Language of document : ECLI:EU:C:2009:641

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JÁN MAZÁK

της 20ής Οκτωβρίου 2009 (1)

Υπόθεση C‑310/08

London Borough of Harrow

κατά

Nimco Hassan Ibrahim

και

Secretary of State for the Home Department

[αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσα από το Court of Appeal (Civil Division) (England και Wales) (Ηνωμένο Βασίλειο)]

«Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας πρώην εργαζομένου κοινοτικού υπηκόου – Δικαίωμα των τέκνων να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο κράτος μέλος υποδοχής – Δικαίωμα της μητέρας, που είναι υπήκοος μη κοινοτικής χώρας, να διαμένει σε κράτος μέλος – Άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 – Άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ – Έλλειψη επαρκών πόρων που απαιτούνται προς αποφυγή της επιβαρύνσεως του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής»





1.        Στην υπό κρίση υπόθεση, το Court of Appeal (Civil Division) (England και Wales) (Ηνωμένο Βασίλειο) υπέβαλε στο Δικαστήριο, προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τρία ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (2), και της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ενώσεως και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚΚ (3).

2.        Τα ερωτήματα προέκυψαν στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ, αφενός, της Nimco Hassan Ibrahim, υπηκόου τρίτης χώρας, συζύγου Δανού υπηκόου που προηγουμένως εργαζόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο, της οποίας τα τέκνα είναι μαθητές και έχουν Δανική υπηκοότητα, και του London Borough of Harrow (στο εξής: Borough), σχετικά με το αν η Ν. Η. Ibrahim δικαιούται ενίσχυση για την ανεύρεση στέγης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Ν. Η. Ibrahim και των τέκνων της δεν έχουν επαρκείς πόρους για τη συντήρησή τους και εξαρτώνται από το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Secretary of State for the Home Department (Υπουργός Εσωτερικών, στο εξής: Secretary of State) παρενέβη στην εν λόγω δίκη. Κατά τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ν. Η. Ibrahim δεν δικαιούται ενίσχυση για την ανεύρεση στέγης εφόσον δεν έχει δικαίωμα διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Το Court of Appeal ερωτά, μεταξύ άλλων, αν η Ν. Η. Ibrahim και τα τέκνα της έχουν δικαίωμα διαμονής βάσει της οδηγίας 2004/38 ή του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν πρέπει να διαθέτουν επαρκείς πόρους, ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του Ηνωμένου Βασιλείου, και πλήρη ασφάλιση υγείας στο εν λόγω κράτος μέλος.

I –    Νομικό πλαίσιο

 Κοινοτική νομοθεσία

3.        Το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68, ως είχε προ της καταργήσεώς του από την οδηγία 2004/38, όριζε:

«1. Ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των, έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους τα εξής πρόσωπα:

α)      έκαστος των συζύγων και οι κατιόντες τους οι οποίοι έχουν ηλικία κάτω των 21 ετών ή συντηρούνται απ’ αυτόν,

β)      οι ανιόντες του εργαζομένου αυτού και του συζύγου του, τους οποίους αυτός συντηρεί.

2. Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την είσοδο οποιουδήποτε μέλους της οικογενείας που δεν ωφελείται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 εφ’ όσον συντηρείται ή ζει στην χώρα προελεύσεως, υπό την αυτή στέγη με τον εργαζόμενο που αναφέρεται ανωτέρω.

3. Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 ο εργαζόμενος πρέπει να διαθέτει για την οικογένειά του κατοικία, η οποία θεωρείται κανονική για τους ημεδαπούς εργαζομένους στην περιφέρεια όπου απασχολείται, χωρίς ωστόσο η διάταξη αυτή να δύναται να οδηγήσει στη δημιουργία διακρίσεως μεταξύ των ημεδαπών εργαζομένων και των εργαζομένων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.»

4.        Το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 ορίζει:

«Τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους, εφ’ όσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτειά του.

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τις πρωτοβουλίες που επιτρέπουν στα τέκνα αυτά να παρακολουθήσουν τα ανωτέρω μαθήματα με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις.»

5.        Η παράγραφος 3 του άρθρου 12 της οδηγίας 2004/38, με τίτλο «Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής από τα μέλη της οικογένειας σε περίπτωση θανάτου ή αναχώρησης του πολίτη της Ενώσεως», έχει ως εξής:

«Η αναχώρηση του πολίτη της Ενώσεως από το κράτος μέλος υποδοχής ή ο θάνατός του δεν συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής των τέκνων του ή του γονέα ο οποίος έχει πράγματι την επιμέλεια των τέκνων, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, εφόσον τα τέκνα διαμένουν στο κράτος μέλος υποδοχής και είναι εγγεγραμμένα σε εκπαιδευτικό ίδρυμα με σκοπό την πραγματοποίηση σπουδών, έως την ολοκλήρωση των σπουδών τους.»

6.        Το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 ορίζει:

«Οι πολίτες της Ενώσεως και τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στα άρθρα 7, 12 και 13, ενόσω πληρούν τους όρους των άρθρων αυτών.»

 Εθνική νομοθεσία

7.        Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Immigration (European Economic Area) Regulations 2006 (στο εξής: κανονιστική απόφαση του 2006), «δικαιούχος διαμονής» στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι ο υπήκοος κράτους μέλους του ΕΟΧ, ο οποίος βρίσκεται στο Ηνωμένο και αναζητεί εργασία, εργάζεται ως μισθωτός ή ως αυτοαπασχολούμενος, διαθέτει οικονομική αυτάρκεια ή φοιτά σε εκπαιδευτικό ίδρυμα. Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονιστικής αποφάσεως του 2006, πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί ή το οποίο έχει αποκτήσει δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με την εν λόγω κανονιστική απόφαση μπορεί να απελαθεί το Ηνωμένο Βασίλειο εφόσον απολέσει το δικαίωμα αυτό σύμφωνα με την κανονιστική απόφαση του 2006.

8.        Σύμφωνα με τον Housing Act 1996 και τον Allocation of Housing και Homelessness (Eligibility) Regulations 2006, η Ν. Η. Ibrahim δεν δικαιούται ενίσχυση για την ανεύρεση στέγης εφόσον δεν έχει δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας.

II – Η κύρια δίκη και τα υποβληθέντα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ερωτήματα

9.        Η Ν. Η. Ibrahim είναι υπήκοος τρίτης χώρας. Είναι παντρεμένη με Δανό υπήκοο, ο οποίος στο εξής αναφέρεται ως Y, με τον οποίον ζουν πλέον σε διάσταση. Ο Y ήλθε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2002 και εργάστηκε εκεί από τον Οκτώβριο του 2002 έως τον Μάιο του 2003. Ο Y λάμβανε επίδομα αναπηρίας από τον Ιούνιο του 2003 έως τον Μάρτιο του 2004, οπότε έπαυσε να το λαμβάνει, καθώς κρίθηκε ικανός προς εργασία. Λίγο αργότερα, ο Y εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο και επέστρεψε εκεί τον Δεκέμβριο του 2006. Στο μεταξύ, έπαυσε να είναι «δικαιούχος διαμονής», κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονιστικής αποφάσεως του 2006, διότι έπαυσε να εργάζεται και αναχώρησε από το Ηνωμένο Βασίλειο. Όταν επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Δεκέμβριο του 2006, ο Y δεν ανέκτησε την ιδιότητα του «δικαιούχου διαμονής» σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου.

10.      Η Ν. Η. Ibrahim ήλθε στο Ηνωμένο Βασίλειο με άδεια των αρμόδιων για τη μετανάστευση αρχών τον Φεβρουάριο του 2003, προκειμένου να ζήσει μαζί με τον σύζυγό της. Έχουν τέσσερα τέκνα, τα οποία έχουν τη Δανική υπηκοότητα. Τον Οκτώβριο του 2007 οι ηλικίες των τέκνων τους ήταν από 1 έως 9 ετών. Τα τρία μεγαλύτερα σε ηλικία τέκνα ήλθαν στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη μητέρα τους τον Φεβρουάριο του 2003. Το τέταρτο τέκνο γεννήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα δύο μεγαλύτερα άρχισαν να φοιτούν στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα λίγο μετά την έλευσή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο και εξακολουθούν τη φοίτησή τους.

11.      Η Ν. Η. Ibrahim και ο σύζυγός της ζουν σε διάσταση μετά την αναχώρηση αυτού από το Ηνωμένο Βασίλειο το 2004. Δεν ήταν και δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητη. Η Ν. Η. Ibrahim δεν εργάζεται και, για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης και στέγασης, εξαρτάται απολύτως από τα κρατικά επιδόματα που χορηγούνται σε οικονομικά ασθενείς. Δεν διαθέτει πλήρη ασφάλιση υγείας και καλύπτεται από την κρατική υπηρεσία υγείας (National Health Service) του Ηνωμένου Βασιλείου.

12.      Τον Ιανουάριο του 2007 η Ν. Η. Ibrahim υπέβαλε στο Borough αίτηση για υπαγωγή, της ιδίας και των τέκνων της, στο σύστημα αρωγής προς αστέγους. Με απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2007, το Borough έκρινε ότι η Ν. Η. Ibrahim δεν δικαιούται ενίσχυση για την ανεύρεση στέγης, διότι ούτε αυτή ούτε ο σύζυγός της ασκούν κοινοτικό δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μετά από εξέταση της περιπτώσεως της Ν. Η. Ibrahim από νομικής απόψεως, ο υπάλληλος που ήταν αρμόδιος για την εξέταση σχετικών με τη στέγαση ενστάσεων επιβεβαίωσε, με έγγραφο της 29ης Μαρτίου 2007, την από 1 Φεβρουαρίου 2007 απόφαση του Borough με την ίδια αιτιολογία. Έως την ημερομηνία εξετάσεως της προαναφερθείσας ενστάσεως, ο Y δεν εργαζόταν και εξαρτιόταν, για τη διαβίωσή του, από κρατικά επιδόματα.

13.      Η Ν. Η. Ibrahim προσέβαλε την απόφαση του Borough ενώπιον του Clerkenwell και Shoreditch County Court, το οποίο, στις 18 Οκτωβρίου 2007, δέχθηκε τα αιτήματά της. Το County Court έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι τα δύο μεγαλύτερα σε ηλικία τέκνα της Ν. Η. Ibrahim, τα οποία φοιτούσαν στο σχολείο, έχουν δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, προκειμένου να μπορέσουν να ολοκληρώσουν την εκπαίδευσή τους και ότι, ως εκ τούτου, η Ν. Η. Ibrahim έχει παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής στη χώρα. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η οικονομική ανεξαρτησία δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση προϋπόθεση της διαμονής τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.

14.      Το Borough προσέβαλε την απόφαση του County Court ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Κατά το Borough, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως, στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και στα μέλη των οικογενειών τους, δικαιώματος διαμονής στα κράτη μέλη είναι μόνον οι προβλεπόμενες από την οδηγία 2004/38. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Borough, όπως αυτοί παρατίθενται στην απόφαση περί παραπομπής, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ν. Η. Ibrahim και τα τέκνα της δεν έχουν δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει, ειδικότερα, του άρθρου 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38, διότι ο Y δεν εργαζόταν πλέον στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν την αναχώρησή του από εκεί το 2004. Η οδηγία 2004/38 επηρεάζει τόσο το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 όσο και τη νομολογία Baumbast και R (4), η οποία στηρίζεται στο άρθρο αυτό. Κατά το Borough, το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 αποτελούσε τη βάση του δικαιώματος του τέκνου εργαζομένου για πρόσβαση στην εκπαίδευση στο κράτος μέλος υποδοχής, πλην όμως, μετά την κατάργηση του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68, από το οποίο απέρρεε το δικαίωμα διαμονής στο πλαίσιο του κανονισμού αυτού, το προβλεπόμενο από το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού δικαίωμα προσβάσεως στην εκπαίδευση υπόκειται πλέον στις προϋποθέσεις της οδηγίας 2004/38. Σε κάθε περίπτωση, το παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας μετά την αναχώρηση του πολίτη της Ενώσεως από το κράτος μέλος υποδοχής εξαρτάται από την προϋπόθεση της οικονομικής αυτάρκειας. Η αρχή της οικονομικής αυτάρκειας και η αρχή της αναλογικότητας αποτελούν θεμελιώδεις αρχές της κοινοτικής νομοθεσίας, προς εξισορρόπηση των αναγκών του πολίτη και του κράτους. Η προϋπόθεση της οικονομικής αυτάρκειας δεν ισχύει για τον διακινούμενο εργαζόμενο και την οικογένειά του, αλλά ισχύει για οποιασδήποτε άλλης μορφής δικαίωμα διαμονής, όπως σαφώς προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 7 της οδηγίας του 2004. Στην υπόθεση Baumbast και R, η οικογένεια Baumbast είχε οικονομική αυτάρκεια και, μολονότι το ΔΕΚ δεν επικαλέστηκε ρητά το στοιχείο αυτό στη συλλογιστική του στο πλαίσιο των απαντήσεών του στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, σε αντίθεση με το τρίτο ερώτημα, αυτά ήταν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και θα ήταν κατ’ αρχήν λάθος να συναχθεί από την εν λόγω απόφαση οποιαδήποτε γενικότερη αρχή βάσει της οποίας θα μπορούσε να γίνει δεκτό το αίτημα της Ν. Η. Ibrahim παρά την έλλειψη οικονομικής αυτάρκειας.

15.      Σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, η Ν. Η. Ibrahim υποστηρίζει ότι το δικαίωμά της διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο απορρέει από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 σε συνδυασμό με την απόφαση Baumbast και R. Το αιτούν δικαστήριο δέχθηκε ότι το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 δεν ευνοεί, εν προκειμένω, την Ν. Η. Ibrahim λόγω κενού στην εν λόγω διάταξη όσον αφορά τις ιδιαίτερες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την κατάσταση του Υ, ο οποίος έπαυσε να είναι εργαζόμενος με δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο προ της αναχωρήσεώς του (και δεν ανέκτησε το δικαίωμα διαμονής όταν επέστρεψε). Αντιθέτως, η Ν. Η. Ibrahim υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τις αποφάσεις Echternach και Moritz (5) και Baumbast και R (6), αντλεί εμμέσως δικαίωμα διαμονής από το 12 του κανονισμού 1612/68. Δεν ασκεί, συνεπώς, επιρροή η κατάργηση των άρθρων 10 και 11 του κανονισμού 1612/68 από την οδηγία 2004/38, διότι το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 δεν έχει καταργηθεί. Τούτο ισχύει ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι τα τέκνα της Ν. Η. Ibrahim έχουν θεμελιώσει δικαίωμα εκπαιδεύσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο παρά το γεγονός ότι ο Υ έπαυσε να εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο την άνοιξη του 2004, πριν την έκδοση της οδηγίας 2004/38 στις 29 Απριλίου 2004. Η προϋπόθεση της οικονομικής αυτάρκειας δεν ισχύει για τον πολίτη της Ενώσεως ο οποίος εργάζεται στο κράτος μέλος υποδοχής. Επιπλέον, τέτοια προϋπόθεση δεν συνάγεται από τις απαντήσεις του Δικαστηρίου στα δύο πρώτα ερωτήματα στην απόφαση Baumbast και R. Τούτο τεκμηριώνεται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να απαντήσει στα επόμενα σκέλη του τρίτου ερωτήματος (βλ. απόφαση Baumbast και R, σκέψη 95).

16.      Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρουν κατά πολύ από τα περιστατικά των τεσσάρων υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις Echternach και Moritz και Baumbast και R. Στην πρώτη εξ αυτών, τα φοιτούντα σε εκπαιδευτικό ίδρυμα τέκνα ήταν επίσης ενήλικες. Είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στα κράτη μέλη υποδοχής. Στη δεύτερη, η οικογένεια Baumbast εξακολουθούσε να διαμένει στην κατοικία της στο Ηνωμένο Βασίλειο και θεωρούνταν οικονομικά αυτάρκης. Στην υπόθεση R, ο διακινούμενος εργαζόμενος εξακολουθούσε να εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και έτσι απλώς είχε διατηρήσει το δικαίωμά του διαμονής, το μόνο δε ζήτημα ήταν ότι είχε διαζευχθεί τη σύζυγό του. Το αιτούν δικαστήριο δεν είναι βέβαιο αν, σύμφωνα με τη νομολογία Baumbast και R, το παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής θεμελιώνεται μόνο στο άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 ή σε αμφότερα τα άρθρα 10 και 12 του κανονισμού αυτού. Δεδομένου ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από το άρθρο 7 της οδηγίας 2004/38, δεν είναι προφανές, για το αιτούν δικαστήριο, ότι η συλλογιστική της αποφάσεως Baumbast εξακολουθεί να ισχύει στο σύνολό της, μπορεί δε ευλόγως να υποστηριχθεί ότι η προσαρμοσμένη στα σύγχρονα δεδομένα συλλογιστική της θα έπρεπε να βασιστεί στον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 και της οδηγίας του 2004. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι στα δύο πρώτα ερωτήματα της υποθέσεως Baumbast και R δόθηκε απάντηση χωρίς να ληφθεί υπόψη η αρχή της οικονομικής αυτάρκειας. Ωστόσο, οι απαντήσεις αυτές δόθηκαν με δεδομένο ότι η οικογένεια Baumbast ήταν οικονομικά αυτάρκης. Το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 δεν θέτει ρητώς ως προϋπόθεση την οικονομική αυτάρκεια, παρά το γεγονός ότι η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται ρητώς στην παράγραφο 2 του άρθρου 12, όπου ρυθμίζεται το δικαίωμα διαμονής σε περίπτωση του θανάτου του πολίτη της Ενώσεως. Πάντως, πέραν της περιπτώσεως του εργαζομένου, η οικονομική αυτάρκεια έχει αναγορευθεί σε γενική αρχή.

17.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Court of Appeal, με διάταξή του της 21ης Απριλίου 2008, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως:

«Σε περίπτωση που i) η σύζυγος, υπήκοος τρίτης χώρας, και τα έχοντα ιθαγένεια κράτους μέλους τέκνα της ήλθαν στο Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό την οικογενειακή επανένωση με τον εκεί ευρισκόμενο έτερο σύζυγο, ο οποίος είναι πολίτης της Ενώσεως, ii) ο πολίτης της Ενώσεως βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο ως μισθωτός, iii) στη συνέχεια ο πολίτης της Ενώσεως έπαυσε να είναι μισθωτός και κατόπιν αναχώρησε από το Ηνωμένο Βασίλειο, iv) ο πολίτης της Ενώσεως, η υπήκοος τρίτης χώρας σύζυγός του και τα τέκνα τους δεν έχουν οικονομική αυτάρκεια και εξαρτώνται από κοινωνικές παροχές στο Ηνωμένο Βασίλειο, v) τα τέκνα άρχισαν να φοιτούν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στο Ηνωμένο Βασίλειο λίγο μετά την άφιξή τους στο εν λόγω κράτος και ενώ ο πολίτης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ήταν μισθωτός:

1)       έχουν η σύζυγος και τα τέκνα δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνον εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2004/38 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004,

ή

2)       i) αντλούν δικαίωμα διαμονής από το άρθρο [12 του κανονισμού 1612/68], όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, χωρίς να χρειάζεται να πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2004/38 […];

και

ii) αν συμβαίνει αυτό, απαιτείται να έχουν επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά το διάστημα που επιθυμούν να παραμείνουν σ’ αυτό και να έχουν πλήρη ασφάλιση υγείας στο κράτος μέλος υποδοχής;

3)       Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι καταφατική, θα ήταν διαφορετική η λύση αν, όπως εν προκειμένω, τα τέκνα έχουν αρχίσει να φοιτούν σε σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και ο έχων την ιθαγένεια της Ενώσεως εργαζόμενος έπαυσε να εργάζεται πριν την λήξη της προθεσμίας εφαρμογής της οδηγίας 2004/38 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, από τα κράτη μέλη;

III – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

18.      Υπομνήματα κατέθεσαν η Ν. Η. Ibrahim, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία, η Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή και η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Σεπτεμβρίου 2009, παρατηρήσεις ανέπτυξαν το Borough, η Ν. Η. Ibrahim, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βασίλειο της Δανίας, η Ιρλανδία, η Επιτροπή και η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ.

IV – Εκτίμηση

19.      Αντικείμενο της δίκης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου είναι το αν η Ν. Η. Ibrahim δικαιούται ενίσχυση για την ανεύρεση στέγης σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. Δεδομένου ότι, κατά την εθνική νομοθεσία, η χορήγηση ενισχύσεως προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, τη νόμιμη διαμονή της Ν. Η. Ibrahim στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα επικεντρώνονται στο αν και υπό ποιες προϋποθέσεις η Ν. Η. Ibrahim και τα τέκνα της έχουν δικαίωμα διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας (7).

20.      Θεωρώ ότι τα τρία ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να συνεξεταστούν. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι προβληματίζεται σχετικά με το αν, βάσει του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 και της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Baumbast και R (8), καθώς και υπό το πρίσμα της οδηγίας 2004/38, τα τέκνα (9) εργαζομένου που έχει παύσει να εργάζεται, προκειμένου να ολοκληρώσουν την εκπαίδευση την οποία άρχισαν σχετικά πρόσφατα, έχουν δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής παρά την έλλειψη οικονομικής αυτάρκειας και ανεξαρτήτως του πόσο σύντομη ήταν η διαμονή του εργαζομένου στο κράτος μέλος υποδοχής.

21.      Από τα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Y εργάστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Οκτώβριο του Οκτώβριο του 2002 έως τον Μάιο του 2003 και εισέπραττε επίδομα αναπηρίας από τον Ιούνιο του 2003 έως τον Μάρτιο του 2004. Επομένως, ο Y είχε την ιδιότητα του εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ. Παρά το μικρό χρονικό διάστημα της εργασίας του στο Ηνωμένο Βασίλειο, το αιτούν δικαστήριο δεν αμφιβάλλει ότι, κατά το διάστημα αυτό, ο Υ ήταν εργαζόμενος. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο Υ άσκησε πραγματική και γνήσια δραστηριότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, από τη δικογραφία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου δεν προκύπτει, με την επιφύλαξη του ελέγχου που θα διενεργήσει το αιτούν δικαστήριο, ότι ο Υ ή η σύζυγός του επικαλούνται καταχρηστικώς ή δολίως τους κοινοτικούς κανόνες (10).

22.      Από τη δικογραφία προκύπτει σαφώς ότι, κατά το διάστημα που ο Υ εργαζόταν, η Ν. Η. Ibrahim και τρία από τα τέκνα τους είχαν εγκατασταθεί μαζί με τον Y στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δύο από τα τέκνα άρχισαν τη φοίτησή τους στη δημόσια εκπαίδευση ευθύς αμέσως μετά την έλευσή τους και τη συνεχίζουν. Υπό το πρίσμα των περιστάσεων που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, είναι, φρονώ, πρόδηλο ότι τα τέκνα πολίτη της Ενώσεως που έχουν εγκατασταθεί στο κράτος μέλος υποδοχής κατά το διάστημα που ο γονέας τους είναι κοινοτικός εργαζόμενος έχουν δικαίωμα να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, δικαίωμα το οποίο θα στερούνταν αν έχαναν το δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος αυτό λόγω του ότι ο πατέρας τους έπαυσε εν συνεχεία να είναι εργαζόμενος. Κατά την άποψή μου, η απώλεια του δικαιώματος αυτού σε μια τέτοια περίπτωση δεν έχει έρεισμα στην κοινοτική νομοθεσία και νομολογία. Προκειμένου να διασφαλιστεί το effet utile ή, αλλιώς, η πρακτική αποτελεσματικότητα του δικαιώματος προσβάσεως στην εκπαίδευση στο κράτος μέλος υποδοχής, το δικαίωμα διαμονής των εν λόγω τέκνων απορρέει απευθείας από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68.

23.      Με την απόφαση Baumbast και R, το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να υπάρχουν οι καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση της οικογένειας του κοινοτικού εργαζόμενου στο κράτος μέλος υποδοχής, πρέπει το τέκνο του κοινοτικού εργαζομένου να έχει τη δυνατότητα να αρχίσει τη σχολική του εκπαίδευση και να συνεχίσει τις σπουδές του στο κράτος μέλος υποδοχής, όπως ορίζει ρητώς το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως Baumbast, αν το τέκνο πολίτη της Ενώσεως –ο οποίος, όπως προδήλως προκύπτει από τα οικεία πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εργαζόμενος (11) βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας– δεν έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει την εκπαίδευσή του στο κράτος μέλος υποδοχής, λόγω μη χορηγήσεως άδειας διαμονής, ο εν λόγω πολίτης εμποδίζεται στην άσκηση των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας που απορρέουν από το άρθρο 39 ΕΚ και, επομένως, εμποδίζεται η πραγματική άσκηση της ελευθερίας που εγγυάται κατ’ αυτόν τον τρόπο η Συνθήκη ΕΚ (12).

24.      Επομένως, προκύπτει, φρονώ, σαφώς από την απόφαση Baumbast και R ότι τα τέκνα του W. Baumbast αντλούν δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο αποκλειστικά από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, προκειμένου να συνεχίσουν εκεί τις εγκύκλιες σπουδές τους, και ότι το δικαίωμα αυτό το κατοχύρωσαν με την εγκατάστασή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά το διάστημα που ο W. Baumbast ασκούσε τα δικαιώματά του ως διακινούμενος εργαζόμενος. Τα τέκνα του W. Baumbast διατηρούν το δικαίωμα διαμονής, προς συνέχιση των σπουδών τους, παρά το γεγονός ότι ο W. Baumbast έπαυσε να είναι κοινοτικός εργαζόμενος.

25.      Δεν προκύπτει από το κείμενο της αποφάσεως Baumbast και R ένδειξη περί του ότι το Δικαστήριο στήριξε το διατηρούμενο δικαίωμα διαμονής των τέκνων του W. Baumbast στο (καταργηθέν με την οδηγία 2004/38) άρθρο 10 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68.

26.      Μολονότι το Δικαστήριο αναφέρθηκε, με τις σκέψεις 58 έως 62 της αποφάσεως Baumbast και R, σε αμφότερες αυτές τις διατάξεις του κανονισμού 1612/68, είναι πρόδηλο ότι η αναφορά αυτή γίνεται στο πλαίσιο των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του R. Τα τέκνα του R ήταν μέλη της οικογένειας κοινοτικού εργαζόμενου, αλλά δεν διαβιούσαν μονίμως με αυτόν. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα μέλη της οικογένειας εργαζόμενου που είναι υπήκοος κράτους μέλους και εργάζεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους έχουν δικαίωμα διαμονής και συνεχίσεως των σπουδών τους βάσει των άρθρων 10 και 12 του κανονισμού 1612/68 (13). Πλην όμως, το Δικαστήριο έκρινε, περαιτέρω, ότι το άρθρο 10, το οποίο ορίζει ότι το μέλος της οικογένειας του διακινούμενου εργαζόμενου έχει δικαίωμα να εγκατασταθεί με τον εργαζόμενο, δεν απαιτεί το εν λόγω μέλος της οικογένειας να διαβιοί μονίμως με τον εργαζόμενο (14).

27.      Θα ήθελα να επισημάνω, συναφώς, ότι το σημείο 1 του διατακτικού της αποφάσεως W. Baumbast και R, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των τέκνων τόσο του W. Baumbast όσο και του R, στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68.

28.      Θα ήθελα, επίσης, να τονίσω ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Gaal (15), το άρθρο 12 του κανονισμού του κανονισμού 1612/68 δεν παραπέμπει στο άρθρο 10. Στην υπόθεση αυτή, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε το ερώτημα αν ως «τέκνο», κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, θεωρείται μόνον, όπως συμβαίνει στα (καταργηθέντα πλέον) άρθρα 10, παράγραφος 1, και 11 του ιδίου κανονισμού, το κάτω των 21 ετών ή το συντηρούμενο τέκνο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το να τεθούν ως κριτήρια για την εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 το όριο ηλικίας ή η ιδιότητα του συντηρούμενου τέκνου είναι αντίθετο στο γράμμα και στο πνεύμα της διατάξεως αυτής (16).

29.      Επομένως, για να μπορούν να επικαλεστούν τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, τα τέκνα εργαζομένου ή πρώην εργαζομένου πρέπει να εγκατασταθούν στο κράτος μέλος υποδοχής κατά το διάστημα που ο γονέας τους ασκεί το δικαίωμα διαμονής ως διακινούμενος εργαζόμενος σε αυτό το κράτος μέλος (17). Στην περίπτωση αυτή και εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, δεν έχει πλέον σημασία η διάταξη βάσει της οποίας το τέκνο εγκαταστάθηκε στο κράτος μέλος υποδοχής (18) και το αν η εν λόγω διάταξη εξακολουθεί να έχει εφαρμογή (19).

30.      Θεωρώ απορριπτέα την άποψη ότι, μετά την έναρξη ισχύος της, η οδηγία 2004/38 αποτελεί τη μόνη πηγή δικαιωμάτων διαμονής των πολιτών της Ενώσεως και των μελών των οικογενειών τους στο έδαφος των κρατών μελών.

31.      Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν κατάργησε, με την οδηγία 2004/38, το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, μολονότι τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού αυτού έχουν ρητώς καταργηθεί από τις 30 Απριλίου 2006 (20). Είναι, συνεπώς, φανερό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να διατηρήσει τα δικαιώματα προσβάσεως στην εκπαίδευση των τέκνων των εργαζομένων και των πρώην εργαζομένων, τα οποία κατοχυρώνονται από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.

32.      Σε κάθε περίπτωση, φρονώ ότι δεν υφίσταται έλλειψη συνοχής ή σύγκρουση μεταξύ των δικαιωμάτων που αντλούνται από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και των δικαιωμάτων που αντλούνται από την οδηγία 2004/38, ώστε να είναι απαιτείται στενότερη ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 από το Δικαστήριο. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν περιόρισε ούτε μετέβαλε, με το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 (21), το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, το οποίο αφορά ειδικά τα τέκνα εργαζομένων ή πρώην εργαζομένων, αλλ’ αντιθέτως ενίσχυσε (22) το δικαίωμα των τέκνων άλλων πολιτών της Ενώσεως να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους στο κράτος μέλος υποδοχής (23) σε ορισμένες περιπτώσεις.

33.      Όσον αφορά τη διάρκεια της φοιτήσεως των τέκνων της Ν. Η. Ibrahim στο Ηνωμένο Βασίλειο, θεωρώ ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, το στοιχείο αυτό δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το δικαίωμά τους να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους και το παρεπόμενο δικαίωμα διαμονή στο κράτος μέλος αυτό. Το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 δεν θέτει όρια όσον αφορά την κατώτατη διάρκεια φοιτήσεως. Περαιτέρω, θα ήταν, κατ’ εμέ, αντίθετο στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου το να γίνει δεκτό ότι υφίστανται τέτοιες προϋποθέσεις, δεδομένου ότι το Δικαστήριο, με αποφάσεις όπως οι Gaal (24), Baumbast και R (25), di Leo (26) και Echternach και Moritz (27), έχει προκρίνει την ευρεία ερμηνεία, αντί της στενής, του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68. Επιπλέον, το Δικαστήριο, με την απόφαση Eind (28), επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι οι πράξεις του παράγωγου κοινοτικού δικαίου στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας και της διαμονής δεν μπορούν να ερμηνεύονται στενά. Φρονώ ότι, αν τα τέκνα πολίτη της Ενώσεως, ο οποίος είναι πρώην εργαζόμενος, στερούνταν τη δυνατότητα να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους στο κράτος μέλος υποδοχής λόγω του ότι η φοίτησή τους ήταν μικρότερη από ορισμένο όριο (29), ο πολίτης της Ενώσεως θα αποθαρρυνόταν από την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 39 ΕΚ, και, ως εκ τούτου, θα υπήρχαν εμπόδια στην ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος αυτού. Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο στη σκέψη 54 της αποφάσεως Baumbast και R (30), θεωρώ ότι η επιβολή τέτοιων προϋποθέσεων παραβιάζει όχι μόνον το γράμμα, αλλά και το πνεύμα του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 και, βεβαίως, του άρθρου 39 ΕΚ.

34.      Δεδομένου ότι τα τέκνα της Ν. Η. Ibrahim (31) έχουν δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής για να παρακολουθήσουν εκεί μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, υπό το πρίσμα της αποφάσεως Baumbast και R (32), η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ο γονέας που όντως έχει την επιμέλεια των τέκνων αυτών πρέπει, ασχέτως της ιθαγένειάς του, να διαμένει με αυτά για να διευκολύνει την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος (33).

35.      Οι γονείς που έχουν την επιμέλεια τέκνων που δύνανται να επικαλεστούν το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 βρίσκονται σε επισφαλή θέση, διότι δεν αντλούν κανένα δικαίωμα διαμονής απευθείας από τη διάταξη αυτή. Παρά ταύτα, τα εν λόγω πρόσωπα, ως έχοντες την επιμέλεια των τέκνων αυτών, αντλούν προδήλως μεν, εμμέσως δε, δικαίωμα διαμονής από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, προς διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων που απορρέουν υπέρ των τέκνων τους από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 (34).

36.      Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το δικαίωμα διαμονής της Ν. Η. Ibrahim και των τέκνων της στο Ηνωμένο Βασίλειο εξαρτάται από το αν έχουν επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά το διάστημα που επιθυμούν να παραμείνουν σ’ αυτό και να έχουν πλήρη ασφάλιση υγείας στο κράτος μέλος υποδοχής.

37.      Κατά την άποψή μου, δεν προκύπτει ούτε από την κοινοτική νομοθεσία ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι, υπό τις περιστάσεις της δίκης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η επάρκεια των πόρων ή η ασφαλιστική κάλυψη της υγείας αποτελούν προϋποθέσεις του δικαιώματος διαμονής.

38.      Το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών αναγνωρίζεται απευθείας σε κάθε πολίτη της Ενώσεως από το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΕΚ.

39.      Πλην όμως, το δικαίωμα αυτό υπόκειται στους περιορισμούς και στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη Συνθήκη και από τις διατάξεις που θεσπίστηκαν για την άσκησή του (35). Συναφώς, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ρητώς επιβάλλει σε ορισμένους πολίτες της Ενώσεως και στα μέλη των οικογενειών τους, σε ορισμένες περιπτώσεις, ως προϋπόθεση της διαμονής τους στο κράτος μέλος υποδοχής, να έχουν ασφάλιση υγείας που να καλύπτει όλους τους κινδύνους στο κράτος μέλος υποδοχής και επαρκείς πόρους καθ’ όλο το διάστημα της παραμονής τους, ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής (36).

40.      Θα ήθελα, πάντως, να επισημάνω, ως παράδειγμα, ότι δεν επιβάλλεται τέτοια προϋπόθεση σε πολίτες της Ενώσεως που είναι εργαζόμενοι ή απασχολούμενοι στο κράτος μέλος υποδοχής ή στα μέλη των οικογενειών τους που τους συνοδεύουν ή μεταβαίνουν εκεί με σκοπό την οικογενειακή επανένωση (37).

41.      Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ρητώς επιλέξει να περιορίσει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, το δικαίωμα διαμονής ορισμένων πολιτών της Ενώσεως και των μελών των οικογενειών τους, υποχρεώνοντάς τους να είναι οικονομικά αυτάρκεις και να έχουν ασφάλιση υγείας, φρονώ ότι η μη επιβολή τέτοιων όρων ή προϋποθέσεων σε άλλους πολίτες της Ενώσεως και των μελών των οικογενειών τους οφείλεται σε ρητή επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη (38). Επομένως, το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ενώσεως και των μελών των οικογενειών τους δεν υπόκειται, κατά την άποψή μου, σε όρους ή περιορισμούς όσον αφορά την οικονομική αυτάρκεια και την ασφάλιση υγείας, εκτός αν τούτο προβλέπεται ρητώς από την κοινοτική νομοθεσία.

42.      Περαιτέρω, μολονότι η κοινοτική νομοθεσία διακρίνει σαφώς μεταξύ, αφενός, πολιτών της Ενώσεως που είναι εργαζόμενοι ή αυτοαπασχολούμενοι και των μελών των οικογενειών τους και, αφετέρου, εκείνων που είναι «οικονομικά ανενεργοί», όσον αφορά το δικαίωμα διαμονής και το ζήτημα της οικονομικής αυτάρκειας και της ασφαλίσεως υγείας (39), εντούτοις η διάκριση αυτή δεν είναι απόλυτη (40) ούτε γενική (41).

43.      Το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, το οποίο δεν τροποποιήθηκε με την οδηγία 2004/38, δεν επιβάλλει στα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του καμία προϋπόθεση σχετικά με οικονομική αυτάρκεια ή ασφάλιση υγείας.

44.      Όντως, με την απόφαση Echternach και Moritz, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ιδιότητα του τέκνου κοινοτικού εργαζομένου, κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68, συνεπάγεται ότι τα εν λόγω τέκνα πρέπει να λαμβάνουν την παρεχόμενη από το κράτος ενίσχυση στους σπουδαστές, ώστε να καταστεί δυνατή η ένταξή τους στο κράτος μέλος υποδοχής. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στις περιπτώσεις όπου οι υπαγόμενοι στις εν λόγω κοινοτικές διατάξεις είναι σπουδαστές που έφθασαν στη χώρα υποδοχής σε προσχολική ακόμη ηλικία (42).

45.      Επομένως, με την απόφαση Echternach και Moritz, το Δικαστήριο δεν επέβαλε οικονομικής φύσεως προϋποθέσεις για την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, αλλ’ αντιθέτως έκρινε ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται για την κάλυψη των εξόδων εκπαίδευση και των δαπανών συντηρήσεως των σπουδαστών πρέπει να θεωρούνται κοινωνικά πλεονεκτήματα, τα οποία δικαιούνται τα τέκνα των κοινοτικών εργαζομένων υπό τους ίδιους όρους υπό τους οποίους χορηγούνται τα πλεονεκτήματα αυτά στους ημεδαπούς (43).

46.      Επιπλέον, δεν συνάγεται από την απόφαση Baumbast και R προϋπόθεση σχετική με την οικονομική αυτάρκεια ή την ασφάλιση υγείας.

47.      Το Δικαστήριο δεν έθεσε τέτοιες προϋποθέσεις σε σχέση με την κρίση που διατυπώνει στο πρώτο μέρος του διατακτικού, ότι τα τέκνα κοινοτικού υπηκόου, πρώην εργαζομένου, έχουν δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής προκειμένου να παρακολουθήσουν μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, ή, στο δεύτερο μέρος του διατακτικού, ότι ο γονέας που έχει την επιμέλεια των τέκνων αυτών δύναται, ασχέτως της ιθαγένειάς του, να διαμένει μαζί τους προς διευκόλυνση της ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος. Όσον αφορά το δικαίωμα διαμονής των τέκνων της οικογένειας Baumbast και του έχοντος την επιμέλεια αυτών (44), φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν απέδωσε μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι η οικογένεια Baumbast ήταν οικονομικά αυτάρκης και είχε ασφάλιση υγείας.

48.      Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το ζήτημα της οικονομικής αυτάρκειας και της ασφαλιστικής καλύψεως της υγείας τέθηκε μόνο σε σχέση με το δικαίωμα διαμονής του W. Baumbast (45) και αφορούσε, ειδικότερα, το αν ο πολίτης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ο οποίος δεν έχει πλέον στο κράτος μέλος υποδοχής δικαίωμα διαμονής ως διακινούμενος εργαζόμενος δύναται, υπό την ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως, να έχει εκεί δικαίωμα διαμονής δυνάμει άμεσης εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 1, ΕΚ (46).

V –    Πρόταση

49.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Court of Appeal (England και Wales) (Civil Division) (United Kingdom) ως εξής:

Τα τέκνα πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος κατά το διάστημα που ο γονέας τους ασκεί, στο εν λόγω κράτος μέλος, το δικαίωμα εγκαταστάσεως ως διακινούμενος εργαζόμενος, δικαιούνται να διαμένουν στο κράτος μέλος αυτό προκειμένου να παρακολουθούν μαθήματα γενικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.

Υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ο έχων την επιμέλεια των τέκνων αυτών γονέας δικαιούται, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, να διαμένει με αυτά, προς διευκόλυνση της ασκήσεως του προαναφερθέντος δικαιώματος των τέκνων του. Δεν ασκεί συναφώς επιρροή το ότι ο γονέας που είναι πολίτης της Ενώσεως έπαυσε να έχει την ιδιότητα του διακινούμενου εργαζομένου στο κράτος μέλος υποδοχής και, εν συνεχεία, αναχώρησε από το κράτος αυτό, το ότι τα τέκνα και ο έχων την επιμέλεια γονέας δεν δύνανται να αυτοσυντηρηθούν και εξαρτώνται από την κοινωνική πρόνοια του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και η χρονική διάρκεια της εγγραφής των τέκνων στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως στο κράτος μέλος υποδοχής.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.


3 – ΕΕ L 158, σ. 77.


4 – Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑413/99 (Συλλογή 2002, σ. I‑7091).


5 – Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1989, 389/87 και 390/87 (Συλλογή 1989, σ. 723).


6 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 4.


7 – Στις 21 Απριλίου 2008, ημερομηνία εκδόσεως της διατάξεως περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι η Ν. Η. Ibrahim αντλεί ενδεχομένως δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνον από την κοινοτική νομοθεσία. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Σεπτεμβρίου 2009, ο σύμβουλος του Borough και του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε ότι, στο μεταξύ, η κατάσταση της Ν. Η. Ibrahim έχει ενδεχομένως μεταβληθεί από νομικής απόψεως, διότι ο σύζυγός της εργάζεται εν νέου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν τροποποίησε ούτε απέσυρε τη διάταξη περί παραπομπής, η υπόθεση πρέπει να εξεταστεί με βάση τα παρατιθέμενα στην εν λόγω διάταξη πραγματικά περιστατικά.


8 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 4.


9 – Και ο γονέας που έχει τη γονική μέριμνα.


10 – Βλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1999, C‑212/97, Centros (Συλλογή 1999, σ. I‑1459, σκέψεις 24 και 25), και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑151/04 και C‑152/04, Claude Nadin και Nadin-Lux. (Συλλογή 2005, σ. I‑11203, σκέψεις 45 έως 48).


11– Επιπλέον, με τη σκέψη 54 της αποφάσεως Baumbast και R (παρατίθεται στην υποσημείωση 4), το Δικαστήριο τόνισε ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 προβλέπει δικαίωμα προσβάσεως στην εκπαίδευση για τα «τέκνα υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους» (η υπογράμμιση δική μου). Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Echternach και Moritz, σκέψη 21. Ο πατέρας τού Α.Moritz δεν ήταν πλέον εργαζόμενος στο κράτος μέλος υποδοχής καθώς είχε επιστρέψει στο κράτος μέλος καταγωγής. Βλ., επίσης, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 42/87, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 5445), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι τα τέκνα αποθανόντος εργαζομένου μπορούν να συνεχίσουν να επικαλούνται υπέρ τους το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως. Βλ. άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38.


12 – Βλ. σκέψεις 50 έως 52 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 4 αποφάσεως Baumbast και R.


13 – Βλ. σκέψη 58 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 4 αποφάσεως Baumbast και R.


14 – Βλ. σκέψη 62.


15 – Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1997 C‑7/94 (Συλλογή 1995, σ. I‑1031, σκέψη 23).


16 – Βλ. σκέψη 25.


17 – Βλ. απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, 197/86, Brown (Συλλογή 1988, σ. 3205, σκέψη 30), και την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση Gaal, σκέψη 27.


18 – Όπως, π.χ., το (καταργηθέν) άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68.


19 – Με τις προτάσεις στην υπόθεση Laurin (απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Ιανουαρίου 2005, C-302/02, Συλλογή 2005, σ. I‑553), η γενική εισαγγελέας Kokott επισημαίνει ότι, «[επειδή] το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 ευνοεί και τα τέκνα πρώην διακινουμένων εργαζομένων, δεν έχει σημασία το αν, κατά τον χρόνο που το τέκνο επικαλείται τη διάταξη αυτή, ο διακινούμενος εργαζόμενος εξακολουθεί να βρίσκεται, στο κράτος μέλός υποδοχής ή αν είναι εργαζόμενος. Δεν είναι επίσης αναγκαίο να συντρέχουν περαιτέρω οι προϋποθέσεις του άρθρου 10. Η διάταξη αυτή ορίζει τον κύκλο προσώπων που έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου στο κράτος υποδοχής ως μέλη της οικογενείας του. Απαιτεί ιδίως να εξασφαλίζει ο εργαζόμενος τη συντήρηση των οικείων προσώπων. Οι αξιώσεις κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 εξαρτώνται, εντούτοις, μόνον από το γεγονός ότι μια τέτοια κατάσταση υπήρξε στο παρελθόν. Είναι ανεξάρτητες από την παρούσα κατάσταση. Κατά συνέπεια, αρκεί ότι το τέκνο ζούσε με τους γονείς του ή με τον έναν από αυτούς σε κράτος μέλος, ενόσω ένας τουλάχιστον από τους γονείς του κατοικούσε εντός αυτού ως εργαζόμενος» (η υπογράμμιση δική μου). Βλ. σημείο 58, οι εσωτερικές παραπομπές έχουν παραλειφθεί.


20 – Βλ. άρθρο 38 της οδηγίας 2004/38.


21 – Το οποίο προβλέπει, ρητώς, σε περίπτωση θανάτου ή αναχώρησης του πολίτη της Ένωσης, τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής από τα τέκνα του ή τον γονέα που έχει πράγματι την επιμέλεια των τέκνων, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, εφόσον τα τέκνα διαμένουν στο κράτος μέλος υποδοχής και είναι εγγεγραμμένα σε εκπαιδευτικό ίδρυμα με σκοπό την πραγματοποίηση σπουδών, έως την ολοκλήρωση των σπουδών τους. Επισημαίνω ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή στην περίπτωση της Ν. Η. Ibrahim.


22 – Προβλέποντας τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής.


23 – Φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 2004/38. Μολονότι σε αυτή την αιτιολογική σκέψη γίνεται λόγος για ανάγκη κωδικοποιήσεως και επανεξετάσεως των ισχυουσών κοινοτικών πράξεων που διέπουν χωριστά τους μισθωτούς, τους μη μισθωτούς, καθώς και τους φοιτητές και άλλα πρόσωπα άνευ επαγγέλματος, από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη προκύπτει σαφώς ότι η οδηγία ότι σκοπός της οδηγίας είναι η απλοποίηση και η ενίσχυση, και όχι ο περιορισμός του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης. Στο ίδιο πνεύμα, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 2008, C‑127/08, Metock κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I‑624), τόνισε προσφάτως ότι οι πολίτες της Ένωσης δεν πρέπει να αντλούν από την οδηγία 2004/38 λιγότερα δικαιώματα σε σχέση με τις πράξεις του παράγωγου δικαίου που τροποποιήθηκαν ή καταργήθηκαν από αυτή (βλ. σκέψη 59).


24 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 15.


25 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 4.


26 – Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑308/89 (Συλλογή 1990, σ. I‑4185).


27 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 5.


28 – Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007 C‑291/05 (Συλλογή 2007, σ. I‑10719, σκέψη 43).


29 – Πράγμα που δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί


30 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 4.


31 – Τα οποία εγκαταστάθηκα στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά το διάστημα που ο πατέρας τους ασκούσε εκεί το δικαίωμα διαμονής ως διακινούμενος εργαζόμενος.


32 – Βλ. σκέψη 75 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 4 αποφάσεως.


33 – Επομένως, ο γονέας που έχει την επιμέλεια πρέπει να διαμένει με το τέκνο του στο κράτος μέλος υποδοχής, διότι τούτο αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των δικαιωμάτων που αντλεί το τέκνο από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68. Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2004, C‑200/02, Zhu και Chen (Συλλογή 2004, σ. I‑9925, σκέψη 45).


34 – Η χορήγηση δικαιώματος διαμονής στον έχοντα την επιμέλεια επιτάσσεται από την ανάγκη προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή. Βλ. άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες.


35 – Βλ., σχετικά, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Eind, σκέψη 28.


36 – Βλ., μεταξύ άλλων, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία α΄, β΄ και γ΄, και 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38. Βλ. την καταργηθείσα οδηγία 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής (ΕΕ L 180, σ. 26), οδηγία 90/365/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα (ΕΕ L 180, σ. 28), και οδηγία 90/366/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ L 180, σ. 30). Βλ. επίσης την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33 απόφαση Zhu και Chen, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 18 ΕΚ και η οδηγία 90/364 απονέμουν στον ανήλικο υπήκοο κράτους μέλους, ο οποίος διαθέτει τη δέουσα ασφάλιση υγείας και συντηρείται από γονέα, υπήκοο τρίτου κράτους, του οποίου οι πόροι επαρκούν ώστε ο ανήλικος να μην επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά του κράτους μέλους υποδοχής, δικαίωμα διαμονής αόριστης διάρκειας στο έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους. Στην περίπτωση αυτή, οι ίδιες αυτές διατάξεις επιτρέπουν στον γονέα που έχει πράγματι την επιμέλεια του υπηκόου αυτού να διαμένει μαζί του στο κράτος μέλος υποδοχής.


37 – Βλ., π.χ., το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και δ΄, και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38. Βλ., συγκεκριμένα, άρθρο 14, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/38. Για τα ισχύοντα πριν την έκδοση της οδηγίας 2004/38, βλ., π.χ., το άρθρο 4 της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43), κατά το οποίο τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν στους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά τους. Η οδηγία 68/360 καταργήθηκε με την οδηγία 2004/38.


38 – Συγκρίνετε, π.χ., το άρθρο 12, παράγραφος 2, και το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38.


39 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Eind, σκέψεις 28 έως 30.


40 – Βλ., π.χ., άρθρο 14, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38.


41 – Βλ. άρθρο 16 της οδηγίας 2004/38, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι οι πολίτες της Ενώσεως που έχουν αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής δεν υπόκεινται στις προϋποθέσεις του κεφαλαίου III της οδηγίας αυτής.


42 – Βλ. σκέψη 35 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 5 αποφάσεως.


43 – Όπ.π., σκέψη 36. Με την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 απόφαση di Leo, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 δεν αφορά μόνον εκπαίδευση στο κράτος μέλος υποδοχής. Επομένως, τα τέκνα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής πρέπει να έχουν μεταχείριση ημεδαπού όσον αφορά την παροχή υποτροφιών όχι μόνο στην περίπτωση που η εκπαίδευση παρέχεται στο κράτος μέλος υποδοχής, αλλά και στην περίπτωση που παρέχεται στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχουν τα εν λόγω τέκνα. Βλ. επίσης αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 1974, 9/74, Casagrande (Συλλογή τόμος 1974, σ. 773), και της 29ης Ιανουαρίου 1975, 68/74, Alaimo (Συλλογή τόμος 1975, σ. 109).


44 – Στις σκέψεις 47 έως 63 ή 68 έως 75 της αποφάσεως δεν γίνεται αναφορά σε τέτοιους παράγοντες. Στις σκέψεις αυτές περιλαμβάνονται οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου όσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα.


45 – Και όχι σε σχέση με το δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο των τέκνων του και της συζύγου του.


46– Το Δικαστήριο έκρινε, ως προς τον W. Baumbast, ότι η άσκηση του δικαιώματος διαμονής των πολιτών της Ενώσεως δύναται να εξαρτηθεί από τα έννομα συμφέροντα των κρατών μελών. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΕΚ και, ειδικότερα, το άρθρο 1 της οδηγίας 90/364, οι έχοντες δικαίωμα διαμονής δεν πρέπει να γίνουν «δυσανάλογο» βάρος για τα δημόσια οικονομικά του κράτους μέλους υποδοχής. Βλ. σκέψεις 86 έως 90 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 4 αποφάσεως.