Language of document : ECLI:EU:T:2020:609

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 16ης Δεκεμβρίου 2020 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Επιστροφή ιατρικών εξόδων – Ανώτατο όριο επιστροφής για τις συσκευές για την υπνική άπνοια – Προσφυγή ακυρώσεως – Δεν υφίσταται αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη – Έννομο συμφέρον – Παραδεκτό – Κοινή ρύθμιση σχετικά με την υγειονομική ασφάλιση των υπαλλήλων – Γενικές εκτελεστικές διατάξεις»

Στην υπόθεση T-736/19,

HA, εκπροσωπούμενη από την S. Kreicher, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον T. Bohr και τις A.‑C. Simon και M. Brauhoff,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής που καθορίζει ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων 3 100 ευρώ για τη μίσθωση ιατρικής συσκευής για την περίοδο από 1ης Μαρτίου 2019 έως 29 Φεβρουαρίου 2024,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Gervasoni (εισηγητή), πρόεδρο, L. Madise και P. Nihoul, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Νομικό πλαίσιο

1        Το άρθρο 72 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο (στο εξής: ΚΥΚ), προβλέπει τα εξής:

«1.      Εντός του ορίου του 80 % των αναληφθέντων εξόδων και βάσει ρυθμίσεως θεσπιζόμενης με κοινή συμφωνία από τις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των θεσμικών αρχών της Ένωσης κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο υπάλληλος, ο (η) σύζυγός του, εφόσον ο (η) τελευταίος (α) δεν μπορεί να επωφεληθεί παροχών της αυτής φύσης και του αυτού επιπέδου, κατ’ εφαρμογή οιωνδήποτε άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων, τα τέκνα του και τα λοιπά συντηρούμενα από αυτόν πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του παραρτήματος VII, καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας. […]

2.      Εάν υπάλληλος παραμείνει στην υπηρεσία της Ένωσης μέχρι την ηλικία συνταξιοδότησης ή λαμβάνει επίδομα αναπηρίας, δικαιούται, μετά τη λήξη των καθηκόντων του, των παροχών που προβλέπονται στην παράγραφο 1. […]»

2        Κατά το άρθρο 20 της κοινής ρυθμίσεως σχετικά με την υγειονομική ασφάλιση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κοινή ρύθμιση), με τίτλο «Γενικοί κανόνες που διέπουν την επιστροφή των εξόδων»:

«1.      Αποσκοπώντας στη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του [κ]οινού [σ]υστήματος [υ]γειονομικής [α]σφάλισης, και με τήρηση της γενικής αρχής της κοινωνικής κάλυψης από την οποία εμπνέεται το άρθρο 72 του [ΚΥΚ], είναι δυνατό να καθορίζονται, στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις, ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων για ορισμένες παροχές.

[...]

2.      Για τις παροχές για τις οποίες δεν έχει καθοριστεί κανένα ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων, το μέρος των εξόδων που εκτιμάται ότι είναι υπερβολικό σε σχέση με τα συνηθισμένα έξοδα στη χώρα στην οποία έχουν καταβληθεί δεν συνεπάγεται επιστροφή. Το μέρος των εξόδων που θεωρείται ότι είναι υπερβολικό καθορίζεται κατά περίπτωση από το γραφείο εκκαθάρισης λογαριασμών, έχοντας λάβει υπόψη τη γνώμη του ιατρού συμβούλου.

[...]»

3        Το άρθρο 35, παράγραφος 2, της κοινής ρυθμίσεως ορίζει τα εξής:

«Προτού λάβει απόφαση σχετικά με καταγγελία που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του [ΚΥΚ], η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή, ανάλογα με την περίπτωση, το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να ζητήσει τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης.

[…]»

4        Το άρθρο 52 της κοινής ρυθμίσεως, με τίτλο «Καθορισμός και ενημέρωση των κανόνων οι οποίοι διέπουν την επιστροφή των εξόδων», ορίζει τα εξής:

«1.      Δυνάμει του άρθρου 72, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του [ΚΥΚ], τα θεσμικά όργανα αναθέτουν στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή την αρμοδιότητα να καθορίζει, μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, κανόνες οι οποίοι διέπουν την επιστροφή των εξόδων, αποσκοπώντας στη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του Συστήματος και με τήρηση της γενικής αρχής της κοινωνικής κάλυψης η οποία εμπνέει το άρθρο 72, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του [ΚΥΚ].

2.      Οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις καθορίζονται μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής διαχείρισης και αφού θα έχει ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής [ΚΥΚ].»

5        Στο μέρος με τίτλο «Γενικοί ορισμοί» της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 2007, σχετικά με τον καθορισμό των γενικών εκτελεστικών διατάξεων για την επιστροφή των ιατρικών εξόδων (στο εξής: ΓΕΔ), αναφέρονται τα εξής:

«[…]

Προκειμένου να δικαιολογούν επιστροφή εξόδων, ορισμένες παροχές που καθορίζονται από τις παρούσες ΓΕΔ προϋποθέτουν προηγούμενη έγκριση, διαδικασία απαραίτητη για την επιστροφή. Η αίτηση για προηγούμενη έγκριση πρέπει να υποβάλλεται από τον ασφαλισμένο στο γραφείο εκκαθάρισης πριν από την έναρξη των υπηρεσιών περίθαλψης ή παροχών, εξαιρουμένων των περιπτώσεων εκτάκτου ανάγκης, με συμπλήρωση του προβλεπόμενου εντύπου και συνοδευόμενη από λεπτομερή εντολή ιατρού ή, ανάλογα με τις παροχές, από πλήρη ιατρική έκθεση. Η απόφαση σχετικά με την αίτηση λαμβάνεται κατόπιν γνωμάτευσης του ιατρού συμβούλου, ο οποίος αποφαίνεται σχετικά με την ιατρική συνάφεια της παροχής.

[…]

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20 της κοινής ρύθμισης, όταν δεν έχει καθοριστεί μέγιστο επιστρεφόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων σοβαρής ασθένειας, το μέρος των εξόδων που υπερβαίνει αισθητά τις συνήθεις χρεώσεις για τη χώρα όπου παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες, μπορεί να εξαιρεθεί από την επιστροφή.

Το μέρος που αντιστοιχεί στα υπερβάλλοντα έξοδα καθορίζεται κατά περίπτωση από το γραφείο εκκαθάρισης κατόπιν γνωμάτευσης του ιατρού συμβούλου. Ο ιατρός σύμβουλος αποφασίζει σχετικά με τον ακριβή χαρακτήρα της παροχής ώστε το γραφείο εκκαθάρισης να είναι σε θέση να προβεί σε σύγκριση με τις συνήθεις χρεώσεις.

[…]»

6        Ο τίτλος ΙΙ των ΓΕΔ, που επιγράφεται «Κανόνες επιστροφής», περιλαμβάνει το κεφάλαιο 11, με τίτλο «Προθέσεις, ορθοπεδικές συσκευές και λοιπός ιατρικός εξοπλισμός», το δε κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει το σημείο 3, με τίτλο «Ορθοπεδικές συσκευές, επίδεσμοι και λοιπός ιατρικός εξοπλισμός». Στο εν λόγω σημείο 3, προβλέπονται τα ακόλουθα:

«3.1.      Τα έξοδα για την απόκτηση, ενοικίαση ή επιδιόρθωση των ειδών/ή εξοπλισμών που περιλαμβάνονται στον πίνακα του παραρτήματος II επιστρέφονται κατά 85 % ή 100 % σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας, εντός των ορίων που καθορίζονται για το καθένα και αναγράφονται στον πίνακα.

[…]

3.4.      Προηγούμενη έγκριση απαιτείται και για την ενοικίαση συσκευών ή ορθοπεδικού εξοπλισμού που υπερβαίνει διάστημα χρήσης ίσο ή ανώτερο των τριών συναπτών μηνών.

[…]»

7        Το παράρτημα ΙΙ των ΓΕΔ έχει ως τίτλο «Ορθοπεδικές συσκευές, επίδεσμοι και λοιπός ιατρικός εξοπλισμός που δικαιολογούν επιστροφή εξόδων κατά 85 % ή 100 % σε περίπτωση αναγνωρισμένης σοβαρής ασθένειας». Αποτελείται από πίνακα που έχει ως κατωτέρω:

Προϊόντα

ΕΙ: εντολή ιατρού

ΠΕ: προηγούμενη έγκριση (απαιτείται λεπτομερής ιατρική έκθεση και εκτίμηση εξόδων)

Διάρκεια/προθεσμία

Κανονικό ποσοστό επιστροφής

Μέγιστο επιστρεφόμενο ποσό στο 85 % (ευρώ)

Μέγιστο επιστρεφόμενο ποσό στο 100 % (ευρώ)

Παρατηρήσεις

Εξοπλισμός για εξαρτώμενους ασθενείς

1

επιθέματα, ελαστικοί επίδεσμοι […]

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %






ζεύγος ελαστικών καλτσών για κιρσούς

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %



3 ζεύγη ανά έτος


2

αγορά ή τροποποίηση ορθοπεδικών πελμάτων (ανά πέλμα)

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %

65

65

4 τεμάχια ανά έτος



Επιδιόρθωση πέλματος

Μη επιστρεφόμενο


0 %





3

βακτηρίες και μπαστούνια










αγορά

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %






ενοικίαση

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %






Επιδιόρθωση

Μη επιστρεφόμενο






4

εξωτερικές προθέσεις μαστού

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %



2 τεμ. ανά πλευρά ανά έτος



στηθόδεσμοι ή φανέλες προσαρμοσμένες στις προθέσεις

Μη επιστρεφόμενο


0 %





5

απλά χειροκίνητα τροχήλατα αμαξίδια (αναπηρικά καροτσάκια)









Αγορά

ΕΙ

ΠΕ

5 έτη

85 %

650





ενοικίαση < 3 μήνες

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %






ενοικίαση > = 3 μήνες

ΕΙ

ΠΕ

5 έτη

85 %

650





Επιδιόρθωση

ΠΕ


85 %






συντήρηση (ελαστικά, κ.λπ.)

Μη επιστρεφόμενο


0 %





6

πλαίσιο βάδισης με 2 τροχούς και κάθισμα









Αγορά

ΕΙ

ΠΕ


85 %

140

140

1 έγκριση μη ανανεώσιμη



ενοικίαση < 3 μήνες

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %






ενοικίαση > = 3 μήνες

ΕΙ

ΠΕ


85 %






Επιδιορθώσεις

Μη επιστρεφόμενο


0 %





7

κάθισμα τουαλέτας, κάθισμα λουτρού (στο σπίτι)









Αγορά

ΕΙ

ΠΕ


85 %

100

100

1 έγκριση μη ανανεώσιμη



ενοικίαση < 3 μήνες

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %






ενοικίαση > = 3 μήνες

ΕΙ

ΠΕ


85 %






Επιδιορθώσεις

Μη επιστρεφόμενο


0 %





8

κρεβάτι νοσοκομειακού τύπου (στο σπίτι)









Αγορά

ΕΙ

ΠΕ


85 %

1 000

1 000

1 έγκριση μη ανανεώσιμη



ενοικίαση < 3 μήνες

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %






ενοικίαση > = 3 μήνες

ΕΙ

ΠΕ


85 %






επιδιόρθωση ή χρήση σε ίδρυμα με ιατρική υποδομή

Μη επιστρεφόμενο


0 %





9

στρώμα κατά των ελκών κατάκλισης, με τον συμπιεστή









Αγορά

ΕΙ

ΠΕ

3 έτη

85 %

500

500




ενοικίαση < 3 μήνες

ΕΙ

ΟΧΙ


85 %






ενοικίαση > = 3 μήνες

ΕΙ

ΠΕ


85 %





10

συσκευή για την υπνική άπνοια (CPAP), με το υγραντικό μέσο










Αγορά

ΠΕ

5 έτη

85 %

1 700

1 700




ενοικίαση < 3 μήνες

ΟΧΙ


85 %






ενοικίαση > = 3 μήνες

ΠΕ


85 %






εξαρτήματα και συντήρηση του CPAP εκτός του έτους αγοράς

EI

ΠΕ

1 έτος

85 %

350




11

Πιεσόμετρο

ΠΕ

5 έτη

85 %

125

125




Επισκευή

Μη επιστρεφόμενο


0 %





12

συσκευή ψεκασμού










Αγορά

ΠΕ

5έτη

85 %

125

125




ενοικίαση

ΟΧΙ


85 %






ενοικίαση > = 3 μήνες

ΕΙ

ΠΕ


85 %






Επιδιόρθωση

Μη επιστρεφόμενο


0 %





13

εξοπλισμός παρακολούθησης και θεραπείας του διαβήτη με ινσουλινοθεραπεία










Σακχαρόμετρο

ΠΕ

3 έτη

100 %


75




ταινίες ελέγχου, σύριγγες ινσουλίνης, νυστεράκια

ΠΕ


100 %



ΕΙ μόνο για την πρώτη αγορά


14

εξοπλισμός παρακολούθησης και θεραπείας του διαβήτη […]










Σακχαρόμετρο

ΠΕ

3 έτη

85 %

75





ταινίες ελέγχου

ΠΕ


85 %

500


Μέγιστο επιστρεφόμενο ποσό ανά έτος


15

εξοπλισμός για ακράτεια

ΠΕ

1 έτος

85 %

600

600


16

εξοπλισμός για στομίες

ΟΧΙ


85 %





17

Τριχοειδής πρόθεση – περούκα

ΠΕ

1 έτος

85 %

750

750



18

ζεύγος ορθοπεδικών διορθωτικών ορθοπεδικών υποδημάτων κατά παραγγελία










αγορά σε περίπτωση πάθησης του ποδιού εκτός καταλόγου 100 %

ΠΕ


85 %

720

ΑΑ

2 ζεύγη ανά έτος



αγορά σε περίπτωση πάθησης του ποδιού εντός καταλόγου 100 %

ΠΕ


100 %

ΑΑ

1 440

2 ζεύγη ανά έτος



αγορά σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας του ποδιού

ΠΕ


100 %

ΑΑ


2 ζεύγη ανά έτος



επιδιόρθωση με επίδειξη του τιμολογίου

ΟΧΙ

ΟΧΙ


85 %





19

μέλη, τμήματα μελών, ορθώσεις με άρθρωση










αγορά

ΠΕ

καθορίζεται κατά περίπτωση, απαιτείται εκτίμηση εξόδων



επιδιόρθωση με επίδειξη του τιμολογίου

ΠΕ

καθορίζεται κατά περίπτωση


20

συσκευές με εκτιμώμενο κόστος άνω των 2 000 €

ΠΕ

καθορίζεται κατά περίπτωση, απαιτείται εκτίμηση εξόδων



ή ειδικός ηλεκτρικός, ηλεκτρονικός και/ή κατά παραγγελία εξοπλισμός σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας (αγορά)

ΠΕ

καθορίζεται κατά περίπτωση, απαιτείται εκτίμηση εξόδων

21

καταιονητήρες και θερμόμετρα

Μη επιστρεφόμενο


0 %





22

συστήματα κενού για θεραπεία της ανικανότητας

ΠΕ



200

200



23

συσκευή μέτρησης του χρόνου πήξης

ΠΕ





κριτήρια: σε περίπτωση ισόβιας αντιθρομβωτικής θεραπείας


24

Σύριγγες

ΠΕ





κριτήρια: σε περίπτωση διαβήτη (βλ. 13) […]


25

Καθορισμένα έξοδα εγκατάστασης στο σπίτι ή προσαρμογής οχήματος, οικιακοί αυτοματισμοί, […]

Μη επιστρεφόμενο


0 %




 Ιστορικό της διαφοράς

8        Η προσφεύγουσα, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής, είναι ασφαλισμένη στο Kοινό σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως των θεσμικών οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΚΣΥΑ).

9        Από το 2012, κάνει χρήση συσκευής αναπνευστικής υποστηρίξεως συνεχούς θετικής πιέσεως που προορίζεται για την αντιμετώπιση καταστάσεων υπνικής άπνοιας (στο εξής: συσκευή CPAP).

10      Η προσφεύγουσα έλαβε από το γραφείο εκκαθαρίσεως της Ίσπρα (Ιταλία) προηγούμενες εγκρίσεις για τη μίσθωση συσκευής CPAP για την περίοδο από 1ης Μαρτίου 2012 έως 28 Φεβρουαρίου 2014.

11      Η προσφεύγουσα υπέβαλε στις 10 Φεβρουαρίου 2014 νέα αίτηση για προηγούμενη έγκριση μισθώσεως συσκευής CPAP.

12      Απαντώντας στην αίτηση αυτή, το γραφείο εκκαθαρίσεως χορήγησε, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, προηγούμενη έγκριση αγοράς συσκευής CPAP για την περίοδο από 1ης Μαρτίου 2014 έως 28 Φεβρουαρίου 2019. Με την έγκριση αυτή, διευκρινίζονταν τα ακόλουθα:

«Λαμβανομένης υπόψη της μακροχρόνιας θεραπείας και της αποτελεσματικότητάς της, από ιατρικής απόψεως δικαιολογείται μόνον η αγορά [συσκευής] CPAP και όχι πλέον η μίσθωση. Εξοπλισμός ανανεώσιμος κάθε 5 έτη όπως προβλέπεται στις ΓΕΔ με συντήρηση από το δεύτερο έτος.»

13      Στις 8 Νοεμβρίου 2014, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση επιστροφής των εξόδων μισθώσεως της συσκευής της CPAP τα οποία επωμιζόταν από 1ης Μαρτίου 2014.

14      Με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2014, το γραφείο εκκαθαρίσεως χορήγησε στην προσφεύγουσα έγκριση μισθώσεως συσκευής CPAP για την περίοδο από 1ης Μαρτίου 2014 έως 28 Φεβρουαρίου 2019 (στο εξής: απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2014). Με την απόφαση αυτή ορίστηκε ανώτατο όριο επιστροφής ύψους 1 700 ευρώ, που αντιστοιχεί στο προβλεπόμενο από τις ΓΕΔ ανώτατο όριο για την αγορά συσκευής CPAP (βλ. σειρά 10 του πίνακα που παρατίθεται στη σκέψη 7 ανωτέρω).

15      Με επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 2015, η προσφεύγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 2014.

16      Με απόφαση της 25ης Ιουνίου 2015, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) αποφάσισε ότι το ανώτατο όριο επιστροφής ύψους 1 700 ευρώ έπρεπε να προσαυξηθεί κατά το ποσό των 1 400 ευρώ, καθορίζοντας επομένως το συνολικό ποσό επιστροφής στα 3 100 ευρώ. Η προσαύξηση αυτή αντιστοιχούσε σε επιστροφή εξόδων τεσσάρων ετών για συντήρηση και αγορά εξαρτημάτων που πραγματοποιούνται μετά το πρώτο έτος από την αγορά της συσκευής CPAP (βλ. σειρά 10 του πίνακα που παρατίθεται στη σκέψη 7 ανωτέρω).

17      Το γραφείο εκκαθαρίσεως εξέδωσε στη συνέχεια νέα απόφαση, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την οποία χορήγησε στην προσφεύγουσα έγκριση μισθώσεως συσκευής CPAP για την περίοδο από 1ης Μαρτίου 2014 έως 28 Φεβρουαρίου 2019 (στο εξής: απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2015). Με την απόφαση αυτή ορίστηκε ανώτατο όριο επιστροφής ύψους 3 100 ευρώ.

18      Με επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 2018, η προσφεύγουσα ζήτησε παράταση της ισχύος της προηγούμενης εγκρίσεως για τη μίσθωση συσκευής CPAP.

19      Ανταποκρινόμενο στο αίτημα αυτό, το γραφείο εκκαθαρίσεως, με απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019, ενέκρινε τη μίσθωση συσκευής CPAP, για την περίοδο από 1ης Μαρτίου 2019 έως 29 Φεβρουαρίου 2024, ορίζοντας ανώτατο όριο επιστροφής ύψους 3 100 ευρώ (στο εξής: απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019).

20      Η προσφεύγουσα προσέβαλε την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 με επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 2019 απευθυνθείσα προς το γραφείο εκκαθαρίσεως.

21      Η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 επιβεβαιώθηκε από το γραφείο εκκαθαρίσεως στις 12 Απριλίου 2019.

22      Με επιστολή της 14ης Απριλίου 2019, η προσφεύγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 2019. Με τη διοικητική ένστασή της, προέβαλε, ιδίως, ότι η απόφαση αυτή είχε εκδοθεί κατά παράβαση της εφαρμοστέας ρυθμίσεως. Προέβαλε, εξάλλου, ότι ήταν πιο συμφέρον να προβεί στη Γαλλία, χώρα στην οποία διέμενε, στη μίσθωση συσκευής CPAP παρά στην αγορά τέτοιας συσκευής.

23      Η επιτροπή διαχείρισης, με την από 12 Ιουλίου 2019 γνωμοδότησή της, επισήμανε ότι έπρεπε να επιβεβαιωθεί η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019.

24      Η ΑΔΑ απέρριψε τη διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας με απόφαση της 13ης Αυγούστου 2019 (στο εξής: απόφαση της 13ης Αυγούστου 2019). Στηρίχτηκε, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι, κατά την άποψή της, τα στοιχεία σχετικά με το γαλλικό σύστημα ασφαλίσεως υγείας δεν ασκούσαν επιρροή στη νομιμότητα της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 2019.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

25      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Νοεμβρίου 2019, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

26      Κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα), στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε ορισμένες γραπτές ερωτήσεις. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν στα εν λόγω μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

27      Δεδομένου ότι κανείς από τους διαδίκους δεν ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα έγγραφα της δικογραφίας, αποφάσισε να κρίνει επί της προσφυγής χωρίς να διεξαχθεί προφορική διαδικασία.

28      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την απόφαση της 13ης Αυγούστου 2019·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

29      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

30      Πρέπει να διευκρινιστεί, προκαταρκτικώς, το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς.

 Επί του αντικειμένου της διαφοράς

31      Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η υπό κρίση προσφυγή στρέφεται κατά της αποφάσεως της 13ης Αυγούστου 2019 με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα κατά της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 2019 και όχι κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως. Εντούτοις, κατά την Επιτροπή, η προσφυγή αποσκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 2019, όπως επιβεβαίωσε η προσφεύγουσα με το υπόμνημά της απαντήσεως.

32      Κατά πάγια νομολογία, η διοικητική ένσταση, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, και η ρητή ή σιωπηρή απόρριψή της αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας σύνθετης διαδικασίας και συνιστούν απλώς προϋπόθεση για την άσκηση προσφυγής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή, ακόμη και αν τυπικώς βάλλει κατά της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, έχει ως αποτέλεσμα να υποβάλλεται στην κρίση του δικαστή η βλαπτική πράξη κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση (αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 1989, Vainker κατά Συμβουλίου, 293/87, EU:C:1989:8, σκέψη 8, και της 13ης Δεκεμβρίου 2018, CH κατά Κοινοβουλίου, T-83/18, EU:T:2018:935, σκέψη 56), πλην της περιπτώσεως που η απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως έχει διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό της πράξεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση (αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2006, Staboli κατά Επιτροπής, T-281/04, EU:T:2006:334, σκέψη 26, και της 28ης Μαΐου 2020, Cerafogli κατά ΕΚΤ, T-483/16 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:225, σκέψη 70).

33      Εν προκειμένω, καίτοι η απόφαση της 13ης Αυγούστου 2019 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως της προσφεύγουσας περιλαμβάνει μια πιο εμπεριστατωμένη από νομικής και πραγματικής απόψεως αιτιολογία από ό,τι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην επιστολή η οποία περιέχει την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019, έχει εντούτοις το ίδιο περιεχόμενο με την τελευταία αυτή απόφαση (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2006, Staboli κατά Επιτροπής, T‑281/04, EU:T:2006:334, σκέψη 27).

34      Κατά συνέπεια, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί ως βάλλουσα κατά της αρχικής βλαπτικής αποφάσεως, ήτοι της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 2019.

35      Εξάλλου, δεδομένου ότι, στο σύστημα του ΚΥΚ, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως την οποία αμφισβητεί και να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής αυτής ενστάσεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει παραδεκτή την προσφυγή, ανεξαρτήτως του αν αυτή στρέφεται κατά μόνον της αποφάσεως που αποτέλεσε αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως, κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως ή κατά αμφοτέρων των αποφάσεων από κοινού, αρκεί η διοικητική ένσταση να υποβλήθηκε και η προσφυγή να ασκήθηκε εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στις εφαρμοστέες διατάξεις (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1989, Koutchoumoff κατά Επιτροπής, 224/87, EU:C:1989:38, σκέψη 7). Ωστόσο, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης, ο δικαστής δύναται να ορίσει ότι η δίκη καταργείται ειδικά όσον αφορά το αίτημα που στρέφεται κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως όταν διαπιστώνει ότι το αίτημα αυτό δεν είναι αυτοτελές και, στην πραγματικότητα, συγχέεται με το αίτημα που βάλλει κατά της αποφάσεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση (βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2018, LL κατά Κοινοβουλίου, C-326/16 P, EU:C:2018:83, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· απόφαση της 28ης Μαΐου 2020, Cerafogli κατά ΕΚΤ, T-483/16 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:225, σκέψη 72).

36      Εν προκειμένω, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως ειδικώς επί της νομιμότητας της αποφάσεως της 13ης Αυγούστου 2019 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, δεδομένου ότι το αίτημα που την αφορά στερείται αυτοτέλειας και, στην πραγματικότητα, συγχέεται με το αίτημα που στρέφεται κατά της αποφάσεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω).

 Επί του παραδεκτού της προσφυγής

37      Η Επιτροπή προβάλλει, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, μια πρώτη ένσταση απαραδέκτου στηριζόμενη στον επιβεβαιωτικό χαρακτήρα της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 2019. Προβάλλει επιπλέον, με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, μια δεύτερη ένσταση απαραδέκτου, στηριζόμενη στην έλλειψη έννομου συμφέροντος της προσφεύγουσας. Καίτοι η ένσταση απαραδέκτου είναι δημοσίας τάξεως και μπορεί να εξετάζεται από τον δικαστή της Ένωσης σε κάθε στάδιο της δίκης, επισημαίνεται, συναφώς, ότι η Επιτροπή δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους ανέμενε το υπόμνημα ανταπαντήσεως για να προβάλει την ως άνω δεύτερη ένσταση απαραδέκτου, ενώ διέθετε επαρκή στοιχεία για να το πράξει με το υπόμνημά της αντικρούσεως.

 Επί της πρώτης ενστάσεως απαραδέκτου, που στηρίζεται στον επιβεβαιωτικό χαρακτήρα της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 2019

38      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 είναι αμιγώς επιβεβαιωτική της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 2015, η οποία, καθόσον δεν προσεβλήθη από την προσφεύγουσα εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, έχει καταστεί απρόσβλητη.

39      Η Επιτροπή προσθέτει ότι μόνον η ύπαρξη νέων και ουσιωδών πραγματικών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει επανεξέταση προγενέστερης αποφάσεως η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη. Διευκρινίζει ότι ένα περιστατικό είναι ουσιώδες όταν μεταβάλλει τις συνθήκες βάσει των οποίων εκδόθηκε η προγενέστερη πράξη. Εν προκειμένω, όμως, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να προβάλει κανένα ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, δεδομένου ότι οι δύο αποφάσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 38 ανωτέρω έχουν το ίδιο αντικείμενο, εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες, αφορούν το ίδιο πρόσωπο και ορίζουν το ίδιο ανώτατο όριο επιστροφής. Η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών αποφάσεων αφορά την περίοδο ισχύος της εγκρίσεως που χορήγησαν. Ωστόσο, η διαφορά αυτή ουδεμία επιρροή ασκεί ως προς τον επιβεβαιωτικό χαρακτήρα της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 2019.

40      Η Επιτροπή επισημαίνει, περαιτέρω ότι η προσφεύγουσα περιορίστηκε να ζητήσει παράταση της προηγούμενης εγκρίσεως που είχε χορηγηθεί σε προγενέστερο χρόνο.

41      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσφυγή της είναι παραδεκτή και ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής κατά τον οποίον η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 είναι αμιγώς επιβεβαιωτική της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 2015 είναι εσφαλμένος. Ειδικότερα, κατά την προσφεύγουσα, καθόσον η απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2015 ίσχυε μόνον έως τις 28 Φεβρουαρίου 2019, η λήξη ισχύος της κατέστησε αναγκαία την έκδοση νέας αποφάσεως για την επόμενη περίοδο.

42      Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 δεν αποτελεί απλή παράταση προηγούμενης εγκρίσεως που είχε χορηγηθεί σε προγενέστερο χρόνο, αλλά συνιστά πραγματική απόφαση, δεδομένου ότι η χορήγηση προηγούμενης εγκρίσεως δεν καθορίζεται από τις προγενέστερες εγκριτικές αποφάσεις.

43      Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι μια πράξη θεωρείται αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης πράξεως, όταν η επίμαχη πράξη δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη πράξη και δεν προηγήθηκε αυτής επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη της προγενέστερης πράξεως (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, T-481/11, EU:T:2014:945, σκέψη 28· βλ., επίσης, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Ιταλία κατά Επιτροπής, T-353/14 και T-17/15, EU:T:2016:495, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

44      Προφανώς, το ζήτημα της υπάρξεως επιβεβαιωτικής πράξεως δεν τίθεται καν σε περίπτωση που το περιεχόμενο της μεταγενέστερης πράξεως είναι διαφορετικό από αυτό της προγενέστερης (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, T-481/11, EU:T:2014:945, σκέψη 30).

45      Τέτοια περίπτωση συντρέχει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 δεν έχει το ίδιο αντικείμενο με αυτό της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 2015: ενώ η τελευταία αυτή απόφαση χορηγούσε στην προσφεύγουσα έγκριση για τη μίσθωση συσκευής CPAP για την περίοδο από 1ης Μαρτίου 2014 έως 28 Φεβρουαρίου 2019 (βλ. σκέψη 17 ανωτέρω), η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 της χορήγησε έγκριση για τη μίσθωση τέτοιας συσκευής για την περίοδο από 1ης Μαρτίου 2019 έως 29 Φεβρουαρίου 2024 (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω).

46      Καθόσον τα αποτελέσματα της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 2015 ήταν χρονικώς περιορισμένα, η προσφεύγουσα, σε περίπτωση μη εκδόσεως νέας αποφάσεως, δεν θα δικαιούνταν επιστροφή των εξόδων μισθώσεως συσκευής CPAP που θα επωμιζόταν από 1ης Μαρτίου 2019. Η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 είχε ακριβώς ως αποτέλεσμα, χορηγώντας έγκριση στην προσφεύγουσα για μια τέτοια μίσθωση, να της παράσχει τη δυνατότητα να επωφεληθεί της επιστροφής των εξόδων αυτών.

47      Η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 αποτελεί συνεπώς νέα απόφαση η οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμιγώς επιβεβαιωτική της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 2015.

48      Σημειωτέον επίσης ότι η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 δεν μπορεί να καθίσταται αμιγώς επιβεβαιωτική της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 2015 λόγω της περιστάσεως ότι εφαρμόζει το ίδιο όριο επιστροφής εξόδων με εκείνο της τελευταίας αυτής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το χρονικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 2015, το οποίο ήταν περιορισμένο όσον αφορά την έγκριση που χορηγούσε (βλ. σκέψη 46 ανωτέρω), ήταν κατ’ ανάγκην επίσης περιορισμένο όσον αφορά το ανώτατο όριο επιστροφής που καθόριζε, καθόσον το ανώτατο αυτό όριο έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την έγκριση μισθώσεως στο πλαίσιο της οποίας εφαρμόζεται.

49      Περαιτέρω είναι άνευ σημασίας το γεγονός, αφενός, ότι το έντυπο προηγούμενης εγκρίσεως διακρίνει τις αιτήσεις «εγκρίσεως» από τις αιτήσεις «παρατάσεως της εγκρίσεως» και, αφετέρου, ότι η προσφεύγουσα θεώρησε ότι η αίτησή της ενέπιπτε στην τελευταία αυτή κατηγορία, δεδομένου ότι το κατά πόσον πρόκειται για βλαπτική πράξη καθορίζεται από την ουσία της προσβαλλομένης πράξεως και όχι από τον τίτλο που της προσδίδει η διοίκηση (πρβλ. διάταξη της 15ης Ιανουαρίου 2009, Braun-Neumann κατά Κοινοβουλίου, T-306/08 P, EU:T:2009:6, σκέψη 32) ή ο αποδέκτης της.

50      Η πρώτη ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει συνεπώς να απορριφθεί.

 Επί της δεύτερης ενστάσεως απαραδέκτου, που στηρίζεται σε φερόμενη έλλειψη έννομου συμφέροντος της προσφεύγουσας

51      Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα δεν παραθέτει κανένα αριθμητικό στοιχείο σχετικά με το κόστος της μισθώσεως της συσκευής CPAP για την οποία ζητεί την επιστροφή εξόδων. Θεωρεί ότι, εξ αυτού του λόγου, δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει το έννομο συμφέρον της προσφεύγουσας.

52      Κατά πάγια νομολογία, το παραδεκτό προσφυγής εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Ένα τέτοιο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της πράξεως αυτής δύναται, αυτή καθεαυτήν, να έχει έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψη 55, και της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, VF κατά ΕΚΤ, T-39/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:683, σκέψη 139).

53      Επιπλέον, όταν μια απόφαση δεν ικανοποιεί πλήρως αυτόν πού ζήτησε την έκδοσή της, πρέπει να του αναγνωριστεί έννομο συμφέρον να ζητήσει τον εκ μέρους του δικαστή της Ένωσης έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως αυτής (πρβλ. απόφαση της 11ης Μαρτίου 2009, TF1 κατά Επιτροπής, T-354/05, EU:T:2009:66, σκέψεις 85 και 86).

54      Εν προκειμένω, με την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019, εκδοθείσα επί της αιτήσεως χορηγήσεως προηγούμενης εγκρίσεως της 20ής Δεκεμβρίου 2018 (βλ. σκέψη 18 ανωτέρω), το γραφείο εκκαθαρίσεως επέβαλε στην προσφεύγουσα ανώτατο όριο επιστροφής των εξόδων της για τη μίσθωση συσκευής CPAP.

55      Είναι σαφές ότι η κατάργηση του εν λόγω ανώτατου ορίου, που θα μπορούσε να προκύψει από την ενδεχόμενη ακύρωση της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 2019 και εκείνης της 13ης Αυγούστου 2019, θα ωφελούσε την προσφεύγουσα.

56      Επιπλέον, δεν εναπόκειται στην προσφεύγουσα, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, να προσκομίσει αριθμητικά στοιχεία που να καθιστούν δυνατή την εκτίμηση του οφέλους αυτού, δεδομένου ότι τέτοια εκτίμηση, εφόσον απαιτείται, άπτεται της ουσίας και όχι του παραδεκτού της προσφυγής (πρβλ. απόφαση της 11ης Μαρτίου 2009, TF1 κατά Επιτροπής, T-354/05, EU:T:2009:66, σκέψη 86).

57      Συνεπώς, η δεύτερη ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει επίσης να απορριφθεί.

 Επί της ουσίας

58      Προς στήριξη του αιτήματός της περί ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει έναν μόνο λόγο ακυρώσεως, κατά τον οποίον καμία από τις εφαρμοστέες διατάξεις δεν προβλέπει ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων για τη μίσθωση συσκευής CPAP. Η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019, καθόσον εφαρμόζει τέτοιο ανώτατο όριο, παραβαίνει ως εκ τούτου, κατά την προσφεύγουσα, τις εν λόγω διατάξεις και, συνεπώς, στερείται νομιμότητας.

59      Εξάλλου, η προσφεύγουσα αναφέρει ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα αντικειμενικό στοιχείο από το οποίο να μπορεί να διαπιστωθεί ότι οι τιμές μισθώσεως συσκευών CPAP που χρεώνονται στη Γαλλία είναι υπερβολικά υψηλές.

60      Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ότι η αγορά συσκευής CPAP ήταν επιβεβλημένη σε περίπτωση μακροχρόνιας χρήσεως τέτοιας συσκευής.

61      Η προσφεύγουσα μνημονεύει, εξάλλου, τα πλεονεκτήματα της μισθώσεως συσκευής CPAP σε σχέση με την αγορά τέτοιας συσκευής.

62      Η προσφεύγουσα αμφισβητεί, τέλος, ότι υφίσταται διάκριση μεταξύ των ασφαλισμένων που μισθώνουν συσκευή CPAP και αυτών που αγοράζουν τέτοια συσκευή.

63      Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα της επιχειρηματολογίας της προσφεύγουσας.

64      Εισαγωγικώς υπενθυμίζεται ότι, εν προκειμένω, το γραφείο εκκαθαρίσεως, όταν εξέδωσε την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019, εφάρμοσε ανώτατο όριο επιστροφής (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω). Η Επιτροπή το επιβεβαίωσε εξάλλου, με την απάντησή της επί του μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας που αποφάσισε το Γενικό Δικαστήριο (βλ. σκέψη 26 ανωτέρω), διευκρινίζοντας ότι ο περιορισμός της αιτηθείσας από την προσφεύγουσα επιστροφής εξόδων στο ποσό των 3 100 ευρώ δεν βασιζόταν στο άρθρο 20, παράγραφος 2, της κοινής ρυθμίσεως, το οποίο, κατά την Επιτροπή, δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω.

65      Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι το άρθρο 20 της κοινής ρυθμίσεως, το οποίο κάνει αναφορά στον σκοπό διαφυλάξεως της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του ΚΣΥΑ, προβλέπει, στην παράγραφο 1, τη θέσπιση από τις ΓΕΔ ανώτατων ορίων επιστροφής για ορισμένες παροχές. Προβλέπει, επίσης, στην παράγραφο 2, όταν δεν έχει καθοριστεί κανένα ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων, τη δυνατότητα του γραφείου εκκαθαρίσεως να μην επιστρέψει το μέρος των εξόδων που θεωρείται υπερβολικό σε σχέση με το σύνηθες κόστος στη χώρα στην οποία πραγματοποιήθηκαν τα έξοδα (βλ. σκέψη 2 ανωτέρω).

66      Η δυνατότητα οι ΓΕΔ να μη θεσπίζουν ανώτατα όρια επιστροφής εξόδων προβλέπεται συνεπώς ρητώς στην κοινή ρύθμιση. Προβλέπεται μάλιστα ειδική διαδικασία προκειμένου να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική ισορροπία του ΚΣΥΑ σε τέτοιες περιπτώσεις.

67      Οι ΓΕΔ διευκρινίζουν τη διαδικασία που εφαρμόζεται όταν δεν έχει θεσπιστεί κανένα ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων. Ειδικότερα, στο μέρος «Γενικοί ορισμοί» των ΓΕΔ, ορίζεται ότι το μέρος των εξόδων που θεωρείται υπέρμετρο προσδιορίζεται κατά περίπτωση από το γραφείο εκκαθαρίσεως, κατόπιν γνωματεύσεως του ιατρού συμβούλου ο οποίος αποφαίνεται σχετικά με τον ακριβή χαρακτήρα της παροχής ώστε το γραφείο εκκαθαρίσεως να είναι σε θέση να προβεί σε σύγκριση με τις συνήθεις χρεώσεις (βλ. σκέψη 5 ανωτέρω).

68      Συνεπώς, από την οικονομία των σχετικών διατάξεων της κοινής ρυθμίσεως και των ΓΕΔ, όπως αυτή συνάγεται από τις σκέψεις 65 έως 67 ανωτέρω, προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει, ως αρμόδια αρχή προς έκδοση των ΓΕΔ, αν επιθυμεί να θεσπίσει ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων για μια συγκεκριμένη παροχή, να αναφέρει ρητώς το εν λόγω ανώτατο όριο στις διατάξεις των ΓΕΔ.

69      Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δεν αναφέρεται ρητώς στις ΓΕΔ κανένα ανώτατο όριο για μια παροχή, οι εν λόγω ΓΕΔ δεν μπορούν να ερμηνεύονται, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ως θεσπίζουσες σιωπηρώς ένα τέτοιο όριο. Στην περίπτωση αυτή, η ειδική διαδικασία που μνημονεύεται στη σκέψη 66 ανωτέρω είναι αυτή που διασφαλίζει τη χρηματοοικονομική ισορροπία του ΚΣΥΑ.

70      Εν προκειμένω διαπιστώνεται, όπως προκύπτει από τον πίνακα που παρατίθεται στη σκέψη 7 ανωτέρω, ότι οι ΓΕΔ δεν προβλέπουν ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων για τη μίσθωση συσκευής CPAP.

71      Συγκεκριμένα, στον πίνακα αυτόν, υπάρχει στήλη αφιερωμένη ειδικώς στο ανώτατο ποσό επί του οποίου εφαρμόζεται το ποσοστό επιστροφής και κανένα ποσό δεν αναφέρεται στις σειρές σχετικά με τη μίσθωση συσκευών CPAP, είτε αυτή έχει διάρκεια μικρότερη είτε μεγαλύτερη των τριών μηνών.

72      Επομένως, από την εξέταση του γράμματος των εφαρμοστέων διατάξεων, το οποίο δεν ενέχει καμία αμφισημία, συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων όσον αφορά τη μίσθωση συσκευής CPAP.

73      Η επιτροπή διαχείρισης επισημαίνει εξάλλου, με την από 12 Ιουλίου 2018 γνωμοδότησή της (βλ. σκέψη 23 ανωτέρω), ότι οι ΓΕΔ προβλέπουν τέτοιο ανώτατο όριο μόνο για την αγορά συσκευής CPAP.

74      Επιπλέον, ο πίνακας που παρατίθεται στη σκέψη 7 ανωτέρω αναφέρει ανώτατο όριο επιστροφής των εξόδων μισθώσεως τροχήλατων αναπηρικών αμαξιδίων, το δε όριο αυτό εφαρμόζεται για συγκεκριμένη διάρκεια μισθώσεως η οποία επίσης μνημονεύεται στον εν λόγω πίνακα. Το γεγονός ότι, στον ίδιο πίνακα, εμφαίνεται ένα ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων για τη μίσθωση ιατρικού εξοπλισμού, ενώ δεν εμφαίνεται τέτοιο όριο για τη μίσθωση άλλου εξοπλισμού, επιβεβαιώνει ότι δεν έχει θεσπιστεί κανένα ανώτατο όριο, έστω και σιωπηρώς, για τη μίσθωση του τελευταίου αυτού εξοπλισμού.

75      Το συμπέρασμα που διατυπώνεται στη σκέψη 72 ανωτέρω δεν κλονίζεται από τα λοιπά επιχειρήματα της Επιτροπής.

76      Πρώτον, κατά την Επιτροπή, οι ΓΕΔ εκκινούν από την παραδοχή ότι, σε περίπτωση μακροχρόνιας χρήσεως συσκευής CPAP, επιβάλλεται η αγορά της συσκευής αυτής, τόσο για ιατρικούς όσο και για δημοσιονομικούς λόγους. Τούτο εξηγεί τον λόγο για τον οποίο δεν κρίθηκε σκόπιμο να θεσπιστεί με τις ΓΕΔ ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων για πολυετή μίσθωση, καθόσον η περίπτωση αυτή δεν πρέπει να ανακύπτει.

77      Εντούτοις, η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία των ΓΕΔ δεν προκύπτει από το γράμμα των διατάξεών τους. Συγκεκριμένα, ο διατάξεις τους περιορίζονται στο να διακρίνουν μεταξύ των μισθώσεων συσκευών CPAP διάρκειας μικρότερης των τριών μηνών, για τις οποίες ουδεμία προηγούμενη έγκριση απαιτείται, και των μισθώσεων μεγαλύτερης διάρκειας, για τις οποίες είναι υποχρεωτική η προηγούμενη έγκριση, δίχως να αναφέρεται ο παραμικρός χρονικός περιορισμός για τις τελευταίες αυτές μισθώσεις.

78      Επιπλέον, δεν αναφέρεται, στη στήλη «Παρατηρήσεις», στην οποία παρέχονται οι αναγκαίες διευκρινίσεις για την ερμηνεία του πίνακα που παρατίθεται στη σκέψη 7 ανωτέρω, ότι επιβάλλεται η αγορά συσκευής CPAP σε περίπτωση μακροχρόνιας χρήσεως. Η δυνατότητα μισθώσεως συσκευής CPAP για διάρκεια μεγαλύτερη των τριών μηνών θα μπορούσε εξάλλου να μη μνημονεύεται στον εν λόγω πίνακα.

79      Τέλος, το γεγονός, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, ότι ιατρικοί λόγοι ενδέχεται να επιβάλουν την αγορά, αντί της μισθώσεως, μιας συσκευής CPAP, σε περίπτωση μακροχρόνιας χρήσεως, δεν δικαιολογεί την έλλειψη οποιασδήποτε σχετικής μνείας στις ΓΕΔ οι οποίες προορίζονται να διαβάζονται και να γίνονται κατανοητές από τους ασφαλισμένους. Άλλωστε, η Επιτροπή δεν εξέθεσε τους ιατρικούς λόγους οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της αγοράς συσκευής CPAP αντί της μισθώσεως τέτοιας συσκευής.

80      Δεύτερον, το γεγονός ότι για τη μίσθωση συσκευής CPAP για διάρκεια μεγαλύτερη των τριών μηνών απαιτείται προηγούμενη έγκριση, όπως ακριβώς συμβαίνει και για την αγορά μιας τέτοιας συσκευής, δεν συνεπάγεται, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι το ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων που προβλέπουν οι ΓΕΔ για την αγορά τέτοιας συσκευής έχει εφαρμογή και στη μακράς διάρκειας μίσθωση της συσκευής αυτής.

81      Συγκεκριμένα, η ύπαρξη προηγούμενης εγκρίσεως δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την εφαρμογή ανώτατου ορίου επιστροφής εξόδων, όπως προκύπτει από τις σειρές του πίνακα που παρατίθεται στη σκέψη 7 ανωτέρω που αφορούν τη μίσθωση, για διάρκεια άνω των τριών μηνών, πλαισίων βάδισης, καθισμάτων τουαλέτας, κρεβατιών νοσοκομειακού τύπου, στρωμάτων κατά των ελκών κατακλίσεως και συσκευών ψεκασμού.

82      Επιπλέον, η Επιτροπή δεν παραθέτει καμία διάταξη που να συνδέει την υποχρέωση λήψεως προηγούμενης εγκρίσεως με την ύπαρξη ανώτατου ορίου επιστροφής εξόδων.

83      Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο οι ΓΕΔ πρέπει να ερμηνεύονται, προκειμένου να είναι σύμφωνες με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των ασφαλισμένων, ως θεσπίζουσες ανώτατο όριο για τη μακράς διάρκειας μίσθωση συσκευών CPAP, επισημαίνεται ότι αδικαιολόγητη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των ασφαλισμένων που αγοράζουν συσκευή CPAP και εκείνων που μισθώνουν την ίδια συσκευή για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν μπορεί να οδηγήσει, προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, σε ερμηνεία των ΓΕΔ η οποία είναι αντίθετη προς το γράμμα τους, καθώς και προς την οικονομία των σχετικών διατάξεων της κοινής ρυθμίσεως και των ΓΕΔ (πρβλ. διάταξη της 17ης Ιουλίου 2015, EEB κατά Επιτροπής, T-685/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:560, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την ύπαρξη κινδύνου καταστρατηγήσεως του ανώτατου ορίου που προβλέπεται για την αγορά συσκευής CPAP ή κινδύνου διαταράξεως της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του ΚΣΥΑ. Εξάλλου, η κοινή ρύθμιση προβλέπει, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο της 20, παράγραφος 2, μηχανισμούς αποτροπής της αναλήψεως από το ΚΣΥΑ ορισμένων υπέρμετρων εξόδων.

84      Εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη διαφοροποιήσεως μεταξύ των ποσών στα οποία ανέρχονται τα έξοδα μισθώσεως συσκευών CPAP και εκείνων στα οποία ανέρχονται τα έξοδα αγοράς τέτοιων συσκευών, αρκούντως συστηματική και ουσιώδης για να δημιουργεί δυσμενή διάκριση, δεν τεκμηριώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ομοίως, δεν τεκμηριώνεται ούτε η ύπαρξη πρακτικής για την καταστρατήγηση του ανώτατου ορίου που εφαρμόζεται για την αγορά συσκευής CPAP. Τέλος, η ύπαρξη κινδύνου διαταράξεως της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του ΚΣΥΑ ως αποτέλεσμα της μη υπάρξεως ανώτατου ορίου επιστροφής εξόδων για τη μίσθωση συσκευών CPAP δεν αποδεικνύεται.

85      Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μια δημιουργική ερμηνεία των ΓΕΔ είναι δυνατή μολονότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που παρέχουν δικαίωμα λήψεως χρηματικών παροχών πρέπει να ερμηνεύονται στενά (βλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, Lebedef κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-221/02, EU:T:2003:239, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), κανένας από τους λόγους που προβάλλει η Επιτροπή δεν είναι ικανός να δικαιολογήσει μια τέτοια ερμηνεία (βλ. σκέψη 84 ανωτέρω).

86      Τέταρτον, η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα διαφόρων επιχειρημάτων που προβάλλει, κατά την άποψή της, η προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι δεν αρνείται να αναλάβει τα έξοδα μισθώσεως συσκευής CPAP. Υποστηρίζει ότι η αιτίαση με την οποία η προσφεύγουσα προβάλλει έλλειψη αιτιολογίας είναι απαράδεκτη. Υπενθυμίζει ότι το ΚΣΥΑ αποτελεί αυτοτελές σύστημα και ότι το γραφείο εκκαθαρίσεως υποχρεούται να εφαρμόζει την κοινή ρύθμιση και τις ΓΕΔ. Επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα δεν παραθέτει κανένα αριθμητικό στοιχείο σχετικά με το κόστος της μισθώσεως συσκευής CPAP. Αμφισβητεί την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ των ασφαλισμένων ανάλογα με τον τόπο διαμονής τους. Αναφέρει ότι το γραφείο εκκαθαρίσεως, το οποίο είχε καλέσει την προσφεύγουσα να υποβάλει ιατρικό πιστοποιητικό που να βεβαιώνει την αδυναμία αγοράς συσκευής CPAP, ήταν διατεθειμένο να λάβει πρόσθετες πληροφορίες τις οποίες η προσφεύγουσα δεν παρέσχε. Τέλος, υπογραμμίζει ότι η προσφεύγουσα δεν διατύπωσε στο δικόγραφο της προσφυγής της επιχειρήματα σχετικά με το γεγονός ότι το σύστημα αναλήψεως εξόδων για τις συσκευές CPAP στη Γαλλία ευνοεί τη μίσθωσή τους και προσθέτει ότι ο ισχυρισμός αυτός, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδεικνύεται.

87      Αρκεί να επισημανθεί ότι τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας τα οποία αντικρούει κατά τον τρόπο αυτόν η Επιτροπή είναι άσχετα με το ζήτημα της προβλέψεως, στις ΓΕΔ, ανώτατου ορίου επιστροφής εξόδων. Κατά συνέπεια και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι βάσιμα, τα επιχειρήματα αυτά δεν ασκούν επιρροή στο συμπέρασμα που μνημονεύεται στη σκέψη 72 ανωτέρω.

88      Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που διατυπώθηκαν στις σκέψεις 64 έως 87 ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το γραφείο εκκαθαρίσεως, καθορίζοντας ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων με την απάντησή του στην αίτηση χορηγήσεως προηγούμενης εγκρίσεως που υπέβαλε η προσφεύγουσα, παρέβη τις ΓΕΔ.

89      Δεδομένου ότι υπηρετούν μια Ένωση δικαίου, τα θεσμικά όργανα, όποια και αν είναι, δεν μπορούν να απαλλαγούν από τους κανόνες που έχουν εφαρμογή σε αυτά (απόφαση της 10ης Απριλίου 2019, Gamaa Islamya Égypte κατά Συμβουλίου, T-643/16, EU:T:2019:238, σκέψη 228).

90      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο προβαλλόμενος από την προσφεύγουσα λόγος ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, να ακυρωθεί η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019 καθώς και η απόφαση της 13ης Αυγούστου 2019.

 Επί των δικαστικών εξόδων

91      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 17ης Ιανουαρίου 2019 που καθορίζει ανώτατο όριο επιστροφής εξόδων 3 100 ευρώ για τη μίσθωση ιατρικής συσκευής για την περίοδο από 1ης Μαρτίου 2019 έως 29 Φεβρουαρίου 2024 και την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Αυγούστου 2019, περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως που υποβλήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής.

2)      Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Gervasoni

Madise

Nihoul

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Δεκεμβρίου 2020.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.