Language of document : ECLI:EU:T:2021:360

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 16ης Ιουνίου 2021 (*)

«Περιβάλλον – Κανονισμός (ΕΕ) 517/2014 – Φθοριούχα αέρια του θερμοκηπίου – Κατανομή ποσοστώσεων για τη διάθεση υδροφθορανθράκων στην αγορά – Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας – Άρθρο 16 και παραρτήματα V και VI του κανονισμού 517/2014 – Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων – Υποχρέωση αιτιολογήσεως»

Στην υπόθεση T‑126/19,

Krajowa Izba Gospodarcza Chłodnictwa i Klimatyzacji, με έδρα την Βαρσοβία (Πολωνία), εκπροσωπούμενη από τον A. Galos, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον J.‑F. Brakeland και τις A. Becker, K. Herrmann και M. Jáuregui Gómez,

καθής,

υποστηριζόμενης από το

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους L. Visaggio, A. Tamás και W. Kuzmienko,

και από το

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τις K. Michoel και I. Tchórzewską,

παρεμβαίνοντα,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2018 με την οποία κατανεμήθηκε στην προσφεύγουσα ποσόστωση υδροφθορανθράκων ανερχόμενη σε 4 096 τόνους ισοδυνάμου CO2 για το έτος 2019,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, M. Jaeger (εισηγητή) και O. Porchia, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς, διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Ο κανονισμός (ΕΕ) 517/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για τα φθοριούχα αέρια του θερμοκηπίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 842/2006 (ΕΕ L 150, σ. 195), εκδόθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

2        Κατά την αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 517/2014, οι αναπτυγμένες χώρες θα χρειαστεί μέχρι το 2050 να μειώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 80 έως 95 % ως προς το επίπεδο του 1990, ώστε να περιοριστεί η αλλαγή του κλίματος του πλανήτη σε αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2 °C και να αποτραπούν οι ανεπιθύμητες κλιματικές επιπτώσεις.

3        Οι υδροφθοράνθρακες (HFC) είναι κατηγορία φθοριούχων αερίων του θερμοκηπίου των οποίων το δυναμικό θέρμανσης είναι πολύ υψηλότερο από το δυναμικό θέρμανσης του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και χρησιμοποιούνται ιδίως στα συστήματα ψύξης και κλιματισμού, στα αερολύματα καθώς και στην παρασκευή αφρών μονώσεως.

4        Κατά την αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 517/2014, η βαθμιαία μείωση της ποσότητας HFC που μπορούν να διατεθούν στην αγορά θεωρήθηκε ο αποτελεσματικότερος και αποδοτικότερος ως προς το κόστος τρόπος για τη μακροπρόθεσμη μείωση των εκπομπών των εν λόγω ουσιών.

5        Για να υλοποιηθεί η βαθμιαία αυτή μείωση, ο κανονισμός 517/2014 προβλέπει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει, μεταξύ άλλων, να καθορίζει, κάθε χρόνο, μέγιστη ποσότητα HFC που μπορεί να διατεθεί στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και τις ποσοστώσεις HFC, εκφραζόμενες σε «τόνο/ους ισοδυνάμου CO2», τις οποίες οι παραγωγοί ή οι εισαγωγείς επιτρέπεται να διαθέσουν στην αγορά.

6        Επίσης, στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δημιούργησε, σύμφωνα με το άρθρο 17 του εν λόγω κανονισμού, ηλεκτρονικό μητρώο για τις ποσοστώσεις που αφορούν τη διάθεση HFC στην αγορά (στο εξής: μητρώο HFC) του οποίου διασφαλίζει τη λειτουργία. Οι παραγωγοί και οι εισαγωγείς που δραστηριοποιούνται στην αγορά των HFC πρέπει να καταχωρίζονται στο μητρώο αυτό.

7        Η προσφεύγουσα, Krajowa Izba Gospodarcza Chłodnictwa i Klimatyzacji, είναι πολωνική επιχείρηση η οποία έχει καταχωριστεί στο μητρώο HFC από την 1η Ιουλίου 2014 ως «νέος παράγοντας της αγοράς», δηλαδή επιχείρηση η οποία δεν έχει δηλώσει ότι διέθεσε HFC στην αγορά κατά την περίοδο από το 2009 έως το 2012, την οποία αφορά το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 517/2014, περίοδο κατά την οποία η κατανομή ποσοστώσεων HFC γίνεται αποκλειστικά και μόνον βάσει των ετήσιων δηλώσεων που υποβάλλει η επιχείρηση στην Επιτροπή σύμφωνα με τη διάταξη αυτή.

8        Για το έτος 2015, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι χρειαζόταν ποσότητα HFC 298 059 τόνων ισοδυνάμου CO2 και κατανεμήθηκε σ’ αυτήν ποσόστωση 65 004 τόνων ισοδυνάμου CO2. Ωστόσο, το 2015 δεν διέθεσε HFC στην αγορά.

9        Για το έτος 2016, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι χρειαζόταν ποσότητα HFC 320 945 τόνων ισοδυνάμου CO2 και κατανεμήθηκε σ’ αυτήν ποσόστωση 47 690 τόνων ισοδυνάμου CO2. Ωστόσο, το 2016 δεν διέθεσε HFC στην αγορά.

10      Για το έτος 2017, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι χρειαζόταν ποσότητα HFC 221 320 τόνων ισοδυνάμου CO2 και, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε, κατανεμήθηκε σ’ αυτήν ποσόστωση 34 690 τόνων ισοδυνάμου CO2. Αντιθέτως, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή, κατανεμήθηκε σ’ αυτήν ποσόστωση 34 060 τόνων ισοδυνάμου CO2. Η προσφεύγουσα, το 2017, διέθεσε στην αγορά 34 047 τόνους ισοδυνάμου CO2.

11      Για το έτος 2018, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι χρειαζόταν ποσότητα HFC 218 915 τόνων ισοδυνάμου CO2 και κατανεμήθηκε σ’ αυτήν ποσόστωση 11 650 τόνων ισοδυνάμου CO2. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία, το 2018 διέθεσε στην αγορά 15 884 τόνους ισοδυνάμου CO2.

12      Για το έτος 2019, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι χρειαζόταν ποσότητα HFC 207 433 τόνων ισοδυνάμου CO2.

13      Με την απόφαση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2018 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), κατανεμήθηκε στην προσφεύγουσα, για το έτος 2019, ποσόστωση HFC ανερχόμενη σε 4 096 τόνους ισοδυνάμου CO2. Η προσφεύγουσα ενημερώθηκε σχετικώς με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 12 Δεκεμβρίου 2018.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

14      Η προσφεύγουσα, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Φεβρουαρίου 2019, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

15      Στις 29 Μαΐου 2019, η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημα αντικρούσεως.

16      Στις 31 Ιουλίου 2019, η προσφεύγουσα κατέθεσε το υπόμνημα απαντήσεως.

17      Στις 19 Σεπτεμβρίου 2019, η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημα ανταπαντήσεως.

18      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία επετράπη να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής, κατέθεσαν τα υπομνήματα παρεμβάσεώς τους στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.

19      Η Επιτροπή, στις 14 Οκτωβρίου 2019, ανέφερε ότι δεν είχε παρατηρήσεις επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως. Η δε προσφεύγουσα έλαβε θέση επί των εν λόγω υπομνημάτων στις 25 Οκτωβρίου 2019.

20      Στις 25 Μαΐου 2020, το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα), στο πλαίσιο μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας του, έθεσε ερωτήσεις στους κύριους διαδίκους και στα παρεμβαίνοντα.

21      Στις 10 Ιουλίου 2020, οι κύριοι διάδικοι και τα παρεμβαίνοντα απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου.

22      Στις 27 Ιουλίου 2020, η Επιτροπή έλαβε θέση επί της απαντήσεως που παρέσχε η προσφεύγουσα.

23      Στις 6 Αυγούστου 2020, η προσφεύγουσα έλαβε θέση επί των απαντήσεων που παρέσχε η Επιτροπή.

24      Στις 26 Οκτωβρίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα), στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, έθεσε νέα ερώτηση στην Επιτροπή, η οποία απάντησε στις 9 Νοεμβρίου 2020.

25      Η προσφεύγουσα, κληθείσα από το Γενικό Δικαστήριο να λάβει θέση επί της απαντήσεως της Επιτροπής, δεν κατέθεσε παρατηρήσεις.

26      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        «να ακυρώσει το άρθρο 16 του [...] κανονισμού 517/2014 [...] στο οποίο στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση, και να διαπιστώσει, κατά συνέπεια, ότι η εν λόγω απόφαση ενέχει σχετικές πλημμέλειες»·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

27      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

28      Τα παρεμβαίνοντα ζητούν την απόρριψη της προσφυγής.

29      Καθόσον οι διάδικοι δεν ζήτησαν τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να εκδώσει απόφαση χωρίς να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

 Σκεπτικό

 Επί του αντικειμένου της προσφυγής

30      Με την προσφυγή της, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διατύπωση των αιτημάτων της, να «ακυρώσει το άρθρο 16 του κανονισμού [...] 517/2014 [...] στο οποίο στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαπιστώσει, κατά συνέπεια, ότι η εν λόγω απόφαση ενέχει σχετικές πλημμέλειες».

31      Ωστόσο, από το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής προκύπτει ότι το αίτημα αυτό πρέπει να νοηθεί, όπως συνομολογεί και η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως, υπό την έννοια ότι ζητείται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι προβάλλεται, προς τούτο, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, η οποία αφορά το άρθρο 16 του κανονισμού 517/2014.

 Επί του παραδεκτού της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας

32      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλε η προσφεύγουσα είναι απαράδεκτη. Συναφώς, υποστηρίζει, πρώτον, ότι η προσφεύγουσα δεν διευκρίνισε επαρκώς τις συγκεκριμένες διατάξεις τις οποίες αφορά η εν λόγω ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, δεύτερον, ότι η προσφεύγουσα προβάλλει την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 16, παράγραφος 5, και του παραρτήματος V, του κανονισμού 517/2014 για πρώτη φορά και, συνεπώς, εκπροθέσμως στο πλαίσιο της απαντήσεώς της στην ερώτηση που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο, τρίτον, ότι δεν αποδεικνύεται ο νομικός δεσμός μεταξύ της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διατάξεων τις οποίες αφορά η εν λόγω ένσταση ελλείψεως νομιμότητας και, τέταρτον, ότι η προσφεύγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον στο μέτρο που, με την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλε, βάλλει κατά των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 16 του κανονισμού 517/2014.

33      Κατά πάγια νομολογία, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας η οποία προβάλλεται παρεμπιπτόντως δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, επ’ αφορμή προσβολής, στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, της νομιμότητας μιας άλλης πράξεως, είναι παραδεκτή μόνον εφόσον υπάρχει συνάφεια μεταξύ της πράξεως αυτής και του κανόνα του οποίου αμφισβητείται η νομιμότητα. Καθόσον το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δεν σκοπεί να παράσχει στον διάδικο τη δυνατότητα αμφισβητήσεως της εφαρμογής οποιασδήποτε πράξεως γενικού χαρακτήρα προς στήριξη οιασδήποτε προσφυγής, η έκταση της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς. Συνεπώς, η γενική πράξη της οποίας προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας πρέπει να είναι άμεσα ή έμμεσα εφαρμοστέα στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής και πρέπει να υφίσταται άμεσος νομικός δεσμός μεταξύ της προσβαλλομένης ατομικής αποφάσεως και της εν λόγω γενικής πράξεως (βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2019, Wattiau κατά Κοινοβουλίου, T‑737/17, EU:T:2019:273, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

34      Ωστόσο, από πάγια νομολογία προκύπτει επίσης ότι το άρθρο 277 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο επαρκώς ευρύ ώστε να διασφαλίζεται αποτελεσματικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων γενικού χαρακτήρα των θεσμικών οργάνων υπέρ των προσώπων που δεν μπορούν να ασκήσουν ευθεία προσφυγή κατά των πράξεων αυτών. Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 277 ΣΛΕΕ πρέπει να καλύπτει τις πράξεις των θεσμικών οργάνων που άσκησαν επιρροή στην έκδοση της αποφάσεως που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως, υπό την έννοια ότι η απόφαση αυτή στηρίζεται ουσιαστικά σε αυτές τις πράξεις, ακόμη και αν οι πράξεις αυτές δεν αποτέλεσαν επισήμως νομική βάση της εν λόγω αποφάσεως (βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2019, Wattiau κατά Κοινοβουλίου, T‑737/17, EU:T:2019:273, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επιπλέον, όσον αφορά την εξέταση της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας, οι κανόνες ενός και του αυτού καθεστώτος δεν μπορούν να τύχουν τεχνητού διαχωρισμού (πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2020, Επιτροπή και Συμβούλιο κατά Carreras Sequeros κ.λπ., C‑119/19 P και C‑126/19 P, EU:C:2020:676, σκέψη 76).

35      Επ’ αυτού, πρώτον, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα προσδιόρισε με επαρκή σαφήνεια τις διατάξεις των οποίων την έλλειψη νομιμότητας προβάλλει.

36      Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το πρώτο αίτημα της, η προσφεύγουσα, με την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, αναφέρεται στο άρθρο 16 του κανονισμού 517/2014. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 16 του κανονισμού 517/2014 παραπέμπει στο παράρτημα V και ότι τα παραρτήματα V και VI του κανονισμού παραπέμπουν στο άρθρο 16, έτσι ώστε πρέπει να θεωρηθεί ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας βάλλει κατά του άρθρου 16 του εν λόγω κανονισμού σε συνδυασμό με τα παραρτήματά του V και VI. Τέλος, από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει σαφώς ότι η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το σύστημα κατανομής ποσοστώσεων HFC είναι παράνομο, μεταξύ άλλων, λόγω δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος των επιχειρήσεων οι οποίες δεν δήλωσαν ότι είχαν διαθέσει HFC στην αγορά κατά την περίοδο από το 2009 έως το 2012 (στο εξής: νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις) σε σχέση με τις επιχειρήσεις οι οποίες δήλωσαν ότι είχαν διαθέσει HFC στην αγορά κατά την περίοδο αυτή (στο εξής: ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η προσφεύγουσα βάλλει κατά του όλου καθεστώτος, το οποίο έχει θεσπιστεί με το άρθρο 16 του κανονισμού 517/2014 σε συνδυασμό με τα παραρτήματά του V και VI.

37      Συνάγεται επίσης ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η προσφεύγουσα προέβαλε το πρώτον την έλλειψη νομιμότητας ορισμένων διατάξεων του επίμαχου καθεστώτος σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και, επομένως, εκπροθέσμως είναι αβάσιμος.

38      Δεύτερον, όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη συνάφειας μεταξύ των διατάξεων τις οποίες αφορά η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαπιστώνεται, αφενός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 5, του κανονισμού 517/2014, σύμφωνα με δήλωση στην οποία προέβη η προσφεύγουσα δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Αφετέρου, η ποσόστωση που κατανεμήθηκε στην προσφεύγουσα με την απόφαση αυτή αποτελεί συνάρτηση τόσο του αριθμού των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων και του όγκου των ποσοστώσεων που ζήτησαν οι εν λόγω επιχειρήσεις, όσο και του όγκου των ποσοστώσεων που κατανεμήθηκαν, αντιστοίχως, στις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις και στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις για τις οποίες είχε ήδη καθοριστεί τιμή αναφοράς κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 57 κατωτέρω), οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται κατ’ ανάγκην, άμεσα ή έμμεσα, στο σύνολο των κανόνων κατανομής των ποσοστώσεων που διατυπώνονται στο άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού και στα παραρτήματα στα οποία παραπέμπει το συγκεκριμένο άρθρο.

39      Κατά τα λοιπά, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, όπου το καθεστώς το οποίο αφορά η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας αποτελείται από συνδυασμό κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 16 και στα παραρτήματα V και VI του κανονισμού 517/2014, ο εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου διαχωρισμός των επιμέρους διατάξεων του καθεστώτος αυτού, με σκοπό την εξέταση της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας, θα ήταν τεχνητός.

40      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποδεικνύεται η ύπαρξη της απαιτούμενης συνάφειας μεταξύ των διατάξεων των οποίων προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας και της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

41      Τρίτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής στηρίζεται στην παραδοχή ότι, για την εξέταση της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 16 του κανονισμού 517/2014 μπορούν να διαχωριστούν από τις υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου αυτού και από τα παραρτήματα στα οποία παραπέμπει. Αρκεί, όμως, η διαπίστωση ότι η παραδοχή αυτή είναι, εν προκειμένω, εσφαλμένη, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 38 και 39 ανωτέρω.

42      Κατά τα λοιπά, εάν γινόταν δεκτή η σχετική με το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 517/2014 επιχειρηματολογία της Επιτροπής, τούτο θα στερούσε το άρθρο 277 ΣΛΕΕ από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, σε περίπτωση που η επίμαχη διάταξη εξέλειπε από την έννομη τάξη, ουδεμία ποσόστωση θα μπορούσε να κατανεμηθεί στην προσφεύγουσα, κάτι που στερεί από την προσφεύγουσα το έννομο συμφέρον να προβάλει την έλλειψη νομιμότητας της εν λόγω διατάξεως. Η άποψη αυτή όμως ισοδυναμεί με άρνηση της δυνατότητας των πολιτών να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα των προϋποθέσεων από τις οποίες μια διάταξη εξαρτά τη χορήγηση δικαιώματος.

43      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλει η προσφεύγουσα είναι παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

44      Με την προσφυγή της, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Συναφώς, προβάλλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας σε σχέση με το σύστημα κατανομής ποσοστώσεων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 517/2014.

45      Προς στήριξη της εν λόγω ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο αιτιάσεις, που αφορούν, η μεν πρώτη, παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η δε δεύτερη ανεπαρκή αιτιολογία.

 Επί της αιτιάσεως που αφορά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων

46      Με την πρώτη αιτίαση, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι κανόνες κατανομής των ποσοστώσεων που έχει θεσπίσει ο κανονισμός 517/2014 αντιβαίνουν στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθόσον εισάγουν αδικαιολόγητη διαφορετική μεταχείριση των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων σε σχέση με τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις. Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

47      Κατά πάγια νομολογία, η γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων ή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Συνακόλουθα, πρέπει να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, αν η διαφορετική μεταχείριση για την οποία κάνει λόγο η προσφεύγουσα εφαρμόζεται σε όμοιες καταστάσεις, στη συνέχεια, αν από τη διαφορετική αυτή μεταχείριση προκύπτουν μειονεκτήματα και, τέλος, αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς.

–       Επί της υπάρξεως διαφορετικής μεταχειρίσεως ομοίων καταστάσεων

49      Όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας περί δυσμενούς μεταχειρίσεως των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων σε σχέση με τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις, υπενθυμίζεται ότι η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως λόγω διαφορετικής μεταχειρίσεως προϋποθέτει ότι οι σχετικές καταστάσεις είναι παρόμοιες, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 25).

50      Κατά τη νομολογία, τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν διάφορες καταστάσεις και, συνεπώς, τον παρόμοιο χαρακτήρα τους πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της πράξεως της Ένωσης που θεσπίζει την εν λόγω διάκριση. Πρέπει, εξάλλου, να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι στόχοι του τομέα στον οποίο εμπίπτει η επίμαχη πράξη (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

51      Εν προκειμένω, πρέπει, πρώτον, να υπομνησθεί η λειτουργία του συστήματος κατανομής ποσοστώσεων HFC που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 517/2014.

52      Η Επιτροπή κατανέμει στις επιχειρήσεις τις ποσοστώσεις τους για τη διάθεση HFC στην αγορά κάθε χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 5, του κανονισμού 517/2014, σε συνδυασμό με το παράρτημα VI αυτού.

53      Στο πλαίσιο του καθορισμού των ποσοστώσεων που πρόκειται να κατανεμηθούν στις επιχειρήσεις, ο κανονισμός 517/2014 διακρίνει, στο παράρτημά του VI, μεταξύ των επιχειρήσεων για τις οποίες έχει καθοριστεί τιμή αναφοράς και εκείνων για τις οποίες δεν έχει καθοριστεί τιμή αναφοράς.

54      Κάθε επιχείρηση για την οποία έχει καθοριστεί τιμή αναφοράς λαμβάνει, σύμφωνα με το παράρτημα VI, σημείο 1, του κανονισμού 517/2014, ποσόστωση που αντιστοιχεί στο 89 % της τιμής αναφοράς πολλαπλασιασμένο επί το ποσοστό που αναφέρεται στο παράρτημα V του εν λόγω κανονισμού για το αντίστοιχο έτος.

55      Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις για τις οποίες δεν έχει καθοριστεί τιμή αναφοράς και υπέβαλαν δήλωση βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 517/2014 λαμβάνουν, σύμφωνα με το παράρτημα VI, σημείο 2, του εν λόγω κανονισμού, ποσόστωση η οποία καθορίζεται βάσει υπολογισμού που πραγματοποιείται σε πλείονα στάδια.

56      Κατ’ αρχάς, η συνολική ποσότητα HFC που μπορεί να κατανεμηθεί στις επιχειρήσεις αυτές είναι καθορισμένη. Προς τούτο, το άθροισμα των ποσοστώσεων που κατανέμονται στις επιχειρήσεις που διαθέτουν τιμή αναφοράς αφαιρείται από τη μέγιστη ποσότητα που είναι διαθέσιμη για το εν λόγω έτος, όπως ορίζεται στο παράρτημα V του κανονισμού 517/2014. Ακολούθως, σε κάθε επιχείρηση αποδίδεται ποσόστωση που προσδιορίζεται σε συνάρτηση με την αιτηθείσα ποσότητα, την ποσότητα που εξακολουθεί να είναι διαθέσιμη και τον αριθμό και το μέγεθος των λοιπών δηλώσεων που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 517/2014.

57      Δεύτερον, επισημαίνεται ότι για κάθε επιχείρηση μπορεί, κατ’ αρχήν, να οριστεί τιμή αναφοράς. Συγκεκριμένα, η τιμή αναφοράς στηρίζεται στην ποσότητα HFC την οποία η επιχείρηση διέθεσε νομίμως στην αγορά της Ένωσης κατά το παρελθόν, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, και καθορίζεται από την Επιτροπή, με εκτελεστική πράξη, για περίοδο τριών ετών.

58      Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου της εφαρμογής του κανονισμού 517/2014, τιμή αναφοράς ορίστηκε μόνο για τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις, η δε τιμή αναφοράς βασίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, στον ετήσιο μέσο όρο των ποσοτήτων HFC που οι επιχειρήσεις είχαν δηλώσει ότι διέθεσαν στην αγορά από το 2009 έως το 2012.

59      Συναφώς, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 31 Οκτωβρίου 2014, την εκτελεστική απόφαση 2014/774/ΕE, για τον καθορισμό, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕE) 517/2014, των τιμών αναφοράς για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως την 31η Δεκεμβρίου 2017 για κάθε παραγωγό ή εισαγωγέα που δήλωσε ότι διέθεσε HFC στην αγορά βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 842/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2014, L 318, σ. 28, στο εξής: εκτελεστική απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2014), με την οποία όρισε τιμές αναφοράς μόνο για τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις.

60      Σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 517/2014, η Επιτροπή καθορίζει έκτοτε, κάθε τρία έτη, τις τιμές αναφοράς για τις οικείες επιχειρήσεις βάσει των ετήσιων μέσων όρων των ποσοτήτων HFC που νομίμως διατίθενται στην αγορά.

61      Συνακόλουθα, στις 24 Οκτωβρίου 2017, η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/1984, για τον καθορισμό, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 517/2014, των τιμών αναφοράς για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2018 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020 για κάθε παραγωγό ή εισαγωγέα που έχει νομίμως διαθέσει HFC στην αγορά από την 1η Ιανουαρίου 2015 όπως δηλώθηκαν βάσει του εν λόγω κανονισμού (ΕΕ 2017, L 287, σ. 4, στο εξής: εκτελεστική απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2017).

62      Μολονότι με την εκτελεστική απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2014, ορίστηκε τιμή αναφοράς μόνον για τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις, εντούτοις με την εκτελεστική απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2017 ορίστηκε τιμή αναφοράς τόσο για τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις όσο και για τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις οι οποίες είχαν υποβάλει δηλώσεις σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 517/2014 και διέθεσαν HFC στην αγορά κατά την οικεία περίοδο.

63      Τρίτον, επισημαίνεται ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις και οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως.

64      Συναφώς, αφενός, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 517/2014, σε συνδυασμό με τα παραρτήματα V και VI, σημείο 1, του κανονισμού, το σύνολο των ήδη δραστηριοποιούμενων επιχειρήσεων διέθεσε, κατά τη διάρκεια της πρώτης τριετούς περιόδου, ποσοστώσεις που αντιστοιχούσαν στο 89 % της μέγιστης ποσότητας HFC που μπορούσε να διατεθεί στην αγορά της Ένωσης κάθε έτος, ενώ το σύνολο των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων διέθεσε κατά την περίοδο αυτή μόνον το 11 % της εν λόγω ποσότητας.

65      Αφετέρου, μολονότι οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν τιμή αναφοράς κατά τον τριετή καθορισμό των νέων τιμών αναφοράς, εντούτοις, παρά τη δυνατότητα αυτή, η διαφορετική μεταχείριση εξακολουθεί να υφίσταται διαχρονικώς, όπως τούτο προκύπτει από τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή και από την προσομοίωση στην οποία προέβη απαντώντας στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου.

66      Συγκεκριμένα, επί των συνολικών ποσοτήτων που κατανεμήθηκαν το 2015 (183,1 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2), 162,9 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 κατανεμήθηκαν στις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις και 20,1 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 κατανεμήθηκαν στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις. Επί των συνολικών ποσοτήτων που κατανεμήθηκαν το 2016 (170,3 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2), 151,6 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 κατανεμήθηκαν στις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις και 18,7 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 κατανεμήθηκαν στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις. Επί των συνολικών ποσοτήτων που κατανεμήθηκαν το 2017 (170,3 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2), 151,4 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 κατανεμήθηκαν στις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις και 18,9 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 κατανεμήθηκαν στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις για τις οποίες δεν είχε ακόμη οριστεί τιμή αναφοράς. Επί των συνολικών ποσοτήτων που κατανεμήθηκαν το 2018 (101,5 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2), 93,5 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 κατανεμήθηκαν στο σύνολο των επιχειρήσεων για τις οποίες είχε οριστεί τιμή αναφοράς (εκ των οποίων 78,2 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 στις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις) και 7,9 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 κατανεμήθηκαν στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις για τις οποίες δεν είχε ακόμη οριστεί τιμή αναφοράς. Τέλος, επί των συνολικών ποσοτήτων που κατανεμήθηκαν το 2019 (100,3 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2), 91,1 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 κατανεμήθηκαν στο σύνολο των επιχειρήσεων για τις οποίες είχε οριστεί τιμή αναφοράς (εκ των οποίων 78 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 στις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις) και 9,1 εκατομμύρια τόνοι ισοδυνάμου CO2 κατανεμήθηκαν στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις για τις οποίες δεν είχε ακόμη οριστεί τιμή αναφοράς. Επιπλέον, ένα μη αμελητέο τμήμα του συνόλου των διαθέσιμων ποσοτήτων παραμένει δεσμευμένο προς διάθεση στις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια των επομένων ετών, αντιπροσωπεύει δε ακόμη περίπου το 30 % για το έτος 2030.

67      Τέταρτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις και οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση υπό το πρίσμα του κανονισμού 517/2014.

68      Συγκεκριμένα, σκοπός του κανονισμού 517/2014 είναι η θέσπιση συστήματος ποσοστώσεων για τη διάθεση HFC στην αγορά.

69      Κατά την αιτιολογική του σκέψη 13, σκοπός του κανονισμού 517/2014 είναι η μακροπρόθεσμη μείωση των εκπομπών HFC μέσω της βαθμιαίας μειώσεως των ποσοτήτων HFC που μπορούν να διατεθούν στην αγορά.

70      Ο σκοπός αυτός εντάσσεται στην πολιτική της Ένωσης με στόχο να περιοριστεί η αλλαγή του κλίματος του πλανήτη σε αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2 °C και να αποτραπούν οι ανεπιθύμητες κλιματικές επιπτώσεις, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 517/2014.

71      Βάσει των στοιχείων αυτών, οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις και οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση.

72      Συγκεκριμένα, τόσο οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις όσο και οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις χρειάζονται ποσοστώσεις προκειμένου να διαθέσουν HFC στην αγορά.

73      Επιπλέον, το αποτέλεσμα των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στο κλίμα είναι το ίδιο, ανεξαρτήτως του αν οι εκπομπές αυτές προέρχονται από τη διάθεση HFC στην αγορά από ήδη δραστηριοποιούμενη επιχείρηση ή από νεοεισερχόμενη επιχείρηση.

74      Το επιχείρημα που αντλεί η Επιτροπή από το γεγονός ότι οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση λόγω των επενδύσεών τους και των θεμιτών προσδοκιών τους δεν είναι λυσιτελές για την εξέταση του ζητήματος αν οι καταστάσεις είναι παρόμοιες υπό το πρίσμα του σκοπού του κανονισμού 517/2014.

75      Το ίδιο ισχύει και σχετικά με το επιχείρημα που αντλεί η Επιτροπή από το γεγονός ότι, υπό το πρίσμα του στόχου της βαθμιαίας μειώσεως των εκπομπών HFC, οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη των ήδη δραστηριοποιούμενων επιχειρήσεων, καθόσον οι μεν πρώτες αναλαμβάνουν νέα δραστηριότητα, οι δε δεύτερες συνεχίζουν δραστηριότητα την οποία ασκούσαν ήδη στο παρελθόν.

76      Συγκεκριμένα, η διαφοροποίηση των καταστάσεων την οποία προβάλλει η Επιτροπή δεν είναι κρίσιμη για την εκτίμηση της συγκρισιμότητας των εν λόγω καταστάσεων. Ο σκοπός του κανονισμού 517/2014 συνίσταται στη θέσπιση συστήματος ποσοστώσεων για τη διάθεση HFC στην αγορά προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της βαθμιαίας μειώσεως των εκπομπών HFC. Σε σχέση όμως με τη διαθέσιμη μέγιστη ποσότητα και τη βαθμιαία μείωσή της, οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις και οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση.

77      Ως εκ τούτου, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις και οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις βρίσκονται, για τον σκοπό της εξετάσεως των κανόνων περί κατανομής ποσοστώσεων υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, σε παρόμοια κατάσταση καίτοι τους επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση.

78      Αντιθέτως, όσον αφορά, ειδικότερα, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) των κρατών μελών της Κεντρικής ή της Ανατολικής Ευρώπης, η προσφεύγουσα δεν προσκομίζει στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι το επίμαχο σύστημα κατανομής ποσοστώσεων εισάγει έμμεση διάκριση εις βάρος τους.

79      Τέλος, στο μέτρο που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι υπάρχει διαφορετική μεταχείριση όχι μεταξύ δύο, αλλά τριών κατηγοριών επιχειρήσεων, συγκεκριμένα των ήδη δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων, των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων για τις οποίες έχει οριστεί τιμή αναφοράς για τα έτη 2018 έως 2020 και των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων για τις οποίες δεν έχει οριστεί ακόμη τιμή αναφοράς, πρέπει να επισημανθεί ότι αναφέρεται, ταυτοχρόνως, στη θέσπιση με τον κανονισμό 517/2014 «δύο κανονιστικών ρυθμίσεων» και αντιπαραθέτει την κατάσταση των ήδη δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων στην κατάσταση των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων είτε έχει είτε δεν έχει οριστεί τιμή αναφοράς για τις εν λόγω επιχειρήσεις. Επομένως, η επιχειρηματολογία της έχει την έννοια ότι αφορά μόνον τη φερόμενη διάκριση μεταξύ ήδη δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων και νεοεισερχομένων επιχειρήσεων.

80      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις και οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού του κανονισμού 517/2014, τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως.

–       Επί της υπάρξεως μειονεκτήματος το οποίο προκύπτει από τη διαφορετική μεταχείριση παρόμοιων καταστάσεων

81      Κατά τη νομολογία, για να είναι δυνατό να προσάπτεται στον νομοθέτη της Ένωσης ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, πρέπει αυτός να είχε αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο παρόμοιες καταστάσεις, με συνέπεια την περιέλευση ορισμένων προσώπων σε μειονεκτική θέση (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

82      Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η διαφορετική μεταχείριση των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων σε σχέση με τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις συνεπάγεται μειονεκτήματα για τις πρώτες. Εν πάση περιπτώσει, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιων μειονεκτημάτων, αρκεί η παραπομπή στα στοιχεία που παρατίθενται στις σκέψεις 63 έως 66 ανωτέρω.

83      Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η διαφορετική μεταχείριση των ήδη δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων και των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων συνεπάγεται μειονεκτήματα για τις τελευταίες.

–       Επί της δικαιολογήσεως της διαφορετικής μεταχειρίσεως παρόμοιων καταστάσεων

84      Κατά την προσφεύγουσα, η διαφορετική μεταχείριση των ήδη δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων και των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων είναι αυθαίρετη και ουδόλως δικαιολογείται. Στο πλαίσιο αυτό, η προσφεύγουσα προσάπτει ιδίως στον νομοθέτη ότι καθόρισε την κλείδα κατανομής των ποσοστώσεων χωρίς να προβεί σε επαρκή ανάλυση των δεδομένων ή, εν πάση περιπτώσει, δεν εξέθεσε τα επίμαχα στοιχεία. Στην πράξη, το θεσπισθέν σύστημα καταλήγει σε «τεράστια δυσαναλογία» κατά την κατανομή των ποσοστώσεων. Επιπλέον, η δυσμενής διάκριση επιτείνεται από την αύξηση του αριθμού των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων, λόγω του ότι οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να αντλήσουν σημαντικά έσοδα από την πώληση των δικαιωμάτων τους επί των ποσοστώσεων και επίσης να λάβουν ποσοστώσεις από το απόθεμα.

85      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, αντικρούει την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.

86      Η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται εφόσον στηρίζεται σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο, δηλαδή εφόσον είναι σχετική με τον νομίμως επιδιωκόμενο από την επίμαχη νομοθεσία σκοπό, και εφόσον η διαφορά αυτή είναι ανάλογη με τον σκοπό που επιδιώκεται με την εν λόγω μεταχείριση (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

87      Δεδομένου ότι στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται για νομοθετική πράξη, υπενθυμίζεται ότι εναπόκειται στον νομοθέτη της Ένωσης να αποδείξει την ύπαρξη αντικειμενικών κριτηρίων που προβλήθηκαν ως δικαιολογία και να προσκομίσει στον δικαστή της Ένωσης τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου αυτός να διακριβώσει την ύπαρξη των εν λόγω κριτηρίων (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

88      Η νομολογία αναγνωρίζει στον νομοθέτη της Ένωσης, στο πλαίσιο ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που του παρέχονται, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όταν η δράση του συνεπάγεται επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως εκ μέρους του και όταν καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις. Επιπλέον, όταν καλείται να αναδιαρθρώσει ή να δημιουργήσει ένα περίπλοκο σύστημα, του επιτρέπεται να καταφεύγει σε μια προσέγγιση κατά στάδια και να ενεργεί ειδικότερα σε συνάρτηση με την κτηθείσα πείρα (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

89      Πάντως, έστω και ενόψει μιας τέτοιας εξουσίας, ο νομοθέτης της Ένωσης υποχρεούται να βασίσει την επιλογή του επί αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει η επίμαχη νομοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πραγματικά στοιχεία καθώς και τα διαθέσιμα τεχνικά και επιστημονικά στοιχεία κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω πράξεως (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

90      Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως του νομοθέτη της Ένωσης, η οποία συνεπάγεται περιορισμένο δικαστικό έλεγχο της άσκησής της, δεν αφορά μόνον τη φύση και το περιεχόμενο των διατάξεων που πρέπει να θεσπιστούν, αλλά επίσης, σε ορισμένο βαθμό, τη διαπίστωση των βασικών στοιχείων (βλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑482/17, EU:C:2019:1035, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

91      Ένας τέτοιος δικαστικός έλεγχος, ακόμη και περιορισμένης εκτάσεως, επιβάλλει να είναι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που εξέδωσαν την επίμαχη πράξη σε θέση να αποδείξουν ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ότι η πράξη εκδόθηκε κατόπιν πραγματικής άσκησης της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν, η οποία προϋποθέτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία και όλες οι σχετικές περιστάσεις της κατάστασης στη ρύθμιση της οποίας αποβλέπει η πράξη αυτή. Συνεπώς, τα θεσμικά αυτά όργανα πρέπει, τουλάχιστον, να μπορούν να προσκομίσουν και να εκθέσουν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τα βασικά στοιχεία τα οποία έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη ως έρεισμα για τα βαλλόμενα μέτρα της εν λόγω πράξεως και από τα οποία εξαρτιόταν η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν (βλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2019, Τσεχική Δημοκρατία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑482/17, EU:C:2019:1035, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

92      Τέλος, ασκώντας την εξουσία του εκτιμήσεως, ο νομοθέτης της Ένωσης οφείλει, πέραν του κύριου στόχου, να λάβει πλήρως υπόψη τα υπάρχοντα συμφέροντα. Στο πλαίσιο εξετάσεως των περιορισμών που συνδέονται με τα διάφορα πιθανά μέτρα, πρέπει να θεωρηθεί ότι, καίτοι η σημασία των επιδιωκόμενων στόχων είναι ικανή να δικαιολογήσει τις αρνητικές οικονομικές συνέπειες, ακόμη και σημαντικές, για ορισμένους επιχειρηματίες, η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως εκ μέρους του νομοθέτη της Ένωσης δεν μπορεί να αναπτύξει αποτελέσματα προφανώς λιγότερο κατάλληλα από εκείνα που προκύπτουν από άλλα μέτρα επίσης πρόσφορα για τους στόχους αυτούς (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

93      Συνεπώς, για την εξέταση της δικαιολογήσεως της διαφορετικής μεταχειρίσεως που διαπιστώθηκε εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί, κατά πρώτον, αν ο νομοθέτης της Ένωσης, κατά την εκτίμηση του, έλαβε υπόψη τα κρίσιμα στοιχεία και αν η διαφορετική μεταχείριση των ήδη δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων σε σχέση με τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις στηρίζεται σε αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει η επίμαχη νομοθεσία.

94      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 517/2014, το κριτήριο στο οποίο στηρίζεται η διαφορετική μεταχείριση είναι το αν η επιχείρηση έχει γνωστοποιήσει ή όχι δεδομένα βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) 842/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για ορισμένα φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου (ΕΕ 2006, L 161, σ. 1), σχετικά με τη διάθεση HFC στην αγορά από το 2009 έως το 2012. Αναλόγως της περιπτώσεως, η επιχείρηση εμπίπτει στο σύστημα που προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 1, ή στο άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 517/2014.

95      Τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε ο νομοθέτης και οι εκτιμήσεις βάσει των οποίων προέβη στις πραγματοποιηθείσες επιλογές προκύπτουν από το ιστορικό θεσπίσεως του κανονισμού 517/2014.

96      Συγκεκριμένα, από την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 2012, για τα φθοριούχα αέρια που επιδεινώνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου [COM/2012/643 final – 2012/0305 (COD), στο εξής: πρόταση κανονισμού], προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στο έγγραφο εργασίας της 7ης Νοεμβρίου 2012 που συνέταξαν οι υπηρεσίες της (Impact Assessment – Review of Regulation [EC] No 842/2006 on certain fluorinated greenhouse gases [Εκτίμηση επιπτώσεων – Αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΚ) 842/2006] SWD[2012] 364 τελικό, στο εξής: εκτίμηση επιπτώσεων) που συνόδευε την εν λόγω πρόταση.

97      Όπως εκτίθεται στο σημείο 2 της εκτιμήσεως επιπτώσεων και υπενθυμίζεται στο σημείο 2 της προτάσεως κανονισμού, η Επιτροπή συγκέντρωσε αναλυτικές τεχνικές συμβουλές από σειρά μελετών εμπειρογνωμόνων, καθώς και από εκτεταμένη προπαρασκευαστική μελέτη για την αναθεώρηση του κανονισμού 842/2006. Ομάδα 47 εμπειρογνωμόνων από διάφορους κλάδους της βιομηχανίας, των κρατών μελών και των μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) κλήθηκε να παράσχει καθοδήγηση και τεχνικές πληροφορίες για την εν λόγω μελέτη. Το Κοινό Κέντρο Ερευνών προέβη επίσης σε μακροοικονομική ανάλυση των στρατηγικών επιλογών πολιτικής.

98      Επιπλέον, εξ αυτών προκύπτει ότι η Επιτροπή διενήργησε ευρύτατη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, μεταξύ άλλων, μέσω τρίμηνης δημόσιας διαδικτυακής διαβούλευσης, από τις 26 Σεπτεμβρίου έως τις 19 Δεκεμβρίου 2011. Από τους 261 συμμετέχοντες που απάντησαν στη διαβούλευση αυτή, 164 προέρχονταν από οργανώσεις το 75 % των οποίων είχε σχέση με τη βιομηχανία. Εξάλλου, τουλάχιστον 47 συμμετέχοντες από τους 161 των οποίων ζητήθηκε η γνώμη αντιπροσώπευαν τις απόψεις των ΜΜΕ.

99      Τέλος, εξ αυτών προκύπτει ότι η Επιτροπή, στις 13 Φεβρουαρίου 2012, προχώρησε σε ανοικτή ακρόαση στις Βρυξέλλες (Βέλγιο), η οποία συγκέντρωσε περισσότερους από 130 συμμετέχοντες που εκπροσωπούσαν τον κλάδο της παραγωγής, τα κράτη μέλη, τις ΜΚΟ και το Κοινοβούλιο. Η συνάντηση αυτή έδωσε τη δυνατότητα στους συμμετέχοντες να ανταλλάξουν πληροφορίες και να εκφράσουν τις απόψεις τους επί των διαφόρων επιλογών.

100    Οι λόγοι που οδήγησαν τον νομοθέτη να κατανείμει, κατ’ αρχήν, τις ποσοστώσεις σε συνάρτηση με την ποσότητα HFC που διατέθηκε στην αγορά κατά το παρελθόν προκύπτουν ιδίως από τις σελίδες 164 έως 166 της εκτιμήσεως επιπτώσεων.

101    Από την εκτίμηση επιπτώσεων προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι ο νομοθέτης, αφού εξέτασε τη δυνατότητα της πωλήσεως δικαιωμάτων επί ποσοστώσεων με τη διαδικασία του πλειστηριασμού και τη δυνατότητα της δωρεάν κατανομής ποσοστώσεων, επέλεξε τη δεύτερη.

102    Αφενός, έκρινε ότι η πώληση δικαιωμάτων επί ποσοστώσεων με τη διαδικασία του πλειστηριασμού ήταν δυσανάλογη σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς. Αφετέρου, έκρινε ότι το γεγονός ότι η επίμαχη αγορά παρουσίαζε υψηλή συγκέντρωση υπήρχε κίνδυνος να αποβεί επιζήμιο για την εύρυθμη λειτουργία ενός συστήματος πωλήσεων με τη διαδικασία του πλειστηριασμού.

103    Όσον αφορά, εν συνεχεία, τις επιλογές του νομοθέτη, από την εκτίμηση επιπτώσεων προκύπτει επίσης ότι ο νομοθέτης, αφού εξέτασε τις επιλογές της κατανομής δικαιωμάτων βάσει αιτήσεων και της κατανομής δικαιωμάτων σε συνάρτηση με τις εκπομπές κατά τα προηγούμενη έτη, επέλεξε να εφαρμόσει, κατ’ αρχήν, τη δεύτερη επιλογή.

104    Συναφώς, ο νομοθέτης παρέπεμψε, όπως προκύπτει επίσης από την εκτίμηση επιπτώσεων, στην εμπειρία που αποκτήθηκε στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων το οποίο εφαρμόζεται για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος. Συγκεκριμένα, από την εμπειρία αυτή προέκυψε ότι ορισμένες επιχειρήσεις δήλωναν στις αιτήσεις τους υπερβολικές ανάγκες, εις βάρος των επιχειρήσεων που υπέβαλλαν δηλώσεις πιο ρεαλιστικές. Έτσι, θεωρήθηκε ότι μια «γενικευμένη πρακτική δηλώσεων υπερβολικών αναγκών» θα μπορούσε να διαταράξει την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος κατανομής ποσοστώσεων.

105    Όσον αφορά, τέλος, την κλείδα κατανομής των ποσοστώσεων, από την αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 517/2014 προκύπτει ότι η διαφορετική μεταχείριση απορρέει από την κατ’ αρχήν επιλογή του νομοθέτη να κατανείμει τις ποσοστώσεις σε συνάρτηση με την ποσότητα HFC που είχε διατεθεί στην αγορά κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, συγκεκριμένα από το 2009 έως το 2012, ενώ συγχρόνως τίθεται στη διάθεση των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων απόθεμα 11 % των συνολικών ποσοτικών ορίων, «για να μην εξαιρεθούν οι μικρές επιχειρήσεις [...] που κατά την περίοδο αναφοράς δεν έχουν διαθέσει στην αγορά 1 τόνο φθοριούχων αερίων του θερμοκηπίου ή περισσότερο».

106    Συναφώς, η Επιτροπή, βάσει των στοιχείων που αφορούσαν την περίοδο από το 2007 έως το 2011 τα οποία της γνωστοποίησαν οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στην αγορά των HFC, σύμφωνα με τον κανονισμό 842/2006, κατέληξε, όπως προκύπτει από την εκτίμηση επιπτώσεων, ότι, λαμβανομένης υπόψη της ωριμότητας της αγοράς των χύδην HFC, μερίδιο 5 % της ιστορικής τιμής αναφοράς έπρεπε να αρκεί για να καλυφθούν οι ανάγκες των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων.

107    Η προταθείσα από την Επιτροπή κλείδα κατανομής των ποσοστώσεων αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, τα κράτη μέλη συζήτησαν, στο Συμβούλιο, τον όγκο του αποθέματος για τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις και εξέτασαν την αύξησή του μέχρι το 15 έως 20 % της συνολικής ποσότητας των HFC. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2013 συνεδρίαση της ομάδας εργασίας «Περιβάλλον», με σκοπό την παρότρυνση των κρατών μελών να εκφράσουν την άποψή τους, μεταξύ άλλων, σχετικά με το κατάλληλο επίπεδο του αποθέματος για τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις. Κατόπιν των συζητήσεων αυτών, επιτεύχθηκε συμφωνία υπέρ της κλείδας κατανομής των ποσοστώσεων όπως καθορίστηκε με τον κανονισμό 517/2014.

108    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.

109    Συγκεκριμένα, αφενός, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι ο νομοθέτης όφειλε να ακολουθήσει το σύστημα της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών CO2, γεγονός το οποίο θα εμπόδιζε τις προβαλλόμενες τρέχουσες στρεβλώσεις στην αγορά των HFC, δεν είναι τεκμηριωμένος.

110    Αφετέρου, η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι η κλείδα κατανομής των ποσοστώσεων είναι αυθαίρετη και καθορίστηκε από τον νομοθέτη χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί οι αναγκαίες αναλύσεις ή χωρίς να ληφθούν ως βάση τα κρίσιμα στοιχεία είναι ουσία αβάσιμη, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 105 έως 107 ανωτέρω. Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι ο καθορισμός της εν λόγω κλείδας κατανομής αντικατοπτρίζει επιλογές πολιτικής φύσεως, εν προκειμένω την πρόβλεψη του ποσοστού ποσοστώσεων που είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλιστεί στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις επαρκής πρόσβαση στην αγορά των HFC, ως προς τις οποίες η νομολογία αναγνωρίζει στον νομοθέτη ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.

111    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η επιλογή του νομοθέτη να διαφοροποιήσει τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις σε σχέση με τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις στηρίζεται σε συνεκτίμηση των κρίσιμων στοιχείων και ότι η διαφορετική μεταχείριση στηρίζεται σε αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος κατανομής ποσοστώσεων και επαρκής πρόσβαση των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων στην αγορά.

112    Κατά δεύτερον, για την ανάλυση της δικαιολογήσεως της διαφορετικής μεταχειρίσεως, πρέπει να εξεταστεί, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 86 και 92 ανωτέρω, αν η διαφορετική μεταχείριση είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και αν, επομένως, ο νομοθέτης δεν υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει μη λαμβάνοντας υπόψη τα εμπλεκόμενα συμφέροντα ή θεσπίζοντας μέτρα που αναπτύσσουν αποτελέσματα προφανώς λιγότερο κατάλληλα από εκείνα που προκύπτουν από άλλα μέτρα επίσης πρόσφορα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων.

113    Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο νομοθέτης έλαβε υπόψη τα συμφέροντα των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων δημιουργώντας γι’ αυτές απόθεμα που ορίστηκε, για την πρώτη τριετή περίοδο κατανομής των ποσοστώσεων, στο 11 % των διαθέσιμων ποσοτήτων HFC.

114    Εντούτοις, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η διαφορετική μεταχείριση των ήδη δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων σε σχέση με τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον ο νομοθέτης, συσσωρεύοντας τα μειονεκτήματα για τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις, υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει.

115    Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις βρίσκονται σε μειονεκτική θέση από πολλές απόψεις.

116    Πρώτον, ο αριθμός των νεοεισερχομένων αυξάνεται συνεχώς, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι η διαθέσιμη για κάθε νεοεισερχόμενη επιχείρηση ποσότητα μειώνεται αναλογικά. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες ποσότητες για τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις δεν επηρεάζονται από την αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητα στην αγορά.

117    Δεύτερον, οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις δεν μπορούν να προβλέψουν την ποσότητα που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο της μελλοντικής κατανομής ποσοστώσεων, γεγονός το οποίο καθιστά πολύ δυσχερή τον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων τους. Αντιθέτως, οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις γνωρίζουν με ακρίβεια την ποσότητα HFC που μπορούν να διαθέσουν στην αγορά μέχρι το 2030.

118    Τρίτον, οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις αποκομίζουν σημαντικά έσοδα από την «πώληση» των δικαιωμάτων τους επί των ποσοστώσεων εις βάρος των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων, στοιχείο το οποίο αποδεικνύει, εξάλλου, ότι έχουν κατανεμηθεί στις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις υπερβολικές ποσότητες.

119    Τέταρτον, αντιθέτως προς την αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 517/2014, οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις μπορούν να λάβουν ποσοστώσεις προερχόμενες από το απόθεμα, ενισχύοντας περαιτέρω τη δυσμενή διάκριση εις βάρος των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων.

120    Τέλος, πέμπτον, η διαφορετική μεταχείριση είναι ακόμη σοβαρότερη καθόσον οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν πράγματι τις ποσοστώσεις που κατανέμονται σε αυτές. Συγκεκριμένα, η εισαγωγή HFC σε ποσότητα μικρότερη από τη συνολική χωρητικότητα ενός εμπορευματοκιβωτίου είναι πρακτικώς αδύνατη. Πλην όμως, η μικρή ποσότητα HFC που τους κατανέμεται δεν αρκεί για να γίνει εισαγωγή HFC σε ποσότητα επαρκή για την πλήρωση ενός εμπορευματοκιβωτίου.

121    Τα επιχειρήματα αυτά είναι αλυσιτελή.

122    Συγκεκριμένα, κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 517/2014, για τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις ορίζονται τιμές αναφοράς βάσει των ποσοτήτων HFC που έχουν διατεθεί νομίμως στην αγορά της Ένωσης κατά την περίοδο αναφοράς.

123    Επομένως, για τις επιχειρήσεις αυτές δεν υφίστανται πλέον περιορισμοί ως προς την κατανομή ποσοστώσεων για το μέλλον βάσει αιτήσεως που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 517/2014, αλλά αυτές λαμβάνουν ποσοστώσεις σε συνάρτηση με την τιμή αναφοράς που καθορίζεται για καθεμία από αυτές. Επομένως, οι δυσχέρειες που προβάλλει η προσφεύγουσα είναι απλώς και μόνον πρόσκαιρες. Εξάλλου, για την ίδια την προσφεύγουσα θα μπορούσε να καθοριστεί τιμή αναφοράς με την εκτελεστική απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2017, εάν είχε διαθέσει HFC στην αγορά σύμφωνα με τις ποσοστώσεις που της είχαν χορηγηθεί για τα έτη 2015 και 2016.

124    Στη συνέχεια, πρέπει να υπογραμμιστεί η πορεία της εξελίξεως της κατανομής ποσοστώσεων. Συναφώς, από στοιχεία, τα οποία δεν αμφισβήτησε η προσφεύγουσα και τα οποία προκύπτουν από την προσομοίωση την οποία προσκόμισε η Επιτροπή απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η αναλογία των ποσοστώσεων που κατανέμεται από το απόθεμα συνεχίζει να αυξάνεται με την πάροδο των ετών. Συνακόλουθα, το 2030, το 40 έως 55 % του συνόλου των διαθέσιμων ποσοτήτων για όλες τις επιχειρήσεις θα κατανεμηθούν από το απόθεμα. Παραλλήλως, η αναλογία των ποσοτήτων που προορίζονται για τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις μειώνεται συνεχώς, θα πρέπει δε να φτάσει από 89 % το 2015 σε περίπου 33 % το 2030.

125    Επιπλέον, εσφαλμένως προσάπτεται στον νομοθέτη το γεγονός ότι το σύστημα κατανομής ποσοστώσεων που τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό 517/2014 δεν συνάδει με την αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού.

126    Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 517/2014, το 11 % των συνολικών ποσοτικών ορίων έπρεπε «αρχικά» να προορίζεται αποκλειστικά για τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις. Από δε το παράρτημα VI, σημείο 3, του κανονισμού, προκύπτει ότι οι αιτήσεις που περιλαμβάνονται στις δηλώσεις των ήδη δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων οι οποίες υποβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, θα ικανοποιούνταν, κατά την περίοδο 2015 έως 2017, μόνο μετά την κατανομή των ποσοστώσεων στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις, πράγμα που σημαίνει ακριβώς ότι, κατά τη διάρκεια της πρώτης τριετίας, το απόθεμα του 11 % ήταν εξολοκλήρου στη διάθεση των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων.

127    Επιπλέον, σχετικά με το επιχείρημα που αφορά τα έσοδα που προκύπτουν από την «πώληση» δικαιωμάτων επί των ποσοστώσεων, δεν αμφισβητείται ότι από τα αριθμητικά στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι, κάθε έτος, οι ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις μεταβίβασαν ένα πολύ μεγάλο ποσοστό εκ των ποσοστώσεων που τους είχαν κατανεμηθεί. Για παράδειγμα, το 2017 κατανεμήθηκε στις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις ποσότητα HFC ανερχόμενη σε 151,4 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου CO2, οι δε επιχειρήσεις αυτές μεταβίβασαν 63,1 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου CO2.

128    Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει, χωρίς να αντικρούεται επί του σημείου αυτού από την προσφεύγουσα, ότι η μεγάλη πλειονότητα των εν λόγω μεταβιβάσεων έλαβε χώρα μεταξύ επιχειρήσεων του ιδίου ομίλου και ότι μόνον ένα ελάχιστο τμήμα των μεταβιβάσεων αυτών αφορούσε νέες επιχειρήσεις.

129    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη της προσφεύγουσας ότι η ομάδα των δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων αποκομίζει, αντιθέτως προς την ομάδα των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων, σημαντικά έσοδα από την «πώληση» δικαιωμάτων επί των ποσοστώσεων.

130    Ομοίως, το επιχείρημα που αφορά την προβαλλόμενη πρακτική δυσχέρεια ως προς την πλήρωση των εμπορευματοκιβωτίων λόγω των υπερβολικά μικρών ποσοστώσεων που κατανέμονται στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

131    Συγκεκριμένα, αφενός, το ενδεχόμενο η κατανεμηθείσα ποσόστωση να μην είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μπορέσει να γίνει εισαγωγή HFC σε ποσότητα επαρκή για την πλήρωση ενός εμπορευματοκιβωτίου έχει υποθετικό και εξαιρετικά αβέβαιο χαρακτήρα, και δεν μπορεί να προσαφθεί στον νομοθέτη ότι δεν το έλαβε υπόψη. Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή ισχυρίζεται, χωρίς να αντικρουστεί επί του σημείου αυτού από την προσφεύγουσα, ότι πολλές επιχειρήσεις που διαθέτουν μικρές ποσότητες ποσοστώσεων μπορούν να ομαδοποιούν αυτές τις μικρές ποσότητες για να επιτύχουν την ελάχιστη ποσότητα που απαιτείται τεχνικώς για την πλήρωση ενός εμπορευματοκιβωτίου.

132    Τέλος, είναι αληθές ότι ο αριθμός των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων αυξήθηκε σημαντικά, γεγονός το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν αναλογικά οι διαθέσιμες ποσότητες HFC για κάθε νεοεισερχόμενη επιχείρηση, ενώ οι διαθέσιμες ποσότητες για τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις δεν επηρεάστηκαν από τον αυξανόμενο αριθμό νεοεισερχομένων επιχειρήσεων.

133    Ωστόσο, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το αποτέλεσμα αυτό δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης υπερέβη το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει.

134    Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, σύμφωνα με τις αρχές που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 92 ανωτέρω, η σημασία του σκοπού της προστασίας του περιβάλλοντος και, ειδικότερα, της βαθμιαίας μειώσεως των εκπομπών HFC μπορεί να δικαιολογήσει τις αρνητικές οικονομικές συνέπειες για ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων.

135    Δεύτερον, το πόσο σημαντική είναι η μείωση των διαθέσιμων για τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις ποσοτήτων HFC σε συνάρτηση με τον αριθμό τους αμβλύνεται από δύο στοιχεία.

136    Αφενός, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 ανωτέρω, οι νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις μπορούν να λάβουν τιμή αναφοράς και, επομένως, κατανομή ποσοστώσεων η οποία, ως εκ τούτου, δεν θα καθορίζεται πλέον σε συνάρτηση με τον αυξανόμενο αριθμό των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων.

137    Αφετέρου, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 124 ανωτέρω, το ποσοστό των ποσοτήτων HFC που πρόκειται να κατανεμηθεί από το απόθεμα και, επομένως, να διατεθεί στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις συνεχίζει να αυξάνεται με την πάροδο των ετών, ενώ το ποσοστό των ποσοτήτων που πρόκειται να κατανεμηθεί στις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις μειώνεται συνεχώς.

138    Τρίτον, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 89 ανωτέρω, ο νομοθέτης πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα πραγματικά στοιχεία καθώς και τα διαθέσιμα τεχνικά και επιστημονικά δεδομένα κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίμαχης πράξεως.

139    Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν ισχυρίστηκε ότι ο νομοθέτης, κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού 517/2014, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο αριθμός των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων θα αυξανόταν σημαντικά.

140    Τέταρτον, στο μέτρο που η διαθέσιμη ποσότητα HFC από το απόθεμα έχει ανώτατο όριο, η αύξηση του αριθμού των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων έχει κατ’ ανάγκην ως αποτέλεσμα τη μείωση της διαθέσιμης για κάθε νεοεισερχόμενη επιχείρηση ποσότητας σε συνάρτηση με τον αυξανόμενο αριθμό νεοεισερχομένων επιχειρήσεων.

141    Εν προκειμένω, αφενός, όπως προκύπτει από τη σκέψη 111 ανωτέρω, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να ανατρέψει τη διαπίστωση ότι το σύστημα κατανομής ποσοστώσεων που θεσπίζει ο κανονισμός 517/2014 απορρέει από επιλογή του νομοθέτη η οποία στηρίζεται σε αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια.

142    Αφετέρου, η προσφεύγουσα, πέραν του μη αποδειχθέντος ισχυρισμού της ότι ο νομοθέτης όφειλε να θεσπίσει σύστημα πανομοιότυπο με εκείνο της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής CO2, δεν επιδίωξε να καταδείξει ότι ο νομοθέτης είχε τη δυνατότητα να θεσπίσει εναλλακτικά μέτρα λιγότερο επαχθή, εξίσου όμως αποτελεσματικά, έτσι ώστε να αποδείξει ότι ο νομοθέτης υπερέβη το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει.

143    Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι οι αρνητικές συνέπειες που απορρέουν για τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις από την αύξηση του αριθμού τους δεν σημαίνουν ότι ο νομοθέτης υπερέβη το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει.

144    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, από την εξέταση των διαφόρων επιχειρημάτων που προέβαλε η προσφεύγουσα δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο νομοθέτης υπερέβη το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει λαμβάνοντας μέτρα που αναπτύσσουν αποτελέσματα προφανώς λιγότερο κατάλληλα από εκείνα που θα προέκυπταν από άλλα μέτρα επίσης πρόσφορα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων.

145    Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται ότι η διαφορετική μεταχείριση των ήδη δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων σε σχέση με τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και δικαιολογημένη. Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

 Επί της αιτιάσεως που αφορά παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

146    Με τη δεύτερη αιτίασή της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο νομοθέτης δεν αιτιολόγησε δεόντως τους κανόνες κατανομής των ποσοστώσεων HFC.

147    Η αιτίαση αυτή, η οποία ουδόλως τεκμηριώνεται, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

148    Κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της επίμαχης πράξεως και πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία τη συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, Αναγνωστάκης κατά Επιτροπής, C‑589/15 P, EU:C:2017:663, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

149    Επίσης, η απαίτηση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να παραθέτει εξαντλητικά όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία πράξεως πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον σχετικό τομέα (βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, Αναγνωστάκης κατά Επιτροπής, C‑589/15 P, EU:C:2017:663, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

150    Όπως επίσης προκύπτει από πάγια νομολογία, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της επίμαχης πράξεως και, προκειμένου για πράξεις γενικής ισχύος, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται, αφενός, στην περιγραφή της όλης καταστάσεως που οδήγησε στην έκδοση της πράξεως και, αφετέρου, στην παράθεση των γενικών σκοπών που η πράξη αυτή επιδιώκει. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει, μεταξύ άλλων, ότι, εάν από την προσβαλλόμενη πράξη προκύπτουν τα ουσιώδη στοιχεία του επιδιωκόμενου από το θεσμικό όργανο σκοπού, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί ειδική αιτιολογία για καθεμία από τις επιμέρους τεχνικές επιλογές [βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2019, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Αλιευτική ποσόστωση για τον ξιφία της Μεσογείου), C‑611/17, EU:C:2019:332, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

151    Εξάλλου, από τη νομολογία προκύπτει ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε εκτίμηση επιπτώσεων μπορούν να ληφθούν υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο εκδότης της πράξεως εκπλήρωσε την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει (πρβλ., αποφάσεις της 4ης Μαΐου 2016, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑358/14, EU:C:2016:323, σκέψεις 123 και 124, και της 22ας Νοεμβρίου 2018, Swedish Match, C‑151/17, EU:C:2018:938, σκέψη 80).

152    Αντιθέτως, υπενθυμίζεται ότι, όταν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια και, ειδικότερα, όταν καλούνται να προβούν σε επιλογές ιδίως πολιτικής φύσεως καθώς και να πραγματοποιήσουν σύνθετες εκτιμήσεις, ο δικαστικός έλεγχος των εκτιμήσεων επί των οποίων εδράζεται η άσκηση της εξουσίας αυτής πρέπει να συνίσταται στην εξακρίβωση της απουσίας πρόδηλων σφαλμάτων (βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Puppinck κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑418/18 P, EU:C:2019:1113, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

153    Μολονότι επομένως η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα αποτελεί αντικείμενο περιορισμένου δικαστικού ελέγχου, προκειμένου να εξακριβωθεί, μεταξύ άλλων, η επάρκεια της αιτιολογίας και η απουσία προδήλων σφαλμάτων εκτιμήσεως (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Puppinck κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑418/18 P, EU:C:2019:1113, σκέψη 96), εντούτοις ο περιορισμένος αυτός έλεγχος της αιτιολογίας πρέπει να είναι αποτελεσματικός.

154    Εν προκειμένω, σχετικά με τη διαφορετική μεταχείριση των οικονομικών φορέων όσον αφορά την κατανομή των ποσοστώσεων, επισημαίνεται ότι τόσο οι λόγοι που οδήγησαν τον νομοθέτη να καθορίσει την κατανομή των ποσοστώσεων HFC σε συνάρτηση με τις ιστορικές εκπομπές όσο και οι λόγοι που αφορούν την κλείδα κατανομής των διαθέσιμων ποσοτήτων προκύπτουν από τις αιτιολογικές σκέψεις 15 και 16 του κανονισμού 517/2014 και από την εκτίμηση επιπτώσεων. Συγκεκριμένα, όπως υπενθυμίζεται στις σκέψεις 100 έως 107 ανωτέρω, στις σελίδες 164 έως 166 της εκτιμήσεως επιπτώσεων εκτίθενται οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν τον νομοθέτη να επιλέξει ένα σύστημα βασισμένο στην κατανομή ποσοστώσεων βάσει των ιστορικών εκπομπών, η οποία συμπληρώνεται με κατανομή ποσοστώσεων κατόπιν αιτήσεως όσον αφορά τις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις.

155    Βεβαίως, στην εκτίμηση επιπτώσεων αναφερόταν ότι, λαμβανομένης υπόψη της ωριμότητας της αγοράς των χύδην HFC, αρκούσε να διατεθεί το 5 % των διαθέσιμων ποσοτήτων στις νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις, ενώ η κλείδα κατανομής των ποσοστώσεων μεταξύ των ήδη δραστηριοποιουμένων επιχειρήσεων και των νεοεισερχομένων επιχειρήσεων που τελικώς υιοθετήθηκε είναι αντιστοίχως 89 % και 11 %, οι δε λόγοι που οδήγησαν τον νομοθέτη να καθορίσει αυτήν την κλείδα κατανομής δεν μνημονεύονται στον κανονισμό 517/2014.

156    Εντούτοις, από την νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 150 ανωτέρω προκύπτει ότι θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί ειδική αιτιολογία για καθεμία από τις επιμέρους τεχνικές επιλογές, αν από την προσβαλλόμενη πράξη προκύπτουν τα ουσιώδη στοιχεία του επιδιωκόμενου από το θεσμικό όργανο σκοπού.

157    Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν πάση περιπτώσει και όπως προκύπτει από την εξέταση της πρώτης αιτιάσεως, η αιτιολογία που παρατέθηκε παρέσχε τη δυνατότητα στη μεν προσφεύγουσα να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το επίμαχο μέτρο, στο δε Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του.

158    Υπό τις συνθήκες αυτές, η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, όπως, κατά συνέπεια, και η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλε η προσφεύγουσα.

159    Κατόπιν όλων των ανωτέρω, και δεδομένου ότι η προσφυγή στηρίζεται μόνον στην εν λόγω ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλεται, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, κατά του κανονισμού 517/2014, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

160    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.

161    Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας. Τα παρεμβαίνοντα φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η Krajowa Izba Gospodarcza Chłodnictwa i Klimatyzacji φέρει τα δικαστικά έξοδά της και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

3)      Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Kanninen

Jaeger

Porchia

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 16 Ιουνίου 2021.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.