Language of document : ECLI:EU:C:2015:683

Υπόθεση C‑137/14

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

«Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγία 2011/92/ΕΕ — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον — Άρθρο 11 — Οδηγία 2010/75/ΕΕ — Βιομηχανικές εκπομπές (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) — Άρθρο 25 — Πρόσβαση στη δικαιοσύνη — Μη συνάδουσα εθνική δικονομική ρύθμιση»

Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα)
της 15ης Οκτωβρίου 2015

1.        Ένδικη διαδικασία — Αίτηση επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας — Αίτηση αποσκοπούσα στην υποβολή παρατηρήσεων επί νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα — Προϋποθέσεις για την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας

(Άρθρο 252, εδ. 2, ΣΛΕΕ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 23· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 83)

2.        Περιβάλλον — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον — Οδηγία 2011/92 — Ατμοσφαιρική ρύπανση — Οδηγία 2010/75 — Δικαίωμα προσφυγής των μελών του ενδιαφερόμενου κοινού — Εθνική νομοθεσία η οποία εξαρτά την ακύρωση των παράνομων διοικητικών πράξεων από την προϋπόθεση προσβολής δικαιώματος του προσφεύγοντος — Συμβατότητα

(Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2010/75, άρθρο 25 § 1, και 2011/92, άρθρο 11 § 1)

3.        Περιβάλλον — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον — Οδηγία 2011/92 — Δικαίωμα προσφυγής των μελών του ενδιαφερόμενου κοινού — Εθνική νομοθεσία περιορίζουσα το δικαίωμα αυτό σε αμφισβητήσεις βάσει της παραλείψεως εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και αποκλείοντάς το σε περίπτωση εκτιμήσεως η οποία διενεργήθηκε μεν αλλά είναι παράτυπη — Παράβαση

(Οδηγία 2011/92 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 11 § 1)

4.        Περιβάλλον — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον — Οδηγία 2011/92 — Δικαίωμα προσφυγής των μελών του ενδιαφερόμενου κοινού — Προϋποθέσεις παραδεκτού — Προσβολή δικαιώματος — Εθνική νομοθεσία απαιτούσα αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της προβαλλομένης διαδικαστικής πλημμέλειας και της εννοίας της προσβαλλόμενης τελικής αποφάσεως — Περιορισμός του δικαστικού ελέγχου επί της ουσίας — Παράβαση

(Οδηγία 2011/92 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 11 § 1)

5.        Περιβάλλον — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον — Οδηγία 2011/92 — Ατμοσφαιρική ρύπανση — Οδηγία 2010/75 — Δικαίωμα προσφυγής των μελών του ενδιαφερόμενου κοινού — Εθνικές ρυθμίσεις περιορίζουσες την ενεργητική νομιμοποίηση και την έκταση του δικαστικού ελέγχου στις ενστάσεις που προβλήθηκαν εμπροθέσμως κατά τη διοικητική διαδικασία — Παράβαση

(Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2010/75, άρθρο 25 §§ 1 και 4, και 2011/92, άρθρο 11 §§ 1 και 4)

6.        Περιβάλλον — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον — Οδηγία 2011/92 — Ατμοσφαιρική ρύπανση — Οδηγία 2010/75 — Δικαίωμα προσφυγής μη κυβερνητικών οργανώσεων προστασίας του περιβάλλοντος — Περιεχόμενο — Εθνική νομοθεσία μη αναγνωρίζουσα το δικαίωμα αυτό στις εν λόγω οργανώσεις όσον αφορά την παράβαση κανόνων που προστατεύουν μόνον τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου — Δεν επιτρέπεται — Άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας που προβλέπουν το ως άνω δικαίωμα

(Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2010/75, άρθρο 25 § 3, και 2011/92, άρθρο 11 § 3)

7.        Περιβάλλον — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον — Οδηγία 2011/92 — Ατμοσφαιρική ρύπανση — Οδηγία 2010/75 — Δικαίωμα προσφυγής μη κυβερνητικών οργανώσεων προστασίας του περιβάλλοντος — Διαχρονική εφαρμογή — Άμεση εφαρμογή των αδειών που έχουν εκδοθεί μετά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας 2003/35 στην εσωτερική νομική τάξη — Εθνική νομοθεσία περιορίζουσα την ενεργητική νομιμοποίηση και την έκταση του δικαστικού ελέγχου μόνον στις κινηθείσες μετά την ημερομηνία αυτή διαδικασίες — Παράβαση

(Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου 2010/75, άρθρο 25, και 2011/92, άρθρο 11)

1.        Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 21-23)

2.        Καθόσον, κατά το άρθρο 11 της οδηγίας 2011/92, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, και το άρθρο 25 της οδηγίας 2010/75, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης), τα μέλη του ενδιαφερομένου κοινού πρέπει να μπορούν να ασκήσουν ένδικη προσφυγή για να αμφισβητήσουν την ουσιαστική ή διαδικαστική νομιμότητα αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων που εμπίπτουν στις οδηγίες αυτές, εθνική διάταξη κράτους μέλους, δυνάμει της οποίας η ακύρωση διοικητικής πράξεως απαιτεί η δικαστικώς διαπιστωθείσα παρανομία να συνεπάγεται επίσης την προσβολή δικαιώματος του προσφεύγοντος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ασύμβατη προς τις εν λόγω διατάξεις των οδηγιών.

Συγκεκριμένα, καίτοι τα κράτη μέλη μπορούν, δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων των οδηγιών 2011/92 και 2010/75, να εξαρτούν το παραδεκτό των προσφυγών που ασκούν ιδιώτες κατά των αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών από προϋποθέσεις, όπως η απαίτηση προσβολής ατομικού δικαιώματος, τα κράτη μέλη αυτά μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι για την ακύρωση διοικητικής αποφάσεως από το αρμόδιο δικαστήριο απαιτείται η προσβολή ατομικού δικαιώματος του προσφεύγοντος. Συναφώς, ο εθνικός νομοθέτης έχει, μεταξύ άλλων, την ευχέρεια να περιορίσει τα δικαιώματα την προσβολή των οποίων μπορούν να επικαλούνται οι ιδιώτες στο πλαίσιο ένδικου βοηθήματος κατά αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως του άρθρου 11 της οδηγίας 2011/92, μόνο στα ατομικά δικαιώματα. Πάντως, ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτούσιος στις ενώσεις προστασίας του περιβάλλοντος.


(βλ. σκέψεις 28, 29, 32-34, 63-65)

3.        Το άρθρο 11 της οδηγίας 2011/92, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για τη μεταφορά του εν λόγω άρθρου στην εθνική έννομη τάξη, ώστε αυτό να καλύπτει μόνον τις περιπτώσεις όπου η νομιμότητα αποφάσεως προσβάλλεται λόγω παραλείψεως της διενέργειας εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων, και όχι την περίπτωση όπου πραγματοποιήθηκε μεν τέτοια εκτίμηση, πλην όμως κατόπιν ενέχουσας πλημμέλειες διαδικασίας. Κατά συνέπεια, εθνική διάταξη μεταφοράς της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη σύμφωνα με την οποία διοικητική άδεια μπορεί να ακυρωθεί μόνον αν δεν χορηγήθηκε βάσει νομότυπης προηγούμενης εκτιμήσεως ή προκαταρκτικής εξετάσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων πρέπει να θεωρηθεί ως ασύμβατη προς το εν λόγω άρθρο 11.

Συναφώς, το γεγονός ότι άλλη εθνική διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα ασκήσεως ένδικης προσφυγής στην περίπτωση που πραγματοποιήθηκε προηγούμενη εκτίμηση ή προκαταρκτική εξέταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αλλά ενέχουν διαδικαστική πλημμέλεια, επιβάλλοντας, ωστόσο, περιορισμούς στην άσκηση των προσφυγών του άρθρου 11 της οδηγίας 2011/92, δεν μπορεί να εξαλείψει την εν λόγω ασυμβατότητα. Πράγματι, το κράτος μέλος στο οποίο εμπίπτουν οι διατάξεις αυτές δεν πληροί την υποχρέωσή του να θέσει σε εφαρμογή τις διατάξεις της οδηγίας με αναμφισβητήτως δεσμευτικά αποτελέσματα, με την εξειδίκευση, την ακρίβεια και τη σαφήνεια που απαιτούνται προκειμένου να ικανοποιείται η απαίτηση της ασφαλείας δικαίου.

(βλ. σκέψεις 36, 49-52)

4.        Κράτος μέλος, το οποίο περιορίζει την ακύρωση αποφάσεων λόγω διαδικαστικής πλημμέλειας όταν δεν έχει πραγματοποιηθεί προηγούμενη εκτίμηση ή προκαταρκτική εξέταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και στις περιπτώσεις στις οποίες ο προσφεύγων αποδεικνύει ότι η διαδικαστική πλημμέλεια έχει αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα της αποφάσεως, παραβιάζει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11 της οδηγίας 2011/92, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον. Ο περιορισμός αυτός καθιστά εξαιρετικά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής του άρθρου 11 της εν λόγω οδηγίας και θίγει τον σκοπό της οδηγίας αυτής για την εξασφάλιση στα μέλη του ενδιαφερομένου κοινού ευρείας προσβάσεως στη δικαιοσύνη. Συγκεκριμένα, η άρνηση ακυρώσεως διοικητικής αποφάσεως εκδοθείσας κατά παράβαση δικονομικού κανόνα για τον λόγο και μόνον ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε τον αντίκτυπο της πλημμέλειας αυτής επί της βασιμότητας της εν λόγω αποφάσεως καθιστά τη διάταξη αυτή του δικαίου της Ένωσης άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της πολυπλοκότητας των οικείων διαδικασιών και της τεχνικής φύσεως της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Επομένως, η προσβολή δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας 2011/92, μπορεί να αποκλειστεί μόνον αν το οικείο δικαστήριο ή δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως είναι σε θέση, χωρίς ο ενδιαφερόμενος να φέρει επ’ ουδενί το σχετικό βάρος αποδείξεως της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαδικαστικής πλημμέλειας και του αποτελέσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να καταλήξει, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν αποδεικτικά στοιχεία προσκομισθέντα από τον κύριο του έργου ή από τις αρμόδιες αρχές και, γενικότερα, από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας που έχει υποβληθεί ενώπιόν του, στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα ήταν η ίδια ακόμη και χωρίς τη διαδικαστική πλημμέλεια την οποία επικαλείται ο ενδιαφερόμενος.

Τέλος, καίτοι οι εκτιμήσεις αυτές αφορούν μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ένδικης προσφυγής, ισχύουν και όσον αφορά προϋπόθεση τεθείσα από τον εθνικό νομοθέτη με αποτέλεσμα τον περιορισμό του δικαστικού ελέγχου επί της ουσίας.

(βλ. σκέψεις 56, 57, 59-61, 104, διατακτ. 1)

5.        Το άρθρο 11 της οδηγίας 2011/92, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, και το άρθρο 25 της οδηγίας 2010/75, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης), δεν επιτρέπουν τον περιορισμό, δυνάμει εθνικής διατάξεως, της ενεργητικής νομιμοποιήσεως και της εκτάσεως του δικαστικού ελέγχου σε ενστάσεις ήδη προβληθείσες εμπροθέσμως κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας η οποία κατέληξε με την έκδοση της αποφάσεως η οποία αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής.

Συναφώς, καίτοι ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 4, της οδηγίας 2011/92 ούτε το άρθρο 25, παράγραφος 4, της οδηγίας 2010/75 αποκλείουν προσφυγή ενώπιον διοικητικής αρχής πριν από την άσκηση ένδικης προσφυγής και εμποδίζουν το εθνικό δίκαιο να επιβάλει στον προσφεύγοντα την υποχρέωση να εξαντλήσει όλες τις διοικητικές διαδικασίες εξετάσεως πριν από την άσκηση ένδικης προσφυγής, οι εν λόγω διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν επιτρέπουν εντούτοις τον περιορισμό των λόγων τους οποίους μπορεί να προβάλει ο προσφεύγων προς στήριξη ένδικης προσφυγής.

Εξάλλου, ο περιορισμός αυτός που επιβάλλεται στον προσφεύγοντα ως προς τη φύση των λόγων τους οποίους μπορεί να προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου που επιλήφθηκε της εξετάσεως της νομιμότητας της διοικητικής αποφάσεως που τον αφορά δεν δικαιολογείται από εκτιμήσεις απτόμενες του σεβασμού της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Συγκεκριμένα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι πλήρης δικαστικός έλεγχος σχετικά με τη βασιμότητα της εν λόγω αποφάσεως μπορεί να προσβάλει την αρχή αυτή.

Περαιτέρω, όσον αφορά το επιχείρημα περί της αποτελεσματικότητας των διοικητικών διαδικασιών, καίτοι είναι αληθές ότι το γεγονός ότι προβάλλεται λόγος για πρώτη φορά στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής μπορεί να δυσχεράνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής, ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 11 της οδηγίας 2011/92 και το άρθρο 25 της οδηγίας 2010/75 δεν έγκειται μόνο στη διασφάλιση της ευρύτερης δυνατής προσβάσεως του προσφεύγοντος στη δικαιοσύνη, αλλά και στη διεξαγωγή του ελέγχου στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την ουσιαστική ή διαδικαστική νομιμότητά της.

Κατά τα λοιπά, απόκειται, πάντως, στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη να προβλέπει συγκεκριμένους δικονομικούς κανόνες, όπως το απαράδεκτο επιχειρήματος προβληθέντος καταχρηστικώς ή κακοπίστως, οι οποίοι συνιστούν μηχανισμούς κατάλληλους προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της ένδικης διαδικασίας.


(βλ. σκέψεις 76, 79-81, 104, διατακτ. 1)

6.        Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 90-92)

7.        Το άρθρο 11 της οδηγίας 2011/92, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, έχει την έννοια ότι οι θεσπισθείσες από τον εθνικό νομοθέτη προς μεταφορά της διατάξεως αυτής εθνικές ρυθμίσεις πρέπει να εφαρμόζονται και επί των διοικητικών διαδικασιών αδειοδοτήσεως οι οποίες είχαν κινηθεί πριν από τις 25 Ιουνίου 2005, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη της οδηγίας 2003/35, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον, εφόσον κατέληξαν στη χορήγηση αδείας μετά την ως άνω ημερομηνία. Συναφώς, καθόσον, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/92 και του άρθρου 25, παράγραφος 3, της οδηγίας 2010/75, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης), οι ενώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος θεωρείται ότι έχουν είτε επαρκές συμφέρον είτε δικαιώματα δυνάμενα να προσβληθούν, παραβιάζει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις αυτές κράτος μέλος το οποίο περιορίζει, στις κινηθείσες μετά τις 25 Ιουνίου 2005 και ολοκληρωθείσες πριν από τις 12 Μαΐου 2011, την ενεργητική νομιμοποίηση των εν λόγω ενώσεων καθώς και την έκταση του δικαστικού ελέγχου των προσφυγών των ενώσεων αυτών στις διατάξεις του δικαίου που απονέμουν δικαιώματα σε ιδιώτες. Το αυτό ισχύει για τις διατάξεις μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη των ως άνω διατάξεων αποκλείοντας του τομέα εφαρμογής τους τις διοικητικές διαδικασίες οι οποίες κινήθησαν πριν από τις 25 Ιουνίου 2005.

Συναφώς, παρά τη σημασία που έχει η αρχή του δεδικασμένου τόσο στην έννομη τάξη της Ένωσης όσο και στις εθνικές έννομες τάξεις, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται την τήρηση της αρχής αυτής όταν τα ως άνω όρια χρονικής εφαρμογής αφορούν διοικητικές αποφάσεις οι οποίες κατέστησαν εκτελεστές.

Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα του εν λόγω κράτους μέλους ότι τα χρονικά αυτά όρια είναι απαραίτητα για την τήρηση της αρχής του δεδικασμένου ως προς τις διοικητικές αποφάσεις που κατέστησαν εκτελεστές όταν οι περιορισμοί αυτοί θα του έδιναν τη δυνατότητα αυτόβουλου ορισμού νέας προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.


(βλ. σκέψεις 90, 95-99, 104, διατακτ. 1)