Language of document : ECLI:EU:T:2021:102

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο πενταμελές τμήμα)

της 24ης Φεβρουαρίου 2021 (*)

«Προσφυγή ακυρώσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Ενίσχυση για την προληπτική αναδιάρθρωση της Banca Monte dei Paschi di Siena – Προκαταρκτικό στάδιο εξέτασης – Απόφαση με την οποία η ενίσχυση κηρύσσεται συμβατή με την εσωτερική αγορά – Ένσταση απαραδέκτου – Ιδιότητα του ενδιαφερομένου – Έννομο συμφέρον – Ενεργητική νομιμοποίηση – Παραδεκτό»

Στην υπόθεση T‑161/18,

Anthony Braesch, κάτοικος Λουξεμβούργου (Λουξεμβούργο),

Trinity Investments DAC, με έδρα το Δουβλίνο (Ιρλανδία),

Bybrook Capital Master Fund LP, με έδρα το Grand Cayman (Νήσοι Κάιμαν),

Bybrook Capital Hazelton Master Fund LP, με έδρα το Grand Cayman,

Bybrook Capital Badminton Fund LP, με έδρα το Grand Cayman,

εκπροσωπούμενοι από τον M. Siragusa, την A. Champsaur, τον G. Faella και την L. Prosperetti, δικηγόρους,

προσφεύγοντες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την K. Blanck και τον A. Μπουχάγιαρ,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της απόφασης C(2017) 4690 τελικό της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.47677 (2017/N) – Ιταλία, νέα ενίσχυση και τροποποιημένο σχέδιο αναδιάρθρωσης της Banca Monte dei Paschi di Siena,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, V. Kreuschitz, Z. Csehi, G. De Baere (εισηγητή) και G. Steinfatt, δικαστές,

γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Ιουλίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Οι προσφεύγοντες, Anthony Braesch, Trinity Investments DAC, Bybrook Capital Master Fund LP, Bybrook Capital Hazelton Master Fund LP και Bybrook Capital Badminton Fund LP, είναι, ο μεν πρώτος, εκπρόσωπος κατόχων ομολόγων τα οποία αποκαλούνται «Floating Rate Equity-Linked Subordinated Hybrid-FRESH» 2008 (στο εξής: ομόλογα FRESH), οι δε λοιποί, κάτοχοι των ομολόγων αυτών.

2        Τον Απρίλιο του 2008 η Banca Monte dei Paschi di Siena (στο εξής: BMPS) προέβη σε αύξηση κεφαλαίου κατά 950 εκατομμύρια ευρώ με αποκλειστική κάλυψη από την J. P. Morgan Securities Ltd (στο εξής: JPM), η οποία ενεγράφη για μετοχές της BMPS, ήτοι τις «μετοχές FRESH». Παράλληλα, στις 16 Απριλίου 2008 η JPM συνήψε με την BMPS σύμβαση επικαρπίας, κατά την οποία η JPM διατηρεί την ψιλή κυριότητα των μετοχών ενώ η BMPS έχει δικαίωμα επικαρπίας, καθώς και συμφωνία ανταλλαγής εταιριών (στο εξής: συμβάσεις FRESH). Η JPM έλαβε τα αναγκαία κεφάλαια για την εγγραφή για τις μετοχές FRESH από την Bank of New-York Mellon (Λουξεμβούργο), αντικατασταθείσα από τη Mitsubishi UFJ Investor Services & Banking (Λουξεμβούργο) SA (στο εξής: MUFJ), η οποία εξέδωσε στις 16 Απριλίου 2008 τα ομόλογα FRESH δυνάμει του λουξεμβουργιανού δικαίου, ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Η JPM συνήψε με την MUFJ συμφωνία ανταλλαγής διεπόμενη από το λουξεμβουργιανό δίκαιο και η MUFJ συνήψε με τους κατόχους των ομολόγων FRESH καταπιστευτική σύμβαση διεπόμενη επίσης από το λουξεμβουργιανό δίκαιο. Βάσει των διάφορων αυτών συμβάσεων, τις οποίες οι προσφεύγοντες χαρακτηρίζουν ως «μέσα FRESH», τα ποσά που εισπράττει η JPM από την BMPS δυνάμει των συμβάσεων FRESH μεταβιβάζονται στην MUFJ και, εν συνεχεία, στους κατόχους ομολόγων FRESH υπό τη μορφή τοκομεριδίων.

3        Με απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2013, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε την ενίσχυση αναδιάρθρωσης που χορηγήθηκε από την Ιταλική Δημοκρατία στην ιταλική τράπεζα BMPS, λαμβάνοντας υπόψη ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης και ορισμένες δεσμεύσεις. Τον Ιούνιο του 2015 η BMPS είχε επιστρέψει πλήρως την ενίσχυση.

4        Στις 29 Ιουλίου 2016 η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA) δημοσίευσε τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων η οποία διενεργήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο το 2016 και από την οποία προέκυψε κεφαλαιακό έλλειμμα της BMPS στην περίπτωση του δυσμενούς σεναρίου.

5        Στις 23 Δεκεμβρίου 2016 οι ιταλικές αρχές εξέδωσαν την decreto-legge n. 237 – Disposizioni urgenti per la tutela del risparmio nel settore creditizio (πράξη νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 237, περί επειγουσών διατάξεων για την προστασία των αποταμιεύσεων στον πιστωτικό τομέα) (GURI αριθ. 299, της 23ης Δεκεμβρίου 2016), η οποία μετατράπηκε σε νόμο και τροποποιήθηκε με τον legge di conversione (νόμο περί μετατροπής), της 17ης Φεβρουαρίου 2017 (GURI αριθ. 43, της 21ης Φεβρουαρίου 2017) (στο εξής: πράξη νομοθετικού περιεχομένου 237/2016), και η οποία καθορίζει το νομικό πλαίσιο για την ενίσχυση ρευστότητας και τις προληπτικές ανακεφαλαιοποιήσεις.

6        Κατόπιν της δήλωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), της 23ης Δεκεμβρίου 2016, ότι η BMPS ήταν φερέγγυα, η Επιτροπή ενέκρινε προσωρινά, με απόφαση της 29ης Δεκεμβρίου 2016, ατομική ενίσχυση ρευστότητας ύψους δεκαπέντε δισεκατομμυρίων ευρώ υπέρ της BMPS, βάσει των δεσμεύσεων που προσφέρθηκαν να αναλάβουν οι ιταλικές αρχές. Οι ιταλικές αρχές δεσμεύθηκαν να υποβάλουν σχέδιο αναδιάρθρωσης εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη χορήγηση των εγγυήσεων, εκτός αν η ενίσχυση επιστρεφόταν εντός της ίδιας αυτής προθεσμίας.

7        Στις 30 Δεκεμβρίου 2016 η BMPS, δεδομένου ότι η προσπάθειά της να συγκεντρώσει νέα ιδιωτικά κεφάλαια δεν ευδοκίμησε, υπέβαλε αίτηση έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης υπό τη μορφή προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης δυνάμει της πράξης νομοθετικού περιεχομένου 237/2016.

8        Στις 28 Ιουνίου 2017 οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή ενίσχυση για την ανακεφαλαιοποίηση της BMPS ύψους 5,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, συνοδευόμενη από νέο σχέδιο αναδιάρθρωσης και νέες δεσμεύσεις.

9        Την ίδια ημέρα η ΕΚΤ απέστειλε στην Επιτροπή έγγραφο στο οποίο ανέφερε ότι η BMPS ήταν φερέγγυα κατά την ημερομηνία εκείνη.

10      Με την απόφαση C(2017) 4690 τελικό, της 4ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.47677 (2017/N) – Ιταλία, νέα ενίσχυση και τροποποιημένο σχέδιο αναδιάρθρωσης της Banca Monte dei Paschi di Siena (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία εκδόθηκε κατά το πέρας του προκαταρκτικού σταδίου εξέτασης, η Επιτροπή εκτίμησε δύο μέτρα ενίσχυσης. Το πρώτο μέτρο (στο εξής: μέτρο 1) συνίσταται σε ενίσχυση ρευστότητας ύψους δεκαπέντε δισεκατομμυρίων ευρώ υπό τη μορφή κρατικών εγγυήσεων για τα χρέη υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, η οποία μνημονεύθηκε στη σκέψη 6 ανωτέρω. Το δεύτερο μέτρο (στο εξής: μέτρο 2) συνίσταται σε ενίσχυση για την προληπτική ανακεφαλαιοποίηση της BMPS ύψους 5,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, η οποία μνημονεύθηκε στη σκέψη 8 ανωτέρω.

11      Αφού έκρινε ότι τα μέτρα 1 και 2 συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις, η Επιτροπή επισήμανε ότι η νομική βάση για την εκτίμηση της συμβατότητάς τους ήταν το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, το οποίο αφορά τις ενισχύσεις για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους. Η Επιτροπή εκτίμησε ότι τα μέτρα 1 και 2 αποτελούσαν ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση της BMPS και εξέτασε τη συμβατότητά τους βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης υπό το πρίσμα των έξι ανακοινώσεων για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ειδικότερα δε της ανακοίνωσης της Επιτροπής περί της αποκατάστασης της βιωσιμότητας και αξιολόγησης των μέτρων αναδιάρθρωσης στον χρηματοπιστωτικό τομέα στο πλαίσιο της παρούσας κρίσης βάσει των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων (ΕΕ 2009, C 195, σ. 9), της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή, μετά την 1η Ιανουαρίου 2012, των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων στα μέτρα στήριξης των τραπεζών εντός του πλαισίου της χρηματοπιστωτικής κρίσης (ΕΕ 2011, C 356, σ. 7), και της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή, μετά την 1η Αυγούστου 2013, των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων στα μέτρα στήριξης των τραπεζών στο πλαίσιο της χρηματοπιστωτικής κρίσης («Τραπεζική ανακοίνωση») (ΕΕ 2013, C 216, σ. 1· στο εξής: τραπεζική ανακοίνωση).

12      Όσον αφορά τη συμβατότητα των μέτρων ενίσχυσης υπό το πρίσμα των ανακοινώσεων για την κρίση, πρώτον, η Επιτροπή εκτίμησε ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης μπορούσε να αποκαταστήσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της BMPS. Δεύτερον, έκρινε ότι ο καταμερισμός των επιβαρύνσεων των κατόχων μετοχών και τίτλων μειωμένης εξασφάλισης ήταν κατάλληλος, καθόσον το κόστος αναδιάρθρωσης και το ποσό της ενίσχυσης περιορίζονταν στο ελάχιστο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της τραπεζικής ανακοίνωσης, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλάμβανε επαρκή μέτρα καταμερισμού των επιβαρύνσεων. Τρίτον, έκρινε ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλάμβανε επαρκείς εγγυήσεις για τον περιορισμό των αδικαιολόγητων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Επισήμανε επίσης ότι εξασφαλιζόταν η δέουσα εποπτεία της εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Συνεπώς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα ενίσχυσης ήταν αναλογικά ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών σοβαρής διαταραχής της ιταλικής οικονομίας.

13      Ακολούθως, η Επιτροπή εξέτασε αν τα μέτρα ενίσχυσης ήταν σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ 2014, L 173, σ. 190). Η Επιτροπή έκρινε ότι οι όροι υπό τους οποίους ελήφθησαν τα μέτρα ενίσχυσης (μέτρα 1 και 2) ήταν σύμφωνοι με την εξαίρεση του άρθρου 32, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2014/59.

14      Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, πρώτον, τα μέτρα 1 και 2 συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και ότι, δεύτερον, τα μέτρα αυτά πληρούσαν τις απαιτήσεις του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ και ήταν συμβατά με την εσωτερική αγορά για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

15      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Μαρτίου 2018, οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.

16      Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Μαΐου 2018, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της ένστασης αυτής στις 10 Ιουλίου 2018.

17      Με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2018, ο πρόεδρος του όγδοου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 69, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αναστείλει τη διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση έως την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου για την περάτωση της δίκης στην υπόθεση C‑544/17 P, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής.

18      Στις 30 Ιανουαρίου 2019, στο πλαίσιο μέτρου οργάνωσης της διαδικασίας το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν, στην υπό κρίση υπόθεση, από την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑544/17 P, EU:C:2018:880), και να απαντήσουν σε ερωτήσεις και ζήτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει μη εμπιστευτικό κείμενο του σχεδίου αναδιάρθρωσης της BMPS. Η Επιτροπή και οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις απαντήσεις τους στις 7 και στις 8 Μαρτίου 2019 αντιστοίχως.

19      Κατόπιν μεταβολής της σύνθεσης των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 27, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο τρίτο τμήμα, στο οποίο και ανατέθηκε, κατά συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση.

20      Κατόπιν πρότασης του τρίτου τμήματος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας, να παραπέμψει την υπόθεση σε πενταμελές τμήμα.

21      Στις 3 Φεβρουαρίου 2020, στο πλαίσιο μέτρου οργάνωσης της διαδικασίας το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε ερωτήσεις. Η Επιτροπή και οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις απαντήσεις τους στις 14 και στις 19 Φεβρουαρίου 2020 αντιστοίχως.

22      Κατόπιν πρότασης του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, έθεσε στους διαδίκους γραπτές ερωτήσεις, καλώντας τους να απαντήσουν σ’ αυτές κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

23      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις γραπτές και προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Ιουλίου 2020.

24      Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        επικουρικώς, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τη μεταχείριση των μέσων FRESH·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα·

–        να λάβει όλα τα πρόσφορα, κατά την κρίση του, μέτρα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας κατά το άρθρο 89, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας και/ή μέτρων περί διεξαγωγής αποδείξεων κατά το άρθρο 91, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού.

25      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

26      Με τις παρατηρήσεις τους επί της ένστασης απαραδέκτου, οι προσφεύγοντες ζητούν επίσης από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή.

 Σκεπτικό

27      Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγοντες προβάλλουν πέντε λόγους ακυρώσεως.

28      Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή παρανόμως ενέκρινε μέτρα καταμερισμού των επιβαρύνσεων στο πλαίσιο της προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης και προβάλλουν παράβαση των άρθρων 18 και 21 του κανονισμού (ΕΕ) 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 225, σ. 1), καθώς και έλλειψη αιτιολογίας.

29      Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι η Επιτροπή παρανόμως απαίτησε την ακύρωση των συμβάσεων FRESH. Συναφώς, υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή ενέκρινε μέτρα καταμερισμού των επιβαρύνσεων τα οποία βαίνουν πέραν της τραπεζικής ανακοίνωσης και είναι ασύμβατα προς αυτήν και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή παραβίασε τις θεμελιώδεις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχείρισης. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επίσης αναιτιολόγητη, καθώς η Επιτροπή δεν παρέσχε κανέναν λόγο ή εξήγηση προς στήριξη της ακύρωσης των συμβάσεων FRESH.

30      Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εισάγει δυσμενή διάκριση εις βάρος των κατόχων των ομολόγων FRESH. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη διότι, με αυτήν, εγκρίνονται μέτρα καταμερισμού των επιβαρύνσεων προβλεπόμενα στο σχέδιο αναδιάρθρωσης κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης που κατοχυρώνεται στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στο άρθρο 14 και το πρωτόκολλο αριθ. 12 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, καθόσον, με τα μέτρα αυτά, οι κάτοχοι ομολόγων FRESH υφίστανται δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους λοιπούς πιστωτές της BMPS.

31      Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή, εγκρίνοντας την εφαρμογή μέτρων καταμερισμού των επιβαρύνσεων στα μέσα FRESH, προσέβαλε τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των κατόχων των ομολόγων FRESH, τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.

32      Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 108, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9), και προσέβαλε τα διαδικαστικά δικαιώματά τους, καθόσον δεν κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας, ενώ υπήρχαν «σοβαρές αμφιβολίες» ως προς τη συμβατότητα των μέτρων καταμερισμού των επιβαρύνσεων με το δίκαιο της Ένωσης.

33      Δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφοι 1 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ο καθού υποβάλει σχετική αίτηση, το Γενικό Δικαστήριο δύναται να κρίνει επί του απαραδέκτου ή της αναρμοδιότητας χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Εν προκειμένω, με την ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι οι προσφεύγοντες, αφενός, δεν έχουν έννομο συμφέρον και, αφετέρου, δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

34      Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να εξετάσει αρχικά αν οι προσφεύγοντες είναι «ενδιαφερόμενοι» κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ή «ενδιαφερόμενα μέρη» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 2015/1589, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, ο χαρακτηρισμός αυτός καθορίζει τόσο το αν οι προσφεύγοντες έχουν έννομο συμφέρον όσο και το αν νομιμοποιούνται ενεργητικώς να ζητήσουν την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως απόφασης για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού.

 Επί της ιδιότητας των προσφευγόντων ως «ενδιαφερόμενων μερών»

35      Το άρθρο 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 2015/1589 ορίζει την έννοια του «ενδιαφερόμενου μέρους», η οποία είναι συνώνυμη της έννοιας του «ενδιαφερομένου» κατά το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ως, μεταξύ άλλων, «κάθε πρόσωπο, επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να θιγούν από τη χορήγηση μιας ενίσχυσης, και ιδίως ο δικαιούχος της ενίσχυσης, οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές ενώσεις». Η χρήση της λέξης «ιδίως» υποδηλώνει ότι η διάταξη αυτή περιέχει μη εξαντλητική, μόνον, απαρίθμηση των προσώπων που μπορούν να χαρακτηριστούν ως ενδιαφερόμενα μέρη, με αποτέλεσμα η έννοια αυτή να αφορά απροσδιόριστο σύνολο αποδεκτών (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 1984, Intermills κατά Επιτροπής, 323/82, EU:C:1984:345, σκέψη 16, της 24ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, C‑83/09 P, EU:C:2011:341, σκέψη 63, και της 13ης Ιουνίου 2019, Copebi, C‑505/18, EU:C:2019:500, σκέψη 34).

36      Λαμβανομένου υπόψη του ορισμού αυτού, ο δικαστής της Ένωσης έχει ερμηνεύσει ευρέως την έννοια του ενδιαφερόμενου μέρους. Ειδικότερα, από τη νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 2015/1589 δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μια επιχείρηση η οποία δεν είναι άμεσα ανταγωνιστική της δικαιούχου της ενίσχυσης να χαρακτηριστεί ως ενδιαφερόμενο μέρος, εφόσον υποστηρίζει ότι τα συμφέροντά της θα μπορούσαν να θιγούν από τη χορήγηση της ενίσχυσης, και ότι, προς τούτο, αρκεί η εν λόγω επιχείρηση να καταδείξει, επαρκώς κατά νόμον, ότι υπάρχει κίνδυνος η ενίσχυση να έχει συγκεκριμένη επίπτωση επί της κατάστασής της (πρβλ. απόφαση της 24ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, C‑83/09 P, EU:C:2011:341, σκέψεις 63 έως 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ομοίως, μια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ενδιαφερόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, όταν καταδεικνύει ότι η ίδια ή τα μέλη της ενδέχεται να θιγούν, ως προς τα συμφέροντά τους, από τη χορήγηση ενίσχυσης, υπό την προϋπόθεση ότι η συνδικαλιστική αυτή οργάνωση καταδεικνύει, επαρκώς κατά νόμον, ότι υπάρχει κίνδυνος η ενίσχυση να έχει συγκεκριμένη επίπτωση επί της κατάστασής της ή επί της κατάστασης των μελών που εκπροσωπεί (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 2009, 3F κατά Επιτροπής, C‑319/07 P, EU:C:2009:435, σκέψη 33).

37      Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες κατέδειξαν, επαρκώς κατά νόμον, ότι υπάρχει κίνδυνος η λήψη των επίμαχων μέτρων ενίσχυσης και, ως εκ τούτου, η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης να έχουν συγκεκριμένη επίπτωση επί της κατάστασής τους, οπότε πρέπει να χαρακτηριστούν ως «ενδιαφερόμενα μέρη» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 2015/1589.

38      Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και η κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας θα τους έδιναν τη δυνατότητα να προβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ως ενδιαφερόμενα μέρη, ασκώντας τα διαδικαστικά δικαιώματα που τους παρέχει το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια ενδελεχέστερη εξέταση, από την Επιτροπή, των προβλεπόμενων στο σχέδιο αναδιάρθρωσης μέτρων καταμερισμού των επιβαρύνσεων καθώς και των δεσμεύσεων που πρότειναν συναφώς οι ιταλικές αρχές. Η κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας θα μπορούσε να καταλήξει στη λήψη διαφορετικών μέτρων καταμερισμού των επιβαρύνσεων τα οποία θα ήταν συμβατά με το δίκαιο της Ένωσης.

39      Ειδικότερα, οι προσφεύγοντες φρονούν ότι το μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά τον καταμερισμό των επιβαρύνσεων θίγει τα συμφέροντά τους καθόσον το σχέδιο αναδιάρθρωσης, όπως εγκρίθηκε από την Επιτροπή, προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης των συμβάσεων FRESH, ακύρωσης η οποία επήλθε αργότερα εις βάρος τους. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγοντες διευκρίνισαν επί του ζητήματος αυτού, εν συνόψει, ότι, λόγω της αλληλεξάρτησης μεταξύ των διάφορων συμβατικών δεσμών στους οποίους στηρίζονται τα μέσα FRESH, η οικονομική απώλεια που προκύπτει μακροπρόθεσμα, λαμβανομένων υπόψη των απωλειών πληρωμών τοκομεριδίων τα οποία συνδέονται με τα ομόλογα FRESH που κατέχουν οι προσφεύγοντες, είναι σημαντική, ανέρχεται δε ακόμη και σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.

40      Επομένως, οι προσφεύγοντες απέδειξαν ότι το σύνολο των επίμαχων μέτρων ενίσχυσης, όπως αυτά κοινοποιήθηκαν και κρίθηκαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, συμβατά με την εσωτερική αγορά, ενδέχεται να έχει συγκεκριμένη επίπτωση επί της κατάστασής τους κατά την έννοια της νομολογίας που παρατέθηκε στη σκέψη 36 ανωτέρω. Συναφώς, δεν ασκεί επιρροή το ότι οι προσφεύγοντες δεν αμφισβητούν αυτή καθεαυτήν τη συμβατότητα των μέτρων με την εσωτερική αγορά, όπως η εν λόγω συμβατότητα αναγνωρίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, οι δεσμεύσεις των ιταλικών αρχών που αφορούν το σχέδιο αναδιάρθρωσης και τον καταμερισμό των επιβαρύνσεων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των κοινοποιηθέντων μέτρων ενίσχυσης και, συνεπώς, η απόφαση αυτή αφορά τα εν λόγω μέτρα και τις εν λόγω δεσμεύσεις στο σύνολό τους (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 1ης Δεκεμβρίου 2015, Banco Espírito Santo κατά Επιτροπής, T‑814/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:936, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2019, FIH Holding και FIH κατά Επιτροπής, T‑386/14 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:623, σκέψη 52). Δεδομένου ότι τα κοινοποιηθέντα μέτρα ενίσχυσης και οι προταθείσες από τις ιταλικές αρχές δεσμεύσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο της εκτίμησης της Επιτροπής συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, καθόσον οι δεσμεύσεις αυτές αποτελούν προϋπόθεση για την κήρυξη της συμβατότητας και, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επετράπη η εφαρμογή των εν λόγω μέτρων ενίσχυσης και συγχρόνως κατέστησαν υποχρεωτικές οι δεσμεύσεις αυτές, η κατάσταση των προσφευγόντων θίγεται κατ’ ανάγκην από όλα τα εν λόγω στοιχεία και οι τελευταίοι μπορούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους μόνο ζητώντας την ακύρωση της ως άνω απόφασης στο σύνολό της.

41      Συνεπώς, τα επίμαχα μέτρα ενίσχυσης, όπως κοινοποιήθηκαν και κρίθηκαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, συμβατά με την εσωτερική αγορά, ενδέχεται να έχουν συγκεκριμένη επίπτωση επί της κατάστασης των προσφευγόντων η οποία δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό τους ως «ενδιαφερόμενων μερών».

42      Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των σκέψεων πρέπει να εκτιμηθεί αν οι προσφεύγοντες έχουν έννομο συμφέρον καθώς και αν νομιμοποιούνται ενεργητικώς κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

 Επί του έννομου συμφέροντος

43      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι προσφεύγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/1589 και με την οποία κρίθηκε συμβατή η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στην BMPS βάσει δεσμεύσεων τις οποίες ανέλαβαν οικειοθελώς οι ιταλικές αρχές. Με την απάντησή της σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑544/17 P, EU:C:2018:880), η Επιτροπή διευκρίνισε, εν συνόψει, ότι οι προσφεύγοντες έπρεπε να αποδείξουν ότι έχουν έννομο συμφέρον βάσει εθνικής ένδικης διαδικασίας κινηθείσας κατά των μέτρων καταμερισμού των επιβαρύνσεων τα οποία εφάρμοσαν οι ιταλικές αρχές και η BMPS στο πλαίσιο της κρατικής ενίσχυσης που χορηγήθηκε στην τελευταία. Οι προσφεύγοντες, όμως, δεν εξήγησαν σε ποιον βαθμό τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης θα είχε προφανείς θετικές συνέπειες στη διαδικασία που κίνησαν ενώπιον του λουξεμβουργιανού δικαστή και, επομένως, δεν απέδειξαν το έννομο συμφέρον τους.

44      Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.

45      Προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη από φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι παραδεκτή μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Ένα τέτοιο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης δύναται, αυτή καθεαυτήν, να έχει έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε. Επιπλέον, το συμφέρον αυτό πρέπει να είναι γεγενημένο και ενεστώς και εκτιμάται κατά την ημερομηνία άσκησης της προσφυγής (βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑544/17 P, EU:C:2018:880, σκέψεις 28 και 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46      Εναπόκειται στον προσφεύγοντα να αποδείξει το έννομο συμφέρον του, το οποίο αποτελεί την πρώτη και βασική προϋπόθεση για την άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος. Ειδικότερα, για να κριθεί παραδεκτή η προσφυγή προς ακύρωση πράξης η οποία ασκείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πρέπει ο προσφεύγων να δικαιολογήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο το συμφέρον που έχει ο ίδιος στην ακύρωση της πράξης (βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑544/17 P, EU:C:2018:880, σκέψεις 33 και 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47      Εξάλλου, το έννομο συμφέρον δύναται να θεμελιωθεί σε κάθε ένδικη διαδικασία κινούμενη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο της οποίας η ενδεχόμενη ακύρωση της πράξης που προσβάλλεται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης μπορεί να ωφελήσει τον προσφεύγοντα (βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑544/17 P, EU:C:2018:880, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Τέλος, δεν εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης, κατά την εξέταση του έννομου συμφέροντος προσώπου να προσφύγει ενώπιόν του, να εκτιμά την πιθανότητα του βασίμου ενός ένδικου βοηθήματος ασκούμενου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων βάσει του εσωτερικού δικαίου και, ως εκ τούτου, να υποκαθιστά τα δικαστήρια αυτά στο πλαίσιο μιας τέτοιας εκτίμησης. Αντιθέτως, απαιτείται, αλλά και αρκεί, η ασκούμενη ενώπιον του δικαστή της Ένωσης προσφυγή ακυρώσεως να δύναται, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την ασκεί (βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑544/17 P, EU:C:2018:880, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49      Προς στήριξη του έννομου συμφέροντός τους, οι προσφεύγοντες προβάλλουν, εν συνόψει, ότι, πρώτον, τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης θα ήρε την υποχρέωση των ιταλικών αρχών να εξασφαλίσουν την τήρηση των μέτρων καταμερισμού των επιβαρύνσεων. Δεύτερον, η ακύρωση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης, βάσει του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, θα έπαυε να δεσμεύει την BMPS, πράγμα το οποίο θα επέτρεπε στους προσφεύγοντες, ως κατόχους ομολόγων FRESH, είτε να επιτύχουν την αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους είτε να λάβουν αποζημίωση. Τρίτον, η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης θα οδηγούσε στην κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας οι προσφεύγοντες θα είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν τα διαδικαστικά δικαιώματά τους διατυπώνοντας παρατηρήσεις, οι δε ιταλικές αρχές ή η BMPS θα μπορούσαν, στην περίπτωση αυτή, να τροποποιήσουν τα μέτρα καταμερισμού των επιβαρύνσεων προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συμβατότητά τους με το δίκαιο της Ένωσης και η Επιτροπή θα μπορούσε να επιβάλει διαφορετικούς όρους και διαφορετικές υποχρεώσεις που θα ήταν λιγότερο δυσμενείς από τα μέτρα καταμερισμού των επιβαρύνσεων τα οποία έλαβε υπόψη. Τέλος, κατά τους προσφεύγοντες, η αναγνώριση του γεγονότος ότι η BMPS τους στέρησε παρανόμως τα δικαιώματά τους θα ενίσχυε τη θέση τους στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης που κινήθηκε κατά της BMPS ενώπιον του tribunal d’arrondissement de Luxembourg (πρωτοδικείου Λουξεμβούργου) από τον Α. Braesch, ως εκπρόσωπο των κατόχων ομολόγων FRESH, εναντίον της BMPS, της MUFJ, της JPM και της εταιρίας αμερικανικού δικαίου JP Morgan Chase Bank, με αίτημα να κηρυχθεί παράνομη η καταγγελία των συμβάσεων FRESH και, ιδίως, της συμφωνίας ανταλλαγής εταιριών.

50      Συναφώς, οι προσφεύγοντες διευκρινίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση της BMPS να καταγγείλει τις συμβάσεις FRESH, η οποία αμφισβητείται ενώπιον του λουξεμβουργιανού δικαστηρίου, συνδέεται άρρηκτα με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τους προσφεύγοντες, η ίδια η BMPS υποστηρίζει ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης βασίζεται στην αρχή ότι οι συμβάσεις FRESH πρέπει να καταγγελθούν και ότι η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίμηση της Επιτροπής κατά την οποία ο καταμερισμός των επιβαρύνσεων είναι επαρκής στηρίζεται στην καταγγελία από την BMPS των συμβάσεων FRESH. Εξ αυτού οι προσφεύγοντες συνάγουν ότι, εάν ακυρωνόταν η προσβαλλόμενη απόφαση, το λουξεμβουργιανό δικαστήριο θα ήταν σε θέση να αποκαταστήσει την ισχύ των συμβάσεων FRESH.

51      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ως ενδιαφερόμενα μέρη κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 2015/1589, οι προσφεύγοντες έχουν έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο της οποίας δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από τις δεσμεύσεις των ιταλικών αρχών σχετικά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης της BMPS, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων καταμερισμού των επιβαρύνσεων (βλ. σκέψεις 37 έως 41 ανωτέρω). Το έννομο αυτό συμφέρον απορρέει ιδίως από το γεγονός ότι, κατόπιν μιας τέτοιας ακύρωσης, η Επιτροπή θα έπρεπε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας στο πλαίσιο της οποίας οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να ασκήσουν τα διαδικαστικά δικαιώματα που τους παρέχει το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, προκειμένου να επηρεάσουν την κατ’ άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ εκτίμηση του εν λόγω θεσμικού οργάνου και, ως εκ τούτου, το περιεχόμενο της απόφασής του. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγοντες προβάλλουν, στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, παράβαση των διαδικαστικών αυτών εγγυήσεων των οποίων την τήρηση μπορούν να επιτύχουν μόνον εάν έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την προσβαλλόμενη απόφαση ενώπιον του δικαστή της Ένωσης (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 24ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, C‑83/09 P, EU:C:2011:341, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 20ής Ιουνίου 2019, a&o hostel and hotel Berlin κατά Επιτροπής, T‑578/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:437, σκέψη 41). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον, εν προκειμένω, η Επιτροπή, μετά από ένα μακρό στάδιο προκοινοποίησης το οποίο περιλάμβανε πολυάριθμες επαφές με τις ιταλικές αρχές και την κοινοποίηση στις 28 Ιουνίου 2017 των επίμαχων μέτρων, περιορίστηκε σε προκαταρκτική εξέταση διάρκειας μόλις έξι ημερών πριν εκδώσει στις 4 Ιουλίου 2017 την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να έχει δοθεί στα ενδιαφερόμενα μέρη η ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.

52      Εξάλλου, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης να δύναται να επηρεάσει το αποτέλεσμα της εκκρεμούς ένδικης διαδικασίας ενώπιον, μεταξύ άλλων, του λουξεμβουργιανού δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό, μέσω μέτρου οργάνωσης της διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να δηλώσουν αν η ακύρωση των συμβάσεων FRESH προέκυπτε από το σχέδιο αναδιάρθρωσης της BMPS. Με την απάντησή της, η Επιτροπή υποστήριξε την άποψη ότι η ακύρωση των εν λόγω συμβάσεων προέκυπτε από το σχέδιο αναδιάρθρωσης σε συνδυασμό με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου 237/2016 και ότι οι ιταλικές αρχές και η BMPS συνεργάστηκαν στενά κατά την κατάρτιση του εν λόγω σχεδίου, το οποίο αποτελούσε μέρος των δεσμεύσεων που πρότειναν οι ιταλικές αρχές κατά τη διάρκεια της εξέτασης των μέτρων ενίσχυσης από την Επιτροπή. Αντιθέτως, με την απάντησή τους στην ίδια ερώτηση, οι προσφεύγοντες ανέφεραν ότι το ως άνω σχέδιο αναδιάρθρωσης προϋπέθετε ρητώς ότι οι συμβάσεις FRESH ήταν αναποτελεσματικές και ανίσχυρες.

53      Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίμηση της Επιτροπής στηρίζεται σε εξέταση της συμβατότητας των ενισχύσεων για την αναδιάρθρωση της BMPS βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης, του οποίου το περιεχόμενο και η εφαρμογή συνδέονται στενά με τις προταθείσες από τις ιταλικές αρχές δεσμεύσεις στο σύνολό τους, όπως αυτές προσαρτήθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψεις 39 έως 41 ανωτέρω). Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση εκείνη του εθνικού δικαστή, ή ακόμη και να προδικάσει το βάσιμο του ένδικου βοηθήματος που ασκήθηκε ενώπιόν του βάσει του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου, λαμβανομένης υπόψη της εξαφάνισης των έννομων αποτελεσμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης κατόπιν της ενδεχόμενης ακύρωσής της (βλ. τη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 48 ανωτέρω).

54      Επομένως, οι προσφεύγοντες κατέδειξαν επαρκώς κατά νόμον ότι η ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι δυνατόν να τους ωφελήσει.

55      Ως εκ τούτου, κακώς υποστηρίζει η Επιτροπή ότι οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν το έννομο συμφέρον τους κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προκειμένου να επιτύχουν την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 Επί της ενεργητικής νομιμοποίησης

56      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι προσφεύγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς. Προβάλλει μεταξύ άλλων ότι, με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες αμφισβητούν την προσβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που δεν κινήθηκε η επίσημη διαδικασία έρευνας και ότι πρέπει να καταδείξουν ότι αποτελούν «ενδιαφερόμενα μέρη» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 2015/1589. Επισημαίνει, όμως, ότι οι προσφεύγοντες δεν είναι οι δικαιούχοι των επίμαχων μέτρων ενίσχυσης, ότι η ιδιότητά τους ως κατόχων ομολόγων δεν αρκεί για να τους προσδώσει την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους και ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι θα μπορούσαν να είναι ανταγωνιστές του δικαιούχου.

57      Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.

58      Αρκεί να υπομνησθούν τα όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις 35 έως 41 ανωτέρω για να απορριφθεί το κύριο επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο οι προσφεύγοντες δεν κατέδειξαν ότι αποτελούν «ενδιαφερόμενα μέρη». Επομένως, ματαίως η Επιτροπή υποστήριξε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υπό το πρίσμα της απόφασης της 19ης Δεκεμβρίου 2019, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑812/14 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:885), ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρήγε μόνον αποτελέσματα επί της οικονομικής κατάστασής τους και έμμεσα αποτελέσματα επί της νομικής κατάστασής τους, για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι μόνον η JPM διατηρούσε συμβατική σχέση με την BMPS, ήταν πιστώτριά της και είχε συνάψει χωριστή σύμβαση με την MUFJ, η οποία συνήψε άλλη σύμβαση με τους προσφεύγοντες, που ήταν κάτοχοι ομολόγων FRESH. Το ίδιο ισχύει και για το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η ακύρωση των συμβάσεων FRESH προέκυπτε από την πράξη νομοθετικού περιεχομένου 237/2016 και προβλεπόταν στο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Εν πάση περιπτώσει, από τα όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις 37 έως 41 ανωτέρω προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες ορθώς προβάλλουν ότι τα επίμαχα μέτρα ενίσχυσης έχουν συγκεκριμένη επίπτωση επί της κατάστασής τους η οποία δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό τους ως «ενδιαφερόμενων μερών».

59      Επιπλέον, εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/1589, της οποίας η νομιμότητα εξαρτάται από το κατά πόσον υπάρχουν αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά. Εφόσον τέτοιες αμφιβολίες πρέπει να οδηγούν στην κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας στην οποία μπορούν να μετάσχουν τα κατά το άρθρο 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 2015/1589 ενδιαφερόμενα μέρη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μια τέτοια απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά κάθε ενδιαφερόμενο μέρος κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης. Συγκεκριμένα, εκείνοι υπέρ των οποίων έχουν τεθεί οι διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/1589 μπορούν να επιτύχουν την τήρησή τους μόνον εάν έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Συνεπώς, η ιδιαίτερη ιδιότητα του «ενδιαφερόμενου μέρους» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 2015/1589, η οποία συναρτάται με το ειδικό αντικείμενο της προσφυγής, αρκεί για την εξατομίκευση, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, του προσφεύγοντος ο οποίος αμφισβητεί απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων (πρβλ. αποφάσεις της 24ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, C‑83/09 P, EU:C:2011:341, σκέψεις 47 και 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 27ης Οκτωβρίου 2011, Αυστρία κατά Scheucher-Fleisch κ.λπ., C‑47/10 P, EU:C:2011:698, σκέψεις 43 και 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 20ής Ιουνίου 2019, a&o hostel and hotel Berlin κατά Επιτροπής, T‑578/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:437, σκέψη 41).

60      Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 108, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 2015/1589 και προσέβαλε τα διαδικαστικά δικαιώματά τους, ενώ υπήρχαν «σοβαρές αμφιβολίες» ως προς τη συμβατότητα των μέτρων καταμερισμού των επιβαρύνσεων με το δίκαιο της Ένωσης οι οποίες θα έπρεπε να έχουν οδηγήσει την Επιτροπή να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των παρανομιών που οι προσφεύγοντες προσάπτουν στην Επιτροπή στο πλαίσιο των τεσσάρων πρώτων λόγων ακυρώσεως, δηλαδή της παράβασης της οδηγίας 2014/59, καθόσον εγκρίθηκε και κατέστη υποχρεωτική η ακύρωση των συμβάσεων FRESH, της παράβασης του κανονισμού 806/2014 και της τραπεζικής ανακοίνωσης καθώς και της παραβίασης των γενικών αρχών της ίσης μεταχείρισης, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της αναλογικότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

61      Συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, όταν ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση απόφασης εκδοθείσας δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/1589, αμφισβητεί κυρίως το γεγονός ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε χωρίς το εν λόγω θεσμικό όργανο να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν τα διαδικαστικά δικαιώματα του προσφεύγοντος. Προς στήριξη μιας τέτοιας προσφυγής, ο προσφεύγων μπορεί να προβάλει οποιοδήποτε λόγο ικανό να καταδείξει ότι η εκτίμηση των πληροφοριών και των στοιχείων που είχε ή μπορούσε να έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή, κατά το προκαταρκτικό στάδιο εξέτασης, θα έπρεπε να έχει δημιουργήσει σοβαρές δυσχέρειες κατά την εξακρίβωση της ύπαρξης κρατικής ενίσχυσης ή αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα μιας τέτοιας ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά, χωρίς τούτο να έχει ως συνέπεια τη μεταβολή του αντικειμένου της προσφυγής ή την τροποποίηση των προϋποθέσεων του παραδεκτού αυτής. Αντιθέτως, κατά την εν λόγω νομολογία, η ύπαρξη τέτοιων δυσχερειών συνιστά ακριβώς το αποδεικτικό στοιχείο που πρέπει να προσκομιστεί προκειμένου να καταδειχθεί ότι η Επιτροπή όφειλε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/1589 (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 24ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, C‑83/09 P, EU:C:2011:341, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 20ής Ιουνίου 2019, a&o hostel and hotel Berlin κατά Επιτροπής, T‑578/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:437, σκέψεις 45 και 46).

62      Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατά τρόπο παρόμοιο με ό,τι έχει επισημανθεί από τη νομολογία στο παρελθόν (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2008, Kronoply και Kronotex κατά Επιτροπής, T‑388/02, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:556, σκέψη 85, και της 20ής Ιουνίου 2019, a&o hostel and hotel Berlin κατά Επιτροπής, T‑578/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:437, σκέψη 44), οι προσφεύγοντες αναφέρουν ρητώς, στο σημείο 141 του δικογράφου της προσφυγής, ότι οι τέσσερις πρώτοι λόγοι ακυρώσεως καταδεικνύουν, τουλάχιστον, ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα των μέτρων καταμερισμού των επιβαρύνσεων με το δίκαιο της Ένωσης. Δεδομένου ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, πρόκειται για προσφυγή με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα απόφασης εκδοθείσας δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2015/1589, χωρίς να έχει κινηθεί η επίσημη διαδικασία, θα πρέπει να μελετηθεί, κατά την εξέταση της προσφυγής επί της ουσίας, το σύνολο των αιτιάσεων και των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι προσφεύγοντες στο πλαίσιο των λόγων ακυρώσεως, προκειμένου να εκτιμηθεί αν, βάσει αυτών, είναι δυνατόν να διαπιστωθούν σοβαρές δυσχέρειες όσον αφορά τη συμβατότητα των επίμαχων μέτρων ενίσχυσης, δυσχέρειες λόγω των οποίων η Επιτροπή θα όφειλε να έχει κινήσει την ως άνω διαδικασία (πρβλ. απόφαση της 20ής Ιουνίου 2019, a&o hostel and hotel Berlin κατά Επιτροπής, T‑578/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:437, σκέψεις 45, 46 και 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63      Συνάγεται, επομένως, το συμπέρασμα ότι η έγκριση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, των μέτρων ενίσχυσης βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης αφορά άμεσα και ατομικά τους προσφεύγοντες ως «ενδιαφερόμενα μέρη», κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 2015/1589.

64      Ως εκ τούτου, οι προσφεύγοντες νομιμοποιούνται ενεργητικώς.

65      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

66      Δυνάμει του άρθρου 133 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει για τα δικαστικά έξοδα με την απόφαση ή τη διάταξη που περατώνει τη δίκη. Δεδομένου ότι η παρούσα απόφαση δεν περατώνει τη δίκη, το Γενικό Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την ένσταση απαραδέκτου.

2)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Collins

Kreuschitz

Csehi

De Baere

 

      Steinfatt

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Φεβρουαρίου 2021.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.