Language of document : ECLI:EU:C:2013:565

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 19ης Σεπτεμβρίου 2013 (*)

«Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ιθαγένεια της Ένωσης – Οδηγία 2004/38/ΕΚ – Δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ – Πρόσωπο το οποίο δεν έχει πλέον την ιδιότητα του εργαζομένου – Δικαιούχος συντάξεως γήρατος – Προϋπόθεση υπάρξεως επαρκών πόρων ώστε να μην επιβαρυνθεί το “σύστημα κοινωνικής πρόνοιας” του κράτους μέλους υποδοχής – Αίτηση για μια ειδική μη ανταποδοτικού τύπου παροχή σε χρήμα – Αντισταθμιστικό επίδομα το οποίο προορίζεται να συμπληρώσει τη σύνταξη γήρατος – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 – Άρθρα 3, παράγραφος 3, και 70 – Αρμοδιότητα του κράτους μέλους κατοικίας – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Δικαίωμα νόμιμης διαμονής στο εθνικό έδαφος – Συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης»

Στην υπόθεση C‑140/12,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Αυστρία) με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Μαρτίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης

Pensionsversicherungsanstalt

κατά

Peter Brey,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, E. Jarašiūnas, A. Ó Caoimh (εισηγητή), C. Toader και C. G. Fernlund, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl

γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Μαρτίου 2013,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο P. Brey, εκπροσωπούμενος από τον C. Rappold, Rechtsanwalt,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. Hesse,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και J. Möller,

–        η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από την E. Creedon, επικουρούμενη από τον A. Collins, SC, και την G. Gilmore, BL,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Τασσοπούλου,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Noort και C. Wissels,

–        η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Falk και H. Karlsson,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη C. Murrell και τον J. Coppel,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον V. Kreuschitz και τη C. Tufvesson,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαΐου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του P. Brey και του Pensionsversicherungsanstalt, σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να του χορηγήσει, προς συμπλήρωση της γερμανικής του συντάξεως γήρατος, το αντισταθμιστικό επίδομα (Ausgleichzulage) που προβλέπει η αυστριακή νομοθεσία.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2004/38

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 10, 16, 20 και 21 της οδηγίας 2004/38 έχουν ως εξής:

«(10) Οι απολαύοντες του δικαιώματος διαμονής δεν θα πρέπει […] να καθίστανται υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά την αρχική περίοδο διαμονής τους. Για τον σκοπό αυτό, το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, για χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα των τριών μηνών, θα πρέπει να υπόκειται σε όρους.

[…]

(16)      Ενόσω οι δικαιούχοι του δικαιώματος διαμονής δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, δεν θα πρέπει να απελαύνονται. Ως εκ τούτου, η προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας δεν θα πρέπει να συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη μέτρου απέλασης. Το κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να εξετάζει εάν πρόκειται για περίπτωση προσωρινών δυσκολιών και να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια της παραμονής, την προσωπική κατάσταση και το ποσό της ενίσχυσης που χορηγήθηκε, προκειμένου να εκτιμά εάν ο δικαιούχος αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιάς του και να προβαίνει στην απέλασή του. Δεν θα πρέπει να λαμβάνεται μέτρο απέλασης επ’ ουδενί κατά μισθωτών, μη μισθωτών ή προσώπων που αναζητούν εργασία, όπως ορίζονται από το Δικαστήριο, παρά μόνο για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.

[…]

(20)      Σύμφωνα με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, όλοι οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους που διαμένουν σε κράτος μέλος βάσει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, στο εν λόγω κράτος μέλος, σε σύγκριση με τους ημεδαπούς στους τομείς που καλύπτονται από τη συνθήκη, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που προβλέπονται ρητά στη συνθήκη και στο παράγωγο δίκαιο.

(21)      Πάντως, θα πρέπει να εναπόκειται στο κράτος μέλος υποδοχής να αποφασίζει εάν θα παρέχει σε πρόσωπα που δεν ασκούν μισθωτή δραστηριότητα ή ελεύθερο επάγγελμα ή διατηρούν την ιδιότητα αυτή και στα μέλη της οικογένειάς τους κοινωνική παροχή κατά τους πρώτους τρεις μήνες διαμονής, ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στις περιπτώσεις των προσώπων που αναζητούν εργασία, ή σπουδαστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής.»

4        Το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών», ορίζει στην παράγραφό του 1, στοιχείο β΄, τα ακόλουθα:

«Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον:

[…]

β)       διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής».

5        Το άρθρο 8 της οδηγίας 2004/38, που φέρει τον τίτλο «Διοικητικές διατυπώσεις για τους πολίτες της Ένωσης», προβλέπει τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη του άρθρου 5, παράγραφος 5, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτεί από τους πολίτες της Ένωσης να εγγράφονται από τις αρμόδιες αρχές για τα διαστήματα παραμονής που υπερβαίνουν τους τρεις μήνες.

2.      Η προθεσμία που τάσσεται για την εγγραφή δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των τριών μηνών από την ημερομηνία άφιξης. Χορηγείται αμέσως βεβαίωση εγγραφής, στην οποία αναγράφονται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του εγγραφέντος και η ημερομηνία εγγραφής. Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση εγγραφής είναι δυνατόν να επισύρει για τον ενδιαφερόμενο κυρώσεις, οι οποίες θα είναι αναλογικές και δεν θα εισάγουν διακρίσεις.

3.      Για να χορηγήσουν βεβαίωση εγγραφής, τα κράτη μέλη μπορούν μόνο να απαιτούν:

–        […]

–        από τους πολίτες της Ένωσης για τους οποίους έχει εφαρμογή το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, να προσκομίζουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο και να παρέχουν απόδειξη ότι πληρούν τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄,

[…]

4.      Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να προσδιορίζουν το ύψος των πόρων που τα ίδια θεωρούν ως “επαρκείς πόρους”, αλλά πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου. Εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω ύψος δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο κάτω του οποίου οι υπήκοοι του κράτους μέλους υποδοχής είναι επιλέξιμοι για κοινωνικές παροχές ή, όπου το κριτήριο αυτό δεν εφαρμόζεται, το ύψος της κατώτατης σύνταξης κοινωνικής ασφάλισης που καταβάλλεται από το κράτος μέλος υποδοχής.

[…]»

6        Το άρθρο 14 της οδηγίας 2004/38, που φέρει τον τίτλο «Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής», ορίζει τα εξής:

«[…]

2.      Οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στα άρθρα 7, 12 και 13, ενόσω πληρούν τους όρους των άρθρων αυτών.

Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου υπάρχει εύλογη αμφιβολία κατά πόσον ο πολίτης της Ένωσης ή τα μέλη της οικογένειάς του πληρούν τους όρους των άρθρων 7, 12 και 13, τα κράτη μέλη δύνανται να ελέγχουν εάν πληρούνται οι όροι αυτοί. Ο έλεγχος αυτός δεν διενεργείται συστηματικά.

3.      Η προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής πολίτη της Ένωσης ή ενός μέλους της οικογένειάς του δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη μέτρου απέλασης.

[…]»

7        Το άρθρο 24 της ως άνω οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Ίση μεταχείριση», προβλέπει τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται ρητώς στη συνθήκη και στο παράγωγο δίκαιο, όλοι οι πολίτες της Ένωσης που διαμένουν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής βάσει της παρούσας οδηγίας απολαύουν ίσης μεταχείρισης σε σύγκριση με τους ημεδαπούς του εν λόγω κράτους μέλους εντός του πεδίου εφαρμογής της συνθήκης. Το ευεργέτημα του δικαιώματος αυτού εκτείνεται στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, εφόσον έχουν δικαίωμα διαμονής ή μόνιμης διαμονής.

2.      Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι υποχρεωμένο να χορηγεί δικαίωμα σε κοινωνικές παροχές κατά τους πρώτους τρεις μήνες της διαμονής, ή, κατά περίπτωση, κατά το μακρότερο χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, ούτε να δίνει, πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, σπουδαστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, αποτελούμενη από σπουδαστικές υποτροφίες ή σπουδαστικά δάνεια σε άλλα πρόσωπα εκτός από μισθωτούς, μη μισθωτούς, σε πρόσωπα που διατηρούν αυτή την ιδιότητα και στα μέλη των οικογενειών τους.

[…]»

Ο κανονισμός (ΕΚ) 883/2004

8        Ο κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1, και διορθωτικό σε ΕΕ 2004, L 200, σ. 1), αντικατέστησε, από 1ης Μαΐου 2010, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως είχε τροποποιηθεί και ενημερωθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71).

9        Ο κανονισμός 883/2004, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 1244/2010 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2010 (ΕΕ L 338, σ. 35, στο εξής: κανονισμός 883/2004), διαλαμβάνει, στο άρθρο του 1, που φέρει τον τίτλο «Ορισμοί» τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

[…]

ι)      “κατοικία” : ο τόπος στον οποίο διαμένει συνήθως ένα πρόσωπο·

[…]».

10      Το άρθρο 3 του ως άνω κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Υλικό πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις νομοθεσίες που αφορούν τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που έχουν σχέση με:

[…]

δ)       παροχές γήρατος,

[…]

2.      Εκτός αν ορίζεται άλλως στο παράρτημα ΧΙ, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφάλειας, ανταποδοτικού ή μη ανταποδοτικού τύπου, καθώς και σε συστήματα που αφορούν στις υποχρεώσεις του εργοδότη ή του πλοιοκτήτη.

3.      Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται επίσης στις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα, οι οποίες καλύπτονται από το άρθρο 70.

[…]

5.      Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει:

α)       για την κοινωνική πρόνοια και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη·

[…]»

11      Το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Ίση μεταχείριση», προβλέπει τα εξής:

«Εκτός αν προβλέπει άλλως ο παρών κανονισμός, τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός αυτός απολαμβάνουν των ιδίων δικαιωμάτων και υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του.»

12      Το άρθρο 70 του ως άνω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα, οι οποίες προβλέπονται δυνάμει νομοθεσίας η οποία, λόγω του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της, των στόχων ή/και των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση δικαιώματος, έχει χαρακτηριστικά τόσο της νομοθεσίας κοινωνικής ασφάλειας η οποία αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, όσο και της κοινωνικής πρόνοιας.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως “ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα”, νοούνται εκείνες οι οποίες:

α)      προορίζονται να παρέχουν είτε:

i)      συμπληρωματική, αναπληρωματική ή επικουρική κάλυψη έναντι των κινδύνων οι οποίοι αντιστοιχούν στους αναφερόμενους στο άρθρο 3, παράγραφος 1, κλάδους κοινωνικής ασφάλειας και να εξασφαλίζουν στους ενδιαφερομένους ένα ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης σε σχέση με το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

ή

ii)       μόνο ειδική προστασία στα άτομα με αναπηρίες, οι οποίες συνδέονται στενά με το κοινωνικό περιβάλλον του συγκεκριμένου προσώπου στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

και

β)       στις περιπτώσεις που η χρηματοδότηση προέρχεται αποκλειστικά από την υποχρεωτική φορολογία που προορίζεται να καλύψει τις γενικές δημόσιες δαπάνες και οι όροι για τη χορήγηση και τον υπολογισμό των παροχών δεν εξαρτώνται από τυχόν εισφορές εκ μέρους του δικαιούχου· ωστόσο, οι παροχές που χορηγούνται για να καλύψουν συμπληρωματικά ανταποδοτικού τύπου παροχή δεν θεωρούνται ως ανταποδοτικού τύπου παροχές για αυτό και μόνο τον λόγο,

και

γ)       περιλαμβάνονται στο παράρτημα Χ.

3.      Το άρθρο 7 και τα άλλα κεφάλαια του παρόντος τίτλου δεν εφαρμόζονται στις παροχές της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

4. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 2 παροχές χορηγούνται αποκλειστικά στο κράτος μέλος στο οποίο κατοικούν οι ενδιαφερόμενοι και σύμφωνα με τη νομοθεσία του. Οι παροχές αυτές χορηγούνται από τον φορέα του τόπου κατοικίας και σε βάρος του.»

13      Το παράρτημα X του κανονισμού 883/2004, που φέρει τον τίτλο «Ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα», περιλαμβάνει, ως προς τη Δημοκρατία της Αυστρίας, την ακόλουθη μνεία: «Αντισταθμιστικό συμπλήρωμα {ομοσπονδιακός νόμος περί γενικών κοινωνικών ασφαλίσεων της 9ης Σεπτεμβρίου 1955 (Allgemeines Sozialversicherungsgesetz, BGBl. 189/1955) […]}».

 Το αυστριακό δίκαιο

14      Το άρθρο 292, παράγραφος 1, του γενικού νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων (Allgemeines Sozialversicherungsgesetz, BGBl. 189/1955), όπως τροποποιήθηκε, από 1ης Ιανουαρίου 2011, από τον νόμο περί προϋπολογισμού του 2011 (Budgetbegleitgesetz 2011, BGBl. 111/2001, στο εξής: ASVG), προβλέπει ότι ο δικαιούχος συντάξεως γήρατος, όταν η σύνταξη, μαζί με το καθαρό εισόδημα από άλλες πηγές καθώς και οποιοδήποτε άλλο ποσό που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, δεν φθάνει ορισμένο ποσό αναφοράς, δικαιούται αντισταθμιστικό επίδομα ίσο με τη διαφορά μεταξύ του ποσού αναφοράς και του προσωπικού εισοδήματος, εφόσον νομίμως έχει τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία.

15      Ο νόμος περί εγκαταστάσεως και διαμονής (Niederlassungs- und Aufenthaltsgesetz), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο περί προϋπολογισμού του 2011 (στο εξής: NAG), περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις εξής σχετικές διατάξεις:

«Άρθρο 51 (1) Σύμφωνα με την οδηγία για την ελεύθερη κυκλοφορία, οι πολίτες του [Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (EΟΧ)] έχουν δικαίωμα διαμονής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών

[…]

2.       εφόσον διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας, ούτως ώστε να μη χρειασθεί να ζητήσουν να τους χορηγηθούν παροχές κοινωνικής πρόνοιας ή το αντισταθμιστικό επίδομα κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους, ή

[…]

Βεβαίωση εγγραφής

Άρθρο 53 (1) Οι πολίτες του ΕΟΧ που απολαύουν δικαιώματος διαμονής δυνάμει της νομοθεσίας της Ένωσης (άρθρα 51 και 52) οφείλουν, όταν διαμένουν για περισσότερους από τρεις μήνες στο ομοσπονδιακό έδαφος, να δηλώσουν τούτο στην οικεία διοικητική αρχή εντός τεσσάρων μηνών από της εισόδου τους στο εθνικό έδαφος. Όταν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (άρθρο 51 ή 52), η διοικητική αρχή οφείλει, κατόπιν αιτήσεως, να χορηγήσει βεβαίωση εγγραφής.

(2)       Προς απόδειξη του δικαιώματος διαμονής δυνάμει της νομοθεσίας της Ένωσης, πρέπει να προσκομίζεται ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο, καθώς και τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία:

[…]

2. Δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 1, σημείο 2: αποδείξεις περί επαρκών πόρων και πλήρους ασφαλιστικής καλύψεως ασθενείας·

[…]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

16      Ο P. Brey και η σύζυγός του, γερμανικής ιθαγένειας αμφότεροι, εγκατέλειψαν τη Γερμανία προκειμένου να εγκατασταθούν στην Αυστρία τον Μάρτιο του 2011. Ο P. Brey λαμβάνει στη Γερμανία σύνταξη αναπηρίας που ανέρχεται σε 862,74 ευρώ μεικτά μηνιαίως και επίδομα περιθάλψεως ύψους 225 ευρώ μηνιαίως. Το ζεύγος δεν διαθέτει άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία. Η σύζυγος του P. Brey ελάμβανε στη Γερμανία βασικό επίδομα, το οποίο όμως έχει παύσει να της καταβάλλεται από 1ης Απριλίου 2011 λόγω της εγκαταστάσεώς της στην Αυστρία. Το μίσθωμα του διαμερίσματος όπου διαμένει το ζεύγος στην Αυστρία ανέρχεται σε 532,29 ευρώ μηνιαίως.

17      Με απόφαση της 2ας Μαρτίου 2011 ο Pensionsversicherungsanstalt απέρριψε το αίτημα του P. Brey να του χορηγηθεί αντισταθμιστικό επίδομα από 1ης Απριλίου 2011, διότι, λόγω του χαμηλού ύψους της συντάξεώς του, ο P. Brey δεν διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να δικαιολογεί νόμιμη διαμονή του στην Αυστρία.

18      Στις 22 Μαρτίου 2011 η Bezirkshauptmannschaft Deutschlandsberg (πρωτοβάθμια διοικητική αρχή του Deutschlandsberg) χορήγησε στον P. Brey και στη σύζυγό του, σύμφωνα με τον NAG, βεβαίωση εγγραφής τους υπό την ιδιότητα του πολίτη του ΕΟΧ.

19      Ο P. Brey άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της 2ας Μαρτίου 2011. Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2011, το Oberlandesgericht Graz, επιβεβαιώνοντας την απόφαση που είχε εκδώσει σε πρώτο βαθμό το Landesgericht für Zivilsachen Graz, μεταρρύθμισε την ως άνω απόφαση, υποχρεώνοντας τον Pensionsversicherungsanstalt να χορηγήσει στον P. Brey αντισταθμιστικό επίδομα ύψους 326,82 ευρώ μηνιαίως από 1ης Απριλίου 2011.

20      Ο Pensionsversicherungsanstalt άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Oberster Gerichtshof.

21      Στην απόφαση περί παραπομπής, το ως άνω δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο, στην απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑160/02, Skalka (Συλλογή 2004, σ. I‑5613), χαρακτήρισε το αντισταθμιστικό επίδομα ως «ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 (νυν άρθρου 70 του κανονισμού 883/2004), δεδομένου ότι το επίδομα αυτό αφενός συμπληρώνει μια σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας και αφετέρου έχει τον χαρακτήρα κοινωνικής πρόνοιας, καθόσον πρέπει να εξασφαλίσει στον αποδέκτη του ένα ελάχιστο βιοτικό επίπεδο σε περίπτωση ανεπαρκούς συντάξεως.

22      Κατά το αιτούν δικαστήριο, το ζήτημα που ανακύπτει κατά συνέπεια, στην ενώπιόν του εκκρεμούσα διαφορά, είναι αν η νομοθεσία της Ένωσης στον τομέα του δικαιώματος διαμονής χρησιμοποιεί την ίδια έννοια της «κοινωνικής πρόνοιας» όπως η νομοθεσία της Ένωσης στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως.

23      Αν στην έννοια αυτή πρέπει να αναγνωρισθεί πανομοιότυπο περιεχόμενο και στους δύο τομείς, το ως άνω δικαστήριο εκτιμά ότι το αντισταθμιστικό επίδομα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παροχή κοινωνικής πρόνοιας κατά την έννοια της οδηγίας 2004/38, διότι εμφανίζει χαρακτηριστικά κοινωνικής ασφαλίσεως και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004. Συνεπώς, το δικαίωμα σε αντισταθμιστικό επίδομα δεν έχει επιπτώσεις στο δικαίωμα διαμονής.

24      Το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά όμως ότι θα ήταν επίσης δυνατόν να προσδοθεί στην έννοια της «κοινωνικής πρόνοιας» ίδιο περιεχόμενο, βασιζόμενο στους σκοπούς της οδηγίας 2004/38, η οποία επιδιώκει, μεταξύ άλλων, να μην επιβαρυνθεί υπέρμετρα ο προϋπολογισμός του κράτους μέλους υποδοχής από τα πρόσωπα τα οποία δεν συνεισέφεραν στη χρηματοδότηση των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας του κράτους αυτού. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η ως άνω έννοια θα έπρεπε να νοείται, στο πλαίσιο της σχετικής με το δικαίωμα διαμονής νομοθεσίας, ως αναφερόμενη στην κάλυψη από το Δημόσιο βασικών παροχών χρηματοδοτούμενων από τους γενικούς φορολογικούς πόρους τις οποίες μπορεί να λάβει το σύνολο των κατοίκων, ανεξαρτήτως του αν οι παροχές αυτές θεμελιώνονται σε δικαίωμα ή σε κατάσταση ανάγκης και του αν συνδέονται ή όχι με συγκεκριμένο κοινωνικοασφαλιστικό κίνδυνο. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αντισταθμιστικό επίδομα θα έπρεπε να θεωρηθεί ως παροχή κοινωνικής πρόνοιας κατά την έννοια της οδηγίας 2004/38.

25      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Oberster Gerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει το αντισταθμιστικό επίδομα να θεωρείται ως παροχή “κοινωνικής πρόνοιας” κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38 […];»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Επί του περιεχομένου του ερωτήματος

26      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι η «κοινωνική πρόνοια» κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως αναφέρεται σε παροχή όπως το αντισταθμιστικό επίδομα του άρθρου 292, παράγραφος 1, του ASVG.

27      Το ερώτημα αυτό υποβάλλεται στο πλαίσιο διαφοράς στην οποία οι αρμόδιες αυστριακές αρχές αρνήθηκαν τη χορήγηση της παροχής αυτής σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους, ειδικότερα στον P. Brey, για τον λόγο ότι ο τελευταίος, μολονότι του χορηγήθηκε βεβαίωση εγγραφής, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως διαμένων «νομίμως» στην Αυστρία κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 292, παράγραφος 1, του ASVG, εφόσον το δικαίωμα διαμονής για διάστημα άνω των τριών μηνών στην Αυστρία προϋποθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 51 του NAG, ότι ο ενδιαφερόμενος διαθέτει για τον εαυτό του και τα μέλη της οικογενείας του, μεταξύ άλλων, «επαρκείς πόρους […] ούτως ώστε να μη χρειασθεί να ζητήσ[ει] να τ[ου] χορηγηθούν παροχές κοινωνικής πρόνοιας ή το αντισταθμιστικό επίδομα κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τ[ου]».

28      Δεν αμφισβητείται ότι η τελευταία διάταξη αποσκοπεί στη μεταφορά στο αυστριακό δίκαιο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38, κατά το οποίο όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής.

29      Εξ αυτού συνάγεται ότι, έστω και αν η διαφορά της κύριας δίκης δεν έχει ως άμεσο αντικείμενο το δικαίωμα διαμονής του P. Brey, δεδομένου ότι η διαφορά αυτή αφορά αποκλειστικώς τη χορήγηση του αντισταθμιστικού επιδόματος, το εθνικό δίκαιο αυτό καθεαυτό εισάγει άμεσο σύνδεσμο μεταξύ των προϋποθέσεων χορηγήσεως της παροχής αυτής και των προϋποθέσεων δικαιώματος νόμιμης διαμονής άνω των τριών μηνών στην Αυστρία. Ειδικότερα, η χορήγηση του αντισταθμιστικού επιδόματος εξαρτάται από το ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να τύχει αυτού του δικαιώματος διαμονής. Συναφώς, από τις διευκρινίσεις τις οποίες παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι, βάσει των προπαρασκευαστικών εργασιών που αφορούν την τροποποίηση που επήλθε από 1ης Ιανουαρίου 2011 στο άρθρο 51, παράγραφος 1, σημείο 2, του NAG, η ως άνω διάταξη, καθόσον αναφέρεται ρητώς στο αντισταθμιστικό επίδομα, θα έχει σκοπό εφεξής να εμποδίσει τους υπηκόους άλλου κράτους μέλους να ασκήσουν το δικαίωμα διαμονής τους στην Αυστρία βάσει του δικαίου της Ένωσης, όταν κατά τη διάρκεια της διαμονής τους οι υπήκοοι αυτοί ζητούν το αντισταθμιστικό επίδομα.

30      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η έκβαση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από το ζήτημα αν το κράτος μέλος δύναται να μη χορηγεί το αντισταθμιστικό επίδομα στους υπηκόους άλλων κρατών μελών για τον λόγο ότι, όπως ο P. Brey, δεν πληρούν, μολονότι τους έχει χορηγηθεί βεβαίωση εγγραφής, τις προϋποθέσεις του δικαιώματος νόμιμης διαμονής άνω των τριών μηνών στην εθνική επικράτεια, εφόσον, για να έχει τέτοιο δικαίωμα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μη ζητήσει, μεταξύ άλλων, το αντισταθμιστικό επίδομα. Στο πλαίσιο της εξετάσεως του ζητήματος αυτού πρέπει να διερευνηθεί η φύση της ως άνω παροχής, ως προς την οποία διερωτάται το αιτούν δικαστήριο.

31      Συναφώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου που προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2007, C‑45/06, Campina, Συλλογή 2007, σ. I‑2089, σκέψη 30, και της 14ης Οκτωβρίου 2010, C‑243/09, Fuß, Συλλογή 2010, σ. I‑9849, σκέψη 39).

32      Πρέπει έτσι να γίνει αναδιατύπωση του υποβαλλόμενου ερωτήματος υπό την έννοια ότι με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα οι διατάξεις της οδηγίας 2004/38, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, που αποκλείει τη χορήγηση παροχής όπως το κατά το άρθρο 292, παράγραφος 1, του ASVG αντισταθμιστικό επίδομα σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους ο οποίος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα, για τον λόγο ότι ο τελευταίος, μολονότι του έχει χορηγηθεί βεβαίωση εγγραφής, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του δικαιώματος νόμιμης διαμονής άνω των τριών μηνών στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, εφόσον το δικαίωμα αυτό διαμονής εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο ως άνω υπήκοος διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μη ζητήσει την εν λόγω παροχή.

 Επί του δικαιώματος του πολίτη της Ένωσης ο οποίος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα σε παροχή όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη στο κράτος μέλος υποδοχής

33      Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι στην προπαρατεθείσα απόφαση Skalka το Δικαστήριο έκρινε ότι το αντισταθμιστικό επίδομα του άρθρου 292, παράγραφος 1, του ASVG εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και κατά συνέπεια αποτελεί «ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του ίδιου κανονισμού, σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙα αυτού. Δυνάμει του άρθρου 10α, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, η ως άνω παροχή βαρύνει αποκλειστικώς τους αρμόδιους φορείς του κράτους μέλους του τόπου κατοικίας, από τους οποίους και καταβάλλεται, σύμφωνα με τη νομοθεσία του ως άνω κράτους.

34      Το Δικαστήριο διαπίστωσε συναφώς, στη σκέψη 26 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Skalka, ότι το αυστριακό αντισταθμιστικό επίδομα έχει τον χαρακτήρα «ειδικής παροχής», εφόσον η παροχή αυτή συμπληρώνει μια σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας, έχει δε επίσης τον χαρακτήρα κοινωνικής πρόνοιας καθόσον αποσκοπεί στην εξασφάλιση ενός ελάχιστου βιοτικού επιπέδου στον δικαιούχο της σε περίπτωση ανεπαρκούς συντάξεως και η χορήγησή της στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια καθοριζόμενα από τον νόμο.

35      Εξάλλου, το Δικαστήριο εκτίμησε, στις σκέψεις 29 και 30 της ως άνω αποφάσεως, ότι το ως άνω αντισταθμιστικό επίδομα πρέπει να θεωρείται ότι έχει χαρακτήρα παροχής χωρίς συνεισφορά, εφόσον οι σχετικές δαπάνες καλύπτονται προσωρινά από οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως, στον οποίο όμως επιστρέφονται πλήρως από το οικείο ομόσπονδο αυστριακό κράτος, το οποίο με τη σειρά του λαμβάνει από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό τα αναγκαία ποσά για τη χρηματοδότηση της παροχής και εφόσον σε κανένα σημείο της χρηματοδοτήσεως αυτής δεν προβλέπεται καταβολή εισφορών εκ μέρους των ασφαλισμένων.

36      Δεν αμφισβητείται ότι οι αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού 883/2004, δηλαδή τα άρθρα 3, παράγραφος 3, και 70 του ως άνω κανονισμού, καθώς και το παράρτημα X αυτού, που αφορά τις «Ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα», δεν μπορούν να μεταβάλουν τις εκτιμήσεις αυτές.

37      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η προϋπόθεση κατά την οποία, προκειμένου να λάβει το αντισταθμιστικό επίδομα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει δικαίωμα νόμιμης διαμονής άνω των τριών μηνών στο κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης. Ειδικότερα, οποιοσδήποτε εμπίπτει, όπως ο P. Brey, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 ως συνταξιούχος ο οποίος έχει παύσει κάθε μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 70, παράγραφος 4, του ως άνω κανονισμού, να του καταβληθούν οι ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα στο κράτος μέλος της κατοικίας του. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ι, του εν λόγω κανονισμού, η κατοικία ενός προσώπου αντιστοιχεί στον τόπο στον οποίο το πρόσωπο αυτό «διαμένει συνήθως», διατύπωση η οποία παραπέμπει στο κράτος μέλος στο οποίο οι ενδιαφερόμενοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους και στο οποίο βρίσκεται το σύνηθες κέντρο των συμφερόντων τους. Επομένως, η προϋπόθεση περί νομιμότητας της διαμονής, που προβλέπεται στο άρθρο 292, παράγραφος 1, του ASVG, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του NAG, συνιστά έμμεση διάκριση αντιβαίνουσα στο άρθρο 4 του κανονισμού 883/2004, εφόσον αφορά μόνο τους μη Αυστριακούς πολίτες της Ένωσης.

38      Πρέπει έτσι να εξετασθεί προκαταρκτικώς αν το κράτος μέλος μπορεί να εξαρτήσει τη χορήγηση παροχής εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους από την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος πληροί τις προϋποθέσεις του δικαιώματος νόμιμης διαμονής άνω των τριών μηνών. Ειδικότερα, μόνο σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό θα συνέτρεχε ανάγκη να εξετασθεί αν αυτό το δικαίωμα διαμονής μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μη ζητήσει τη συγκεκριμένη παροχή.

 Επί της απαιτήσεως να πληρούνται οι προϋποθέσεις του δικαιώματος νόμιμης διαμονής άνω των τριών μηνών

39      Επισημαίνεται ότι το άρθρο 70, παράγραφος 4, του κανονισμού 883/2004, στο οποίο βασίζεται η Επιτροπή, θέτει «κανόνα συγκρούσεως» που αποσκοπεί στον καθορισμό, στην περίπτωση των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών σε χρήμα, της εφαρμοστέας νομοθεσίας καθώς και του φορέα που βαρύνεται με την καταβολή των κατά τη διάταξη αυτή παροχών.

40      Η ως άνω διάταξη αποβλέπει επομένως όχι μόνο στην αποφυγή της ταυτόχρονης εφαρμογής περισσοτέρων εθνικών νομοθεσιών και των εντεύθεν δυναμένων να προκύψουν περιπλοκών, αλλά και στην αποφυγή του ενδεχομένου τα υπαγόμενα στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 πρόσωπα να στερούνται προστασίας σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω ελλείψεως οποιασδήποτε εφαρμοστέας στα πρόσωπα αυτά νομοθεσίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 1998, C‑275/96, Kuusijärvi, Συλλογή 1998, σ. I‑3419, σκέψη 28, και της 21ης Φεβρουαρίου 2013, C-619/11, Dumont de Chassart, σκέψη 38).

41      Αντιθέτως, αυτή καθεαυτή η εν λόγω διάταξη δεν έχει σκοπό να καθορίσει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την ύπαρξη αξιώσεως σε ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα. Στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους απόκειται καταρχήν να καθορίσει τις προϋποθέσεις αυτές (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσα απόφαση Dumont de Chassart, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

42      Δεν μπορεί επομένως να συναχθεί από το άρθρο 70, παράγραφος 4, του κανονισμού 883/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο ι, αυτού, ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική διάταξη, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, που εξαρτά την αξίωση σε ειδική μη ανταποδοτικού τύπου παροχή σε χρήμα από την πλήρωση των προϋποθέσεων του δικαιώματος νόμιμης διαμονής στο οικείο κράτος μέλος.

43      Πράγματι, ο κανονισμός 883/2004 δεν προβλέπει κοινό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά διατηρεί ως έχουν τα διάφορα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως και αποσκοπεί απλώς στον συντονισμό των συστημάτων αυτών. Δέχεται, επομένως, την ύπαρξη διαφορετικών συστημάτων που δημιουργούν διαφορετικές απαιτήσεις έναντι διαφορετικών φορέων, κατά των οποίων ο δικαιούχος έχει άμεσα δικαιώματα είτε δυνάμει μόνο του εσωτερικού δικαίου είτε δυνάμει του εσωτερικού δικαίου συμπληρούμενου εν ανάγκη από το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 3ης Απριλίου 2008, C‑331/06, Chuck, Συλλογή 2008, σ. I‑1957, σκέψη 27, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Dumont de Chassart, σκέψη 40).

44      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει όμως ότι τίποτε δεν απαγορεύει καταρχήν το να εξαρτάται η χορήγηση κοινωνικών παροχών σε πολίτες της Ένωσης οι οποίοι δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα από την απαίτηση να πληρούν οι τελευταίοι τις προϋποθέσεις νόμιμης διαμονής τους στο κράτος μέλος υποδοχής (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 12ης Μαΐου 1998, C‑85/96, Martínez Sala, Συλλογή 1998, σ. I‑2691, σκέψεις 61 έως 63· της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑184/99, Grzelczyk, Συλλογή 2001, σ. I‑6193, σκέψεις 32 και 33· της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑456/02, Trojani, Συλλογή 2004, σ. I‑7573, σκέψεις 42 και 43· της 15ης Μαρτίου 2005, C‑209/03, Bidar, Συλλογή 2005, σ. I‑2119, σκέψη 37, καθώς και της 18ης Νοεμβρίου 2008, C‑158/07, Förster, Συλλογή 2008, σ. I‑8507, σκέψη 39).

45      Πρέπει όμως οι προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η απονομή του ως άνω δικαιώματος διαμονής, όπως η προβλεπόμενη στην υπόθεση της κύριας δίκης προϋπόθεση να διαθέτει ο ενδιαφερόμενος επαρκείς πόρους ώστε να μη ζητήσει το αντισταθμιστικό επίδομα, να είναι αυτές καθεαυτές σύμφωνες προς το δίκαιο της Ένωσης.

 Επί της απαιτήσεως να διαθέτει ο ενδιαφερόμενος επαρκείς πόρους ώστε να μη ζητήσει το αντισταθμιστικό επίδομα

46      Υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα των υπηκόων κράτους μέλους να διαμένουν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους χωρίς να ασκούν εκεί καμιά μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα δεν είναι άνευ όρων. Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών αναγνωρίζεται στον κάθε πολίτη της Ένωσης αποκλειστικώς υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στη Συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσα απόφαση Trojani, σκέψεις 31 και 32· αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2004, C‑200/02, Zhu και Chen, Συλλογή 2004, σ. I‑9925, σκέψη 26, καθώς και της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C‑291/05, Eind, Συλλογή 2007, σ. I‑10719, σκέψη 28).

47      Στο πλαίσιο αυτών των περιορισμών και προϋποθέσεων, όπως προκύπτει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τους υπηκόους άλλου κράτους μέλους που θέλουν να επωφεληθούν του δικαιώματος διαμονής στο έδαφός τους για διάστημα άνω των τριών μηνών χωρίς να ασκούν οικονομική δραστηριότητα να διαθέτουν, για τους εαυτούς τους και τα μέλη των οικογενειών τους, πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής και επαρκείς πόρους ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους αυτού (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2010, C‑480/08, Teixeira, Συλλογή 2010, σ. I‑1107, σκέψη 42).

48      Η Επιτροπή, σε αντίθεση με όλες τις κυβερνήσεις οι οποίες υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις, υποστηρίζει ότι, εφόσον το αντισταθμιστικό επίδομα συνιστά ειδική μη ανταποδοτικού τύπου παροχή σε χρήμα εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παροχή «κοινωνικής πρόνοιας» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38. Προκύπτει άλλωστε και από την αιτιολογική έκθεση της ως άνω οδηγίας [πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, COM(2001) 257 τελικό], ότι οι κατά την ως άνω διάταξη παροχές «κοινωνικής πρόνοιας» είναι οι παροχές εκείνες που δεν καλύπτονται προς το παρόν από τον κανονισμό 883/2004. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, κατά την ως άνω αιτιολογική έκθεση, η κοινωνική πρόνοια κατά την έννοια της οδηγίας 2004/38 περιλαμβάνει τη δωρεάν ιατρική αρωγή, την οποία ακριβώς αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 το άρθρο 3, παράγραφος 5, αυτού.

49      Συναφώς, υπογραμμίζεται καταρχάς ότι από τις επιταγές τόσο της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι στο περιεχόμενο μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της εννοίας και του περιεχομένου της πρέπει κατά κανόνα να αποδίδεται, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή και τον σκοπό που επιδιώκει (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 2012, C‑204/09, Flachglas Torgau, σκέψη 37, και της 11ης Απριλίου 2013, C‑260/11, Edwards και Pallikaropoulos, σκέψη 29).

50      Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 33 έως 36 της παρούσας αποφάσεως, μια παροχή όπως το αντισταθμιστικό επίδομα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να έχει καθοριστική σημασία για την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2004/38. Ειδικότερα, όπως υποστήριξαν όλες οι κυβερνήσεις οι οποίες υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις, ο κανονισμός 883/2004 επιδιώκει σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους της οδηγίας 2004/38.

51      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις του κανονισμού 883/2004 επιδιώκουν την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 48 ΣΛΕΕ, προλαμβάνοντας τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στη χορήγηση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως στους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσα απόφαση Chuck, σκέψη 32).

52      Προς επίτευξη του σκοπού αυτού ο ως άνω κανονισμός προβλέπει, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που θεσπίζει, την αρχή της εξαγωγιμότητας στο κράτος μέλος υποδοχής των παροχών σε χρήμα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, διά της άρσεως, δυνάμει του άρθρου του 7, των ρητρών κατοικίας (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 4ης Νοεμβρίου 1997, C‑20/96, Snares, Συλλογή 1997, σ. I‑6057, σκέψεις 39 και 40).

53      Αντιθέτως, η οδηγία 2004/38, έστω και αν έχει ως σκοπό να διευκολύνει και να ενθαρρύνει την άσκηση του θεμελιώδους και ατομικού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών το οποίο η Συνθήκη απονέμει ευθέως σε κάθε πολίτη της Ένωσης (βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2008, C‑127/08, Metock κ.λπ., Συλλογή 2008, σ. I‑6241, σκέψεις 82 και 59· της 7ης Οκτωβρίου 2010, C‑162/09, Lassal, Συλλογή 2010, σ. I‑9217, σκέψη 30, και της 5ης Μαΐου 2011, C‑434/09, McCarthy, Συλλογή 2011, σ. I‑3375, σκέψη 28), πάντως αποσκοπεί και στο να προσδιορίσει, όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, στοιχείο α΄, τις προϋποθέσεις ασκήσεως αυτού του δικαιώματος (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσα απόφαση McCarthy, σκέψη 33, καθώς και απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C‑424/10 και C‑425/10, Ziolkowski και Szeja, Συλλογή 2011, σ. Ι-14035, σκέψεις 36 και 40), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, όσον αφορά τη διαμονή για διάστημα άνω των τριών μηνών, η κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της ως άνω οδηγίας προϋπόθεση βάσει της οποίας οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι δεν έχουν ή έπαυσαν να έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου πρέπει να διαθέτουν επαρκείς πόρους.

54      Ειδικότερα, από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/38 προκύπτει ότι η προϋπόθεση αυτή αποσκοπεί, ιδίως, στο να μην καταστούν τα πρόσωπα αυτά υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής (προπαρατεθείσα απόφαση Ziolkowski και Szeja, σκέψη 40).

55      Η προϋπόθεση αυτή ανάγεται στην ιδέα ότι η άσκηση του δικαιώματος διαμονής των πολιτών της Ένωσης μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση της διαφυλάξεως των θεμιτών συμφερόντων των κρατών μελών, εν προκειμένω, της προστασίας των δημόσιων οικονομικών τους (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑413/99, Baumbast και R, Συλλογή 2002, σ. I‑7091, σκέψη 90· προπαρατεθείσα απόφαση Zhu και Chen, σκέψη 32, καθώς και απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, C‑408/03, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2006, σ. I‑2647, σκέψεις 37 και 41).

56      Υπό το ίδιο πνεύμα, το άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 εισάγει παρέκκλιση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπεται υπέρ των πολιτών της Ένωσης εκτός των μισθωτών, των μη μισθωτών, των ατόμων που διατηρούν την ιδιότητα αυτή και των μελών της οικογένειάς τους, που διαμένουν στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, επιτρέποντας στο κράτος μέλος υποδοχής να μη χορηγεί δικαίωμα στις παροχές κοινωνικής πρόνοιας, μεταξύ άλλων κατά τους πρώτους τρεις μήνες της διαμονής (βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, C‑22/08 και C‑23/08, Βάτσουρας και Κουπατάντζε, Συλλογή 2009, σ. I‑4585, σκέψεις 34 και 35).

57      Εξ αυτού προκύπτει ότι, ενώ ο κανονισμός 883/2004 αποσκοπεί να εξασφαλίσει στους πολίτες της Ένωσης που έκαναν χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων τη διατήρηση του δικαιώματος σε ορισμένες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως χορηγούμενες από το κράτος μέλος καταγωγής τους, η οδηγία 2004/38 επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να επιβάλει στους πολίτες της Ένωσης, όταν δεν έχουν ή έχουν παύσει να έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου, θεμιτούς περιορισμούς σε ό,τι αφορά τη χορήγηση παροχών κοινωνικής πρόνοιας προκειμένου αυτοί να μην καταστούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας αυτού του κράτους μέλους.

58      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38 έννοια του «συστήματος κοινωνικής πρόνοιας» δεν μπορεί, παρά τα υποστηριζόμενα από την Επιτροπή, να περιορίζεται στις παροχές κοινωνικής πρόνοιας οι οποίες, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, του κανονισμού 883/2004, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω κανονισμού.

59      Όπως υπογράμμισαν διάφορες κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις, αντίθετη ερμηνεία θα κατέληγε σε μια αδικαιολόγητη διαφορετική αντιμετώπιση των κρατών μελών αναλόγως του τρόπου οργανώσεως των εθνικών συστημάτων τους κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον ο «ειδικός» χαρακτήρας μιας παροχής όπως αυτή της κύριας δίκης –και, κατά συνέπεια, το αν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004– εξαρτάται μεταξύ άλλων από το αν η παροχή αυτή χορηγείται, στο εθνικό δίκαιο, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ή αποκλειστικώς βάσει της καταστάσεως ανάγκης του ενδιαφερομένου.

60      Εξ αυτού συνάγεται ότι η κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38 έννοια του «συστήματος κοινωνικής πρόνοιας» πρέπει να καθορίζεται όχι βάσει τυπικών κριτηρίων, αλλά βάσει του σκοπού της ως άνω διατάξεως, ο οποίος υπενθυμίζεται στις σκέψεις 53 έως 57 της παρούσας αποφάσεως (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσα απόφαση Βάτσουρας και Κουπατάντζε, σκέψεις 41 και 42, καθώς και απόφαση της 24ης Απριλίου 2012, C‑571/10, Kamberaj, σκέψεις 90 έως 92).

61      Η εν λόγω έννοια πρέπει έτσι να ερμηνευθεί ως αναφερόμενη στο σύνολο των συστημάτων αρωγής που καθιερώνονται από τις δημόσιες αρχές, σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, τα οποία χρησιμοποιούνται από άτομα που δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους για να αντιμετωπίσουν τις θεμελιώδεις ανάγκες τους καθώς και αυτές των οικογενειών τους και διατρέχουν, για τον λόγο αυτό, τον κίνδυνο να καταστούν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, βάρος για τα δημόσια οικονομικά του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στο συνολικό επίπεδο των βοηθημάτων που δύναται να χορηγήσει το κράτος αυτό (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσες αποφάσεις Bidar, σκέψη 56· Eind, σκέψη 29, και Förster, σκέψη 48, καθώς και, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Μαρτίου 2010, C‑578/08, Chakroun, Συλλογή 2010, σ. I‑1839, σκέψη 46, και προπαρατεθείσα απόφαση Kamberaj, σκέψη 91).

62      Σε ό,τι αφορά το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης αντισταθμιστικό επίδομα, από τις σκέψεις 33 έως 36 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η παροχή αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στο «σύστημα κοινωνικής πρόνοιας» του οικείου κράτους μέλους. Ειδικότερα, όπως έκρινε το Δικαστήριο στις σκέψεις 29 και 30 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Skalka, η ως άνω παροχή, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση ενός ελάχιστου βιοτικού επιπέδου στον δικαιούχο της σε περίπτωση ανεπαρκούς συντάξεως, χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τους δημόσιους φορείς, χωρίς εισφορές των ασφαλισμένων.

63      Εξ αυτού συνάγεται ότι το γεγονός ότι υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα θα μπορούσε να είναι επιλέξιμος, βάσει του χαμηλού ύψους της συντάξεώς του, για μια τέτοια παροχή μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι ο τελευταίος δεν διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μην καταστεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του ως άνω κράτους, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38 (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσα απόφαση Trojani, σκέψεις 35 και 36).

64      Εντούτοις, οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν μπορούν να αντλήσουν τέτοιο συμπέρασμα χωρίς να προβούν σε συνολική εκτίμηση της επιβαρύνσεως που θα αντιπροσώπευε συγκεκριμένα η χορήγηση της παροχής αυτής για ολόκληρο το εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας σε συνάρτηση με τις ατομικές περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την κατάσταση του ενδιαφερομένου.

65      Ειδικότερα, πρώτον, υπογραμμίζεται ότι η οδηγία 2004/38 σε καμία περίπτωση δεν αποκλείει εντελώς τη δυνατότητα χορηγήσεως, στο κράτος μέλος υποδοχής, παροχών κοινωνικής πρόνοιας στους υπηκόους άλλων κρατών μελών (βλ., κατ’ αναλογίαν, προπαρατεθείσα απόφαση Grzelczyk, σκέψη 39).

66      Απεναντίας, διάφορες διατάξεις της ως άνω οδηγίας δέχονται ακριβώς ότι είναι δυνατόν να χορηγούνται σε αυτούς τέτοιες παροχές. Έτσι, όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας προκύπτει ότι μόνο κατά τους πρώτους τρεις μήνες διαμονής δεν είναι υποχρεωμένο το κράτος μέλος υποδοχής, κατά παρέκκλιση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που διατυπώνεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, να χορηγεί δικαίωμα σε παροχές κοινωνικής πρόνοιας στους πολίτες της Ένωσης που δεν έχουν ή έπαυσαν να έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου. Επιπλέον, το άρθρο 14, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι η προσφυγή πολίτη της Ένωσης ή ενός μέλους της οικογένειάς του στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη μέτρου απέλασης.

67      Δεύτερον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2004/38 προβλέπει ρητώς ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να προσδιορίζουν το ύψος των πόρων που τα ίδια θεωρούν ως «επαρκείς πόρους», αλλά πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου. Εξάλλου, βάσει της δεύτερης περιόδου του εν λόγω άρθρου 8, παράγραφος 4, το ύψος των επαρκών πόρων δεν μπορεί να υπερβαίνει το όριο κάτω του οποίου οι υπήκοοι του κράτους μέλους υποδοχής είναι επιλέξιμοι για παροχές κοινωνικής πρόνοιας ή, όπου το κριτήριο αυτό δεν εφαρμόζεται, το ύψος της κατώτατης σύνταξης κοινωνικής ασφάλισης που καταβάλλεται από το κράτος μέλος υποδοχής.

68      Εξ αυτού προκύπτει ότι, έστω και αν τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν ένα ποσό ως ποσό αναφοράς, δεν μπορούν να επιβάλλουν ένα ελάχιστο όριο εισοδήματος, κάτω από το οποίο τεκμαίρεται ότι ο ενδιαφερόμενος δεν διαθέτει επαρκείς πόρους, χωρίς να εξετάζεται συγκεκριμένα η κατάσταση εκάστου ενδιαφερομένου (βλ., κατ’ αναλογίαν, προπαρατεθείσα απόφαση Chakroun, σκέψη 48).

69      Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2004/38 προκύπτει ότι, προκειμένου να εκτιμήσει αν ο δικαιούχος παροχής κοινωνικής πρόνοιας αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, το εν λόγω κράτος οφείλει, πριν λάβει μέτρο απελάσεως, να εξετάζει εάν ο ενδιαφερόμενος αντιμετωπίζει προσωρινές δυσκολίες και να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια της παραμονής και την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου, καθώς και το ποσό της ενισχύσεως που του χορηγήθηκε.

70      Τέλος, τρίτον, υπενθυμίζεται ότι, εφόσον το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας αποτελεί, ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου της Ένωσης, τον γενικό κανόνα, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38 προϋποθέσεις πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς (βλ., κατ’ αναλογίαν, προπαρατεθείσες αποφάσεις Kamberaj, σκέψη 86, και Chakroun, σκέψη 43) και τηρουμένων των ορίων που επιβάλλονται από το δίκαιο της Ένωσης και την αρχή της αναλογικότητας (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Baumbast και R, σκέψη 91· Zhu και Chen, σκέψη 32, καθώς και Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 39).

71      Επιπλέον, το περιθώριο χειρισμών που παρέχεται στα κράτη μέλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από τα κράτη αυτά κατά τρόπο που θα έθιγε τον σκοπό της οδηγίας 2004/38, ο οποίος συνίσταται, ιδίως, στη διευκόλυνση και την ενθάρρυνση της ασκήσεως του θεμελιώδους δικαιώματος των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, και την πρακτική αποτελεσματικότητα της ως άνω οδηγίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, προπαρατεθείσα απόφαση Chakroun, σκέψεις 43 και 47).

72      Καθόσον εξαρτά το δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος δεν καθίσταται «υπέρμετρο» βάρος για το «σύστημα» κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38, ερμηνευόμενο υπό το φως της αιτιολογικής σκέψης 10 της οδηγίας αυτής, σημαίνει επομένως ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν την εξουσία να εκτιμήσουν, λαμβάνοντας υπόψη ένα σύνολο παραγόντων και υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, αν η χορήγηση μιας παροχής κοινωνικής πρόνοιας δύναται να αποτελέσει επιβάρυνση για το σύνολο των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας αυτού του κράτους μέλους. Η οδηγία 2004/38 δέχεται έτσι κάποια οικονομική αλληλεγγύη μεταξύ των υπηκόων του κράτους μέλους υποδοχής και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, ιδίως αν οι δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο δικαιούχος του δικαιώματος διαμονής είναι προσωρινές (βλ., κατ’ αναλογίαν, προπαρατεθείσες αποφάσεις Grzelczyk, σκέψη 44· Bidar, σκέψη 56, καθώς και Förster, σκέψη 48).

73      Βεβαίως, όπως προκύπτει από το σημείο 74 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, το γερμανικό κείμενο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες γλωσσικές αποδόσεις της ως άνω διατάξεως, δεν αναφέρεται σε τέτοιο «σύστημα».

74      Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνη βάση για την ερμηνεία της ως άνω διατάξεως ούτε μπορεί να της αναγνωρισθεί, προς τον σκοπό αυτό, υπεροχή έναντι των άλλων γλωσσικών αποδόσεων. Ειδικότερα, μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν αντίθετη προς την ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με βάση την όλη οικονομία και τον σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο (βλ. αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1990, C-372/88, Cricket St Thomas, Συλλογή 1990, σ. I-1345, σκέψεις 18 και 19, καθώς και της 12ης Νοεμβρίου 1998, C‑149/97, Institute of the Motor Industry, Συλλογή 1998, σ. I‑7053, σκέψη 16).

75      Από τις σκέψεις 64 έως 72 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει όμως ότι το γεγονός και μόνον ότι υπήκοος κράτους μέλους λαμβάνει παροχή κοινωνικής πρόνοιας δεν αρκεί για να αποδείξει ότι αυτός αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής.

76      Σχετικά με την επίμαχη στην κύρια δίκη νομοθεσία, από τις διευκρινίσεις τις οποίες παρέσχε η Αυστριακή Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι, ενώ το ύψος του αντισταθμιστικού επιδόματος εξαρτάται από την περιουσιακή κατάσταση του ενδιαφερομένου, λαμβανομένου υπόψη του ποσού αναφοράς που καθορίζεται για τη χορήγησή του, το γεγονός και μόνον ότι υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα ζητεί να του χορηγηθεί η παροχή αυτή αρκεί για να τον αποκλείσει από τη λήψη της, ανεξαρτήτως της διάρκειας της παραμονής καθώς και του ύψους της εν λόγω παροχής και του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο καταβάλλεται, και κατά συνέπεια ανεξαρτήτως της επιβαρύνσεως την οποία αντιπροσωπεύει η παροχή αυτή για ολόκληρο το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του ως άνω κράτους.

77      Διαπιστώνεται ότι ένας τέτοιος αυτοδίκαιος αποκλεισμός, εκ μέρους του κράτους μέλους υποδοχής, των υπηκόων άλλων κρατών μελών οι οποίοι δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα από τη λήψη ορισμένης παροχής κοινωνικής πρόνοιας, ακόμη και για το χρονικό διάστημα μετά την προβλεπόμενη στο άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 τρίμηνη διαμονή, δεν επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, στην περίπτωση που οι πόροι του ενδιαφερομένου υπολείπονται του ποσού αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη για τη χορήγηση της παροχής αυτής, να προβούν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που απορρέουν, ιδίως, από τα άρθρα 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 8, παράγραφος 4, της ως άνω οδηγίας, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας, σε συνολική εκτίμηση της επιβαρύνσεως που θα αντιπροσώπευε συγκεκριμένα η χορήγηση της παροχής αυτής για ολόκληρο το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας σε συνάρτηση με τις ατομικές περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την κατάσταση του ενδιαφερομένου.

78      Ειδικότερα, σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, όταν εξετάζουν την αίτηση ενός πολίτη της Ένωσης ο οποίος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα και βρίσκεται σε κατάσταση όπως αυτή του P. Brey, πρέπει να μπορούν να λάβουν υπόψη, ιδίως, το ύψος και την τακτικότητα των εισοδημάτων του ως άνω πολίτη της Ένωσης, το γεγονός ότι βάσει των εισοδημάτων αυτών οι εν λόγω αρχές οδηγήθηκαν στο να του χορηγήσουν βεβαίωση εγγραφής, καθώς και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είναι πιθανόν να του καταβάλλεται η αιτούμενη παροχή. Εξάλλου, προκειμένου να εκτιμηθεί ακριβέστερα η έκταση της επιβαρύνσεως που θα αντιπροσώπευε μια τέτοια καταβολή για το εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, μπορεί να είναι χρήσιμο να καθοριστεί, όπως υποστήριξε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ποσοστό των ληπτών της παροχής αυτής που είναι πολίτες της Ένωσης δικαιούμενοι σύνταξη γήρατος σε άλλο κράτος μέλος.

79      Εν προκειμένω, στο αιτούν δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, απόκειται να κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τα ως άνω στοιχεία, αν η χορήγηση μιας παροχής όπως το αντισταθμιστικό επίδομα σε πρόσωπο στην κατάσταση του P. Brey μπορεί να αποτελέσει υπέρμετρη επιβάρυνση για το εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.

80      Βάσει όλων των ανωτέρω, στο υποβαλλόμενο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, 8, παράγραφος 4, και 24, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2004/38, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, ακόμη και για το χρονικό διάστημα μετά τους τρεις πρώτους μήνες διαμονής, αποκλείει σε κάθε περίπτωση αυτοδικαίως τη χορήγηση παροχής όπως το αντισταθμιστικό επίδομα του άρθρου 292, παράγραφος 1, του ASVG σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους ο οποίος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα, για τον λόγο ότι ο τελευταίος, μολονότι του έχει χορηγηθεί βεβαίωση εγγραφής, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του δικαιώματος νόμιμης διαμονής άνω των τριών μηνών στο έδαφος του πρώτου κράτους, εφόσον το δικαίωμα αυτό διαμονής εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο ως άνω υπήκοος διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μη ζητήσει την εν λόγω παροχή.

 Επί των δικαστικών εξόδων

81      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, 8, παράγραφος 4, και 24, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, ακόμη και για το χρονικό διάστημα μετά τους τρεις πρώτους μήνες διαμονής, αποκλείει σε κάθε περίπτωση αυτοδικαίως τη χορήγηση παροχής όπως το αντισταθμιστικό επίδομα του άρθρου 292, παράγραφος 1, του γενικού νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων (Allgemeines Sozialversicherungsgesetz), όπως τροποποιήθηκε, από 1ης Ιανουαρίου 2011, από τον νόμο περί προϋπολογισμού του 2011 (Budgetbegleitgesetz 2011), σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους ο οποίος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα, για τον λόγο ότι ο τελευταίος, μολονότι του έχει χορηγηθεί βεβαίωση εγγραφής, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του δικαιώματος νόμιμης διαμονής άνω των τριών μηνών στο έδαφος του πρώτου κράτους, εφόσον το δικαίωμα αυτό διαμονής εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο ως άνω υπήκοος διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να μη ζητήσει την εν λόγω παροχή.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.