Language of document : ECLI:EU:C:2022:357

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ANTHONY MICHAEL COLLINS

της 5ης Μαΐου 2022 (1)

Υπόθεση C-646/20

Senatsverwaltung für Inneres und Sport, Standesamtsaufsicht

κατά

TB,

παρεμβαίνοντες:

Standesamt Mitte von Berlin,

RD

[αίτηση του Bundesgerichtshof
(Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Μέτρα στον τομέα του οικογενειακού δικαίου – Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων – Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 – Γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας – Δημόσια έγγραφα και συμφωνίες – Λύση του συζυγικού δεσμού κατόπιν δήλωσης ενώπιον Ιταλού ληξίαρχου»






I.      Εισαγωγή

1.        Τα μέτρα που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της αυτόματης αναγνώρισης, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, των μεταβολών της οικογενειακής κατάστασης αποτελούν αναμφίβολα ευεργέτημα για τους πολίτες της Ένωσης, οι οποίοι ασκούν τα παρεχόμενα από τις Συνθήκες δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας. Καθώς ο νομοθέτης της Ένωσης διευρύνει τους τομείς που καλύπτονται από τα μέτρα αυτά, η ερμηνεία και η εφαρμογή τους τέμνεται με πτυχές του δικαίου που διέπει την οικογενειακή κατάσταση των προσώπων στα διάφορα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι υφίσταται πραγματική διχογνωμία ως προς το τι εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής ενός συγκεκριμένου μέτρου. Πρόκειται, εν προκειμένω, για την αυτόματη αναγνώριση στη Γερμανία συναινετικού διαζυγίου εκδοθέντος με εξωδικαστική διαδικασία κατά το ιταλικό δίκαιο. Ειδικότερα, με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν ο κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 (2), υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν, χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις, απόφαση διαζυγίου εκδοθείσα από τις πολιτικές αρχές άλλου κράτους μέλους στο πλαίσιο εξωδικαστικής διαδικασίας βασιζόμενης σε συμφωνία μεταξύ των συζύγων.

II.    Οι κρίσιμες νομικές διατάξεις

Α.      Το δίκαιο της Ένωσης

2.        Το άρθρο 1 του κανονισμού 2201/2003 φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής». Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού ορίζει ότι αυτός εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, σε αστικές υποθέσεις που αφορούν το διαζύγιο, τον δικαστικό χωρισμό ή την ακύρωση του γάμου των συζύγων.

3.        Για τους σκοπούς του κανονισμού 2201/2003, στο άρθρο 2, σημεία 1, 2 και 4, αυτού δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

«1.      ο όρος “δικαστήριο” καλύπτει όλες τις αρχές των κρατών μελών που έχουν διεθνή δικαιοδοσία για τα ζητήματα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του [κανονισμού] [(3)].

2.      ο όρος “δικαστής” καλύπτει τον δικαστή ή άλλο πρόσωπο με ισοδύναμες αρμοδιότητες σε θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του [κανονισμού] [(4)].

[…]

4.      ο όρος “απόφαση” περιλαμβάνει κάθε απόφαση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, καθώς και κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, που εκδίδεται από δικαστήριο κράτους μέλους, ασχέτως ονομασίας της, όπως “διαταγή”, “διάταξη” ή “απόφαση” [(5)].»

4.        Κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμία διαδικασία. Επιπλέον, στο άρθρο 21, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού προβλέπεται ότι οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί, χωρίς καμία διαδικασία, να επιφέρει τροποποιήσεις στα ληξιαρχικά βιβλία του βάσει αποφάσεως διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου που εκδίδεται σε άλλο κράτος μέλος και δεν υπόκειται σε περαιτέρω ένδικα μέσα κατά το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.

5.        Κατά το άρθρο 22, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003, αποφάσεις που αφορούν διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου δεν αναγνωρίζονται, αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης.

6.        Τέλος, κατά το άρθρο 46 του κανονισμού 2201/2003, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δημόσια έγγραφα και συμφωνίες», τα δημόσια έγγραφα που έχουν εκδοθεί και είναι εκτελεστά σε κράτος μέλος και οι συμφωνίες μεταξύ των μερών οι οποίες είναι εκτελεστές στο κράτος μέλος όπου συνήφθησαν, αναγνωρίζονται και καθίστανται εκτελεστοί(-ά) υπό τους ίδιους όρους όπως και οι αποφάσεις.

Β.      Το γερμανικό δίκαιο

7.        Κατά το άρθρο 97, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Gesetz über das Verfahren in Familiensachen und in den Angelegenheiten der freiwilligen Gerichtsbarkeit (νόμου περί της διαδικασίας σε οικογενειακές υποθέσεις και υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, στο εξής: FamFG), της 17ης Δεκεμβρίου 2008:

«Οι διατάξεις της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θίγονται.»

8.        Κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, του FamFG:

«Οι εκδοθείσες στην αλλοδαπή αποφάσεις, με τις οποίες ο γάμος ακυρώνεται ή λύεται, αναγνωρίζονται μόνον εφόσον η διοίκηση των δικαστηρίων του ομόσπονδου κράτους έχει διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της αναγνώρισης. Εάν η απόφαση προέρχεται από δικαστήριο ή αρχή κράτους του οποίου την ιθαγένεια είχαν αμφότεροι οι σύζυγοι κατά τον χρόνο έκδοσής της, η αναγνώριση δεν εξαρτάται από τη διαπίστωση της διοίκησης των δικαστηρίων του ομόσπονδου κράτους.»

9.        Στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του Personenstandsgesetz (νόμου περί προσωπικής κατάστασης), της 19ης Φεβρουαρίου 2007 (BGBI. 2007 I, σ. 122, στο εξής: PStG), προβλέπεται ότι, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, η υπηρεσία ληξιαρχείου τηρεί μητρώο γάμων. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του PStG, οι καταχωρίσεις στο μητρώο συμπληρώνονται και διορθώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του. Κατά το άρθρο 161, παράγραφος 3, του PStG, η καταχώριση που αφορά τον γάμο αναφέρει τις μεταγενέστερες πράξεις που αφορούν την ακύρωση του γάμου ή το διαζύγιο.

Γ.      Το ιταλικό δίκαιο

10.      Το άρθρο 12 του Decreto Legge 132 – Misure urgenti di degiurisdizionalizzazione ed altri interventi per la definizione dell’arretrato in materia di processo civile, της 12ης Σεπτεμβρίου 2014 (νομοθετικό διάταγμα 132 περί επειγόντων μέτρων για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών και άλλων παρεμβάσεων για τη μείωση των καθυστερήσεων στις αστικές διαδικασίες, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 132/2014) (6), το οποίο τροποποιήθηκε και μετατράπηκε στον νόμο 162, της 10ης Νοεμβρίου 2014 (στο εξής: νόμος 162), ορίζει τα εξής:

«1. Οι σύζυγοι μπορούν να συνάψουν, ενώπιον του δημάρχου ως ληξίαρχου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του διατάγματος 396 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 3ης Νοεμβρίου 2000, στον δήμο κατοικίας ενός εξ αυτών ή στον δήμο όπου έχει καταχωρισθεί ο γάμος, με την προαιρετική συνδρομή δικηγόρου, συμφωνία δικαστικού χωρισμού ή, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο b, πρώτο εδάφιο, του νόμου 898, της 1ης Δεκεμβρίου 1970, συμφωνία λύσης του γάμου ή λήξης των αστικών συνεπειών του γάμου ή συμφωνία τροποποίησης των όρων του χωρισμού ή του διαζυγίου.

2. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται όταν οι σύζυγοι έχουν ανήλικα τέκνα ή ενήλικα τέκνα τα οποία δεν έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα, έχουν σοβαρή αναπηρία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, του νόμου 104, της 5ης Φεβρουαρίου 1992 ή δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητα.

3. Ο υπάλληλος του ληξιαρχείου λαμβάνει από έκαστο των μερών αυτοπροσώπως, με την προαιρετική συνδρομή δικηγόρου, δήλωση ότι επιθυμεί να χωρίσει ή να θέσει τέρμα στις αστικές συνέπειες του γάμου ή να λύσει τον γάμο υπό τους όρους που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ τους. Το ίδιο ισχύει για κάθε τροποποίηση των όρων του δικαστικού χωρισμού ή του διαζυγίου. Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να περιέχει όρους που αφορούν μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων. Το έγγραφο που περιέχει τη συμφωνία συντάσσεται και υπογράφεται αμέσως μετά την παραλαβή των δηλώσεων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, η συμφωνία υποκαθιστά τις δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες περατώνονται οι δίκες του δικαστικού χωρισμού, της παύσης των αστικών συνεπειών του γάμου, της λύσης του γάμου και της τροποποίησης των όρων του δικαστικού χωρισμού ή του διαζυγίου.

Σε περίπτωση δικαστικού χωρισμού ή παύσης των αστικών συνεπειών του γάμου ή λύσης του γάμου με συμφωνία, ο ληξίαρχος, αφού λάβει τις δηλώσεις των συζύγων, τους καλεί να εμφανιστούν ενώπιόν του τουλάχιστον τριάντα ημέρες μετά την παραλαβή των δηλώσεων, προκειμένου να επιβεβαιώσουν τη συμφωνία, καθώς και για να προσκομίσουν τις συμφωνίες της παραγράφου 5. Η μη εμφάνιση σημαίνει ότι η συμφωνία δεν επιβεβαιώνεται.

[…]».

11.      Από το άρθρο 43, παράγραφος 1, και το άρθρο 71, παράγραφος 2, του Decreto del Presidente della Repubblica No 445/2000 – Testo unico delle disposizioni legislative e regolamentari in materia di documentazione amministrativa (διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας 445/2000 – Κωδικοποίηση των νόμων και των κανονισμών περί διοικητικών εγγράφων) προκύπτει ότι ο ληξίαρχος οφείλει να επαληθεύει ότι πληρούνται οι εφαρμοστέες νόμιμες προϋποθέσεις.

12.      Από τα άρθρα 7 και 95 του Decreto del Presidente della Repubblica No 396 – Regolamento per la revisione e la semplificazione dell’ordinamento dello stato civile, a norma dell’articolo 2, comma 12, della legge 15 maggio 1997, No 127 (διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας 396 – Κανονισμός για την αναθεώρηση και την απλούστευση του νόμου περί οικογενειακής κατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 12, του νόμου 127, της 15ης Μαΐου 1997) προκύπτει ότι ο ληξίαρχος αρνείται τη χορήγηση του διαζυγίου όταν δεν πληρούνται οι εφαρμοστέες νόμιμες προϋποθέσεις. Οι σύζυγοι δύνανται να προσβάλουν την άρνηση αυτή ενώπιον δικαστηρίου.

13.      Σύμφωνα με την Circolare No°6/15 – Articoli 6 e 12 del decreto-legge 12 settembre 2014, N°132 – Chiarimenti applicativi (εγκύκλιο 6/15 – Άρθρα 6 και 12 του νομοθετικού διατάγματος 132, της 12ης Σεπτεμβρίου 2014), το άρθρο 12, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του νομοθετικού διατάγματος 132/2014 έχει την έννοια ότι απαγορεύει στους συζύγους να περιλαμβάνουν σε αυτού του είδους τη διαδικασία διαζυγίου όρους σχετικά με τη μεταβίβαση της κυριότητας περιουσιακών δικαιωμάτων μεταξύ τους.

14.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 12 του νομοθετικού διατάγματος 132/2014, έκαστος των συζύγων προβαίνει ενώπιον του ληξίαρχου σε προσωπική δήλωση ότι επιθυμεί να χωρίσει. Τουλάχιστον 30 ημέρες αργότερα, αφού επαληθεύσει ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λύση του γάμου, ήτοι ότι οι σύζυγοι δεν έχουν ανήλικα τέκνα ή ενήλικα τέκνα ανίκανα ή βαριά ανάπηρα ή οικονομικά εξαρτώμενα και ότι η μεταξύ τους συμφωνία δεν περιέχει όρους σχετικά με μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων μεταξύ τους, ο ληξίαρχος επικυρώνει τη συμφωνία αυτή. Το διαζύγιο που εκδίδεται από τον ληξίαρχο έχει τις ίδιες ακριβώς έννομες συνέπειες με το διαζύγιο που εκδίδεται από αρμόδιο δικαστήριο.

III. Η διαφορά της κύριας δίκης και η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως

15.      H TB έχει τη γερμανική και την ιταλική ιθαγένεια. Παντρεύτηκε τον RD, Ιταλό πολίτη, με πολιτικό γάμο στο Βερολίνο, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013. Το ληξιαρχείο του Βερολίνου καταχώρισε τον γάμο τους στο μητρώο γάμων.

16.      Στις 30 Μαρτίου 2017, οι σύζυγοι δήλωσαν ενώπιον του ληξιαρχείου της Πάρμας (Ιταλία) την επιθυμία τους για δικαστικό χωρισμό. Δήλωσαν ότι δεν έχουν ανήλικα τέκνα ή ενήλικα τέκνα ανίκανα ή βαριά ανάπηρα ή οικονομικά εξαρτώμενα. Δήλωσαν επίσης ότι, στο πλαίσιο του δικαστικού χωρισμού τους, δεν έχουν συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία σχετικά με μεταβίβαση των περιουσιακών τους στοιχείων. Εν συνεχεία, αμφότεροι επανέλαβαν τις δηλώσεις τους ενώπιον του ληξίαρχου.

17.      Βάσει των δηλώσεών τους της 30ής Μαρτίου 2017, οι σύζυγοι προσήλθαν ενώπιον του ληξίαρχου και δήλωσαν την πρόθεσή τους να λάβουν διαζύγιο στις 15 Φεβρουαρίου 2018. Εν συνεχεία, επανέλαβαν τις δηλώσεις τους ενώπιον του ληξίαρχου, ο οποίος, στις 2 Ιουλίου 2018, εξέδωσε πιστοποιητικό λύσης του γάμου με ισχύ από τις 15 Φεβρουαρίου 2018.

18.      Εν συνεχεία, η TB ζήτησε από το αρμόδιο ληξιαρχείο του Βερολίνου να καταχωρίσει την εν λόγω λύση στο γερμανικό μητρώο γάμων. Διατηρώντας αμφιβολίες ως προς το εάν η λύση του γάμου έπρεπε να καταχωρισθεί στο μητρώο γάμων ή να υπαχθεί στη διαδικασία αναγνώρισης του άρθρου 107, παράγραφος 1, του FamFG, το ληξιαρχείο του Βερολίνου προσέφυγε ενώπιον του Amstsgericht Berlin (ειρηνοδικείου Βερολίνου, Γερμανία). Την 1η Ιουλίου 2019, το Amstsgericht Berlin (ειρηνοδικείο Βερολίνου) έκρινε ότι, για την καταχώριση της λύσης του γάμου στο μητρώο γάμων, έπρεπε να προηγηθεί η αναγνώρισή της δυνάμει της διαδικασίας του άρθρου 107, παράγραφος 1, του FamFG. Εντούτοις, το Senatsverwaltung für Justiz, Verbraucherschutz und Antidiskriminierung Berlin (Υπουργείο Δικαιοσύνης, Προστασίας των Καταναλωτών και Καταπολέμησης των Διακρίσεων του Βερολίνου, Γερμανία) υιοθέτησε την άποψη ότι η λύση του γάμου έχρηζε αυτόματης αναγνώρισης. Ως εκ τούτου, αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία του άρθρου 107, παράγραφος 1, του FamFG (7).

19.      Η TB άσκησε έφεση ενώπιον του Kammergericht Berlin (εφετείου Βερολίνου, Γερμανία) κατά της διάταξης του Amstsgericht Berlin (ειρηνοδικείου Βερολίνου) της 1ης Ιουλίου 2019. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεσή της και διέταξε το ληξιαρχείο του Βερολίνου να καταχωρίσει τη λύση του γάμου στο μητρώο χωρίς περαιτέρω διαδικασία. Το Senatsverwaltung für Inneres und Sport (Υπουργείο Εσωτερικών και Αθλητισμού του Βερολίνου, Γερμανία), ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία των ληξιαρχείων, άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Kammergericht Berlin (εφετείου Βερολίνου) ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου). Από ό,τι φαίνεται, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Προστασίας των Καταναλωτών και Καταπολέμησης των Διακρίσεων του Βερολίνου και το Υπουργείο Εσωτερικών και Αθλητισμού του Βερολίνου έχουν διιστάμενες απόψεις επί του ζητήματος αυτού.

20.      Προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) εκτιμά ότι πρέπει να καθορίσει κατά πόσον η λύση του γάμου, της οποίας την αναγνώριση ζητεί η TB, συνιστά δικαστική απόφαση κατά την έννοια των άρθρων 2 και 21 του κανονισμού 2201/2003, γεγονός που θα συνεπάγεται ότι δεν απαιτείται πρόσθετη διαδικασία αναγνώρισης για την εγγραφή της στο μητρώο γάμων σύμφωνα με το άρθρο 97 του FamFG.

21.      Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι οι απόψεις των γερμανικών νομικών διίστανται ως προς το σημείο αυτό. Ορισμένοι είναι της άποψης ότι ο κανονισμός 2201/2003 έχει εφαρμογή σε διαζύγιο εκδοθέν στην Ιταλία σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 12 του νομοθετικού διατάγματος 132/2014 και ότι ο ληξίαρχος είναι «δικαστής» κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003. Υπενθυμίζουν ότι στόχος του εν λόγω κανονισμού είναι να διευκολύνει την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων διαζυγίου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι στα κράτη μέλη παρατηρείται μια αυξανόμενη τάση προσφυγής σε διαδικασίες διαζυγίου που δεν απαιτούν τη συμμετοχή δικαστικών αρχών (8). Άλλοι συγγραφείς θεωρούν ότι το συναινετικό διαζύγιο που εκδόθηκε από ληξίαρχο, όπως αυτό που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης προδικαστικής αποφάσεως, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003.

22.      Το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) μάλλον συμμερίζεται τη δεύτερη άποψη. Δηλώνει ότι το διαζύγιο που εκδίδεται από ληξίαρχο, σύμφωνα με το άρθρο 12 του νομοθετικού διατάγματος 132/2014, αποτελεί ιδιωτικό διαζύγιο το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι μόνον απόφαση διαζυγίου που εκδίδεται από δημόσια αρχή και έχει συστατικό αποτέλεσμα μπορεί να προστατεύσει τον «ασθενέστερο σύζυγο» από τα μειονεκτήματα του διαζυγίου, δεδομένου ότι ο εκδίδων την απόφαση δύναται να αρνηθεί την έκδοσή της. Η καθαρά τυπική παρέμβαση του ληξίαρχου, ο οποίος δεν έχει εξουσία να μεταβάλει τους όρους του διαζυγίου, δεν μπορεί να παράσχει την προστασία αυτή. Επομένως, μια τέτοια απόφαση διαζυγίου δεν συνιστά «απόφαση» κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003.

23.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία. Υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Αποτελεί η λύση του γάμου επί τη βάσει του άρθρου 12 του [νομοθετικού διατάγματος 132/2014] απόφαση περί διαζυγίου υπό την έννοια του [κανονισμού 2201/2003];

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: πρέπει η λύση του γάμου επί τη βάσει του άρθρου 12 του [νομοθετικού διατάγματος 132/2014] να αντιμετωπισθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 46 του [κανονισμού 2201/2003] για τα δημόσια έγγραφα και τις συμφωνίες;»

24.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Γερμανική, η Εσθονική, η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Φεβρουαρίου 2022, η Γερμανική, η Γαλλική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, ανέπτυξαν προφορικά επιχειρήματα και απάντησαν στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.

IV.    Αξιολόγηση

Α.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

25.      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, εάν η λύση γάμου μέσω νόμιμης διαδικασίας κατά την οποία οι σύζυγοι υποβάλλουν ο καθένας προσωπική δήλωση ότι επιθυμούν να χωρίσουν ενώπιον ληξίαρχου, ο οποίος επιβεβαιώνει τη συμφωνία αυτή τουλάχιστον 30 ημέρες αργότερα, παρουσία τους, αφού ελέγξει ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λύση του γάμου, ήτοι ότι οι σύζυγοι δεν έχουν ανήλικα τέκνα ή ενήλικα τέκνα ανίκανα ή βαριά ανάπηρα ή οικονομικά εξαρτώμενα, καθώς και ότι η μεταξύ τους συμφωνία δεν περιέχει όρους που αφορούν τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, συνιστά απόφαση διαζυγίου κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003.

26.      Η Γερμανική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από την Πολωνική Κυβέρνηση, επικαλούμενη το γράμμα, τη δομή και τον σκοπό του κανονισμού 2201/2003, καθώς και τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, υποστηρίζει ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.

27.      Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει, καταρχάς, ότι στον ορισμό της έννοιας της απόφασης που δίδεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 2201/2003 δεν προσδιορίζεται επακριβώς η φύση ή η ένταση της παρέμβασης της δημόσιας αρχής κατά την έκδοση διαζυγίου. Εντούτοις, η χρήση της φράσης «που εκδίδεται από δικαστήριο» στην περιγραφή του τρόπου έκδοσης του διαζυγίου υποδηλώνει ότι η παρέμβαση της δημόσιας αρχής πρέπει να έχει αυτό που η Γερμανική Κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως συστατικό αποτέλεσμα, ήτοι ότι η παρέμβαση της δημόσιας αρχής αποτελεί την πηγή της νέας νομικής κατάστασης. Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται όταν η λειτουργία της δημόσιας αρχής στη διαδικασία περιορίζεται στην αναγνώριση και την καταχώριση του συναινετικού διαζυγίου.

28.      Κατά δεύτερον, από τη δομή του κανονισμού 2201/2003 προκύπτει ότι, για να αναγνωριστεί απόφαση διαζυγίου σε άλλα κράτη μέλη χωρίς ειδική διαδικασία βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, η απόφαση αυτή πρέπει να απορρέει από πράξη δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής έχουσα συστατικό αποτέλεσμα. Ειδάλλως, ο κανονισμός 2201/2003 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν αυτομάτως ιδιωτικές συμφωνίες διαζυγίου συναφθείσες σε άλλα κράτη μέλη, χωρίς την παρέμβαση δημόσιας αρχής.

29.      Όσον αφορά τον σκοπό του κανονισμού 2201/2003, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, τρίτον, ότι η αμοιβαία αναγνώριση και η αμοιβαία εμπιστοσύνη που διέπουν τον εν λόγω κανονισμό προϋποθέτουν ότι, προκειμένου να αναγνωριστεί αυτομάτως σε άλλο κράτος μέλος πράξη δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής, η πράξη αυτή πρέπει να περιλαμβάνει την άσκηση δημόσιας εξουσίας και να έχει συστατικό αποτέλεσμα. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται όταν η δημόσια αρχή περιορίζεται στην αναγνώριση και την καταχώριση του ιδιωτικού συμφωνητικού του διαζυγίου.

30.      Τέταρτον, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την πρόθεση να συμπεριλάβει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003 το διαζύγιο που εκδίδεται από ληξίαρχο, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο θέσπισης του νομοθετήματος αυτού, η νομοθεσία των κρατών μελών δεν προέβλεπε την έκδοση διαζυγίου με εξωδικαστική διαδικασία. Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2019, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών (9) προβλέπει ρητά την αυτόματη αναγνώριση των εξωδικαστικών διαδικασιών διαζυγίου. Οι τροποποιήσεις αυτές θα ήταν περιττές εάν ο κανονισμός 2201/2003 προέβλεπε ήδη την αυτόματη αναγνώριση των αποφάσεων διαζυγίου που εκδίδονται στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας. Ωστόσο, ο κανονισμός 2019/1111 δεν έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης ratione temporis.

31.      Η Ιταλική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από την Εσθονική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, προβάλλει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, δεδομένου ότι το διαζύγιο του οποίου η αναγνώριση ζητείται στη Γερμανία δεν είναι ιδιωτικό διαζύγιο. Ειδικότερα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο κύριος σκοπός του κανονισμού 2201/2003 είναι η διασφάλιση της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων ως ακρογωνιαίου λίθου για τη δημιουργία πραγματικά ενιαίου δικαστικού χώρου. Για τον λόγο αυτόν, όλες οι εκδιδόμενες εντός κράτους μέλους αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003 πρέπει να αναγνωρίζονται σε όλη την επικράτεια των κρατών μελών, χωρίς να απαιτείται προς τούτο οποιαδήποτε επίσημη διαδικασία αναγνώρισης.

32.      Για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, θεμελιώδες είναι το νόημα των όρων «δικαστήριο», «δικαστής» και «απόφαση» κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003, όπως οι έννοιες αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού.

33.      Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γράμμα της, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (10).

34.      Ο ορισμός της έννοιας του «δικαστηρίου» στο άρθρο 2, σημείο 1, του κανονισμού 2201/2003 περιλαμβάνει όλες τις αρχές των κρατών μελών που έχουν διεθνή δικαιοδοσία για τα ζητήματα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Η σαφής έννοια της διατύπωσης αυτής είναι ότι «δικαστήριο» συνιστά κάθε αρχή στην οποία η νομοθεσία κράτους μέλους απονέμει διεθνή δικαιοδοσία σε αστικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένου του διαζυγίου, του δικαστικού χωρισμού ή της ακύρωσης γάμου.

35.      Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τον ορισμό της έννοιας του «δικαστή» στο άρθρο 2, σημείο 2, του κανονισμού 2201/2003, ο οποίος περιλαμβάνει τα πρόσωπα με αρμοδιότητες ισοδύναμες με εκείνες του δικαστή σε αστικές υποθέσεις που αφορούν το διαζύγιο. Κατά συνέπεια, εάν κράτος μέλος απονέμει στους δικαστές αρμοδιότητα σε θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, ήτοι σε αστικές υποθέσεις που αφορούν διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση του γάμου, και αναθέτει αντίστοιχες εξουσίες σε άλλους δημόσιους λειτουργούς, οι δημόσιοι αυτοί λειτουργοί εμπίπτουν στον ορισμό του «δικαστή» κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003.

36.      Την εικόνα συμπληρώνει το άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού 2201/2003, στο οποίο δίδεται ο ορισμός του όρου «απόφαση»· κατά τον κανονισμό αυτόν, κάθε διαταγή, διάταξη ή απόφαση εκδιδόμενη από αρχή στην οποία κράτος μέλος απονέμει αρμοδιότητα για την έκδοση διαζυγίου συνιστά απόφαση που εκδίδεται στο εν λόγω κράτος μέλος. Δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, η απόφαση αυτή «αναγνωρίζεται» στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται καμία διαδικασία. Επομένως, οι αποφάσεις που τυγχάνουν αυτόματης αναγνώρισης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνουν τα διαζύγια που εκδίδονται από δημόσιους λειτουργούς στους οποίους κράτος μέλος έχει παράσχει αρμοδιότητα σε αστικές υποθέσεις που αφορούν το διαζύγιο.

37.      Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003, το οποίο περιγράφεται στο άρθρο 1 αυτού, διαγράφει το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να ερμηνεύεται το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού. Στο άρθρο 1, παράγραφος 1, προβλέπεται ότι ο κανονισμός 2201/2003 εφαρμόζεται σε αστικές υποθέσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, το διαζύγιο. Δεδομένου ότι, κατά την έννοια του κανονισμού, ο όρος «δικαστήριο» έχει την έννοια που ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 1, αυτού, είναι σαφές ότι οι προαναφερόμενοι ορισμοί ισχύουν στο πλαίσιο της αναγνώρισης διαταγών, διατάξεων ή αποφάσεων διαζυγίου που εκδίδονται σε κράτη μέλη άλλα από εκείνα στα οποία επιδιώκεται η αναγνώριση των εν λόγω αποφάσεων.

38.      Όσον αφορά τους στόχους που επιδιώκει ο κανονισμός 2201/2003, από τις αιτιολογικές του σκέψεις προκύπτει ότι επιδιώκει να εξασφαλίσει τη δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις που αφορούν το διαζύγιο, τον δικαστικό χωρισμό και την ακύρωση του γάμου και βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων ως ακρογωνιαίου λίθου για τη δημιουργία πραγματικά ενιαίου δικαστικού χώρου (11). Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, ο κανονισμός 2201/2003 βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, η οποία συνεπάγεται την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων (12). Επιπλέον, η αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων είναι αναγκαία για να αποφευχθούν εμπόδια στην καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (13), δεδομένου ότι η άρνηση αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένου του διαζυγίου, ενδέχεται να παρακωλύσει ή να αποτρέψει τους πολίτες της Ένωσης από την άσκηση των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας που παρέχει το δίκαιο της Ένωσης.

39.      Κατά συνέπεια, το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 προβλέπει ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμία διαδικασία προς τούτο. Έτσι, ο κανονισμός 2201/2003 θεσπίζει ένα σύστημα αυτόματης αναγνώρισης από τα κράτη μέλη μιας κατηγορίας πράξεων που καθορίζει. Ως εκ τούτου, μολονότι το δίκαιο του διαζυγίου δεν είναι εναρμονισμένο μεταξύ των κρατών μελών, με τον κανονισμό 2201/2003 το διαζύγιο που εκδίδεται σε κράτος μέλος και εμπίπτει στους ορισμούς που περιλαμβάνονται σε αυτόν τυγχάνει αυτόματης αναγνώρισης σε όλα τα άλλα κράτη μέλη, υπό την επιφύλαξη περιορισμένου αριθμού εξαιρέσεων.

40.      Δεδομένου ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αποτελεί την πρώτη ευκαιρία που έχει το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 2 του κανονισμού 2201/2003, προς τον σκοπό της εφαρμογής του άρθρου 21, παράγραφος 1, του κανονισμού, είναι σκόπιμο να εξεταστεί η απόφαση Sahyouni (14). Η προαναφερθείσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προέκυψε στο πλαίσιο της αναγνώρισης στη Γερμανία διαζυγίου που εκδόθηκε με μονομερή δήλωση βουλήσεως την οποία ο σύζυγος είχε απαγγείλει ενώπιον θρησκευτικού δικαστηρίου στη Συρία (15). Η υπόθεση έθετε ζητήματα ερμηνείας του κανονισμού (ΕΕ) 1259/2010, της 20ής Δεκεμβρίου 2010, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό (16), ο οποίος εφαρμόζεται στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό, υπό συνθήκες που επέφεραν σύγκρουση νόμων (17). Στην απόφασή του, το Δικαστήριο παρέπεμψε στην αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού 1259/2010, στην οποία προβλέπεται ότι το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής και το διατακτικό του κανονισμού αυτού θα πρέπει να συνάδουν με τον κανονισμό 2201/2003 (18). Αφού εξέτασε το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα ήταν συνεπές ο ίδιος όρος διαζύγιο που χρησιμοποιείται σε αμφότερους τους κανονισμούς αυτούς να ορίζεται διαφορετικά, με αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση των αντίστοιχων πεδίων εφαρμογής τους (19). Δεδομένου ότι η έννοια του διαζυγίου στον κανονισμό 2201/2003 καλύπτει τα διαζύγια που απαγγέλλονται είτε από κρατικό δικαστήριο είτε από δημόσια αρχή ή υπό τον έλεγχό της, το Δικαστήριο έκρινε ότι το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1259/2010 είναι εξίσου περιορισμένο, με συνέπεια τα διαζύγια που εκδόθηκαν χωρίς την παρέμβαση κρατικής αρχής να εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού (20).

41.      Από την απόφαση Sahyouni προκύπτει σαφώς ότι το σύστημα αυτόματης αναγνώρισης που θεσπίζεται με τον κανονισμό 2201/2003 εφαρμόζεται μόνο στα διαζύγια που εκδίδονται από εθνικό δικαστήριο ή από δημόσια αρχή ή υπό τον έλεγχό της. Επιβεβαιώνεται έτσι η ισχύς της άποψης ότι, δυνάμει του κανονισμού 2201/2003, διαζύγιο εκδοθέν από δημόσια αρχή ή υπό τον έλεγχο δημόσιας αρχής η οποία δεν διαθέτει δικαστική εξουσία δύναται να τύχει αυτόματης αναγνώρισης σε άλλο κράτος μέλος. Θα προσέθετα ότι, κατά τη γνώμη μου, δεν προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου επιχείρημα ικανό να δικαιολογήσει τη διάκριση μεταξύ της διαδικασίας διαζυγίου που διεξάγεται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και της αντίστοιχης που διεξάγεται ενώπιον δημόσιου λειτουργού, όπως ο ληξίαρχος, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το ζεύγος ζητεί διαζύγιο κοινή συναινέσει. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, καθήκον του προσώπου που διεξάγει τη διαδικασία είναι να επαληθεύσει ότι καθένας από τους συζύγους συναινεί έγκυρα στη λύση του γάμου και ότι πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της απόφασης διαζυγίου.

42.      Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνω ότι η διαδικασία ενώπιον του ληξίαρχου στην Ιταλία βάσει του άρθρου 12 του νομοθετικού διατάγματος 132/2014 μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις που είναι απίθανο να απαιτήσουν από τον ληξίαρχο να εμπλακεί σε οποιαδήποτε στάθμιση, δεδομένου ότι η εξουσία έκδοσης διαζυγίου μπορεί να ασκηθεί μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι δεν υφίστανται ανήλικα τέκνα ή ενήλικα τέκνα ανίκανα ή βαριά ανάπηρα ή οικονομικά εξαρτώμενα και ότι η μεταξύ των συζύγων συμφωνία δεν περιέχει όρους σχετικά με μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Υπό τις συνθήκες αυτές, μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι ο ληξίαρχος δεν έχει την εξουσία να τροποποιήσει τους όρους της συμφωνίας μεταξύ των συζύγων, δεδομένου ότι, ενόψει της αμοιβαίας συναίνεσης των συζύγων, ο ληξίαρχος οφείλει να εκδώσει το διαζύγιο αφ’ ης στιγμής πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος. Μολονότι η προστασία του «ασθενέστερου συζύγου» μπορεί να συνιστά θεμιτό μέλημα, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, εντούτοις ουδόλως προκύπτει ότι η διαδικασία του άρθρου 12 του νομοθετικού διατάγματος 132/2014 παραβλέπει το μέλημα αυτό, δεδομένων των περιορισμένων περιπτώσεων στις οποίες δύναται να χρησιμοποιηθεί, της προϋπόθεσης αμοιβαίας συναίνεσης των συζύγων, καθώς και της υποχρέωσης του ληξίαρχου να επαληθεύσει τα πραγματικά περιστατικά που δηλώνουν οι σύζυγοι.

43.      Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ακόμη και εάν διαζύγιο εκδοθέν από δημόσια αρχή πλην δικαστηρίου που ασκεί δικαστική εξουσία μπορεί να τύχει αυτόματης αναγνώρισης δυνάμει του κανονισμού 2201/2003, η σχετική απόφαση πρέπει να διαθέτει το λεγόμενο συστατικό αποτέλεσμα. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, ο ρόλος του ληξίαρχου στη λύση του γάμου των συζύγων είναι αμιγώς παθητικός και ισοδυναμεί με την απλή καταγραφή μιας ιδιωτικού χαρακτήρα συμφωνίας που έκαναν οι σύζυγοι να λύσουν τον γάμο τους. Επομένως, η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Sahyouni (21), υπό κάπως διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.

44.      Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 2 και του άρθρου 21 του κανονισμού 2201/2003, καθώς και της προσέγγισης που υιοθέτησε το Δικαστήριο όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας του διαζυγίου στο πλαίσιο του κανονισμού 1259/2010, μπορεί να συναχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι ο ρόλος του ληξίαρχου στη λύση του γάμου με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 12 του νομοθετικού διατάγματος 132/2014 τοποθετεί τα διαζύγια που εκδίδονται βάσει της διαδικασίας αυτής εντός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003.

45.      Συναφώς, επισημαίνεται ότι από κανένα στοιχείο του άρθρου 21 του κανονισμού 2201/2003 δεν συνάγεται ότι, προκειμένου μια απόφαση να τύχει αυτόματης αναγνώρισης εντός άλλου κράτους μέλους, πρέπει να διαθέτει κάποιο χαρακτηριστικό επιπλέον των απαιτήσεων που προβλέπονται στη διάταξη αυτή. Στο μέτρο που η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται τη χρήση του ρήματος «εκδίδεται» στον ορισμό της έννοιας της «απόφασης» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού 2201/2003, μία από τις σημασίες του ρήματος αυτού, ήτοι η έννοια της «διαπίστωσης», είναι, κατά τη γνώμη μου, αρμόζουσα. Η διαπίστωση της ύπαρξης μιας δεδομένης πραγματικής κατάστασης συνιστά αναγνώριση της ύπαρξής της. Ούτε είναι σύμφυτο με τη φύση της διαπίστωσης ότι το πρόσωπο που τη διενεργεί πρέπει πάντοτε να δημιουργεί το αντικείμενο της διαπίστωσης αυτής. Η αναγνώριση, από τον ληξίαρχο, της αμοιβαίας επιθυμίας των συζύγων να λύσουν τον γάμο τους, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον νόμο, αποτελεί προδήλως διαπίστωση και, συνεπώς, έκδοση της απόφασης λύσης του γάμου.

46.      Εν πάση περιπτώσει, για να λύσει ο ληξίαρχος γάμο δυνάμει του άρθρου 12 του νομοθετικού διατάγματος 132/2014, πρέπει να βεβαιωθεί ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, ειδάλλως οφείλει να αρνηθεί να προβεί στη λύση του γάμου. Προκειμένου να βεβαιωθεί, ο ληξίαρχος πρέπει να εξακριβώσει εάν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση των εξουσιών που του αναθέτει ο νόμος. Η άσκηση της εξουσίας αυτής συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου, απόφαση του ληξίαρχου ως προς την ύπαρξη ενός συνόλου νομικά καθορισμένων προϋποθέσεων, η οποία κατατείνει στη λύση του γάμου, απόφαση η οποία, ως εκ της φύσεώς της, παράγει συστατικό αποτέλεσμα για την οικογενειακή κατάσταση των ενδιαφερομένων προσώπων.

47.      Επομένως, απόφαση διαζυγίου εκδοθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας όπως αυτή που περιγράφεται στο σημείο 14 των παρουσών προτάσεων δεν αποτελεί ιδιωτικό διαζύγιο. Μολονότι η λύση του γάμου βασίζεται στη συμφωνία των μερών, ο γάμος δεν λύεται εάν ο ληξίαρχος δεν βεβαιωθεί ότι πληρούνται οι εφαρμοστέες νόμιμες προϋποθέσεις. Ελλείψει αυτής της διαπίστωσης, οι σύζυγοι παραμένουν νομικώς έγγαμοι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συμφωνία που ενδεχομένως έχουν συνάψει μεταξύ τους. Επομένως, η διαπίστωση από τον ληξίαρχο ότι πληρούνται οι ισχύουσες προϋποθέσεις, καθώς και η έκδοση πιστοποιητικού διαζυγίου που βεβαιώνει το γεγονός αυτό, έχει συστατικό αποτέλεσμα.

48.      Εξάλλου, επισημαίνεται ότι η πράξη με την οποία ο ληξίαρχος αναγνωρίζει ότι ένα ζευγάρι επιθυμεί να ενωθεί με τα δεσμά του γάμου θεωρείται ότι συνιστά γάμο σε όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, υπό την προϋπόθεση και πάλι ότι πληρούνται οι απαιτούμενες νόμιμες προϋποθέσεις. Πράγματι, σχεδόν ανεξαιρέτως, οι γάμοι αναγνωρίζονται ή συνιστώνται από δημόσιους λειτουργούς που ασκούν την εκτελεστική εξουσία του κράτους και όχι από δικαστές που ασκούν δικαστική εξουσία. Εάν η επίσημη αναγνώριση, από δημόσιο λειτουργό, της συναίνεσης των μερών να ενωθούν με τα δεσμά του γάμου συνιστά από νομικής άποψης γάμο, δεν βλέπω καμία λογική αιτία για την οποία η επίσημη αναγνώριση, από τον ίδιο λειτουργό, της συναίνεσης των μερών να λύσουν τον γάμο δεν είναι εξίσου ικανή να συνιστά διαζύγιο.

49.      Προς επίρρωση της θέσης τους, η Γερμανική κι η Πολωνική Κυβέρνηση επιδίωξαν να αναδείξουν, αντίστοιχα, αναλογίες με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Mærsk Olie & Gas (22) και Solo Kleinmotoren (23), οι οποίες αφορούσαν αμφότερες την ερμηνεία της Σύμβασης των Βρυξελλών (24). Στην υπόθεση Mærsk Olie & Gas (25) ασκήθηκε αγωγή αποζημίωσης εντός συμβαλλόμενου κράτους, για το αντικείμενο της οποίας είχε εκδοθεί από δικαστήριο άλλου συμβαλλόμενου κράτους προσωρινή διαταγή, με την οποία ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να συστήσει κεφάλαιο για τον περιορισμό της ευθύνης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά την έννοια της Σύμβασης των Βρυξελλών, η «απόφαση» πρέπει να προέρχεται από δικαιοδοτικό όργανο συμβαλλομένου κράτους αποφαινομένου κυριαρχικώς επί των επίμαχων μεταξύ των διαδίκων σημείων (26). Η απόφαση στην υπόθεση Solo Kleinmotoren (27) έθεσε το ζήτημα κατά πόσο συμβιβασμός επί εμπορικής υπόθεσης που καταρτίστηκε ενώπιον δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους μπορεί να θεωρηθεί ως «απόφαση» δυνάμενη να αναγνωριστεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο συμβιβασμός δεν συνιστά απόφαση, ακόμη και εάν καταρτίζεται ενώπιον δικαστηρίου και θέτει τέρμα στη διαφορά, διότι οι συμβιβασμοί έχουν συμβατικό χαρακτήρα (28).

50.      Ούτε τα πραγματικά περιστατικά ούτε το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υπόθεσης είναι ανάλογα με εκείνα που εξετάστηκαν στις προαναφερθείσες αποφάσεις. Όσον αφορά την απόφαση Mærsk Olie & Gas (29), οι πράξεις που δύνανται να αναγνωριστούν δυνάμει του κανονισμού 2201/2003 ορίζονται ρητώς ως έχουσες ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από εκείνες που δύνανται να αναγνωριστούν δυνάμει της Σύμβασης των Βρυξελλών. Αναφορικά με την απόφαση Solo Kleinmotoren (30), το συναινετικό διαζύγιο δεν μπορεί να εξομοιωθεί με συμβιβασμό στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας. Στην περίπτωση του συμβιβασμού, η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων περατώνει την ένδικη διαδικασία, το δε δικαστήριο περιορίζεται στο να λάβει υπόψη την εν λόγω νομικώς δεσμευτική συμφωνία για να θέσει τέλος στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Αντιθέτως, οι σύζυγοι που επιθυμούν να λύσουν τον γάμο τους κοινή συναινέσει ζητούν από δημόσια αρχή να εκδώσει μια πράξη, προκειμένου το διαζύγιο αυτό να παραγάγει νομικώς δεσμευτικό αποτέλεσμα.

51.      Η Πολωνική Κυβέρνηση επικαλέστηκε επίσης την απόφαση WB (31), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συμβολαιογράφοι δεν είναι «δικαστές» κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου (32). Οι διατάξεις που οδήγησαν στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση WB διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνες των οποίων η ερμηνεία ζητείται εν προκειμένω από το Δικαστήριο. Πρώτον, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο θ', και το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 650/2012 υποχρεώνουν τις αρμόδιες αρχές να παρέχουν δικονομικά εχέγγυα όσον αφορά την αμεροληψία τους και το δικαίωμα ακρόασης, ενώ οι αποφάσεις τους πρέπει να υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή επανεξέταση από δικαστική αρχή. Ο κανονισμός 2201/2003 δεν θεσπίζει ανάλογες προϋποθέσεις, ορισμένες από τις οποίες θα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολο να μεταφερθούν στην περίπτωση του συναινετικού διαζυγίου. Δεύτερον, η απόφαση WB αφορούσε συμβολαιογράφο που συνέταξε πιστοποιητικό κληρονομικής διαδοχής, το οποίο διαφέρει, τόσο ως προς τη φύση του όσο και ως προς τα αποτελέσματά του, από την απόφαση διαζυγίου που εκδίδεται από ληξίαρχο. Τρίτον, στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι συμβολαιογράφοι ασκούν ελεύθερο επάγγελμα το οποίο περιλαμβάνει την παροχή πολλών διαφορετικών υπηρεσιών έναντι αμοιβής (33), σε αντίθεση με την υπό κρίση υπόθεση που αφορά δημόσιους λειτουργούς, οι οποίοι ασκούν αρμοδιότητες αντίστοιχες με των δικαστών.

52.      Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι ο κανονισμός 2201/2003 δεν περιλαμβάνει διαδικασία διαζυγίου όπως αυτή του άρθρου 12 του νομοθετικού διατάγματος 132/2014, διότι, κατά τον χρόνο έκδοσης του κανονισμού 2201/2003, οι νομοθεσίες των κρατών μελών δεν επέτρεπαν τέτοιου είδους εξωδικαστικές διαδικασίες διαζυγίου. Όπως καταδεικνύεται στα σημεία 32 έως 38 των παρουσών προτάσεων, το γράμμα, το πλαίσιο ή οι σκοποί που επιδιώκονται με τον κανονισμό 2201/2003 ουδόλως συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να αποκλείσει τις διαδικασίες αυτές από το καθεστώς αυτόματης αναγνωρίσεως που θεσπίζεται με τον κανονισμό 2201/2003: αν μη τι άλλο, οι παράγοντες αυτοί υποδηλώνουν το αντίθετο.

53.      Στο ίδιο πνεύμα, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις του κανονισμού 2201/2003 που επέφερε ο κανονισμός 2019/1111 ήταν αναγκαίες προκειμένου να υπαχθούν οι εξωδικαστικές διαδικασίες διαζυγίου στο πεδίο εφαρμογής του πρώτου κανονισμού και ότι οι τροποποιήσεις αυτές ισχύουν από την 1η Αυγούστου 2022 και εφεξής, δεν έχουν εφαρμογή ratione temporis στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

54.      Θα διατυπώσω τρεις παρατηρήσεις επί των επιχειρημάτων αυτών. Πρώτον, ο νομοθέτης μιλάει μέσω των νομοθετημάτων που θεσπίζει. Εάν οι όροι που χρησιμοποιεί είναι σαφώς επιδεκτικοί ορισμένης ερμηνείας, είναι καθήκον της δικαστικής εξουσίας να τους εφαρμόσει. Δεύτερον, ουδόλως είναι ασυνήθιστο τα δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καλούνται να ερμηνεύσουν τη νομοθεσία στο πλαίσιο πραγματικών ή νομικών περιστάσεων που προκύπτουν μετά τη θέσπιση της εν λόγω νομοθεσίας. Όπως υπενθύμισε ο γενικός εισαγγελέας M. Wathelet, επικαλούμενος τις προτάσεις πολλών προκατόχων του, το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των τωρινών συνθηκών. Το δίκαιο δεν μπορεί να είναι ξεκομμένο από την κοινωνική πραγματικότητα και πρέπει οπωσδήποτε να προσαρμόζεται προς αυτή όσο το δυνατόν ταχύτερα, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος επιβολής απηρχαιωμένων απόψεων και στατικών αντιμετωπίσεων (34). Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται δυναμικά, ώστε να αποφεύγεται η «απολίθωσή» του. Τρίτον, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα τροποποιήσεων που περιέχονται σε νομοθεσία που θεσπίστηκε μεταγενέστερα (35). Όπως αναγνωρίζει η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση, ο κανονισμός 2019/1111 δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση ratione temporis. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να συναχθούν εξ αυτού συμπεράσματα για την ερμηνεία του κανονισμού 2201/2003.

55.      Χάριν πληρότητας, θα εξετάσω το περιεχόμενο της εξαίρεσης για λόγους δημόσιας τάξης από την αυτόματη αναγνώριση των αποφάσεων διαζυγίου που έχουν εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη και διέπονται από τον κανονισμό 2201/2003, την οποία επικαλέστηκε τρόπον τινά η Πολωνική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Το άρθρο 22 του κανονισμού 2201/2003 περιέχει εξαντλητικό κατάλογο εξαιρέσεων από την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης που θεσπίζει το άρθρο 21. Κατά το άρθρο 22, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003, αποφάσεις που αφορούν διαζύγιο δεν αναγνωρίζονται εάν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης.

56.      Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο κανονισμός 2201/2003 βασίζεται στην αντίληψη ότι η αναγνώριση και η εκτέλεση αποφάσεων που εκδίδονται σε κράτος μέλος στηρίζονται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης (36). Συνακόλουθα, οι λόγοι μη αναγνωρίσεως πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο δυνατό (37). Επομένως, η μη αναγνώριση αποφάσεως με επίκληση την αντίθεση στη δημόσια τάξη πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, επειδή συνιστά εμπόδιο στην επίτευξη ενός εκ των θεμελιωδών σκοπών του κανονισμού 2201/2003 (38). Κατά συνέπεια, η δημόσια τάξη μπορεί να αποτελέσει λόγο απόρριψης της αναγνώρισης μιας απόφασης μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (39).

57.      Μολονότι τα κράτη μέλη είναι καταρχήν ελεύθερα να καθορίζουν το περιεχόμενο της έννοιας της δημόσιας τάξης, τα όρια της έννοιας αυτής χαρακτηρίζονται βάσει του άρθρου 22, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2201/2003 (40). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο μπορεί να ελέγχει τα όρια εντός των οποίων οι αρχές κράτους μέλους δύνανται να ανατρέξουν στην έννοια αυτή προκειμένου να μην αναγνωρίσουν απόφαση προερχόμενη από αρμόδιο δικαστήριο ή αρχή άλλου κράτους μέλους (41). Η επίκληση της αφορώσας τη δημόσια τάξη εξαίρεσης, επομένως, είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση όπου η αναγνώριση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη του κράτους μέλους αναγνωρίσεως ή, με άλλα λόγια, όταν η παραβίαση συνίσταται σε πρόδηλη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος θεωρείται ουσιώδης στην έννομη τάξη του κράτους μέλους αναγνωρίσεως (42). Το πεδίο εφαρμογής της αφορώσας τη δημόσια τάξη εξαίρεσης περιορίζεται επίσης από το άρθρο 25 του κανονισμού 2201/2003, κατά το οποίο αποφάσεις που αφορούν διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου δεν μπορούν να μην αναγνωρισθούν με την αιτιολογία ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους αναγνώρισης δεν επιτρέπει διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου στη βάση των ιδίων γεγονότων.

58.      Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να είναι λυσιτελής η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Coman (43). Η υποχρέωση ενός κράτους μέλους να αναγνωρίσει τον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου που έχει συναφθεί νομίμως σε άλλο κράτος μέλος, για τη χορήγηση δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτου κράτους, δεν θίγει τον θεσμό του γάμου στο πρώτο αυτό κράτος μέλος, υποχρεώνοντάς το να διευκολύνει τον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Η υποχρέωση αναγνώρισης γάμου που έχει συναφθεί νομίμως σε άλλο κράτος μέλος υφίσταται προκειμένου να καθίσταται δυνατή η άσκηση των δικαιωμάτων που τα άτομα αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης (44). Επομένως, η υποχρέωση κράτους μέλους να αναγνωρίσει τέτοιους γάμους δεν είναι ικανή να απειλήσει τη δημόσια τάξη του, ακόμη και εάν το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους απαγορεύει τους γάμους μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου (45).

59.      Συνεπώς, φαίνεται ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί την εξαίρεση της δημόσιας τάξης του άρθρου 22 του κανονισμού 2201/2003 για να δικαιολογήσει τη μη αναγνώριση απόφασης διαζυγίου που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος για τον λόγο ότι η διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση δεν υφίσταται υπό παρόμοια ή ταυτόσημη μορφή στην έννομη τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης.

60.      Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι τα προεκτεθέντα δεν συνεπάγονται οποιαδήποτε υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν την έκδοση διαζυγίου με εξωδικαστική διαδικασία.

61.      Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου ότι η λύση του γάμου με νομίμως καθορισμένη διαδικασία κατά την οποία οι σύζυγοι προβαίνουν έκαστος σε προσωπική δήλωση ότι επιθυμούν να χωρίσουν ενώπιον ληξίαρχου, ο οποίος επικυρώνει τη συμφωνία αυτή παρουσία τους, τουλάχιστον 30 ημέρες αφού επαληθεύσει ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λύση του γάμου, ήτοι ότι οι σύζυγοι δεν έχουν ανήλικα τέκνα ή ενήλικα τέκνα ανίκανα ή βαριά ανάπηρα ή οικονομικά εξαρτώμενα και ότι η μεταξύ τους συμφωνία δεν περιέχει όρους σχετικά με μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, αποτελεί απόφαση διαζυγίου κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003.

Β.      Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

62.      Σε περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει αρνητικά στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν ο κανόνας περί δημοσίων εγγράφων και συμφωνιών του άρθρου 46 του κανονισμού 2201/2003 μπορεί να εφαρμοστεί σε απόφαση διαζυγίου που εκδίδεται με τη διαδικασία που περιγράφεται στο σημείο 14 των παρουσών προτάσεων.

63.      Η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, δεδομένου ότι η συμφωνία διαζυγίου μεταξύ των συζύγων δεν αποτελεί κατά το ιταλικό δίκαιο εκτελεστή συμφωνία, όπως απαιτεί το άρθρο 46 του κανονισμού 2201/2003, ώστε να μπορεί να επωφεληθεί από το σύστημα αυτόματης αναγνώρισης που θεσπίζει ο κανονισμός αυτός.

64.      Η Γαλλική Κυβέρνηση, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις μόνον επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, υποστηριζόμενη από την Εσθονική Κυβέρνηση, υποστηρίζει ότι η εν λόγω συμφωνία αποτελεί δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία μεταξύ των μερών η οποία, εφόσον είναι εκτελεστή βάσει του ιταλικού δικαίου, πρέπει να τύχει αναγνώρισης ως τέτοια. Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που προτείνει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, η Επιτροπή φρονεί ότι παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.

65.      Όπως προκύπτει από την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, φρονώ ότι η απόφαση διαζυγίου που εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο σημείο 14 των παρουσών προτάσεων αποτελεί απόφαση διαζυγίου κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003. Επομένως, το διαζύγιο που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν συνιστά ούτε δημόσιο έγγραφο ούτε συμφωνία μεταξύ των μερών κατά την έννοια του άρθρου 46 του κανονισμού 2201/2003.

V.      Πρόταση

66.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Bundesgerichtshof (Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία) ως εξής:

Η λύση του γάμου με νομίμως καθορισμένη διαδικασία κατά την οποία οι σύζυγοι προβαίνουν έκαστος σε προσωπική δήλωση ότι επιθυμούν να χωρίσουν ενώπιον ληξίαρχου, ο οποίος επικυρώνει τη συμφωνία αυτή παρουσία τους, τουλάχιστον 30 ημέρες αφού επαληθεύσει ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λύση του γάμου, ήτοι ότι οι σύζυγοι δεν έχουν ανήλικα τέκνα ή ενήλικα τέκνα ανίκανα ή βαριά ανάπηρα ή οικονομικά εξαρτώμενα και ότι η μεταξύ τους συμφωνία δεν περιέχει όρους σχετικά με μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, αποτελεί απόφαση διαζυγίου κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      ΕΕ 2003, L 338, σ. 1.


3      Παρόμοιος ορισμός του όρου «δικαστήριο» περιέχεται στις εξής γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 2, σημείο 1, του κανονισμού 2201/2003: τσεχική, δανική, γερμανική, ισπανική, γαλλική, ιταλική, ολλανδική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική και σουηδική.


4      Παρόμοιος ορισμός του όρου «δικαστής» περιέχεται στις εξής γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 2, σημείο 2, του κανονισμού 2201/2003: τσεχική, δανική, γερμανική, ισπανική, γαλλική, ιταλική, ολλανδική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική και σουηδική.


5      Παρόμοιος ορισμός του όρου «απόφαση» περιέχεται στις εξής γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 2, σημείο 4, του κανονισμού 2201/2003: τσεχική, δανική, γερμανική, ισπανική, γαλλική, ιταλική, ολλανδική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική και σουηδική.


6      Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana αριθ. 212, 12 Σεπτεμβρίου 2014, σ. 1.


7      Έτερη προσφυγή, ασκηθείσα από την TB κατά της άρνησης αυτής, εκκρεμεί ενώπιον του Kammergericht Berlin (εφετείου Βερολίνου, Γερμανία).


8      Βλ. Bogdzevič, K., Kaminskienė, N., και Vaigė, L., «Non-Judicial Divorces and the Brussels II bis Regulation: To Apply or Not Apply?», International Comparative Jurisprudence, 2021, τόμος 7, τεύχος 1, σ. 31 έως 39.


9      ΕΕ 2019, L 178, σ. 1.


10      Απόφαση της 24ης Μαρτίου 2021, MCP (C-603/20 PPU, EU:C:2021:231, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


11      Αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 του κανονισμού 2201/2003.


12      Απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2019, Liberato (C-386/17, EU:C:2019:24, σκέψεις 41 και 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


13      Αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 2201/2003.


14      Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017 (C‑372/16, EU:C:2017:988).


15      Όπ.π. (σκέψεις 17 έως 21).


16      ΕΕ 2010, L 343, σ. 10.


17      Άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1259/2010.


18      Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Sahyouni (C‑372/16, EU:C:2017:988, σκέψη 40).


19      Όπ.π. (σκέψεις 41 και 42). Στη σκέψη 43 της απόφασης εκείνης, το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι αμφότεροι οι κανονισμοί θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις.


20      Όπ.π. (σκέψεις 45 έως 49).


21      Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017 (C‑372/16, EU:C:2017:988).


22      Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004 (C‑39/02, EU:C:2004:615).


23      Απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994 (C‑414/92, EU:C:1994:221).


24      Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).


25      Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004 (C‑39/02, EU:C:2004:615).


26      Όπ.π. (σκέψεις 45 και 46).


27      Απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994 (C‑414/92, EU:C:1994:221).


28      Όπ.π. (σκέψη 18).


29      Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004 (C‑39/02, EU:C:2004:615).


30      Απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994 (C‑414/92, EU:C:1994:221).


31      Απόφαση της 23ης Μαΐου 2019 (C‑658/17, EU:C:2019:444).


32      ΕΕ 2012, L 201, σ. 107.


33      Απόφαση της 23ης Μαΐου 2019 (C‑658/17, EU:C:2019:444, σκέψη 60).


34      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στην υπόθεση Coman κ.λπ. (C‑673/16, EU:C:2018:2, σημείο 56).


35      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2017, Aebtri (C‑224/16, EU:C:2017:880, σκέψεις 18, 19 και 64).


36      Αιτιολογική σκέψη 21 του κανονισμού 2201/2003.


37      Απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2019, Liberato (C‑386/17, EU:C:2019:24, σκέψη 46).


38      Όπ.π. (σκέψη 55).


39      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Μαΐου 2016, Meroni (C‑559/14, EU:C:2016:349, σκέψη 38).


40      Όπ.π. (κατ’ αναλογίαν, σκέψη 39).


41      Όπ.π. (κατ’ αναλογίαν, σκέψη 40).


42      Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 2000, Krombach (C‑7/98, EU:C:2000:164, σκέψη 37), της 19ης Νοεμβρίου 2015, P (C‑455/15 PPU, EU:C:2015:763, σκέψη 39), και της 25ης Μαΐου 2016, Meroni (C‑559/14, EU:C:2016:349, σκέψη 42).


43      Απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Coman κ.λπ. (C‑673/16, EU:C:2018:385, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


44      Όπ.π. (σκέψη 45).


45      Όπ.π. (σκέψη 46).