Language of document : ECLI:EU:C:2020:1012

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 10ης Δεκεμβρίου 2020 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Τομέας των αεροπορικών μεταφορών – Υπηρεσίες εδάφους στους αερολιμένες Linate και Malpensa του Μιλάνου (Ιταλία) – Εισφορές κεφαλαίου τις οποίες πραγματοποιεί ο φορέας διαχείρισης των αεροδρομίων αυτών προς τη θυγατρική του σε ποσοστό 100 % η οποία παρέχει τις εν λόγω υπηρεσίες – Φορέας διαχείρισης τον οποίο κατέχει το Δημόσιο – Απόφαση που κηρύσσει τα μέτρα αυτά ως παράνομες και ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά κρατικές ενισχύσεις – Άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Έννοια “κρατικών πόρων”, “καταλογιστέου στο κράτος μέτρου” και “οικονομικού πλεονεκτήματος” – Αρχή του ιδιώτη επιχειρηματία – Κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή – Βάρος αποδείξεως– Σύνθετες οικονομικές εκτιμήσεις – Ένταση του δικαιοδοτικού ελέγχου – Παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων»

Στην υπόθεση C‑160/19 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2019,

Comune di Milano (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους A. Mandarano, E. Barbagiovanni, S. Grassani και L. Picciano, avvocati,

αναιρεσείων,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την D. Recchia και τους G. Conte και D. Grespan,

καθής πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Arabadjiev (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, M. Ilešič, A. Kumin και T. von Danwitz, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: R. Schiano, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Ιουνίου 2020,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουλίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτηση αναιρέσεως, ο Comune di Milano (Δήμος Μιλάνου, Ιταλία) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Comune di Milano κατά Επιτροπής (T‑167/13, EU:T:2018:940, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της νυν αναιρεσείουσας με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως (ΕΕ) 2015/1225 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με αυξήσεις κεφαλαίων τις οποίες πραγματοποίησε η εταιρεία SEA SpA υπέρ της SEA Handling SpA [SA.21420 (C 14/10) (πρώην NN 25/10) (πρώην CP 175/06)] (ΕΕ 2015, L 201, σ. 1, στο εξής: επίμαχη απόφαση).

 Το ιστορικό της διαφοράς

2        Η SEA SpA είναι η εταιρία διαχειρίσεως των αερολιμένων Linate και Malpensa του Μιλάνου (Ιταλία). Από το 2002 έως το 2010 (στο εξής: επίμαχο χρονικό διάστημα), το κεφάλαιό της ανήκε σχεδόν αποκλειστικά σε δημόσιες αρχές, και συγκεκριμένα κατά 84,56 % στον Δήμο Μιλάνου, κατά 14,56 % στην Provincia di Milano (Περιφέρεια Μιλάνου, Ιταλία) και κατά 0,88 % σε άλλους μετόχους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Τον Δεκέμβριο του 2011, η F2i – Fondi Italiani per le infrastrutture SGR SpA απέκτησε, για λογαριασμό δύο επενδυτικών ταμείων που διαχειριζόταν, το 44,31 % του κεφαλαίου της SEA και συγκεκριμένα ένα μέρος του κεφαλαίου που ανήκε στον Δήμο Μιλάνου (29,75 %) και το σύνολο του κεφαλαίου που ανήκε στην Περιφέρεια Μιλάνου (14,56 %).

3        Έως την 1η Ιουνίου 2002, η SEA παρείχε η ίδια τις υπηρεσίες εδάφους στους αερολιμένες Linate και Malpensa του Μιλάνου. Μετά την έναρξη ισχύος του decreto legislativo n. 18 – Attuazione della direttiva 96/67/CE relativa al libero accesso al mercato dei servizi di assistenza a terra negli aeroporti della Comunità (νομοθετικού διατάγματος 18, για την εφαρμογή της οδηγίας 96/67/ΕΚ σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας), της 13ης Ιανουαρίου 1999 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 28 της 4ης Φεβρουαρίου 1999), η SEA, σύμφωνα με την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/67/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1996, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 272, σ. 36), προέβη σε λογιστικό και νομικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων της που συνδέονταν με την παροχή των υπηρεσιών εδάφους από τις υπόλοιπες δραστηριότητές της. Προς τον σκοπό αυτόν, συνέστησε μια νέα εταιρία πλήρως ελεγχόμενη από την ίδια, με την επωνυμία SEA Handling SpA, που ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες Linate και Malpensa του Μιλάνου από 1ης Ιουνίου 2002.

4        Στις 26 Μαρτίου 2002, ο Δήμος Μιλάνου, η SEA και συνδικαλιστικές οργανώσεις συνήψαν συμφωνία (στο εξής: συμφωνία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002) η οποία όριζε τα εξής:

«Η Δημοτική Αρχή του Δήμου του Μιλάνου [...] επιβεβαιώνει ότι [...]

–        το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της εταιρίας υπηρεσιών εδάφους θα παραμείνει στη SEA για πέντε τουλάχιστον έτη,

–        η SEA δεσμεύεται να ενημερώνει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις όσον αφορά τους ενδεχόμενους εταίρους και να υποβάλλει από κοινού με αυτούς το εταιρικό σχέδιο και την εταιρική δομή [...]. Η συμφωνία που θα συνάψει η SEA με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις θα τεθεί σε ισχύ μετά την υποβολή σε αυτές του προαναφερθέντος σχεδίου και τη διαβούλευση με αυτές,

–        το σχέδιο κινητικότητας που θα συμφωνηθεί θα πρέπει να προβλέπει λύση για το τυχόν πλεονάζον προσωπικό, αποκλείοντας διαδικασίες ομαδικών απολύσεων, αναθέτοντας στη SEA την υποχρέωση επιμόρφωσης και αναδιάταξης, παροχής κινήτρων για εθελούσια έξοδο ή λήψεως συνοδευτικών μέτρων για τη συνταξιοδότηση όσον αφορά το εν λόγω προσωπικό,

–        η μετάβαση των εργαζομένων στη νέα εταιρεία θα πραγματοποιηθεί με παράλληλη προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων τους και διασφάλιση της απασχόλησής τους για τα προσεχή πέντε έτη,

–        η SEA και οι ενδεχόμενοι εταίροι θα διαφυλάξουν την ισορροπία εξόδων/εσόδων και το γενικό οικονομικό πλαίσιο, διατηρώντας αμετάβλητες τις διαχειριστικές ικανότητες και βελτιώνοντας αισθητά τις δυνατότητες δραστηριοποιήσεως στις εσωτερικές και διεθνείς αγορές,

–        θα μεσολαβήσει στα αρμόδια υπουργεία και στις αερολιμενικές αρχές με σκοπό την έκδοση οδηγιών που θα διασφαλίζουν την απασχόληση σε περίπτωση περιέλευσης της δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών εδάφους στον ανταγωνισμό, προκειμένου να εκπληρωθούν μεταξύ άλλων οι υποχρεώσεις ασφαλείας και αξιοπιστίας που επιβάλλονται στους φορείς διαχείρισης των αερολιμένων, οι οποίες πρέπει να αφορούν και τους εργαζομένους που απασχολούνται στις υπηρεσίες εδάφους.

Τέλος, η Δημοτική Αρχή και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα επιβλέπουν τα προβλεπόμενα στην παρούσα συμφωνία, ελέγχοντας τακτικά τα στάδια εφαρμογής της σε ειδικές συσκέψεις.»

5        Οι δεσμεύσεις αυτές επιβεβαιώθηκαν με συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ της SEA και των συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ άλλων στις 4 Απριλίου 2002 και στις 19 Ιουνίου 2003, το περιεχόμενο των οποίων επαναλάμβανε ρητώς εκείνο της συμφωνίας της 26ης Μαρτίου 2002.

6        Κατά τη διάρκεια του επίμαχου χρονικού διαστήματος, η SEA Handling έλαβε από τη SEA επιδοτήσεις υπό τη μορφή εισφορών κεφαλαίου οι οποίες ανήλθαν συνολικά σε 359,644 εκατομμύρια ευρώ (στο εξής: επίμαχα μέτρα). Οι επιδοτήσεις αυτές προορίζονταν να καλύψουν τις λειτουργικές ζημίες της SEA Handling, οι οποίες είχαν ανέλθει, όσον αφορά το ίδιο χρονικό διάστημα, σε συνολικό ποσό 339,784 εκατομμυρίων ευρώ, ήτοι περίπου 43,639 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2002), 49,489 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2003), 47,962 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2004), 42,430 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2005), 44,150 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2006), 59,724 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2007), 52,387 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2008), 29,7 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2009) και 13,4 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2010).

7        Ειδικότερα, στο πλαίσιο των επίμαχων μέτρων, η SEA Handling έλαβε διαδοχικώς από τη SEA 39,965 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2002), 49,132 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2003), 55,236 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2004), 40,229 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2005), 60,439 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2006), 41,559 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2007), 25,271 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2008) και 47,810 εκατομμύρια ευρώ (έτος 2009).

8        Με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 2006, περιήλθε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγγελία σχετικά με μέτρα κρατικών ενισχύσεων που, όπως υποστηρίχθηκε, είχαν ληφθεί υπέρ της SEA Handling.

9        Με έγγραφο της 23ης Ιουνίου 2010, η Επιτροπή κοινοποίησε στις ιταλικές αρχές την απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

10      Στις 19 Δεκεμβρίου 2012, η Επιτροπή εξέδωσε την επίμαχη απόφαση. Στο σημείο 191 της αποφάσεως αυτής εκτίμησε ότι οι πόροι που είχαν χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των ζημιών της SEA Handling ήταν δημόσιας προέλευσης, καθώς προέρχονταν από τη SEA, το κεφάλαιο της οποίας, κατά την εξετασθείσα περίοδο, κατείχαν κατά 99,12 % ο Δήμος Μιλάνου και η Περιφέρεια Μιλάνου.

11      Στα σημεία 192 έως 217 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι τα επίμαχα μέτρα έπρεπε να καταλογιστούν στο ιταλικό κράτος, βάσει δέσμης πέντε ενδείξεων που περιελάμβαναν, πρώτον, τις συμφωνίες με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 4 και 5 της παρούσας αποφάσεως καθώς και άλλα έγγραφα, δεύτερον, την ιδιαίτερη εξάρτηση της διοικήσεως της SEA από τον Δήμο Μιλάνου, τρίτον, την ύπαρξη εν λευκώ επιστολών παραιτήσεως τις οποίες είχαν παραδώσει οι διαχειριστές της SEA στον Δήμο Μιλάνου, τέταρτον, τη σημασία που είχε η λειτουργία των αερολιμένων Malpensa και Linate του Μιλάνου στο πλαίσιο των πολιτικών του Δήμου Μιλάνου και, πέμπτον, τον έκτακτο χαρακτήρα των μέτρων αυξήσεως κεφαλαίου που έπρεπε να εγκριθούν από το διοικητικό συμβούλιο της SEA. Ειδικότερα, από τις ενδείξεις αυτές η Επιτροπή συνήγαγε την ύπαρξη ενιαίας στρατηγικής και τη διαρκή ανάμιξη των ιταλικών δημόσιων αρχών, λόγω δε του γεγονότος αυτού, κατά την άποψή της, απαλλασσόταν από την υποχρέωση να εξετάσει χωριστά καθεμιά από τις εν λόγω παρεμβάσεις.

12      Στα σημεία 219 έως 315 της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή εξέτασε το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή υπό το πρίσμα των στοιχείων που προσκόμισαν οι ιταλικές αρχές, η SEA και η SEA Handling σχετικά με 1) μια πολυετή στρατηγική κάλυψης των ζημιών, 2) τις εισφορές κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2002, 3) τις συνθήκες κατά τον χρόνο λήψεως των αποφάσεων επί των εισφορών αυτών, 4) τις εναλλακτικές λύσεις έναντι της κάλυψης των ζημιών, 5) την επιλογή του εμπορικού μοντέλου του ομίλου SEA να παρέχει ο ίδιος τις προσφερόμενες από τη SEA Handling υπηρεσίες, 6) την αναδιάρθρωση της SEA Handling και τους σκοπούς που επιδιώκονταν συναφώς από τη SEA, 7) τα διαδοχικά οικονομικά αποτελέσματα της SEA Handling και 8) τη σύγκριση των αποτελεσμάτων αυτών με εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Κατόπιν της εξετάσεως αυτής, η Επιτροπή έκρινε ότι το εν λόγω κριτήριο δεν πληρούνταν ως προς κανένα από τα επίμαχα μέτρα.

13      Στο διατακτικό της επίμαχης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι οι αυξήσεις κεφαλαίου τις οποίες είχε πραγματοποιήσει η SEA υπέρ της SEA Handling σε κάθε οικονομικό έτος της επίμαχης περιόδου συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ (άρθρο 1) και ότι οι εν λόγω κρατικές ενισχύσεις, που είχαν χορηγηθεί κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ήταν ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά (άρθρο 2). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διέταξε την Ιταλική Δημοκρατία να προβεί στην ανάκτηση από τον δικαιούχο των ενισχύσεων αυτών (άρθρο 3, παράγραφος 1).

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

14      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Μαρτίου 2013, ο Δήμος Μιλάνου άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως και, επικουρικώς, την ακύρωση των άρθρων της 3 έως 5.

15      Προς στήριξη της προσφυγής, ο Δήμος Μιλάνου προέβαλε τέσσερις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος και ο δεύτερος αντλούνταν από παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ καθόσον η Επιτροπή, αφενός, είχε εσφαλμένως διαπιστώσει ότι υφίστατο μεταφορά κρατικών πόρων και ότι τα επίμαχα μέτρα έπρεπε να καταλογιστούν στο ιταλικό κράτος καθώς και, αφετέρου, είχε αγνοήσει το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή.

16      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή και καταδίκασε τον Δήμο Μιλάνου στα δικαστικά έξοδα.

 Τα αιτήματα των διαδίκων

17      Ο Δήμος Μιλάνου ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

18      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τον Δήμο Μιλάνου στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

19      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, ο Δήμος Μιλάνου προβάλλει τέσσερις λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος και ο τέταρτος αντλούνται από παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, εσφαλμένως διαπίστωσε ότι υφίστατο μεταφορά κρατικών πόρων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα μέτρα έπρεπε να καταλογιστούν στον Δήμο Μιλάνου και, αφετέρου, αγνόησε το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή. Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι οποίοι επίσης αφορούν τη δυνατότητα καταλογισμού σε αυτόν των επίμαχων μέτρων, ο Δήμος Μιλάνου υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένως τις αρχές περί του βάρους αποδείξεως και παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά την έννοια της κρατικής ενισχύσεως

 Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά την έννοια των κρατικών πόρων

–       Η επιχειρηματολογία των διαδίκων

20      Ο Δήμος Μιλάνου υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον στηρίχθηκε, στις σκέψεις 65 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην πλειοψηφική συμμετοχή του στη SEA και στο τεκμήριο ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2006, για τη διαφάνεια των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων (ΕΕ 2006, L 318, σ. 17), χωρίς να εξακριβώσει αν η Επιτροπή είχε αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας επιρροής ή την υπέρ αυτής διαχείριση των πόρων της SEA.

21      Κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και του εποπτικού συμβουλίου της SEA διορίστηκαν από τον πλειοψηφικό μέτοχο ουδόλως αποδεικνύει, κατά τον αναιρεσείοντα, λαμβανομένων υπόψη των κανόνων του εφαρμοστέου ιταλικού δικαίου εταιριών, ότι τα χρηματοοικονομικά μέσα της SEA ευρίσκονταν διαρκώς υπό τον έλεγχο των δημοσίων αρχών.

22      Έπειτα, η οδηγία 2006/111 εκδόθηκε με νομική βάση το άρθρο 106 ΣΛΕΕ και όχι το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, οπότε η λογική της οδηγίας αυτής δεν είναι λυσιτελής για την εκτίμηση των εννοιών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 107 ΣΛΕΕ.

23      Τέλος, κατά τη νομολογία, η προϋπόθεση του διαρκούς δημοσίου ελέγχου των πόρων πληρούται μόνον αν οι οικείοι πόροι ευρίσκονται διαρκώς στη διάθεση των δημοσίων αρχών, βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Ειδικότερα, στην απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, ENEA (C‑329/15, EU:C:2017:671), το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός και μόνον ότι το Δημόσιο κατέχει την πλειοψηφία του κεφαλαίου επιχειρήσεων δεν επιτρέπει να συναχθεί εξ αυτού η ύπαρξη αποφασιστικής επιρροής με την οποία μπορεί να κατευθύνεται η χρησιμοποίηση των πόρων των επιχειρήσεων αυτών. Πρέπει επιπλέον να αποδειχθεί η ύπαρξη οδηγιών του Δημοσίου σχετικά με τη διαχείριση των πόρων που χρησιμοποιούνται για τη χορήγηση της ενισχύσεως.

24      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ultra petita όταν εξέτασε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά πόσον υπήρχε μεταφορά κρατικών πόρων, ενώ πρωτοδίκως ο Δήμος Μιλάνου δεν είχε προβάλει κανένα επιχείρημα προς αμφισβήτηση του χαρακτηρισμού των πόρων της SEA ως κρατικών πόρων, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 55 έως 58 και 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, ο Δήμος Μιλάνου δεν δικαιούται να προβάλει αντιρρήσεις, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εξέτασης ενός λόγου που δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως. Επιπλέον, η Επιτροπή αμφισβητεί την επί της ουσίας επιχειρηματολογία του Δήμου Μιλάνου.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

25      Όσον αφορά το παραδεκτό του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, είναι αληθές, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τον κρατικό χαρακτήρα των μεταφερθέντων στη SEA Handling πόρων της SEA χωρίς ο Δήμος Μιλάνου να προβάλει ενώπιόν του ειδικό επιχείρημα ως προς το ζήτημα αυτό, πράγμα το οποίο, εξάλλου, υπογράμμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

26      Εντούτοις, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 25 των προτάσεών της, από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει σαφώς ότι ο Δήμος Μιλάνου αμφισβητούσε, με την επιχειρηματολογία που προέβαλλε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, τόσο τη δυνατότητα καταλογισμού των επίμαχων μέτρων όσο και τον κρατικό χαρακτήρα των χρησιμοποιηθέντων πόρων. Επομένως, με τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 65 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ultra petita, οπότε η επιχειρηματολογία της Επιτροπής περί απαραδέκτου του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

27      Όσον αφορά το βάσιμο του σκέλους αυτού, υπενθυμίζεται εξαρχής ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο χαρακτηρισμός ενός μέτρου ως «κρατικής ενίσχυσης», κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, προϋποθέτει τη συνδρομή του συνόλου των ακόλουθων προϋποθέσεων. Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για παρέμβαση εκ μέρους του κράτους ή με κρατικούς πόρους. Δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Τρίτον, πρέπει να παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα υπέρ του δικαιούχου. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Arriva Italia κ.λπ., C‑385/18, EU:C:2019:1121, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28      Επομένως, για να μπορεί ένα πλεονέκτημα να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρέπει, σύμφωνα με την πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, αφενός, να χορηγείται άμεσα ή έμμεσα με κρατικούς πόρους και, αφετέρου, να μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος (απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Fondul Proprietatea, C‑150/16, EU:C:2017:388, σκέψη 14 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29      Όσον αφορά ειδικότερα την προϋπόθεση ότι το πλεονέκτημα χορηγείται άμεσα ή έμμεσα με κρατικούς πόρους, κατά πάγια νομολογία, η έννοια της «ενισχύσεως» είναι ευρύτερη από την έννοια της «επιδοτήσεως», διότι δεν περιλαμβάνει μόνο τις θετικές παροχές, όπως οι επιδοτήσεις, αλλά και τις παρεμβάσεις εκείνες οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και κατά συνέπεια, χωρίς να είναι επιδοτήσεις υπό τη στενή έννοια του όρου, είναι της ιδίας φύσεως και έχουν ίδια αποτελέσματα (απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Fondul Proprietatea, C‑150/16, EU:C:2017:388, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30      Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ καλύπτει όλα τα χρηματικά μέσα τα οποία οι δημόσιες αρχές μπορούν όντως να χρησιμοποιούν προς στήριξη επιχειρήσεων, χωρίς να έχει σημασία συναφώς αν τα μέσα αυτά περιλαμβάνονται μονίμως στην περιουσία του Δημοσίου. Κατά συνέπεια, έστω και αν τα ποσά που αντιστοιχούν στο επίμαχο μέτρο δεν είναι διαρκώς στη διάθεση του Δημόσιου Ταμείου, το γεγονός ότι παραμένουν διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο και, συνεπώς, στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών αρκεί για να χαρακτηριστούν ως κρατικοί πόροι (απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Fondul Proprietatea, C‑150/16, EU:C:2017:388, σκέψη 16 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31      Όσον αφορά συγκεκριμένα τις δημόσιες επιχειρήσεις όπως η SEA, το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το Δημόσιο είναι σε θέση, ασκώντας αποφασιστική επιρροή επί των επιχειρήσεων αυτών, να κατευθύνει τη χρησιμοποίηση των πόρων τους προς τη χρηματοδότηση, ενδεχομένως, της παροχής ειδικών πλεονεκτημάτων σε άλλες επιχειρήσεις (απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Fondul Proprietatea, C‑150/16, EU:C:2017:388, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32      Συναφώς, επιχείρηση που ανήκει σε ποσοστό σχεδόν 100 % στις δημόσιες αρχές και της οποίας επιπλέον τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου διορίζονται από τις δημόσιες αρχές πρέπει να θεωρείται δημόσια επιχείρηση υπό τον έλεγχο του κράτους, δεδομένου ότι οι δημόσιες αρχές μπορούν πράγματι να ασκούν άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή σε μια τέτοια επιχείρηση (πρβλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής, C‑482/99, EU:C:2002:294, σκέψεις 33 και 34).

33      Ομοίως, η παροχή εγγυήσεων από επιχείρηση ανήκουσα εξολοκλήρου σε Δήμο συνεπάγεται τη χρήση κρατικών πόρων, καθόσον οι εγγυήσεις αυτές συνεπάγονται αρκούντως συγκεκριμένο οικονομικό κίνδυνο ικανό να επιφέρει επιβαρύνσεις για την επιχείρηση (πρβλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, Commerz Nederland, C‑242/13, EU:C:2014:2224, σκέψη 30).

34      Επιπλέον, όταν το Δημόσιο είναι κάλλιστα σε θέση, ασκώντας αποφασιστική επιρροή επί των επιχειρήσεων αυτών, να κατευθύνει τη χρησιμοποίηση των πόρων τους για να χρηματοδοτήσει, ενδεχομένως, την παροχή ειδικών πλεονεκτημάτων σε άλλες επιχειρήσεις, το γεγονός ότι οι επίμαχοι πόροι τελούν υπό τη διαχείριση φορέων αυτοτελών προς τις δημόσιες αρχές ή ότι είναι ιδιωτικής προελεύσεως δεν ασκεί επιρροή (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά TV2/Danmark, C‑656/15 P, EU:C:2017:836, σκέψεις 47 και 48).

35      Εν προκειμένω, από την ως άνω νομολογία προκύπτει ότι, στις σκέψεις 65 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο μπόρεσε, από το γεγονός ότι τα εταιρικά μερίδια της SEA ανήκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου και άμεσα σε δημόσιες αρχές, μεταξύ των οποίων και ο Δήμος Μιλάνου, και ότι ο Δήμος Μιλάνου διόριζε τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και του εποπτικού συμβουλίου της SEA, είτε απευθείας είτε διά της πλειοψηφίας του στη γενική συνέλευση της SEA, να συναγάγει, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι τα χρηματοοικονομικά μέσα που παρείχε η SEA στη SEA Handling έπρεπε να χαρακτηριστούν ως κρατικοί πόροι.

36      Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει ο Δήμος Μιλάνου, η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται ούτε από την παραπομπή, στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/111 ούτε από τα διδάγματα που απορρέουν από την απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, ENEA (C‑329/15, EU:C:2017:671).

37      Ειδικότερα, αφενός, ακόμη και αν η αναφορά στην οδηγία 2006/111 δεν είναι εύστοχη εν προκειμένω, τα στοιχεία που μνημονεύονται στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως αρκούν για να στηρίξουν το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου περί χρησιμοποίησης κρατικών πόρων.

38      Αφετέρου, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 33 και 34 των προτάσεών της, από τις σκέψεις 27 και 31 έως 35 της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, ENEA (C‑329/15, EU:C:2017:671), προκύπτει ότι οι περιστάσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση εκείνη διαφέρουν από αυτές της παρούσας διαδικασίας. Ειδικότερα, η απόφαση εκείνη αφορούσε υποχρέωση αγοράς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας η οποία ίσχυε αδιακρίτως, δυνάμει νομοθετικής παρεμβάσεως του οικείου κράτους μέλους, τόσο για τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας το κεφάλαιο των οποίων ανήκε κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο όσο και για τους προμηθευτές το κεφάλαιο των οποίων ανήκε κατά πλειοψηφία σε ιδιώτες επιχειρηματίες. Επομένως, το πλεονέκτημα που ενδεχομένως χορηγούνταν με την παρέμβαση αυτή του οικείου κράτους μέλους υπό την ιδιότητά του ως νομοθέτη δεν απέρρεε από τις ελεγκτικές εξουσίες που το Δημόσιο μπορούσε να ασκήσει υπό την ιδιότητά του ως πλειοψηφικού μετόχου των οικείων δημόσιων επιχειρήσεων και, επομένως, δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί, υπό τις περιστάσεις που εκτίθεντο στις σκέψεις 32 έως 35 της αποφάσεως εκείνης, ως χρηματοδοτηθέν από κρατικούς πόρους.

39      Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

 Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά τη δυνατότητα καταλογισμού των επίμαχων μέτρων

–       Η επιχειρηματολογία των διαδίκων

40      Ο Δήμος Μιλάνου υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ κρίνοντας, στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απόδειξη της εμπλοκής του Δήμου Μιλάνου στη χορήγηση των επίμαχων μέτρων δεν απαιτούσε θετική απόδειξη αλλά μόνον απόδειξη ότι ήταν απίθανο να μην έχει υπάρξει εμπλοκή.

41      Ο Δήμος Μιλάνου εκθέτει συναφώς ότι, προκειμένου να αποφευχθεί η υπέρ το δέον υπαγωγή στην έννοια της κρατικής ενισχύσεως, το Δικαστήριο πρόσθεσε στο κριτήριο της δυνατότητας καταλογισμού βάσει οργανικών δεσμών το αυστηρότερο κριτήριο της ενεργού συμμετοχής του Δημοσίου στη λήψη των επίμαχων μέτρων, συμμετοχή η οποία πρέπει να είναι εξακριβώσιμη και να εμφανίζει έναν συγκεκριμένο αρκούντως ισχυρό αιτιώδη σύνδεσμο με το καθένα από τα ληφθέντα μέτρα. Επομένως, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι τα μέτρα ελήφθησαν στο σύνολό τους με πρωτοβουλία του Δημοσίου ή και ότι το Δημόσιο παρενέβη κατά το στάδιο του σχεδιασμού τους, άσκησε πράγματι την ελεγκτική εξουσία του και άσκησε αποφασιστική επιρροή σε καθεμιά από τις ληφθείσες αποφάσεις.

42      Εν προκειμένω, όμως, δεν παρεσχέθη τέτοια απόδειξη, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο χρησιμοποίησε το κριτήριο που στηριζόταν στο ότι ήταν απίθανο να μην έχει υπάρξει εμπλοκή και κατά συνέπεια υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά τον καθορισμό του βαθμού αποδείξεως της δυνατότητας καταλογισμού.

43      Η Επιτροπή επισημαίνει εξαρχής ότι ο Δήμος Μιλάνου επικρίνει μόνον τη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία απλώς επαναλαμβάνει τις νομολογιακές αρχές σχετικά με την έννοια της δυνατότητας καταλογισμού που εκτίθενται στη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οπότε το σκέλος αυτό είναι εν μέρει απαράδεκτο ή αλυσιτελές. Εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε σε εσφαλμένη έννοια της δυνατότητας καταλογισμού ούτε προέβη σε χρήση αρνητικών τεκμηρίων ή σε εφαρμογή εσφαλμένου βαθμού αποδείξεως.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

44      Εκ προοιμίου, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία της Επιτροπής περί απαραδέκτου του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, δεδομένου ότι ο Δήμος Μιλάνου σαφώς αμφισβήτησε τις νομικές αρχές στις οποίες στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο για να καταλογίσει στον Δήμο Μιλάνου τη συμπεριφορά της SEA. Συναφώς, αυτό καθεαυτό το ζήτημα αν το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στις ίδιες αρχές σε περισσότερα σημεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν ασκεί επιρροή.

45      Ως προς την ουσία, στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως υπενθυμίστηκε ότι, για να μπορεί ένα πλεονέκτημα να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρέπει, σύμφωνα με την πρώτη από τις προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής, αφενός, να χορηγείται άμεσα ή έμμεσα με κρατικούς πόρους και, αφετέρου, να μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος.

46      Όσον αφορά ειδικότερα την προϋπόθεση περί καταλογισμού στο κράτος ενός μέτρου που απονέμει πλεονεκτήματα, το οποίο λαμβάνεται από δημόσια επιχείρηση, υπενθυμίζεται ότι η δυνατότητα καταλογισμού δεν μπορεί να συναχθεί εκ μόνου του γεγονότος ότι τα πλεονεκτήματα απονεμήθηκαν από δημόσια επιχείρηση ελεγχόμενη από το κράτος. Ειδικότερα, ακόμη και αν το κράτος είναι σε θέση να ελέγχει μια δημόσια επιχείρηση και να ασκεί αποφασιστική επιρροή επί των πράξεών της, η πραγματική άσκηση τέτοιου ελέγχου δεν τεκμαίρεται αυτόματα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Πρέπει, επίσης, να εξετάζεται κατά πόσον οι δημόσιες αρχές ενεπλάκησαν με οποιονδήποτε τρόπο στη λήψη των μέτρων αυτών (πρβλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, Commerz Nederland, C‑242/13, EU:C:2014:2224, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47      Συναφώς, δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται, κατόπιν ειδικής έρευνας, ότι οι δημόσιες αρχές παρότρυναν συγκεκριμένα την οικεία δημόσια επιχείρηση να λάβει τα επίμαχα μέτρα ενισχύσεων. Ειδικότερα, η δυνατότητα καταλογισμού στο κράτος μέτρου ενισχύσεως που έχει ληφθεί από δημόσια επιχείρηση μπορεί να συναχθεί από ένα σύνολο στοιχείων που προκύπτουν από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως και από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η λήψη του μέτρου (αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, Commerz Nederland, C‑242/13, EU:C:2014:2224, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 18ης Μαΐου 2017, Fondul Proprietatea, C‑150/16, EU:C:2017:388, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Ειδικότερα, είναι κρίσιμο κάθε στοιχείο από το οποίο συνάγεται, στην εκάστοτε συγκεκριμένη υπόθεση, ότι έχουν εμπλακεί ή είναι απίθανο να μην έχουν εμπλακεί οι δημόσιες αρχές στη λήψη ορισμένου μέτρου, λαμβανομένων υπόψη της εκτάσεως του μέτρου, του περιεχομένου του ή των συνθηκών που δημιουργεί, ή ότι αντιθέτως οι δημόσιες αρχές δεν έχουν εμπλακεί στη λήψη του μέτρου (απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, Commerz Nederland, C‑242/13, EU:C:2014:2224, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49      Ομοίως, το γεγονός και μόνον ότι μια δημόσια επιχείρηση έχει συσταθεί υπό τη μορφή συνήθους κεφαλαιουχικής εταιρίας δεν μπορεί να θεωρηθεί, λόγω της αυτοτέλειας που της παρέχει αυτή η νομική μορφή, ως επαρκές στοιχείο για να αποκλειστεί η δυνατότητα καταλογισμού στο κράτος ενός μέτρου ενισχύσεως που έχει λάβει η εν λόγω εταιρία. Ειδικότερα, δεδομένου ότι η επιχείρηση αυτή τελεί υπό έλεγχο και δεδομένων των δυνατοτήτων ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής που τούτο συνεπάγεται στην πράξη, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ προοιμίου η δυνατότητα καταλογισμού στο Δημόσιο οποιουδήποτε μέτρου λαμβάνει η εν λόγω εταιρία ούτε συνεπώς ο κίνδυνος καταστρατηγήσεως των κανόνων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων, έστω και αν η νομική μορφή της δημόσιας επιχειρήσεως αποτελεί αυτή καθεαυτήν μία από τις ενδείξεις βάσει των οποίων μπορεί να εξακριβωθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η εμπλοκή ή μη του Δημοσίου (απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Fondul Proprietatea, C‑150/16, EU:C:2017:388, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, όταν εξέτασε, στις σκέψεις 80 έως 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αν από τις ενδείξεις τις οποίες είχε επικαλεστεί η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 195 έως 200 της επίμαχης αποφάσεως μπορούσε να συναχθεί ότι ο Δήμος Μιλάνου είχε εμπλακεί στη λήψη των επίμαχων μέτρων, εφάρμοσε τις αρχές που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο στη νομολογία του η οποία υπενθυμίζεται στις σκέψεις 46 έως 49 της παρούσας αποφάσεως.

51      Ειδικότερα, αφενός, από τις αρχές αυτές προκύπτει μεταξύ άλλων ότι, αντιθέτως προς ό, τι υποστηρίζει ο Δήμος Μιλάνου, δεν εναπέκειτο ούτε στην Επιτροπή να αποδείξει ούτε στο Γενικό Δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι οι δημόσιες αρχές είχαν παροτρύνει συγκεκριμένα τη δημόσια επιχείρηση να λάβει τα επίμαχα μέτρα.

52      Αφετέρου, δεν είναι αναγκαίο να κριθεί αν, βάσει της νομολογίας που υπενθυμίζεται στη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά σε ενδείξεις από τις οποίες προέκυπτε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι ήταν απίθανο να μην έχει υπάρξει εμπλοκή των δημοσίων αρχών. Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 38 έως 44 των προτάσεών της, η επιχειρηματολογία του Δήμου Μιλάνου είναι προϊόν εσφαλμένης ερμηνείας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Επιτροπή μπορούσε να στηρίξει τη διαπίστωση περί καταλογιστού των επίμαχων μέτρων αποκλειστικώς στο ότι ήταν απίθανο να μην έχει εμπλακεί ο Δήμος Μιλάνου στη λήψη τους.

53      Ειδικότερα, κατ’ αρχάς, στις σκέψεις 80 έως 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι το γράμμα της συμφωνίας με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002 δημιουργούσε σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση της SEA να αντισταθμίσει, τουλάχιστον για περίοδο πέντε ετών, τις ζημίες της SEA Handling. Δεύτερον, εκτίμησε ότι, με την υπογραφή της συμφωνίας αυτής, ο Δήμος Μιλάνου είχε επισήμως συναινέσει, μεταξύ άλλων με την ιδιότητα του πλειοψηφικού μετόχου της SEA, όχι μόνο στην ανάληψη της εν λόγω υποχρεώσεως αλλά και στη μετέπειτα τήρηση και εφαρμογή της από τη SEA. Τρίτον, από τα ανωτέρω συνήγαγε ότι η ενεργός συμμετοχή του Δήμου Μιλάνου στη διαπραγμάτευση και στη σύναψη της συμφωνίας αποτελούσε καίριο αποδεικτικό στοιχείο για την εμπλοκή των ιταλικών αρχών στη χορήγηση των επίμαχων μέτρων.

54      Έπειτα, στις σκέψεις 84 έως 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέδωσε, στο πλαίσιο της εκ μέρους του εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, θετική αποδεικτική αξία στα πρακτικά των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου της SEA Handling, στο γεγονός ότι ο δήμαρχος του Μιλάνου είχε ζητήσει και λάβει την παραίτηση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της SEA κατά τη διάρκεια του 2006 και στην ύπαρξη εν λευκώ επιστολών παραιτήσεως τις οποίες τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου είχαν παραδώσει στον εν λόγω δήμαρχο.

55      Τέλος, στη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι τα επίμαχα μέτρα αποτελούσαν «σημαντικές αποφάσεις», όπως είχε διαπιστώσει η Επιτροπή στο σημείο 210 της προσβαλλομένης αποφάσεως, γεγονός από το οποίο η Επιτροπή συνήγαγε μεταξύ άλλων, στο ίδιο σημείο, ότι ήταν απίθανο να μην έχει εμπλακεί ο Δήμος Μιλάνου στη λήψη τους.

56      Επομένως, από τις σκέψεις 80 έως 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη θετικών ενδείξεων που καθιστούσαν εμφανή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την εμπλοκή του Δήμου Μιλάνου στη λήψη των εν λόγω μέτρων και ότι, βάσει των θετικών αυτών ενδείξεων, δέχθηκε ότι η Επιτροπή μπορούσε επίσης να στηριχθεί στο ότι ήταν απίθανο να μην έχει εμπλακεί ο Δήμος Μιλάνου στη λήψη ορισμένων τουλάχιστον από τα επίμαχα μέτρα κατά την περίοδο που επακολούθησε τη σύναψη της συμφωνίας με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002.

57      Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, το δεύτερο σκέλος και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως στο σύνολό του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

 Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που αφορά τις αρχές περί του βάρους αποδείξεως

 Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που αφορά το φερόμενο ως άνισο βάρος αποδείξεως

–       Η επιχειρηματολογία των διαδίκων

58      Ο Δήμος Μιλάνου υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε προσεκτική εξέταση των προσκομισθέντων από τον ίδιο αποδεικτικών στοιχείων, όταν, στις σκέψεις 89 έως 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απέρριψε, με συνοπτικές διαδικασίες και επαναλαμβάνοντας απλώς κατά λέξη τις εκτιμήσεις της επίμαχης αποφάσεως, τα προσκομισθέντα στοιχεία ως μη επαρκή για να διαψεύσουν το ότι ήταν απίθανο να μην έχει εμπλακεί ο Δήμος Μιλάνου στα επίμαχα μέτρα.

59      Πλην όμως, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο επέτρεψε στην Επιτροπή να στηριχθεί στην αρνητική απόδειξη του ότι ήταν απίθανο να μην έχει υπάρξει εμπλοκή, ενώ στον Δήμο Μιλάνου επέβαλε το βάρος να προσκομίσει θετικές και βέβαιες αποδείξεις περί μη εμπλοκής, επιβάλλοντάς του κατ’ αποτέλεσμα probatio diabolica.

60      Τούτο επιβεβαιώνεται, κατά τον αναιρεσείοντα, μεταξύ άλλων, από τη σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα του Δήμου Μιλάνου ότι δεν είχε παρέμβει στη σύναψη της συμφωνίας με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002 παρά μόνον υπό την ιδιότητα του πολιτικού διαμεσολαβητή, ενώ το γεγονός αυτό είχε αποδειχθεί με επί τούτω ένορκες βεβαιώσεις των συνδικαλιστικών εκπροσώπων. Ειδικότερα, πέραν του ότι δεν απέδωσε καμία αξία στις βεβαιώσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ασκούσε επιρροή το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή είχε υπογραφεί από τον αντιδήμαρχο που ήταν αρμόδιος για θέματα προσωπικού και εργασίας και όχι από τον αντιδήμαρχο που ήταν αρμόδιος για τον προϋπολογισμό.

61      Η Επιτροπή εκτιμά ότι η επιχειρηματολογία του Δήμου Μιλάνου είναι απαράδεκτη καθόσον καλεί το Δικαστήριο να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο δεν κατέστησε αδύνατη την απόδειξη της αδυναμίας καταλογισμού ούτε επέβαλε άνισο βάρος αποδείξεως, αλλά εκτίμησε με επιμέλεια τόσο τις ενδείξεις υπέρ όσο και τις ενδείξεις κατά της δυνατότητας καταλογισμού.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

62      Στο μέτρο που ο Δήμος Μιλάνου αιτιάται το Γενικό Δικαστήριο ότι στήριξε τη διαπίστωση του καταλογιστού των επίμαχων μέτρων αποκλειστικώς στο ότι ήταν απίθανο να μην έχει εμπλακεί ο ίδιος στη λήψη τους, επισημάνθηκε ήδη, στις σκέψεις 52 και 56 της παρούσας αποφάσεως, ότι η επιχειρηματολογία αυτή είναι προϊόν εσφαλμένης ερμηνείας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 80 έως 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την ύπαρξη θετικών ενδείξεων από τις οποίες προέκυπτε συγκεκριμένα εμπλοκή του Δήμου Μιλάνου στη λήψη των επίμαχων μέτρων.

63      Επιπλέον, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 48 των προτάσεών της, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε κατά τον ίδιο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν αναπτυχθεί από τη νομολογία, τις ενδείξεις τις οποίες επικαλέστηκε ο Δήμος Μιλάνου από τις οποίες προέκυπτε, κατ’ αυτόν, η μη εμπλοκή του στη λήψη των μέτρων.

64      Ειδικότερα, για καθεμιά από τις ενδείξεις τις οποίες προέβαλε η Επιτροπή ή ο Δήμος Μιλάνου, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα στοιχεία υπέρ και κατά της αποδεικτικής αξίας τους, καθώς και τα στοιχεία που αφορούσαν τη σημασία που έπρεπε να τους αποδοθεί. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε κατά τρόπο δίκαιο τα επιχειρήματα και τις αποδείξεις που προέβαλαν οι διάδικοι και κατέληξε στο συμπέρασμά του κατόπιν λεπτομερούς αναλύσεως όλων των προβληθέντων στοιχείων.

65      Κατά συνέπεια, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 49 των προτάσεών της, η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου απόρριψη της επιχειρηματολογίας του Δήμου Μιλάνου οφείλεται, αντιθέτως προς όσα αυτός υποστηρίζει, όχι στο ότι το Γενικό Δικαστήριο τού επέβαλε την υποχρέωση να προσκομίσει θετικές και βέβαιες αποδείξεις περί μη εμπλοκής του στη λήψη των επίμαχων μέτρων ή στο ότι του επέβαλε άνισο βάρος αποδείξεως, αλλά στην πραγματοποιηθείσα από το Γενικό Δικαστήριο εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας καθεμιάς από τις προβληθείσες ενδείξεις.

66      Τέλος, στο μέτρο που ο Δήμος Μιλάνου επιδιώκει να αμφισβητήσει, με την επιχειρηματολογία που συνοψίζεται στη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως, την εκτίμηση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει να θεωρηθεί, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι επιδιώκει νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πράγμα που εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Γαλλίας και Orange, C‑486/15 P, EU:C:2016:912, σκέψη 97).

67      Επομένως, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.

 Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά το αντικείμενο της απόδειξης που πρέπει να παρασχεθεί

–       Η επιχειρηματολογία των διαδίκων

68      Ο Δήμος Μιλάνου φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στις σκέψεις 73 και 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε ότι η αποδεδειγμένη ενεργός συμμετοχή του στη σύναψη της συμφωνίας με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002 αρκούσε, αυτή καθεαυτήν, για να δικαιολογήσει την εκτίμηση ότι ο ίδιος είχε εμπλακεί στη χορήγηση των επίμαχων μέτρων, τα οποία έπρεπε να θεωρηθούν ως ενιαία παρέμβαση.

69      Ειδικότερα, κατά τη νομολογία, η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει το καταλογιστέο καθενός από τα μέτρα ανακεφαλαιοποιήσεως που είχαν ληφθεί κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, καθόσον τα διάφορα αυτά μέτρα ήταν εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Μολονότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι πλείονες διαδοχικές κρατικές παρεμβάσεις μπορούν να θεωρηθούν ως ενιαία παρέμβαση, τούτο προϋποθέτει ότι οι παρεμβάσεις αυτές εμφανίζουν, λόγω της χρονικής αλληλουχίας τους, του σκοπού τους και της καταστάσεως της επιχειρήσεως, τόσο στενούς δεσμούς ώστε να μην είναι δυνατός ο διαχωρισμός τους. Επιπλέον, κακώς το Γενικό Δικαστήριο επεξέτεινε στο ζήτημα της δυνατότητας καταλογισμού ενός μέτρου τη νομολογία αυτή, η οποία αφορούσε τα κριτήρια των κρατικών πόρων και του ιδιώτη επιχειρηματία.

70      Συναφώς, ο Δήμος Μιλάνου είχε κατ’ αρχάς επισημάνει στο Γενικό Δικαστήριο ότι οι υποτιθέμενες ενδείξεις υπέρ της δυνατότητας καταλογισμού ήταν λίγες, ισχνές και χωρίς άμεση σχέση με τα επίμαχα μέτρα. Έπειτα, δεν είναι ακριβές ότι οι ιταλικές αρχές και η SEA είχαν δεχθεί την ύπαρξη μιας πολυετούς στρατηγικής κάλυψης των ζημιών της SEA Handling κατά το διάστημα που ήταν αναγκαίο για την αναδιάρθρωσή της, δεδομένου ότι οι επίμαχες δηλώσεις αναφέρονταν μόνο σε στρατηγική εξυγιάνσεως της SEA Handling. Τέλος, οι ανακεφαλαιοποιήσεις είχαν πραγματοποιηθεί πάντοτε σε πλαίσια τελείως ασύνδετα μεταξύ τους.

71      Η Επιτροπή αντιτείνει ότι θα ήταν αντίθετο προς το γράμμα και τη λογική της νομολογίας του Δικαστηρίου που αφορά τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να μπορούν πλείονες διαδοχικές κρατικές παρεμβάσεις να θεωρηθούν ως ενιαία παρέμβαση να περιοριστεί αυτή μόνο στα κριτήρια των κρατικών πόρων και του ιδιώτη επιχειρηματία. Κατά τα λοιπά, ο Δήμος Μιλάνου περιορίζεται να ζητήσει από το Δικαστήριο νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, αίτημα το οποίο είναι απαράδεκτο στην αναιρετική δίκη.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

72      Κατά πάγια νομολογία, καθόσον οι κρατικές παρεμβάσεις μπορούν να λάβουν διάφορες μορφές και πρέπει να εξετάζονται βάσει των αποτελεσμάτων τους, δεν αποκλείεται πλείονες διαδοχικές κρατικές παρεμβάσεις να πρέπει, για την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να θεωρούνται ως ενιαία παρέμβαση. Τούτο μπορεί να συμβαίνει μεταξύ άλλων όταν διαδοχικές παρεμβάσεις παρουσιάζουν, λόγω ιδίως της χρονικής αλληλουχίας τους, του σκοπού τους και της καταστάσεως της επιχειρήσεως κατά τον χρόνο των παρεμβάσεων, τόσο στενούς δεσμούς ώστε να μην είναι δυνατόν να διαχωριστούν (αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2015, Επιτροπή κατά MOL, C‑15/14 P, EU:C:2015:362, σκέψη 97 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 26ης Μαρτίου 2020, Λάρκο κατά Επιτροπής, C‑244/18 P, EU:C:2020:238, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

73      Πλην όμως, στο μέτρο που η νομολογία αυτή αναφέρεται, για την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, στις κρατικές παρεμβάσεις αυτές καθεαυτές, και συνεπάγεται ότι οι παρεμβάσεις αυτές πρέπει να αναλύονται κατά τρόπο αντικειμενικό σε συνάρτηση με τα αποτελέσματά τους, δεν μπορεί να ισχύσει αποκλειστικώς για ορισμένα από τα κριτήρια που θέτει η διάταξη αυτή. Επομένως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 54 των προτάσεών της, η εν λόγω νομολογία μπορεί να εφαρμοστεί επίσης στο κριτήριο της δυνατότητας καταλογισμού τέτοιων παρεμβάσεων στο κράτος.

74      Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει ο Δήμος Μιλάνου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον αναφέρθηκε, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην εν λόγω νομολογία και εν συνεχεία την εφάρμοσε στο πλαίσιο της αναλύσεώς του σχετικά με τη δυνατότητα καταλογισμού των επίμαχων μέτρων στον Δήμο Μιλάνου.

75      Κατά τα λοιπά, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, ο Δήμος Μιλάνου περιορίζεται να ζητήσει, με την επιχειρηματολογία που συνοψίζεται στη σκέψη 70 της παρούσας αποφάσεως, νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με εκείνη στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 72 και 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αίτημα το οποίο, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, δεν είναι παραδεκτό στην αναιρετική δίκη.

76      Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου και, επομένως, ο λόγος αυτός στο σύνολό του πρέπει να απορριφθούν ως εν μέρει απαράδεκτοι και εν μέρει αβάσιμοι.

 Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων

 Η επιχειρηματολογία των διαδίκων

77      Ο Δήμος Μιλάνου υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της συμφωνίας με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002 κρίνοντας, στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η συμφωνία αυτή προέβλεπε σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση της SEA να διαφυλάξει, για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών, την ισορροπία εξόδων/εσόδων και το γενικό οικονομικό πλαίσιο της SEA Handling, συνήγαγε δε εξ αυτού ότι, βάσει της υποχρεώσεως αυτής, η SEA ήταν υποχρεωμένη να αντισταθμίσει πιθανές ζημίες της SEA Handling που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη συνέχεια της οικονομικής της δραστηριότητας.

78      Ο Δήμος Μιλάνου εξηγεί συναφώς ότι η συμφωνία αυτή δεν επέβαλε στη SEA καμία υποχρέωση ανακεφαλαιοποιήσεως της SEA Handling, δεδομένου ότι δεν κάνει λόγο ούτε για ζημίες, ούτε για ανακεφαλαιοποιήσεις, ούτε για δεσμεύσεις της SEA σε περίπτωση επελεύσεως τέτοιων γεγονότων. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο προέβη, υπό το φως των μεταγενέστερων ανακεφαλαιοποιήσεων, σε αναδρομική ερμηνεία και κατά συνέπεια δεν έκρινε βάσει του χρονικού πλαισίου της συνάψεως της εν λόγω συμφωνίας. Κατά το γράμμα όμως της συμφωνίας, η SEA Handling είχε συσταθεί προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση ανταγωνισμού στα άλλα ιταλικά αεροδρόμια και, επομένως με μια θετική προοπτική ανάπτυξης.

79      Ο Δήμος Μιλάνου διευκρινίζει ότι, μολονότι με ρήτρα της συμφωνίας με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002 «επιβεβαίωσε» ότι θα διαφυλασσόταν «η ισορροπία εξόδων/εσόδων και το γενικό οικονομικό πλαίσιο» της SEA Handling, μια τέτοια ρήτρα θα περιλαμβανόταν μεταξύ της ρήτρας για τη μείωση του προσωπικού και της ρήτρας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της SEA Handling σε άλλες αγορές, μέτρα τα οποία θα καθιστούσαν δυνατή την αποφυγή ανακεφαλαιοποιήσεων. Επιπλέον, η εν λόγω συμφωνία αναφέρεται στην πιθανή είσοδο μετόχων στο κεφάλαιο της SEA Handling ούτως ώστε να ενισχυθούν οι θετικές προοπτικές της. Τέλος, σε αυτή διαβεβαιώνεται ότι οι διαχειριστικές ικανότητες της SEA Handling θα διατηρούνταν, προκειμένου να βελτιωθούν ακόμη περισσότερο οι δυνατότητές της να ασκήσει αποτελεσματικό ανταγωνισμό στις εσωτερικές και διεθνείς αγορές.

80      Επομένως, με τη συμφωνία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002, ο Δήμος Μιλάνου δεν ανέλαβε καμία ουσιαστική ή νομική δέσμευση σχετικά με ανακεφαλαιοποιήσεις.

81      Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο Δήμος Μιλάνου περιορίζεται να αμφισβητήσει, υπό το προκάλυμμα δήθεν παραμόρφωσης, την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση των ενδείξεων υπέρ της δυνατότητας καταλογισμού στον Δήμο Μιλάνου της συμπεριφοράς της SEA, πράγμα που καθιστά απαράδεκτη την επιχειρηματολογία αυτή. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω επιχειρηματολογία είναι εντελώς αβάσιμη.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

82      Από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Γαλλίας και Orange, C‑486/15 P, EU:C:2016:912, σκέψη 97 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

83      Ως εκ τούτου, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Γαλλίας και Orange, C‑486/15 P, EU:C:2016:912, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

84      Οσάκις ο αναιρεσείων προβάλλει παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, οφείλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, του άρθρου 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να προσδιορίζει επακριβώς τα στοιχεία τα οποία, κατ’ αυτόν, παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο και να καταδεικνύει τα σφάλματα αναλύσεως στα οποία υπέπεσε, κατά την εκτίμησή του, το Γενικό Δικαστήριο και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του παραμόρφωση αυτή. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Γαλλίας και Orange, C‑486/15 P, EU:C:2016:912, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

85      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στη συμφωνία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002, η SEA αναλάμβανε σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση να διαφυλάξει, για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών, «την ισορροπία εξόδων/εσόδων και το γενικό οικονομικό πλαίσιο» της SEA Handling, «διατηρώντας αμετάβλητες τις διαχειριστικές [της] ικανότητες και βελτιώνοντας αισθητά τις δυνατότητες δραστηριοποιήσε[ώς της] στις εσωτερικές και διεθνείς αγορές».

86      Επομένως, διαπιστώνεται ότι το γράμμα της συμφωνίας με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002 επιτρέπει την ερμηνεία στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η SEA ήταν υποχρεωμένη, δυνάμει της υποχρεώσεως αυτής, να αντισταθμίσει πιθανές ζημίες της SEA Handling που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη συνέχεια της οικονομικής της δραστηριότητας. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στην ίδια σκέψη, από τις μεταγενέστερες συμφωνίες με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 5 της παρούσας αποφάσεως, οπότε η προβαλλόμενη παραμόρφωση δεν προκύπτει, εν πάση περιπτώσει κατά τρόπο πρόδηλο, από τα στοιχεία της δικογραφίας.

87      Κατά τα λοιπά, αρκεί να τονιστεί ότι, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή και όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 65 έως 68 των προτάσεών της, ο Δήμος Μιλάνου, υποστηρίζοντας ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν πραγματοποίησε την εκτίμησή του βάσει του χρονικού πλαισίου της συνάψεως της εν λόγω συμφωνίας, περιορίζεται να αμφισβητήσει, υπό το προκάλυμμα δήθεν παραμόρφωσης της συμφωνίας αυτής, την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου.

88      Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

 Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή

 Η επιχειρηματολογία των διαδίκων

89      Ο Δήμος Μιλάνου προβάλλει ότι, στις σκέψεις 97, 107 και 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, μη τηρώντας το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή.

90      Ειδικότερα, κατά τον αναιρεσείοντα, πρώτον, όπως αποδείχθηκε στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ούτε από τη συμφωνία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002 ούτε από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη στρατηγικής για την κάλυψη των ζημιών της SEA Handling από τη SEA.

91      Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή βάσει του χρονικού πλαισίου της ιδιαίτερης κατάστασης στην οποία ευρισκόταν η SEA κατά την εποχή εκείνη, κατάσταση που διέφερε από εκείνη του μέσου ιδιώτη επενδυτή, δεδομένου ότι η SEA κατείχε αποκλειστική άδεια διαχείρισης των αερολιμένων του Μιλάνου έως το έτος 2041 και κατά συνέπεια λειτουργούσε με χαμηλό κίνδυνο, καθώς και με προοπτική κερδοφορίας των επενδύσεών της επί πολύ μακρό χρονικό διάστημα.

92      Η πλάνη στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο έγκειται στη σπουδαιότητα που απέδωσε στην απουσία σύγχρονων προς το επίμαχο χρονικό πλαίσιο οικονομικών μελετών που να αποδεικνύουν την προσεκτική εξέταση της αποδοτικότητας των ανακεφαλαιοποιήσεων της SEA Handling και του χρόνου επιστροφής του επενδυόμενου με τις ανακεφαλαιοποιήσεις αυτές κεφαλαίου, βάσει αναλύσεως κόστους-οφέλους. Τούτο προκύπτει ιδίως από τη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε εσφαλμένως ως αλυσιτελή μια προσκομισθείσα από τον Δήμο Μιλάνου οικονομική μελέτη για τον λόγο και μόνον ότι είχε εκπονηθεί μετά τη λήψη των επίμαχων μέτρων.

93      Ειδικότερα, η νομολογία δεν απαιτεί να είναι τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την οικονομική ορθολογικότητα ενός μέτρου σύγχρονα προς τη λήψη του, αλλά να εκτιμάται το μέτρο αυτό από απόψεως του εν λόγω κριτηρίου με βάση το χρονικό πλαίσιο της λήψεώς του, κατά συνέπεια δε η θεώρηση που υιοθετεί η οικονομική μελέτη, και όχι αυτή καθεαυτήν η κατάρτιση της οικονομικής μελέτης, πρέπει να είναι ex ante. Πράγματι, θα ήταν παράλογο να επιβάλλεται, όπως έπραξε το Γενικό Δικαστήριο, σε ιδιωτική επιχείρηση η υποχρέωση να επικαλεστεί, ως απαραίτητη προϋπόθεση για να τύχει εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, την ύπαρξη εγγράφου που να επιβεβαιώνει τις προβλέψεις της.

94      Συναφώς, ο Δήμος Μιλάνου υπενθυμίζει ότι, κατά τη διάρκεια του έτους 2002, οι προοπτικές της SEA Handling ήταν θετικές και ότι μια σειρά εξωγενών και απρόβλεπτων μεταγενέστερων συμβάντων καθυστέρησαν τη διαδικασία εξυγίανσής της. Επομένως, η SEA δεν χρειαζόταν να προβεί, για κάθε ανακεφαλαιοποίηση, σε νέες ειδικές εκτιμήσεις της αποδοτικότητάς τους, ούτε υποχρεούτο από το εθνικό δίκαιο να δικαιολογήσει εγγράφως, με τη βοήθεια τρίτων οικονομολόγων, την ορθολογικότητα των παρεμβάσεών της. Ειδικότερα, δεδομένου ότι το πρόβλημα της SEA Handling έγκειτο κυρίως στο εργασιακό κόστος, δεν υπήρχε κανένας λόγος να ζητηθούν οικονομικές μελέτες.

95      Τρίτον, κατά τον Δήμο Μιλάνου, το Γενικό Δικαστήριο κακώς έκρινε ότι οι σύνθετες οικονομικές εκτιμήσεις τις οποίες είχε πραγματοποιήσει η Επιτροπή υπόκεινται μόνο σε περιορισμένο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή της Ένωσης. Ειδικότερα, κατά τη νομολογία, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει ιδίως να προβεί σε ενδελεχή και ολοκληρωμένο έλεγχο από πραγματικής και νομικής απόψεως, με αντικείμενο μεταξύ άλλων την εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία οικονομικών στοιχείων.

96      Τέταρτον, ο Δήμος Μιλάνου αιτιάται το Γενικό Δικαστήριο ότι επέβαλε σε αυτόν το βάρος αποδείξεως όσον αφορά το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τίποτε συναφώς. Ειδικότερα, όπως παραδέχθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν είχε πραγματοποιήσει μελέτη της αγοράς των αερολιμενικών υπηρεσιών εδάφους, ούτε οικονομική μελέτη σχετικά με το κριτήριο αυτό ή ανάλυση των οικονομικών αποτελεσμάτων άλλων παρεμφερών επιχειρήσεων. Ομοίως, δεν υπέδειξε ούτε τα μέτρα τα οποία όφειλε να είχε λάβει η SEA βάσει του εν λόγω κριτηρίου.

97      Αντιθέτως προς όσα επιτάσσει η νομολογία, η Επιτροπή, χωρίς να διαθέτει στοιχεία δυνάμενα να καταδείξουν καταφατικώς την ύπαρξη πλεονεκτήματος, υπέθεσε ότι είχε χορηγηθεί πλεονέκτημα στη SEA Handling βασιζόμενη σε αρνητικό τεκμήριο, το οποίο στηριζόταν στην απουσία στοιχείων που να καθιστούν δυνατόν να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα. Ως εκ τούτου, παραλείποντας να εξακριβώσει αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη, στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς της, όλα τα κρίσιμα στοιχεία, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

98      Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο της επιχειρηματολογίας που προβάλλει ο Δήμος Μιλάνου.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

99      Πρώτον, επισημαίνεται ότι η επιχειρηματολογία του Δήμου Μιλάνου που συνοψίζεται στη σκέψη 90 της παρούσας αποφάσεως περιορίζεται σε επανάληψη της προβληθείσας στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου επιχειρηματολογίας, οπότε, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 75 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

100    Δεύτερον, όσον αφορά την επιχειρηματολογία που συνοψίζεται στη σκέψη 95 της παρούσας αποφάσεως, σχετικά με τον δικαιοδοτικό έλεγχο που οφείλει να ασκεί το Γενικό Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία, η εξέταση στην οποία οφείλει να προβαίνει η Επιτροπή κατά την εφαρμογή της αρχής του ιδιώτη επιχειρηματία, απαιτεί σύνθετη οικονομική εκτίμηση, στο δε πλαίσιο του ελέγχου τον οποίο ασκούν τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης επί των σύνθετων οικονομικών εκτιμήσεων της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων δεν απόκειται στο δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης να υποκαθιστά την Επιτροπή στην οικονομική εκτίμησή της (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Λάρκο κατά Επιτροπής, C‑244/18 P, EU:C:2020:238, σκέψη 39).

101    Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον περιορίστηκε να ελέγξει μόνον εάν οι οικονομικές εκτιμήσεις της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή έπασχαν από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

102    Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει ο Δήμος Μιλάνου, κανένα άλλο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία που απορρέει από τις αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 2011, KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑272/09 P, EU:C:2011:810), και της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Χαλκόρ κατά Επιτροπής (C‑386/10 P, EU:C:2011:815). Ειδικότερα, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας, κατ’ ουσίαν, στο σημείο 80 των προτάσεών της, η νομολογία αυτή, η οποία αφορά τον δικαιοδοτικό έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες διαπιστώνονται παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και επιβάλλονται, ενδεχομένως, χρηματικές κυρώσεις για τις παραβάσεις αυτές, δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στον δικαιοδοτικό έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με κρατικές ενισχύσεις.

103    Τρίτον, όσον αφορά τα προβαλλόμενα περί μη τήρησης από το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 113 έως 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, της κατανομής του βάρους αποδείξεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι στην έννοια της «ενισχύσεως», κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεν μπορεί να περιληφθεί μέτρο λαμβανόμενο υπέρ ορισμένης επιχειρήσεως μέσω κρατικών πόρων όταν η επιχείρηση αυτή θα μπορούσε να τύχει του ίδιου πλεονεκτήματος υπό περιστάσεις που αντιστοιχούν στις κανονικές συνθήκες της αγοράς, δεδομένου ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε ένα τέτοιο πλεονέκτημα εκτιμώνται, κατ’ αρχήν, κατ’ εφαρμογήν της αρχής του ιδιώτη επιχειρηματία (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2018, Επιτροπή κατά FIH Holding και FIH Erhvervsbank, C‑579/16 P, EU:C:2018:159, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

104    Συναφώς, όταν το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή μπορεί κατά τα φαινόμενα να τύχει εφαρμογής, εναπόκειται στην Επιτροπή να ζητήσει από το οικείο κράτος μέλος να της παράσχει όλες τις σχετικές πληροφορίες προκειμένου να διαπιστώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις τόσο της εφαρμοσιμότητας όσο και της εφαρμογής του κριτηρίου αυτού (αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF, C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 104, και της 6ης Μαρτίου 2018, Επιτροπή κατά FIH Holding και FIH Erhvervsbank, C‑579/16 P, EU:C:2018:159, σκέψη 47).

105    Ειδικότερα, η εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή αποσκοπεί στο να προσδιορίσει αν το, με όποια μορφή, οικονομικό πλεονέκτημα το οποίο χορηγήθηκε με χρήση κρατικών πόρων σε επιχείρηση είναι, λόγω των αποτελεσμάτων του, τέτοιας φύσεως ώστε να νοθεύσει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF, C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 89). Κατά συνέπεια, πρέπει να εξακριβωθεί όχι αν ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε ενεργήσει ακριβώς όπως ο δημόσιος επενδυτής, αλλά αν θα είχε εισφέρει, υπό παρόμοιες συνθήκες, ποσό ίσο με εκείνο που εισέφερε ο δημόσιος επενδυτής (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF, C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 95).

106    Για να εκτιμηθεί αν ιδιώτης επενδυτής ευρισκόμενος σε κατάσταση όσο το δυνατόν παραπλήσια εκείνης του Δημοσίου θα είχε λάβει το ίδιο μέτρο υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλεονεκτήματα και οι υποχρεώσεις που συνδέονται με την ιδιότητα του Δημοσίου ως μετόχου, αποκλειομένων εκείνων που συνδέονται με την ιδιότητά του ως φορέα δημόσιας εξουσίας (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF, C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 79). Εάν κράτος μέλος επικαλείται, κατά τη διοικητική διαδικασία, το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, σε αυτό απόκειται, εν αμφιβολία, να αποδείξει πλήρως και επί τη βάσει αντικειμενικών και επαληθεύσιμων στοιχείων ότι το μέτρο που έλαβε συναρτάται με την ιδιότητά του ως μετόχου (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF, C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 82).

107    Από τα στοιχεία αυτά πρέπει να προκύπτει σαφώς ότι το οικείο κράτος μέλος είχε λάβει, πριν ή συγχρόνως με τη χορήγηση του οικονομικού πλεονεκτήματος, την απόφαση να επενδύσει, με το μέτρο που πράγματι έλαβε, στην ελεγχόμενη από αυτό δημόσια επιχείρηση. Είναι δυνατόν να ζητηθούν προς τούτο, μεταξύ άλλων, στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η απόφαση αυτή στηρίζεται σε οικονομικές εκτιμήσεις παρεμφερείς με εκείνες στις οποίες θα προέβαινε, υπό τις περιστάσεις της προκειμένης περιπτώσεως, ένας ορθολογικός ιδιώτης επενδυτής ευρισκόμενος σε κατάσταση όσο το δυνατόν παραπλήσια με εκείνη του εν λόγω κράτους μέλους, πριν προχωρήσει στην εν λόγω επένδυση, προκειμένου να προσδιορίσει τη μελλοντική αποδοτικότητά της (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF, C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψεις 83 και 84).

108    Εν προκειμένω, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 101 των προτάσεών της, από την επίμαχη απόφαση και από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή εφάρμοσε την αρχή του ιδιώτη επιχειρηματία στην απόφασή της και ότι η δυνατότητα εφαρμογής, εν προκειμένω, του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης ούτε ενώπιον της Επιτροπής ούτε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πράγμα το οποίο εξάλλου επιβεβαίωσε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου.

109    Όσον αφορά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, αυτό καταλέγεται μεταξύ των στοιχείων τα οποία οφείλει να λάβει υπόψη η Επιτροπή για να αποδείξει την ύπαρξη ενισχύσεως και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά εξαίρεση η οποία τυγχάνει εφαρμογής μόνον κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν όλα τα συστατικά στοιχεία της έννοιας της «κρατικής ενισχύσεως», κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF, C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 103, και της 26ης Μαρτίου 2020, Λάρκο κατά Επιτροπής, C‑244/18 P, EU:C:2020:238, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

110    Επομένως, η Επιτροπή φέρει το βάρος να αποδείξει, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις πληροφορίες που παρέσχε το οικείο κράτος μέλος, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής του ιδιώτη επιχειρηματία, οπότε η επίμαχη κρατική παρέμβαση εμπεριέχει πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Λάρκο κατά Επιτροπής, C‑244/18 P, EU:C:2020:238, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

111    Συναφώς, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να υποθέσει, στο πλαίσιο αποφάσεως περί περατώσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1), ότι μια επιχείρηση έτυχε πλεονεκτήματος που συνιστά κρατική ενίσχυση βασιζόμενη απλώς σε αρνητικό τεκμήριο, το οποίο στηρίζεται στην απουσία στοιχείων που καθιστούν δυνατόν να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα, χωρίς να διαθέτει άλλα στοιχεία δυνάμενα να καταδείξουν καταφατικώς την ύπαρξη τέτοιου πλεονεκτήματος (αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά MTU Friedrichshafen, C‑520/07 P, EU:C:2009:557, σκέψη 58, και της 26ης Μαρτίου 2020, Λάρκο κατά Επιτροπής, C‑244/18 P, EU:C:2020:238, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

112    Εντούτοις, κατά τη νομολογία, όσον αφορά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, κρίσιμα είναι μόνο να στοιχεία που είναι διαθέσιμα και οι εξελίξεις που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως για πραγματοποίηση της επενδύσεως (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF, C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 105). Εξάλλου, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έχει άμεση γνώση των περιστάσεων υπό τις οποίες ελήφθη μια επενδυτική απόφαση, πρέπει να στηριχθεί για την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού, σε μεγάλο βαθμό, στα αντικειμενικά και επαληθεύσιμα στοιχεία που προσκoμίζει το οικείο κράτος μέλος προκειμένου να αποδείξει ότι το μέτρο που τέθηκε σε εφαρμογή συναρτάται με την ιδιότητά του ως μετόχου και, ως εκ τούτου, ότι το εν λόγω κριτήριο έχει εφαρμογή, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 106 και 107.

113    Επομένως, εφόσον πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η απόφαση την οποία θα είχε λάβει ο ιδιώτης επενδυτής κατά τον χρόνο πραγματοποιήσεως της επενδύσεως, η απουσία προηγούμενης αξιολογήσεως, μολονότι δεν είναι αυτή καθεαυτήν καθοριστική, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο στοιχείο για τον έλεγχο σύνθετων οικονομικών εκτιμήσεων τις οποίες καλείται να πραγματοποιήσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή.

114    Ειδικότερα, όταν οι εισφορές κεφαλαίου πραγματοποιούνται από τον δημόσιο επενδυτή χωρίς να λαμβάνεται υπόψη μια, έστω μακροπρόθεσμη, προοπτική αποδοτικότητας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ανταποκρινόμενες στο κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή και πρέπει να θεωρηθούν ως ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1991, Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑303/88, EU:C:1991:136, σκέψη 22, και της 6ης Μαρτίου 2018, Επιτροπή κατά FIH Holding και FIH Erhvervsbank, C‑579/16 P, EU:C:2018:159, σκέψη 61).

115    Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 100 και 101 της παρούσας αποφάσεως, ότι τέτοιες σύνθετες οικονομικές εκτιμήσεις της Επιτροπής δεν πάσχουν από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, πράγμα που σημαίνει ότι οφείλει να ελέγξει όχι μόνον την ακρίβεια, την αξιοπιστία και τη συνοχή των προβαλλόμενων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και το ζήτημα αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση σύνθετης καταστάσεως και αν δύνανται να τεκμηριώσουν τις εξ αυτών συναγόμενες κρίσεις (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Λάρκο κατά Επιτροπής, C‑244/18 P, EU:C:2020:238, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

116    Εν προκειμένω, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 103 και 104 των προτάσεών της, από την εκτίμηση που πραγματοποιείται στις σκέψεις 113 έως 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ανεξαρτήτως της χρησιμοποιούμενης στις σκέψεις αυτές διατύπωσης, δεν προκύπτει παράβαση από το Γενικό Δικαστήριο των κανόνων περί κατανομής του βάρους αποδείξεως όσον αφορά το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή.

117    Ειδικότερα, από την ανάλυση που πραγματοποιείται στις σκέψεις 85 και 86 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον διαπίστωσε ότι, στο πλαίσιο της συμφωνίας με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της 26ης Μαρτίου 2002, η SEA είχε δεσμευθεί να αντισταθμίσει, για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών, πιθανές ζημίες της SEA Handling που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη συνέχεια της οικονομικής της δραστηριότητας. Όπως όμως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 105 και 106 των προτάσεών της, ένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα είχε αναλάβει τέτοια δέσμευση χωρίς να έχει προβεί προηγουμένως σε κατάλληλη αξιολόγηση της αποδοτικότητας και της οικονομικής ορθολογικότητας της δεσμεύσεώς του. Υπό τις συνθήκες αυτές και υπό το πρίσμα της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 107 και 114 της παρούσας αποφάσεως, η πλήρης απουσία μιας προηγούμενης κατάλληλης αξιολογήσεως της αποδοτικότητας ή της οικονομικής ορθολογικότητας τέτοιων επενδύσεων μπορεί να αποτελέσει ουσιώδες στοιχείο που αποδεικνύει ότι ένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα είχε εισφέρει, υπό παρόμοιες συνθήκες, ποσό ίσο με εκείνο που εισέφερε ο δημόσιος επενδυτής.

118    Αφού έλαβε υπόψη, στη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή στην επίμαχη απόφαση προκειμένου να κρίνει ότι τα επίμαχα μέτρα είχαν ληφθεί χωρίς καμία προηγούμενη κατάλληλη αξιολόγηση την οποία θα είχε διενεργήσει ιδιώτης επενδυτής ευρισκόμενος στην κατάσταση της SEA ώστε να βεβαιωθεί για την αποδοτικότητά τους ή την οικονομική ορθολογικότητά τους, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, ιδίως στις σκέψεις 113 έως 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αν οι εκτιμήσεις αυτές της Επιτροπής βαρύνονταν με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Στις σκέψεις 120 και 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση.

119    Κατά συνέπεια, εξετάζοντας, ιδίως στις σκέψεις 113 έως 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αν η Επιτροπή μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, να θεωρήσει ότι τα στοιχεία που είχαν προσκομιστεί κατά τη διοικητική διαδικασία ήταν ικανά να αποδείξουν ότι δεν είχε λάβει χώρα τέτοια αξιολόγηση, το Γενικό Δικαστήριο άσκησε τον έλεγχο που όφειλε να ασκήσει.

120    Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν αγνόησε το γεγονός ότι η Επιτροπή φέρει το βάρος να αποδείξει τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής του ιδιώτη επιχειρηματία, διαπιστώνοντας, στις εν λόγω σκέψεις 113 έως 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως προβαίνοντας στις διαπιστώσεις που υπενθυμίζονται στη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

121    Εξάλλου, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 117 έως 120 της παρούσας αποφάσεως, ο Δήμος Μιλάνου δεν δύναται βασίμως να προσάψει στο Γενικό Δικαστήριο ότι αγνόησε το βάρος αποδείξεως το οποίο φέρει η Επιτροπή καθόσον δεν την επέκρινε για το ότι παρέλειψε να προβεί σε μελέτες της αγοράς, στηρίχθηκε σε αρνητικά τεκμήρια ή δεν έλαβε υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία.

122    Τέταρτον, στο μέτρο που ο Δήμος Μιλάνου αιτιάται το Γενικό Δικαστήριο ότι, στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παρέλειψε να λάβει υπόψη μια οικονομική μελέτη για τον λόγο και μόνον ότι είχε εκπονηθεί μετά τα επίμαχα μέτρα, επισημαίνεται εξαρχής ότι η επιχειρηματολογία αυτή είναι προϊόν εσφαλμένης ερμηνείας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, από αυτή καθεαυτήν τη διατύπωση της ως άνω σκέψεως 114 προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έλεγξε το περιεχόμενο της οικονομικής μελέτης που είχε προσκομίσει ο Δήμος Μιλάνου και την απέρριψε λόγω, κατ’ αρχάς, του λακωνικού και αντιφατικού χαρακτήρα των περιεχόμενων σε αυτήν ισχυρισμών και, επομένως, της εγγενούς ανεπάρκειας της μελέτης αυτής για τις ανάγκες μιας αναλύσεως υπό το πρίσμα του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Η περαιτέρω επισήμανση ότι η οικονομική μελέτη είχε εκπονηθεί μετά τα επίμαχα μέτρα δεν έγινε παρά μόνο στη συνέχεια της εν λόγω σκέψεως 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

123    Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι, για την εφαρμογή της αρχής του ιδιώτη επιχειρηματία, κρίσιμα είναι μόνο τα στοιχεία που ήταν διαθέσιμα και οι εξελίξεις που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως για το επίμαχο μέτρο (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Λάρκο κατά Επιτροπής, C‑244/18 P, EU:C:2020:238, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), ιδίως για να προσδιοριστούν οι λόγοι στους οποίους πράγματι στηρίχθηκε η επιλογή της επίμαχης κρατικής οντότητας να πραγματοποιήσει την επίμαχη επένδυση. Η οικονομική εκτίμηση στην οποία προβαίνει η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας πραγματοποιείται όμως κατ’ ανάγκην, σε περίπτωση ενισχύσεων χορηγηθεισών κατά παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 108 παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, μετά τη λήψη των επίμαχων μέτρων.

124    Επομένως, οικονομικές μελέτες και αναλύσεις στις οποίες στηρίζεται η εν λόγω οικονομική εκτίμηση της Επιτροπής, όπως και ενδεχόμενες αντίθετες πραγματογνωμοσύνες της ίδιας φύσεως τις οποίες επικαλούνται το οικείο κράτος μέλος ή ο αποδέκτης της ενισχύσεως για να αντικρούσουν τις εκτιμήσεις στις οποίες βασίζεται η Επιτροπή, μπορούν να είναι χρήσιμες για τους σκοπούς της εφαρμογής της αρχής του ιδιώτη επιχειρηματία στο μέτρο που στηρίζονται μόνο στα στοιχεία που ήταν διαθέσιμα και στις εξελίξεις που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως για το επίμαχο μέτρο.

125    Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η οικονομική μελέτη την οποία επικαλείται ο Δήμος Μιλάνου για τους σκοπούς της εκτιμήσεώς του εκπονήθηκε μετά τη λήψη των επίμαχων μέτρων, δεν είναι ικανή να κλονίσει τη διαπίστωση της Επιτροπής ως προς την έλλειψη προηγούμενης κατάλληλης αξιολογήσεως της αποδοτικότητας και της οικονομικής ορθολογικότητας των μέτρων αυτών, διαπίστωση η οποία αποτελούσε ουσιώδες στοιχείο επί του οποίου στηρίχθηκε η Επιτροπή για να αποδείξει ότι ένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα είχε εισφέρει, υπό παρόμοιες συνθήκες, ποσά ίσα με εκείνα που εισέφερε η SEA στη SEA Handling.

126    Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον, αφενός, εξέτασε αν η οικονομική μελέτη την οποία επικαλέστηκε ο Δήμος Μιλάνου περιείχε στοιχεία οικονομικής αναλύσεως χρήσιμα για την οικονομική εκτίμηση στην οποία όφειλε να προβεί η Επιτροπή στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής του ιδιώτη επιχειρηματία και, αφετέρου, έκρινε ότι το γεγονός ότι η μελέτη αυτή είχε εκπονηθεί μετά τις περιόδους λήψεως των επίμαχων μέτρων απέκλειε το ενδεχόμενο να πάσχει από πρόδηλη πλάνη, λόγω της ύπαρξης της μελέτης αυτής, η εκτίμηση της Επιτροπής στην επίμαχη απόφαση ότι τα μέτρα αυτά ελήφθησαν χωρίς καμία προηγούμενη κατάλληλη αξιολόγηση την οποία θα είχε διενεργήσει ιδιώτης επενδυτής ευρισκόμενος στην κατάσταση της SEA προκειμένου να βεβαιωθεί για την αποδοτικότητά τους ή την οικονομική ορθολογικότητά τους.

127    Πέμπτον, όσον αφορά το επιχείρημα του Δήμου Μιλάνου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν πραγματοποίησε την εκτίμησή του βάσει του χρονικού πλαισίου της ιδιαίτερης κατάστασης στην οποία ευρισκόταν η SEA κατά την εν λόγω εποχή, κατάσταση η οποία χαρακτηριζόταν από προοπτικές κερδοφορίας των επενδύσεών της επί πολύ μακρό χρονικό διάστημα, κατ’ αρχάς, από τη σκέψη 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη το στοιχείο αυτό για την εκτίμησή του.

128    Έπειτα, ακόμη και αν οι προοπτικές κερδοφορίας έπρεπε να επεκταθούν, όπως υποστηρίζει ο Δήμος Μιλάνου, έως το έτος 2041, ο εν λόγω Δήμος είχε επίσης ανάγκη να διαμορφώσει μια προοπτική απόδοσης της συνιστάμενης στα οικεία μέτρα επενδύσεως πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Πλην όμως διαπιστώνεται ότι σκοπός της εξετάσεως στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 113 έως 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ήταν ακριβώς να εξακριβωθεί αν αυτό είχε συμβεί.

129    Τέλος, στο μέτρο που ο Δήμος Μιλάνου αμφισβητεί το βάσιμο της εξετάσεως που κατ’ αυτόν τον τρόπο πραγματοποίησε το Γενικό Δικαστήριο, πρέπει να θεωρηθεί ότι ζητεί από το Δικαστήριο να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πράγμα το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

130    Υπό τις συνθήκες αυτές, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

131    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

132    Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων.

133    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

134    Δεδομένου ότι ο Δήμος Μιλάνου ηττήθηκε και η Επιτροπή έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, ο Δήμος Μιλάνου πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)      Καταδικάζει τον Comune di Milano στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.