Language of document : ECLI:EU:F:2016:72

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(δεύτερο τμήμα)

της 11ης Απριλίου 2016

Υπόθεση F‑49/15

FU

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση – Πειθαρχική διαδικασία – Πειθαρχικό συμβούλιο – Έκτακτος υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου διορισθείς ως δόκιμος υπάλληλος στην Επιτροπή – Αλλαγή του τόπου τοποθετήσεως – Μη δήλωση αλλαγής τόπου τοποθετήσεως στις διοικητικές υπηρεσίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου – Ταυτοχρόνως υποβληθείσες αιτήσεις περί αποζημιώσεως επανεγκαταστάσεως στη χώρα καταγωγής και περί αποζημιώσεως εγκαταστάσεως στις Βρυξέλλες – Αίτηση αποδόσεως των εξόδων μετακομίσεως από το Λουξεμβούργο προς τη χώρα καταγωγής – Έρευνα της OLAF – Πειθαρχική κύρωση – Κατάταξη σε ομάδα καθηκόντων κατώτερου βαθμού χωρίς υποβιβασμό – Άρθρο 25 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Μη τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως – Νέο πραγματικό στοιχείο – Υποχρέωση επαναλήψεως της πειθαρχικής διαδικασίας – Αναλογικότητα της κυρώσεως– Δικονομική προθεσμία»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο FU ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της 3ης Ιουνίου 2014 με την οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τού επέβαλε την πειθαρχική κύρωση της κατατάξεώς του σε ομάδα καθηκόντων κατώτερου βαθμού χωρίς υποβιβασμό από 1ης Ιουλίου 2014.

Απόφαση:      Η προσφυγή απορρίπτεται. Ο FU φέρει τα δικαστικά έξοδά του και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Πειθαρχικό καθεστώς – Πειθαρχική διαδικασία – Ταυτόχρονη κίνηση πειθαρχικών και ποινικών διαδικασιών για τις ίδιες πράξεις – Υποχρέωση της Διοικήσεως να ρυθμίσει οριστικά την κατάσταση του υπαλλήλου μόνο μετά την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και να συμμορφωθεί προς τις διαπιστώσεις του ποινικού δικαστηρίου επί των πραγματικών περιστατικών – Υποχρέωση του υπαλλήλου να παράσχει στη Διοίκηση τα στοιχεία που επιτρέπουν τη σύγκριση των πραγματικών περιστατικών τα οποία αφορά η πειθαρχική διαδικασία με αυτά που αποτελούν αντικείμενο της ποινικής διώξεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα IX, άρθρο 25)

2.      Υπάλληλοι – Απόδοση εξόδων – Έξοδα μετακομίσεως – Προϋποθέσεις αποδόσεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 20 και παράρτημα VII, άρθρο 9 § 1· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρο 22)

3.      Υπάλληλοι – Πειθαρχικό καθεστώς – Πειθαρχική διαδικασία – Υποχρέωση επαναλήψεως της πειθαρχικής διαδικασίας – Δεν υφίσταται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα IX, άρθρο 28)

4.      Υπάλληλοι – Πειθαρχικό καθεστώς – Κύρωση – Εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής – Όρια – Τήρηση της αρχής της αναλογικότητας – Δικαστικός έλεγχος – Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα IX, άρθρο 10)

5.      Υπάλληλοι – Πειθαρχικό καθεστώς – Πειθαρχική διαδικασία – Προθεσμίες – Υποχρέωση της Διοικήσεως να ενεργεί εντός εύλογης προθεσμίας – Εκτίμηση – Μη τήρηση – Ειδικές περιστάσεις – Βάρος αποδείξεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα IX)

1.      Το άρθρο 25 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ απαγορεύει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να ρυθμίζει οριστικά, από πειθαρχικής απόψεως, την κατάσταση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου αποφαινόμενη επί πράξεων που αποτελούν συγχρόνως αντικείμενο ποινικής διαδικασίας, επί όσο χρόνο η εκδοθείσα από το επιληφθέν ποινικό δικαστήριο απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη. Συνεπώς, το άρθρο αυτό δεν παρέχει στην εν λόγω αρχή, η οποία είναι αρμόδια να ρυθμίσει οριστικά την κατάσταση υπαλλήλου κατά του οποίου έχει κινηθεί πειθαρχική διαδικασία, διακριτική ευχέρεια σε σχέση με τη δυνατότητα αναστολής ή μη της εκδόσεως αποφάσεως επί της καταστάσεως του εν λόγω υπαλλήλου εφόσον αυτός διώκεται ενώπιον ποινικού δικαστηρίου.

Το άρθρο 25 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ έχει διττό λόγο υπάρξεως. Αφενός, το άρθρο αυτό ανταποκρίνεται στην ανάγκη να μην επηρεάζεται η θέση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου στο πλαίσιο της ποινικής διώξεως που έχει ασκηθεί εναντίον του λόγω πράξεων για τις οποίες έχει επίσης κινηθεί πειθαρχική διαδικασία στο πλαίσιο του οικείου οργάνου. Αφετέρου, η αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας εν αναμονή της περατώσεως της ποινικής διαδικασίας παρέχει τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη, στο πλαίσιο της εν λόγω πειθαρχικής διαδικασίας, διαπιστώσεις επί των πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνονται στην απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, όταν αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη. Συγκεκριμένα, το άρθρο 25 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ καθιερώνει την αρχή σύμφωνα με την οποία «εκκρεμούσης της ποινικής δίκης αναστέλλεται η πειθαρχική διαδικασία», πράγμα που δικαιολογείται, ιδίως, από το γεγονός ότι τα εθνικά ποινικά δικαστήρια διαθέτουν μεγαλύτερη εξουσία έρευνας απ’ ό,τι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία τα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορούν να συνιστούν ποινικό αδίκημα και παράβαση των εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεων του υπαλλήλου, η Διοίκηση δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά στις οποίες προέβη το ποινικό δικαστήριο στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Αφού το εν λόγω δικαστήριο διαπιστώσει το υποστατό των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, η Διοίκηση δύναται να προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό τους με γνώμονα την έννοια του πειθαρχικού παραπτώματος, εξετάζοντας ιδίως αν τα εν λόγω περιστατικά συνιστούν παραβάσεις των εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεων.

Επιπλέον, στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο εναπόκειται να παράσχει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τα στοιχεία που θα της επιτρέψουν να εκτιμήσει αν οι πράξεις που του καταλογίζονται στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας αποτελούν παράλληλα αντικείμενο ποινικών διώξεων εις βάρος του. Προκειμένου να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή, ο υπάλληλος οφείλει καταρχήν να αποδείξει ότι κινήθηκαν εις βάρος του ποινικές διώξεις ενόσω εκκρεμούσε εναντίον του πειθαρχική διαδικασία. Πράγματι, μόνον όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη μπορούν να προσδιοριστούν οι πράξεις τις οποίες αυτή αφορά και να συγκριθούν με τις πράξεις για τις οποίες κινήθηκε η πειθαρχική διαδικασία, προκειμένου να κριθεί αν ενδεχομένως οι πράξεις αυτές ταυτίζονται.

(βλ. σκέψεις 66 έως 70)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 1998, Τζοάνος κατά Επιτροπής, T‑74/96, EU:T:1998:58, σκέψεις 32 έως 34· της 21ης Νοεμβρίου 2000, A κατά Επιτροπής, T‑23/00, EU:T:2000:273, σκέψη 37· της 30ής Μαΐου 2002, Onidi κατά Επιτροπής, T‑197/00, EU:T:2002:135, σκέψη 81· της 13ης Μαρτίου 2003, Pessoa e Costa κατά Επιτροπής, T‑166/02, EU:T:2003:73, σκέψη 45· της 10ης Ιουνίου 2004, François κατά Επιτροπής, T‑307/01, EU:T:2004:180, σκέψη 75, και της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής, T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψεις 341 και 342

2.      Όπως προκύπτει από το άρθρο 20 του ΚΥΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, που έχει εφαρμογή στους έκτακτους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 22 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, το μέλος του προσωπικού που αναγκάζεται να μεταφέρει την κατοικία του, προκειμένου να κατοικεί στον τόπο τοποθετήσεώς του ή σε τέτοια απόσταση από αυτόν ώστε να μην παρακωλύεται στην άσκηση των καθηκόντων του λαμβάνει επιστροφή των εξόδων μετακομίσεως, εφόσον αυτά δεν καλύπτονται κατ’ άλλον τρόπο. Αυτή η μεταφορά κατοικίας μπορεί επομένως να λάβει χώρα κατά την ανάληψη των καθηκόντων του έκτακτου ή μόνιμου υπαλλήλου, από τον τόπο καταγωγής του στον τόπο τοποθετήσεώς του, ή ακόμα και κατά μεταγενέστερη μεταβολή του τόπου τοποθετήσεως, η οποία μπορεί να οφείλεται, μεταξύ άλλων, στον διορισμό ενός έκτακτου υπαλλήλου συγκεκριμένου οργάνου ως δόκιμου υπαλλήλου άλλου οργάνου και στη συνακόλουθη υποχρέωσή του να μεταφέρει την κατοικία του στον νέο τόπο τοποθετήσεως.

(βλ. σκέψη 90)

3.      Κατά το παράρτημα IX του ΚΥΚ, και ειδικότερα το άρθρο 28, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται να επαναλάβει την πειθαρχική διαδικασία παραπέμποντας εκ νέου τον υπάλληλο ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη παρέχει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή την ευχέρεια να επαναλάβει ή όχι την πειθαρχική διαδικασία είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου υπαλλήλου.

(βλ. σκέψη 109)

4.      Κατά το άρθρο 10 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, η αυστηρότητα της επιβαλλόμενης πειθαρχικής κυρώσεως πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα του παραπτώματος. Το ίδιο άρθρο προβλέπει επίσης τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνει υπόψη η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατά την επιλογή της κυρώσεως.

Η εκτίμηση της σοβαρότητας των παραπτωμάτων που διαπιστώθηκαν από το πειθαρχικό συμβούλιο εις βάρος του υπαλλήλου και η επιλογή της κυρώσεως που, λαμβανομένων υπόψη των παραπτωμάτων αυτών, φαίνεται να είναι η πλέον κατάλληλη εμπίπτουν καταρχήν στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, εκτός αν η επιβληθείσα κύρωση είναι δυσανάλογη σε σχέση με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει την εξουσία να εκτιμήσει την ευθύνη του υπαλλήλου διαφορετικά απ’ ό,τι την εκτίμησε το πειθαρχικό συμβούλιο, καθώς και να επιλέξει, στη συνέχεια, την πειθαρχική κύρωση που θεωρεί κατάλληλη για την τιμωρία των πειθαρχικών παραπτωμάτων που διαπιστώθηκαν.

Προκειμένου να εκτιμήσει την αναλογικότητα της πειθαρχικής κυρώσεως σε σχέση με τη βαρύτητα των πειθαρχικών παραπτωμάτων, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης πρέπει να συνεκτιμά το γεγονός ότι η επιλογή της κυρώσεως βασίζεται σε συνολική εκτίμηση από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή όλων των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και των ιδιαιτέρων περιστάσεων κάθε ατομικής περιπτώσεως, ενώ υπενθυμίζεται ότι ο ΚΥΚ δεν προβλέπει σταθερή σχέση μεταξύ των προβλεπομένων πειθαρχικών ποινών και των διαφόρων ειδών παραβάσεων που διαπράττουν οι υπάλληλοι και δεν διευκρινίζει σε ποιο βαθμό η ύπαρξη επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων μπορεί να επηρεάσει την επιλογή της κυρώσεως. Επομένως, ο έλεγχος του πρωτοβάθμιου δικαστή περιορίζεται στο κατά πόσον η στάθμιση των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων, στην οποία προέβη η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο αναλογικό, ενώ, κατά την εξέταση αυτή, ο δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εν λόγω αρχή στις σχετικές αξιολογικές κρίσεις της.

(βλ. σκέψεις 120 έως 122)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2014, EH κατά Επιτροπής, F‑42/14, EU:F:2014:250, σκέψεις 91 και 93

5.      Το μέρος 5 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ προβλέπει προθεσμίες για τη διεξαγωγή της πειθαρχικής διαδικασίας ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 18 του εν λόγω παραρτήματος, το πειθαρχικό συμβούλιο διαβιβάζει αιτιολογημένη γνωμοδότηση στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία λήψεως της αναφοράς της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, εφόσον η προθεσμία αυτή είναι επαρκής λαμβανομένης υπόψη της περιπλοκότητας του φακέλου. Το άρθρο 22, παράγραφος 1, του ίδιου παραρτήματος προβλέπει ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, μετά από ακρόαση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, εκδίδει την απόφασή της εντός δύο μηνών από τη λήψη της γνωμοδοτήσεως του πειθαρχικού συμβουλίου.

Καίτοι αληθεύει ότι οι προθεσμίες αυτές δεν είναι αποκλειστικές, εκφράζουν ωστόσο έναν κανόνα χρηστής διοικήσεως σκοπός του οποίου είναι να αποφεύγεται, προς το συμφέρον τόσο της Διοικήσεως όσο και των υπαλλήλων, αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη της αποφάσεως που τερματίζει την πειθαρχική διαδικασία. Κατά συνέπεια, οι πειθαρχικές αρχές υποχρεούνται να διεξάγουν με επιμέλεια την πειθαρχική διαδικασία και να ενεργούν κατά τρόπον ώστε κάθε διωκτική πράξη να συντελείται εντός εύλογης προθεσμίας σε σχέση με την προηγούμενη πράξη. Η μη τήρηση της εν λόγω προθεσμίας, που μπορεί να εκτιμηθεί μόνο σε σχέση με τις ειδικές περιστάσεις της υποθέσεως, μπορεί να επισύρει την ακύρωση της πράξεως.

Συναφώς, το κατά πόσον η διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας είναι εύλογη πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε υπόθεση και, ειδικότερα, με τα διακυβευόμενα συμφέροντα του ενδιαφερομένου, την περιπλοκότητα της υποθέσεως, καθώς και τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών. Κανένας ιδιαίτερος παράγων δεν είναι καθοριστικός. Πρέπει να εξετάζεται κάθε παράγων χωριστά και κατόπιν να εκτιμάται το σωρευτικό αποτέλεσμά τους. Ορισμένες καθυστερήσεις καταλογιστέες στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να μη φαίνονται υπερβολικές αν ληφθούν υπόψη μεμονωμένως, αλλά να είναι υπερβολικές ως σύνολο. Οι επιταγές όσον αφορά την επιμελή διεξαγωγή της διαδικασίας δεν βαίνουν ωστόσο πέραν των επιταγών που συμβιβάζονται με την αρχή της χρηστής διοικήσεως.

Όταν, λόγω αποφάσεων της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, μια διαδικασία έχει υπερβεί τη διάρκεια που θεωρείται κανονικά εύλογη, στην εν λόγω αρχή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη ιδιαιτέρων περιστάσεων ικανών να δικαιολογήσουν αυτή την υπέρβαση.

(βλ. σκέψεις 135 έως 139)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση της 8ης Μαρτίου 2012, Kerstens κατά Επιτροπής, F‑12/l0, EU:F:2012:29, σκέψεις 124 και 128 έως 130 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία