Language of document : ECLI:EU:C:2021:659

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 2ας Σεπτεμβρίου 2021 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2011/98/ΕΕ – Δικαιώματα των εργαζομένων τρίτων χωρών που είναι κάτοχοι ενιαίας άδειας – Άρθρο 12 – Δικαίωμα ίσης μεταχείρισης – Κοινωνική ασφάλιση – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 – Συντονισμός των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας – Άρθρο 3 – Παροχές μητρότητας και πατρότητας – Οικογενειακές παροχές – Κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία αποκλείει τους υπηκόους τρίτων χωρών που είναι κάτοχοι ενιαίας άδειας από το επίδομα τοκετού και το επίδομα μητρότητας»

Στην υπόθεση C‑350/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ιταλία) με απόφαση της 8ης Ιουλίου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Ιουλίου 2020, στο πλαίσιο της δίκης

O.D.,

R.I.H.V.,

B.O.,

F.G.,

M.K.F.B.,

E.S.,

N.P.,

S.E.A.

κατά

Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS),

παρισταμένης της:

Presidenza del Consiglio dei Ministri,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, Αντιπρόεδρο, A. Prechal, Μ. Βηλαρά, E. Regan, A. Kumin και N. Wahl, προέδρους τμήματος, T. von Danwitz, C. Toader, M. Safjan, D. Šváby, S. Rodin, L. S. Rossi, I. Jarukaitis (εισηγητή) και N. Jääskinen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: E. Tanchev

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        οι O.D., R.I.H.V., B.O., F.G., M.K.F.B., E.S. και S.E.A., εκπροσωπούμενοι από τους A. Guariso, L. Neri, τις R. Randellini, E. Fiorini και τον M. Nappi, avvocati,

–        ο N.P., εκπροσωπούμενος από τους A. Andreoni και V. Angiolini, avvocati,

–        το Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS), εκπροσωπούμενο από τους M. Sferrazza και V. Stumpo, avvocati,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την C. Cattabriga και τον D. Martin,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 34 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και ιʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2004, L 166, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 200, σ. 1), καθώς και του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/98/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζομένους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος (ΕΕ 2011, L 343, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ των O.D., R.I.H.V., B.O., F.G., M.K.F.B., E.S., N.P. και S.E.A., υπηκόων τρίτων χωρών, κατόχων ενιαίας άδειας, και του Istituto Nazionale della Previdenza Sociale (INPS) (Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Πρόνοιας, Ιταλία) σχετικά με την άρνηση του INPS να τους χορηγήσει επίδομα τοκετού και επίδομα μητρότητας.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2011/98/ΕΕ

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 20, 24 και 31 της οδηγίας 2011/98 έχουν ως εξής:

«20)      Όλοι οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν και εργάζονται νόμιμα σε κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τουλάχιστον κοινό σύνολο δικαιωμάτων, βασιζόμενο στην ίση μεταχείριση με τους πολίτες του αντίστοιχου κράτους μέλους υποδοχής τους, ανεξάρτητα από τον αρχικό σκοπό ή τον λόγο εισδοχής. Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης στους τομείς που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να κατοχυρώνεται όχι μόνο για τους υπηκόους τρίτων χωρών που έγιναν δεκτοί στην επικράτεια κράτους μέλους για να εργασθούν, αλλά εξίσου σε εκείνους οι οποίοι έγιναν δεκτοί για άλλους λόγους και στη συνέχεια τους δόθηκε πρόσβαση στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους σύμφωνα με άλλες διατάξεις του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των μελών της οικογένειας εργαζομένου τρίτης χώρας που έχουν γίνει δεκτά στο κράτος μέλος σύμφωνα με την οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης [(ΕΕ 2003, L 251, σ. 12)], των υπηκόων τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί στην επικράτεια ενός κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία [(ΕΕ 2004, L 375, σ. 12)] και των ερευνητών που έχουν γίνει δεκτοί σύμφωνα με την οδηγία 2005/71/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με ειδική διαδικασία εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας [(ΕΕ 2005, L 289, σ. 15)].

[…]

24)      Οι εργαζόμενοι τρίτων χωρών θα πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση. Οι κλάδοι της κοινωνικής ασφάλισης καθορίζονται στον κανονισμό [883/2004]. Οι διατάξεις σχετικά με την ισότητα μεταχείρισης όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης στους εργαζομένους που γίνονται δεκτοί σε ένα κράτος μέλος απευθείας από τρίτη χώρα. […]

[…]

31)      Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αντικατοπτρίζονται στον [Χάρτη] σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της ΣΕΕ.»

4        Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)      “υπήκοος τρίτης χώρας”: κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ·

β)      “εργαζόμενος τρίτης χώρας”: κάθε υπήκοος τρίτης χώρας που έχει γίνει δεκτός στο έδαφος ενός κράτους μέλους και ο οποίος διαμένει νομίμως και του έχει χορηγηθεί άδεια εργασίας, στα πλαίσια αμειβόμενης σχέσης σε αυτό το κράτος μέλος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική·

γ)      “ενιαία άδεια”: άδεια διαμονής που εκδίδεται από τις αρχές ενός κράτους μέλους, η οποία επιτρέπει στον υπήκοο τρίτης χώρας να διαμένει νόμιμα στην επικράτειά του με σκοπό την εργασία·

[…]».

5        Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:

[…]

β)      στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί σε ένα κράτος μέλος για άλλους σκοπούς πλην της εργασίας σύμφωνα με το εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο, οι οποίοι λαμβάνουν άδεια εργασίας και κατέχουν άδεια διαμονής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 [του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών (EE 2002, L 157, σ. 1)]· και

γ)      στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί σε ένα κράτος μέλος με σκοπό την εργασία σύμφωνα με το εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο.

2.      Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στους υπηκόους τρίτων χωρών:

[…]

θ)      οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες σύμφωνα με την οδηγία 2003/109/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ 2004, L 16, σ. 44)]·

[…]».

6        Το άρθρο 12 της οδηγίας 2011/98, με τίτλο «Δικαίωμα ίσης μεταχείρισης», ορίζει τα εξής:

«1.      Οι εργαζόμενοι τρίτων χωρών που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους υπηκόους του κράτους μέλους στο οποίο διαμένουν όσον αφορά:

[…]

ε)      τους κλάδους της κοινωνικής ασφάλισης, όπως καθορίζονται στον κανονισμό [883/2004]·

[…]

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την ίση μεταχείριση:

[…]

β)      Περιορίζοντας τα δικαιώματα που χορηγούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο ε) στους εργαζομένους τρίτων χωρών, αλλά δεν μπορούν να περιορίσουν τα δικαιώματα αυτά για εργαζομένους τρίτων χωρών οι οποίοι εργάζονται ή εργάστηκαν για ελάχιστο διάστημα έξι μηνών και είναι εγγεγραμμένοι ως άνεργοι.

Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η παράγραφος 1 στοιχείο ε) σχετικά με τις οικογενειακές παροχές δεν εφαρμόζεται σε υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους έχει επιτραπεί να εργαστούν στο έδαφος κράτους μέλους για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, σε υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί με σκοπό τις σπουδές ή σε υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους επιτρέπεται να εργαστούν βάσει θεώρησης.

[…]»

7        Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 25 Δεκεμβρίου 2013. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των συγκεκριμένων διατάξεων.»

 Ο κανονισμός 883/2004

8        Κατά το άρθρο 1, στοιχείο κστʹ, του κανονισμού 883/2004, για τους σκοπούς του κανονισμού αυτού, ως «οικογενειακή παροχή» νοούνται όλες οι παροχές σε είδος ή σε χρήμα που προορίζονται να αντισταθμίσουν τα οικογενειακά βάρη, εξαιρουμένων των προκαταβολών παροχών διατροφής και των ειδικών επιδομάτων τοκετού και υιοθεσίας που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του ίδιου κανονισμού.

9        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα:

«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις νομοθεσίες που αφορούν τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που έχουν σχέση με:

[…]

β)      παροχές μητρότητας και ισοδύναμες παροχές πατρότητας·

[…]

ι)      οικογενειακές παροχές.»

10      Το παράρτημα I του κανονισμού 883/2004, με τίτλο «Προκαταβολές παροχών διατροφής, ειδικά επιδόματα τοκετού και υιοθεσίας», περιλαμβάνει, στο μέρος II, κατάλογο ειδικών επιδομάτων τοκετού και υιοθεσίας κατανεμημένων ανά κράτος μέλος. Η Ιταλική Δημοκρατία ουδέποτε περιελήφθη στο ως άνω μέρος ΙΙ του παραρτήματος Ι.

 Το ιταλικό δίκαιο

11      Το άρθρο 1, παράγραφος 125, του legge n. 190 – Disposizioni per la formazione del bilancio annuale e pluriennale dello Stato (legge di stabilità 2015) [νόμου 190, περί διατάξεων για την κατάρτιση του ετήσιου και πολυετούς κρατικού προϋπολογισμού (δημοσιονομικός νόμος του 2015)], της 23ης Δεκεμβρίου 2014 (GURI αριθ. 300, της 29ης Δεκεμβρίου 2014, τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 99) (στο εξής: νόμος 190/2014), θεσπίζει για κάθε γεννηθέν ή υιοθετηθέν τέκνο επίδομα τοκετού (στο εξής: επίδομα τοκετού), το οποίο καταβάλλεται μηνιαίως και έχει ως σκοπό την ενθάρρυνση της γεννητικότητας και «τη συμβολή στις δαπάνες για τη στήριξή της».

12      Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι για κάθε τέκνο που γεννήθηκε ή υιοθετήθηκε μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2015 και της 31ης Δεκεμβρίου 2017 χορηγείται ετήσιο επίδομα ύψους 960 ευρώ, το οποίο καταβάλλεται μηνιαίως από τον μήνα του τοκετού ή της υιοθεσίας μέχρι τη συμπλήρωση του τρίτου έτους της ηλικίας του τέκνου ή του τρίτου έτους από την ένταξή του στον οικογενειακό πυρήνα μετά την υιοθεσία του. Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται από το INPS υπό την προϋπόθεση ότι η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού του γονέα που αιτείται το επίδομα αντιστοιχεί σε ορισμένη ελάχιστη τιμή του δείκτη της ισοδύναμης οικονομικής κατάστασης (ISEE), η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τη ρύθμιση του decreto del Presidente del Consiglio dei Ministri n. 159 – Regolamento concernente la revisione delle modalitá di determinazione e i campi di applicazione dell’Indicatore della situazione economica equivalente (ISEE) [διατάγματος του προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου αριθ. 159, για την αναθεώρηση των μεθόδων καθορισμού και των πεδίων εφαρμογής του δείκτη ισοδύναμης οικονομικής κατάστασης (ISEE)], της 5ης Δεκεμβρίου 2013 (GURI αριθ. 19, της 24ης Ιανουαρίου 2014).

13      Το άρθρο 1, παράγραφος 248, του legge n. 205 – Bilancio di previsione dello Stato per l’anno finanziario 2018 e bilancio pluriennale per il triennio 2018-2020 (νόμου 205, περί προσωρινού κρατικού προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2018 και πολυετούς προϋπολογισμού για την τριετία 2018-2020), της 27ης Δεκεμβρίου 2017 (GURI αριθ. 302, της 29ης Δεκεμβρίου 2017, τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 62), προβλέπει ότι το επίδομα τοκετού χορηγείται για κάθε τέκνο που γεννήθηκε ή υιοθετήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2018 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2018, για διάρκεια ενός έτους και μέχρι τη συμπλήρωση του πρώτου έτους της ηλικίας του τέκνου ή του πρώτου έτους από την ένταξή του στον οικογενειακό πυρήνα μετά την υιοθεσία του.

14      Το άρθρο 23 quater, παράγραφος 1, της decreto legge n° 119 – Disposizioni urgenti in materia fiscale e finanziaria (πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 119, σχετικά με επείγουσες φορολογικές και δημοσιονομικές διατάξεις), της 23ης Οκτωβρίου 2018 (GURI αριθ. 247, της 23ης Οκτωβρίου 2018), η οποία κυρώθηκε, κατόπιν τροποποιήσεων, με τον νόμο 136 της 17ης Δεκεμβρίου 2018, επεκτείνει τη χορήγηση του επιδόματος τοκετού σε κάθε τέκνο που γεννήθηκε ή υιοθετήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2019 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019, μέχρι τη συμπλήρωση του πρώτου έτους της ηλικίας του ή του πρώτου έτους από την ένταξή του στον οικογενειακό πυρήνα μετά την υιοθεσία του, προβλέπει δε προσαύξηση 20 % για κάθε τέκνο μετά το πρώτο.

15      Το άρθρο 1, παράγραφος 340, του legge n° 160 – Bilancio di previsione dello Stato per l’anno finanziario 2020 e bilancio pluriennale per il triennio 2020-2022 (νόμου 160, περί προσωρινού κρατικού προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2020 και πολυετούς προϋπολογισμού για την τριετία 2020-2022), της 27ης Δεκεμβρίου 2019 (GURI αριθ. 304, της 30ής Δεκεμβρίου 2019, τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 45), επέκτεινε περαιτέρω τη χορήγηση του επιδόματος τοκετού για κάθε τέκνο που γεννήθηκε ή υιοθετήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, μέχρι τη συμπλήρωση του πρώτου έτους της ηλικίας του τέκνου ή του πρώτου έτους από την ένταξή του στον οικογενειακό πυρήνα μετά την υιοθεσία του, ορίζοντας ωστόσο ότι το ύψος του κυμαίνεται ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού, όπως αυτή προκύπτει βάσει του δείκτη που μνημονεύεται στη σκέψη 12 της παρούσας απόφασης, και ότι προσαυξάνεται κατά 20 % για κάθε τέκνο μετά το πρώτο.

16      Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 125, του νόμου 190/2014, το εν λόγω επίδομα χορηγείται σε τέκνα Ιταλών υπηκόων, υπηκόων κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή υπηκόων τρίτων κρατών οι οποίοι είναι κάτοχοι της άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος που προβλέπεται στο άρθρο 9 του decreto legislativo n. 286 – Testo unico delle disposizioni concernenti la disciplina dell’immigrazione e norme sulla condizione dello straniero (νομοθετικού διατάγματος 286, για την κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων που αφορούν τη ρύθμιση της μετανάστευσης και τους κανόνες σχετικά την ιδιότητα του αλλοδαπού), της 25ης Ιουλίου 1998 (GURI αριθ. 191, της 18ης Αυγούστου 1998, τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 139), και διαμένουν στην Ιταλία.

17      Το άρθρο 74 του decreto legislativo n. 151 – Testo unico delle disposizioni legislative in materia di tutela e sostegno della maternità e della paternità, a norma dell’articolo 15 della legge 8 marzo 2000, n. 53 (νομοθετικού διατάγματος 151, για την κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των νομοθετικών διατάξεων που αφορούν την προστασία και τη στήριξη της μητρότητας και της πατρότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 του νόμου 53 της 8ης Μαρτίου 2000), της 26ης Μαρτίου 2001 (GURI αριθ. 96, της 26ης Απριλίου 2001, τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 93) χορηγεί επίδομα μητρότητας (στο εξής: επίδομα μητρότητας) για κάθε τέκνο το οποίο γεννήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2001 ή για κάθε ανήλικο ο οποίος έχει τοποθετηθεί σε ανάδοχο γονέα με προοπτική την υιοθεσία ή έχει υιοθετηθεί χωρίς προηγούμενη τοποθέτηση, στις γυναίκες οι οποίες διαμένουν στην Ιταλία, είναι Ιταλίδες υπήκοοι ή υπήκοοι άλλου κράτους μέλους της Ένωσης ή είναι κάτοχοι άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος. Το επίδομα αυτό χορηγείται στις γυναίκες οι οποίες δεν δικαιούνται το επίδομα μητρότητας που συνδέεται με σχέση εξαρτημένης ή μη εργασίας ή με την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος και υπό την προϋπόθεση ότι οι οικονομικοί πόροι του νοικοκυριού δεν υπερβαίνουν ορισμένο ποσό υπολογιζόμενο βάσει του δείκτη της οικονομικής κατάστασης (ISE), όπως αναγράφεται στο decreto legislativo n. 109 – Definizioni di criteri unificati di valutazione della situazione economica dei soggetti che richiedono prestazioni sociali agevolate, a norma dell’articolo 59, comma 51, della legge 27 dicembre 1997, n. 449 (νομοθετικό διάταγμα 109, περί καθορισμού ενιαίων κριτηρίων για την αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης των προσώπων που ζητούν επιδοτούμενες κοινωνικές παροχές, σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 51, του νόμου 449 της 27ης Δεκεμβρίου 1997), της 31ης Μαρτίου 1998 (GURI αριθ. 90, της 18ης Απριλίου 1998).

18      Η οδηγία 2011/98 μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το decreto legislativo n. 40 – Attuazione della direttiva 2011/98/UE relativa a una procedura unica di domanda per il rilascio di un permesso unico che consente ai cittadini di Paesi terzi di soggiornare e lavorare nel territorio di uno Stato membro e a un insieme comune di diritti per i lavoratori di Paesi terzi che soggiornano regolarmente in uno Stato membro (νομοθετικό διάταγμα 40, περί μεταφοράς της οδηγίας 2011/98 στο εσωτερικό δίκαιο), της 4ης Μαρτίου 2014 (GURI αριθ. 68, της 22ας Μαρτίου 2014), με το οποίο θεσπίστηκε «ενιαία άδεια εργασίας».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

19      Το INPS αρνήθηκε να χορηγήσει επίδομα τοκετού σε υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι διαμένουν νομίμως στην Ιταλία και είναι απλώς κάτοχοι ενιαίας άδειας εργασίας προβλεπόμενης από το νομοθετικό διάταγμα 40, περί μεταφοράς της οδηγίας 2011/98 στο εσωτερικό δίκαιο, με την αιτιολογία ότι δεν έχουν την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος. Τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων οι ενδιαφερόμενοι αμφισβήτησαν την απορριπτική αυτή απόφαση, δέχθηκαν τα αιτήματά τους εφαρμόζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/98.

20      Το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ιταλία), το οποίο κλήθηκε να αποφανθεί επί των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκήθηκαν κατά διαφόρων εφετειακών αποφάσεων, έκρινε ότι το εν λόγω σύστημα του επιδόματος τοκετού αντιβαίνει σε πλείονες διατάξεις του ιταλικού Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 20, 21, 24, 33 και 34 του Χάρτη, και υπέβαλε στην κρίση του Corte costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ιταλία) ερωτήματα για τη συνταγματικότητα του άρθρου 1, παράγραφος 125, του νόμου 190/2014, καθόσον το άρθρο αυτό εξαρτά τη χορήγηση του επιδόματος τοκετού στους υπηκόους τρίτων χωρών από την προϋπόθεση να έχουν οι εν λόγω υπήκοοι την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος.

21      Ενώπιον του Corte costituzionale (Συνταγματικού Δικαστηρίου), οι διάδικοι που προσέφυγαν ενώπιον των δικαστηρίων των προηγούμενων βαθμών δικαιοδοσίας ζητούν να κηρυχθεί αντισυνταγματική η επίμαχη διάταξη, υποστηρίζουν δε ότι αυτή είναι αντίθετη και προς το άρθρο 12 της οδηγίας 2011/98. Αντιθέτως, το INPS, αντίδικος των ως άνω διαδίκων ενώπιον των δικαστηρίων των προηγούμενων βαθμών δικαιοδοσίας, ζητεί να απορριφθούν τα ερωτήματα περί συνταγματικότητας, υποστηρίζοντας ότι το επίδομα τοκετού συνιστά ως εκ της φύσεώς του επιδότηση, μη εμπίπτουσα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, που δεν προορίζεται για την ικανοποίηση των βασικών και επειγουσών αναγκών των προσώπων. Προσθέτει ότι η οδηγία αυτή παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να αποκλείουν, κατά διακριτική ευχέρεια, από τις επίμαχες παροχές τους υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος, λαμβάνοντας υπόψη τα όρια των διαθέσιμων οικονομικών πόρων. Ο Presidente del Consiglio dei Ministri (πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, Ιταλία), υπό την ιδιότητα του παρεμβαίνοντος στις διαδικασίες των προηγούμενων βαθμών δικαιοδοσίας, ζητεί την απόρριψη των ερωτημάτων περί συνταγματικότητας ως απαράδεκτων ή, επικουρικώς, ως προδήλως αβάσιμων. Υποστηρίζει ότι το επίδομα τοκετού δεν προορίζεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες των προσώπων και ότι, και κατά το δίκαιο της Ένωσης, μόνον η ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος καθιστά δυνατή την πλήρη εξομοίωση του υπηκόου τρίτης χώρας με τον πολίτη της Ένωσης όσον αφορά τις κοινωνικές παροχές.

22      Για τους ίδιους λόγους με εκείνους που αφορούν το επίδομα τοκετού, το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) υπέβαλε επίσης στο αιτούν δικαστήριο ερώτημα περί συνταγματικότητας όσον αφορά το άρθρο 74 του νομοθετικού διατάγματος 151, της 26ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το επίδομα μητρότητας. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι διάδικοι που προσέφυγαν ενώπιον των δικαστηρίων των προηγούμενων βαθμών δικαιοδοσίας ζητούν να κηρυχθεί αντισυνταγματική η διάταξη αυτή, ενώ ο πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ζητεί την απόρριψη του ερωτήματος περί συνταγματικότητας ως απαράδεκτου ή, επικουρικώς, ως προδήλως αβάσιμου.

23      Προς στήριξη της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει, μεταξύ άλλων, ότι είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ενδεχόμενης αντίθεσης εθνικών διατάξεων προς τα δικαιώματα και τις αρχές που κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, όταν αποφαίνεται προδικαστικώς επί ερωτήματος περί συνταγματικότητας που αφορά τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές, δεν μπορεί να μην εξακριβώσει αν η επίμαχη διάταξη προσκρούει τόσο στα συνταγματικά δικαιώματα και αρχές όσο και στα δικαιώματα και τις αρχές που κατοχυρώνει ο Χάρτης, δεδομένου ότι οι εγγυήσεις που προβλέπει το ιταλικό Σύνταγμα συμπληρώνονται από εκείνες που κατοχυρώνει ο Χάρτης. Ως εθνικό δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες τούτο είναι αναγκαίο για την αποσαφήνιση της σημασίας και των αποτελεσμάτων των διατάξεων του Χάρτη και μπορεί, κατόπιν της εκτιμήσεως αυτής, να κηρύξει αντισυνταγματική την επίμαχη διάταξη, όπερ συνεπάγεται την εξαφάνιση της εν λόγω διάταξης από την εθνική έννομη τάξη με αποτελέσματα erga omnes.

24      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τα συνταγματικά δικαιώματα και αρχές που μνημονεύει το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), καθώς και τα δικαιώματα και οι αρχές που κατοχυρώνει ο Χάρτης, έχοντας εμπλουτισθεί από το παράγωγο δίκαιο, συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, αλληλοσυμπληρώνονται και είναι εναρμονισμένα και ότι η απαγόρευση των αυθαίρετων διακρίσεων και η προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, τις οποίες εγγυάται το Ιταλικό Σύνταγμα, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των δεσμευτικών στοιχείων που παρέχει το δίκαιο της Ένωσης.

25      Παραπέμποντας στο άρθρο 12 της οδηγίας 2011/98 και στη νομολογία του Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι πρέπει να εξετάσει το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης όσον αφορά τους κλάδους της κοινωνικής ασφάλισης, όπως αυτοί καθορίζονται με τον κανονισμό 883/2004, και διευκρινίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας το σύστημα ενιαίας άδειας, δεν έκανε ρητώς χρήση της δυνατότητας θέσπισης των προβλεπόμενων από την οδηγία παρεκκλίσεων. Το αιτούν δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, πριν αποφανθεί επί των ερωτημάτων περί συνταγματικότητας που υπέβαλε το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), να υποβάλει στο Δικαστήριο ερώτημα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης οι οποίες ασκούν επιρροή στην απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ζητήματα αυτά.

26      Παρατηρεί, συναφώς, ότι το επίδομα τοκετού, λόγω ιδίως των σημαντικών τροποποιήσεων που έχει υποστεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, εγείρει ζητήματα τα οποία είναι καινοφανή σε σχέση με τις οικογενειακές παροχές που έχει ήδη εξετάσει το Δικαστήριο. Επ’ αυτού, επισημαίνει ότι, μολονότι το επίδομα αυτό συνδέεται με αντικειμενικά κριτήρια καθοριζόμενα από τον νόμο και μολονότι εμπίπτει στην κατηγορία των παροχών κοινωνικής ασφάλισης, εντούτοις έχει πλήθος λειτουργιών που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αβεβαιότητα ως προς τον χαρακτηρισμό του ως οικογενειακής παροχής.

27      Αφενός, το επίδομα τοκετού επιτελεί τη λειτουργία επιδότησης που αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της γεννητικότητας, ο σκοπός δε αυτός επιβεβαιώνεται από την εξέλιξη του συστήματος κατά τρόπον ώστε να καθιερώνει μια καθολική παροχή με προσαύξηση για τα τέκνα που έπονται του πρώτου. Αφετέρου, το άρθρο 1, παράγραφος 125, του νόμου 190/2014, ως είχε αρχικώς, εξαρτώντας τη χορήγηση του επιδόματος αυτού από προϋπόθεση εισοδήματος, φαίνεται να αναγνωρίζει ότι έχει σημασία η κατάσταση αδυναμίας της δικαιούχου οικογένειας. Επομένως, σκοπός του εν λόγω επιδόματος είναι επίσης να στηριχθούν τα νοικοκυριά που τελούν σε επισφαλή οικονομική κατάσταση και να εξασφαλιστεί στους ανηλίκους η βασική μέριμνα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός επιβεβαιώνεται από τις πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις, οι οποίες, ενώ κατέστησαν το επίδομα τοκετού μέτρο καθολικής πρόνοιας, διαμόρφωσαν το ύψος του ανάλογα με διάφορα όρια εισοδήματος και, ως εκ τούτου, διαφορετικά επίπεδα ανάγκης.

28      Εκτός αυτού, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το επίδομα μητρότητας πρέπει να περιλαμβάνεται στις παροχές που εγγυάται το άρθρο 34 του Χάρτη, υπό το πρίσμα του παραγώγου δικαίου που αποσκοπεί στο να διασφαλιστεί σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν και εργάζονται νομίμως σε κράτος μέλος ένα κοινό σύνολο δικαιωμάτων, βασιζόμενο στην ίση μεταχείριση με τους υπηκόους του κράτους μέλους υποδοχής.

29      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 34 του [Χάρτη] την έννοια ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του το επίδομα τοκετού και το επίδομα μητρότητας, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και ιʹ, του κανονισμού [883/2004], στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας [2011/98], και, ως εκ τούτου, αντιτίθεται το δίκαιο της Ένωσης σε εθνική νομοθεσία η οποία δεν επεκτείνει στους αλλοδαπούς που είναι κάτοχοι της ενιαίας άδειας που προβλέπεται στην ίδια οδηγία τις προαναφερόμενες παροχές, οι οποίες έχουν ήδη χορηγηθεί στους αλλοδαπούς που είναι κάτοχοι άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος ΕΕ;»

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

30      Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση με την ταχεία διαδικασία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του.

31      Προς στήριξη του αιτήματός του, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το ζήτημα που υποβάλλεται στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως συζητείται εκτενώς από τα ιταλικά δικαστήρια, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολυάριθμες προδικαστικές παραπομπές ενώπιον του Δικαστηρίου. Πράγματι, το πλήθος των ένδικων διαφορών που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα έχει δημιουργήσει αβεβαιότητα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης μεταξύ, αφενός, της αρμόδιας για τη χορήγηση των επίμαχων επιδομάτων διοικητικής αρχής και, αφετέρου, των ιταλικών δικαστηρίων, καθόσον μόνον αυτά τα τελευταία προσδίδουν άμεσο αποτέλεσμα στο άρθρο 12 της οδηγίας 2011/98.

32      Όπως προκύπτει από το άρθρο 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου ή, σε εξαιρετική περίπτωση, αυτεπαγγέλτως, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μπορεί, όταν η φύση της υποθέσεως απαιτεί να αποφανθεί το Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν, αφού ακούσει τον εισηγητή δικαστή και τον γενικό εισαγγελέα, να αποφασίσει την υπαγωγή της προδικαστικής παραπομπής σε ταχεία διαδικασία κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας.

33      Εν προκειμένω, στις 17 Σεπτεμβρίου 2020 ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε, αφού άκουσε τον εισηγητή δικαστή και τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει το υπομνησθέν στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου, στο μέτρο που δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την αποδοχή του αιτήματος αυτού, και ιδίως η συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων.

34      Πράγματι, αφενός, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο μεγάλος αριθμός προσώπων ή νομικών καταστάσεων που ενδεχομένως αφορά η απόφαση την οποία πρέπει να εκδώσει το αιτούν δικαστήριο μετά την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο δεν συνιστά αυτός καθεαυτόν εξαιρετική περίσταση ικανή να δικαιολογήσει την υπαγωγή της υπόθεσης σε ταχεία διαδικασία [απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2020, Staatsanwaltschaft Wien (Πλαστογραφημένες εντολές πληρωμής), C‑584/19, EU:C:2020:1002, σκέψη 36].

35      Αφετέρου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ανάγκη ενοποίησης της αποκλίνουσας εθνικής νομολογίας, καίτοι θεμιτή, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να δικαιολογήσει την εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας (πρβλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 2018, Oro Efectivo, C‑185/18, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:298, σκέψη 17).

36      Σύμφωνα με το άρθρο 16, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε από το Δικαστήριο την εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης από το τμήμα μείζονος συνθέσεως.

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Επί του παραδεκτού του προδικαστικού ερωτήματος καθόσον αφορά το επίδομα μητρότητας

37      Η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό του ερωτήματος καθόσον αφορά το επίδομα μητρότητας, δεδομένου ότι το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) διευκρίνισε, κατά την υποβολή της υπόθεσης στην κρίση του αιτούντος δικαστηρίου, του Corte costituzionale (Συνταγματικού Δικαστηρίου), ότι τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης ήταν προγενέστερα της 25ης Δεκεμβρίου 2013, ημερομηνίας λήξης της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2011/98 στο εσωτερικό δίκαιο η οποία προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Η Ιταλική Κυβέρνηση, από την πλευρά της, αμφιβάλλει για το αν οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης είναι κάτοχοι ενιαίας άδειας εργασίας, επισημαίνοντας ότι φαίνεται να είναι κάτοχοι άδειας διαμονής άλλου είδους. Παρατηρεί, μεταξύ άλλων, ότι το επίδομα αυτό χορηγείται αποκλειστικά σε όσους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «εργαζόμενοι». Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/98 έχει εφαρμογή μόνο στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν την ιδιότητα αυτή.

38      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να απαντήσει (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2018, Čepelnik, C‑33/17, EU:C:2018:896, σκέψη 20).

39      Επομένως, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που του είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2018, Čepelnik, C‑33/17, EU:C:2018:896, σκέψη 21).

40      Εν προκειμένω, βεβαίως, οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλεστούν μια οδηγία για πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο, προκειμένου να αποκλειστεί η εφαρμογή προϋφιστάμενων εθνικών διατάξεων αντίθετων προς την οδηγία αυτή (πρβλ. απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Rieser Internationale Transporte, C‑157/02, EU:C:2004:76, σκέψεις 67 και 68 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι το αιτούν δικαστήριο δεν είναι το δικαστήριο που καλείται να αποφανθεί το ίδιο απευθείας επί των διαφορών των κύριων δικών, αλλά συνταγματικό δικαστήριο στο οποίο έχει παραπεμφθεί ένα αμιγώς νομικό ζήτημα, ανεξάρτητο από τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ζήτημα το οποίο το αιτούν δικαστήριο πρέπει να επιλύσει υπό το πρίσμα τόσο των κανόνων του εθνικού δικαίου όσο και των κανόνων του δικαίου της Ένωσης, προκειμένου να παράσχει όχι μόνο στο δικαστήριο που παρέπεμψε το ζήτημα ενώπιόν του, αλλά και σε όλα τα ιταλικά δικαστήρια, απόφαση με ισχύ erga omnes, την οποία τα δικαστήρια αυτά θα πρέπει να εφαρμόσουν σε κάθε συναφή διαφορά της οποίας τυχόν θα επιληφθούν. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο έχει σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του, η οποία αφορά αποκλειστικώς τη συνταγματικότητα εθνικών διατάξεων σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης.

41      Επιπλέον, το ζήτημα αν το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/98 έχει εφαρμογή μόνο στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν άδεια διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής με σκοπό να εργαστούν εκεί ή αν, αντιθέτως, η διάταξη αυτή καλύπτει και τους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν άδεια διαμονής για άλλους σκοπούς πλην της απασχόλησης και στους οποίους επιτρέπεται να εργαστούν στο εν λόγω κράτος μέλος αφορά την ερμηνεία της οδηγίας αυτής και, ως εκ τούτου, την ουσία της υπό κρίση υπόθεσης.

42      Επομένως, το ερώτημα αυτό είναι παραδεκτό και όσον αφορά το επίδομα μητρότητας.

 Επί της ουσίας

43      Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του άρθρου 34 του Χάρτη προκειμένου να διευκρινιστεί αν το επίδομα τοκετού και το επίδομα μητρότητας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω άρθρου και αν το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/98 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία αποκλείει από τα επιδόματα αυτά τους υπηκόους τρίτων χωρών που είναι κάτοχοι ενιαίας άδειας, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής.

44      Επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1, του Χάρτη, η Ένωση αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα πρόσβασης στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης και στις κοινωνικές υπηρεσίες που εξασφαλίζουν προστασία σε περιπτώσεις όπως η μητρότητα, η ασθένεια, τα εργατικά ατυχήματα, η εξάρτηση ή το γήρας, καθώς και σε περίπτωση απώλειας της εργασίας, σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζονται από το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές. Επιπλέον, κατά το άρθρο 34, παράγραφος 2, του Χάρτη, κάθε πρόσωπο που διαμένει και διακινείται νομίμως εντός της Ένωσης έχει δικαίωμα στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης και στα κοινωνικά πλεονεκτήματα, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές.

45      Επιπλέον, το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/98, η οποία, όπως αναφέρει η αιτιολογική της σκέψη 31, σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αντικατοπτρίζονται στον Χάρτη, προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι από τρίτες χώρες τους οποίους αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας αυτής απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους υπηκόους του κράτους μέλους στο οποίο διαμένουν όσον αφορά τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης, όπως καθορίζονται στον κανονισμό 883/2004.

46      Επομένως, διαπιστώνεται ότι, μέσω της παραπομπής αυτής στον κανονισμό 883/2004, το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/98 συγκεκριμενοποιεί το δικαίωμα πρόσβασης στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης που προβλέπεται στο άρθρο 34, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη.

47      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα κράτη μέλη, όταν λαμβάνουν μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής οδηγίας η οποία συγκεκριμενοποιεί θεμελιώδες δικαίωμα προβλεπόμενο από τον Χάρτη, οφείλουν να ενεργούν τηρώντας την οδηγία αυτή (πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014, Schmitzer, C‑530/13, EU:C:2014:2359, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 2011/98. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας αυτής καθορίζεται από τον κανονισμό 883/2004.

48      Διαπιστώνεται επίσης ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/98 έχει εφαρμογή τόσο στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν γίνει δεκτοί σε κράτος μέλος με σκοπό να εργαστούν σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης ή το εθνικό δίκαιο όσο και στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί σε κράτος μέλος για άλλους σκοπούς πλην της εργασίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης ή το εθνικό δίκαιο, στους οποίους επιτρέπεται να εργαστούν και οι οποίοι διαθέτουν άδεια διαμονής σύμφωνα με τον κανονισμό 1030/2002.

49      Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας, η διάταξη αυτή δεν περιορίζεται στη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των κατόχων ενιαίας άδειας εργασίας, αλλά εφαρμόζεται και στους κατόχους άδειας διαμονής για άλλους σκοπούς πλην της απασχόλησης, και στους οποίους επιτρέπεται να εργαστούν στο κράτος μέλος υποδοχής.

50      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/98 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποκλείει τους υπηκόους τρίτων χωρών τους οποίους αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας αυτής από τη χορήγηση των επιδομάτων τοκετού και μητρότητας που προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση.

51      Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 45 της παρούσας απόφασης και όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας 2011/98, για να καλύπτονται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας αυτής, είναι αναγκαίο οι επίμαχες παροχές να εμπίπτουν στους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης όπως καθορίζονται στον κανονισμό 883/2004, πρέπει, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, να εξεταστεί αν το επίδομα τοκετού και το επίδομα μητρότητας συνιστούν παροχές εμπίπτουσες στους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.

52      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διάκριση μεταξύ των παροχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 και των παροχών που εξαιρούνται από αυτό στηρίζεται κατ’ ουσίαν στα συστατικά στοιχεία κάθε παροχής, ιδίως στον σκοπό και στις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, και όχι στο αν μια παροχή χαρακτηρίζεται από την εθνική νομοθεσία ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως [αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2017, Martinez Silva, C‑449/16, EU:C:2017:485, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 2ας Απριλίου 2020, Caisse pour l’avenir des enfants (Τέκνο συζύγου μεθοριακού εργαζόμενου), C‑802/18, EU:C:2020:269, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

53      Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι μια παροχή μπορεί να θεωρείται παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως όταν, αφενός, χορηγείται στους δικαιούχους, ανεξαρτήτως κάθε ατομικής και κατά διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως των προσωπικών αναγκών, βάσει καταστάσεως καθοριζομένης από τον νόμο και, αφετέρου, αφορά έναν από τους κινδύνους οι οποίοι απαριθμούνται ρητώς στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 [αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2017, Martinez Silva, C‑449/16, EU:C:2017:485, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 2ας Απριλίου 2020, Caisse pour l’avenir des enfants (Τέκνο συζύγου μεθοριακού εργαζόμενου), C‑802/18, EU:C:2020:269, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

54      Επομένως, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση που εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι πρέπει να θεωρούνται ως παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως οι παροχές οι οποίες χορηγούνται αυτομάτως στις οικογένειες που πληρούν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια σχετικά, ιδίως, με τον αριθμό των μελών τους, το εισόδημά τους και το κεφάλαιό τους, χωρίς να γίνεται καμία εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των προσωπικών αναγκών, και των οποίων παροχών ο σκοπός συνίσταται στην αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών [αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2017, Martinez Silva, C‑449/16, EU:C:2017:485, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 2ας Απριλίου 2020, Caisse pour l’avenir des enfants (Τέκνο συζύγου μεθοριακού εργαζόμενου), C‑802/18, EU:C:2020:269, σκέψη 37].

55      Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, ως προς την ως άνω προϋπόθεση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όσον αφορά παροχές των οποίων η χορήγηση εγκρίνεται ή απορρίπτεται ή των οποίων το ύψος υπολογίζεται με γνώμονα το εισόδημα του δικαιούχου, η χορήγηση τέτοιων παροχών δεν εξαρτάται από την κατά περίπτωση εκτίμηση των προσωπικών αναγκών του αιτούντος, δεδομένου ότι πρόκειται για αντικειμενικό και εκ του νόμου καθοριζόμενο κριτήριο το οποίο παρέχει το δικαίωμα λήψης της παροχής, χωρίς η αρμόδια αρχή να δύναται να λάβει υπόψη άλλες προσωπικές παραμέτρους (απόφαση της 12ης Μαρτίου 2020, Caisse d’assurance retraite et de la santé au travail d’Alsace-Moselle, C‑769/18, EU:C:2020:203, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

56      Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι, προκειμένου να κριθεί ότι δεν πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση, η κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των προσωπικών αναγκών του δικαιούχου από την αρμόδια αρχή πρέπει να αφορά, πρωτίστως, τη θεμελίωση του δικαιώματος στην επίμαχη παροχή. Οι ως άνω παρατηρήσεις ισχύουν, mutatis mutandis, όσον αφορά τον εξατομικευμένο χαρακτήρα της εκτίμησης, από την αρμόδια αρχή, των προσωπικών αναγκών του δικαιούχου παροχής (απόφαση της 12ης Μαρτίου 2020, Caisse d’assurance retraite et de la santé au travail d’Alsace-Moselle, C‑769/18, EU:C:2020:203, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

57      Όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον συγκεκριμένη παροχή εμπίπτει στην κατ’ άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 883/2004 έννοια των οικογενειακών παροχών, διαπιστώνεται ότι, κατά το άρθρο 1, στοιχείο κστʹ, του κανονισμού αυτού, ως «οικογενειακή παροχή» νοούνται όλες οι παροχές σε είδος ή σε χρήμα που προορίζονται να αντισταθμίσουν τα οικογενειακά βάρη, εξαιρουμένων των προκαταβολών παροχών διατροφής και των ειδικών επιδομάτων τοκετού ή υιοθεσίας που παρατίθενται στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έκφραση «να αντισταθμίσουν τα οικογενειακά βάρη» πρέπει να θεωρείται ότι αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε συνεισφορά του κράτους στον οικογενειακό προϋπολογισμό, η οποία σκοπεί στην ελάφρυνση των βαρών που συνεπάγεται η συντήρηση των τέκνων [απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Caisse pour l’avenir des enfants (Τέκνο συζύγου μεθοριακού εργαζομένου), C‑802/18, EU:C:2020:269, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

58      Εν προκειμένω, όσον αφορά το επίδομα τοκετού, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο και τα οποία εκτίθενται στις σκέψεις 11 έως 16 καθώς και στις σκέψεις 26 και 27 της παρούσας απόφασης προκύπτει, αφενός, ότι το επίδομα αυτό χορηγείται για κάθε γεννηθέν ή υιοθετηθέν τέκνο του οποίου οι γονείς κατοικούν στην Ιταλία και έχουν την ιταλική ιθαγένεια ή είναι πολίτες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, ακόμη, έχουν την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος. Το επίδομα αυτό, το οποίο χορηγούνταν αρχικώς στα νοικοκυριά των οποίων οι πόροι δεν υπερέβαιναν ένα ορισμένο ανώτατο όριο καθοριζόμενο από τον νόμο, επεκτάθηκε στη συνέχεια σε όλα τα νοικοκυριά χωρίς καμία προϋπόθεση εισοδήματος, με το ύψος του να κυμαίνεται ανάλογα με τα εισοδήματα του νοικοκυριού και να προσαυξάνεται κατά 20 % για κάθε τέκνο μετά το πρώτο. Επομένως, προκύπτει ότι η παροχή αυτή χορηγείται αυτομάτως στα νοικοκυριά που πληρούν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια καθοριζόμενα από τον νόμο, χωρίς να γίνεται καμία εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των προσωπικών αναγκών του αιτούντος. Ειδικότερα, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, αρχικώς, για τη χορήγηση ή μη του επιδόματος τοκετού λαμβάνονταν υπόψη οι πόροι του νοικοκυριού στο οποίο ανήκε ο αιτών γονέας βάσει αντικειμενικού και εκ του νόμου καθοριζόμενου κριτηρίου, ήτοι του δείκτη της ισοδύναμης οικονομικής κατάστασης, χωρίς η αρμόδια αρχή να μπορεί να λάβει υπόψη άλλες προσωπικές περιστάσεις. Στη συνέχεια, το επίδομα τοκετού άρχισε να χορηγείται ανεξαρτήτως του ύψους των πόρων του νοικοκυριού, διευκρινιζομένου ωστόσο ότι το πραγματικό ποσό του υπολογίζεται, κατ’ ουσίαν, βάσει του δείκτη αυτού.

59      Αφετέρου, το επίδομα τοκετού συνίσταται σε χρηματικό ποσό που καταβάλλεται μηνιαίως από το INPS στους δικαιούχους του και αποσκοπεί ιδίως στο να συμβάλει στα έξοδα τοκετού ή υιοθεσίας τέκνου. Πρόκειται, κατά συνέπεια, για παροχή σε χρήμα η οποία σκοπεί ιδίως, υπό τη μορφή συνεισφοράς του κράτους στον οικογενειακό προϋπολογισμό, στην ελάφρυνση των βαρών που συνεπάγεται η συντήρηση ενός νεογέννητου ή υιοθετηθέντος τέκνου, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε με τη σκέψη 57 της παρούσας απόφασης. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ουδέποτε περιελήφθη, όπως μνημονεύθηκε στη σκέψη 10 της παρούσας απόφασης, στο μέρος II του παραρτήματος I του κανονισμού 883/2004, το οποίο αφορά τα ειδικά επιδόματα τοκετού και υιοθεσίας, το επίμαχο στην κύρια δίκη επίδομα τοκετού δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παραρτήματος αυτού και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί, λαμβανομένου υπόψη του εν λόγω παραρτήματος, να εξαιρεθεί από την έννοια των «οικογενειακών παροχών», κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 της παρούσας απόφασης.

60      Ως εκ τούτου, το επίδομα τοκετού συνιστά οικογενειακή παροχή, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 883/2004. Συναφώς, μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι το επίδομα αυτό επιτελεί διττή λειτουργία, ήτοι, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, τόσο τη λειτουργία της συμβολής στα έξοδα τοκετού ή υιοθεσίας τέκνου όσο και τη λειτουργία της επιδότησης για την ενθάρρυνση της γεννητικότητας, δεδομένου ότι η μία από τις λειτουργίες αυτές σχετίζεται με τον κλάδο κοινωνικής ασφάλισης τον οποίο αφορά η εν λόγω διάταξη (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, Hughes, C‑78/91, EU:C:1992:331, σκέψεις 19 και 20, και της 15ης Μαρτίου 2001, Offermanns, C‑85/99, EU:C:2001:166, σκέψη 45).

61      Όσον αφορά το επίδομα μητρότητας, από τα στοιχεία τα οποία παρέσχε το αιτούν δικαστήριο και τα οποία εκτίθενται στη σκέψη 17 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι το επίδομα αυτό χορηγείται, για κάθε γεννηθέν ή υιοθετηθέν τέκνο ή για κάθε ανήλικο τοποθετηθέντα σε ανάδοχο γονέα με προοπτική την υιοθεσία, στις γυναίκες οι οποίες διαμένουν στην Ιταλία, είναι Ιταλίδες υπήκοοι ή υπήκοοι άλλου κράτους μέλους ή είναι κάτοχοι άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος, εφόσον δεν λαμβάνουν επίδομα μητρότητας συνδεόμενο με σχέση εξαρτημένης ή μη εργασίας ή με την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος και οι οικονομικοί πόροι του νοικοκυριού στο οποίο ανήκει η μητέρα δεν υπερβαίνουν ορισμένο ποσό.

62      Επομένως, προκύπτει ότι, αφενός, το επίδομα μητρότητας χορηγείται αυτομάτως στις μητέρες που πληρούν ορισμένα εκ του νόμου καθοριζόμενα αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς να γίνεται καμία εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των προσωπικών αναγκών της ενδιαφερομένης. Ειδικότερα, για τη χορήγηση ή μη του επιδόματος μητρότητας λαμβάνονται υπόψη, εκτός από την μη λήψη επιδόματος μητρότητας συνδεόμενου με σχέση εργασίας ή με την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος, οι πόροι του νοικοκυριού στο οποίο ανήκει η μητέρα βάσει αντικειμενικού και εκ του νόμου καθοριζόμενου κριτηρίου, ήτοι του δείκτη της οικονομικής κατάστασης, χωρίς η αρμόδια αρχή να μπορεί να λάβει υπόψη άλλες προσωπικές περιστάσεις. Αφετέρου, σχετίζεται με τον κλάδο της κοινωνικής ασφάλισης τον οποίο αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 883/2004.

63      Επομένως, το επίδομα τοκετού και το επίδομα μητρότητας εμπίπτουν στους κλάδους της κοινωνικής ασφάλισης για τους οποίους οι υπήκοοι τρίτων χωρών τους οποίους αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2011/98 απολαύουν του δικαιώματος ίσης μεταχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας αυτής.

64      Τονίζεται, εξάλλου, ότι, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η Ιταλική Δημοκρατία δεν έκανε χρήση της ευχέρειας που παρέχεται στα κράτη μέλη να περιορίζουν την ίση μεταχείριση, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/98.

65      Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποκλείει από τη χορήγηση επιδόματος τοκετού και επιδόματος μητρότητας τους υπηκόους τρίτων χωρών τους οποίους αφορά το άρθρο 3 παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2011/98 δεν συνάδει με το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας αυτής.

66      Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/98 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποκλείει τους υπηκόους τρίτων χωρών τους οποίους αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας αυτής από τη χορήγηση των επιδομάτων τοκετού και μητρότητας που προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση.

 Επί των δικαστικών εξόδων

67      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

Το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/98/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζομένους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποκλείει τους υπηκόους τρίτων χωρών τους οποίους αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας αυτής από τη χορήγηση των επιδομάτων τοκετού και μητρότητας που προβλέπει η εν λόγω ρύθμιση.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.