητείται ότι η διάταξη της 12ης Οκτωβρίου 2009 επιδόθηκε στη μητέρα στις 16 Οκτωβρίου 2009, η οποία, εντούτοις, δεν συμμορφώθηκε με αυτή.

30.      Στις 15 Οκτωβρίου 2009, ο πατέρας υπέβαλε αίτηση δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών (7).

31.      Στις 28 Οκτωβρίου 2009, η μητέρα του παιδιού προσέφυγε ενώπιον του tribunal de grande instance de Saint-Denis (Γαλλία) (8).

32.      Στις 26 Ιανουαρίου 2010, ο πατέρας του παιδιού άσκησε, στο πλαίσιο της διαδικασίας που είχε κινηθεί ενώπιον του High Court of Justice (England & Wales), Family Division (Ηνωμένο Βασίλειο), επικουρική αίτηση με την οποία ζητούσε να δηλωθεί ότι το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στην Αγγλία, ότι τα αγγλικά δικαστήρια είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία σε σχέση με το παιδί, ότι ο ίδιος και τα αγγλικά δικαστήρια είχαν την επιμέλεια του παιδιού και ότι αυτό κατακρατούνταν παράνομα στη Réunion. Τα εν λόγω αιτήματα έγιναν προσωρινώς δεκτά με διάταξη με την οποία η μητέρα καλούνταν, πάντως, να προσκομίσει αποδείξεις. Η εν λόγω διάταξη διαβιβάστηκε στην κεντρική γαλλική αρχή και επιδόθηκε στη μητέρα.

33.      Στις 15 Απριλίου 2010, η υπόθεση εξετάστηκε από το High Court of Justice (England & Wales), Family Division (Ηνωμένο Βασίλειο). Με διάταξη εκδοθείσα την ίδια ημέρα, το High Court of Justice (England & Wales), Family Division, έκρινε ότι το αγγλικό δικαστήριο επελήφθη της υποθέσεως στις 9 Οκτωβρίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία ο πατέρας τηλεφώνησε στον Duty High Court Judge και ότι, από την ημερομηνία εκείνη, το αγγλικό δικαστήριο είχε δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού. Έκρινε, επίσης, ότι, λόγω των ευνοϊκών γι’ αυτόν διατάξεων, και ο πατέρας είχε δικαίωμα επιμέλειας από την ίδια ημερομηνία. Εν τέλει, αποφάνθηκε ότι το παιδί εξακολουθούσε να έχει συνήθη διαμονή στην Αγγλία κατά τον χρόνο κατά τον οποίο το αγγλικό δικαστήριο και ο πατέρας απέκτησαν δικαίωμα επιμέλειας επ’ αυτού και ότι, συνεπώς, στις 9 Οκτωβρίου 2009 το αγγλικό δικαστήριο είχε δικαιοδοσία επί του παιδιού.

34.      Δεν αμφισβητείται ότι η μητέρα του παιδιού δεν παρέστη στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Απριλίου 2010, όμως ο Γάλλος συνήγορός της είχε τη δυνατότητα να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις.

35.      Στις 29 Ιουνίου 2010, ο πατέρας του παιδιού ζήτησε από το Τribunal de Grande Instance de Saint-Denis να αναγνωρίσει και να εκτελέσει τη διάταξη του High Court of Justice (England & Wales), Family Division.

36.      Στις 24 Ιουνίου και 12 Ιουλίου 2010, το High Court of Justice (England & Wales), Family Division, εξέδωσε άλλες διατάξεις, απαιτώντας από τη μητέρα να διασφαλίσει ότι το παιδί μπορεί προσωρινώς να έχει επαφή με τον πατέρα του στη Réunion μεταξύ 29 Ιουλίου και 12 Αυγούστου 2010.

37.      Στις 12 Ιουλίου 2010, η μητέρα του παιδιού άσκησε έφεση κατά των διατάξεων του Duty High Court Judge της 12ης Οκτωβρίου 2009 και του High Court of Justice (England & Wales), Family Division, της 15ης Απριλίου 2010 ενώπιον του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division), το οποίο αποφάσισε να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

Γ –     ΓΟι αιτήσεις που υποβλήθησαν στη Γαλλία

1.      Η αίτηση που υπέβαλε η μητέρα

38.      Στις 28 Οκτωβρίου 2009, η μητέρα υπέβαλε αίτηση ενώπιον του tribunal de grande instance de Saint-Denis και ζήτησε την αποκλειστική γονική μέριμνα του παιδιού και να καθοριστεί ως κατοικία του παιδιού η διεύθυνση της. Στον πατέρα δεν επιδόθηκε η υποβληθείσα αίτηση, της οποίας έλαβε γνώση στο πλαίσιο της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών.

39.      Στις 27 Ιανουαρίου 2010, οι συνήγοροι του πατέρα του παιδιού ζήτησαν από το tribunal de grande instance de Saint-Denis να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία η οποία είχε ως αντικείμενο την αίτηση της μητέρας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών και του άρθρου 19 του κανονισμού 2201/2003.

40.      Με απόφαση της 23ης Ιουνίου 2010, το tribunal de grande instance de Saint-Denis αναγνώρισε αποκλειστική γονική μέριμνα του παιδιού υπέρ της μητέρας και καθόρισε τη συνήθη διαμονή του παιδιού τη διεύθυνσή της. Ο πατέρας του παιδιού δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως κατά την οικεία επ’ ακροατηρίου συζήτηση που έλαβε χώρα στις 31 Μαΐου 2010.

2.      Η αίτηση του πατέρα δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών

41.      Στις 15 Οκτωβρίου 2009, ο πατέρας του παιδιού υπέβαλε ενώπιον της αγγλικής κεντρικής αρχής αίτηση επιστροφής του παιδιού στην Αγγλία και την Ουαλία κατ’ εφαρμογήν της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, η οποία οδήγησε, στις 18 Δεκεμβρίου 2009, στην έναρξη διαδικασίας ενώπιον του tribunal de grande instance de Saint-Denis.

42.      Με διάταξή του, το tribunal de grande instance de Saint-Denis κάλεσε τη μητέρα να εμφανιστεί ενώπιόν του δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών. Η κλήση περιείχε ειδική μνεία της διατάξεως του High Court Judge of Duty της 12ης Οκτωβρίου 2009.

43.      Η αίτηση του πατέρα δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών απερρίφθη στις 15 Μαρτίου 2010, με την αιτιολογία ότι ο πατέρας δεν είχε δικαίωμα επιμέλειας επί του παιδιού κατά την έννοια των άρθρων 3 και 5 της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών.

III – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατ’ επείγουσα διαδικασία

44.      Το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division), το οποίο επελήφθη της εφέσεως που υπέβαλε η μητέρα του παιδιού, με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο 18 Οκτωβρίου, 2010, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Ποιο είναι το κατάλληλο κριτήριο για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής παιδιού κατά την έννοια του:

–        άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003·

–        άρθρου 10 του κανονισμού (EΚ) 2201/2003;

2)      Αποτελεί το δικαστήριο “ίδρυμα ή άλλη οργάνωση” [στο οποίο] μπορεί να ανατεθεί το δικαίωμα επιμέλειας κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού (EΚ) 2201/2003;

3)      Εξακολουθεί να έχει εφαρμογή το άρθρο 10 μετά την απόρριψη από κράτος μέλος υποδοχής επιστροφής παιδιού βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί [διεθνούς] απαγωγής παιδιών, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνται τα άρθρα 3 και 5;

Ειδικότερα, πώς αίρεται η σύγκρουση μεταξύ της κρίσεως του κράτους υποδοχής ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 5 της Συμβάσεως της Χάγης περί [διεθνούς] απαγωγής παιδιών και της κρίσεως του αιτούντος κράτους ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 5;»

45.      Στην απόφασή του περί παραπομπής, το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) αναφέρει ότι ζητεί την εκδίκαση της αιτήσεώς του κατ’ επείγουσα διαδικασία, διότι ο σκοπός της αιτήσεως είναι να προσδιοριστεί το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία βάσει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε υποθέσεις γονικής ευθύνης για το παιδί που αφορά η κύρια δίκη. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, μέχρις ότου προσδιοριστεί το δικαστήριο αυτό, δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση επί των αιτήσεων του πατέρα του παιδιού για την έκδοση διατάξεως που θα τους επιτρέπει να επικοινωνούν μεταξύ τους.

46.      Με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2010, το Δικαστήριο αποφάσισε να ικανοποιήσει το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου περί εκδικάσεως της παρούσας υποθέσεως κατά την επείγουσα προδικαστική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 104β του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

47.      Η εκκαλούσα και ο εφεσίβλητος της υποθέσεως της κύριας δίκης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Γερμανική, η Ιρλανδική και η Γαλλική, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπέβαλαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία έλαβε χώρα την 1η Δεκεμβρίου 2010.

IV – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

48.      Πριν αρχίσει η εξέταση των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου, είναι αναγκαίες δύο διευκρινίσεις οι οποίες έχουν σημασία για την ανάλυση που θα ακολουθήσει.

49.      Η πρώτη διευκρίνιση, η οποία αφορά το νομικό χαρακτηρισμό της καταστάσεως που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, μπορεί, επί του παρόντος, να συνοψισθεί ως εξής. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι, τόσο κατά τον κανονισμό 2201/2003, όσο και κατά τη Σύμβαση της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, η απομάκρυνση του παιδιού ήταν νόμιμη και επ’ αυτού συμφωνούν, όπως θα έχω την ευκαιρία να τονίσω στο πλαίσιο της εξετάσεως της λυσιτέλειας του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος (9), ο πατέρας (10) και η μητέρα του παιδιού, οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις, καθώς και η Επιτροπή.

50.      Η δεύτερη διευκρίνιση, η οποία αφορά την κρίσιμη ημερομηνία για τον προσδιορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας δυνάμει του κανονισμού 2201/2003 αποτελεί, αντιθέτως, πιο ευαίσθητο ζήτημα.

51.      Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 ορίζει, γενικώς, ότι τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της ασκήσεως της προσφυγής. Εάν κατά τη στιγμή της ασκήσεως της προσφυγής το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος μέλος του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκείται η προσφυγή, το εν λόγω δικαστήριο μπορεί να κηρύξει εαυτό αρμόδιο βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003. Αντιθέτως, εάν κατά τη στιγμή της ασκήσεως της προσφυγής το παιδί δεν έχει πλέον τη συνήθη διαμονή του στο κράτος μέλος του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκείται η προσφυγή, το δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να κηρύξει εαυτό αρμόδιο, τουλάχιστον βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003. Πάντως, αναλόγως των περιστάσεων, το εν λόγω δικαστήριο μπορεί τελικά να κηρυχθεί αρμόδιο βάσει των άρθρων 9, 10, 12 ή 14 του κανονισμού 2201/2003 ή ακόμη να κρίνει εαυτό αναρμόδιο βάσει των άρθρων 13 ή 15 του εν λόγω κανονισμού (11).

52.      Επ’ αυτού, το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division), με την απόφασή του περί παραπομπής, επισημαίνει ότι δύο ημερομηνίες μπορούν να θεωρηθούν κρίσιμες, ήτοι η 9η Οκτωβρίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία ο πατέρας του παιδιού προσέφυγε μέσω τηλεφώνου στον Duty High Court Judge, και η 12η Οκτωβρίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία ο πατέρας υπέβαλε τυπικώς αιτήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του εν λόγω δικαστή. Στη διάταξη της 15ης Απριλίου 2010, το High Court of Justice (England & Wales), Family Division, αναφέρει ρητώς ότι το αγγλικό δικαστήριο επελήφθη της υποθέσεως το βράδυ της 9ης Οκτωβρίου 2009 και έκτοτε απέκτησε, όπως και ο πατέρας, δικαίωμα επιμέλειας επί του παιδιού.

53.      Συναφώς, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, μολονότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προσδιορίσει ποια από τις δύο ημερομηνίες πρέπει να θεωρηθεί ως κρίσιμη, εντούτοις οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν καθορίζονται απευθείας από τον κανονισμό 2201/2003.

54.      Συγκεκριμένα, το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν: από της καταθέσεως στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, εφόσον ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο (12).

55.      Υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης και λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, είναι εμφανές ότι μόνον η ημερομηνία της 12ης Οκτωβρίου 2009 μπορεί να θεωρηθεί ως κρίσιμη κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του κανονισμού 2201/2003. Εναπόκειται, πάντως, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει την τήρηση των διατυπώσεων κοινοποιήσεως ή επιδόσεως κατά τις διατάξεις του κανονισμού (EΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και καταργήσεως του κανονισμού (EΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου (13).

56.      Πάντως, επιβάλλεται να τονιστεί το γεγονός ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στο πλαίσιο εφέσεως ασκηθείσας κατά δύο διατάξεων τις οποίες εξέδωσε το ίδιο δικαστήριο σε δύο συνθέσεις, οι οποίες αμφότερες κήρυξαν εαυτές αρμόδιες δυνάμει του κανονισμού 2201/2003, η πρώτη ελάχιστον χρόνο μετά την απομάκρυνση της μητέρας με το παιδί, στις 12 Οκτωβρίου 2009, η δεύτερη περίπου έξι μήνες μετά την εν λόγω απομάκρυνση, στις 15 Απριλίου 2010.

57.      Το εν λόγω ειδικό στοιχείο, το οποίο συνδέεται με τον ιδιαιτέρως γενικό χαρακτήρα του πρώτου ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, καθιστά δυσχερή τον προσδιορισμό του εάν το εν λόγω δικαστήριο προτίθεται να αποφανθεί κατ’ έφεση επί της αρμοδιότητας των δύο κατώτερων δικαστηρίων ή, επί της δικής του αρμοδιότητας, να επιληφθεί της εν λόγω εφέσεως βάσει του κανονισμού 2201/2003. Όμως, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που όρισε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Α και εκείνων που θα οριστούν στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, το έργο του προσδιορισμού της συνήθους διαμονής του παιδιού προσλαμβάνει πολύ πιο ευαίσθητο χαρακτήρα στην πρώτη περίπτωση απ’ ό,τι στη δεύτερη (14). Στην ανάλυση που ακολουθεί λαμβάνεται, πάντως, ως αφετηρία η παραδοχή ότι ο προσδιορισμός της συνήθους διαμονής του παιδιού πρέπει να λάβει χώρα κατά τον χρόνο ασκήσεως της αρχικής προσφυγής ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων, ήτοι στις 12 Οκτωβρίου 2009, ενώ διευκρινίζεται ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προσδιορίσει την προσέγγιση που προτίθεται να υιοθετήσει συναφώς.

V –    Επί του πρώτου ερωτήματος

58.      Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει ποιο είναι το κατάλληλο «κριτήριο» για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής παιδιού κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003 (15). Κατ’ αρχάς, ουδόλως προσδιορίζεται εάν το αιτούν δικαστήριο αναμένει από το Δικαστήριο να απαντήσει κατά τρόπο γενικό σε ένα αφηρημένο ερώτημα ή εάν ζητεί, αντιθέτως, να δοθεί απάντηση προσαρμοσμένη στις περιστάσεις της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Πάντως, φαίνεται ότι μάλλον επιθυμεί να λάβει απάντηση η οποία να επικεντρώνεται στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει.

59.      Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του δυνάμει του κανονισμού 2201/2003, ζητεί ευθέως διευκρινίσεις σε σχέση με την έννοια της συνήθους διαμονής, όπως μνημονεύεται, ιδίως, στο άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού. Εξ αυτού θα μπορούσε να συναχθεί ότι η συνήθης διαμονή αποτελεί το μοναδικό έρεισμα επί του οποίου μπορεί να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων. Όμως, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 αποτελεί μέρος ευρύτερου συνόλου. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ρητώς ότι η γενική δικαιοδοσία που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, θεμελιώνεται μόνον οσάκις δεν συντρέχουν οι λοιπές προβλεπόμενες περιπτώσεις δικαιοδοσίας, η δε συνήθης διαμονή αποτελεί απλώς ένα από πλείονα κριτήρια τα οποία είναι επίσης ικανά να θεμελιώσουν επικουρικώς δικαιοδοσία.

60.      Από αυτή την άποψη, επιβάλλεται να διευκρινιστεί στο αιτούν δικαστήριο ότι το πρώτο «κριτήριο» στο οποίο μπορεί να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του δυνάμει του κανονισμού 2201/2003 πρέπει να αναζητηθεί με γνώμονα τη συστημική θέση που αποδίδεται στην έννοια της συνήθους διαμονής στο πλαίσιο της οικονομίας του εν λόγω κανονισμού. Η έννοια της συνήθους διαμονής, παρά τη σημασία της, παρέχει μόνον περιορισμένες δυνατότητες. Πρέπει να εκλαμβάνεται ως έννοια η οποία, σε εύθετον χρόνο, επιβάλλεται να αντικατασταθεί από άλλες έννοιες ή εναλλακτικές κατηγορίες.

61.      Για τον λόγο αυτό φρονώ ότι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο, θα γίνει απόπειρα να αναπτυχθούν κατά το δυνατόν οι σταθερές που διαμορφώθηκαν ιδίως με την προπαρατεθείσα απόφαση Α (16), λαμβανομένων σε κάθε περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης, αποφεύγοντας, εντούτοις, τυχόν σφετερισμό του έργου που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, ήτοι της επιλύσεως της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του. Στο δεύτερο στάδιο και προκειμένου η απάντηση που θα δοθεί να είναι χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο, προτείνεται να επισημανθούν όλες οι οδοί τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός 2201/2003 για την επίτευξη του πρωταρχικού σκοπού που επιδιώκει το αιτούν δικαστήριο, ήτοι του καθορισμού της δικαιοδοσίας.

Α –     Επί του προσδιορισμού της «συνήθους διαμονής» του παιδιού

62.      Με την προπαρατεθείσα απόφαση A (17), το Δικαστήριο ερμήνευσε την έννοια της συνήθους διαμονής παιδιού κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, κατά τρόπο ώστε να επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να αποφαίνονται σε κάθε περίπτωση επί της δικαιοδοσίας τους δυνάμει του εν λόγω κανονισμού. Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η μεθοδολογία που περιγράφει το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση δεν είναι επαρκής. Είναι εμφανές ότι πρέπει να δοθούν πρόσθετες ενδείξεις οι οποίες να επιτρέπουν στα εθνικά δικαστήρια την κατανόηση των περιπτώσεων στις οποίες έχει λάβει χώρα μεταφορά της συνήθους διαμονής παιδιού.

1.      Η έννοια της συνήθους διαμονής: τα διδάγματα της αποφάσεως Α

63.      Πρώτον, με την προπαρατεθείσα απόφαση A, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός 2201/2003 δεν περιέχει ορισμό της έννοιας της συνήθους διαμονής ούτε περιλαμβάνει καμία ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών η οποία να επιτρέπει τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της συνήθους διαμονής. Εξ αυτού το Δικαστήριο συνήγαγε, σύμφωνα με τη νομολογία του, ότι ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να πραγματοποιείται με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι εκάστοτε επίμαχες διατάξεις, καθώς και με βάση τον σκοπό του εν λόγω κανονισμού. Συναφώς, επισήμανε τον σκοπό που απορρέει από τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2201/2003, κατά την οποία οι κανόνες αρμοδιότητας που θεσπίζονται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού επιλέγονται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού, ειδικότερα δε του κριτηρίου της εγγύτητας (18).

64.      Επομένως, η έννοια της συνήθους διαμονής κατά τον κανονισμό 2201/2003 αποτελεί κοινοτική έννοια, η οποία πρέπει, κατά συνέπεια, να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο (19). Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ως ερμηνεία κατά τρόπο αυτοτελή νοείται η ερμηνεία η οποία, ως ένα βαθμό, δεν δεσμεύεται από την ερμηνεία ταυτοσήμων ή παραπλησίων εννοιών οι οποίες χρησιμοποιούνται σε άλλους τομείς του κοινοτικού δικαίου, όπως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινούμενων εργαζομένων και στον τομέα του υπαλληλικού δικαίου (20).

65.      Δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συνήθης διαμονή του παιδιού πρέπει «να προσδιορίζεται βάσει όλων των ιδιαίτερων πραγματικών περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως» (21). Συναφώς, το Δικαστήριο τόνισε ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εκτός από τη φυσική παρουσία του παιδιού σε ένα κράτος μέλος, οι παράγοντες που μπορούν να δείξουν ότι η παρουσία αυτή δεν έχει προσωρινό ή περιστασιακό χαρακτήρα και ότι η διαμονή του παιδιού αντικατοπτρίζει ένα βαθμό ένταξης σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον (22). Μεταξύ των παραγόντων που απαρίθμησε ενδεικτικώς το Δικαστήριο συμπεριελήφθη η διάρκεια, η κανονικότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής επί του εδάφους κράτους μέλους και της μετοικήσεως της οικογένειας στο εν λόγω κράτος, η ιθαγένεια του παιδιού, ο τόπος και οι συνθήκες φοιτήσεως, οι γλωσσικές γνώσεις, καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις του παιδιού εντός του εν λόγω κράτους (23). Επιπλέον, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η πρόθεση των γονέων να εγκατασταθούν μαζί με το παιδί εντός άλλου κράτους μέλους, εκφραζόμενη με ορισμένα απτά μέτρα, όπως η αγορά ή ενοικίαση κατοικίας εντός του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί να αποτελεί ένδειξη της μεταφοράς της συνήθους διαμονής (24).

66.      Επομένως, από την προπαρατεθείσα απόφαση Α προκύπτει ότι η συνήθης διαμονή κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 «αντιστοιχεί στον τόπο που εκφράζει κάποια ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον». Πάντως, η εν λόγω απόφαση, στην πραγματικότητα, δεν παρέχει απλώς και μόνον τον ορισμό της έννοιας της συνήθους διαμονής. Καθορίζει τα βασικά στοιχεία μιας εξετάσεως η οποία καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του τόπου συνήθους διαμονής του παιδιού. Η εν λόγω εξέταση συνίσταται στην αξιολόγηση και στάθμιση σειράς ενδείξεων αντικειμενικών όσο και υποκειμενικών, ποσοτικών όσο και ποιοτικών, χρονικών και ηθελημένων, οι οποίες είναι ικανές να θεμελιώσουν την έντονη, ως ένα βαθμό, ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον.

67.      Τρίτον, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσδιορισμός του τόπου συνήθους διαμονής παιδιού εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία πρέπει να στηρίζονται σε συνολική αξιολόγηση της καταστάσεως και, ήτοι σε σφαιρική εκτίμηση των διαφόρων κρίσιμων στοιχείων και αποδείξεων (25). Πάντως, το Δικαστήριο δεν παρέθεσε ειδικότερες ενδείξεις σχετικά με τις υποχρεώσεις που υπέχουν συναφώς τα εθνικά δικαστήρια.

68.      Κατόπιν της υπομνήσεως των ανωτέρω στοιχείων, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Α, καθόσον παραθέτει ταυτόχρονα το πλαίσιο, τα κριτήρια και τη μέθοδο προσδιορισμού του τόπου συνήθους διαμονής παιδιού κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003, παρέχει ήδη σαφή και ολοκληρωμένη απάντηση στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.

69.      Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο δεν συμμερίζεται αυτή την άποψη και, μολονότι είναι σαφές ότι είχε λάβει πλήρη γνώση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Α, εντούτοις έκρινε αναγκαία την υποβολή του εν λόγω ερωτήματος (26).

70.      Επομένως, το αιτούν δικαστήριο προφανώς ζητεί από το Δικαστήριο να παράσχει, επιπλέον των διευκρινίσεων που διατυπώθηκαν ήδη στην προπαρατεθείσα απόφαση Α, ειδικότερες ενδείξεις οι οποίες θα του επιτρέψουν να σταθμίσει, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, τα αντικρουόμενα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα των διαδίκων της κύριας δίκης επί του εν λόγω ζητήματος και να επιλύσει τη διαφορά που έχει υποβληθεί στην κρίση του. Ως εκ τούτου, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να εκληφθεί, κατ’ ουσίαν, ως αίτημα καθορισμού των κριτηρίων που επιτρέπουν τον προσδιορισμό των περιστάσεων υπό τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί ότι, στην περίπτωση παιδιού που νομίμως απομακρύνθηκε με τη συνοδεία της μητέρας του από την επικράτεια κράτους μέλους όπου είχε τη συνήθη διαμονή του, έχει μεσολαβήσει «απώλεια» της εν λόγω συνήθους διαμονής και απόκτηση νέας συνήθους διαμονής.

2.      «Απώλεια» και «απόκτηση» συνήθους διαμονής στην περίπτωση νόμιμης μετακινήσεως

 α)     Οι προϋποθέσεις για τη μεταφορά συνήθους διαμονής

71.      Για να θεωρηθεί ότι υπήρξε αλλαγή συνήθους διαμονής, πρέπει να μεσολαβήσει «απώλεια» της αρχικής συνήθους διαμονής και «απόκτηση» νέας συνήθους διαμονής (27). Συγκεκριμένα, καίτοι ορισμένο πρόσωπο μπορεί να έχει πλείονες «απλές» διαμονές, αντιθέτως, μπορεί να έχει μόνο μία συνήθη διαμονή. Εξάλλου, η κατάσταση προσώπου που αποφασίζει να εγκαταλείψει κράτος μέλος, για να διαμείνει σε άλλο και να ζήσει εκεί μόνιμα, δεν εξομοιώνεται με την κατάσταση προσώπου που αποκτά προσωρινώς, κατ’ αρχάς, απλή διαμονή σε κράτος μέλος, αλλά εν τέλει εγκαθίσταται σε αυτό επ’ αόριστον. Στην πρώτη περίπτωση, η απώλεια της αρχικής συνήθους διαμονής και η απόκτηση νέας λαμβάνουν χώρα ταυτοχρόνως. Στη δεύτερη περίπτωση, δυσχερώς θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι αποκτήθηκε συνήθης διαμονή στο νέο κράτος μέλος πριν από την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος (28). Εντούτοις, μένει ακόμη να καθοριστούν οι ενδείξεις της απώλειας και της αποκτήσεως συνήθους διαμονής.

 β)     Οι ενδείξεις για τη μεταφορά συνήθους διαμονής

72.      Συναφώς, πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στις διατάξεις του άρθρου 9 του κανονισμού 2201/2003, καθώς και, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, στη βούληση της μητέρας του παιδιού.

i)      Τα συναγόμενα από το άρθρο 9 του κανονισμού 2201/2003 ερμηνευτικά στοιχεία

73.      Στην περίπτωση παιδιού που μετοικεί νομίμως από κράτος μέλος σε άλλο όπου αποκτά νέα συνήθη διαμονή, το άρθρο 9 του κανονισμού 2201/2003 προβλέπει παρέκταση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων του κράτους μέλους της αρχικής συνήθους διαμονής μόνο για περίοδο τριών μηνών. Επομένως, κατά τον κανονισμό 2201/2003, γίνεται δεκτό ότι είναι δυνατή η απόκτηση από παιδί νέας συνήθους διαμονής εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών (29).

74.      Η κρατούσα γλωσσική απόδοση της εν λόγω διατάξεως είναι επιδεκτική διαφοροποιημένων ή ακόμη και παρεκκλινουσών ερμηνειών. Συνεπώς, επί παραδείγματι, η γερμανική απόδοση (30) της διατάξεως αυτής φαίνεται να επιρρωννύει την άποψη ότι η νόμιμη μετοικεσία συνεπάγεται, κατά κανόνα, την απόκτηση νέας συνήθους διαμονής, ενώ από τη γαλλική απόδοση (31) προκύπτει σαφώς ότι η δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως αυτής εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το παιδί, αφενός, μετοίκησε νομίμως, και, αφετέρου, απέκτησε νέα συνήθη διαμονή.

75.      Χωρίς εκτενή παράθεση της πάγιας νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την ερμηνεία των διαφορετικών γλωσσικών αποδόσεων των κειμένων του δικαίου Ένωσης, υπενθυμίζεται ότι η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων υπόψη όλων των γλωσσικών αποδόσεών της και με βάση τόσο τη γενική οικονομία και τον σκοπό του κανονισμού του οποίου αποτελεί μέρος (32), όσο και την πραγματική βούληση του νομοθέτη και τον επιδιωκόμενο από τον τελευταίο σκοπό (33).

76.      Παρότι ο τίτλος του είναι κάπως παραπλανητικός (34), το άρθρο 9 του κανονισμού 2201/2003 καθιερώνει, στην πραγματικότητα, την αρχή ότι η νόμιμη μετοικεσία παιδιού επιφέρει παρέκταση αρμοδιότητας στα δικαστήρια του κράτους μέλους της νέας συνήθους διαμονής του παιδιού. Η αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους της αρχικής διαμονής διατηρείται, για περιορισμένο χρονικό διάστημα τριών μηνών, με μοναδικό σκοπό να παράσχει στον δικαιούχο του δικαιώματος επικοινωνίας ο οποίος υποχρεούται να αποδεχτεί τη μετοικεσία του παιδιού τη δυνατότητα να προσφύγει ενώπιον των δικαστηρίων που χορήγησαν το εν λόγω δικαίωμα επικοινωνίας με αίτημα την τροποποίηση των προϋποθέσεων ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος με βάση τις νέες περιστάσεις.

77.      Κατά συνέπεια, η συλλογιστική που διέπει με την παρούσα διάταξη υποδεικνύει ότι η μετοικεσία σε άλλο κράτος μέλος προσώπου που έχει δικαίωμα γονικής μέριμνας παιδιού συνεπάγεται, κατά κανόνα, την απόκτηση νέας συνήθους διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, εκτός ειδικών περιστάσεων, σε περίπτωση νόμιμης μετοικεσίας θα πρέπει κατά κανόνα να πραγματοποιείται παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του προηγούμενου κράτους μέλους στα δικαστήρια του νέου κράτους μέλους, τα οποία θεωρούνται ως τα πλέον κατάλληλα κατ’ εφαρμογήν της αρχής της εγγύτητας (35).

78.      Δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 9 του κανονισμού 2201/2003, η νόμιμη μετακίνηση από κράτος μέλος σε άλλο, στον βαθμό που φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της επ’ αόριστον και όχι απλώς συγκυριακής εγκαταστάσεως στο εν λόγω κράτος μέλος, συνιστά αρκετά ισχυρή ένδειξη ότι έχει αποκτηθεί συνήθης διαμονή στο τελευταίο, η εν λόγω ένδειξη πρέπει, επομένως, να αναχθεί σε τεκμήριο, έστω μαχητό, περί αποκτήσεως νέας συνήθους διαμονής, το οποίο συνεπάγεται ότι εναπόκειται στον διάδικο που αμφισβητεί την εν λόγω απόκτηση να προσκομίσει στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι στην επίμαχη υπόθεση δεν έχει αποκτηθεί νέα συνήθης διαμονή.

79.      Πάντως, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, καίτοι τα εν λόγω στοιχεία είναι σημαντικά, εντούτοις, ασφαλώς, δεν αποτελούν τα μόνα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, η δε εξέταση στην οποία οφείλουν να προβαίνουν, εν πάση περιπτώσει, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να περιλαμβάνει πάντοτε συνολική αξιολόγηση της επίμαχης καταστάσεως, κατά τους όρους που θέτει η προπαρατεθείσα απόφαση A, και στάθμιση όλων των κρίσιμων στοιχείων, με σκοπό να αποδειχθεί εάν το παιδί έχει ενσωματωθεί στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του.

80.      Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να διευκρινιστεί ότι δεν είναι σκόπιμο τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν πάγιο τρόπο εξετάσεως των περιπτώσεων μεταφοράς συνήθους διαμονής, καθορίζοντας, επί παραδείγματι, κατά πραιτωριανό τρόπο, ορισμένη προθεσμία (36) κατά το πέρας της οποίας θεωρείται ότι έχει επέλθει αλλαγή της διαμονής (37), ή ακόμη κρίνοντας ότι αφ’ ης στιγμής το παιδί μετακινείται πράγματι νομίμως, επέρχεται αμέσως απώλεια της αρχικής συνήθους διαμονής του (38). Συγκεκριμένα, οι δύο αυτές προσεγγίσεις θα ήταν ευθέως αντίθετες με την ευέλικτη και ρεαλιστική προσέγγιση που υιοθέτησε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση A, η οποία δεν παρέχει κατ’ ανάγκην δυνατότητα επιλύσεως όλων των πιθανών καταστάσεων.

ii)    Η σημασία της βουλήσεως της μητέρας για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής νομίμως μετακινηθέντος παιδιού

81.      Όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω, εναπόκειται στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται πρώτο να προσδιορίσει, κατά την ημερομηνία της προσφυγής ενώπιόν του, τη συνήθη διαμονή του παιδιού, κατ’ εφαρμογήν της μεθοδολογίας που παρέθεσε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Α. Μολονότι στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του σημείου αυτού, είναι σαφές ότι η αναζήτηση στοιχείων βάσει των οποίων μπορεί να διαμορφώσει άποψη το εν λόγω δικαστήριο πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τις κρίσιμες διατάξεις του εθνικού δικαίου, με σεβασμό, ωστόσο, προς το δίκαιο της Ένωσης και τις γενικές αρχές του. Εντούτοις, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, η συνεκτίμηση της βουλήσεως της μητέρας του παιδιού, η οποία είχε αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του παιδιού κατά την ημερομηνία της μετακινήσεώς του, έχει ιδιαίτερη σημασία.

82.      Υπενθυμίζεται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η μητέρα και το παιδί εγκατέλειψαν την Αγγλία στις 7 Οκτωβρίου 2009. Επομένως, τα αγγλικά δικαστήρια, που επελήφθησαν της υποθέσεως στις 12 Οκτωβρίου 2009 και κλήθηκαν πρώτα να θεμελιώσουν τη δικαιοδοσία τους κατά τον κανονισμό 2201/2003, έπρεπε να προσδιορίσουν εάν το παιδί, κατόπιν της απομακρύνσεώς του με τη συνοδεία της μητέρας του, απώλεσε τη συνήθη διαμονή του στην Αγγλία και, κατά τον χρόνο της ασκήσεως προσφυγής ενώπιόν τους, είχε αποκτήσει νέα συνήθη διαμονή στη Γαλλία.

83.      Προφανώς, όπως προκύπτει από τη διάταξη της 15ης Απριλίου 2010, η βούληση της μητέρας να εγκαταλείψει οριστικώς την Αγγλία με την κόρη της μπορούσε, αφενός, να συναχθεί από ορισμένα αντικειμενικά γεγονότα, όπως από την αγορά αεροπορικού εισιτηρίου χωρίς επιστροφή, καθώς και από πλείονες δηλώσεις από τις οποίες προέκυπτε κατά το μάλλον ή ήττον σαφώς η εν λόγω πρόθεση. Αντιθέτως, η πώληση από τη μητέρα του αυτοκινήτου το οποίο είχε στην ιδιοκτησία της στην Αγγλία κρίθηκε ότι δεν αποτελούσε αρκούντως πειστικό στοιχείο. Αφετέρου, πάντως, η εν λόγω βούληση μπορούσε να τεθεί επίσης υπό σοβαρή αμφισβήτηση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η μητέρα δεν είχε ενημερώσει ούτε τον εργοδότη της ούτε τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματός της σχετικά με την αναχώρησή της.

84.      Εξάλλου, ακόμη και εάν η βούληση της μητέρας να εγκαταλείψει την Αγγλία ήταν αδιαμφισβήτητη, άλλα στοιχεία δικαιολογούσαν αμφιβολίες ως προς την αμετακίνητη πρόθεσή της να εγκατασταθεί στη Réunion. Μεταξύ άλλων, από την ανταλλαγείσα λίγο πριν από την αναχώρησή της αλληλογραφία και, ειδικότερα, από μια κάρτα που ταχυδρόμησε από το αεροδρόμιο την ημέρα της αναχωρήσεως μπορούσε να συναχθεί ότι η αναχώρησή της προσιδίαζε περισσότερο σε αντίδραση σε άγχος οφειλόμενο στις διατυπωθείσες εκ μέρους του πατέρα απειλές περί κινήσεως δικαστικής διαδικασίας για την απόκτηση της γονικής μέριμνας του παιδιού, παρά ως συνειδητή απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στη Réunion.

85.      Βεβαίως, όπως προαναφέρθηκε, η νόμιμη αποχώρηση από κράτος μέλος και η απόκτηση νέας διαμονής σε άλλο κράτος μέλος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην, αυτομάτως και αμέσως, την απόκτηση νέας συνήθους διαμονής στο δεύτερο κράτος μέλος. Πάντως, όπως επισήμανε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν αμφισβητείται ότι, σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η βούληση του προσώπου που έχει αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του παιδιού θα πρέπει ασφαλώς να λαμβάνεται προεχόντως υπόψη.

86.      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η εν λόγω συνεκτίμηση επιβάλλεται τοσούτω μάλλον καθόσον το παιδί, κατά την ημερομηνία της μετακινήσεώς του, ήταν ακόμη βρέφος.

87.      Η συνεκτίμηση της ηλικίας του παιδιού μπορεί κάλλιστα να εντάσσεται στο πλαίσιο της εξετάσεως τόσο της απώλειας συνήθους διαμονής όσο και της αποκτήσεως νέας συνήθους διαμονής. Δεδομένου ότι ένα παιδί πολύ νεαρής ηλικίας είναι ιδιαίτερα εξαρτημένο από τη μητέρα του η οποία αντιπροσωπεύει τον «ζωτικό ορίζοντα» γι’ αυτό, είναι σαφές ότι η βούληση της μητέρας να εγκαταλείψει νομίμως ορισμένο κράτος μέλος για να εγκατασταθεί ή να επανεγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος συνιστά καθοριστικό στοιχείο για την αξιολόγηση του ενδεχομένου απώλειας της συνήθους διαμονής του εν λόγω παιδιού. Η εξαιρετικά νεαρή ηλικία του παιδιού συνεπάγεται, εξάλλου, ότι οι προϋποθέσεις ενσωματώσεώς του στο νέο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του μπορούν να συντρέξουν σε ιδιαίτερα σύντομο διάστημα.

88.      Η εν λόγω συνεκτίμηση της βουλήσεως του ασκούντος αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του παιδιού ουδόλως συνεπάγεται ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες.

89.      Αντιθέτως, η εν λόγω βούληση επιβάλλεται να ευρίσκει έρεισμα σε απτά στοιχεία, τα οποία μπορεί να είναι, όπως τόνισε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Α, η αγορά ή ενοικίαση κατοικίας εντός του νέου κράτους μέλους. Πάντως, η επιστροφή στη χώρα καταγωγής της ή στην οικογένειά της συνιστούν στοιχεία εξίσου κρίσιμα για την εκτίμηση της εν λόγω βουλήσεως. Τούτο μπορεί να ισχύει ιδίως στην περίπτωση καταστάσεως όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην οποία ο πατέρας εγκατέλειψε την κοινή οικία λίγο χρόνο πριν από τη γέννηση του παιδιού. Υπό τις εν λόγω περιστάσεις, η σημασία της απομακρύνσεως μπορεί να αξιολογηθεί επίσης με γνώμονα τόσο οικονομικούς όσο και ψυχολογικούς λόγους.

90.      Πάντως, όπως τόνισε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εν λόγω βούληση δεν μπορεί να αγνοηθεί απλώς και μόνον βάσει του ισχυρισμού ότι η μετοικεσία του παιδιού αποσκοπεί κυρίως στη διατήρηση της αποκλειστικής επιμέλειας.

91.      Συναφώς, ο πατέρας του παιδιού, κατ’ ουσίαν, ισχυρίζεται, ότι η απομάκρυνση της μητέρας με τη συνοδεία του παιδιού απέβλεπε ειδικώς στην παράκαμψη της δικαιοδοσίας των αγγλικών δικαστηρίων και στη θεμελίωση τεχνητών νομικών δεσμών, κατά παράβαση του δικαιώματος του παιδιού όσο και του πατέρα στην οικογενειακή ζωή, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη και στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, καθώς και των δικαιωμάτων του παιδιού, όπως κατοχυρώνονται από το άρθρο 24 του Χάρτη. Τονίζει ότι τα ζημιογόνα αποτελέσματα της απαγωγής παιδιών καθίστανται αισθητά ιδίως στο πλαίσιο της καθημερινής πραγματικότητας και δεν μπορούν να σχετικοποιούνται με γνώμονα αφηρημένες νομικές εκτιμήσεις όπως εκείνες που αφορούν το ζήτημα εάν, κατά τη χρονική στιγμή της μετακινήσεως του παιδιού, τη γονική μέριμνα ασκούσε αποκλειστικά η μητέρα ή αμφότεροι οι γονείς. Επιπλέον επισημαίνει ότι ούτε ο κανονισμός 2201/2003, ούτε η Σύμβαση της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών καθιερώνουν διακρίσεις με βάση την οικογενειακή κατάσταση των γονέων, ήτοι με βάση το εάν έχουν συνάψει ή όχι γάμο.

92.      Ακόμη και εάν οι εν λόγω ισχυρισμοί ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, πράγμα που είναι αδύνατο να προσδιοριστεί απλώς και μόνον με βάση τον φάκελο της δικογραφίας, εντούτοις πρέπει να απορριφθούν.

93.      Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι ο προσδιορισμός της συνήθους διαμονής του παιδιού αποβλέπει αποκλειστικά στον προσδιορισμό του δικαστηρίου, το οποίο, σύμφωνα με την αρχή της εγγύτητας και υπό το πρίσμα του υψίστου συμφέροντος του παιδιού, θεωρείται ότι ευρίσκεται εγγύτερα στο παιδί. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η εν λόγω εξέταση πρέπει να διενεργείται με γνώμονα το παιδί και σε καμία περίπτωση με γνώμονα τους γονείς, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα της αιτήσεώς τους σχετικά με το εν λόγω παιδί.

94.      Τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν, χωρίς να κλονίσουν αυτά καθεαυτά τα θεμέλια επί των οποίων εδράζεται ο κανονισμός 2201/2003, να θεμελιώσουν τη δικαιοδοσία τους απλώς και μόνο στην εκτίμηση ότι τα έννομα συμφέροντα των αιτούντων δεν μπορούν να προστατευθούν επαρκώς από τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους.

95.      Εν κατακλείδι, πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι τα εθνικά δικαστήρια τα οποία καλούνται να αποφανθούν επί της δικαιοδοσίας τους δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 πρέπει, στο πλαίσιο του προσδιορισμού της συνήθους διαμονής του παιδιού και ειδικά για τους σκοπούς της αξιολογήσεως εάν έχει υπάρξει όντως μεταφορά της συνήθους κατοικίας λόγω νόμιμης μετακινήσεως, να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να παράσχουν στο πρόσωπο που ασκεί αποκλειστικά τη γονική μέριμνα και στο οποίο οφείλεται η μετακίνηση τα μέσα για να ασκήσει πλήρως και ολοκληρωτικώς το δικαίωμά του ακροάσεως. Επιβάλλεται όχι μόνο να παρασχεθεί στο εν λόγω πρόσωπο η δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις, αλλά και να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να δοθεί στο πρόσωπο αυτό η ευκαιρία να παραθέσει τους λόγους της αποχωρήσεώς του.

96.      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, μολονότι τούτο τηρήθηκε πριν από την έκδοση της διατάξεως της 15ης Απριλίου 2010, εντούτοις δεν συνέβη το ίδιο πριν από την έκδοση της διατάξεως της 12ης Οκτωβρίου 2009, βάσει της οποίας προσδιορίστηκε στη διαφορά της κύριας δίκης το δικαστήριο που επελήφθη πρώτο, κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003.

Β –     Επί του ελέγχου της δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων σε περίπτωση αλλαγής συνήθους διαμονής

97.      Λαμβάνοντας ως αφετηρία την αρχή ότι, με την έκδοση της προδικαστικής του αποφάσεως, το Δικαστήριο οφείλει να δώσει λυσιτελή και πλήρη απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου και, επικουρικώς, να παράσχει σε όλα τα δικαστήρια των κρατών μελών που καλούνται να εφαρμόσουν τον κανονισμό 2201/2003 τα κρίσιμα κριτήρια για να αποφαίνονται επί της δικαιοδοσίας τους, κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός 2201/2003 καθιέρωσε ένα πλήρες και ομοιόμορφο σύστημα δικαιοδοσίας, στο πλαίσιο του οποίου η συνήθης διαμονή του παιδιού συνιστά ένα μόνον, ίσως το σημαντικότερο, από τα κριτήρια στα οποία τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να θεμελιώσουν τη δικαιοδοσία τους. Επομένως, προτείνεται να αποσαφηνιστεί ως ένα βαθμό ο αυτεπάγγελτος προσδιορισμός της δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων βάσει του κανονισμού 2201/2003.

 1.     Αποσαφήνιση του αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων βάσει του κανονισμού 2201/2003

98.      Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, το οποίο διακηρύσσει τη γενική δικαιοδοσία του δικαστηρίου της συνήθους διαμονής του παιδιού, δεν θίγει, σύμφωνα με την παράγραφο 2, τις διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 12 του εν λόγω κανονισμού.

99.      Επομένως, τα δικαστήρια των κρατών μελών που καλούνται να αποφανθούν επί της δικαιοδοσίας τους βάσει του κανονισμού 2201/2003 πρέπει, για τον σκοπό αυτόν, να ακολουθήσουν την οδό που ορίζει το άρθρο 8, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξακριβώσουν εάν είναι αρμόδια δυνάμει των άρθρων 9, 10 και 12 του κανονισμού 2201/2003. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, οφείλουν να θεμελιώσουν τη δικαιοδοσία τους βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, στο πλαίσιο και με γνώμονα τη μεθοδολογία προσδιορισμού της συνήθους διαμονής του παιδιού η οποία περιγράφεται στην νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως στην προπαρατεθείσα απόφαση Α.

100. Εάν δεν καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός της συνήθους διαμονής του παιδιού βάσει της εν λόγω μεθοδολογίας, τα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ασκήθηκε η προσφυγή οφείλουν να αποφανθούν βάσει άλλων διατάξεων του κανονισμού 2201/2003, ήτοι είτε βάσει του άρθρου 13 του εν λόγω κανονισμού, όταν δεν μπορεί να διαπιστωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού, είτε βάσει του άρθρου 15 του κανονισμού, όταν το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο με γνώμονα τη συνήθη διαμονή του παιδιού (39).

101. Συναφώς, επιβάλλεται να δοθεί έμφαση στις διάφορες πτυχές της θεμελιώσεως της δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων βάσει του κανονισμού 2201/2003 (40).

102. Το άρθρο 17 του κανονισμού 2201/2003 επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να διαπιστώσουν αυτεπαγγέλτως την έλλειψη δικαιοδοσίας τους, εφόσον επιλαμβάνονται υποθέσεως για την οποία δεν έχουν δικαιοδοσία βάσει του εν λόγω κανονισμού και για την οποία δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει δικαιοδοσία δυνάμει του κανονισμού αυτού.

103. Πάντως, από την οικονομία του κανονισμού 2201/2003 μπορεί ασφαλώς να συναχθεί ότι εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, όχι μόνο να ελέγξουν τη δικαιοδοσία τους (41) και, ενδεχομένως, να καλέσουν τους διαδίκους να υποβάλουν συναφείς παρατηρήσεις (42), αλλά και να θεμελιώσουν αυτεπαγγέλτως τη δικαιοδοσία τους στον εν λόγω κανονισμό. Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στα επιληφθέν εθνικό δικαστήριο να ερευνήσει, αποβλέποντας στη διασφάλιση του υψίστου συμφέροντος του παιδιού, κάθε πιθανότητα να έχει δικαιοδοσία άλλο δικαστήριο και, ιδίως, το ενδεχόμενο να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο υπέρ δικαστηρίου το οποίο είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα την υπόθεση.

104. Τούτο ακριβώς έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Α (43), στην οποία μνημόνευσε την εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία, σε περίπτωση αδυναμίας προσδιορισμού της συνήθους διαμονής του παιδιού, το εθνικό δικαστήριο πρέπει, δυνάμει του άρθρου 13 του κανονισμού 2201/2003, να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και να παραπέμψει την υπόθεση στα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται το παιδί. Ομοίως, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο βάσει του άρθρου 16 του κανονισμού. Πρέπει να εξετασθούν διαδοχικώς αμφότερες οι δυνατότητες.

 2.     Η εξέταση της δυνατότητας παραπομπής σε άλλο δικαστήριο

105. Η υπόθεση της κύριας δίκης αναδεικνύει με ενάργεια τις προϋποθέσεις παραπομπής υποθέσεως από ένα δικαστήριο σε άλλο. Το High Court of Justice (England & Wales), Family Division, μπορούσε ασφαλώς, λαμβανομένων υπόψη των αμφιβολιών που διατυπώθηκαν στη διάταξη της 15ης Απριλίου 2010, να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 2201/2003. Το δε Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) μπορούσε, υπό το πρίσμα της εξελίξεως της καταστάσεως, να παραπέμψει την υπόθεση στα γαλλικά δικαστήρια, τα οποία σαφώς ευρίσκοντο ήδη σε θέση να κρίνουν καλύτερα την υπόθεση της διαφοράς της κύριας δίκης.

 α)     Η παραπομπή στο δικαστήριο του τόπου όπου ευρίσκεται το παιδί: το άρθρο 13 του κανονισμού 2201/2003

106. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, όταν δεν μπορεί να διαπιστωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού και να προσδιοριστεί η αρμοδιότητα βάσει του άρθρου 12 του εν λόγω κανονισμού, αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται το παιδί.

107. Το αιτούν δικαστήριο, με το αιτιολογικό της αποφάσεως περί παραπομπής, ζητεί να διευκρινιστεί εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι, στις 12 Οκτωβρίου 2009, το παιδί δεν είχε συνήθη διαμονή.

108. Η Επιτροπή, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, αναφέρεται στο εν λόγω ενδεχόμενο. Συγκεκριμένα, αναφερόμενη σε κρίση του δικαστή Brandon of Oakbrook (44), επισημαίνει ότι ένα πρόσωπο μπορεί εντός μιας και μόνον ημέρας να παύσει να έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος, εάν το εγκαταλείψει με σαφή πρόθεση να μην επιστρέψει και αποφασίσει, αντιθέτως, να εγκατασταθεί μονίμως σε άλλο κράτος μέλος. Εντούτοις, το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί να αποκτήσει συνήθη διαμονή στο δεύτερο κράτος μέλος εντός μιας και μόνον ημέρας, αλλά προς τούτο είναι αναγκαία η παρέλευση σχετικά μακρού χρονικού διαστήματος και η ύπαρξη σαφούς προθέσεως. Επομένως, κατά τη διάρκεια του εν λόγω σχετικά μακρού χρονικού διαστήματος, το πρόσωπο έχει χάσει τη συνήθη διαμονή του στο πρώτο κράτος μέλος χωρίς να έχει αποκτήσει νέα συνήθη διαμονή στο δεύτερο κράτος μέλος. Εξ αυτών η Επιτροπή συνάγει ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει εάν η μητέρα είχε αμετακίνητη πρόθεση να μην επιστρέψει στην Αγγλία, πράγμα που εναπόκειται στην τελευταία να αποδείξει σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου του αιτούντος δικαστηρίου.

109. Σε ελαφρώς διαφορετικό πνεύμα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διατείνεται ομοίως ότι ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί, αφού λάβει υπόψη όλους τους κρίσιμους παράγοντες και στηριζόμενο στις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης υποθέσεως, να κρίνει ότι ένα παιδί μπορεί να απολέσει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος αμέσως μετά την απομάκρυνσή του από το κράτος αυτό. Συναφώς, τονίζει ότι σε μια τέτοια περίπτωση το παιδί δεν απολαύει μειωμένης προστασίας, καθόσον το άρθρο 13 του κανονισμού 2201/2003 ορίζει ακριβώς ότι δικαιοδοσία έχει το κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται το παιδί.

110. Επομένως, μπορεί να τονιστεί εκ νέου ότι εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να εξετάζουν εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 13 του κανονισμού 2201/2003 και, κατά συνέπεια, εάν η οικεία διάταξη πρέπει να τύχει εφαρμογής.

 β)     Η παραπομπή σε δικαστήριο που είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα την υπόθεση: το άρθρο 16 του κανονισμού 2201/2003 και η εξαίρεση του forum non conveniens

111. Το άρθρο 15 του κανονισμού 2201/2003 ορίζει ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τα δικαστήρια κράτους μέλους που έχουν δικαιοδοσία μπορούν, εάν κρίνουν ότι δικαστήριο άλλου κράτους μέλους με το οποίο το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα την υπόθεση και εφόσον αυτό εξυπηρετεί το ύψιστο συμφέρον του παιδιού, είτε να αναστείλουν την εκδίκαση της υποθέσεως και να καλέσουν τα μέρη να προσφύγουν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού του άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου, είτε να καλέσουν δικαστήριο ενός άλλου κράτους μέλους να ασκήσει τη δικαιοδοσία του σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου.

112. Το άρθρο 15, παράγραφος 2 του κανονισμού 2201/2003 ορίζει ότι η εν λόγω δυνατότητα μπορεί να αξιοποιηθεί, μεταξύ άλλων, με πρωτοβουλία του επιληφθέντος εθνικού δικαστηρίου.

113. Συνεπώς, μπορεί να συναχθεί ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει εάν στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης κατάσταση πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 15 του κανονισμού 2201/2003 και, κατά συνέπεια, εάν η οικεία διάταξη πρέπει να τύχει εφαρμογής.

Γ –     Πρόταση

114. Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση. Γενικώς, οσάκις ασκείται προσφυγή σχετικά με τη γονική μέριμνα παιδιού ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, το εν λόγω δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ρητώς επί της δικαιοδοσίας του δυνάμει του κανονισμού 2201/2003, αφού προηγουμένως εξετάσει διαδοχικώς τους διάφορους λόγους στους οποίες μπορεί να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία του δυνάμει του εν λόγω κανονισμού. Στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως, εναπόκειται στο δικαστήριο αυτό να προσδιορίσει, με γνώμονα το ύψιστο συμφέρον του παιδιού, τη συνήθη διαμονή του τελευταίου, συνεκτιμώντας όλες τις ειδικές περιστάσεις της επίμαχης υποθέσεως. Ειδικότερα, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, χαρακτηριστικά στοιχεία της οποίας αποτελούν, αφενός, ο νόμιμος χαρακτήρας της μετακινήσεως του παιδιού από το κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του σε άλλο κράτος μέλος και, αφετέρου, η απευθείας, αλλά σε χρόνο μεταγενέστερο της μετακινήσεως, άσκηση προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους της αρχικής διαμονής, το εν λόγω δικαστήριο πρέπει, ειδικότερα, να προσπαθήσει εξακριβώσει εάν η εν λόγω μετακίνηση είχε, όντως, ως αποτέλεσμα τη βραχυπρόθεσμη απώλεια της αρχικής συνήθους διαμονής του παιδιού και την απόκτηση νέας συνήθους διαμονής στο κράτος μέλος προορισμού. Προς τον σκοπό αυτόν, πρέπει να συνεκτιμήσει προεχόντως και κατά τρόπο εμφανή τη βούληση του ασκούντος τη γονική μέριμνα στον οποίο οφείλεται η νόμιμη μετακίνηση, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη την ηλικία του παιδιού και αφού προηγουμένως παράσχει στο εν λόγω πρόσωπο τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις και να εκθέσει πλήρως και ολοκληρωτικώς τους λόγους που οδήγησαν στην εν λόγω μετακίνηση. Υπό τις εν λόγω περιστάσεις, εναπόκειται στο πρόσωπο που αμφισβητεί την απόκτηση νέας συνήθους διαμονής να προσκομίσει στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η εν λόγω μετακίνηση δεν απορρέει από τη βούληση αποκτήσεως νέας συνήθους διαμονής στο κράτος μέλος του προορισμού. Εν τέλει, εάν είναι αδύνατο να διαπιστωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει τούτο ρητώς και, με σεβασμό προς την αρχή της εγγύτητας, να κηρύξει εαυτό αρμόδιο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 ή στο άρθρο 15 του κανονισμού 2201/2003.

VI – Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

Α –     Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί της λυσιτέλειας των υποβληθέντων ερωτημάτων

1.      Θέση του προβλήματος

115. Με το πρώτο του ερώτημα (45), δεύτερη περίπτωση, και με το τρίτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 το οποίο καθορίζει τους κανόνες θεμελιώσεως δικαιοδοσίας σε περίπτωση απαγωγής παιδιού.

116. Επιπλέον, με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν, κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003, μπορεί να αποτελεί ένα δικαστήριο «ίδρυμα ή άλλη οργάνωση», έννοιες που χρησιμοποιούνται μόνο στα άρθρα 10 και 11 του εν λόγω κανονισμού.

117. Όπως τόνισε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το αιτούν δικαστήριο δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα του είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπογράμμισε, πάντως, ότι το ερώτημα αυτό προφανώς στηρίζεται στην παραδοχή ότι, εάν τα αγγλικά δικαστήρια έχουν αποκτήσει δικαίωμα επιμέλειας από τις 9 Οκτωβρίου 2010, η μη επιστροφή του παιδιού στην Αγγλία είναι παράνομη και, επομένως, μπορεί να ενεργοποιήσει την εφαρμογή τόσο της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, όσο και του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003, το οποίο αφορά ακριβώς την επιστροφή παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως.

118. Συναφώς, ο πατέρας του παιδιού ισχυρίζεται μεταξύ άλλων, ότι ακόμη και εάν η απομάκρυνση της μητέρας με τη συνοδεία του παιδιού αρχικώς δεν ήταν παράνομη, η μη επιστροφή του παιδιού στην Αγγλία κατέστη παράνομη λόγω μη συμμορφώσεως της μητέρας με τις διάφορες διατάξεις που εξέδωσαν τα αγγλικά δικαστήρια.

119. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου μπορεί, επίσης, να θεωρηθεί ότι παραπέμπει σιωπηρώς στις διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003.

120. Επομένως, από τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το δικαστήριο αυτό κρίνει, τουλάχιστον σιωπηρώς, ότι τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης πραγματικά περιστατικά εξομοιώνονται με απαγωγή παιδιού και ότι, συνεπώς, τόσο η Σύμβαση της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, όσο και τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού 2201/2003 πρέπει να τύχουν εφαρμογής.

121. Όμως, από αυτή καθεαυτήν την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η εκκαλούσα της κύριας δίκης νομίμως μετέβη από την Αγγλία στη Réunion, πράγμα που διαπιστώθηκε και με τη διάταξη του High Court of Justice (England & Wales), Family Division, της 15ης Απριλίου 2010. Συγκεκριμένα, στην απόφαση περί παραπομπής, αναφέρεται ότι η εκκαλούσα στην υπόθεση της κύριας δίκης ασκούσε αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του παιδιού και, συνεπώς, ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο είχε δικαίωμα επιμέλειας, κατά την έννοια των άρθρων 3 και 5 της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών.

122. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι στην Αγγλία και την Ουαλία, ο πατέρας που δεν είναι νυμφευμένος με τη μητέρα των παιδιών του δεν αποκτά αυτομάτως τη γονική μέριμνα τους εκ του νόμου. Πάντως, μπορεί να αποκτήσει τη γονική μέριμνα είτε εάν φέρεται ως πατέρας του παιδιού στο πιστοποιητικό γεννήσεως, είτε συνάπτοντας συμφωνία γονικής μέριμνας με τη μητέρα, είτε με διάταξη δικαστηρίου περί γονικής μέριμνας («διάταξη γονικής μέριμνας»).

123. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση εξέφρασαν, επίσης, αμφιβολίες ως προς τη λυσιτέλεια των εν λόγω ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των επίμαχων πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης.

2.      Εκτίμηση

124. Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται, συναφώς, ότι, κατά το άρθρο 2, σημείο 11, του κανονισμού 2201/2003, «παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού» συντρέχει μόνον όταν συντελείται παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση ή από τον νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του.

125. Εν προκειμένω, όπως διαπίστωσε το αιτούν δικαστήριο, και όπως δέχθηκαν τόσο η εκκαλούσα και ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης, όσο και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, καθώς και η Γερμανική, η Ιρλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση με τις προφορικές παρατηρήσεις τους, η απομάκρυνση της μητέρας με το παιδί ήταν νόμιμη. Δεν παραβίασε ούτε το δικαίωμα επιμέλειας του πατέρα του παιδιού ούτε το δικαίωμα επιμέλειας άλλου ιδρύματος ή οργανώσεως (46).

126. Όμως, το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003, το οποίο καθιερώνει ειδικό κανόνα δικαιοδοσίας σε περίπτωση απαγωγής παιδιού, εφαρμόζεται μόνον στην ειδική περίπτωση της παράνομης μετακινήσεως ή κατακρατήσεως παιδιού, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 11, του κανονισμού 2201/2003.

127. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση C‑400/10 PPU, McB. (47), ο παράνομος χαρακτήρας της μετακινήσεως ενός παιδιού κατά την εφαρμογή του κανονισμού 2201/2003 εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη του δικαιώματος επιμέλειας που παρέχει το ισχύον εθνικό δίκαιο, κατά παράβαση της οποίας αυτή η μετακίνηση έλαβε χώρα.

128. Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε, επίσης, ότι η εν λόγω ερμηνεία του κανονισμού 2201/2003 δεν είναι ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο Χάρτη και, ιδίως, με τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη, τα οποία κατοχυρώνουν, αντιστοίχως, το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και τα θεμελιώδη δικαιώματα του παιδιού, αρκεί, πάντως, ο πατέρας του παιδιού να έχει δικαίωμα, προ της μετακινήσεως, να ζητήσει να του ανατεθεί η επιμέλειά του παιδιού (48).

129. Επιπλέον, επιβάλλεται να σημειωθεί συναφώς ότι, κατά το άρθρο 3 της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, για να θεωρηθεί ότι υφίσταται «παράνομη μετακίνηση» ή «παράνομη κατακράτηση» παιδιού πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις. Κατά την πρώτη προϋπόθεση, πρέπει να υπάρχει παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας που έχει ανατεθεί κατά το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του (49). Κατά τη δεύτερη προϋπόθεση, το δικαίωμα αυτό έπρεπε να ησκείτο πράγματι (50).

130. Εξάλλου, στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 3 της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών ορίζεται ότι το επίμαχο δικαίωμα επιμέλειας απορρέει είτε απευθείας από τον νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους. Άλλως ειπείν, οι τρόποι αναθέσεως του δικαιώματος επιμέλειας κατά την έννοια της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών αντιστοιχούν στους τρεις τρόπους αναθέσεως της γονικής μέριμνας που προβλέπονται στη νομοθεσία της Αγγλίας και της Ουαλίας.

131. Εξ αυτού συνάγεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που παρείχε αφ’ εαυτού το αιτούν δικαστήριο στο Δικαστήριο, οι οποίες δεν αμφισβητούνται, το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης περίπτωση.

132. Εντούτοις, τόσο η εκκαλούσα και ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, όσο και η Γερμανική, η Ιρλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, παρά τις αμφιβολίες που διατύπωσαν συναφώς, παρείχαν απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα.

133. Επομένως, προτείνεται, στη συνέχεια, να εξεταστούν εν συντομία το δεύτερο και τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, αλλά μόνον επικουρικώς.

134. Πάντως, επ’ ευκαιρία της παρούσας υποθέσεως, κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί στα εθνικά δικαστήρια ότι, μεταξύ των υποχρεώσεων που υπέχουν στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, περιλαμβάνεται και η υποχρέωση εκθέσεως των λόγων για τους οποίους κρίνουν ότι η απάντηση στα ερωτήματα που υποβάλλουν τους είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί. Η απαίτηση έχει ιδιαίτερα επιτακτικό χαρακτήρα στο πλαίσιο της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας.

Β –     Επί του δευτέρου ερωτήματος

135. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο καλεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος εάν ένα δικαστήριο αποτελεί «ίδρυμα ή άλλη οργάνωση» στο οποίο μπορεί να ανατεθεί το δικαίωμα επιμέλειας κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003.

136. Όπως διευκρινίστηκε στις προεκτεθείσες προκαταρκτικές παρατηρήσεις, το ερώτημα αυτό επιβάλλει να γίνει ερμηνεία των άρθρων 10 και 11 του κανονισμού 2201/2003, οι οποίες αποτελούν τις μοναδικές διατάξεις του εν λόγω κανονισμού στις οποίες γίνεται μνεία των όρων «ίδρυμα» ή «άλλη οργάνωση» σε σχέση με το δικαίωμα επιμέλειας (51).

137. Ο κανονισμός 2201/2003 δεν περιέχει ορισμό του «ιδρύματος» κατά την έννοια των άρθρων του 10 και 11.

138. Πάντως, στην προπαρατεθείσα απόφαση McB. (52), το Δικαστήριο έκρινε, συναφώς, ότι, μολονότι η έννοια «δικαίωμα επιμέλειας» που αποτελεί έννοια του κοινοτικού δικαίου της οποίας ο ορισμός δίδεται στο άρθρο 2, σημείο 9, του κανονισμού 2201/2003 και, συνεπώς, είναι αυτοτελής σε σχέση με το δίκαιο των κρατών μελών, εντούτοις όσον αφορά τον καθορισμό του προσώπου που έχει το εν λόγω δικαίωμα επιμέλειας, το γράμμα του άρθρου 2, σημείο 11, του εν λόγω κανονισμού παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών (53).

139. Η εκκαλούσα και ο εφεσίβλητος της κύριας δίκης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ιρλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, εν γένει, παρέπεμψαν στην προπαρατεθείσα απόφαση McB., τονίζοντας πάντως, στις γραπτές παρατηρήσεις τους ή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, κατά τη γνώμη τους, τίποτε δεν εμποδίζει την ανάθεση του δικαιώματος επιμέλειας παιδιού σε ένα δικαστήριο.

140. Μόνον η Γερμανική Κυβέρνηση προέβαλε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η αναγνώριση της ιδιότητας του ιδρύματος κατά την έννοια των άρθρων 10 και 11 του κανονισμού 2201/2003 σε δικαστήριο στο οποίο έχει υποβληθεί αίτηση αναθέσεως της επιμέλειας παιδιού, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του ίδιου κανονισμού, θίγει την ομοιόμορφη εφαρμογή του κανονισμού αυτού. Η εν λόγω κυβέρνηση επισήμανε, εντούτοις, ότι ο κανονισμός 2201/2003 δεν αποκλείει τη δυνατότητα αναγνωρίσεως του δικαιώματος αυτού σε ένα δικαστήριο.

141. Επομένως, εν γένει, θεωρείται ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση McB., οι προϋποθέσεις αποκτήσεως του δικαιώματος επιμέλειας και γονικής μέριμνας παιδιού ορίζονται από το δίκαιο των κρατών μελών. Πάντως, λαμβανομένης υπόψη της ενστάσεως που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση, το ζήτημα εάν ο προσδιορισμός της έννοιας «ίδρυμα» που αναφέρεται στα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού 2201/2003 πρέπει, επίσης, στο πλαίσιο αυτό, να καταλείπεται στα κράτη μέλη, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

142. Συναφώς, παρατηρείται ότι το άρθρο 2, σημείο 9, του κανονισμού 2201/2003 ορίζει ότι το «δικαίωμα επιμέλειας» περιλαμβάνει «τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του». Το άρθρο 2, σημείο 7, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι το εν λόγω δικαίωμα επιμέλειας αποτελεί στοιχείο της γονικής μέριμνας, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο «των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστική απόφαση, απευθείας από τον νόμο ή με ισχύουσα συμφωνία, όσον αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού».

143. Από τη συγκριτική ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 7, του κανονισμού 2201/2003, το οποίο δίδει τον ορισμό της γονικής μέριμνας χωρίς να παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών, και του άρθρου 2, σημείο 11, του εν λόγω κανονισμού το οποίο δίδει τον ορισμό της παράνομης μετακινήσεως ή κατακρατήσεως παιδιού, μπορεί να συναχθεί ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να προσδιορίσει το περιεχόμενο της έννοιας «ίδρυμα» κατά τις δύο αυτές διατάξεις.

144. Πάντως, δυσχερώς μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο μπορεί πράγματι να παράσχει αυτοτελή και ενιαία ερμηνεία της εν λόγω έννοιας, με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η οικεία διάταξη και τον σκοπό που επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση (54) και καταβάλλοντας προσπάθεια να προσδιορίσει το περιεχόμενό της κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται πλήρως στον επιδιωκόμενο με την εν λόγω ρύθμιση σκοπό, παραπέμποντας, πάντως, κατά τα λοιπά στο δίκαιο των κρατών μελών (55).

145. Εν πάση περιπτώσει, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Ιρλανδική Κυβέρνηση επέμειναν στη σημασία της δυνατότητας αναγνωρίσεως σε ένα δικαστήριο της ιδιότητας ιδρύματος που έχει δικαίωμα επιμέλειας, υπό το πρίσμα της εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003 κατά το πρότυπο της εφαρμογής της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών. Συγκεκριμένα, σε ορισμένα κράτη μέλη, όπως στην Ιρλανδία, στην Αγγλία και στην Ουαλία, η γονική μέριμνα και το δικαίωμα επιμέλειας δεν αποκτώνται από τον φυσικό πατέρα αυτομάτως, αλλά με τη συναίνεση της μητέρας ή, ελλείψει αυτής, με απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων υποβάλλονται αιτήσεις για την ανάθεση της γονικής μέριμνας στο φυσικό πατέρα επιβάλλεται να έχουν δικαίωμα επιμέλειας. Ελλείψει τέτοιου δικαιώματος, τα επιληφθέντα δικαστήρια δεν μπορούν να εμποδίσουν τις μητέρες από το να επιχειρήσουν, εν αναμονή της αποφάσεως η οποία ενδέχεται να αναθέσει τη γονική μέριμνα στον πατέρα, να παρακάμψουν τη δικαιοδοσία τους, εγκαταλείποντας τη χώρα μετά την κίνηση της διαδικασίας.

146. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή, σε αντίκρουση του επιχειρήματος της Γερμανικής Κυβερνήσεως, διευκρίνισε, συναφώς, ότι η ανάθεση δικαιώματος επιμέλειας στα δικαστήρια των εν λόγω κρατών μελών στηρίζεται στη νομοθεσία τους, και επομένως στον νόμο, και δεν απορρέει απλώς και μόνον από την υποβολή ενώπιόν τους της επίμαχης αιτήσεως.

147. Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου προτείνεται να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, σημεία 7, 9 και 11, και τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού 2201/2003 έχουν την έννοια ότι ένα δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να αποτελεί «ίδρυμα ή άλλη οργάνωση» κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, στο οποίο μπορεί να ανατεθεί δικαίωμα επιμέλειας για τους σκοπούς των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η χορήγηση του οικείου δικαιώματος επιμέλειας απορρέει απευθείας από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους.

Γ –     Επί του τρίτου ερωτήματος

148. Το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά την ερμηνεία των άρθρων 10 και 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003 και ειδικότερα τους κανόνες που εφαρμόζονται σε περίπτωση συνυπάρξεως αντιφατικών αποφάσεων που εκδόθηκαν από δικαστήρια δύο κρατών μελών, αφενός, βάσει του κανονισμού 2201/2003 και, αφετέρου, βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών.

 1.     Παρατηρήσεις των διαδίκων της κύριας δίκης, των κυβερνήσεων των ενδιαφερομένων κρατών μελών και της Επιτροπής

149. Η μητέρα του παιδιού διατείνεται κυρίως ότι, καθόσον η απομάκρυνση του παιδιού ήταν νόμιμη, το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Διευκρινίζει, εντούτοις, ότι στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 δεν εξακολουθεί να έχει εφαρμογή μετά την απόρριψη από τα δικαστήρια του κράτους μέλους υποδοχής της αιτήσεως επιστροφής του παιδιού που υποβλήθηκε βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών. Αντιθέτως, δεν προτείνει ευθέως την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, επισημαίνει μόνον ότι η ορθή εφαρμογή του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός 2201/2003 πρέπει να συμβάλλει στο να καθίσταται δυνατή η αποφυγή κάθε συγκρούσεως και τονίζει, συναφώς, την ανάγκη να χρησιμοποιούν τα δικαστήρια των κρατών μελών το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο, καθώς και την ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής των κανόνων περί εκκρεμοδικίας και αυστηρής τηρήσεως των κανόνων βάσει των οποίων ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού 2201/2003. Εν πάση περιπτώσει, εάν δεν είναι δυνατή η επίλυση του ζητήματος της δικαιοδοσίας, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόσουν το άρθρο 15 του κανονισμού 2201/2003, αποσκοπώντας στην προστασία του υψίστου συμφέροντος του παιδιού, σύμφωνα με το Χάρτη και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.

150. Ο πατέρας του παιδιού διατείνεται ότι, καθόσον τα αγγλικά δικαστήρια επελήφθησαν πρώτα αιτήσεως για την ανάθεση της γονικής μέριμνας, το γαλλικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε αίτηση με το ίδιο αντικείμενο από τη μητέρα στις 28 Οκτωβρίου 2009 όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού 2201/2003, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία μέχρι να διαπιστωθεί η δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων. Η απόφαση του γαλλικού δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 2010 επί της αιτήσεως επιστροφής του παιδιού δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών δεν είναι ικανή να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία των γαλλικών δικαστηρίων.

151. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 60, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 2201/2003, ο τελευταίος υπερισχύει μεν της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, όμως, κατά το άρθρο 62 του κανονισμού 2201/2003, η εν λόγω σύμβαση εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα επί θεμάτων τα οποία δεν ρυθμίζει ο εν λόγω κανονισμός. Επικαλούμενη ότι ο κανονισμός 2201/2003 ρυθμίζει μόνο σε περιορισμένο βαθμό την εφαρμογή της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως βάσει της τελευταίας, υποστηρίζει ότι, όταν το δικαστήριο κράτους μέλους που επελήφθη πρώτο υποθέσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα ελέγχει τη δικαιοδοσία του δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, δεν δεσμεύεται από την απόφαση δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους το οποίο αποφάνθηκε επί αιτήσεως υποβληθείσας δυνάμει της εν λόγω συμβάσεως.

152. Η Γερμανική Κυβέρνηση τόνισε μεν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι αλυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η μετακίνηση του παιδιού ήταν νόμιμη, πλην όμως θέλησε διατυπώσει την άποψή της. Συναφώς, επισημαίνει ότι, έστω και εάν το άρθρο 17 του κανονισμού 2201/2003 επιβάλλει στα δικαστήρια των κρατών μελών την υποχρέωση να ελέγχουν τη δικαιοδοσία τους βάσει του εν λόγω κανονισμού, όπως και βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, εντούτοις καμία διάταξη του κανονισμού αυτού δεν ορίζει ποιο δικαστήριο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό. Εντούτοις, καθόσον οι δύο πράξεις στηρίζονται στους ίδιους όρους, τα δε κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τους όρους αυτούς και να μεριμνούν για τη συνοχή των αποφάσεών τους, η διαπλοκή των δύο πράξεων θα πρέπει να καθιστά δυνατή την αποφυγή κάθε συγκρούσεως. Πάντως, δεδομένου ότι οι δικονομικοί κανόνες και οι κανόνες αποδείξεως έχουν διαφορετικό περιεχόμενο, δεν αποκλείεται το δικαστήριο κράτους μέλους να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του στο άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003, μολονότι το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους απέρριψε σε προγενέστερο χρόνο αίτηση επιστροφής βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών.

153. Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι, καθόσον το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, το πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου είναι αλυσιτελές. Υποστηρίζει ότι στο δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δικαστήριο επιληφθέν βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών δεν μπορεί να επιλύσει σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ δύο δικαστηρίων επιληφθέντων βάσει του κανονισμού 2201/2003. Αντιθέτως, η εν λόγω σύγκρουση δικαιοδοσίας ρυθμίζεται από το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003.

154. Η Επιτροπή επιχειρεί να δώσει απάντηση στο τρίτο ερώτημα υπενθυμίζοντας το περιεχόμενο των κανόνων των άρθρων 8, 10 και 11 του κανονισμού 2201/2003. Πρώτον, το αγγλικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει εαυτό αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού, εάν πληρούται η προϋπόθεση σε σχέση με τη συνήθη διαμονή. Επομένως, η προσωρινή ή οριστική απόφαση που εκδίδει δυνάμει του εν λόγω άρθρου είναι εκτελεστή, κατά τις διατάξεις του κεφαλαίου III του εν λόγω κανονισμού. Η υποβολή αιτήσεως ενώπιον άλλου δικαστηρίου ενεργοποιεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003, οπότε το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους που επιλαμβάνεται αγωγής με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία πρέπει να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία.

155. Δεύτερον, η Επιτροπή, επισημαίνοντας ότι, εν προκειμένω, τα αγγλικά δικαστήρια δεν δικαιούνται να κηρύξουν εαυτά αρμόδια βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 2201/2003, υποστηρίζει ότι, όταν ένα δικαστήριο επιλαμβάνεται δυνάμει του εν λόγω άρθρου, ενεργοποιείται, κατά τον ίδιο τρόπο, η εφαρμογή των διατάξεων περί εκκρεμοδικίας, εκτός εάν το δικαστήριο επιλαμβάνεται απλώς και μόνον αιτήσεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων, κατά το άρθρο 20 του κανονισμού 2201/2003.

156. Τρίτον, η Επιτροπή διατείνεται ότι το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003 επιβάλλει να γίνεται διάκριση μεταξύ της δικαιοδοσίας του κράτους μέλους υποδοχής να κρίνει εάν πρέπει να διατάξει την επιστροφή του παιδιού και της δικαιοδοσίας του κράτους μέλους προελεύσεως να μην αποδεχθεί την εν λόγω απόφαση. Το κράτος υποδοχής αντλεί την αρμοδιότητά του από τη Σύμβαση της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών και όχι από το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003, δεδομένου ότι το δικαστήριο του εν λόγω κράτους που επιλαμβάνεται της υποθέσεως πρέπει να έχει δικαιοδοσία για να διαπιστώσει προκαταρκτικώς εάν το παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παρανόμως κατά την έννοια του άρθρου 3 της εν λόγω συμβάσεως. Εάν το εν λόγω δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η οικεία απόφαση δεν δεσμεύει το δικαστήριο του κράτους καταγωγής που επελήφθη σε μεταγενέστερο χρόνο, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003.

157. Εξ αυτών η Επιτροπή συνάγει ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων του κράτους υποδοχής περιορίζονται στην εφαρμογή της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών και δεν έχουν καμία επίπτωση στους γενικούς κανόνες δικαιοδοσίας που καθορίζει ο κανονισμός 2201/2003.

 2.     Εκτίμηση

158. Όπως διαπιστώνεται, μεταξύ των απαντήσεων που δόθηκαν στο τρίτο ερώτημα υπάρχουν αρκετές αντιφάσεις. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή στις γραπτές της παρατηρήσεις, το εν λόγω ερώτημα, όπως διατυπώθηκε από το αιτούν δικαστήριο, δεν αντανακλά το ακριβές περιεχόμενο των δύο σκελών που περιλαμβάνει. Συναφώς, επιβάλλεται η παροχή ορισμένων διευκρινίσεων.

 α)     Αποσαφήνιση του τρίτου ερωτήματος

159. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, πρώτον, εάν το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 εξακολουθεί να έχει εφαρμογή μετά την απόρριψη από τα δικαστήρια του κράτους μέλους υποδοχής αιτήσεως επιστροφής του παιδιού δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 3 και 5 της εν λόγω συμβάσεως.

160. Δεύτερον, ζητεί να διευκρινιστεί εάν το γαλλικό δικαστήριο το οποίο, στις 15 Μαρτίου 2010, απέρριψε την αίτηση επιστροφής του παιδιού που υπέβαλε ο πατέρας δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, με την αιτιολογία ότι δεν είχε δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού κατά την έννοια των άρθρων 3 και 5 της εν λόγω συμβάσεως, μπορούσε, για τον λόγο αυτόν, να κηρύξει εαυτό αρμόδιο να επιληφθεί της διαφοράς σχετικά με τη γονική μέριμνα του παιδιού ή εάν, αντιθέτως, όφειλε να αναγνωρίσει ότι το High Court of Justice (England & Wales), Family Division, είχε επιληφθεί πρώτο, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003.

161. Τα δύο ερωτήματα αφορούν επομένως κατ’ ουσίαν την εφαρμογή των κανόνων περί εκκρεμοδικίας του κανονισμού 2201/2003 σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Στην πρώτη περίπτωση συντρέχουν δύο αντιφατικές αποφάσεις δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, οι οποίες εκδόθηκαν, αντιστοίχως, βάσει του κανονισμού 2201/2003 και βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών. Στη δεύτερη περίπτωση συντρέχουν δύο αντιφατικές αποφάσεις δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, εκδοθείσες όμως αμφότερες βάσει του κανονισμού 2201/2003.

 β)     Σύγκρουση μεταξύ αποφάσεως εκδοθείσας βάσει του κανονισμού 2201/2003 και αποφάσεως εκδοθείσας βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών

162. Στην κατάσταση που περιγράφεται εν προκειμένω (56), συνυπάρχουν, αφενός, οι αποφάσεις των αγγλικών δικαστηρίων, τα οποία κήρυξαν εαυτά αρμόδια να επιληφθούν διαφοράς σχετικά με τη γονική μέριμνα βάσει του κανονισμού 2201/2003, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 10 και 11 του κανονισμού 2201/2003, και, αφετέρου, η γαλλική απόφαση η οποία απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση που υπέβαλε, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς, ο πατέρας βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών.

163. Φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη καθιερώνει τη δυνατότητα του δικαστηρίου κράτους μέλους το οποίο είναι αρμόδιο βάσει του κανονισμού 2201/2003 να εκδώσει απόφαση η οποία διατάσσει την επιστροφή του παιδιού σε χρόνο μεταγενέστερο της εκδόσεως αποφάσεως για τη μη επιστροφή του παιδιού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 13 της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών.

 γ)     Σύγκρουση μεταξύ αποφάσεων εκδοθεισών βάσει του κανονισμού 2201/2003

164. Στην κατάσταση που περιγράφεται εν προκειμένω, συνυπάρχουν, αφενός, οι αποφάσεις των αγγλικών δικαστηρίων της 12ης Οκτωβρίου 2009 και της 15ης Απριλίου 2010 και, αφετέρου, η απόφαση του γαλλικού δικαστηρίου της 23ης Ιουνίου 2010, τα οποία κήρυξαν αμφότερα εαυτά αρμόδια δυνάμει του κανονισμού 2201/2003 για να επιληφθούν της ίδιας διαφοράς σχετικά με τη γονική μέριμνα παιδιού, αλλά το καθένα για διαφορετικό λόγο.

165. Οι διατάξεις του κανονισμού 2201/2003 περί εκκρεμοδικίας, εν προκειμένω οι διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, αποσκοπούν ακριβώς στη ρύθμιση αυτού του είδους της καταστάσεως. Το γαλλικό δικαστήριο όφειλε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του αγγλικού δικαστηρίου, το οποίο επελήφθη πρώτο (57).

166. Πρέπει να σημειωθεί επιπλέον ότι το γεγονός ότι η απόφαση του γαλλικού δικαστηρίου στηρίχθηκε στην προγενέστερη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αίτηση που υπέβαλε ο πατέρας βάσει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, ουδόλως αναιρεί τη διαπίστωση αυτή, δεδομένου ότι η πρώτη απόφαση εκδόθηκε βάσει του κανονισμού 2201/2003.

 δ)     Πρόταση

167. Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, πρώτον, ότι ο κανονισμός 2201/2003 έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει τη δυνατότητα του δικαστηρίου κράτους μέλους το οποίο είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 10 του εν λόγω κανονισμού να λάβει κάθε μέτρο ικανό να διασφαλίσει την επιστροφή του παιδιού σε χρόνο μεταγενέστερο της εκδόσεως αποφάσεως για τη μη επιστροφή του παιδιού κατ’ εφαρμογήν της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών και, δεύτερον, ότι το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003 έχει την έννοια ότι το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αγωγή για θέματα γονικής μέριμνας πρέπει, εάν επελήφθη σε χρόνο μεταγενέστερο σε σχέση με το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αγωγή με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο. Το γεγονός ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο θεμελιώνεται στο άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 και ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη δεύτερο στηρίζεται σε απόφαση για τη μη επιστροφή παιδιού εκδοθείσα σε χρόνο προγενέστερο δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, με την αιτιολογία ότι οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 5 της εν λόγω συμβάσεως δεν πληρούνται, ουδόλως ασκεί επιρροή συναφώς, καθόσον το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο θεμελιώνει τη δικαιοδοσία του στον εν λόγω κανονισμό.

VII – Προτάσεις

168. Κατόπιν των προεκτεθέντων και με την επιφύλαξη των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν σε σχέση με τη λυσιτέλεια του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) ως εξής:

«1)      Γενικώς, οσάκις υποβάλλεται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου αίτηση για θέματα γονικής μέριμνας παιδιού, το εν λόγω δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ρητώς επί της δικαιοδοσίας του δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000, αφού προηγουμένως εξετάσει διαδοχικώς τους διάφορους λόγους στους οποίους μπορεί να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία του δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.

Στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως, εναπόκειται στο δικαστήριο αυτό να προσδιορίσει, με γνώμονα το ύψιστο συμφέρον του παιδιού, τη συνήθη διαμονή του τελευταίου, συνεκτιμώντας όλες τις ειδικές περιστάσεις της επίμαχης υποθέσεως.

Ειδικότερα, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, χαρακτηριστικά στοιχεία της οποίας αποτελούν, αφενός, ο νόμιμος χαρακτήρας της μετακινήσεως του παιδιού από το κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του σε άλλο κράτος μέλος και, αφετέρου, η απευθείας, αλλά σε χρόνο μεταγενέστερο της μετακινήσεως, υποβολή αιτήσεως ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους της αρχικής διαμονής, το εν λόγω δικαστήριο πρέπει, ειδικότερα, να επιχειρήσει να εξακριβώσει εάν η εν λόγω μετακίνηση είχε, όντως, ως αποτέλεσμα τη βραχυπρόθεσμη απώλεια της αρχικής συνήθους διαμονής του παιδιού και την απόκτηση νέας συνήθους διαμονής στο κράτος μέλος προορισμού.

Προς τον σκοπό αυτόν, πρέπει να συνεκτιμήσει προεχόντως και κατά τρόπο εμφανή τη βούληση του ασκούντος τη γονική μέριμνα στον οποίο οφείλεται η νόμιμη μετακίνηση, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη την ηλικία του παιδιού και αφού προηγουμένως παράσχει στο εν λόγω πρόσωπο τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις και να εκθέσει πλήρως και ολοκληρωτικώς τους λόγους που οδήγησαν στην εν λόγω μετακίνηση.

Υπό τις εν λόγω περιστάσεις, εναπόκειται στο πρόσωπο που αμφισβητεί την απόκτηση νέας συνήθους διαμονής να προσκομίσει στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η εν λόγω μετακίνηση δεν απορρέει από τη βούληση αποκτήσεως νέας συνήθους διαμονής στο κράτος μέλος του προορισμού.

Εν τέλει, εάν είναι αδύνατο να διαπιστωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει τούτο ρητώς και, με σεβασμό προς την αρχή της εγγύτητας, να κηρύξει εαυτό αρμόδιο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 ή στο άρθρο 15 του κανονισμού 2201/2003.

2)      Το άρθρο 2, σημεία 7, 9 και 11, και τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού 2201/2003 έχουν την έννοια ότι ένα δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να αποτελεί «ίδρυμα ή άλλη οργάνωση» κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, στο οποίο μπορεί να ανατεθεί δικαίωμα επιμέλειας για τους σκοπούς των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η χορήγηση του οικείου δικαιώματος επιμέλειας απορρέει απευθείας από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους.

3)      Ο κανονισμός 2201/2003 έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει τη δυνατότητα του δικαστηρίου κράτους μέλους το οποίο είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 10 του εν λόγω κανονισμού να λάβει κάθε μέτρο ικανό να διασφαλίσει την επιστροφή του παιδιού σε χρόνο μεταγενέστερο της εκδόσεως αποφάσεως για τη μη επιστροφή του παιδιού κατ’ εφαρμογήν της Συμβάσεως της Χάγης, της 25ης Οκτωβρίου 1980, για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών.

Το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003 έχει την έννοια ότι το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αγωγή για θέματα γονικής μέριμνας πρέπει, εάν επιλαμβάνεται σε χρόνο μεταγενέστερο σε σχέση με το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αγωγή με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο. Το γεγονός ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο θεμελιώνεται στο άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 και ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη δεύτερο στηρίζεται σε απόφαση για τη μη επιστροφή παιδιού εκδοθείσα σε χρόνο προγενέστερο δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης, της 25ης Οκτωβρίου 1980, για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, με την αιτιολογία ότι οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 5 της εν λόγω συμβάσεως δεν πληρούνται, ουδόλως ασκεί επιρροή συναφώς, καθόσον το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο είναι αρμόδιο δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 – ΕΕ L 338, σ. 1.


3 – Συλλογή 2009, σ. I‑2805.


4 – Στο εξής: Χάρτης.


5 – RTNU, 1983, τόμος 1343, αριθ. 22514, σ. 89, στο εξής: Σύμβαση της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών.


6 – H Re H (Abduction: Rights of custody) (Απαγωγή: δικαιώματα επιμέλειας) [2000] 1 FLR 374.


7 – Βλ. σημείο 41 της παρούσας γνώμης.


8 – Βλ. σημείο 38 της παρούσας γνώμης.


9 – Βλ. σημεία 115 επ. της παρούσας γνώμης.


10 – Επί των επιχειρημάτων του πατέρα του παιδιού, βλ., εντούτοις, σημείο 91 της παρούσας γνώμης.


11 – Επί του συστήματος διεθνούς δικαιοδοσίας που έχει θεσπιστεί, βλ. σημεία 104 επ. της παρούσας γνώμης.


12 – Επομένως, καθόσον θεσπίζει έναν ειδικό και ενιαίο ουσιαστικό κανόνα, όπως ακριβώς έπραττε και το άρθρο 11, παράγραφος 4, του κανονισμού (EΚ) 1347/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας (ΕΕ L 160, σ. 19), το άρθρο 16 του κανονισμού 2201/2003 αντικρούει την ερμηνεία που έχει δώσει το Δικαστήριο στο άρθρο 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών του 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (JO 1972, L 299, σ. 32), δυνάμει της οποίας το ζήτημα του χρονικού σημείου κατά το οποίο το δικαστήριο κράτους μέλος πρέπει να θεωρείται ως επιληφθέν διέπεται από τη lex fori. Βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 1984, 129/83, Zelger (Συλλογή 1984, σ. 2397, σκέψη 16). Επ’ αυτού, βλ. ιδίως Rey, J., «L’office du juge – la saisine», σε: Fulchiron, H. και Nourissat, C. (επιμέλεια), Le nouveau droit communautaire du divorce et de la responsabilité parentale, Dalloz, Παρίσι, 2005, σ. 181.


13 – ΕΕ L 324, σ. 79. Συγκεκριμένα, στη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2201/2003 ορίζεται ότι ο οικείος κανονισμός εφαρμόζεται για την επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων σε δικαστικές διαδικασίες που εισάγονται σύμφωνα με τον ίδιο κανονισμό.


14 – Μολονότι το αιτούν δικαστήριο που καλείται να αποφανθεί επί της αρμοδιότητάς του πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να το πράξει κατά την ημερομηνία ασκήσεως προσφυγής ενώπιόν του, εντούτοις κατά την αξιολόγηση των κριτηρίων προσδιορισμού της συνήθους διαμονής δεν αποκλείεται να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία μεταγενέστερα της ασκήσεως της εν λόγω προσφυγής, αλλά προγενέστερα της ημερομηνίας κατά την οποία αποφάνθηκε οριστικώς. Βλ. συναφώς, Richez-Pons, A., La résidence en droit international privé (conflits de juridictions et conflits de lois) (διατριβή) Λυών, 2004.


15 – Στην πραγματικότητα, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι ειδικότερο καθόσον αναφέρεται στα άρθρα 8 και 10 του κανονισμού 2201/2003. Εντούτοις, όπως θα υπομνησθεί στη συνέχεια, η έννοια της συνήθους διαμονής έχει –και πρέπει να έχει– το ίδιο περιεχόμενο ανεξαρτήτως της εκάστοτε διατάξεως του κανονισμού 2201/2003 η οποία αποτελεί αντικείμενο εξετάσεως. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στη συνέχεια, υπάρχουν σοβαροί λόγοι αμφιβολίας ως προς τη λυσιτέλεια του ερωτήματος σε σχέση με το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003. Εν τέλει, μολονότι το ερώτημα που τίθεται επιβάλλει όντως την παροχή ορισμένων διευκρινίσεων σχετικά με την έννοια της συνήθους διαμονής κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003, εντούτοις το ζήτημα που εγείρεται στην υπόθεση της κύριας δίκης βαίνει κατά πολύ πέραν του ορισμού της εν λόγω έννοιας.


16 – Επίσης, επισημαίνεται ότι, με τις προτάσεις που διατύπωσε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Α, η γενική εισαγγελέας C. Kokott προέβη επιμελέστατα σε εκτενή ερμηνεία της έννοιας της συνήθους διαμονής (σημεία 13 έως 52), εξετάζοντας ιδίως το ιστορικό της γενέσεως του κανονισμού 2201/2003 και ταυτόσημες ή παραπλήσιες έννοιες που χρησιμοποιούνται στις διεθνείς συμβάσεις (σημεία 22 έως 31) ή σε άλλους τομείς του κοινοτικού δικαίου (σκέψεις 32 έως 37), επιδιώκοντας να καθορίσει τα βασικά κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του τόπου συνήθους διαμονής παιδιού (σκέψεις 41 έως 52). Υπό τις περιστάσεις αυτές, παρέλκει να επαναληφθεί εν προκειμένω η εν λόγω ήδη αναπτυχθείσα απόλυτα άρτια ανάλυση.


17 – Σκέψη 31.


18 – Προπαρατεθείσα απόφαση Α (σκέψεις 31, 34 και 35).


19 – Όπ.π. (σκέψη 34).


20 – Όπ.π. (σκέψη 36).


21 – Όπ.π. (σκέψη 37).


22 – Προπαρατεθείσα απόφαση A (σκέψη 38).


23 – Όπ.π. (σκέψη 39).


24 – Όπ.π. (σκέψη 40).


25 – Προπαρατεθείσα απόφαση Α (σκέψη 42).


26 – Συγκεκριμένα, από την παράθεση των επιχειρημάτων και των αντεπιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το High Court of Justice (England & Wales), Family Division, όταν εξέδωσε τη διάταξη της 15ης Απριλίου 2010, είχε λάβει γνώση της υπάρξεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Α και ότι, στο πλαίσιο του προσδιορισμού του τόπου συνήθους διαμονής του παιδιού στον οποίο προέβη, έλαβε υπόψη τις επιπτώσεις της οικείας αποφάσεως επί του αγγλικού δικαίου.


27 – Πρόκειται για έκφραση ληφθείσα από Lagarde, P., Rapport explicatif concernant la convention de La Haye du 19 octobre 1996 concernant la compétence, la loi applicable, la reconnaissance, l’exécution et la coopération en matière de responsabilité parentale et de mesures de protection des enfants (RTNU, 2004, τόμος 2204, αριθ. 39130), Actes et documents de la XVIIIème Session de la Conférence de La Haye, 1996, τόμος II, Protection des enfants, αριθ. 41. Η εν λόγω πρόταση έτυχε ευρείας αποδοχής από τη θεωρία όσο και από τη νομολογία. Βλ., ιδίως, Richez-Pons, A., όπ.π., σ. 206.


28 – Βλ. Richez-Pons, A., όπ.π., σ. 206 επ.


29 – Επ’ αυτού, στον πρακτικό οδηγό για την εφαρμογή του κανονισμού 2201/2003 ορίζεται ότι το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού εφαρμόζεται μόνον όταν το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη διαμονή στο νέο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια της τρίμηνης περιόδου.


30 – Η γερμανική απόδοση του άρθρου 9, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2201/2003 έχει ως εξής: «Beim rechtmäßigen Umzug eines Kindes von einem Mitgliedstaat in einen anderen, durch den es dort einen neuen gewöhnlichen Aufenthalt erlangt». Το ίδιο ισχύει για την ιταλική απόδοση «In caso di lecito trasferimento della residenza di un minore da uno Stato membro ad un altro che diventa la sua residenza abituale».


31 – Όπως και από την ισπανική «Cuando un menor cambie legalmente de residencia de un Estado miembro a otro y adquiera una nueva residencia habitual en este último», τη δανική «Når et barn lovligt flytter fra én medlemsstat til en anden og får nyt sædvanligt opholdssted dér», την αγγλική «Where a child moves lawfully from one Member State to another and acquires a new habitual residence there», την ολλανδική «Wanneer een kind legaal van een lidstaat naar een andere lidstaat verhuist en aldaar een nieuwe gewone verblijfplaats verkrijgt», την πορτογαλική «Quando uma criança se desloca legalmente de um Estado-Membro para outro e passa a ter a sua residência habitual neste último», τη φιλανδική «Kun lapsi muuttaa laillisesti jäsenvaltiosta toiseen ja saa siellä uuden asuinpaikan» και τη σουηδική απόδοση «När ett barn lagligen flyttar från en medlemsstat till en annan och förvärvar nytt hemvist där skall».


32 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchereau (Συλλογή τόμος 1977, σ. 1999, σκέψη 14), και της 29ης Απριλίου 2010, C‑340/08, M κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 44).


33 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1969, 29/69, Stauder (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 419, σκέψη 3), της 22ας Οκτωβρίου 2009, C‑261/08 και C‑348/08, Zurita García και Choque Cabrera (Συλλογή 2009, σ. I-10143, σκέψη 54), και της 3ης Ιουνίου 2010, C‑569/08, Internetportal und Marketing (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 35).


34 – Επ’ αυτού, βλ. επί παραδείγματι, Gallant, Ε., Compétence reconnaissance et exécution (Matières matrimoniale et de responsabilité parentale), Répertoire de droit communautaire, Dalloz, Αύγουστος 2007, αριθ. 167.


35 – Εξάλλου, το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 ορίζει ότι, σε περίπτωση παράνομης μετακινήσεως παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνησή του διατηρούν την αρμοδιότητά τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος μέλος και, ιδίως, υπό την προϋπόθεση ότι το παιδί έχει διαμείνει σε αυτό το άλλο κράτος μέλος για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους και έχει ενταχθεί στο νέο περιβάλλον του.


36 – Θα μπορούσε επί παραδείγματι να καθορίζεται προθεσμία έξι μηνών. Για ανάλυση σχετικά με το διαχρονικό χαρακτήρα της έννοιας της συνήθους διαμονής, βλ., ιδίως, Espinosa Calabuig, R., Custodia y visita de menores en el espacio judicial europeo, Marial Pons, 2007, σ. 128 επ. Επισημαίνεται ότι η Επιτροπή, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την προετοιμασία του σχεδίου της προπαρατεθείσας Συμβάσεως της Χάγης της 19ης Οκτωβρίου 1996, «απέρριψε την ιδέα του προσδιορισμού συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος ως αναγκαίου για την απόκτηση νέας συνήθους διαμονής» ακριβώς διότι πρόκειται για πραγματικό ζήτημα το οποίο πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση. Βλ. Lagarde, όπ.π., αριθ. 41.


37 – Ή πριν από την παρέλευση της οποίας δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αλλαγή διαμονής ισοδυναμεί με αλλαγή συνήθους διαμονής.


38 – Αυτή είναι, ιδίως, η προσέγγιση του πρακτικού οδηγού για την εφαρμογή του κανονισμού 2201/2003 (σ. 13). Η απλή παρουσία του παιδιού στο κράτος μέλος προορισμού μπορεί να θεωρηθεί ως απόκτηση νέας συνήθους διαμονής, η οποία θα ερχόταν σε αντίθεση με τη θέση που έλαβε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφασή του Α, κατά την οποία η απλή φυσική παρουσία του παιδιού σε ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αρκεί για να αποδείξει ότι αποτελεί τη συνήθη διαμονή του.


39 – Το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο μπορεί, επίσης, σε ακραίες περιπτώσεις, να κηρύξει εαυτόν αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού 2201/2003, το οποίο ορίζει ότι, εφόσον κανένα δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία βάσει των άρθρων 8 έως 13, η δικαιοδοσία ρυθμίζεται, σε κάθε κράτος μέλος, από το δίκαιο του κράτους αυτού μέλους.


40 – Επ’ αυτού, βλ., επί παραδείγματι, Niboyet, M.‑L., «L’office du juge – la vérification et l’exercice de la compétence», σε: Fulchiron, H. και Nourissat, Γ. (επιμέλεια), όπ.π., σ. 191.


41 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 2010, C‑256/09, Purrucker (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 73).


42 – Βλ. σημείο 101 της παρούσας γνώμης.


43 – Σκέψη 43.


44 – Υπόθεση J [1990] 2 AC 562, σ. 578.


45 – Επ’ αυτού, βλ. υποσημείωση 13.


46 – Επ’ αυτού, βλ. επίσης την προπαρατεθείσα πρόταση απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.


47 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2010 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 44).


48 – Προπαρατεθείσα απόφαση McB. (σκέψεις 49 έως 64).


49 – Εάν το δικαστήριο που επελήφθη μέσω τηλεφώνου στις 9 Οκτωβρίου 2009 είχε επιληφθεί την προηγουμένη της αναχωρήσεως της μητέρας με το παιδί, η εν λόγω μετακίνηση θα είχε γίνει κατά παραβίαση του δικαιώματος επιμέλειας το οποίο χορήγησε στο επιληφθέν δικαστήριο το κράτος μέλος της αρχικής συνήθους διαμονής του παιδιού, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν είχε συγκατατεθεί προηγουμένως στη μετακίνηση. Επομένως, η οικεία μετακίνηση θα ήταν παράνομη και το επιληφθέν δικαστήριο θα μπορούσε να θεμελιώσει σε αυτή τη δικαιοδοσία του δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 2201/2003.


50 – Βλ. συναφώς, Perez Vera, E., rapport explicatif sur la convention de La Haye sur l’enlèvement international d’enfants, Actes et documents de la Quatorzième session (1980), τόμος III, Enlèvement d’enfants, αριθ. 64 επ.


51 – Η Σύμβαση της Χάγης περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, το πρότυπο της οποίας ακολουθεί και ο κανονισμός 2201/2003 ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, προβλέπει επίσης τη δυνατότητα αναθέσεως της επιμέλειας σε ιδρύματα και οργανώσεις. Βλ. Perez Vera, E., όπ.π., σκέψη 80.


52 – Σκέψη 43.


53 – Το αιτούν δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση περί παραπομπής στις 8 Οκτωβρίου 2010, λίγο μετά την έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως McB., στις 5 Οκτωβρίου 2010, και, επομένως, δεν είχε λάβει γνώση της εν λόγω αποφάσεως.


54 – Βλ., ιδίως, προπαρατεθείσα απόφαση A (σκέψη 34).


55 – Βλ., πιο σπάνια, αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 2006, C‑486/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2006, σ. I-11025, σκέψη 44.), της 5ης Ιουλίου 2007, C‑255/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2007, σ. I-5767, σκέψη 60), και της 6ης Νοεμβρίου 2008, C‑247/06, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2008, σκέψη 30).


56 – Η εν λόγω κατάσταση αντιστοιχεί στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος της αποφάσεως περί παραπομπής.


57 – Με την επιφύλαξη των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν ανωτέρω, σημεία 55 επ. της παρούσας γνώμης.