Language of document : ECLI:EU:C:2013:142

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 7ης Μαρτίου 2013 (*)

«Περιβάλλον – Απόβλητα – Επικίνδυνα απόβλητα – Οδηγία 2008/98/ΕΚ – Πρώην τηλεφωνικοί στύλοι που έχουν υποστεί επεξεργασία με διαλύματα CCA (διαλύματα χαλκού-χρωμίου-αρσενικού) – Καταχώριση, αξιολόγηση και αδειοδότηση των χημικών προϊόντων – Κανονισμός (ΕΚ) 1907/2006 (κανονισμός REACH) – Απαρίθμηση των χρήσεων ξύλου που έχει υποστεί επεξεργασία στο παράρτημα XVII του κανονισμού REACH – Πρώην τηλεφωνικοί στύλοι χρησιμοποιούμενοι ως δομικά στοιχεία διαβάσεων»

Στην υπόθεση C‑358/11,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Korkein hallinto-oikeus (Φινλανδία) με απόφαση της 6ης Ιουλίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Ιουλίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης

Lapin elinkeino-, liikenne- ja ympäristökeskuksen liikenne ja infrastruktuuri -vastuualue

κατά

Lapin luonnonsuojelupiiri ry,

παρισταμένης της:

Lapin elinkeino-, liikenne- ja ympäristökeskuksen ympäristö ja luonnonvarat -vastuualue,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, Γ. Αρέστη, J.‑C. Bonichot (εισηγητή), A. Arabadjiev και J. L. da Cruz Vilaça, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        το Lapin elinkeino-, liikenne- ja ympäristökeskuksen liikenne ja infrastruktuuri -vastuualue, εκπροσωπούμενο από την A. Siponen, asianajaja,

–        η Lapin luonnonsuojelupiiri ry, εκπροσωπούμενη από τις S. Hänninen και T. Pasma, πρόεδρο και γραμματέα της ενώσεως αντιστοίχως,

–        η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη M. Pere,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους I. Koskinen και A. Μαργέλη,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312, σ. 3), και του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/EΚ και για την κατάργηση της οδηγίας (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) 1488/94 της Επιτροπής, της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (EE L 396, σ. 1, και διορθωτικό στην EE 2007, L 136, σ. 3), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 552/2009 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2009 (ΕΕ L 164, σ. 7, στο εξής: κανονισμός REACH).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Lapin elinkeino-, liikenne- ja ympäristökeskuksen liikenne ja infrastruktuuri -vastuualue (τμήματος μεταφορών και υποδομών της κεντρικής υπηρεσίας οικονομικών υποθέσεων, περιβάλλοντος και μεταφορών της Λαπωνίας, στο εξής: liikenne ja infrastruktuuri ‑vastuualue) και της Lapin luonnonsuojelupiiri ry (ενώσεως για την προστασία του περιβάλλοντος της Λαπωνίας, στο εξής: Lapin luonnonsuojelupiiri), με αντικείμενο την εκτέλεση εργασιών για την επισκευή ενός μονοπατιού με διαβάσεις κατασκευασμένες από πρώην ξύλινους τηλεφωνικούς στύλους που είχαν υποστεί επεξεργασία με το λεγόμενο διάλυμα CCA (διάλυμα χαλκού-χρωμίου-αρσενικού, στο εξής: διάλυμα CCA).

 Το νομικό πλαίσιο

 Η νομοθεσία της Ένωσης

 Η οδηγία 2008/98

3        Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 2008/98:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)      “απόβλητα”: κάθε ουσία ή αντικείμενο το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει,

2)      “επικίνδυνα απόβλητα”: τα απόβλητα που εμφανίζουν μία ή περισσότερες από τις επικίνδυνες ιδιότητες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ,

[...]

13)      “επαναχρησιμοποίηση”: κάθε εργασία με την οποία προϊόντα ή συστατικά στοιχεία που δεν είναι απόβλητα χρησιμοποιούνται εκ νέου για τον ίδιο σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκαν,

[…]

15)      “ανάκτηση”: οιαδήποτε εργασία της οποίας το κύριο αποτέλεσμα είναι ότι απόβλητα εξυπηρετούν ένα χρήσιμο σκοπό αντικαθιστώντας άλλα υλικά τα οποία, υπό άλλες συνθήκες, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την πραγματοποίηση συγκεκριμένης λειτουργίας, ή ότι απόβλητα υφίστανται προετοιμασία για την πραγματοποίηση αυτής της λειτουργίας, είτε στην εγκατάσταση είτε στο γενικότερο πλαίσιο της οικονομίας. Στο παράρτημα ΙΙ παρατίθεται μη εξαντλητικός κατάλογος των εργασιών ανάκτησης,

[…]»

4        Το άρθρο 6 της οδηγίας 2008/98, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποχαρακτηρισμός αποβλήτων», ορίζει τα εξής:

«1.      Ορισμένα προσδιορισμένα απόβλητα παύουν να αποτελούν απόβλητα κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, εάν έχουν υποστεί εργασία ανάκτησης, περιλαμβανομένης της ανακύκλωσης, και πληρούν ειδικά κριτήρια που θα καθοριστούν σύμφωνα με τους ακόλουθους όρους:

α)      η ουσία ή το αντικείμενο χρησιμοποιείται συνήθως για συγκεκριμένους σκοπούς,

β)      υπάρχει αγορά ή ζήτηση για τη συγκεκριμένη ουσία ή αντικείμενο,

γ)      η ουσία ή το αντικείμενο πληροί τις τεχνικές απαιτήσεις για τους συγκεκριμένους σκοπούς και συμμορφούται προς την κείμενη νομοθεσία και τα πρότυπα που ισχύουν για τα προϊόντα, και

δ)      η χρήση της ουσίας ή του αντικειμένου δεν πρόκειται να έχει δυσμενή αντίκτυπο στο περιβάλλον ή την ανθρώπινη υγεία.

Εφόσον απαιτείται, τα κριτήρια περιλαμβάνουν οριακές τιμές για τους ρύπους και συνεκτιμούν ενδεχόμενες δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ουσίας ή του αντικειμένου.

2.      Τα μέτρα, σκοπός των οποίων είναι η τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με τη συμπλήρωσή της και τα οποία αφορούν τον καθορισμό των κριτηρίων της παραγράφου 1 και ορίζουν τον τύπο αποβλήτων επί των οποίων ισχύουν τα κριτήρια αυτά θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 39, παράγραφος 2. Τα ειδικά κριτήρια αποχαρακτηρισμού θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, τουλάχιστον για τα αδρανή υλικά, το χαρτί, το γυαλί, το μέταλλο, τα ελαστικά επίσωτρα και τα προϊόντα κλωστοϋφαντουργίας.

[…]

4.      Εάν δεν έχουν καθορισθεί κριτήρια σε κοινοτικό επίπεδο σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στις παραγράφους 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν, κατά περίπτωση, εάν ένα συγκεκριμένο απόβλητο έχει αποχαρακτηρισθεί βάσει της εφαρμοστέας νομολογίας. […]»

5        Το άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Κατάλογος αποβλήτων», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τα μέτρα τα οποία αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, όσον αφορά την ενημέρωση του καταλόγου αποβλήτων που καταρτίστηκε με την απόφαση 2000/532/ΕΚ, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 39, παράγραφος 2. Ο κατάλογος αποβλήτων περιλαμβάνει τα επικίνδυνα απόβλητα και λαμβάνει υπόψη την προέλευση και τη σύνθεση των αποβλήτων καθώς και, εφόσον απαιτείται, τις οριακές τιμές συγκέντρωσης επικίνδυνων ουσιών. Ο κατάλογος αποβλήτων είναι δεσμευτικός όσον αφορά τον προσδιορισμό των αποβλήτων που πρέπει να θεωρούνται επικίνδυνα απόβλητα. Η καταχώριση μιας ουσίας ή αντικειμένου στον κατάλογο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι συνιστά απόβλητο υπό οιεσδήποτε συνθήκες. Μια ουσία ή αντικείμενο θεωρούνται απόβλητα μόνον εφόσον ανταποκρίνονται στον ορισμό του άρθρου 3, σημείο 1.»

6        Το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι η διαχείριση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον […]» 

7        Κατά το άρθρο 17 της οδηγίας 2008/98, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έλεγχος επικίνδυνων αποβλήτων»:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η παραγωγή, η συλλογή και η μεταφορά επικίνδυνων αποβλήτων, καθώς επίσης η αποθήκευση και η επεξεργασία τους, διεξάγονται σε συνθήκες που παρέχουν προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας προκειμένου να τηρήσουν τις διατάξεις του άρθρου 13, συμπεριλαμβανομένης δράσης που να διασφαλίζει την ιχνηλασιμότητα από την παραγωγή έως τον τελικό προορισμό και τον έλεγχο των επικίνδυνων αποβλήτων, προκειμένου να τηρηθούν οι απαιτήσεις των άρθρων 35 και 36.»

 Ο κανονισμός REACH

8        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού REACH ορίζει τα εξής:

«Σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι να εξασφαλισθούν ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της προαγωγής εναλλακτικών μεθόδων αξιολόγησης των κινδύνων ουσιών, καθώς και η ελεύθερη κυκλοφορία των ουσιών εντός της εσωτερικής αγοράς, με παράλληλη ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας.»

9        Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού REACH:

«Τα απόβλητα, όπως ορίζονται στην οδηγία [2008/98], δεν συνιστούν ουσία, μείγμα ή αντικείμενο κατά την έννοια του άρθρου 3 του παρόντος κανονισμού.»

10      Το άρθρο 3 του κανονισμού REACH περιέχει τους εξής ορισμούς στα σημεία 1 έως 3:

«1)      “Ουσία”: ένα χημικό στοιχείο και οι ενώσεις του σε φυσική κατάσταση ή όπως λαμβάνονται από οποιαδήποτε διεργασία παρασκευής, συμπεριλαμβανομένου κάθε προσθέτου που είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της σταθερότητάς της και κάθε πρόσμειξης που προέρχεται από τη χρησιμοποιούμενη διεργασία, αποκλειόμενου κάθε διαλύτη που μπορεί να διαχωριστεί χωρίς να επηρεάσει τη σταθερότητα της ουσίας ή να μεταβάλει τη σύνθεσή της·

2)      “Μείγμα”: ένα μείγμα ή διάλυμα που αποτελείται από δύο ή περισσότερες ουσίες·

3)      “Αντικείμενο”: αντικείμενο το οποίο, κατά τη διαδικασία παραγωγής, αποκτά ειδικό σχήμα, επιφάνεια ή σχεδιασμό που καθορίζει τη χρηστική λειτουργία του σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι η χημική του σύνθεση».

11      Το άρθρο 67, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού REACH, το οποίο περιέχεται στον τίτλο VIII του εν λόγω κανονισμού που τιτλοφορείται «Περιορισμοί στην παραγωγή, τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση ορισμένων επικίνδυνων ουσιών, μειγμάτων και αντικειμένων» και στο κεφάλαιο 1 με τίτλο «Γενικά θέματα», ορίζει τα εξής:

«1.      Ουσία υπό καθαρή μορφή, σε μείγμα ή σε αντικείμενο, για την οποία το παράρτημα XVΙΙ περιέχει περιορισμό, επιτρέπεται να παράγεται ή να διατίθεται στην αγορά ή να χρησιμοποιείται μόνον εάν πληροί τους όρους του προαναφερόμενου περιορισμού. [...]

[...]

3.      Μέχρι την 1η Ιουνίου 2013, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν τους τυχόν ισχύοντες και αυστηρότερους περιορισμούς σε σχέση με το παράρτημα XVIΙ όσον αφορά την παρασκευή, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση μιας ουσίας, υπό τον όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με τη Συνθήκη. Μέχρι την 1η Ιουνίου 2009, η Επιτροπή καταρτίζει και δημοσιεύει ευρετήριο των περιορισμών αυτών.»

12      Το άρθρο 68 του κανονισμού REACH έχει ως εξής:

«1.      Όταν από την παρασκευή, τη χρήση ή τη διάθεση στην αγορά ουσιών προκύπτει απαράδεκτος κίνδυνος για την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, ο οποίος πρέπει να αντιμετωπισθεί σε κοινοτική βάση, το παράρτημα XVΙI τροποποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 133, παράγραφος 4, με την έκδοση νέων περιορισμών ή με την τροποποίηση των ισχυόντων περιορισμών [...].

[...]

2.      Για μια ουσία υπό καθαρή μορφή, σε μείγμα ή σε αντικείμενο, η οποία ανταποκρίνεται στα κριτήρια ταξινόμησης στις τάξεις κινδύνου καρκινογόνος, μεταλλαξιγόνος ή τοξική για την αναπαραγωγή, κατηγορίας 1Α ή 1Β, και η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους καταναλωτές και για την οποία η Επιτροπή προτείνει την επιβολή περιορισμών στη χρήση της από τους καταναλωτές, το παράρτημα XVΙI τροποποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 133, παράγραφος 4. Τα άρθρα 69 έως 73 δεν εφαρμόζονται».

13      Δυνάμει του άρθρου 69 του ανωτέρω κανονισμού, εάν η Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος κρίνουν ότι η παρασκευή, η διάθεση στην αγορά ή η χρήση μιας ουσίας υπό καθαρή μορφή, σε μείγμα ή σε αντικείμενο, ενέχει κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, ο οποίος δεν ελέγχεται επαρκώς και καθιστά αναγκαία την ανάληψη δράσεως σε κοινοτική βάση, πέρα από οποιαδήποτε μέτρα που ήδη εφαρμόζονται, κινούν τη διαδικασία επιβολής νέων περιορισμών.

14      Το άρθρο 128 του κανονισμού REACH ορίζει τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, ούτε περιορίζουν ή εμποδίζουν την παρασκευή, την εισαγωγή, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση μιας ουσίας υπό καθαρή μορφή, σε μείγμα ή σε αντικείμενο, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και συμμορφώνεται με αυτόν καθώς και, ενδεχομένως, με τις κοινοτικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2.      Καμία διάταξη του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικούς κανόνες για την προστασία των εργαζομένων, της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, οι οποίοι θα ισχύουν σε περιπτώσεις όπου ο παρών κανονισμός δεν εναρμονίζει τις απαιτήσεις για την παρασκευή, τη χρήση ή τη διάθεση στην αγορά.»

15      Το άρθρο 129, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Όταν ένα κράτος μέλος έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι απαιτείται η ανάληψη επείγουσας δράσης για να προστατευθούν η υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον από μια ουσία υπό καθαρή μορφή, σε μείγμα ή σε αντικείμενο, καίτοι πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, μπορεί να λαμβάνει τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα. [...]»

16      Το παράρτημα XVII του κανονισμού REACH, το οποίο φέρει τον τίτλο «Περιορισμοί στην παραγωγή, τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση ορισμένων επικίνδυνων ουσιών, μειγμάτων και αντικειμένων», περιέχει στη στήλη 1 το σημείο 19 σχετικά με τις «Ενώσεις αρσενικού». Οι περιορισμοί που αφορούν τις εν λόγω ενώσεις προέρχονται από την οδηγία 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178).

17      Για τις εν λόγω ενώσεις αρσενικού, το παράρτημα XVII προβλέπει στο ίδιο σημείο 19, στη στήλη 2 σχετικά με τους «Όρ[ους] περιορισμού», τα εξής:

«[...]

3.      Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη συντήρηση του ξύλου. Επιπλέον, το ξύλο που έχει υποστεί τέτοια επεξεργασία δεν πρέπει να διατίθεται στην αγορά.

4.      Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3:

α)      Όσον αφορά τις ουσίες και τα μείγματα για τη συντήρηση του ξύλου: αυτά επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις για τον εμποτισμό του ξύλου μέσω κενού ή πίεσης, αν είναι διαλύματα ανόργανων ενώσεων χαλκού, χρωμίου, αρσενικού (CCA) τύπου C και αν επιτρέπονται σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/8/ΕΚ. Το ξύλο που έχει υποβληθεί σε τέτοια επεξεργασία δεν πρέπει να διατίθεται στην αγορά πριν ολοκληρωθεί η σταθεροποίηση του συντηρητικού.

β)      Το ξύλο που υποβάλλεται σε επεξεργασία με διαλύματα CCA σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις σύμφωνα με το στοιχείο α΄ επιτρέπεται να διατίθεται στην αγορά για επαγγελματική και βιομηχανική χρήση, όταν η δομική ακεραιότητα του ξύλου είναι απαραίτητη για την ασφάλεια του ανθρώπου ή των ζώων και όταν η διά του δέρματος επαφή με το ευρύ κοινό κατά τη διάρκεια χρήσης του είναι απίθανη:

–        ως δομική ξυλεία σε δημόσια και γεωργικά κτίρια, κτίρια γραφείων και βιομηχανικές εγκαταστάσεις,

–        σε γέφυρες και λοιπά έργα γεφυροποιίας,

[...]

–        ως στύλοι για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος και για τις τηλεπικοινωνίες,

[...]

δ)      Το επεξεργασμένο ξύλο που αναφέρεται στο στοιχείο α΄ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται:

–        σε οικιακές κατασκευές, ανεξαρτήτως σκοπού,

–        σε κάθε εφαρμογή στην οποία υπάρχει κίνδυνος επανειλημμένης επαφής με το δέρμα,

[...]

5.      Το ξύλο το οποίο υποβλήθηκε σε επεξεργασία με ενώσεις αρσενικού και ήταν σε χρήση στην Κοινότητα πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 2007 ή διατέθηκε στην αγορά σύμφωνα με την παράγραφο 4, μπορεί να διατηρηθεί και να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται έως ότου ολοκληρωθεί η διάρκεια της χρήσης του.

6.      Το ξύλο το οποίο υποβλήθηκε σε επεξεργασία με CCA τύπου C και χρησιμοποιήθηκε στην Κοινότητα πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 2007, ή διατέθηκε στην αγορά σύμφωνα με τους κανόνες της παραγράφου 4:

–        επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ή να επαναχρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους χρήσης που απαριθμούνται στο σημείο 4, στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄,

–        επιτρέπεται να διατίθεται στην αγορά σύμφωνα με τους όρους χρήσης που απαριθμούνται στο σημείο 4, στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄.

7.      Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν το ξύλο που είχε υποβληθεί σε επεξεργασία με άλλα είδη διαλυμάτων CCA και ήταν σε χρήση στην Κοινότητα πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 2007:

–        να χρησιμοποιείται ή να επαναχρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους χρήσης που απαριθμούνται στο σημείο 4, στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄,

–        να διατίθεται στην αγορά σύμφωνα με τους όρους χρήσης που απαριθμούνται στο σημείο 4, στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄.»

 Η φινλανδική νομοθεσία

 Ο νόμος 86/2000 για την προστασία του περιβάλλοντος

18      Το άρθρο 7 του νόμου 86/2000 για την προστασία του περιβάλλοντος, με τίτλο «Απαγόρευση ρυπάνσεως του εδάφους», όπως εφαρμόζεται στη διαφορά της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής:

«Απαγορεύεται η απόθεση ή η εισαγωγή στο έδαφος αποβλήτων ή άλλων ουσιών, όπως οργανισμών ή μικροοργανισμών, με επακόλουθο τη χειροτέρευση της ποιότητας του εδάφους, κατά τρόπο δυνάμενο να προκαλέσει κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία ή στο περιβάλλον ή να επιφέρει σημαντική μείωση της αξίας του ως τόπου αναψυχής ή να έχει άλλη ανάλογη επίπτωση σε βάρος δημοσίου ή ιδιωτικού συμφέροντος. [...]»

19      Το άρθρο 28 του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:

«Για την άσκηση κάθε δραστηριότητας που ενέχει κίνδυνο περιβαλλοντικής ρυπάνσεως απαιτείται η κατοχή άδειας (περιβαλλοντική άδεια). Οι δραστηριότητες που υπόκεινται σε άδεια ορίζονται με υπουργική απόφαση.

Περιβαλλοντική άδεια απαιτείται επίσης:

1)      για την άσκηση κάθε δραστηριότητας δυνάμενης να προκαλέσει ρύπανση του δικτύου υδρεύσεως, εφόσον δεν απαιτείται καμία προηγούμενη άδεια για το εν λόγω σχέδιο βάσει του νόμου περί υδάτων,

[...]

4)      για τη βιομηχανική ή επαγγελματική επεξεργασία αποβλήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου περί αποβλήτων.»

 Η απόφαση του υπουργικού συμβουλίου 647/2009 για την παρέκκλιση από ορισμένες διατάξεις του παραρτήματος XVII του κανονισμού REACH

20      Το άρθρο 1 της αποφάσεως του υπουργικού συμβουλίου 647/2009, για την παρέκκλιση από ορισμένες διατάξεις του παραρτήματος XVII του κανονισμού REACH, ορίζει τα εξής:

«Επιτρέπεται παρέκκλιση από τους προβλεπόμενους στο παράρτημα XVII του κανονισμού REACH περιορισμούς στην παραγωγή, διάθεση στην αγορά και χρήση ορισμένων επικίνδυνων ουσιών, μειγμάτων και αντικειμένων, κατά την έννοια του άρθρου 67 του εν λόγω κανονισμού, σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας αποφάσεως.»

21      Το παράρτημα της εν λόγω αποφάσεως του υπουργικού συμβουλίου περιέχει την ακόλουθη διάταξη σχετικά με τις ενώσεις αρσενικού:

«Κατά παρέκκλιση από το παράρτημα XVII, σημείο 19, του κανονισμού REACH, επιτρέπεται η διάθεση στην αγορά, η χρησιμοποίηση και η επαναχρησιμοποίηση ξυλείας που χρησιμοποιήθηκε προ της 30ής Σεπτεμβρίου 2007 και έχει υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA τύπου Β, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο παράρτημα XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχεία b, c και d, του κανονισμού REACH.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

22      Το liikenne ja infrastruktuuri -vastuualue αποφάσισε το 2008 να επισκευάσει το μονοπάτι μήκους 35 χιλιομέτρων, το οποίο συνδέει το χωριό Raittijärvi στη Λαπωνία με τον εγγύτερο αμαξιτό δρόμο και διασχίζει εν μέρει μια ζώνη Natura 2000. Στις εργασίες αυτές συγκαταλέγονταν, μεταξύ άλλων, η κατασκευή ξύλινων διαβάσεων για τη διευκόλυνση της διελεύσεως από τους υγροτόπους, εκτός χειμερινής περιόδου, των οχημάτων τύπου «quad». Οι εν λόγω διαβάσεις ήταν κατασκευασμένες από πρώην τηλεφωνικούς στύλους, οι οποίοι είχαν υποστεί, για την προγενέστερη χρήση τους, επεξεργασία με διάλυμα CCA.

23      Η Lapin luonnonsuojelupiiri, η οποία είναι η προσφεύγουσα ένωση στην υπόθεση της κύριας δίκης, εκτιμώντας ότι οι εν λόγω στύλοι αποτελούν επικίνδυνα απόβλητα, ζήτησε από την Lapin ympäristökeskus, νυν Lapin elinkeino-, liikenne- ja ympäristökeskuksen ympäristö ja luonnonvarat -vastuualue (αρχή για την προστασία του περιβάλλοντος) να απαγορεύσει τη χρησιμοποίηση των εν λόγω υλικών. Μετά την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματός της με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2009, η ένωση αυτή προσέφυγε στο Vaasan hallinto-oikeus (διοικητικό πρωτοδικείο του Vaasa) το οποίο, με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2009, ακύρωσε την εν λόγω απορριπτική απόφαση.

24      Το liikenne ja infrastruktuuri ‑vastuualue άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Korkein hallinto-oikeus (ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου).

25      Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, μεταξύ άλλων, αν για τη χρησιμοποίηση πρώην τηλεφωνικών στύλων που έχουν υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA απαιτείται η κατοχή περιβαλλοντικής άδειας του νόμου 86/2000. Είναι δε της γνώμης ότι, για την επίλυση του εν λόγω ζητήματος, πρέπει να διευκρινιστεί εάν οι στύλοι αυτοί, που επαναχρησιμοποιήθηκαν ως ξύλινη βάση, είναι απόβλητα και δη επικίνδυνα απόβλητα, ή εάν έχουν απολέσει την ιδιότητα αυτή λόγω της συγκεκριμένης επαναχρησιμοποιήσεώς τους, και τούτο καίτοι ο κανονισμός REACH επιτρέπει τη χρήση επεξεργασμένου ξύλου τέτοιου είδους.

26      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Korkein hallinto-oikeus αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Μπορεί να συναχθεί κατά τρόπο άμεσο από το γεγονός ότι ένα απόβλητο έχει χαρακτηριστεί ως επικίνδυνο ότι η χρήση της [εν λόγω] ουσίας ή του [εν λόγω] προϊόντος έχει γενικώς δυσμενείς συνέπειες για το περιβάλλον ή την υγεία του ανθρώπου, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2008/98/ΕΚ […]; Είναι δυνατόν και ένα επικίνδυνο απόβλητο να απολέσει την ιδιότητα του αποβλήτου, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98/ΕΚ;

2)      Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά την ερμηνεία της έννοιας του “αποβλήτου” και, ιδίως, της υποχρεώσεως απορρίψεως μιας ουσίας ή ενός προϊόντος, το γεγονός ότι η επαναχρησιμοποίηση της εν λόγω ουσίας ή του εν λόγω προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο εκτιμήσεως, επιτρέπεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σύμφωνα με το μνημονευόμενο στο άρθρο 67 του κανονισμού REACH παράρτημα XVII και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια σημασία έχει το γεγονός αυτό;

3)      Έχουν εναρμονιστεί, με το άρθρο 67 του κανονισμού REACH, οι προϋποθέσεις για την παραγωγή, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση, κατά την έννοια του άρθρου 128, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, έτσι ώστε η χρήση των περιλαμβανόμενων στο παράρτημα XVII ενώσεων ή προϊόντων να μη μπορεί να εμποδίζεται βάσει εθνικών διατάξεων για την προστασία του περιβάλλοντος, αν οι [προβλεπόμενοι από τις διατάξεις αυτές] περιορισμοί δεν έχουν δημοσιευθεί στο καταρτιζόμενο από την Επιτροπή ευρετήριο του άρθρου 67, παράγραφος 3, του κανονισμού REACH;

4)      Έχει η περιεχόμενη στο [παράρτημα XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο β΄], του κανονισμού REACH απαρίθμηση των χρήσεων ξύλου που έχει υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή περιλαμβάνει εξαντλητικώς όλες τις επιτρεπόμενες χρήσεις;

5)      Μπορεί η επίμαχη χρήση ξύλου ως ξύλινης βάσεως να εξομοιωθεί με τις χρήσεις που περιλαμβάνονται στη μνημονευόμενη στο τέταρτο ερώτημα απαρίθμηση, ώστε η χρήση αυτή να μπορεί να επιτραπεί βάσει του [παραρτήματος XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, του] κανονισμού REACH, εφόσον πληρούνται οι λοιπές αναγκαίες προϋποθέσεις;

6)      Ποια στοιχεία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όταν εξετάζεται αν υφίσταται κίνδυνος επανειλημμένης επαφής με το δέρμα, κατά την έννοια του [παραρτήματος XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄], του κανονισμού REACH;

7)      Νοείται με την έκφραση “δυνατή” [(στο φινλανδικό κείμενο) ή “υπάρχει κίνδυνος” (στο ελληνικό κείμενο)] που περιέχεται στην παρατιθέμενη στο έκτο ερώτημα διάταξη ότι η επανειλημμένη επαφή με το δέρμα είναι δυνατή από θεωρητική άποψη ή ότι είναι τουλάχιστον σε ορισμένο βαθμό πιθανή;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

27      Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, η υπόθεση της κύριας δίκης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αφορά, κατ’ ουσίαν, το γεγονός ότι, καίτοι οι επίμαχοι τηλεφωνικοί στύλοι έτυχαν επεξεργασίας με επικίνδυνη ουσία κατά την έννοια και κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού REACH, εντούτοις, δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, μια τέτοια επεξεργασία δεν παρεμποδίζει, σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη χρησιμοποίηση αυτών των ξύλινων στύλων για ορισμένες εφαρμογές, στις οποίες μπορούν να συμπεριληφθούν, ενδεχομένως, οι διαβάσεις του επίμαχου μονοπατιού.

28      Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί πρώτα επί των ζητημάτων που αφορούν την ερμηνεία του κανονισμού REACH, ο οποίος αποτελεί ρύθμιση ανεξάρτητη από τη ρύθμιση περί αποβλήτων, με την πρόσθετη επισήμανση ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, τα απόβλητα, όπως ορίζονται στην οδηγία 2008/98, δεν συνιστούν ουσία, μείγμα ή αντικείμενο, κατά την έννοια του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού.

29      Επιπροσθέτως, καθόσον, κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως αυτό ίσχυε κατά την ημερομηνία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι οφείλει να λάβει υπόψη όχι μόνο τη νομοθεσία που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, αλλά και τη νομοθεσία που θα ισχύει κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του, πρέπει να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα κατ’ εφαρμογήν, αφενός, της οδηγίας 2008/98 και, αφετέρου, του κανονισμού REACH, σε σχέση με τις επίμαχες διατάξεις στην υπόθεση της κύριας δίκης.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

30      Με το τρίτο ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 67 και 128 του κανονισμού REACH έχουν την έννοια ότι ο εν λόγω κανονισμός εναρμονίζει τις προϋποθέσεις για την παραγωγή, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση μιας ουσίας, όπως η περιεχόμενη στις ενώσεις αρσενικού, η οποία υπόκειται σε ορισμένο περιορισμό βάσει του παραρτήματος XVII του κανονισμού αυτού.

31      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού REACH, σκοπός του εν λόγω κανονισμού είναι να εξασφαλισθεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της προαγωγής εναλλακτικών μεθόδων αξιολογήσεως των κινδύνων ουσιών, καθώς και η ελεύθερη κυκλοφορία των ουσιών εντός της εσωτερικής αγοράς, με παράλληλη ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας (απόφαση της 7ης Ιουλίου 2009, C‑558/07, S.P.C.M. κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I‑5783, σκέψη 35).

32      Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 55 των προτάσεών της, η ελεύθερη κυκλοφορία στην εσωτερική αγορά διασφαλίζεται από την υποχρέωση των κρατών μελών, δυνάμει του άρθρου 128, παράγραφος 1, του κανονισμού REACH, να μην απαγορεύουν, περιορίζουν ή εμποδίζουν την παρασκευή, την εισαγωγή, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση μιας ουσίας υπό καθαρή μορφή, σε μείγμα ή σε αντικείμενο, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού και είναι σύμφωνη μ’ αυτόν, καθώς και, ενδεχομένως, με τις κοινοτικές πράξεις που εκδίδονται προς εφαρμογή του. Εντούτοις, κατά το εν λόγω άρθρο 128, παράγραφος 2, καμία διάταξη του κανονισμού REACH δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικούς κανόνες για την προστασία των εργαζομένων, της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, οι οποίοι θα ισχύουν σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κανονισμός αυτός δεν εναρμονίζει τις απαιτήσεις για την παρασκευή, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση.

33      Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, συνεπώς, η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να εναρμονίσει τις εν λόγω προϋποθέσεις σε ορισμένες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η περίπτωση του άρθρου 67, παράγραφος 1, του κανονισμού REACH.

34      Πράγματι, κατά τη διάταξη αυτή, μια ουσία υπό καθαρή μορφή, σε μείγμα ή σε αντικείμενο, η οποία υπόκειται σε ορισμένο περιορισμό βάσει του παραρτήματος XVΙΙ, μπορεί να παράγεται ή να διατίθεται στην αγορά ή να χρησιμοποιείται μόνον εάν πληροί τους όρους του εν λόγω περιορισμού.

35      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η παρασκευή, η διάθεση στην αγορά ή η χρήση μιας ουσίας του άρθρου 67, παράγραφος 1, του κανονισμού REACH μπορεί να υπόκειται μόνο στις προϋποθέσεις που ορίζει ο εν λόγω κανονισμός οι οποίες, όπως προκύπτει από τα άρθρα 68, παράγραφος 1, και 69 του κανονισμού αυτού, ανταποκρίνονται στην ανάγκη να αναληφθεί «δράση σε κοινοτική βάση». 

36      Όσον αφορά το άρθρο 67, παράγραφος 3, του κανονισμού REACH, καίτοι επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν τις ισχύουσες αυστηρότερες προϋποθέσεις από τις προβλεπόμενες στο παράρτημα XVII, τούτο ισχύει μεταβατικώς και έως την 1η Ιουνίου 2013, και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω περιορισμοί έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, κάτι που δεν έχει πράξει η Δημοκρατία της Φινλανδίας όπως η ίδια παραδέχεται. Ο μεταβατικός χαρακτήρας του μέτρου αυτού, του οποίου η εφαρμογή τελεί και υπό ορισμένη προϋπόθεση, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι επήλθε εναρμόνιση με το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού REACH.

37      Κατά συνέπεια, εάν ένα κράτος μέλος προτίθεται να ορίσει νέες προϋποθέσεις για την παρασκευή, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση μιας ουσίας, η οποία υπόκειται σε ορισμένο περιορισμό βάσει του παραρτήματος XVΙΙ του κανονισμού REACH, τούτο μπορεί να γίνει μόνο σύμφωνα με το άρθρο 129, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, για να αντιμετωπισθεί μια επείγουσα περίπτωση για την προστασία της υγείας του ανθρώπου ή του περιβάλλοντος, ή σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ βάσει νέων επιστημονικών στοιχείων σχετικών, μεταξύ άλλων, με την προστασία του περιβάλλοντος. Η θέσπιση άλλων προϋποθέσεων εκ μέρους των κρατών μελών θα ήταν ασύμβατη προς τους σκοπούς του κανονισμού αυτού (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑281/03 και C‑282/03, Cindu Chemicals κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I‑8069, σκέψη 44).

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 67 και 128 του κανονισμού REACH έχουν την έννοια ότι η νομοθεσία της Ένωσης εναρμονίζει τις προϋποθέσεις για την παραγωγή, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση μιας ουσίας, όπως η περιεχόμενη στις ενώσεις αρσενικού, η οποία υπόκειται σε ορισμένο περιορισμό βάσει του παραρτήματος XVII του κανονισμού αυτού.

 Επί του τετάρτου και του πέμπτου ερωτήματος

39      Με το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί εάν το παράρτημα XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, του κανονισμού REACH, το οποίο απαριθμεί τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξύλο που έχει υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA, έχει την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή είναι εξαντλητική και ότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν μπορεί, συνεπώς, να επεκταθεί και σε άλλες περιπτώσεις πέραν των απαριθμούμενων σ’ αυτή.

40      Οι διατάξεις του παραρτήματος XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, του κανονισμού REACH ορίζουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η παρέκκλιση από την παράγραφο 3 του σημείου αυτού που απαγορεύει τη χρήση ενώσεων αρσενικού για την προστασία του ξύλου. 

41      Τόσο από το γράμμα των διατάξεων αυτών όσο και από τον σκοπό που επιδιώκουν προκύπτει ότι η προβλεπόμενη στην εν λόγω παράγραφο 4 παρέκκλιση πρέπει απαραιτήτως να ερμηνεύεται στενά.

42      Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, περιλαμβάνοντας τις ενώσεις αρσενικού στο παράρτημα XVII του κανονισμού REACH, έκρινε, όπως προκύπτει ιδίως από τον τίτλο του παραρτήματος αυτού και από τα άρθρα 68 και 69 του εν λόγω κανονισμού, ότι η ουσία αυτή ενέχει ανεξέλεγκτους, ήτοι απαράδεκτους κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον. Για τον λόγο αυτό, οι παρεκκλίσεις που αφορούν τη χρήση της ουσίας αυτής δεν μπορούν να ερμηνεύονται ευρέως.

43      Κατά συνέπεια, η απαρίθμηση στο παράρτημα XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, του κανονισμού REACH των επιτρεπόμενων χρήσεων του ξύλου που έχει υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA είναι εξαντλητική.

44      Όσον αφορά τη χρήση του ξύλου στις επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης εργασίες, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, και ιδίως από τις φωτογραφίες που περιέχονται σ’ αυτή, δεν προκύπτει ότι οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης διαβάσεις έχουν, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της δομής και της λειτουργίας τους, διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα οποιασδήποτε γέφυρας ή έργου γεφυροποιίας. Εντούτοις, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να επαληθεύσει εάν η χρήση των επίμαχων τηλεφωνικών στύλων ως βάση των εν λόγω διαβάσεων εμπίπτει όντως στις περιπτώσεις που απαριθμεί η παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως διάταξη.

45      Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τέταρτο και στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το παράρτημα XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, του κανονισμού REACH, το οποίο απαριθμεί τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση, η χρήση του ξύλου που έχει υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA, έχει την έννοια ότι η απαρίθμηση στη διάταξη αυτή είναι εξαντλητική και ότι η παρέκκλιση αυτή δεν μπορεί, συνεπώς, να τύχει εφαρμογής σε άλλες περιπτώσεις πλην των απαριθμούμενων σ’ αυτή. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να επαληθεύσει εάν, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, η χρήση των συγκεκριμένων τηλεφωνικών στύλων ως βάση διαβάσεων εμπίπτει όντως στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη.

 Επί του έκτου και του εβδόμου ερωτήματος

46      Με το έκτο και το έβδομο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί το περιεχόμενο των διατάξεων του παραρτήματος XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού REACH, κατά τις οποίες το ξύλο που έχει υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε περίπτωση που ενέχει κίνδυνο επανειλημμένης επαφής με το δέρμα.

47      Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 45 και 46 των προτάσεών της, η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης δεν ήταν να απαγορευθεί η χρήση του ξύλου αυτού σε περίπτωση που υφίσταται κίνδυνος απλής επαφής με το δέρμα, διότι, στην πράξη, ένας τέτοιος κίνδυνος δεν μπορεί ποτέ να αποκλειστεί τελείως. Συνεπώς, η επίμαχη απαγόρευση δικαιολογείται από τον επανειλημμένο χαρακτήρα της εν λόγω επαφής.

48      Λαμβανομένων υπόψη των σκοπών του κανονισμού REACH, οι οποίοι υπενθυμίζονται στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, ο συγκεκριμένος κίνδυνος πρέπει, συνεπώς, να συνίσταται στο ότι το ενδιαφερόμενο ευρύ κοινό διατρέχει, λόγω της συχνότητας επαφής με το δέρμα, τον κίνδυνο βλάβης της υγείας του.

49      Συναφώς πρέπει να επισημανθεί ότι, δυνάμει του παραρτήματος XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, του κανονισμού REACH, το ξύλο που έχει υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA μπορεί να διατεθεί στην αγορά για επαγγελματική και βιομηχανική χρήση μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, είναι απίθανο το ευρύ κοινό να έρθει σε δερματική επαφή με το ξύλο κατά τη διάρκεια της χρήσεώς του.

50      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προβλεπόμενη στο παράρτημα XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού REACH απαγόρευση πρέπει να ισχύει σε κάθε περίπτωση που είναι όλως πιθανή η επανειλημμένη επαφή του δέρματος με το ξύλο που έχει υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA.

51      Κατά συνέπεια, η διαπίστωση της συνδρομής της πιθανότητας αυτής εξαρτάται από τους συγκεκριμένους όρους χρήσεως των εφαρμογών για τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ξύλο που έχει υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA. Ειδικότερα, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στη υπόθεση της κύριας δίκης, η πιθανότητα αυτή μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, συνάρτηση του τρόπου με τον οποίο οι επίμαχοι τηλεφωνικοί στύλοι αποτελούν αναπόσπαστο δομικό στοιχείο των διαβάσεων ή ακόμη και των διαφόρων άλλων χρήσεών τους. Εάν οι εν λόγω στύλοι αποτελούν όντως μόνον τη βάση των εν λόγω διαβάσεων και όχι το μονοπάτι που χρησιμοποιούν οι χρήστες υπό συνήθεις συνθήκες, είναι προφανώς κατ’ αρχήν απίθανο το δέρμα των χρηστών να έρθει επανειλημμένως σε επαφή με το επεξεργασμένο ξύλο. Εναπόκειται, εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο να προβεί στην εκτίμηση αυτή.

52      Υπό τις συνθήκες αυτές, στο έκτο και στο έβδομο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις του παραρτήματος XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού REACH, κατά τις οποίες το ξύλο που έχει υποστεί επεξεργασία με διάλυμα CCA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε κάθε εφαρμογή που ενέχει τον κίνδυνο επανειλημμένης επαφής με το δέρμα, έχουν την έννοια ότι η επίμαχη απαγόρευση πρέπει να ισχύει σε κάθε περίπτωση που είναι όλως πιθανή η επανειλημμένη επαφή του δέρματος με το επεξεργασμένο ξύλο, η δε πιθανότητα αυτή πρέπει να συνάγεται από τους συγκεκριμένους όρους συνήθους χρήσεως της εφαρμογής για την οποία χρησιμοποιήθηκε το εν λόγω ξύλο, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει.

 Επί του πρώτου ερωτήματος

53      Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί εάν από την επιταγή του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2008/98, κατά την οποία, προκειμένου ένα απόβλητο να παύσει να αποτελεί απόβλητο κατόπιν ανακτήσεως ή ανακυκλώσεως, η χρήση του δεν πρέπει να έχει γενικώς δυσμενείς συνέπειες για το περιβάλλον ή την ανθρώπινη υγεία, προκύπτει ότι ένα απόβλητο το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία των επικίνδυνων αποβλήτων δεν μπορεί να απολέσει ποτέ την ιδιότητα του αποβλήτου.

54      Για να υποβάλει το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην άποψη ότι οι επίμαχοι στην υπόθεση της κύριας δίκης τηλεφωνικοί στύλοι κατέστησαν, μετά την παύση της αρχικής χρήσεώς τους, απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98 και η νέα χρήση τους, ως βάση των διαβάσεων, μπορεί να είναι σύμφωνη με τις επιταγές της οδηγίας αυτής, μόνον εάν έχουν απολέσει την ιδιότητα των αποβλήτων υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, ιδίως δε εάν η χρήση τους δεν έχει γενικώς δυσμενείς συνέπειες για το περιβάλλον ή την ανθρώπινη υγεία.

55      Εντούτοις, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 67 των προτάσεών της, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2008/98 ορίζει μόνον τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί ποια απόβλητα παύουν να αποτελούν απόβλητα, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας αυτής, όταν έχουν υποστεί εργασίες ανακτήσεως ή ανακυκλώσεως. Κατά συνέπεια, βάσει των εν λόγω προϋποθέσεων, αυτών καθαυτές, δεν μπορεί να καθοριστεί κατά τρόπο άμεσο ότι ορισμένα απόβλητα δεν πρέπει πλέον να θεωρούνται ως απόβλητα. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι η νομοθεσία της Ένωσης δεν ορίζει τα εν λόγω ειδικά κριτήρια για το ξύλο που έχει υποστεί επεξεργασία υπό συνθήκες όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης.

56      Ωστόσο, είναι αληθές ότι, εάν δεν έχει οριστεί κανένα κριτήριο στο επίπεδο της Ένωσης, τα κράτη μέλη μπορούν, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/98, να αποφασίζουν ανά περίπτωση εάν ορισμένα απόβλητα έπαυσαν να είναι απόβλητα, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που ισχύει στον τομέα αυτό. Συνεπώς, βάσει της νομολογίας αυτής, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να εξεταστεί εάν ένα απόβλητο που χαρακτηρίζεται επικίνδυνο μπορεί να απολέσει την ιδιότητα του αποβλήτου, κάτι που δεν αποκλείει ούτε το άρθρο 6 της οδηγίας 2008/98 ούτε οποιαδήποτε άλλη διάταξη αυτής.

57      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ακόμη και όταν ένα απόβλητο υποβάλλεται σε εργασία πλήρους ανακτήσεως που έχει ως συνέπεια η εν λόγω ουσία να αποκτήσει τις ίδιες ιδιότητες και τα ίδια χαρακτηριστικά με μια πρώτη ύλη, γεγονός παραμένει εντούτοις ότι η ουσία αυτή μπορεί να θεωρηθεί απόβλητο αν, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2008/98, ο κάτοχός της την απορρίπτει ή έχει την πρόθεση ή την υποχρέωση να την απορρίψει (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2000, C‑418/97 και C‑419/97, ARCO Chemie Nederland κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. I‑4475, σκέψη 94, και της 18ης Απριλίου 2002, C‑9/00, Palin Granit και Vehmassalon kansanterveystyön kuntayhtymän hallitus, Συλλογή 2002, σ. I‑3533, σκέψη 46). Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί στις αναγκαίες προς τούτο διαπιστώσεις.

58      Το γεγονός ότι μια ουσία είναι αποτέλεσμα εργασίας ανακτήσεως, κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98, αποτελεί ένα μόνον από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να κριθεί αν η ουσία αυτή παραμένει απόβλητο, αλλά δεν επιτρέπει, καθαυτό, τη συναγωγή οριστικού συμπεράσματος συναφώς (προπαρατεθείσα απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ., σκέψη 97).

59      Ως εκ τούτου, προκειμένου να καθοριστεί αν μια εργασία ανακτήσεως καθιστά δυνατή τη χρησιμοποίηση του επίμαχου προϊόντος, πρέπει να εξακριβωθεί, από το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως, εάν το προϊόν αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τις επιταγές της οδηγίας 2008/98 και ιδίως των άρθρων 1 και 13 αυτής, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον.

60      Στο πρώτο ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, το ενδεχόμενο ένα απόβλητο που χαρακτηρίζεται επικίνδυνο να απολέσει την ιδιότητα του αποβλήτου, κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98, εάν μια εργασία ανακτήσεως μπορεί να καταστήσει δυνατή τη χρησιμοποίησή του χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον και εάν, επιπροσθέτως, δεν διαπιστώνεται ότι ο κάτοχος του επίμαχου προϊόντος το απορρίπτει ή έχει την πρόθεση ή την υποχρέωση να το απορρίψει, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας αυτής, γεγονός το οποίο πρέπει να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

61      Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός REACH, και ειδικότερα το παράρτημα XVII αυτού, επιτρέποντας την υπό ορισμένες προϋποθέσεις χρήση του ξύλου που έχει υποστεί επεξεργασία με διαλύματα CCA, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να καθοριστεί εάν το ξύλο αυτό μπορεί να απολέσει την ιδιότητα του αποβλήτου, διότι ο κάτοχός του δεν έχει, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, την υποχρέωση να το απορρίψει, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2008/98.

62      Όπως υπομνήσθηκε με τη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, σκοπός του κανονισμού REACH είναι, μεταξύ άλλων, να εξασφαλισθεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού αυτού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, επιτρέποντας υπό ορισμένες προϋποθέσεις τη χρήση του ξύλου που έχει υποστεί επεξεργασία με διαλύματα CCA, έκρινε ότι, καίτοι η εν λόγω επεξεργασία έγινε με επικίνδυνη ουσία υποκείμενη σε περιορισμούς κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού αυτού, η εν λόγω επικινδυνότητα δεν μπορεί να διακυβεύσει το υψηλό αυτό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, όταν η ανωτέρω χρήση περιορίζεται σε ορισμένες εφαρμογές.

63      Η διαχείριση των αποβλήτων πρέπει να γίνεται, κατά το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/98, σύμφωνα με παρόμοιο σκοπό χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές, όταν εξετάζεται αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, τίποτα δεν εμποδίζει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ένα επικίνδυνο απόβλητο δεν είναι πλέον απόβλητο, διότι η ανάκτησή του έχει τη μορφή επιτρεπόμενης χρήσεως δυνάμει του παραρτήματος XVII του κανονισμού REACH και ότι ο κάτοχός του δεν έχει, συνεπώς, πλέον την υποχρέωση να το απορρίψει, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας αυτής.

64      Στο δεύτερο ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός REACH, και ειδικότερα το παράρτημα XVII αυτού, επιτρέποντας την υπό ορισμένες προϋποθέσεις χρήση του ξύλου που έχει υποστεί επεξεργασία με διαλύματα CCA, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, προκειμένου να καθοριστεί εάν το ξύλο αυτό μπορεί να απολέσει την ιδιότητα του αποβλήτου, διότι ο κάτοχός του δεν έχει, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, την υποχρέωση να το απορρίψει, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2008/98.

 Επί των δικαστικών εξόδων

65      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το δίκαιο της Ένωσης δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, το ενδεχόμενο ένα απόβλητο που χαρακτηρίζεται επικίνδυνο να απολέσει την ιδιότητα του αποβλήτου, κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών, εάν μια εργασία ανακτήσεως μπορεί να καταστήσει δυνατή τη χρησιμοποίησή του χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον και εάν, επιπροσθέτως, δεν διαπιστώνεται ότι ο κάτοχος του επίμαχου προϊόντος το απορρίπτει ή έχει την πρόθεση ή την υποχρέωση να το απορρίψει, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας αυτής, γεγονός το οποίο πρέπει να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο.

2)      Ο κανονισμός (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/EΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) 1488/94 της Επιτροπής, της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 552/2009 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2009, και ειδικότερα το παράρτημα XVII αυτού, επιτρέποντας την υπό ορισμένες προϋποθέσεις χρήση του ξύλου που έχει υποστεί επεξεργασία με το λεγόμενο διάλυμα CCA (διάλυμα χαλκού-χρωμίου-αρσενικού), έχει την έννοια ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, προκειμένου να καθοριστεί εάν το ξύλο αυτό μπορεί να απολέσει την ιδιότητα του αποβλήτου, διότι ο κάτοχός του δεν έχει, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, την υποχρέωση να το απορρίψει, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2008/98.

3)      Τα άρθρα 67 και 128 του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 552/2009, έχουν την έννοια ότι η νομοθεσία της Ένωσης εναρμονίζει τις προϋποθέσεις για την παραγωγή, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση μιας ουσίας, όπως η περιεχόμενη στις ενώσεις αρσενικού, η οποία υπόκειται σε ορισμένο περιορισμό βάσει του παραρτήματος XVII του κανονισμού αυτού.

4)      Το παράρτημα XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 552/2009, το οποίο απαριθμεί τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση, η χρήση του ξύλου που έχει υποστεί επεξεργασία με το λεγόμενο διάλυμα CCA (διάλυμα χαλκού-χρωμίου-αρσενικού), έχει την έννοια ότι η απαρίθμηση στη διάταξη αυτή είναι εξαντλητική και ότι η παρέκκλιση αυτή δεν μπορεί, συνεπώς, να τύχει εφαρμογής σε άλλες περιπτώσεις πλην των απαριθμούμενων σ’ αυτή. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να επαληθεύσει εάν, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, η χρήση των συγκεκριμένων τηλεφωνικών στύλων ως βάση διαβάσεων εμπίπτει όντως στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη.

5)      Οι διατάξεις του παραρτήματος XVII, σημείο 19, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 552/2009, κατά τις οποίες το ξύλο που έχει υποστεί επεξεργασία με το λεγόμενο διάλυμα CCA (διάλυμα χαλκού-χρωμίου-αρσενικού) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε κάθε εφαρμογή που ενέχει τον κίνδυνο επανειλημμένης επαφής με το δέρμα, έχουν την έννοια ότι η επίμαχη απαγόρευση πρέπει να ισχύει σε κάθε περίπτωση που είναι όλως πιθανή η επανειλημμένη επαφή του δέρματος με το επεξεργασμένο ξύλο, η δε πιθανότητα αυτή πρέπει να συνάγεται από τους συγκεκριμένους όρους συνήθους χρήσεως της εφαρμογής για την οποία χρησιμοποιήθηκε το εν λόγω ξύλο, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.