Language of document : ECLI:EU:C:2008:174

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 13ης Μαρτίου 2008 (1)

Υπόθεση C‑188/07

Commune de Mesquer

κατά

Total France SA

και

Total International Ltd

[αίτηση του Cour de Cassation (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Οδηγία 75/442 περί στερεών αποβλήτων – Έννοια του αποβλήτου – Υδρογονάνθρακες και βαρύ μαζούτ – Κάτοχος αποβλήτου – Η αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” – Διεθνής σύμβαση περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο»





I –    Εισαγωγή

1.        Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το γαλλικό Cour de Cassation [Ανώτατο Ακυρωτικό] αποτελεί συνέπεια του ναυαγίου του δεξαμενοπλοίου Erika το έτος 1999 εγγύς των ακτών της Βρετάνης. Το βαρύ μαζούτ που διέρρευσε ρύπανε, μεταξύ άλλων, τα παράλια της Commune de Mesquer (Δήμου Mesquer) (στο εξής: Mesquer), ο οποίος ζητεί τώρα από τις επιχειρήσεις του ομίλου Total αποζημίωση.

2.        Κατά συνέπεια, υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί στερεών αποβλήτων (2) (στο εξής: οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα). Κατ’ αρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί αν το βαρύ μαζούτ πρέπει να θεωρηθεί αφεαυτού ως απόβλητο ή αν κατέστη απόβλητο λόγω του ατυχήματος. Περαιτέρω, ερωτάται αν οι επιχειρήσεις του ομίλου Total πρέπει να φέρουν τις δαπάνες της αποκαταστάσεως της ρυπάνσεως από το βαρύ μαζούτ επειδή παρήγαγαν και μετέφεραν με το δεξαμενόπλοιο το βαρύ μαζούτ το οποίο διέρρευσε.

3.        Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Γαλλία είναι συμβαλλόμενο μέρος στη διεθνή σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1969 περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο (3) όπως ισχύει με το πρωτόκολλο του 1992 (4) (στο εξής: σύμβαση περί ευθύνης) και της διεθνούς συμβάσεως του 1971 περί ιδρύσεως διεθνούς ταμείου για την αποζημίωση ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο, όπως ισχύει με το πρωτόκολλο του 1992 (5) (στο εξής: σύμβαση περί διεθνούς ταμείου).

II – Το νομικό πλαίσιο

 Α –       Οι εφαρμοστέες διεθνείς συμβάσεις

4.        Υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου, στην υπό κρίση υπόθεση ασκεί κατ’ αρχάς επιρροή η σύμβαση περί ευθύνης. Η σύμβαση αυτή επικυρώθηκε, μεταξύ άλλων, από 24 κράτη μέλη, όχι όμως από την Κοινότητα (6).

5.        Το άρθρο III της συμβάσεως περί ευθύνης περιέχει τις διατάξεις για την ευθύνη συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο στη θάλασσα:

«1.      Με εξαίρεση όσων ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού, ο πλοιοκτήτης κατά τον χρόνο ενός περιστατικού, ή, σε περίπτωση που το περιστατικό [συνίσταται σε διαδοχικά συμβάντα], κατά τον χρόνο εμφανίσεως του πρώτου από αυτά, είναι υπεύθυνος για κάθε ζημία ρυπάνσεως που προκλήθηκε από το πλοίο ως αποτέλεσμα του περιστατικού.

2.      Ο πλοιοκτήτης δεν ευθύνεται για ζημία εκ ρυπάνσεως, εάν αποδείξει ότι η ζημία

α)      επήλθεν εκ πολεμικής ενεργείας, εχθροπραξιών, εμφυλίου πολέμου, επαναστάσεως ή φυσικού φαινομένου αναποτρέπτου και ακαταμαχήτου είδους,

β)      επήλθεν εξ ολοκλήρου εκ πράξεως ή παραλείψεως γενομένης παρά τρίτου με πρόθεσιν να προξενηθή ζημία,

γ)      επήλθεν εξ ολοκλήρου εξ αμελείας ή άλλης παρανόμου πράξεως Κυβερνήσεως ή άλλης Αρχής υπευθύνου δια την συντήρησιν των φάρων, φανών ή άλλων βοηθημάτων της ναυσιπλοΐας και εν τη εκτελέσει των τοιούτων καθηκόντων αυτών.

3.      Εάν ο πλοιοκτήτης αποδείξει ότι η εκ ρυπάνσεως ζημία προήλθεν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει εκ πράξεως ή παραλείψεως γενομένης με πρόθεσιν προκλήσεως ζημίας εκ μέρους του ζημιωθέντος προσώπου ή εξ αμελείας αυτού, δύναται να απαλλαγεί εν όλω ή εν μέρει της έναντι του προσώπου τούτου ευθύνης του.

4.      Καμία απαίτηση για αποζημίωση ζημίας εκ ρυπάνσεως δεν μπορεί να [εγερθεί] κατά του πλοιοκτήτη κατά τρόπο άλλον από αυτόν που προβλέπει η παρούσα σύμβαση. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού, καμία απαίτηση για αποζημίωση ζημίας εκ ρυπάνσεως, είτε σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, είτε κατά άλλον τρόπο, δεν μπορεί να [εγερθεί κατά]:

α)      των προστηθέντων ή εντολοδόχων του πλοιοκτήτη ή των μελών του πληρώματος,

β)      του πλοηγού ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, το οποίο, αν και δεν είναι μέλος του πληρώματος, παρέχει υπηρεσίες στο πλοίο,

γ)      οποιουδήποτε ναυλωτή (με οποιονδήποτε τρόπο και αν περιγράφεται, συμπεριλαμβανομένου και του ναυλωτή γυμνού πλοίου), διαχειριστή ή εφοπλιστή του πλοίου,

δ)      οποιουδήποτε προσώπου που ενεργεί επιχείρηση διασώσεως με τη συγκατάθεση του πλοιοκτήτη ή με βάση τις οδηγίες αρμόδιας δημόσιας αρχής,

ε)      οποιουδήποτε προσώπου που λαμβάνει προληπτικά μέτρα,

στ)      όλων των προστηθέντων ή εντολοδόχων των προσώπων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους γ΄, δ΄ και ε΄,

εκτός αν η ζημία προήλθε από προσωπική τους πράξη ή παράλειψη που διαπράχθηκε με πρόθεση να προκληθεί μια τέτοια ζημία ή απερίσκεπτα και με γνώση ότι μια τέτοια ζημία θα μπορούσε πιθανώς να προκύψει.

5.      Το δικαίωμα αναγωγής του πλοιοκτήτου κατά τρίτων ουδαμώς περιορίζεται δια της παρούσης συμβάσεως.»

6.        Κατά το άρθρο V της συμβάσεως περί ευθύνης, η ευθύνη του πλοιοκτήτη περιορίζεται τουλάχιστον αν δεν αποδειχθεί ότι η ζημία εκ ρυπάνσεως προήλθε από προσωπική του πράξη ή παράλειψη που διαπράχθηκε με πρόθεση να προκληθεί μια τέτοια ζημία ή απερίσκεπτα και με γνώση ότι μια τέτοια ζημία θα μπορούσε πιθανώς να προκύψει.

7.        Κατά το επίδικο χρονικό σημείο, το ανώτατο όριο ευθύνης ανερχόταν, κατά το άρθρο V, παράγραφος 1, από 3 εκατομμύρια λογιστικές μονάδες μέχρι 59,7 εκατομμύρια λογιστικές μονάδες ανάλογα με τη χωρητικότητα του πλοίου. Κατά το άρθρο V, παράγραφος 9, η λογιστική μονάδα αντιστοιχεί στο ειδικό τραβηκτικό δικαίωμα όπως αυτό ορίζεται από το Διεθνές Νομισματικό ταμείο, οπότε συγκεκριμένα, δηλαδή στις 13 Δεκεμβρίου 1999, αμέσως μετά το ατύχημα, αντιστοιχούσε σε 1,357120 ευρώ (7). Στην περίπτωση του Erika η ευθύνη του πλοιοκτήτη περιορίζεται σε περίπου 13 εκατομμύρια ευρώ (8).

8.        Τη σύμβαση περί ευθύνης συμπληρώνει η σύμβαση περί διεθνούς ταμείου. Η σύμβαση αυτή επικυρώθηκε, μεταξύ άλλων, από 23 κράτη μέλη, όχι όμως από την Κοινότητα (9).

9.        Το ιδρυθέν με τη σύμβαση ταμείο για την αποζημίωση ζημιών από πετρελαϊκή ρύπανση (στο εξής και: ταμείο) παρέχει, κατά το άρθρο 2 της συμβάσεως περί διεθνούς ταμείου, αποζημίωση για ζημίες εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο στον βαθμό κατά τον οποίο είναι ανεπαρκής η προστασία που παρέχεται από τη σύμβαση περί ευθύνης. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, το ανώτατο όριο αποζημιώσεως από το ταμείο περιοριζόταν σε 135 εκατομμύρια λογιστικές μονάδες. Στην υπόθεση του Erika αντιστοιχούσε περίπου σε 185 εκατομμύρια ευρώ (10).

10.      Κατά το άρθρο 28, παράγραφος 4, αυτής, στη σύμβαση περί διεθνούς ταμείου μπορούν να προσχωρήσουν μόνο τα κράτη που έχουν επικυρώσει, αποδεχθεί, εγκρίνει ή προσχωρήσει στη σύμβαση περί ευθύνης.

11.      Άλλωστε, το άρθρο 235, παράγραφος 3, της συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, που υπογράφηκε στο Montego Bay στις 10 Δεκεμβρίου 1982 (11) (στο εξής: σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας), επιτάσσει τη συνεργασία των κρατών μελών όσον αφορά την ευθύνη για τη ρύπανση του θαλασσίου περιβάλλοντος:

«Προς εξασφάλιση ταχείας και πρόσφορης αποζημιώσεως όλων των ζημιών που [οφείλονται στη] ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τα κράτη συνεργάζονται για την εφαρμογή και την περαιτέρω ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου της ευθύνης όσον αφορά την [αποτίμηση] και την αποζημίωση των ζημιών και την επίλυση των διαφορών στον τομέα αυτόν, καθώς και, αν παραστεί ανάγκη, [για] την κατάρτιση κριτηρίων και διαδικασιών [σχετικά με] την καταβολή επαρκούς αποζημιώσεως, προβλέποντας, για παράδειγμα, υποχρεωτική ασφάλιση ή [την ίδρυση] ταμείων αποζημιώσεως.»

 Β –       Το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο

1.      Η οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα

12.      Το άρθρο 1 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα ορίζει, μεταξύ άλλων, το απόβλητο, τον παραγωγό αποβλήτων και τον κάτοχο αποβλήτων:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

α)      “απόβλητο”: κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος I και που ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει·

β)      “παραγωγός”: κάθε πρόσωπο η δραστηριότητα του οποίου παρήγαγε απόβλητα (“αρχικός παραγωγός”) ή/και κάθε πρόσωπο που έχει πραγματοποιήσει εργασίες προεπεξεργασίας, αναμείξεως ή άλλες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσεως ή της συνθέσεως των αποβλήτων αυτών·

γ)      “κάτοχος”: ο παραγωγός των αποβλήτων ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα απόβλητα·

δ)       […]».

13.      Στο παράρτημα I ορίζονται οι διάφορες κατηγορίες αποβλήτων, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ακόλουθες δύο:

«Q4       Ύλες που έχουν εκχυθεί κατά τύχη, απολεσθεί ή για τις οποίες έχει σημειωθεί κάποιο περιστατικό, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους εξοπλισμού κ.λπ. που έχει μολυνθεί εξ αιτίας αυτού του περιστατικού»,

και

“Q15      Μολυσμένες ύλες, ουσίες ή προϊόντα που προέρχονται από δραστηριότητες αποκαταστάσεως γαιών».

14.      Το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα ρυθμίζει το ζήτημα ποιος επιβαρύνεται με το κόστος διαθέσεως των αποβλήτων:

«Σύμφωνα με την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”, η δαπάνη για τη διάθεση των αποβλήτων βαρύνει:

–        τον κάτοχο που παραδίδει απόβλητα σε φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση προβλεπόμενη από το άρθρο 9, ή/και,

–        τους προηγούμενους κατόχους ή τον παραγωγό του προϊόντος που παράγει τα απόβλητα.»

2.      Η οδηγία 68/414/ΕΟΚ περί υποχρεωτικών αποθεμάτων στρατηγικών πόρων

15.      Η οδηγία 68/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1968, περί υποχρεώσεως διατηρήσεως ενός ελάχιστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου και/ή προϊόντων πετρελαίου από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ (12), υποχρεώνει, στο άρθρο 1, τα κράτη μέλη να διατηρούν επί μονίμου βάσεως για κάθε κατηγορία προϊόντων πετρελαίου ένα επίπεδο αποθεμάτων που να αντιστοιχεί τουλάχιστον σε 90 ημέρες μέσης ημερήσιας εσωτερικής καταναλώσεως του προηγούμενου ημερολογιακού έτους. Κατά το άρθρο 2, τρίτη περίπτωση, η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει μαζούτ (fuel oil σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις).

3.      Η απόφαση 2004/246/ΕΚ για τη σύμβαση περί διεθνούς ταμείου

16.      Σημαντικές για τη θέση της Κοινότητας ως προς τη σύμβαση περί ευθύνης είναι η τέταρτη αιτιολογική σκέψη και η διάταξη του άρθρου 4 της αποφάσεως 2004/246/ΕΚ του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 2004, για την εξουσιοδότηση των κρατών μελών να υπογράψουν, να κυρώσουν ή να προσχωρήσουν, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στο πρωτόκολλο του 2003 [περί τροποποιήσεως της] διεθνούς συμβάσεως περί ιδρύσεως διεθνούς ταμείου για την αποζημίωση ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο, του 1992, και για την εξουσιοδότηση της Αυστρίας και του Λουξεμβούργου, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να προσχωρήσουν στις βασικές πράξεις (13).

17.      Το άρθρο 1 της αποφάσεως εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να συνάψουν συμπληρωματικό μέτρο στη σύμβαση περί διεθνούς ταμείου. Στο πλαίσιο αυτό, παρέχεται σε ορισμένα κράτη μέλη η δυνατότητα να μετάσχουν στη σύμβαση περί διεθνούς ταμείου και στη σύμβαση περί ευθύνης:

«1.      Τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούνται να υπογράψουν, να κυρώσουν ή να προσχωρήσουν, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στο πρωτόκολλο του 2003 [περί τροποποιήσεως της] διεθνούς συμβάσεως περί ιδρύσεως διεθνούς ταμείου για την αποζημίωση ζημιών ρύπανσης από πετρέλαιο, του 1992 (πρωτόκολλο για το συμπληρωματικό ταμείο) υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα ακόλουθα άρθρα.

2.      Εξάλλου, η Τσεχική Δημοκρατία, η Εσθονία, το Λουξεμβούργο, η Ουγγαρία, η Αυστρία και η Σλοβακία εξουσιοδοτούνται να προσχωρήσουν στις βασικές πράξεις.

3.      Το κείμενο του πρωτοκόλλου για το συμπληρωματικό ταμείο παρατίθεται ως παράρτημα Ι της παρούσας αποφάσεως. Τα κείμενα των βασικών πράξεων παρατίθενται ως παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ της παρούσας αποφάσεως.

4.      Στην παρούσα απόφαση, ως “βασικές πράξεις” νοούνται το πρωτόκολλο του 1992 για την τροποποίηση της διεθνούς συμβάσεως του 1969 περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο και το πρωτόκολλο του 1992 για την τροποποίηση της συμβάσεως περί ιδρύσεως διεθνούς ταμείου για την αποζημίωση ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο, του 1971.

5.      Στην παρούσα απόφαση, ως “κράτος μέλος” νοούνται όλα τα κράτη μέλη εκτός της Δανίας.»

18.      Το άρθρο 2 παρακινεί τα κράτη μέλη να προσχωρήσουν στο πρωτόκολλο για το συμπληρωματικό ταμείο το συντομότερο δυνατόν ή, στην περίπτωση των αναφερομένων στο άρθρο 1, παράγραφος 2, κρατών, να προσχωρήσουν στο πρωτόκολλο αυτό και στις βασικές πράξεις.

19.      Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη διαλαμβάνει τα εξής:

«Σύμφωνα με το πρωτόκολλο για το συμπληρωματικό ταμείο, μόνον κυρίαρχα κράτη δύνανται να καταστούν συμβαλλόμενα μέρη· κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν η Κοινότητα να κυρώσει ή να προσχωρήσει στο πρωτόκολλο, ούτε υπάρχει προοπτική ότι αυτό θα είναι δυνατόν στο εγγύς μέλλον».

20.      Επομένως, το άρθρο 4 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταβάλουν κάθε προσπάθεια ώστε να καταστεί εφικτή η προσχώρηση της Κοινότητας:

«Τα κράτη μέλη καταβάλλουν τις μέγιστες προσπάθειες ώστε να εξασφαλίσουν ότι, σε πρώτη ευκαιρία, το πρωτόκολλο για το συμπληρωματικό ταμείο και οι βασικές πράξεις θα τροποποιηθούν κατά τρόπον ώστε η Κοινότητα να μπορέσει να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος».

21.      Η εν λόγω απόφαση του Συμβουλίου ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τη δεύτερη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη, διότι οι διατάξεις του πρωτοκόλλου για το συμπληρωματικό ταμείο έχουν επιπτώσεις στον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (14), και εμπίπτουν συναφώς στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας.

III – Πραγματικά περιστατικά, κύρια δίκη και αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως

22.      Η ιταλική εταιρία παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος ENEL συνήψε με την Total Ιnternational Ltd σύμβαση προμηθείας βαρέος μαζούτ και παραδόσεως στην Ιταλία. Το βαρύ μαζούτ επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο σε σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενεργείας.

23.      Το βαρύ μαζούτ προέρχεται από τη διύλιση του αργού πετρελαίου. Τα ελαφρότερα συστατικά του αργού πετρελαίου, τα οποία εκλύονται σε χαμηλότερες θερμοκρασίες υπό αέρια μορφή, μετατρέπονται σε βενζίνη ή πετρέλαιο θερμάνσεως. Αντιθέτως, το βαρύ μαζούτ είναι, υπό φυσιολογικές θερμοκρασίες, ιξώδες και πρέπει να θερμανθεί, ώστε να γίνει ρευστό.

24.      Για την εκτέλεση της συμβάσεως με την ENEL, η Total Raffinage Distribution, σημερινή Total France, πώλησε ορισμένη ποσότητα βαρέος μαζούτ στην Total International Ltd, η οποία ναύλωσε το δεξαμενόπλοιο Erika για να το μεταφέρει μέχρι το λιμάνι του Milazzo στη Σικελία. Το πλοίο αυτό ναυάγησε στις 11 και 12 Δεκεμβρίου 1999. Το φορτίο του διέρρευσε εν μέρει στη θάλασσα και προκάλεσε τη ρύπανση τμημάτων των γαλλικών ακτών στον Ατλαντικό, μεταξύ των οποίων εκτάσεις κείμενες στο Mesquer.

25.      Με έγγραφό του οχλήσεως, ο Δήμος ζήτησε από τις εταιρίες Total να προβούν στον καθαρισμό των λυμάτων που προκάλεσε το ναυάγιο. Εν πάση περιπτώσει, υποβλήθηκε και σε έξοδα για τον καθαρισμό και την απορρύπανση της ανήκουσας στον Δήμο περιοχής. Ο Δήμος άσκησε αγωγή κατά των Total France και Total International Ltd (στο εξής: Total), ζητώντας την απόδοση των εξόδων αυτών.

26.      Η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Cour de Cassation, το οποίο υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:

1)      Μπορεί το βαρύ μαζούτ, προϊόν παραγόμενο από τη διαδικασία διυλίσεως, ανταποκρινόμενο στις προδιαγραφές του καταναλωτή, το οποίο προορίζεται από τον παραγωγό να πωληθεί ως καύσιμο και στο οποίο γίνεται αναφορά με την οδηγία 68/414/ΕΟΚ, της 20ής Δεκεμβρίου 1968, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 98/93/ΕΚ, της 14ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τους στρατηγικούς πόρους σε συνδυασμό με την υποχρέωση διατηρήσεως αποθεμάτων, να χαρακτηριστεί ως απόβλητο κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 75/442 ΕΟΚ, της 15ης Ιουλίου 1975, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 91/156/ΕΟΚ, της 18ης Μαρτίου 1991, και κωδικοποιηθεί από την οδηγία 2006/12/ΕΚ;

2)      Αποτελεί το φορτίο βαρέος μαζούτ, το οποίο κατά τη μεταφορά του με πλοίο διέρρευσε τυχαίως στη θάλασσα, μόνο του ή κατόπιν της αναμείξεώς του με ύδωρ και ιζήματα, απόβλητο κατά την έννοια της περιπτώσεως Q4 του παραρτήματος 1 της οδηγίας 2006/12/ΕΚ;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα και καταφατικής στο δεύτερο, ο παραγωγός του βαρέος μαζούτ (Total Raffinage) και/ή ο πωλητής ή ο ναυλωτής (Total International Ltd) μπορούν να θεωρηθούν ως παραγωγοί και/ή κάτοχοι του αποβλήτου κατά την έννοια των άρθρων 1, στοιχείο β΄, και γ΄, της οδηγίας 2006/12/ΕΚ και για την εφαρμογή του άρθρου 15 της ίδιας οδηγίας, ενώ το προϊόν, κατά τον χρόνο του ατυχήματος εξαιτίας του οποίου μεταβλήθηκε σε απόβλητο, μεταφερόταν από τρίτο;

27.      Κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, το Tribunal de grande instance των Παρισίων επέβαλε, στις 16 Ιανουαρίου 2008 σε διάφορα πρόσωπα, περιλαμβανομένων και διαφόρων εταιριών του ομίλου Total, χρηματικές ποινές λόγω του ναυαγίου του Erika. Τα πρόσωπα στα οποία επιβλήθηκαν οι ως άνω ποινές όφειλαν, κατά την ίδια απόφαση, να καταβάλουν σε διαφόρους πολιτικώς ενάγοντες της δίκης αποζημίωση συνολικού ύψους περίπου 192 εκατομμυρίων ευρώ. Κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως ελήφθησαν υπόψη οι καταβληθείσες από το διεθνές ταμείο αποζημιώσεις λόγω ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο (15). Ο Δήμος Mesquer πρέπει να λάβει 500 000 ευρώ αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη η φήμη του (16). Αντιθέτως, το Tribunal απέρριψε, ως μη δικαιολογημένη, αξίωση ύψους 67 181,78 ευρώ ως αποζημίωση για ζημίες τις οποίες δεν κάλυψε το ταμείο (17). Το πταίσμα της οικείας εταιρίας, της Total SA, έγκειται στην επιλογή και στον έλεγχο του Erika για τη μεταφορά του βαρέος μαζούτ (18). Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, η Total άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως.

28.      Ο Δήμος Mesquer, η Total, το Βασίλειο του Βελγίου, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιταλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή υπέβαλαν, κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις. Οι ανωτέρω, εκτός του Βελγίου και της Ιταλίας, συμμετείχαν και στην προφορική διαδικασία της 22ας Ιανουαρίου 2008.

IV – Νομική εκτίμηση

29.      Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, επειδή τα πραγματικά περιστατικά ανάγονται στο 1999, πρέπει να εφαρμοστεί η οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα όχι στην κωδικοποιημένη μορφή της οποίας γίνεται μνεία στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αλλά στην τότε ισχύουσα μορφή της (19).

 Α –         Επί του παραδεκτού της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως

30.      Η Total θεωρεί ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως έχει υποθετικό χαρακτήρα, εφόσον ο Δήμος Mesquer έχει ήδη αποζημιωθεί πλήρως και, επομένως, κατά τη διαδικασία της κύριας δίκης δεν είχε κανένα έννομο συμφέρον. Περαιτέρω, ο Δήμος Mesquer, με την είσπραξη της αποζημιώσεως, παραιτήθηκε από όλες τις περαιτέρω αξιώσεις σε σχέση με τη ζημία αυτή.

31.      Με την ένστασή της, η Total επικαλείται το γεγονός ότι το Δικαστήριο σε εξαιρετικές περιστάσεις, προκειμένου να εξακριβώσει αν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί, πρέπει να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε ενώπιόν του αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (20). Κατά παγία νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από εθνικό δικαστήριο μόνον αν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία ενός κοινοτικού κανόνα που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ακόμη όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (21). Εξαιρέσει των περιπτώσεων αυτών, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (22).

32.      Σε αντιδιαστολή, για παράδειγμα, προς τα σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο ερωτήματα, τα οποία μπορούν να καταστήσουν εμφανή τον εξ ολοκλήρου ή εν μέρει υποθετικό χαρακτήρα αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, στον εθνικό δικαστή και μόνον απόκειται, κατ’ αρχήν, να εξετάσει το ζήτημα αν υφίσταται έννομο συμφέρον στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο, επιβάλλεται ιδιαίτερη αυστηρότητα όσον αφορά τις ενστάσεις που προβάλλονται κατά του αποτελέσματος της εξετάσεως αυτής.

33.      Εξεταζόμενα υπό το αυστηρό αυτό πρίσμα, τα επιχειρήματα της Total δεν θέτουν εν αμφιβόλω το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Ο Δήμος Mesquer δεν αξιώνει απλώς χρηματικά ποσά τα οποία έχει ήδη λάβει, αλλά ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Total είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωμένη να παράσχει αποζημίωση. Η διαπίστωση αυτή καταλαμβάνει και ζημίες οι οποίες θα προκύψουν στο μέλλον.

34.      Μόνο το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει τη συνέπεια της παραιτήσεως που επικαλείται η Total από περαιτέρω αξιώσεις. Επειδή η παραίτηση αυτή πρέπει να είναι γνωστή στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να θεωρηθεί ότι το δικαστήριο αυτό δεν αντιτίθεται στην αγωγή.

35.      Αμφιβολίες για το παραδεκτό της αγωγής του εθνικού δικαίου θα μπορούσε να δημιουργήσει το γεγονός ότι το Τribunal de grande instance αποφάνθηκε επί των αιτημάτων του Δήμου Mesquer που στρέφονταν κατά άλλων εταιριών του ομίλου της Total λόγω του ναυαγίου. Πάντως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο αλλά στον αρμόδιο εθνικό δικαστή και μόνον να αποφασίσει αν αυτό συνιστά δικονομικό κώλυμα για την παρούσα διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας.

36.      Κατά συνέπεια, δεν επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διαφορά της κύριας δίκης ή η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι υποθετικής φύσεως. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι, επομένως, παραδεκτή.

 Β –         Επί του πρώτου ερωτήματος – Η φύση του βαρέος μαζούτ ως αποβλήτου

37.      Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το βαρύ μαζούτ, προϊόν παραγόμενο στο πλαίσιο διαδικασίας διυλίσεως και ανταποκρινόμενο στις προδιαγραφές του καταναλωτή, το οποίο προορίζεται από τον παραγωγό να πωληθεί ως καύσιμο και στο οποίο γίνεται αναφορά με την οδηγία για τα υποχρεωτικά αποθέματα στρατηγικών πόρων (23), πρέπει να θεωρηθεί ως απόβλητο κατά την έννοια του άρθρου 1, της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων.

38.      Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός του Δήμου Mesquer ότι το βαρύ μαζούτ αποτελεί ουσία άλλης –κατώτερης– ποιότητας από αυτή που γινόταν μέχρι τώρα δεκτή, δηλαδή ότι πρόκειται για λίαν τοξικό υπόλειμμα παραγωγής με τιμές ιξώδους διαφορετικές από τις προδιαγεγραμμένες. Δεν απόκειται στο Δικαστήριο να διευκρινίσει τα πραγματικά περιστατικά στο πλαίσιο της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (24). Ενδεχομένως, το αιτούν δικαστήριο, δηλαδή το Cour de Cassation, δεν μπορεί, ως αναιρετικό δικαστήριο, να διευκρινίσει περαιτέρω τα πραγματικά περιστατικά. Επειδή η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται στο βαρύ μαζούτ, το οποίο πληροί τις προδιαγραφές του αγοραστή, πρέπει, κατά συνέπεια, η εξέταση να στηριχθεί στο δεδομένο αυτό.

39.      Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, στην έννοια του αποβλήτου περιλαμβάνεται κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει.

40.      Το εν λόγω παράρτημα όπως και ο ευρωπαϊκός κατάλογος αποβλήτων επεξηγούν και αποσαφηνίζουν τον ορισμό αυτό μέσω της παραθέσεως καταλόγων ουσιών και αντικειμένων τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ως απόβλητα. Ωστόσο, ιδίως επειδή στο παράρτημα περιλαμβάνεται η κατηγορία Q16 που αποτελείται από «κάθε ουσία, ύλη ή προϊόν τα οποία δεν καλύπτονται από τις προαναφερόμενες κατηγορίες» και η οποία επίσης ενδιαφέρει εν προκειμένω, το παράρτημα και ο κατάλογος έχουν απλώς ενδεικτικό χαρακτήρα (25).

41.      Καθοριστική σημασία έχει, αντιθέτως, το αν ο κάτοχος απορρίπτει ένα αντικείμενο ή προτίθεται ή υποχρεούται να το απορρίψει (26). Συναφώς, ο όρος «απόβλητο», κατά την οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα, δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά (27).

42.      Επομένως, με το πρώτο ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν ο κάτοχος απέρριψε, είχε την πρόθεση να απορρίψει ή επιθυμούσε να απορρίψει το βαρύ μαζούτ, ενόσω αυτό βρισκόταν ακόμη στο δεξαμενόπλοιο. Η μεταφορά μιας ουσίας με δεξαμενόπλοιο δεν σημαίνει αφεαυτής ούτε ότι αποτελεί τμήμα διαδικασίας απορρίψεως ούτε ένδειξη τέτοιας διαδικασίας. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε βούληση απορρίψεως του βαρέος μαζούτ.

43.      Υποχρέωση απορρίψεως (28) θα υφίστατο ενδεχομένως εάν η επίδικη ουσία δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά κανένα νόμιμο τρόπο. Στην περίπτωση του βαρέος μαζούτ, αυτό θα συνέβαινε ενδεχομένως εάν ήταν αδύνατον να τηρηθούν οι επιταγές της οδηγίας 1999/32/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1999, σχετικά με τη μείωση της περιεκτικότητας ορισμένων υγρών καυσίμων σε θείο και για την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ (29). Κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, δηλαδή τον Δεκέμβριο του 1999, δεν ίσχυε πάντως καμία αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση και, επιπλέον, αποκλείεται προφανώς το ενδεχόμενο αυτό, εφόσον –όπως τεκμαίρεται με την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως– το βαρύ μαζούτ ανταποκρινόταν στις προδιαγραφές του αγοραστή.

44.      Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν βούληση του κατόχου ήταν να απορρίψει το βαρύ μαζούτ. Η οδηγία 75/442 δεν προβλέπει κανένα αποφασιστικό κριτήριο προς διαπίστωση της βουλήσεως του κατόχου να απορρίψει κάποια ουσία ή κάποιο αντικείμενο. Εντούτοις, το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν υποβληθεί επανειλημμένως ερωτήματα ως προς τη δυνατότητα χαρακτηρισμού διαφόρων ουσιών ως αποβλήτων, έχει παράσχει ορισμένες ενδείξεις που καθιστούν δυνατή την ερμηνεία της βουλήσεως του ως άνω κατόχου (30). Η πραγματική ύπαρξη αποβλήτου πρέπει να ελέγχεται βάσει του συνόλου των περιστάσεων. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός της οδηγίας και να καταβάλλεται μέριμνα ώστε να μη θίγεται η πρακτική αποτελεσματικότητά της (31).

45.      Ο Δήμος Mesquer υποστηρίζει ότι το βαρύ μαζούτ είναι απόβλητο επειδή πρόκειται για υπόλειμμα παραγωγής. Υπόλειμμα παραγωγής είναι προϊόν το οποίο, αυτό καθεαυτό, δεν επιδιώκεται να παραχθεί με σκοπό τη μεταγενέστερη χρησιμοποίησή του (32). Εάν ο κάτοχός του δεν μπορεί να επαναχρησιμοποιήσει το προϊόν αυτό χωρίς προηγούμενη μεταποίηση υπό οικονομικώς συμφέροντες όρους, πρόκειται για βάρος το οποίο ο κάτοχός του επιθυμεί να απορρίψει και, κατά συνέπεια, πρόκειται, κατ’ αρχήν, για απόβλητο (33).

46.      Όπως οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία, δεν έχω πάντως πειστεί ότι το βαρύ μαζούτ –εν πάση περιπτώσει υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως– είναι πράγματι υπόλειμμα παραγωγής. Μάλλον πρόκειται για προϊόν. Βεβαίως, όπως αναφέρει το Ηνωμένο Βασίλειο, το βαρύ μαζούτ προέρχεται κατ’ ανάγκη από τη διύλιση του αργού πετρελαίου· αυτό όμως ισχύει και για τα περισσότερα άλλα συστατικά που προέρχονται από τη διύλιση του αργού πετρελαίου.

47.      Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει το έγγραφο αναφοράς για τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές στα διυλιστήρια πετρελαίου και αερίου (34). Η Επιτροπή κατήρτισε το έγγραφο αυτό σε συνεργασία με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών βάσει της οδηγίας σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και τον έλεγχο της ρυπάνσεως (35). Κατά τις ανωτέρω τεχνικές, τα διυλιστήρια επεξεργάζονται φυσικές πρώτες ύλες, όπως αργό πετρέλαιο ή αέριο, και παράγουν κατάλληλα για την αγορά προϊόντα, ιδίως προωστικές ύλες για τον τομέα των μεταφορών, καύσιμες ύλες για την παραγωγή θερμότητας και ενεργείας, στη βιομηχανία και στα νοικοκυριά, πρώτες ύλες για τη χημική βιομηχανία, ειδικά προϊόντα όπως λιπαντικά έλαια, παραφίνη, κηρό ή πίσσα, καθώς και ενέργεια υπό τη μορφή ατμού ή ηλεκτρισμού ως παραπροϊόν της διυλίσεως.

48.      Ορθώς, επομένως, το προαναφερθέν έγγραφο αναφοράς δεν χαρακτηρίζει το βαρύ μαζούτ ως τυπικό απόβλητο διυλίσεως (36). Δεν περιλαμβάνει επίσης τη μείωση της παραγωγής βαρέος μαζούτ στους σκοπούς των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών κατά την έννοια της οδηγίας σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και τον έλεγχο της ρυπάνσεως.

49.      Η κατάταξη του βαρέος μαζούτ ως προϊόντος επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο εάν –όπως συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση σύμφωνα με το προδικαστικό ερώτημα– ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του αγοραστή. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή εμφανίζεται ως το αποτέλεσμα τεχνικής επιλογής και, επομένως, ως προϊόν που αποκτήθηκε με σκοπό τη μεταγενέστερη χρήση (37). Συναφώς, οι απαιτήσεις σχετικά με τέτοια τεχνική επιλογή δεν πρέπει να είναι υπερβολικές, διότι πολλές διαδικασίες παραγωγής έχουν ως αναγκαία συνέπεια την παράλληλη παραγωγή προϊόντων, τα οποία δεν είναι όλα εξίσου ελκυστικά για τον παραγωγό, αλλά, παρά ταύτα, όλα εντάσσονται ηθελημένα στο πλαίσιο μιας κατά το δυνατόν ολοκληρωμένης και αποτελεσματικής διαδικασίας παραγωγής.

50.      Σύμφωνα με τη φύση ενός καύσιμου υλικού, η σχεδιαζόμενη καύση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διαδικασία απορρίψεως, στηριζόμενη σε πρόθεση απορρίψεως (38). Αντιθέτως, πρόκειται για παρεμφερή μορφή χρήσεως όπως επί άλλων παραγώγων, τα οποία αναμφιβόλως πρέπει να θεωρηθούν ως προϊόντα (39).

51.      Κατά συνέπεια, ένα καύσιμο υλικό όπως το βαρύ μαζούτ δεν είναι, κατ’ αρχήν, υπόλειμμα παραγωγής της διυλίσεως, αλλά ηθελημένο προϊόν.

52.      Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύει το γεγονός ότι το βαρύ μαζούτ, σύμφωνα με το προδικαστικό ερώτημα, καλύπτεται από την οδηγία 68/414 περί της υποχρεώσεως διατηρήσεως αποθεμάτων στρατηγικών πόρων. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η πρόθεση απορρίψεως όταν τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να διατηρούν επαρκή αποθέματα σε βαρύ μαζούτ (40). Αντιθέτως, η εν λόγω υποχρέωση διατηρήσεως αποθέματος συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι η κατανάλωση του παραγόμενου βαρέος μαζούτ είναι εξασφαλισμένη, πράγμα το οποίο αποκλείει επίσης την ιδέα του αποβλήτου (41).

53.      Αντίθετα προς την άποψη του Δήμου Mesquer, η εκτίμηση αυτή δεν τίθεται εν αμφιβόλω ούτε από τους ιδιαίτερους κινδύνους που το βαρύ μαζούτ και η χρήση του εγκυμονούν για το περιβάλλον. Βεβαίως το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τους κινδύνους αυτούς ως ένδειξη της προθέσεως απορρίψεως, πλην όμως αυτή αποκτά δευτερεύουσα σημασία έναντι άλλων ενδείξεων (42). Πολλά προϊόντα έχουν ιδιότητες που εγκυμονούν κινδύνους για το περιβάλλον ή μπορούν τουλάχιστον στο πλαίσιο της χρήσεώς τους να δημιουργήσουν κινδύνους για το περιβάλλον. Οι κίνδυνοι όμως αυτοί δεν καθιστούν υποχρεωτική την εφαρμογή της νομοθεσίας περί αποβλήτων, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μέσω κανόνων ειδικά εφαρμοστέων στα προϊόντα αυτά ή στη χρήση τους.

54.      Αντιθέτως, πρέπει να γίνεται δεκτό ότι υφίσταται υπόλειμμα παραγωγής εάν ουσία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο εντάσσεται σε διαδικασία παραγωγής, η οποία σκοπεί κατ’ ουσίαν στην παραγωγή άλλου προϊόντος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θεώρησε τα καλούμενα LUWA-Bottoms, δηλαδή μια (μη περαιτέρω εξειδικευόμενη) «ροή υδρογονανθράκων», ως υπόλειμμα παραγωγής κατά την παραγωγή οξειδίου του προπυλενίου και τριτογενούς βουτυλικής αλκοόλης (43).

55.      Το βαρύ μαζούτ που προέρχεται από διύλιση θα μπορούσε αντιθέτως να θεωρηθεί ως υπόλειμμα παραγωγής μόνον εάν, λόγω ιδιαίτερων συνθηκών, δηλαδή ελλείψει ζητήσεως ή εξ αιτίας κανονιστικών μέτρων –θα έπρεπε να θεωρηθεί ως επαχθές φορτίο, το οποίο ο κάτοχος επιθυμεί ή μάλιστα υποχρεούται να απορρίψει. Σε μια τέτοια περίπτωση, για την οποία δεν φαίνεται να υπάρχει εν προκειμένω καμία ένδειξη, η ιδιότητα του αποβλήτου θα έπρεπε να αποκλειστεί μόνον εάν η επαναχρησιμοποίηση δεν πιθανολογούνταν απλώς αλλά ήταν βέβαιη, χωρίς προηγούμενη μεταποίηση και στο πλαίσιο του αδιαλείπτου της διαδικασίας παραγωγής (44).

56.      Η λόγω εξαίρεση της εξαιρέσεως εφαρμόστηκε στην αξιοποίηση θραυσμάτων πετρωμάτων με σκοπό την πλήρωση του κενού των στοών ορυχείου. Στην περίπτωση αυτή δικαιολογείται ιδίως προκειμένου να διακρίνεται έναντι αποβλήτων εξορύξεως των οποίων η αξιοποίηση σε άλλους τομείς είναι πιθανή αλλ’ όχι βέβαιη (45).

57.      Η εξαίρεση της εξαιρέσεως δεν πρέπει, πάντως, να νοείται κατά απόλυτο τρόπο, ιδίως όσον αφορά το στοιχείο του αδιαλείπτου της διαδικασίας παραγωγής. Εν προκειμένω, μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τη συνέχεια της διαδικασίας, εφόσον το βαρύ μαζούτ θα αξιοποιηθεί μετά την ολοκλήρωση της μεταφοράς σε πολύ μεγάλη απόσταση. Εάν όμως η αξιοποίηση υπολείμματος παραγωγής είναι βέβαιη χωρίς περαιτέρω μεταποίηση και με οικονομικό όφελος για τον παραγωγό, αποκλείεται να θεωρηθεί το υπόλειμμα αυτό ως επαχθές φορτίο το οποίο έχει την πρόθεση να απορρίψει (46).

58.      Κατά συνέπεια, συνοψίζοντας, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το βαρύ μαζούτ, προϊόν παραγόμενο από τη διαδικασία διυλίσεως, ανταποκρινόμενο στις προδιαγραφές του καταναλωτή, το οποίο προορίζεται από τον παραγωγό να πωληθεί ως καύσιμο και στο οποίο γίνεται αναφορά με την οδηγία 68/414/ΕΟΚ σχετικά με τους στρατηγικούς πόρους σε συνδυασμό με την υποχρέωση διατηρήσεως αποθεμάτων, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, αφεαυτού, ως απόβλητο κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα.

 Γ –         Επί του δευτέρου ερωτήματος – Η φύση του διαρρεύσαντος βαρέος μαζούτ ως αποβλήτου

59.      Με το δεύτερο ερώτημα, το Cour de Cassation επιθυμεί να πληροφορηθεί αν φορτίο βαρέος μαζούτ, το οποίο κατά τη μεταφορά του με πλοίο διέρρευσε συνεπεία ατυχήματος στη θάλασσα, συνιστά –είτε λόγω της διαρροής αυτής ή κατόπιν της αναμείξεώς του με ύδωρ και ιζήματα– απόβλητο κατά την έννοια της περιπτώσεως Q4 του παραρτήματος 1 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα.

60.      Το Βέλγιο και η Total υποστηρίζουν πάντως ότι η εφαρμογή της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα αποκλείεται βάσει της συμβάσεως περί ευθύνης. Κατά το άρθρο III, παράγραφος 4, της συμβάσεως, καμία απαίτηση για αποζημίωση ζημίας εκ ρυπάνσεως δεν μπορεί να εγερθεί κατά του πλοιοκτήτη ή άλλων προσώπων κατά τρόπο άλλον από αυτόν που προβλέπει η σύμβαση.

61.      Πάντως, η σύμβαση περί ευθύνης στερείται σημασίας για το υπό κρίση δεύτερο ερώτημα, διότι δεν περιέχει καμία ρύθμιση ως προς το αν, στην περίπτωση ατυχημάτων δεξαμενόπλοιων, τα προϊόντα πετρελαίου που διαρρέουν είναι απόβλητα. Αντιθέτως, η σύμβαση πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια, στο πλαίσιο του τρίτου ερωτήματος, επειδή αυτό αφορά την ευθύνη κατά τη νομοθεσία περί αποβλήτων και, κατά συνέπεια, την αστική ευθύνη.

62.      Η Total υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι το ζήτημα αν το βαρύ μαζούτ κατέστη απόβλητο λόγω της διαρροής του είναι προδήλως άνευ σημασίας για τη διαφορά της κύριας δίκης. Αφορά μόνο το βαρύ μαζούτ, το οποίο προκάλεσε τη ρύπανση των παράκτιων περιοχών του Δήμου Mesquer. Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο εν λόγω σκέλος του ερωτήματος.

63.      Πάντως, το επιχείρημα αυτό αντιφάσκει προς τον ισχυρισμό της Total σχετικά με το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος. Η Total υποστηρίζει ότι το μείγμα από βαρύ μαζούτ, ύδωρ και ιζήματα που ρυπαίνει την ακτή μπορεί να θεωρηθεί ως απόβλητο μόνον εάν υφίσταται υποχρέωση απορρίψεως του βαρέος μαζούτ. Πάντως, η υποχρέωση αυτή –που αφορά μόνο το αρχικό βαρύ μαζούτ– μπορεί να γεννηθεί μόνον εάν το βαρύ μαζούτ κατέστη απόβλητο πριν από τη ανάμειξη.

64.      Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το επιχείρημα της ίδιας της Total, το πρώτο σκέλος του ερωτήματος είναι απολύτως σημαντικό και πρέπει να τύχει απαντήσεως.

65.      Η Total υποστηρίζει, άλλωστε, μια άποψη την οποία έχω ήδη αναπτύξει υπό παρεμφερή μορφή, δηλαδή ότι η ουσία που διέρρευσε πρέπει να εξεταστεί από κοινού με τη μολυνθείσα ουσία (47). Στην περίπτωση αυτή έχει σημασία το αν κάποιος απορρίπτει, επιθυμεί να απορρίψει ή οφείλει να απορρίψει το μείγμα. Η εν λόγω προοπτική αναλύσεως μπορεί υπό ορισμένες συνθήκες να είναι τελέσφορη, ιδίως εάν δεν μπορεί πλέον να διευκρινιστεί η προέλευση των στοιχείων του μείγματος.

66.      Πάντως, η έρευνα του μείγματος δεν είναι λυσιτελής, εάν –όπως συμβαίνει στο πλαίσιο του τρίτου ερωτήματος της υπό κρίση υποθέσεως– πρέπει να διαπιστωθεί η ευθύνη για τη δημιουργία στερεών αποβλήτων. Πράγματι, η ευθύνη αυτή συνδέεται συνήθως με την τύχη μεμονωμένων στοιχείων, στην υπό κρίση περίπτωση με το βαρύ μαζούτ, ενώ η φύση των υπόλοιπων στοιχείων ως αποβλήτου είναι η συνέπεια της ρυπάνσεώς τους από το βαρύ μαζούτ. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν το βαρύ μαζούτ κατέστη απόβλητο.

67.      Το παράρτημα I της οδηγίας 75/442, υπό τον τίτλο «Κατηγορίες αποβλήτων», αναφέρει, στο σημείο Q 4, τις «ύλες που έχουν εκχυθεί κατά τύχη, απολεσθεί ή για τις οποίες έχει σημειωθεί κάποιο περιστατικό, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους εξοπλισμού κ.λπ., ο οποίος έχει μολυνθεί εξαιτίας αυτού του περιστατικού». Τούτο συνιστά απλή ένδειξη περί του ότι οι ουσίες αυτού του είδους εμπίπτουν στην έννοια του αποβλήτου. Δεν μπορεί όμως, βάσει αυτής της αναφοράς, να χαρακτηριστούν ως απόβλητα υγρά καύσιμα τα οποία διέρρευσαν τυχαίως και τα οποία προκάλεσαν ρύπανση (48). Πράγματι, οι ουσίες και τα αντικείμενα είναι, όπως ήδη διαπιστώθηκε στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος, απόβλητα, κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, μόνον εάν ο κάτοχός τους τα απορρίπτει ή επιθυμεί να τα απορρίψει ή πρέπει να τα απορρίψει (49).

68.      Η διαρροή βαρέος μαζούτ στην περίπτωση ατυχήματος δεξαμενοπλοίου δεν αποτελεί χαρακτηριστικό –χωρίς περαιτέρω ιδιαίτερες ενδείξεις– ούτε της βουλήσεως απορρίψεως ούτε υποχρεώσεως απορρίψεως. Πάντως, πρέπει να εξεταστεί αν ο κάτοχος, μέσω της διαρροής, απέρριψε το βαρύ μαζούτ.

69.      Συναφώς, με την απόφαση Van de Walle, το Δικαστήριο προέβη σε παραλληλισμό με τη νομολογία για τα υπολείμματα παραγωγής. Η υπόθεση αφορούσε καύσιμα τα οποία διέρρευσαν από πρατήριο υγρών καυσίμων στο πέριξ έδαφος.

70.      Το Δικαστήριο τόνισε ότι προϊόν το οποίο, αυτό καθεαυτό, δεν επιδιώκεται να παραχθεί με σκοπό τη μεταγενέστερη χρησιμοποίησή του, ο δε κάτοχός του δεν μπορεί να το επαναχρησιμοποιήσει χωρίς προηγούμενη μεταποίηση υπό οικονομικώς συμφέροντες όρους, πρέπει να νοηθεί ως βάρος το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει (50).

71.      Είναι προφανές, κατά το Δικαστήριο, ότι τα τυχαίως διαρρεύσαντα υγρά καύσιμα που προκάλεσαν τη μόλυνση του εδάφους και των υπογείων υδάτων δεν συνιστούν προϊόν δυνάμενο να χρησιμοποιηθεί χωρίς μεταποίηση. Πράγματι, η εμπορία τους είναι πολύ αμφίβολη και, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είναι εφικτή, προϋποθέτει προηγούμενες ενέργειες οι οποίες δεν είναι οικονομικώς συμφέρουσες για τον κάτοχό τους. Συνεπώς, τα υγρά αυτά καύσιμα συνιστούν ουσίες που ο κάτοχός τους δεν είχε την πρόθεση να παραγάγει και τις οποίες απορρίπτει έστω και ακουσίως, επ’ ευκαιρία των σχετικών με αυτές πράξεων διαθέσεως στην αγορά (51).

72.      Όπως εκθέτουν και η Γαλλία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή, το ίδιο ισχύει για το βαρύ μαζούτ, το οποίο διαρρέει σε περίπτωση ατυχήματος δεξαμενοπλοίου και αναμειγνύεται με ύδωρ και ιζήματα. Είναι τουλάχιστον αβέβαιη, αν δεν αποκλείεται εντελώς, η δυνατότητα χρησιμοποιήσεώς του. Επομένως, ο κάτοχος του βαρέος μαζούτ το απέρριψε – έστω και ακουσίως– κατά τη μεταφορά.

73.      Το Δικαστήριο διαπίστωσε περαιτέρω, με την απόφαση Van de Walle, ότι ο ίδιος χαρακτηρισμός ως «αποβλήτου» επιβάλλεται να δοθεί και στο έδαφος που μολύνθηκε κατόπιν τυχαίας διαρροής υγρών καυσίμων. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, τα υγρά καύσιμα δεν μπορούν να διαχωριστούν από το έδαφος που μόλυναν και δεν μπορούν να αξιοποιηθούν ή να διατεθούν αν δεν αποτελέσουν αντικείμενο καθαρισμού και τα μολυσμένα εδάφη (52).

74.      Οι σκέψεις αυτές έχουν εφαρμογή και στην παρούσα υπόθεση. Το βαρύ μαζούτ μπορεί να υποβληθεί σε επεξεργασία σύμφωνα με τη νομοθεσία περί αποβλήτων, εάν και τα αναμεμειγμένα με αυτό ύδατα και ιζήματα υποβληθούν στην αναγκαία επεξεργασία, είτε για τον διαχωρισμό των διαφόρων στοιχείων είτε για την από κοινού διάθεση ή αξιοποίηση.

75.      Η απόφαση Van de Walle κ.λπ. επικρίθηκε από τη θεωρία, συχνά λόγω των πρακτικών συνεπειών της (53). Παράλληλα με τα επιχειρήματα, τα οποία ήδη συζητήθηκαν με την απόφαση ή έστω με τις προτάσεις ή τα οποία μάλλον απομακρύνονται από το θέμα, επικρίθηκε και –ορθώς– το γεγονός ότι ουδόλως έγινε μνεία της έκτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα (54). Στη σκέψη αυτή αναφέρεται «ότι μία αποτελεσματική και σταθερή ρύθμιση για τη διάθεση των αποβλήτων, […] θα πρέπει να εφαρμόζεται στα αντικείμενα τα οποία αποβάλλει ο κάτοχος ή τα οποία υποχρεούται να αποβάλει δυνάμει των εν ισχύι εθνικών διατάξεων […]».

76.      Πάντως, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν αποκλείει οπωσδήποτε τα ακίνητα από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα. Από αυτήν μπορεί το πολύ πολύ να συναχθεί ότι η οδηγία, κατ’ αρχήν, δεν αφορά τα ακίνητα. Εάν, εν τούτοις, τα κινητά καθίστανται απόβλητα, θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό μίας αποτελεσματικής και σταθερής ρυθμίσεως για τη διάθεση των αποβλήτων που τάσσει η ίδια αιτιολογική σκέψη να αποκλείεται η εφαρμογή της νομοθεσίας περί αποβλήτων, εάν τα κινητά αυτά καθίστανται ακίνητα λόγω αναμείξεως με το έδαφος. Αντιθέτως, πρέπει να αποτραπεί το ενδεχόμενο να διαφεύγουν απόβλητα κατά τον τρόπο αυτόν από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί αποβλήτων (55).

77.      Πάντως, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο εξετάζουν επί του παρόντος πρόταση τροποποιήσεως της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, η οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπει ότι η οδηγία δεν έχει εφαρμογή στα εδάφη (in situ), περιλαμβανομένων και των μολυσμένων εδαφών που δεν έχουν εκσκαφεί και των κτιρίων που τελούν σε μόνιμη σύνδεση με το έδαφος (56).

78.      Ενόψει της εκκρεμούς αυτής νομοθετικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προκαταλάβει τον νομοθέτη, αναθεωρώντας τη νομολογία του ως προς το σημείο αυτό.

79.      Συμπληρωματικώς, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, περίπτωση iv, της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα δεν εξαιρεί τα απόβλητα πετρελαίου από το πεδίο εφαρμογής της. Κατά τη διάταξη αυτή, τα λύματα, εξαιρέσει των αποβλήτων σε υγρή κατάσταση, εφόσον εμπίπτουν ήδη στο πεδίο εφαρμογής άλλης νομοθεσίας, εξαιρούνται από την εφαρμογή της οδηγίας-πλαισίου. Τα απόβλητα πετρελαίου δεν είναι λύματα, εφόσον δεν προκύπτουν από τη χρήση ή των κατανάλωση των υδάτων. Στο μέτρο που οπωσδήποτε είναι (ακόμη) ρευστά, πρόκειται μάλλον για υγρά απόβλητα.

80.      Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το βαρύ μαζούτ πρέπει να θεωρηθεί ως απόβλητο κατά την έννοια της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, εφόσον διαρρέει συνεπεία ατυχήματος δεξαμενοπλοίου και αναμειγνύεται με ύδωρ και ιζήματα.

 Δ –         Επί του τρίτου ερωτήματος – Ευθύνη για τις δαπάνες όσον αφορά το βαρύ μαζούτ που διέρρευσε

81.      Με το τρίτο ερώτημα, η Cour de Cassation ζητεί να πληροφορηθεί αν η Total ως παραγωγός του βαρέος μαζούτ και/ή ο πωλητής ή ο ναυλωτής μπορούν να θεωρηθούν ως παραγωγοί και/ή κάτοχοι του αποβλήτου κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα και για την εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας αυτής, μολονότι το προϊόν κατά τον χρόνο του ατυχήματος εξαιτίας του οποίου μεταβλήθηκε σε απόβλητο, μεταφερόταν από τρίτο.

82.      Το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα ρυθμίζει το ζήτημα ποιος φέρει τη δαπάνη για τη διάθεση των αποβλήτων. Η αναφορά στη διάταξη αυτή καταδεικνύει ότι το τρίτο ερώτημα αφορά το κατά πόσον εταιρίες του ομίλου Total πρέπει να φέρουν τις δαπάνες για τη διάθεση του διαρρεύσαντος βαρέος μαζούτ.

1.      Επί της σχέσεως της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα και της συμβάσεως περί ευθύνης

83.      Η Total και το Βέλγιο αντιτάσσουν στην εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα το γεγονός ότι η ευθύνη για τις δαπάνες σχετικά με τις ζημίες ρυπάνσεως από πετρέλαιο στη θάλασσα ρυθμίζεται αποκλειστικά με τη σύμβαση περί ευθύνης και με τη σύμβαση περί του διεθνούς ταμείου. Η ευθύνη συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο «επιρρίπτεται» στον πλοιοκτήτη, ενώ αποκλείονται αξιώσεις έναντι άλλων προσώπων, ιδίως έναντι του ναυλωτή, όπως η Total Ιnternational Ltd. Για να συμπληρωθεί η περιορισμένη ευθύνη του πλοιοκτήτη, οι ζημίες συνεπεία ρυπάνσεως από πετρέλαιο καλύπτονται, κατά τη σύμβαση περί του διεθνούς ταμείου, μέχρις ενός συνολικού ποσού που καθορίζεται σ’ αυτήν, από το διεθνές ταμείο. Οι ρυθμίσεις αυτές κατισχύουν του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα στην υπό κρίση υπόθεση.

84.      Αμφότερες οι Συμβάσεις επικυρώθηκαν βεβαίως από όλα σχεδόν τα κράτη μέλη, όχι όμως από την Κοινότητα. Κατά συνέπεια, δεν αποτελούν τμήμα του κοινοτικού δικαίου και, επομένως –αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Total κατά την προφορική διαδικασία– δεν δεσμεύουν την Κοινότητα (57). Ορθώς επίσης τόνισε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία ότι αμφότερες οι Συμβάσεις δεν δεσμεύουν την Κοινότητα ως εθιμικό διεθνές δίκαιο (58). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις Συμβάσεις αυτές στο πλαίσιο διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (59). Πάντως, μπορεί να εξετάσει κατά πόσον οι Συμβάσεις αυτές, παρά την έλλειψη δεσμευτικής ισχύος έναντι της Κοινότητας, μπορούν να εμποδίσουν την εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα.

Επί της αποφάσεως 2004/246

85.      Η Total επικαλείται την απόφαση 2004/246/ΕΚ, για την εξουσιοδότηση των κρατών μελών να υπογράψουν, να κυρώσουν ή να προσχωρήσουν, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στο πρωτόκολλο του 2003 για την τροποποίηση της διεθνούς συμβάσεως περί ιδρύσεως διεθνούς ταμείου για την αποζημίωση ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο, του 1992, και για την εξουσιοδότηση της Αυστρίας και του Λουξεμβούργου, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να προσχωρήσουν στις βασικές πράξεις.

86.      Η απόφαση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η Κοινότητα εξουσιοδότησε τα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από το κοινοτικό δίκαιο, στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την προσχώρηση στο πρόσθετο πρωτόκολλο. Οι επιτρεπόμενες παρεκκλίσεις περιελάμβαναν, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της αποφάσεως 2004/246, τους κανόνες της συμβάσεως περί ευθύνης.

87.      Στο μέτρο που η σύμβαση περί ευθύνης παρεκκλίνει από την οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα, η απόφαση 2004/246 πρέπει βεβαίως να στηριχθεί στην αρμοδιότητα για περιβαλλοντικά ζητήματα του άρθρου 175 της Συνθήκης. Πάντως, εφόσον η απόφαση δεν ακυρώθηκε ή δεν κηρύχθηκε άκυρη, πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι τουλάχιστον οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να στηρίζονται στη δυνατότητα εφαρμογής, εντός του οικείου κράτους μέλους, συμβάσεως ως προς την οποία υπάρχει έγκριση της Κοινότητας.

88.      Η απόφαση 2004/246 θεσπίσθηκε, άλλωστε, πολλά έτη μετά το ναυάγιο του Erika. Αντιθέτως, η υποχρέωση αναλήψεως της δαπάνης για τη διάθεση των αποβλήτων πετρελαίου γεννήθηκε, κατ’ αρχήν, κατά τον χρόνο του ναυαγίου. Η απόφαση 2004/246 δεν περιέχει καμία ένδειξη περί του ότι η υποχρέωση αυτή πρέπει να αρθεί αναδρομικά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Επειδή η ευθύνη για τη δαπάνη δεν είναι ποινή, δεν υπάρχει κανένας λόγος να γίνει δεκτό ότι η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου (60) πρέπει να αντιταχθεί στο άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα.

89.      Κατά συνέπεια, καθοριστική σημασία έχει η νομική κατάσταση κατά τον χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκαν οι υποχρεώσεις βάσει της νομοθεσίας περί αποβλήτων. Επομένως, η απόφαση 2004/246 δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση.

Επί της οδηγίας 2004/35

90.      Περαιτέρω, η Total και το Βέλγιο επικαλούνται ως επιχείρημα κατά της εφαρμογής της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα την οδηγία 2004/35 σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη (61). Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής αποκλείει την εφαρμογή της σε περιβαλλοντική ζημία ή σε τυχόν επικείμενη απειλή τέτοιας ζημίας που προκύπτει λόγω συμβάντος, η ευθύνη ή η αποζημίωση για το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως περί ευθύνης, εάν η σύμβαση ισχύει στο οικείο κράτος μέλος.

91.      Πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι η οδηγία 2004/35 εξειδικεύει το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα και, επομένως, ότι η εξαίρεση την οποία περιέχει όσον αφορά τη σύμβαση περί ευθύνης έχει πιθανόν συνέπειες για το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα. Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να αποφανθεί συναφώς. Η οδηγία 2004/35 θεσπίσθηκε μετά τα επίδικα περιστατικά και έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο μέχρι τις 30 Απριλίου 2007. Δεν έχει εφαρμογή σε ζημίες που προκλήθηκαν από εκπομπή, γεγονός ή ατύχημα που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία αυτή.

Επί του άρθρου 235 της συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας

92.      Κατά την προφορική διαδικασία, η Total στηρίχθηκε περαιτέρω στο άρθρο 235, παράγραφος 3, της συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη συνεργάζονται κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου προκειμένου να διασφαλίσουν ευρεία και πρόσφορη αποζημίωση για όλες τις ζημίες που προκλήθηκαν από τη ρύπανση του θαλασσίου περιβάλλοντος.

93.      H σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξεως και δεσμεύει την Κοινότητα (62). Όπως όμως ορθώς αντιτάσσει η Γαλλική Δημοκρατία στην Total, από το άρθρο 235, παράγραφος 3, της συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας δεν μπορεί να συναχθεί καμία δέσμευση απορρέουσα από συγκεκριμένη διεθνή σύμβαση περί ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως. Περιέχει απλώς προτροπή για συνεργασία.

Επί του άρθρου 307 EΚ

94.      Τέλος, το άρθρο 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ δεν έχει την έννοια ότι οι διατάξεις της συμβάσεως περί ευθύνης υπερέχουν του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα. Η σύμβαση περί ευθύνης συνήφθη με τη συμμετοχή της Γαλλικής Δημοκρατίας και επικυρώθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία την 1η Ιανουαρίου 1958, μετά την ίδρυση της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, το άρθρο 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, όπως προκύπτει από το γράμμα του.

95.      Κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ δεν καταλήγει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Η εφαρμογή αυτή είναι νοητή όταν απορρέουσα από το διεθνές δίκαιο υποχρέωση κράτους μέλους συγκρούεται με μεταγενεστέρως εκδοθέν μέτρο του παράγωγου δικαίου. Η Γαλλική Δημοκρατία κατέθεσε τα έγγραφα επικυρώσεως της συμβάσεως περί ευθύνης όπως ίσχυε το έτος 1969 στις 11 Μαρτίου 1975 (63), ενώ η οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα, στην αρχική μορφή της, εκδόθηκε από το Συμβούλιο στις 15 Ιουλίου 1975.

96.      Πάντως, παρέλκει εν προκειμένω η περαιτέρω εξέταση του κατά πόσον, στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή η κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ. Η σύμβαση περί ευθύνης, όπως ίσχυε αρχικώς, δεν μπορούσε να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα στην υπό κρίση περίπτωση. Πιθανή σύγκρουση μεταξύ της συμβάσεως περί ευθύνης όπως ίσχυε το 1992, η οποία είχε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο, και του άρθρου 15 θα μπορούσε να προκύψει μόνον από το γεγονός ότι η σύμβαση περί ευθύνης αποκλείει σε μεγάλο βαθμό αξιώσεις κατά του ναυλωτή δεξαμενοπλοίου, ενώ αυτός πρέπει ενδεχομένως, κατά το άρθρο 15, να φέρει τα έξοδα της διαθέσεως των αποβλήτων πετρελαίου. Πάντως, η σύμβαση περί ευθύνης του 1969 δεν περιείχε ακόμη τον εν λόγω αποκλεισμό ευθύνης. Συνιστά νεώτερη, σε σχέση προς το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, διεθνή υποχρέωση της Γαλλίας.

97.      Βεβαίως το ισχύον σήμερα άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα στηρίζεται σε τροποποίηση της οδηγίας του έτους 1991, πλην όμως το αρχικό κείμενο της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα περιείχε ήδη ένα άρθρο 11, το οποίο ήταν όμοιο, από απόψεως περιεχομένου, προς το άρθρο 15.

98.      Διαφορετικά θα μπορούσε να αξιολογηθεί ο περιορισμός της ευθύνης του πλοιοκτήτη, εφόσον αυτός καθιερώθηκε ήδη με το άρθρο V της συμβάσεως περί ευθύνης όπως ίσχυε αρχικά. Συναφώς, θα μπορούσε να ανακύψει το ερώτημα αν η κατά τον χρόνο της επικυρώσεως της συμβάσεως περί ευθύνης επικείμενη έκδοση της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα προσκρούει στη mutatis mutandis εφαρμογή του άρθρου 307, πρώτο εδάφιο, EΚ. Εν πάση περιπτώσει, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος αυτού, εφόσον η παρούσα διαδικασία αφορά όχι την ευθύνη του πλοιοκτήτη αλλά του κυρίου του φορτίου.

Επί της σύμφωνης ερμηνείας

99.      Επομένως, η σύμβαση περί ευθύνης και η σύμβαση περί ιδρύσεως διεθνούς ταμείου δεν αποκλείουν, κατά τις μέχρι τούδε εκτεθείσες σκέψεις, την εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα. Άλλωστε, τα προβληθέντα επιχειρήματα καθιστούν σαφές ότι υφίσταται ευρεία πολιτική συναίνεση ως προς το ότι η ευθύνη συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο ρυθμίζεται από τη σύμβαση περί ευθύνης και από τη σύμβαση περί διεθνούς ταμείου.

100. Τη συναίνεση αυτή επιβεβαιώνουν, αφενός, η επικύρωση αμφοτέρων των Συμβάσεων από όλα σχεδόν τα κράτη μέλη και, αφετέρου, τα διάφορα μη δεσμευτικά κοινοτικά κείμενα που παρέθεσε η Total, τα οποία επίσης ορίζουν ότι οι ζημίες από την πετρελαϊκή ρύπανση διέπονται από τις Συμβάσεις. Πρόκειται συναφώς για το πρώτο Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα Δράσεως (64), την πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Συμβουλίου περί της αστικής ευθύνης για τις ζημίες και τις προσβολές του περιβάλλοντος που προκαλούνται από τα απόβλητα (65), την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου (66) καθώς και την απάντηση της Επιτροπής σε δύο γραπτές ερωτήσεις μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (67).

101. Περαιτέρω, οποιαδήποτε παρέκκλιση μέσω της κοινοτικής νομοθεσίας από τις Συμβάσεις αυτές θα οδηγούσε, για τη Γαλλική Δημοκρατία και ενδεχομένως για άλλα κράτη μέλη, σε σύγκρουση μεταξύ των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και εκείνων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. Η αρχή της εντιμότητας (κοινοτικής πίστεως) που πρυτανεύει στις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών επιτάσσει κατά μείζονα λόγο να αποφεύγεται κατά το δυνατόν μια τέτοια σύγκρουση.

102. Τέλος, η υποχρέωση συνεργασίας που υπέχει η Κοινότητα δυνάμει του άρθρου 235, παράγραφος 3, της συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας υποδηλώνει τουλάχιστον ότι η Κοινότητα πρέπει να λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τις προσπάθειες που καταβάλλουν τα κράτη μέλη. Τούτο συνάδει και προς τον σκοπό της περιβαλλοντικής πολιτικής της Κοινότητας κατά το άρθρο 174, παράγραφος 1, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης, που συνίσταται στην προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, μέτρων για την αντιμετώπιση των περιφερειακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων.

103. Κατά συνέπεια, το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα έχει την έννοια ότι πρέπει να αποφεύγονται συγκρούσεις με τη σύμβαση περί ευθύνης και με τη σύμβαση περί διεθνούς ταμείου (68).

2.      Επί της ερμηνείας του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα

104. Έρχομαι τώρα στο ερώτημα αν αμφότερες οι εταιρίες του ομίλου Total, υπό την ιδιότητα του παραγωγού του βαρέος μαζούτ και/ή του πωλητή ή ναυλωτή, πρέπει να φέρουν τις δαπάνες για τη διάθεση του διαρρεύσαντος βαρέος μαζούτ, κατά το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα.

Επί των αναφερόμενων στο άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα προσώπων

105. Το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα ρυθμίζει το ζήτημα ποιόν βαρύνει η δαπάνη για τη διάθεση των αποβλήτων. Κατά την πρώτη περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η δαπάνη βαρύνει τον κάτοχο των αποβλήτων ο οποίος παραδίδει απόβλητα σε φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση προβλεπόμενη από το άρθρο 9. Επιπροσθέτως, η δεύτερη περίπτωση αναφέρει τον προηγούμενο κάτοχο ή τον παραγωγό του προϊόντος, που παράγει τα απόβλητα.

106. Με την απόφαση Van de Walle κ.λπ., το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη αυτή επιβάλλει την ανάληψη του κόστους της διαθέσεως των αποβλήτων, σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», από εκείνους που προκάλεσαν τα απόβλητα, είτε είναι κάτοχοι είτε πρώην κάτοχοί τους ή και παραγωγοί του προϊόντος που προκάλεσε τα απόβλητα (69).

107. Κατά συνέπεια, η Total France φέρει τη δαπάνη ως παραγωγός του βαρέος μαζούτ, δηλαδή ως παραγωγός του προϊόντος που προκάλεσε τα απόβλητα.

108. Για την Total Ιnternational Ltd τούτο θα ίσχυε, αντιθέτως, μόνον εάν ήταν ο κάτοχος ή τουλάχιστον ο προηγούμενος κάτοχος των αποβλήτων ορυκτελαίων.

109. Σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 75/442, κάτοχος είναι «ο παραγωγός των αποβλήτων ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα απόβλητα». Κατά την απόφαση Van de Walle, η οδηγία αυτή ερμηνεύει διασταλτικώς την έννοια του κατόχου, χωρίς να διευκρινίζει αν οι υποχρεώσεις διαθέσεως ή αξιοποιήσεως των αποβλήτων βαρύνουν, κατά κανόνα, τον παραγωγό τους ή τον κάτοχό τους, δηλαδή τον έχοντα την κυριότητα ή την κατοχή (70).

110. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η Total Ιnternational Ltd κατά τη διάρκεια της μεταφοράς είχε, έμμεσα, μέσω της μεταφορικής εταιρίας και του πληρώματος, τον πραγματικό φυσικό έλεγχο επί του βαρέος μαζούτ. Πάντως, λόγω του ναυαγίου, απώλεσε τον ενδεχόμενο έλεγχο κατά τον χρόνο κατά τον οποίο το βαρύ μαζούτ κατέστη απόβλητο. Επομένως, η Total Ιnternational Ltd δεν είχε ποτέ τον φυσικό έλεγχο επί των αποβλήτων πετρελαίου.

111. Επομένως, μπορεί να γίνει λόγος για ευθύνη της Total Ιnternational Ltd να καταβάλει τις δαπάνες μόνον εάν η εταιρία αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως παραγωγός των αποβλήτων πετρελαίου και, κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο γ, της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, ως κάτοχος των αποβλήτων πετρελαίου.

112. Το άρθρο 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα ορίζει ως παραγωγό κάθε πρόσωπο η δραστηριότητα του οποίου παρήγαγε απόβλητα (“αρχικός παραγωγός”) ή/και κάθε πρόσωπο που έχει πραγματοποιήσει εργασίες προεπεξεργασίας, αναμείξεως ή άλλες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσεως ή της συνθέσεως των αποβλήτων αυτών.

113. Το κατά πόσον ο ορισμός αυτός έχει εφαρμογή στην Total International Ltd εξαρτάται –όπως ισχυρίζεται και η Επιτροπή– από το αν συνέτεινε στη δημιουργία των αποβλήτων πετρελαίου κατά τρόπον ώστε αυτή να μπορεί να αποδοθεί στη δική της δραστηριότητα. Αυτό πρέπει να γίνει δεκτό εάν το ναυάγιο μπορεί να αποδοθεί σε παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων ή σε άλλες ενέργειες της Total International Ltd δυνάμενες να θεμελιώσουν την ευθύνη της (71). Άλλωστε, μόνο το αρμόδιο δικαστήριο της ουσίας μπορεί να διαπιστώσει σε ποιο μέτρο η Total International Ltd είναι παραγωγός των αποβλήτων πετρελαίου.

114. Από την ήδη αναφερθείσα ποινική απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2008 συνάγεται ότι και η Total France ενδέχεται, σε περίπτωση αντίστοιχων πραγματικών διαπιστώσεων βάσει των ίδιων κριτηρίων, να θεωρηθεί ως παραγωγός και κάτοχος του αποβλήτου. Πράγματι, το Tribunal de grande instance διαπίστωσε ότι η Total International Ltd δεν φέρει καμία ευθύνη για το ναυάγιο του Erika, αλλά ότι την ευθύνη φέρει άλλη εταιρία του ομίλου Total, η Total SA, επειδή η εν λόγω εταιρία επέλεξε το πλοίο και δεν επέδειξε συναφώς την αναγκαία επιμέλεια (72). Στα αρμόδια εθνικά δικαστήρια απόκειται να εξετάσουν αν η παραγωγή του αποβλήτου πρέπει να καταλογιστεί και στην Total France.

115. Κατά συνέπεια, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δαπάνες για τη διάθεση των αποβλήτων ορυκτελαίων βαρύνουν την Total France, επειδή αυτή παρήγαγε το βαρύ μαζούτ, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία προκάλεσε τα απόβλητα πετρελαίου. Οι δαπάνες μπορούν να βαρύνουν την Total International Ltd μόνον εάν αυτή παρήγαγε τα απόβλητα πετρελαίου.

Επί της επιλογής του φορέα των δαπανών βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»

116. Περαιτέρω ανακύπτει το ερώτημα αν η Total France και ενδεχομένως η Total International Ltd πρέπει να φέρουν τις δαπάνες για τη διάθεση των αποβλήτων ορυκτελαίων διότι εμπίπτουν στον κύκλο των προσώπων που διαλαμβάνει το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα.

117. Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή φαίνεται να θεωρεί ότι όλοι οι αναφερόμενοι στο άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα μπορούν να επιβαρυνθούν με τις δαπάνες της διαθέσεως των αποβλήτων. Αντιθέτως, κατά την προφορική διαδικασία, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε ότι το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα δεν θεσπίζει καθεστώς ευθύνης, ιδίως διότι σιωπά ως προς τον προσδιορισμό του υπευθύνου για τις δαπάνες.

118. Πάντως, το Δικαστήριο ερμήνευσε διαφορετικά το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα. Η απόφαση Van de Walle αφορούσε καύσιμα τα οποία διέρρευσαν από πρατήριο υγρών καυσίμων και μόλυναν το πέριξ έδαφος. Υπεύθυνη συναφώς θεωρήθηκε, κατ’ αρχήν, η διαχειρίστρια του εν λόγω πρατηρίου, η οποία αγόρασε τα καύσιμα για τις ανάγκες του πρατηρίου της, οπότε ήταν κάτοχος και τα είχε αποθηκεύσει για τις ανάγκες της δραστηριότητάς της όταν τα καύσιμα κατέστησαν απόβλητα κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 75/442 (73). Μόνον εάν, κατ’ εξαίρεση, η κακή κατάσταση των αποθηκευτικών εγκαταστάσεων του πρατηρίου υγρών καυσίμων και η διαρροή των υγρών καυσίμων οφείλονταν στη μη τήρηση συμβατικών υποχρεώσεων της επιχειρήσεως πετρελαιοειδών η οποία προμηθεύει με υγρά καύσιμα το πρατήριο αυτό ή σε ορισμένες ενέργειες δυνάμενες να θεμελιώσουν την ευθύνη της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, θα μπορούσε να κριθεί ότι η εν λόγω επιχείρηση πετρελαιοειδών, λόγω της δραστηριότητάς της, «παρήγαγε απόβλητα» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 75/442 και, κατά συνέπεια, να εκληφθεί ως κάτοχος αυτών των αποβλήτων (74).

119. Επομένως, τις δαπάνες πρέπει, κατά το Δικαστήριο, να φέρει εκείνος ο οποίος προκάλεσε τα απόβλητα (75). Πάντως, τα κατονομαζόμενα στο άρθρο 15 πρόσωπα καθορίζουν μόνο τον κύκλο των πιθανών φορέων δαπανών, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», πρέπει να επιλεγεί εκείνος τον οποίον θα βαρύνουν οι δαπάνες.

120. Η εν λόγω ερμηνεία της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» ως αρχής κατανομής των δαπανών είναι σύμφωνη και με άλλες γλωσσικές εκδοχές, οι οποίες –σε αντιδιαστολή προς το γερμανικό κείμενο– δεν χρησιμοποιούν την έννοια της αιτιώδους συναφείας, αλλά δηλώνουν ότι ο ρυπαίνων πληρώνει (Polluter pays, pollueur-payeur). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ερμήνευσε την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» ως έκφανση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία υποχρεώνει τα κράτη μέλη –και τον κοινοτικό νομοθέτη– να μην επιβάλλουν δαπάνες οι οποίες δεν είναι απαραίτητες λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων (76). Η συγκεκριμένη περίπτωση αφορούσε το κατά πόσον η γεωργική εκμετάλλευση μπορούσε να κληθεί να συμβάλει στη μείωση της νιτρορρυπάνσεως περισσότερο απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στο μερίδιό της στις συνολικές απορρίψεις. Σε συνδυασμό με τη νομοθεσία περί αποβλήτων, πρέπει να συναχθεί, κατ’ αρχάς, ότι δεν μπορεί κάποιος να βαρύνεται με δαπάνες για τη διάθεση αποβλήτων τα οποία προκλήθηκαν από άλλους.

121. Εάν ένα προϊόν καθίσταται απόβλητο, τότε ο τελευταίος κάτοχος είναι, κατ’ αρχήν, ο παραγωγός του αποβλήτου, επειδή αυτός απορρίπτει το προϊόν. Όπως ισχυρίζεται η Total, φαίνεται, κατά συνέπεια, ότι η ευθύνη του παραγωγού του προϊόντος για τις δαπάνες –όπως αυτή είναι δυνατή κατά το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα– αντιβαίνει στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».

122. Πάντως, ορισμένες διατάξεις σχετικά με τη διαχείριση των αποβλήτων επιβάλλουν τις δαπάνες για τη διάθεσή τους, κατ’ αρχήν, στον παραγωγό του προϊόντος το οποίο κατέστη απόβλητο. Η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στην οδηγία 2006/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές και τα απόβλητα ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών και με την κατάργηση της οδηγίας 91/157/ΕΟΚ (77), το άρθρο 8 της οποίας προβλέπει ότι οι παραγωγοί των ηλεκτρικών στηλών και των συσσωρευτών πρέπει να φέρουν τις δαπάνες της διαθέσεώς τους ως αποβλήτων (78). Ακόμη τα κράτη μέλη μπορούν, κατά το άρθρο 15 της οδηγίας 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (79), να επιβάλουν στον παραγωγό της συσκευασίας τις δαπάνες για τη διάθεσή τους κατά τη νομοθεσία περί αποβλήτων (80).

123. Οι διατάξεις αυτές θεμελιώνονται στο γεγονός ότι το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα και ιδίως η περιλαμβανόμενη εκεί αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» δεν συνιστούν ρητή και σαφή ρύθμιση της ευθύνης για τις δαπάνες. Αντιθέτως, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» μπορεί και πρέπει να εξειδικευθεί περαιτέρω. Την υποχρέωση αυτή υπέχει πρωτίστως ο νομοθέτης.

124. Τα δικαστήρια οφείλουν να εφαρμόσουν την εν λόγω εξειδίκευση, αν παραστεί ανάγκη να την ερμηνεύσουν και, ενδεχομένως, να εξετάσουν αν τηρεί τα όρια της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει». Η αρχή αυτή συνιστά το κριτήριο για κάθε μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, δεσμεύει όμως και τον κοινοτικό νομοθέτη, επειδή το άρθρο 174, παράγραφος 2, της Συνθήκης καθιερώνεται ως νομική βάση της κοινοτικής περιβαλλοντικής πολιτικής.

125. Πρέπει, πάντως, να σταθμιστούν ορισμένοι στόχοι και αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 174. Η εφαρμογή των κριτηρίων είναι επίσης περίπλοκη. Επομένως, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει, κατ' ανάγκη, να περιορίζεται στο ζήτημα αν κατά την έκδοση ρυθμίσεως υπήρξε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 130 Ρ της Συνθήκης (81).

126. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να επικριθεί η απόφαση του κοινοτικού ή του εθνικού νομοθέτη να επιβάλει στον παραγωγό προϊόντος, από το οποίο προκλήθηκαν απόβλητα, τις δαπάνες για τη διάθεσή του. Πράγματι, όσον αφορά τα περισσότερα προϊόντα, πρέπει ο παραγωγός να θεωρεί δεδομένο ότι αυτά, αργά ή γρήγορα, με τη σύμφωνη προς τον προορισμό τους χρήση, θα καταστούν απόβλητα. Επομένως, παράγοντας οικονομικά αγαθά, ο παραγωγός προκαλεί απόβλητα και είναι, κατά συνέπεια, υπεύθυνος σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».

127. Η ευθύνη του παραγωγού για τις δαπάνες έχει ορισμένα πλεονεκτήματα. Όταν αυτός πρέπει να παρέμβει για τη διάθεση του αποβλήτου, τότε υφίσταται κίνητρο να διαμορφώσει το προϊόν κατά τρόπον ώστε να διατεθεί ως απόβλητο με όσο το δυνατόν χαμηλότερο κόστος. Έτσι υλοποιείται ο σκοπός της συνετής και ορθολογικής χρησιμοποιήσεως των φυσικών πόρων που καθιερώνεται με την τρίτη περίπτωση του άρθρου 174, παράγραφος 1, ΕΚ και η αρχή του άρθρου 174, παράγραφος 2, ΕΚ περί της επανορθώσεως των βλαβών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή. Ταυτοχρόνως, ο παραγωγός μπορεί να ενσωματώσει τις δαπάνες της διαθέσεως στην τιμή και, επομένως, να τις μετακυλίσει στον τελικό κάτοχο ως πραγματικό παραγωγό του αποβλήτου. Τέλος, η ρύθμιση αυτή του κόστους αίρει το κίνητρο του τελικού κατόχου να απορρίψει παρανόμως το προϊόν αυτό, για να εξοικονομήσει τις δαπάνες της διαθέσεως.

128. Πάντως, οι ειδικές ρυθμίσεις για την ευθύνη του παραγωγού συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι η επιβάρυνση του παραγωγού του προϊόντος με τις δαπάνες για τη διάθεση χρήζει τέτοιας ρητής διατάξεως. Τα πλεονεκτήματα που περιγράφηκαν εμφανίζονται ιδίως όταν ο παραγωγός και ο τελικός κάτοχος γνωρίζουν τη διάταξη για τις δαπάνες.

129. Άλλωστε, οι σκέψεις σχετικά με την ευθύνη για τις δαπάνες σε περίπτωση σύμφωνης με τον προορισμό του προϊόντος χρήσεως δεν μπορούν να εφαρμοστούν άνευ όρων σε απόβλητα τα οποία δημιουργούνται από ασυνήθιστα γεγονότα. Η υπό κρίση υπόθεση καθιστά σαφές το εξής: κατά τη σύμφωνη με τον προορισμό χρήση, δηλαδή κατά την καύση του βαρέος μαζούτ, εκπέμπονται στην ατμόσφαιρα απόβλητα υπό μορφή αερίων τα οποία, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας περί αποβλήτων, και ενδεχομένως και σε μικρότερο βαθμό, περί στερεών αποβλήτων. Η διάθεσή τους θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με σχετικά χαμηλό κόστος, εφόσον αυτά συλλέγονται σε σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενεργείας, ο οποίος είναι εξοπλισμένος για τον σκοπό αυτόν. Μετά τη διαρροή του βαρέος μαζούτ και την ανάμειξή του με ύδωρ και ιζήματα δημιουργούνται, αντιθέτως, πολύ μεγαλύτερες ποσότητες αποβλήτων, τα οποία μπορούν να συλλεγούν και να διατεθούν με μεγάλη δυσχέρεια.

130. Κατά συνέπεια, τον κίνδυνο δημιουργίας τέτοιων αποβλήτων δεν μπορεί, κατά την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», να φέρει άνευ ετέρου ο παραγωγός του βαρέος μαζούτ, αλλά μόνο στο μέτρο που αυτός συντείνει ενδεχομένως στην ασυνήθη δημιουργία αποβλήτων.

131. Έτσι εξηγείται η απόφαση Van de Walle: τον κίνδυνο δημιουργίας αποβλήτων που προκαλούνται από ατύχημα φέρει εκείνος ο οποίος μπορεί να αποτρέψει το ατύχημα. Μόνο κατ’ εξαίρεση ευθύνονται άλλα πρόσωπα, εφόσον μπορεί να τους καταλογιστεί αυτοτελώς ότι συνέτειναν στη δημιουργία των αποβλήτων.

Επί της εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση

132. Εάν η ευθύνη για τις δαπάνες των εταιριών του ομίλου Total έπρεπε να αξιολογηθεί μόνο βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, τότε από τις προηγούμενες σκέψεις θα συναγόταν ότι, υπό την ιδιότητά τους ως παραγωγού βαρέος μαζούτ και/ή πωλητή ή ναυλωτή, θα έπρεπε να φέρουν τις δαπάνες της διαθέσεως των αποβλήτων ορυκτελαίων μετά από το ναυάγιο, εφόσον μπορεί να τους καταλογιστεί αυτοτελώς ότι συνέτειναν στην πρόκληση της διαρροής του βαρέος μαζούτ.

133. Πάντως, διάταξη οδηγίας όπως το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα δεν μπορεί, αφεαυτής, να επιβάλλει υποχρεώσεις στους ιδιώτες και, επομένως, δεν είναι δυνατή η επίκλησή της κατά ιδιωτών (82). Κατά συνέπεια, οι αρχές του άρθρου 15 μπορούν να εφαρμοστούν έναντι των εταιριών της Total μόνο στο μέτρο που θεμελιώνονται στο γαλλικό δίκαιο.

134. Η ευθύνη των εταιριών του ομίλου Total θα προσέκρουε ενδεχομένως στο γαλλικό δίκαιο. Πράγματι, το ισχύον στη Γαλλία άρθρο III, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, της συμβάσεως περί ευθύνης αποκλείει όλες τις αξιώσεις αποζημιώσεως κατά ναυλωτή, εκτός αν η ζημία προήλθε από προσωπική του πράξη ή παράλειψη που διαπράχθηκε με πρόθεση να προκληθεί μια τέτοια ζημία ή απερίσκεπτα και με γνώση ότι μια τέτοια ζημία θα μπορούσε πιθανώς να προκύψει. Τα αρμόδια δικαστήρια πρέπει να αποφανθούν ως προς το αν η εν λόγω απαλλαγή εκ της ευθύνης έχει εφαρμογή και επί των εταιριών του ομίλου Total (83).

135. Άλλωστε, η απαλλαγή εκ της ευθύνης δεν είναι, αφεαυτής, ασυμβίβαστη προς το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, σε περίπτωση που τα ωφελούμενα πρόσωπα συνέτειναν στην πρόκληση των αποβλήτων, αλλά αποτελεί θεμιτή άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» παρέχει στα κράτη μέλη κατά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.

136. Η σύμβαση περί ευθύνης και η σύμβαση περί διεθνούς ταμείου αποσαφηνίζουν την κατανομή της ευθύνης όσον αφορά τις δαπάνες για πετρελαϊκά ατυχήματα στη θάλασσα. Ο καταλογισμός στον πλοιοκτήτη της ευθύνης για τις δαπάνες ο οποίος επιχειρείται με τη σύμβαση περί ευθύνης συνάδει προς την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Κατά κανόνα, ο πλοιοκτήτης ευθύνεται σε περίπτωση ατυχημάτων επειδή το φορτίο του πλοίου του κατέστη απόβλητο, εφόσον αυτός φέρει την ευθύνη για τον έλεγχο και την κατάσταση του πλοίου το οποίο διαχειρίζεται ή εκμεταλλεύεται. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες υπεύθυνοι για τη ζημία είναι τρίτοι, το άρθρο III, παράγραφοι 2 και 3, προβλέπει απαλλαγή του πλοιοκτήτη από την ευθύνη. Η εν λόγω μορφή της ευθύνης αντιστοιχεί στην διαπιστωθείσα από το Δικαστήριο ευθύνη της διαχειριστρίας ενός πρατηρίου υγρών καυσίμων για καύσιμα τα οποία διαρρέουν από τις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις στο γειτονικό έδαφος (84).

137. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο III, παράγραφος 4, της συμβάσεως περί ευθύνης αποκλεισμός κάθε αξιώσεως έναντι των τρίτων, ιδίως δε, δυνάμει του στοιχείου γ΄, έναντι του ναυλωτή, συνάδει προς την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Αφενός, μπορούν να προβληθούν αξιώσεις ευθέως κατά των προσώπων αυτών σε περίπτωση αυξημένης ευθύνης, δηλαδή όταν η οφειλόμενη στη ρύπανση ζημία προήλθε από προσωπική τους πράξη ή παράλειψη που διαπράχθηκε με πρόθεση να προκληθεί μια τέτοια ζημία ή απερίσκεπτα και με γνώση ότι μια τέτοια ζημία θα μπορούσε πιθανώς να προκύψει. Αφετέρου, ο πλοιοκτήτης μπορεί να στραφεί εναντίον τους, κατά το άρθρο III, παράγραφος 5, της συμβάσεως περί ευθύνης. Εξασφαλίζεται έτσι η δυνατότητα τις δαπάνες να φέρουν τα πρόσωπα αυτά, δυνάμει της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», λόγω του ότι συνέτειναν στην πρόκληση των αποβλήτων. Η αξίωση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί ιδίως εάν οι εταιρίες του ομίλου Total είναι εν μέρει ή εξ ολοκλήρου υπεύθυνες για το ναυάγιο, όπως έκρινε το Tribunal de grande instance (85) και όπως θεωρούν πιθανόν η Επιτροπή και η Γαλλία.

138. Πάντως, η ευθύνη του πλοιοκτήτη περιορίζεται κατά το άρθρο V της συμβάσεως περί ευθύνης, εάν δεν αποδειχθεί ότι η οφειλόμενη στη ρύπανση ζημία προήλθε από προσωπική του πράξη ή παράλειψη που διαπράχθηκε με πρόθεση να προκληθεί μια τέτοια ζημία ή απερίσκεπτα και με γνώση ότι μια τέτοια ζημία θα μπορούσε πιθανώς να προκύψει. Εάν ισχύει ο εν λόγω περιορισμός της ευθύνης, οι κατ’ ιδίαν αξιώσεις κατά το άρθρο V, παράγραφος 4, ικανοποιούνται μόνο pro rata, επομένως εν μέρει, από τον πλοιοκτήτη. Εκ πρώτης όψεως, αυτό συνιστά παραβίαση της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει».

139. Πάντως, η περιορισμένη ευθύνη του πλοιοκτήτη συμπληρώνεται, κατά τη σύμβαση περί διεθνούς ταμείου, με την ευθύνη του διεθνούς ταμείου για την αποζημίωση ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο. Το ταμείο χρηματοδοτείται, σύμφωνα με το άρθρο 12 της συμβάσεως, από όσους παραλαμβάνουν τις μεγαλύτερες ποσότητες αργού πετρελαίου ή βαρέος μαζούτ που μεταφέρονται με πλοία. Οι επιχειρήσεις αυτές προκαλούν, με την εκ μέρους τους ζήτηση, μεταφορές πετρελαίου που ενέχουν τον κίνδυνο προκλήσεως των πετρελαϊκών ατυχημάτων στη θάλασσα. Επομένως, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» παρέχει επίσης τη δυνατότητα να φέρουν αυτές τις δαπάνες της διαθέσεως των αποβλήτων πετρελαίου τα οποία προκαλούνται από πετρελαϊκά ατυχήματα. Η ευθύνη του ταμείου αποκλείεται στην περίπτωση πολεμικών ζημιών, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της συμβάσεως περί διεθνούς ταμείου, και μπορεί να περιοριστεί σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού. Άλλωστε, υφίσταται, κατά το άρθρο 9 της συμβάσεως περί διεθνούς ταμείου, η δυνατότητα αναγωγής κατά περαιτέρω υπευθύνων και για τις δαπάνες τις οποίες αναλαμβάνει το ταμείο. Εν προκειμένω, το ταμείο άσκησε προληπτικά αγωγή κατά διαφόρων προσώπων, μεταξύ των οποίων ιδίως οι εν προκειμένω μετέχουσες του ομίλου Total εταιρίες (86).

140. Πάντως, η ευθύνη του ταμείου είναι περιορισμένη. Ο εν λόγω περιορισμός της ευθύνης μπορεί να έχει ως συνέπεια ότι ούτε ο πλοιοκτήτης ούτε το ταμείο φέρουν μερίδια των δαπανών για τη διάθεση των αποβλήτων από ζημίες εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο στη θάλασσα. Το υπόλοιπο των δαπανών βαρύνει είτε το κράτος , επομένως το σύνολο των φορολογουμένων, είτε συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία μπορούν κατά το εθνικό δίκαιο να αναλάβουν τις δαπάνες.

141. Η επιβάρυνση ιδιωτών με τις δαπάνες για τη διάθεση αποβλήτων, τα οποία δεν προκάλεσαν, φαίνεται ασυμβίβαστη προς την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» (87). Οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν, κατά συνέπεια, να αντιτάξουν στην εν λόγω αξίωση εθνικών οργάνων το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα.

142. Η επιβάρυνση του κοινωνικού συνόλου με το υπόλοιπο των δαπανών διαθέσεως αποβλήτων συνάδει, αντιθέτως, προς την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» κατά την έννοια του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα. Το κοινωνικό σύνολο αναλαμβάνει τουλάχιστον τους αντίστοιχους κινδύνους επειδή τα κράτη επιτρέπουν τις επικίνδυνες θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου. Ταυτοχρόνως, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ένα ελάχιστον επίπεδο ασφαλείας των πλοίων μέσω των επιταγών που περιλαμβάνει η καλούμενη σύμβαση Marpol 73/78 (88). Το κοινωνικό σύνολο επωφελείται από τις μεταφορές αυτές επειδή εξασφαλίζουν τον εφοδιασμό με επιθυμητή πηγή ενεργείας. Χωρίς τη ζήτηση πετρελαιοειδών δεν θα υπήρχαν μεταφορές. Επομένως, είναι δικαιολογημένο το κοινωνικό σύνολο να επιβαρύνεται κάπως για την πρόκληση αποβλήτων από πετρελαϊκά ατυχήματα και να φέρει ένα μέρος του κινδύνου.

143. Η σύμβαση περί ευθύνης και η σύμβαση περί διεθνούς ταμείου καταδεικνύουν ότι τα συμβαλλόμενα κράτη, περιλαμβανομένων και όλων σχεδόν των κρατών μελών, θεωρούν δίκαιο τον περιορισμό της ευθύνης και αναλαμβάνουν τον κίνδυνο της επιβαρύνσεώς της με περαιτέρω δαπάνες. Εάν οι ζημίες από το πετρέλαιο υπερβαίνουν τα όρια της ευθύνης του πλοιοκτήτη και του διεθνούς ταμείου αποζημιώσεως, τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι σχετικές δαπάνες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από ιδιωτικούς φορείς. Ακόμη και ευρύτερες ασφαλιστικές τεχνικές δεν φαίνονται πιθανές.

144. Επιπλέον, η ευθύνη του πλοιοκτήτη και η συμπληρωματική ευθύνη του διεθνούς ταμείου δεν συνδέονται με πταίσμα. Επομένως, μπορεί να πιθανολογείται βασίμως ότι οι ζημίες συνεπεία ρυπάνσεως από πετρέλαιο καλύπτονται πλήρως ή τουλάχιστον εν μέρει.

145. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο αφότου το 2005 τέθηκε σε ισχύ το πρωτόκολλο στη διεθνή σύμβαση για την ίδρυση διεθνούς ταμείου αποζημίωσης ζημιών εκ ρυπάνσεως από το πετρέλαιο (89), με το οποίο ιδρύεται διεθνές συμπληρωματικό ταμείο χρηματοδοτούμενο υποχρεωτικώς από εισαγωγείς πετρελαίου, οπότε και αυξάνει σαφώς το ποσόν της αποζημιώσεως.

146. Κατά συνέπεια, συνάδει προς το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα και προς την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» την οποία αυτό περιέχει, αφενός, να καταλογίζεται η ευθύνη για πετρελαϊκά ατυχήματα στη θάλασσα στον πλοιοκτήτη και στο ταμείο αποζημιώσεως ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο και, αφετέρου, να περιορίζεται το ύψος της ευθύνης αυτής, σύμφωνα με τη σύμβαση περί ευθύνης και τη σύμβαση περί διεθνούς ταμείου. Το συμπέρασμα αυτό συνάδει προς την υποχρέωση να αποφεύγονται κατά το δυνατόν αντιφάσεις προς τη σύμβαση περί ευθύνης, κατά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (90).

147. Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι δαπάνες για τη διάθεση αποβλήτων πετρελαίου συνεπεία ατυχήματος μπορούν να επιβληθούν στον παραγωγό βαρέος μαζούτ και/ή στον πωλητή ή τον ναυλωτή σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα, στο μέτρο που μπορεί να τους καταλογιστεί αυτοτελώς ότι συνέτειναν στην πρόκληση της διαρροής του βαρέος μαζούτ. Πάντως, συνάδει προς τη διάταξη αυτή ο περιορισμός της ευθύνης του παραγωγού βαρέος μαζούτ και/ή του πωλητή ή του ναυλωτή δυνάμει της συμβάσεως περί ευθύνης και της συμβάσεως περί διεθνούς ταμείου.

V –    Πρόταση

148. Κατόπιν αυτού, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:

«1)      Το βαρύ μαζούτ, προϊόν παραγόμενο από τη διαδικασία διυλίσεως, ανταποκρινόμενο στις προδιαγραφές του καταναλωτή, το οποίο προορίζεται από τον παραγωγό να πωληθεί ως καύσιμο και στο οποίο γίνεται αναφορά με την οδηγία 68/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1968, περί υποχρεώσεως διατηρήσεως ενός ελάχιστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου και/ή προϊόντων πετρελαίου από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, αφεαυτού, ως απόβλητο κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων.

2)      Το βαρύ μαζούτ πρέπει να θεωρηθεί ως απόβλητο κατά την έννοια της οδηγίας 75/442, εφόσον διαρρέει συνεπεία ατυχήματος δεξαμενοπλοίου και αναμειγνύεται με ύδωρ και ιζήματα.

3)      Οι δαπάνες για τη διάθεση αποβλήτων πετρελαίου συνεπεία ατυχήματος μπορούν να επιβληθούν στον παραγωγό βαρέος μαζούτ και/ή στον πωλητή ή τον ναυλωτή σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, στο μέτρο που μπορεί να τους καταλογιστεί αυτοτελώς ότι συνέτειναν στην πρόκληση της διαρροής του βαρέος μαζούτ. Πάντως, συνάδει προς τη διάταξη αυτή ο περιορισμός της ευθύνης του παραγωγού βαρέος μαζούτ και/ή του πωλητή ή του ναυλωτή δυνάμει της διεθνούς συμβάσεως της 29ης Νοεμβρίου 1969 περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο και της συμβάσεως περί ιδρύσεως διεθνούς ταμείου όπως ισχύει με το πρωτόκολλο του 1992 και της διεθνούς συμβάσεως του 1971 με την οποία δημιουργείται διεθνές ταμείο αποζημιώσεως λόγω ζημιών που οφείλονται στη μόλυνση ή ρύπανση από υδρογονάνθρακες όπως ισχύει με το πρωτόκολλο του 1992.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86, τροποποιηθείσα για την παρούσα περίπτωση τελευταίως με την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1996 (ΕΕ L 135, σ. 32). Επί του παρόντος έχει κωδικοποιηθεί με την οδηγία 2006/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ L 114, σ. 9).


3 – Δημοσιεύθηκε στη γερμανική Bundesgesetzblatt του 1975, ΙΙ, σ. 305. Όσον αφορά την Ελλάδα, βλ. συναφώς Ν. 314/1976 «περί κυρώσεως της υπογραφείσης εν Βρυξέλλαις Διεθνούς Συμβάσεως περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως υπό πετρελαίου 1969 και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» (ΦΕΚ Α΄ 106).


4 – Το πρωτόκολλο έχει δημοσιευθεί στην ΕΕ 2004, L 78, σ. 32. Το πλήρες κείμενο της Συμβάσεως απαντά στον δικτυακό τόπο http://www.iopcfunds.org/npdf/Conventions%20English.pdf.


5 – Το πρωτόκολλο έχει δημοσιευθεί στην ΕΕ 2004, L 78, σ. 40. Το πλήρες κείμενο της συμβάσεως απαντά στον δικτυακό τόπο http://www.iopcfunds.org/npdf/Conventions%20English.pdf.


6 – Όπως προκύπτει από πραγματοποιηθείσα στις 5 Μαρτίου 2008 έρευνα στον δικτυακό τόπο http://www.imo.org/includes/blastData.asp/doc_id=693/status.xls, συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση είναι το Βέλγιο, η Δανία, η Γερμανία, η Εσθονία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Κύπρος, η Λετονία, η Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, η Ουγγαρία, η Μάλτα, οι Κάτω Χώρες, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Σλοβενία, η Φινλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όχι όμως η Τσεχική Δημοκρατία, η Αυστρία και η Σλοβακία.


7 – Σύμφωνα με τις ενδείξεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, http://www.imf.org/external/np/fin/data/rms_mth.aspx?SelectDate=1999‑12‑31&reportType=CVSDR. Ένα ειδικό τραβηκτικό δικαίωμα αντιστοιχεί σε δέσμη νομισμάτων που αποτελείται επί του παρόντος από 0,41 ευρώ, 18,4 γιεν, 0,0903 λίρες στερλίνες και 0,632 δολάρια ΗΠΑ.


8 – Έγγραφο 92FUND/EXC.28/4 του Διευθυντή του Διεθνούς Ταμείου για την αποζημίωση ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο της 15ης Φεβρουαρίου 2005, http://www.iopcfund-docs.org/ds/pdf/92exc28-4_e.pdf, σ. 2. Βλ. και την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με το δεύτερο μέρος κοινοτικών μέτρων για την ασφάλεια στη θάλασσα μετά το ναυάγιο του πετρελαιοφόρου Erika, COM (2000) 802 τελικό, σ. 59.


9 – Όπως προκύπτει από πραγματοποιηθείσα στις 5 Μαρτίου 2008 έρευνα στον δικτυακό τόπο http://www.imo.org/includes/blastData.asp/doc_id=693/status.xls, συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση είναι το Βέλγιο, η Δανία, η Γερμανία, η Εσθονία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Κύπρος, η Λετονία, η Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, η Ουγγαρία, η Μάλτα, οι Κάτω Χώρες, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Σλοβενία, η Φινλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όχι όμως η Τσεχική Δημοκρατία, η Αυστρία, η Ρουμανία και η Σλοβακία.


10 – Έγγραφο 92FUND/EXC.28/4 (παρατεθέν στην υποσημείωση 8, σ. 2).


11 – Τρίτη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, Official Documents, τόμος XVII, 1984, Doc. A/Conf.62/122, σ. 157-231.


12 – ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 39, όπως ισχύει με την οδηγία 98/93/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1998 (ΕΕ L 358, σ. 100).


13 – ΕΕ L 78, σ. 99, όπως ισχύει με την απόφαση 2004/664/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2004, για προσαρμογή της αποφάσεως 2004/246/ΕΚ λόγω της προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, (ΕΕ L 303, σ. 28).


14 – ΕΕ 2001 L 12, σ. 1.


15 – Απόφαση του Tribunal de grande instance de Paris της 16ης Ιανουαρίου 2008 (9934895010, σ. 236), η οποία απαντά στον δικτυακό τόπο http://www.fortunes-de‑mer.com/documents%20pdf/jurisprudence/Arrets/7%20TC%20 Paris%2016012008%20Erika.pdf.


16 – Απόφαση του Tribunal de grande instance de Paris της 16ης Ιανουαρίου 2008 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σ. 245 και 274).


17 – Απόφαση του Tribunal de grande instance de Paris της 16ης Ιανουαρίου 2008 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σ. 245).


18 – Απόφαση του Tribunal de grande instance de Paris της 16ης Ιανουαρίου 2008 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σ. 228).


19 – Απόφαση της 10ης Μαΐου 2007, C‑252/05, Thames Water Utilities (Συλλογή 2007, σ. I‑3883).


20 – Απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C-295/04 έως C-298/04, Manfredi κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6619, σκέψη 27).


21 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 61), και της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I‑403, σκέψη 24).


22 – Βλ. τις παρατεθείσες στην υποσημείωση 21 αποφάσεις Bosman (σκέψη 59) καθώς και IATA και ELFAA (σκέψη 24).


23 – Το Cour de Cassation αναφέρεται στην οδηγία 68/4141/ΕΟΚ της 20ής Δεκεμβρίου 1968, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/93/ΕΚ της 14ης Δεκεμβρίου 1998.


24 – Αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, C‑482/01 και C‑493/01, Oρφανόπουλος και Oliveri (Συλλογή 2004, σ. I‑5257, σκέψη 42), και της 12ης Ιανουαρίου 2006, C‑246/04, Turn- und Sportunion Waldburg (Συλλογή 2006, σ. I‑589, σκέψη 21).


25 – Βλ. συναφώς την απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, C-9/00, Palin Granit και Vehmassalon Kansanterveystyön Kuntayhtymän hallitus (Συλλογή 2002, σ. I-3533, σκέψη 22), και τις αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C-194/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 34), C-195/05 (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 32) και C-263/05 (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 32).


26 – Αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C‑129/96, Inter Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. I‑7411, σκέψη 26), της 1ης Μαρτίου 2007, C‑176/05, KVZ retec (Συλλογή 2007, σ. I‑1721, σκέψη 51), και Επιτροπή κατά Ιταλίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25).


27 – Βλ. τις αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2000, C-418/97 και C-419/97, ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-4475, σκέψεις 37 έως 40), Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 23), της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑1/03, Van de Walle κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑7613, σκέψη 45), KVZ (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 61) και C-194/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 33), C-195/05 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 35) και C-263/05 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 33).


28 – Βλ. συναφώς την απόφαση KVZ (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψεις 53 επ.).


29 – ΕΕ L 121, σ. 13, τροποποιηθείσα τελευταίως με την οδηγία 2005/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2005 (ΕΕ L 191, σ. 59).


30 – Απόφαση Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 25). Βλ. και τις προτάσεις μου της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑176/05, KVZ retec (Συλλογή 2007, σ. I‑1721, σημείο 73).


31 – Απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 73).


32 – Αποφάσεις ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 84) και C-194/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 34), C-195/05 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 36) και C‑263/05 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 34).


33 – Αποφάσεις Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 46) και –με την αντίθετη έννοια– C-194/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψεις 37 επ.), C-195/05 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψεις 39 επ.) και C-263/05 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψεις 37 επ.).


34 – Όπως ίσχυε τον Φεβρουάριο του 2003, http://www.ec.europa.eu/comm/environment/ippc/brefs/ref_bref_0203.pdf p. 1.


35 – Οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1996 (ΕΕ L 257, σ. 26).


36 – Παρατεθέν στην υποσημείωση 34, σ. 379. Ως κύρια απόβλητα αναφέρονται λάσπες, χρησιμοποιημένοι καταλύτες, φίλτρα αργίλου και τέφρα από την καύση καθώς και ως περαιτέρω συστατικά αποβλήτων, για παράδειγμα, προϊόντα αποδομήσεως από την αποθείωση καυσαερίων, πτητική τέφρα, τέφρα κλιβάνου, εξαντλημένος ενεργός άνθρακας, σκόνη διηθήσεως, ανόργανα άλατα όπως σουλφαμιδικό αμμώνιο καθώς και ασβέστης από προηγούμενη επεξεργασία με ύδωρ, μολυσμένο με πετρέλαιο έδαφος, πίσσα, απορρίμματα, απόβλητα, όξινα και αλκαλικά διαλύματα καθώς και χημικές ουσίες.


37 – Βλ. διάταξη της 15ης Ιανουαρίου 2004, C‑235/02, Saetti και Frediani (Συλλογή 2004, σ. I‑1005, σκέψη 45).


38 – Αποφάσεις ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψεις 44 επ., βλ. όμως αντιθέτως σκέψη 85), Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 27) και της 11ης Νοεμβρίου 2004, C‑457/02, Niselli (Συλλογή 2004, σ. I‑10853, σκέψη 37).


39 – Βλ. διάταξη Saetti και Frediani (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 45).


40 – Πάντως, σε αντιδιαστολή προς την άποψη της Total, η για λόγους φορολογικού δικαίου κατάταξη του βαρέος μαζούτ δεν καθιστά δυνατό κανένα συμπέρασμα περί προθέσεως απορρίψεως.


41 – Βλ. διάταξη Saetti και Frediani (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 45).


42 – Απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψεις 66 επ.).


43 – Απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψεις 84 επ.).


44 – Αποφάσεις Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 36), C‑194/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψεις 37 επ.), C-195/05 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψεις 39 επ.) και C-263/05 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψεις 37 επ.).


45 – Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑114/01, AvestaPolarit Chrome (Συλλογή 2003, σ. I‑8725, σκέψεις 36 επ.).


46 – Βλ. αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑416/02, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2005, σ. I‑7487, σκέψεις 87 επ.) και C‑121/03 (Συλλογή 2005, σ. I‑7569, σκέψεις 58 επ.).


47 – Βλ. τις προτάσεις μου της 29ης Ιανουαρίου 2004, C‑1/03, Van de Walle κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑7613, σημείο 24).


48 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 43).


49 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 40.


50 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 46).


51 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 47), την οποία επιβεβαιώνει η απόφαση Thames Water Utilities (παρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 28).


52 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 52).


53 – Βλ. Ludger-Anselm Versteyl, Altlast = Abfall – Vom Ende des «beweglichen» Abfallbegriffs, Neue Zeitschrift für Verwaltungsrecht 2004, 1297, Lucas Bergkamp, A new court-made environmental liability regime for Europe, [2004] 4 Environmental Liability 171, Philippe, Billet, Droit communautaire – Déchets Le déchet, qualification incertaine des sols pollués, Revue juridique de l'environnement, 2005, 309, Frank Petersen und Melanie Lorenz, Das „Van de Walle“-Απόφαση des EuGH - Sanierung von Altlasten nach Abfallrecht?, Neue Zeitschrift für Verwaltungsrecht 2005, 257, Christoph Riese und Nora Karsten, Ist unausgekofferter kontaminierter Boden Abfall?, Zeitschrift für Umweltrecht 2005, 75, Heike Jochum, Neues zum europäischen Bodenschutz- und Abfallrecht – Sind die bodenschutzrechtlichen Bestimmungen der Umwelthaftungsrichtlinie und die Abfallrichtlinie nach dem „Spatenprinzip“ zu trennen?, Neue Zeitschrift für Verwaltungsrecht 2005, 140, Nikolaus Schultz, Ein Jahr nach „van de Walle“ – viel Lärm um nichts?, Zeitschrift für europäisches Umwelt- und Planungsrecht 2005, 230, Lothar Knopp, EuGH erweitert Abfallbegriff für Altlasten – erhebliche Kostenrisiken nicht ausgeschlossen, Betriebs-Berater, Heft 51/52 2004, I., Daniel Lawrence, European Court lays waste to contaminated land, Construction law, January/February 2005, 26, Stephan Müller, Zählen verseuchte Grundstücke neuerdings zum Abfall?, Frankfurter Allgemeine Zeitung της 1ης Δεκεμβρίου 2004, σ. 25.


54 – Βλ. Billet (ανωτέρω, υποσημείωση 53, σ. 318 επ.), Riese/Karsten (ανωτέρω, υποσημείωση 53, σ. 77), Petersen/Lorenz (ανωτέρω, υποσημείωση 53, σ. 258) και Schultz (ανωτέρω, υποσημείωση 53, σ. 231) καθώς και τα κατά τα λοιπά σύμφωνα σχόλια των Anno Oexle, Europäische Zeitschrift für Wirtschaftsrecht 2004, 627 (628), και Jens Hamer, Bodenschutz und Umwelthaftungsrecht made in Luxembourg, European Law Reporter, 2004, 477 (482).


55 – Βλ. και Hamer (ανωτέρω, υποσημείωση 54, σ. 482).


56 – Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της κοινής θέσεως του Συμβουλίου για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα απόβλητα και για την κατάργηση ορισμένων οδηγιών, έγγραφο του Συμβουλίου 11406/0720 της 20ής Νοεμβρίου 2007, κοινής θέσεως την οποία υιοθετεί η Επιτροπή, COM(2007) 863 της 9ης Ιανουαρίου 2008. Η πρόταση της Επιτροπής, COM (2005) 667 της 21ης Δεκεμβρίου 2005 (JO 2006, C 70, σ. 6), περιελάμβανε ήδη ανάλογο περιορισμό, αλλά υπό προϋποθέσεις, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄. Αντιθέτως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέρριψε τον περιορισμό αυτόν κατά την πρώτη ανάγνωση, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, προφανώς αντίθετα προς τη γνώμη της αρμόδιας επιτροπής (ΕΕ C 287 E, σ. 136, ιδίως σ. 141).


57 – Βλ. τις προτάσεις μου της 20ής Νοεμβρίου 2007, C‑308/06, Intertanko κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σημεία 37 επ., με περαιτέρω παραπομπές) για τη Διεθνή Σύμβαση για την πρόληψη της ρυπάνσεως από πλοία (Marpol 73/78).


58 – Βλ. για το δεσμευτικό αποτέλεσμα του διεθνούς εθιμικού δικαίου τις αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 1992, C‑286/90, Poulsen και Diva Navigation (Συλλογή 1992, σ. I‑6019, σκέψεις 9 επ.) και της 16ης Ιουνίου 1998, C‑162/96, Racke (Συλλογή 1998, σ. I‑3655, σκέψη 45).


59 – Βλ. αποφάσεις της 2ας Αυγούστου 1993, C‑158/91, Levy (Συλλογή 1993, σ. I‑4287, σκέψη 21), της 14ης Ιουλίου 1994, C‑379/92, Peralta (Συλλογή 1994, σ. I 3453, σκέψεις 16 επ.), και της 14ης Ιανουαρίου 1997, C‑124/95, Centro-Com (Συλλογή 1997, σ. I‑81, σκέψη 58).


60 – Βλ., συναφώς, την απόφαση της 3ης Μαΐου 2005, C‑387/02, C‑391/02 και C‑403/02, Berlusconi κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑3565, σκέψεις 66 επ.).


61 – Οδηγία 2004/35/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (ΕΕ 2004 L 143, σ.56).


62 – Απόφαση της 30ής Μαΐου 2006, C‑459/03, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (MOX-Plant) (Συλλογή 2006, σ. I‑4635, σκέψη 82). Βλ. ειδικότερα τις προτάσεις μου στην υπόθεση Intertanko (παρατεθείσα στην υποσημείωση 57, σημεία 46 επ.).


63 – Σύμφωνα με τον δικτυακό τόπο http://www.comitemaritime.org/ratific/imo/imoidx.html. Το διάταγμα 75-553 της 26ης Ιουνίου 1975 (Journal officiel της 3ης Ιουλίου 1975, σ. 6716) περί δημοσιεύσεως στηρίζεται σε εξουσιοδότηση κυρώσεως του 1971 και αναφέρει ότι η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ στις 19 Ιουνίου 1975.


64 – ΕΕ 1973, C 112, σ. 1.


65 – ΕΕ 1989, C 251, σ. 3.


66 – COM (2000) 142 τελικό, σ. 6.


67 – Απάντηση της κ. Wallström εκ μέρους της Επιτροπής στις ερωτήσεις E-0842/00 του μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Chris Davies με θέμα: «Το ναυάγιο του Erika και η περιβαλλοντική ευθύνη» (ΕΕ 2001 C 53 E, σ. 30), και E-1752/03 του μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Eija-Riitta Korhola με θέμα: «Οι αναλύσεις επιπτώσεων και η ασφάλιση αστικής ευθύνης ως μέτρα για την πρόληψη ζημιών από πετρελαιοκηλίδες» (ΕΕ 2004 C 51E, σ. 137).


68 – Βλ. και τις προτάσεις μου στην υπόθεση Intertanko (παρατεθείσα στην υποσημείωση 57, σημείο 78).


69 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 58).


70 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 55).


71 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 60).


72 – Απόφαση του Tribunal de grande instance de Paris της 16ης Ιανουαρίου 2008 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σ. 228). Πάντως, με το έγγραφο 92FUND/EXC.34/6/Add.1 της 20ής Σεπτεμβρίου 2006, ο Διευθυντής του Ταμείου αποζημιώσεως ζημιών εκ ρυπάνσεως από πετρέλαιο αναφέρει ότι οι διαθέσιμες κατά τον κρίσιμο χρόνο έρευνες επέτρεπαν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Total δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει τις ατέλειες του πλοίου, http://www.iopcfund-docs.org/ds/pdf/92exc34-6eadd1.pdf, σ. 8.


73 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 59).


74 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 60).


75 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 58).


76 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, C‑293/97, Standley κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑2603, σκέψη 52).


77 – ΕΕ L 266, σ. 1.


78 – Παρεμφερείς διατάξεις περιέχουν το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 2000/53/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους (ΕΕ L 269, σ. 34) και το άρθρο 8 της οδηγίας 2002/96/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τα απόβλητα ειδών ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ) (ΕΕ L 37, σ. 24).


79 – ΕΕ L 365, σ. 10.


80 – Διάταξη της 16ης Φεβρουαρίου 2006, C‑26/05, Plato Plastic Robert Frank (Συλλογή 2006, σ. Ι-24, σκέψη 34).


81 – Οι αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1998, C‑284/95, Hi-Tech (Συλλογή 1998, σ. I‑4301, σκέψη 37) και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑86/03, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑10979, σκέψη 88), αφορούν τον κοινοτικό νομοθέτη.


82 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48), της 5ης Οκτωβρίου 2004, C397/01 έως C403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑8835, σκέψη 108), και της 7ης Ιουνίου 2007, C‑80/06, Carp (Συλλογή 2007, σ. Ι-4473, σκέψη 20).


83 – Η απόφαση του Tribunal de grande instance de Paris της 16ης Ιανουαρίου 2008 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σ. 235) απέκλειε τούτο για την Total S.A.


84 – Απόφαση Van de Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 59).


85 – Απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2008 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σ. 228).


86 – Έγγραφο 92FUND/EXC.33/5 του Διευθυντή του Ταμείου αποζημιώσεως ζημιών ρυπάνσεως από πετρέλαιο της 4ης Μαΐου 2006, http://www.iopcfund-docs.org/ds/pdf/92exc33-5_e.pdf, σ. 5 επ.


87 - Βλ. ανωτέρω, σημείο 120.


88 – Διεθνής Σύμβαση για την αποφυγή ρυπάνσεως της θαλάσσης από τα πλοία, όπως τροποποιήθηκε με το σχετικό πρωτόκολλο του 1978 (Recueil des traités des Nations unies/UN Treaty Series, τόμος 1341, αριθ. 22484)


89 – Δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 2004 L 78, σ. 24. Κατά τον δικτυακό τόπο του Ταμείου, http://www.iopcfund.org/92members.htm#suppfund, εκτός από τέσσερα τρίτα κράτη, επικύρωσαν το πρωτόκολλο το Βέλγιο, η Δανία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Λετονία, η Λιθουανία, οι Κάτω Χώρες, η Πορτογαλία, η Σλοβενία, η Φινλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ στις 30 Μαρτίου 2008 το επικύρωσε και η Ουγγαρία.


90 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 99 επ.