Language of document : ECLI:EU:C:2021:303

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GERARD HOGAN

της 15ης Απριλίου 2021 (1)

Υπόθεση C-665/20 PPU

Openbaar Ministerie

κατά

X

[αίτηση του rechtbank Amsterdam
(πρωτοδικείου Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Επείγουσα προδικαστική διαδικασία – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Απόφαση‑πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Παράδοση των καταζητούμενων στις δικαστικές αρχές έκδοσης – Άρθρο 4, σημείο 5 – Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης – Καταζητούμενος που έχει δικασθεί αμετάκλητα για τις αυτές πράξεις σε τρίτη χώρα – Αρχή ne bis in idem – Καταδίκη σε ποινή που έχει εκτιθεί ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί»






I.      Εισαγωγή

1.        Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (2), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (3) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584).

2.        Μολονότι η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να θεωρηθεί πλούσια, εντούτοις η ποικιλία των περιπτώσεων στις οποίες τίθεται σε εφαρμογή το νομικό αυτό εργαλείο δημιουργεί διαρκώς νέα ερωτήματα σχετικά με την εμβέλεια των κανόνων και των αρχών που απαιτεί η εφαρμογή του. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως καταδεικνύει εκ νέου το γεγονός αυτό.

3.        Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης, στις Κάτω Χώρες, ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2019 από το Amtsgericht Tiergarten (πταισματοδικείο Tiergarten, Γερμανία) με σκοπό την άσκηση ποινικών διώξεων κατά του Χ για πράξεις ιδιαίτερης βιαιότητας, τις οποίες είχε διαπράξει στο Βερολίνο (Γερμανία) αλλά για το σύνολο των οποίων ή για ορισμένες από τις οποίες είχε ενδεχομένως ήδη δικασθεί από το ποινικό δικαστήριο της Τεχεράνης (Ιράν). Αφού καταδικάσθηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας επτά ετών και έξι μηνών, ο Χ απαλλάχθηκε από την έκτιση των τελευταίων 338 ημερών στο πλαίσιο γενικευμένου μέτρου επιείκειας που εφαρμόστηκε από τον Ηγέτη της Επανάστασης εξ αφορμής της 40ής επετείου της ιρανικής επανάστασης.

4.        Στο συγκεκριμένο αυτό πλαίσιο, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει τη νομολογία του σχετικά με το περιθώριο εκτίμησης που καταλείπεται στις δικαστικές αρχές όταν συντρέχει λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην ειδική περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Για πρώτη φορά, το Δικαστήριο θα πρέπει επίσης να αποφανθεί επί της δυνατότητας διακρατικής εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, την οποία προβλέπει το άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 και επί των επιπτώσεων ενός μέτρου επιείκειας ως προς την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

5.        Οι αιτιολογικές σκέψεις 6, 10 και 12 της απόφασης-πλαισίου 2002/584 έχουν ως εξής:

«(6)      Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο προβλέπει η παρούσα απόφαση‑πλαίσιο αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηρισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως “ακρογωνιαίος λίθος” της δικαστικής συνεργασίας.

[...]

(10)      Ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. Η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνον στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 [ΣΕΕ], η οποία διαπιστώνεται από το Συμβούλιο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 της εν λόγω συνθήκης με τις συνέπειες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου.

[...]

(12)      Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 [ΣΕΕ] και εκφράζονται στο Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε στο κεφάλαιο VI αυτού. [...]»

6.        Το άρθρο 1 της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, με τίτλο «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει τα εξής:

«1.      Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.

2.      Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.

3.      H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 [ΣΕΕ].»

7.        Το άρθρο 3 της απόφασης-πλαισίου 2002/584, με τίτλο «Λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», προβλέπει τα ακόλουθα:

«Η δικαστική αρχή εκτέλεσης του κράτους μέλους εκτέλεσης (εφεξής καλούμενη “δικαστική αρχή εκτέλεσης”) αρνείται την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στις ακόλουθες περιπτώσεις:

1.      εάν η αξιόποινη πράξη την οποία αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης καλύπτεται από αμνηστία στο κράτος μέλος εκτέλεσης, εφόσον το εν λόγω κράτος είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο·

2.      εάν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικασθεί [αμετακλήτως] για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η καταδίκη έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της καταδίκης·

3.      εάν το πρόσωπο για το οποίο έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί, λόγω της ηλικίας του, να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνο για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.»

8.        Το άρθρο 4 της απόφασης-πλαισίου 2002/584 αφορά, σύμφωνα με τον τίτλο του, τους «Λόγ[ους] προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης» και έχει ως εξής:

«Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης:

[...]

5.      εάν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικασθεί [αμετακλήτως] για τις αυτές πράξεις σε τρίτη χώρα, υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η καταδίκη έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί να εκτιθεί πλέον σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας της καταδίκης·

[...]».

2.      Το ολλανδικό δίκαιο

9.        Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 μεταφέρθηκε στην ολλανδική έννομη τάξη με τον wet tot implementatie van het kaderbesluit van de Raad van de Europese Unie betreffende het Europees aanhoudingsbevel en de procedures van overlevering tussen de lidstaten van de Europese Unie (νόμο περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών), της 29ης Απριλίου 2004 (4), όπως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο της 22ας Φεβρουαρίου 2017 (5) (στο εξής: OLW).

10.      Κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του OLW όριζε τα ακόλουθα:

«Η παράδοση του καταζητούμενου προσώπου δεν επιτρέπεται σε περίπτωση πράξης ως προς την οποία:

[...]

d)      ολλανδικό δικαστήριο εξέδωσε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση για το εν λόγω πρόσωπο ή κατήργησε τη δίκη ή δικαστήριο άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας εξέδωσε αντίστοιχη αμετάκλητη απόφαση·

e)      το πρόσωπο έχει καταδικαστεί με δικαστική απόφαση, στο μέτρο που:

1.      η ποινή ή το μέτρο που επιβλήθηκε έχει ήδη εκτελεστεί·

2.      η ποινή ή το μέτρο που επιβλήθηκε δεν μπορεί πλέον να εκτελεστεί ή να συνεχιστεί η εκτέλεσή του·

3.      η καταδίκη συνίσταται στην αναγνώριση της ενοχής χωρίς επιβολή ποινής ή μέτρου·

4.      η ποινή ή το μέτρο που επιβλήθηκε εκτελείται στις Κάτω Χώρες·

[...]».

11.      Κατά το άρθρο 28, παράγραφος 2, του OLW:

«Αν το rechtbank [πρωτοδικείο] διαπιστώσει [...] ότι δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί η παράδοση [...], στο ίδιο απόκειται να αρνηθεί την εν λόγω παράδοση με την απόφασή του.»

III. Το ιστορικό της υπόθεσης της κύριας δίκης

12.      Στις 19 Σεπτεμβρίου 2019, το Amtsgericht Tiergarten (πταισματοδικείο Tiergarten) εξέδωσε εναντίον του Χ ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ζητώντας την παράδοσή του προκειμένου να ασκηθούν σε βάρος του ποινικές διώξεις για τις πράξεις που τέλεσε στο Βερολίνο στις 30 Οκτωβρίου 2012.

13.      Την ημέρα εκείνη ο Χ έδεσε την Υ, σύντροφό του κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων, καθώς και την Ζ, θυγατέρα της τελευταίας, ηλικίας 10 ετών, απειλώντας αυτές με μαχαίρι. Στη συνέχεια βίασε την Υ και προέβη σε ακρωτηριασμό της. Προτού αναχωρήσει από το σπίτι της Υ, τις εγκλώβισε στα δωμάτια στα οποία βρίσκονταν αντιστοίχως η Y και η Z με σκοπό την πρόκληση του θανάτου τους.

14.      Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ζητείται η παράδοσή του είναι οι ακόλουθες:

–        απόπειρα εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας της συντρόφου του·

–        απόπειρα εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας της θυγατέρας της συντρόφου του, η οποία κατά τη χρονική στιγμή τέλεσης των πράξεων ήταν ανήλικη·

–        βιασμός της συντρόφου του·

–        βαριά σωματική βλάβη της συντρόφου του·

–        εκ προθέσεως παράνομη κατακράτηση της συντρόφου του·

–        εκ προθέσεως παράνομη κατακράτηση της ανήλικης θυγατέρας της συντρόφου του.

15.      Βάσει του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ο Χ συνελήφθη στις Κάτω Χώρες και προσήχθη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στις 18 Μαρτίου 2020. Πληροφόρησε το δικαστήριο αυτό ότι δεν συγκατατίθεται στην παράδοσή του στις γερμανικές δικαστικές αρχές και τέθηκε υπό κράτηση εν αναμονή εκδόσεως αποφάσεως ως προς τούτο. Προς στήριξη της ανακοπής που άσκησε κατά της παράδοσής του, ο Χ επικαλέστηκε την αρχή ne bis in idem, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι είχε καταδικαστεί αμετάκλητα για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, ήτοι στο Ιράν.

16.      Κατά τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου, ο Χ δικάστηκε στο Ιράν για τις προαναφερθείσες πράξεις, με εξαίρεση την παράνομη κατακράτηση της Υ, η οποία συνεκτιμήθηκε ωστόσο, ως προς τα πραγματικά της στοιχεία, κατά τον χαρακτηρισμό της απόπειρας εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας κατά της τελευταίας. Κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας που κινήθηκε στο Ιράν, ο Χ καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου για τη βαριά σωματική βλάβη που προκάλεσε στην Υ καθώς και για τις απόπειρες ανθρωποκτονίας κατά της Υ και της Ζ. Αντιθέτως, αθωώθηκε αμετάκλητα για τις κατηγορίες περί βιασμού της Υ και της εκ προθέσεως παράνομης κατακράτησης της Ζ.

17.      Βάσει του ιρανικού δικαίου, ο Χ όφειλε να εκτίσει τη βαρύτερη μόνον από τις στερητικές της ελευθερίας ποινές που του επιβλήθηκαν στη χώρα αυτή ως προς τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε αμετάκλητα, δηλαδή τη στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας επτά ετών και έξι μηνών. Η ποινή αυτή εκτίθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της από τον Χ. Απαλλάχθηκε από το υπόλοιπο της ποινής στο πλαίσιο γενικευμένου μέτρου επιείκειας που εφαρμόστηκε από τον Ηγέτη της Επανάστασης εξ αφορμής της 40ής επετείου της ιρανικής επανάστασης.

18.      Όσον αφορά τη βαριά σωματική βλάβη που προκάλεσε στην Υ, ο Χ καταδικάστηκε επιπλέον στην καταβολή προς την ίδια ενός ποσού ως «diya». Λόγω υφιστάμενης αδυναμίας πληρωμών, επιτράπηκε στον Χ να αποπληρώσει το εν λόγω ποσό καταβάλλοντας αρχικώς ποσό ύψους 200 000 000 ιρανικών ριάλ (περίπου 4 245 ευρώ) και ακολούθως μηνιαίες δόσεις ύψους 2 % επί του ποσού της «diya». Μετά την πληρωμή της προκαταβολής και της πρώτης δόσης, ο Χ αφέθηκε ελεύθερος στο Ιράν στις 5 Μαΐου 2019. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2020 οι ιρανικές αρχές εξέδωσαν εναντίον του ένταλμα σύλληψης λόγω μη πληρωμής των επόμενων δόσεων.

19.      Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο Χ υποστηρίζει ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του και δικάσθηκε αμετάκλητα στο Ιράν για τις αυτές πράξεις για τις οποίες ζητείται η παράδοσή του βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του. Ισχυρίζεται ότι αθωώθηκε αμετάκλητα για ορισμένες από τις πράξεις ενώ για τις υπόλοιπες καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή την οποία εξέτισε εξ ολοκλήρου. Επιπλέον, ο Χ υποστηρίζει ότι το ποσό που του επιβλήθηκε να καταβάλει ως «diya» δεν αποτελεί ποινή ούτε μέτρο αλλά υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και τόκων στο θύμα.

20.      Ο Χ συνάγει εξ αυτού ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία d και e, σημείο 1, του OLW, δεν πρέπει να επιτραπεί η παράδοσή του στις γερμανικές αρχές βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του. Υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, του OLW δεν προβαίνει σε καμία διάκριση μεταξύ αμετάκλητης απόφασης που εκδίδεται σε κράτος μέλος και αμετάκλητης απόφασης που εκδίδεται σε τρίτη χώρα. Συνεπώς, ο Ολλανδός νομοθέτης έκανε χρήση της δυνατότητας που αναγνωρίζει στα κράτη μέλη η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 να αρνηθούν την παράδοση σε περίπτωση που έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση και έχει εκτιθεί πλήρως ποινή σε τρίτη χώρα. Τα ολλανδικά δικαστήρια οφείλουν, ως εκ τούτου, να συμμορφωθούν προς την επιλογή αυτή.

21.      Η εισαγγελική αρχή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η εξαίρεση την οποία επικαλείται ο Χ, λόγω προγενέστερης καταδίκης στο Ιράν, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Επί καταδικαστικής απόφασης εκδοθείσας σε τρίτη χώρα, εναπόκειται στην πραγματικότητα στο αιτούν δικαστήριο, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης στο πλαίσιο του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, να μην εφαρμόσει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο e, του OLW έως ότου εκτιμήσει αν η καταδικαστική απόφαση που εκδόθηκε στο Ιράν τυγχάνει αμοιβαίας αναγνώρισης βάσει της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζεται σε νομικές συμφωνίες ή δικαστικές πρακτικές. Λαμβανομένης υπόψη της ρήξης των διπλωματικών σχέσεων και της έλλειψης δικαστικής συνεργασίας με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν καθώς και της ύπαρξης σημαντικών διαφορών μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών της Ένωσης και του νομικού συστήματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, δεν υφίσταται τέτοιου είδους εμπιστοσύνη στο ιρανικό νομικό σύστημα. Συνεπώς, η εισαγγελική αρχή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καταδικαστική απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος του Χ στο Ιράν δεν μπορεί να αποτελέσει έγκυρο λόγο για μη εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του.

22.      Αντιμέτωπο με τα εν λόγω αντίθετα μεταξύ τους επιχειρήματα, το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει πλείονες αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρθηκε αυτό στο ολλανδικό δίκαιο.

23.      Συναφώς, παρατηρεί ότι το άρθρο 4 της απόφασης-πλαισίου 2002/584 απαριθμεί τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενώ ο OLW προβλέπει ότι, αν συντρέχουν τέτοιοι λόγοι, δεν επιτρέπεται η εκτέλεση, η δε δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν διαθέτει κανένα περιθώριο εκτίμησης ως προς τούτο. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, επιπλέον, αν η φράση «αυτές πράξεις» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνον που δέχθηκε το Δικαστήριο σχετικά με το άρθρο 3, σημείο 2, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου παρόλο που η πρώτη περίπτωση αφορά την ύπαρξη αμετάκλητης απόφασης που εκδόθηκε σε τρίτη χώρα ενώ η δεύτερη αφορά αμετάκλητη απόφαση που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ένα μέτρο επιείκειας, όπως αυτό που εφαρμόστηκε ως προς τον Χ στο Ιράν, καθιστά δυνατόν να θεωρηθεί ότι η επιβληθείσα σε αυτόν ποινή έχει εκτιθεί ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας της καταδίκης κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584.

24.      Καθόσον έκρινε ότι η απάντηση στο ερώτημα αν είναι δυνατή η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του Χ εξαρτάται, τελικώς, από την ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, το rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

IV.    Τα προδικαστικά ερωτήματα και η επείγουσα διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

25.      Με απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο αυθημερόν, το rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ) αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.      Έχει το άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ την έννοια ότι, όταν κράτος μέλος επιλέγει να μεταφέρει τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό δίκαιο, πρέπει να καταλείπεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης ορισμένο περιθώριο εκτίμησης ως προς το αν πρέπει ή όχι να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης;

2.      Πρέπει η φράση “αυτές πράξεις” που απαντά στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ να ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνον κατά τον οποίον ερμηνεύεται η ίδια φράση στο πλαίσιο του άρθρου 3, σημείο 2, της εν λόγω απόφασης‑πλαισίου και, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, πώς πρέπει να ερμηνεύεται η φράση αυτή στην πρώτη διάταξη;

3.      Έχει η προϋπόθεση του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, η οποία απαιτεί η καταδίκη να “έχει εκτιθεί […] ή [να μην] μπορεί να εκτιθεί πλέον σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας της καταδίκης”, την έννοια ότι πληρούται στην περίπτωση που το καταζητούμενο πρόσωπο έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για τις αυτές πράξεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή την οποία έχει εν μέρει εκτίσει στο κράτος έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης και για το υπόλοιπο της οποίας απαλλάχθηκε από δημόσια αρχή του κράτους αυτού, η οποία δεν είναι δικαστική αρχή, στο πλαίσιο γενικευμένου μέτρου επιείκειας που εφαρμόστηκε και υπέρ προσώπων καταδικασθέντων για σοβαρά ποινικά αδικήματα, όπως ο καταζητούμενος, και που δεν στηρίζεται σε ορθολογικές εκτιμήσεις αντεγκληματικής πολιτικής;»

26.      Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε επίσης την εφαρμογή της επείγουσας διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

27.      Προς στήριξη του αιτήματός του, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία της απόφασης-πλαισίου 2002/584 που εμπίπτει στον τίτλο V του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ. Ανέφερε επίσης ότι ο Χ τέθηκε υπό κράτηση μέχρι την έκδοση απόφασης επί του αιτήματος παράδοσής του στις γερμανικές αρχές. Η ταχεία έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου θα έχει, ως εκ τούτου, άμεση και καθοριστική επιρροή στη διάρκεια της κράτησης του ενδιαφερομένου.

28.      Στις 17 Δεκεμβρίου 2020 το πέμπτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε να κάνει δεκτό το ως άνω αίτημα.

29.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η εισαγγελική αρχή, ο Χ., η Ολλανδική και η Γερμανική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Έκαστος εξ αυτών, με εξαίρεση τη Γερμανική Κυβέρνηση, ανέπτυξε προφορικώς τις παρατηρήσεις του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 3 Μαρτίου 2021.

V.      Ανάλυση

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

30.      Όπως επισήμανα στο πλαίσιο της εισαγωγής των παρουσών προτάσεων, υπάρχει πλούσια νομολογία σχετικά με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584. Το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να ερμηνευθούν οι διατάξεις αυτές είναι πλέον γνωστό (6).

31.      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το δίκαιο της Ένωσης εδράζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι κάθε κράτος μέλος αποδέχεται από κοινού με τα λοιπά κράτη μέλη, και αναγνωρίζει ότι τα εν λόγω κράτη αποδέχονται από κοινού με αυτό, μια σειρά κοινών αξιών επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση, όπως διευκρινίζει το άρθρο 2 ΣΕΕ. Η παραδοχή αυτή συνεπάγεται και δικαιολογεί την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών ως προς την αναγνώριση των εν λόγω αξιών και, επομένως, ως προς την τήρηση του δικαίου της Ένωσης που υλοποιεί τις αξίες αυτές (7).

32.      Οι εν λόγω δύο αρχές, τόσο η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, έχουν θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, καθώς καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Ειδικότερα, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το δίκαιο αυτό (8).

33.      Στο εν λόγω πλαίσιο, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 αποσκοπεί στην αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος έκδοσης το οποίο βασιζόταν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, η οποία είχε υπογραφεί στο Παρίσι στις 13 Δεκεμβρίου 1957, από ένα απλοποιημένο και αποτελεσματικότερο σύστημα παράδοσης μεταξύ των δικαστικών αρχών των καταδικασθέντων ή υπόπτων, προς εκτέλεση αποφάσεων ή άσκηση διώξεων. Καθόσον αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται, κατ’ ανάγκην, σύμφωνα με τη διατύπωση του νομοθέτη της Ένωσης, σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών (9).

34.      Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία αποτελεί, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από την αιτιολογική σκέψη 6 της απόφασης-πλαισίου 2002/584, τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας στον τομέα του ποινικού δικαίου, βρίσκει ειδικότερη έκφραση στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή θεσπίζει τον κανόνα κατά τον οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της ίδιας απόφασης-πλαισίου. Επομένως, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης μπορούν να αρνούνται την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος μόνο για τους εξαντλητικώς προβλεπόμενους στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584 λόγους μη εκτέλεσης. Επιπλέον, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να εξαρτηθεί μόνον από τη συνδρομή κάποιας από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 5 της εν λόγω απόφασης-πλαισίου. Συνεπώς, ενώ η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης συνιστά τον κανόνα, η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά (10).

35.      Επομένως, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 προβλέπει ρητώς τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης (άρθρο 3) και τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης (άρθρα 4 και 4α) του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος σε ειδικές περιπτώσεις (άρθρο 5) (11).

36.      Εντούτοις, οι αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης στις οποίες στηρίζεται η ως άνω απόφαση-πλαίσιο με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να θίγουν τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται υπέρ των εμπλεκόμενων προσώπων (12). Επομένως είναι εύλογο ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η συμφωνία της προς τις απαιτήσεις σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων προσώπων, χωρίς ωστόσο να θίγεται η αποτελεσματικότητα του συστήματος δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, ένα από τα ουσιώδη στοιχεία του οποίου αποτελεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, όπως αυτό προβλέπεται από τον νομοθέτη της Ένωσης (13).

2.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

37.      Με το πρώτο  προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι, όταν κράτος μέλος επιλέγει να μεταφέρει τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό του δίκαιο, οφείλει να διασφαλίσει ότι καταλείπεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης ορισμένο περιθώριο εκτίμησης ως προς το αν πρέπει ή όχι να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον λόγο που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη.

38.      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot στις προτάσεις που ανέπτυξε στο πλαίσιο της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2017, Popławski (C‑579/15, EU:C:2017:503), το ζήτημα που ανακύπτει αφορά την έννοια του «προαιρετικού» χαρακτήρα του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Πρόκειται λοιπόν για δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη, τα οποία, όταν μεταφέρουν την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 στο εσωτερικό τους δίκαιο, μπορούν να επιλέξουν αν θα μεταφέρουν και τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης, ή πρόκειται για δυνατότητα παρεχόμενη στη δικαστική αρχή εκτέλεσης, η οποία διαθέτει περιθώριο εκτίμησης ως προς το αν πρέπει να κάνει δεκτούς τους λόγους αυτούς με γνώμονα τις ειδικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (14);

39.      Συναφώς, η ελευθερία των κρατών μελών να μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχει, ασφαλώς, επιβεβαιωθεί επανειλημμένως από το Δικαστήριο (15). Ωστόσο, το Δικαστήριο είχε έκτοτε την ευκαιρία να αποφανθεί επίσης επί διάφορων περιπτώσεων που αφορούσαν λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Σε όλες τις περιπτώσεις δέχθηκε όμως την ερμηνεία κατά την οποία πρέπει κατ’ ανάγκην να αναγνωριστεί στη δικαστική αρχή ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης (16). Εν προκειμένω, καταλήγω στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα βάσει της γραμματικής, συστηματικής και τελολογικής ερμηνείας του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584.

40.      Πρώτον, θα επισημάνω ότι το Δικαστήριο, παραπέμποντας ρητώς στο σημείο 30 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Popławski (C 579/15, EU:C:2017:116), έκρινε ότι από το γράμμα του άρθρου 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 προκύπτει ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει να μεταφέρει τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό του δίκαιο, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει τουλάχιστον να διαθέτει περιθώριο εκτίμησης ως προς το εάν πρέπει να αρνηθεί να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή όχι (17).

41.      Πλην όμως, στο εν λόγω σημείο των προτάσεών του, ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot δεν περιορίζει την ανάλυσή του στο γράμμα του άρθρου 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Η ανάλυσή του αφορά, αφενός, τον τίτλο του άρθρου 4 της εν λόγω απόφασης-πλαισίου και, αφετέρου, το πρώτο εδάφιο του άρθρου αυτού, το οποίο περιλαμβάνει μία μόνον περίοδο ως εισαγωγή για όλους ανεξαιρέτως τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης με αρίθμηση από 1 έως 7.

42.      Ίσως είναι σκόπιμο επομένως να υπομνησθεί ότι το επίθετο «προαιρετική» που περιλαμβάνεται στον τίτλο του άρθρου 4 της απόφασης-πλαισίου 2002/584 αφορά τη «μη εκτέλεση» του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και όχι τους «λόγους» που μπορούν να τη δικαιολογήσουν. Συνεπώς, προαιρετική είναι, όντως, η άρνηση εκτέλεσης του εντάλματος, σε αντιδιαστολή προς τις περιπτώσεις υποχρεωτικής άρνησης που προβλέπονται στο άρθρο 3 της ίδιας απόφασης-πλαισίου (18). Δεδομένου όμως ότι κάθε απόφαση άρνησης εκτέλεσης είναι προαιρετική, αντανακλά κατ’ ανάγκην τη συνειδητή επιλογή του αποφασίζοντος και συνιστά, κατά συνέπεια, το αποτέλεσμα της κρίσης του.

43.      Επιπλέον, όπως επίσης επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot στο ίδιο σημείο των προτάσεών του, από το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584 προκύπτει ότι η δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης παρέχεται απευθείας στις εθνικές δικαστικές αρχές εκτέλεσης. Ειδικότερα, ενώ το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 ορίζει ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης «αρνείται την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης» (19) στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή, το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι η ίδια αρχή «μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης» (20). Όπως έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο, από την επιλογή του όρου «μπορεί» προκύπτει ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει να μεταφέρει τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό του δίκαιο, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να διαθέτει περιθώριο εκτίμησης ως προς το εάν πρέπει να αρνηθεί να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (21).

44.      Δεύτερον, την ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 επιρρωννύει και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται. Ειδικότερα, στο πλαίσιο των προκαταρκτικών μου παρατηρήσεων υπενθύμισα ότι η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης συνιστά τον κανόνα και η άρνηση εκτέλεσης την εξαίρεση, η οποία, ως τέτοια, πρέπει να ερμηνεύεται στενά (22). Πλην όμως, το να επιτραπεί μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 4 της απόφασης-πλαισίου 2002/584 επιβάλλουσα στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να αρνηθεί να εκτελέσει ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στις περιπτώσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή θα στερούσε από την εν λόγω αρχή, λόγω του αυτόματου χαρακτήρα της, τη δυνατότητα να λάβει υπόψη τις ειδικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης, με βάση τις οποίες μπορεί να έκρινε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της άρνησης παράδοσης. Συνεπώς, μια τέτοια διάταξη, μετατρέποντας μια απλή δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης σε πραγματική υποχρέωση, θα μετέτρεπε επίσης σε γενικό κανόνα την εξαίρεση την οποία συνιστά η άρνηση παράδοσης (23).

45.      Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει, στο πλαίσιο της συστηματικής ερμηνείας του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, την περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου. Ειδικότερα, οι περιπτώσεις που προβλέπονται είναι πανομοιότυπες, με τη διαφορά μόνον ότι η πρώτη περίπτωση αφορά την ύπαρξη αμετάκλητης απόφασης που έχει εκδοθεί σε τρίτη χώρα ενώ η δεύτερη αφορά αμετάκλητη απόφαση που έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος. Όπως ορθώς επισημαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση στις γραπτές παρατηρήσεις της, αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να επιλέξουν να μετατρέψουν την περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 σε λόγο υποχρεωτικής άρνησης, η διαφορά μεταξύ των δύο διατάξεων δεν θα είχε πλέον νόημα.

46.      Τρίτον, φρονώ ότι ο σκοπός που επιδιώκει η θέσπιση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιβεβαιώνει την ερμηνεία υπέρ του περιθωρίου εκτίμησης των δικαστικών αρχών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχει ως αντικείμενο να καθίσταται δυνατή η σύλληψη και η παράδοση του καταζητούμενου ώστε, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου με την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο σκοπού, να μην παραμείνει ατιμώρητη η διαπραχθείσα αξιόποινη πράξη και το πρόσωπο αυτό να διωχθεί ή να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που του επιβλήθηκε (24).

47.      Η ερμηνεία όμως του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 υπό την έννοια ότι παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιβάλλουν στις δικαστικές αρχές την υποχρέωση να αρνούνται, σε κάθε περίπτωση, την εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης όταν το καταζητούμενο πρόσωπο έχει δικασθεί αμετάκλητα για τις αυτές πράξεις σε τρίτη χώρα (υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η καταδίκη έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί να εκτιθεί πλέον σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας της καταδίκης) και χωρίς οι αρχές αυτές να διαθέτουν ένα οποιοδήποτε περιθώριο εκτίμησης παρόλο που τα οικεία νομικά συστήματα και οι οικείες διαδικασίες που εφαρμόζονται στις τρίτες χώρες μπορεί να διαφέρουν ουσιωδώς σε σχέση με εκείνα των κρατών μελών, ενέχει τον κίνδυνο να μείνει ατιμώρητο το καταζητούμενο πρόσωπο. Συνεπώς, μια τέτοιου είδους ερμηνεία δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη προς την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 (25).

48.      Όπως οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης πρέπει, στο πλαίσιο του άρθρου 4α της απόφασης-πλαισίου 2002/584, να μπορούν να λάβουν υπόψη όλες τις περιστάσεις που τους παρέχουν τη δυνατότητα να βεβαιωθούν ότι η παράδοση του προσώπου το οποίο αφορά ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν συνεπάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς του, καθόσον η διάταξη αυτή προβλέπει –όπως και το άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584– περίπτωση προαιρετικής μη εκτέλεσης (26), οι αρμόδιες δικαστικές αρχές πρέπει επίσης να μπορούν να λάβουν υπόψη όλες τις περιστάσεις που τους παρέχουν τη δυνατότητα να βεβαιωθούν ότι η άρνηση παράδοσης δεν συνεπάγεται την ατιμωρησία του καταζητούμενου προσώπου.

49.      Μια τέτοιου είδους εξουσία εκτίμησης καθίσταται ακόμη σημαντικότερη στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 αφού η διάταξη αυτή επεκτείνει την αρχή ne bis in idem στις αποφάσεις που εκδίδουν δικαστήρια τρίτων χωρών. Πλην όμως, σε αντίθεση προς ό,τι ισχύει μεταξύ των κρατών μελών, οι αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνώρισης, στις οποίες στηρίζεται ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δεν εφαρμόζονται άνευ ετέρου ως προς τρίτα κράτη (27). Η ιδιαιτερότητα αυτή αποτελεί βασικό ζήτημα του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος και συνεπώς θα την εξετάσω στο πλαίσιο εκείνου του ερωτήματος.

50.      Τούτου λεχθέντος, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, φρονώ ότι από τη γραμματική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584 προκύπτει ότι το άρθρο αυτό έχει την έννοια ότι, όταν κράτος μέλος επιλέγει να μεταφέρει τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό του δίκαιο, οφείλει να διασφαλίσει ότι καταλείπεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης ορισμένο περιθώριο εκτίμησης ως προς το αν πρέπει ή όχι να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον λόγο που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη.

3.      Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

51.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν η έννοια «αυτές πράξεις» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με την τυπικά όμοια φράση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 3, σημείο 2, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου. Σε περίπτωση που τούτο δεν ισχύει, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το νόημα που πρέπει να δοθεί στην έννοια αυτή.

52.      Επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, η διαπίστωση ότι, όπως και το άρθρο 3, σημείο 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, το άρθρο 4, σημείο 5, της ίδιας απόφασης-πλαισίου δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών όσον αφορά την έννοια «αυτές πράξεις». Δεδομένου ότι απαιτείται να εφαρμόζεται ομοιόμορφα το δίκαιο της Ένωσης, η κρίση περί του νοήματος της ως άνω έννοιας δεν μπορεί να αφεθεί στην εκτίμηση των δικαστικών αρχών κάθε κράτους μέλους οι οποίες θα προβούν σε αυτήν με γνώμονα το εθνικό τους δίκαιο. Αποτελεί αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης (28).

53.      Όσον αφορά την έννοια «αυτές πράξεις» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι πρέπει να ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνον κατά τον οποίον ερμηνεύεται η έννοια «ίδια πραγματικά περιστατικά» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 54 της Σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (29), που υπεγράφη στο Σένγκεν (Λουξεμβούργο) στις 19 Ιουνίου 1990 (στο εξής: ΣΕΣΣ) (30). Συνεπώς, η φράση αυτή έχει την έννοια ότι αφορά μόνον το υποστατό των πραγματικών περιστατικών και περιλαμβάνει ένα σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού των ως άνω πραγματικών περιστατικών ή του προστατευόμενου έννομου συμφέροντος (31).

54.      Το Δικαστήριο δικαιολόγησε την εν λόγω ταύτιση του νοήματος των ως άνω εννοιών στηριζόμενο στον κοινό σκοπό του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ και του άρθρου 3, σημείο 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 που συνίσταται στην αποτροπή του ενδεχομένου να υποβληθεί εκ νέου ένα πρόσωπο σε ποινική δίωξη ή ποινική δίκη για τις ίδιες πράξεις (32). Δεν αντιλαμβάνομαι όμως ποιος άλλος σκοπός μπορεί να υποκρύπτεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, στο μέτρο που η διάταξη αυτή, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, είναι πανομοιότυπη με εκείνη του άρθρου 3, σημείο 2, της ίδιας απόφασης-πλαισίου, με μόνη διαφορά τον χαρακτηρισμό του κράτους όπου εκδόθηκε η προγενέστερη απόφαση επί των αυτών πράξεων.

55.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, λαμβανομένων υπόψη του κοινού αυτού σκοπού και της αναγκαιότητας εξασφάλισης συνοχής μεταξύ των ερμηνειών των διαφορετικών διατάξεων της απόφασης‑πλαισίου 2002/584, η οποία έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο (33), φρονώ ότι η έννοια «αυτές πράξεις» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 4, σημείο 5, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου πρέπει να ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνον κατά τον οποίον ερμηνεύεται η αντίστοιχη φράση του άρθρου της 3, σημείο 2.

56.      Προσθέτω ακόμη ότι, μολονότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν μνημόνευσε ρητώς την αρχή ne bis in idem στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584, δεν υφίσταται εντούτοις καμία αμφιβολία περί του γεγονότος ότι στο άρθρο 3, σημείο 2, και στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 γίνεται εφαρμογή της συγκεκριμένης αρχής. Τούτο καθίσταται σαφές, αφενός, από τον τίτλο του κεφαλαίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ –«εφαρμογή της αρχής ne bis in idem»– και, αφετέρου, από την πανομοιότυπη ερμηνεία που δίνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το οποίο αποτυπώνει την αρχή αυτή στον Χάρτη (34).

57.      Περισσότερο από την εσωτερική συνοχή της απόφασης-πλαισίου 2002/584, ζητούμενο είναι να διασφαλιστεί η οριζόντια συνοχή στο δίκαιο της Ένωσης. Δεδομένου ότι πρόκειται για θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία απαντά επίσης στο άρθρο 50 του Χάρτη (35) και ερμηνεύεται πλέον κατά τον ίδιο τρόπο σε πολύ διαφορετικούς τομείς όπως ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) (36), η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (37) ή το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, η ερμηνεία της δεν μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την επίμαχη νομική πράξη και, κατά μείζονα λόγο, στο πλαίσιο της ίδιας νομικής πράξης. Μια τέτοια διαφοροποίηση θα ήταν ακόμα πιο άτοπη, ίσως και αναχρονιστική, ώστε ακόμα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατέληξε σε ερμηνεία της αρχής ne bis in idem η οποία επικεντρώνεται στην απαίτηση να πρόκειται περί των αυτών ή περί κατ’ ουσίαν ίδιων πράξεων (38).

58.      Είναι αληθές ότι, όπως και άλλες διεθνείς νομικές πράξεις (39), το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου 7 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Στρασβούργο στις 22 Νοεμβρίου 1984, περιορίζει την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στις αποφάσεις που εκδίδονται σε μία και την αυτή χώρα (40). Επίσης, το άρθρο 50 του Χάρτη διευκρινίζει ότι κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί «εντός της Ένωσης». Αυτή η περιορισμένη διακρατική εφαρμογή της αρχής ne bis in idem εξηγείται, στο πλαίσιο της έννομης τάξης της Ένωσης, χάρη στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η οποία επιβάλλει σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το δίκαιο αυτό (41). Γνωρίζω επιπλέον ότι το Δικαστήριο έχει τονίσει, στο πλαίσιο της ΣΕΣΣ, τον αναγκαίο σύνδεσμο που υφίσταται μεταξύ της αρχής ne bis in idem που κατοχυρώνεται στο άρθρο 54 της εν λόγω Σύμβασης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των κρατών μελών στα επιμέρους συστήματά τους ποινικής δικαιοσύνης (42).

59.      Εντούτοις, παρόλο που καμία αρχή του δημοσίου διεθνούς δικαίου δεν επιβάλλει τη διακρατική εφαρμογή της αρχής ne bis in idem (43), εξ’ όσων γνωρίζω, κανένας κανόνας δεν την απαγορεύει (44). Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, επιλέγοντας να καθιερώσει, όσον αφορά τις αποφάσεις που εκδίδονται σε τρίτη χώρα, έναν λόγο άρνησης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κάνοντας χρήση της ίδιας ακριβώς διατύπωσης που χρησιμοποιείται στο άρθρο 3, σημείο 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, επέλεξε την εφαρμογή αυτή.

60.      Υπενθυμίζεται εντούτοις ότι το άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου της 1, παράγραφος 3, το οποίο επιβάλλει τον απόλυτο σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την τήρηση των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 ΣΕΕ, στο πλαίσιο της λειτουργίας του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η διακρατική εφαρμογή της αρχής ne bis in idem δεν πρέπει, κατά συνέπεια, να θίγει με κανέναν τρόπο τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται υπέρ των εμπλεκόμενων προσώπων (45).

61.      Από τη συνδυαστική ερμηνεία των δύο αυτών διατάξεων προκύπτει συνεπώς ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να λάβει υπόψη την αμετάκλητη απόφαση που εξέδωσε δικαστήριο τρίτης χώρας υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση αυτή είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας τηρήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πρότυπα της δίκαιης δίκης τα οποία είναι κοινά στα κράτη μέλη και τα οποία εγγυώνται ότι έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα όλων των μετεχόντων στη δίκη (46).

62.      Από το γεγονός ότι το άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 προβλέπει έναν λόγο προαιρετικής άρνησης εκτέλεσης, ενώ το άρθρο 3, σημείο 2, της ίδιας απόφασης-πλαισίου θεσπίζει έναν λόγο υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης, προκύπτουν επίσης δύο άλλες συνέπειες, χάρη στις οποίες καθίσταται δυνατόν να αντισταθμιστεί η έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης έναντι των τρίτων χωρών.

63.      Αφενός, εναπόκειται τελικώς σε κάθε κράτος μέλος να επιλέξει αν επιθυμεί να μεταφέρει στο εσωτερικό του δίκαιο το άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584 και να επεκτείνει την αρχή ne bis in idem σε περιπτώσεις με διακρατικό χαρακτήρα εκτός του πλαισίου της Ένωσης (47). Αφετέρου, όπως κατέδειξα στο πλαίσιο της ανάλυσής μου για το πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, η επί συγκεκριμένης περίπτωσης εφαρμογή της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 πρέπει να καταλείπεται στην κρίση της δικαστικής αρχής εκτέλεσης.

64.      Εναπόκειται επομένως στην αρμόδια δικαστική αρχή να εξακριβώσει, πέραν του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας που κινήθηκε στην τρίτη χώρα, αν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά συνιστούν ένα σύνολο πραγματικών περιστατικών άρρηκτα συνδεδεμένων κατά χρόνο, τόπο και αντικείμενο (48).

65.      Κατά την εκτίμησή της, η δικαστική αρχή θα λάβει τελικά υπόψη τον σκοπό της απόφασης-πλαισίου 2002/584 ο οποίος συνίσταται στο να μη μείνει ατιμώρητη η διαπραχθείσα αξιόποινη πράξη και στο να διωχθεί ή να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που του επιβλήθηκε το καταζητούμενο πρόσωπο (49). Ειδικότερα, όπως ήδη επισήμανα, οι διατάξεις της απόφασης‑πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται ασφαλώς η συμφωνία της προς τις απαιτήσεις σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων προσώπων –στις οποίες περιλαμβάνεται η αρχή ne bis in idem–, χωρίς ωστόσο να θίγεται η αποτελεσματικότητα του συστήματος δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, ένα από τα ουσιώδη στοιχεία του οποίου αποτελεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (50).

66.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η έννοια «αυτές πράξεις» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνον κατά τον οποίον ερμηνεύεται η αντίστοιχη φράση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 3, σημείο 2, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου. Συνεπώς, η φράση αυτή έχει την έννοια ότι αφορά μόνον το υποστατό των πραγματικών περιστατικών και περιλαμβάνει ένα σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού των ως άνω πραγματικών περιστατικών ή του προστατευόμενου έννομου συμφέροντος.

4.      Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

67.      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η προϋπόθεση του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584 σχετικά με την έκτιση της ποινής έχει την έννοια ότι πληρούται στην περίπτωση που το καταζητούμενο πρόσωπο έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για τις αυτές πράξεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή την οποία έχει εν μέρει εκτίσει στο κράτος έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης και για το υπόλοιπο της οποίας απαλλάχθηκε από δημόσια αρχή του κράτους αυτού, η οποία δεν είναι δικαστική αρχή, στο πλαίσιο γενικευμένου μέτρου επιείκειας που εφαρμόστηκε και υπέρ προσώπων καταδικασθέντων για σοβαρά ποινικά αδικήματα και που δεν στηρίζεται σε αντικειμενικές εκτιμήσεις αντεγκληματικής πολιτικής.

68.      Η ερμηνεία της ως άνω προϋπόθεσης έχει σημασία καθόσον μπορεί να παρακωλύσει ενδεχόμενη άρνηση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Ειδικότερα, αν η ποινή δεν έχει εκτιθεί κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, η διάταξη αυτή επιβάλλει την επαναφορά στον κανόνα, δηλαδή την παράδοση του προσώπου κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης.

69.      Προκαταρκτικώς, διευκρινίζω ότι θα προσεγγίσω το νομικό φαινόμενο της επιείκειας όπως έχει οριστεί από το αιτούν δικαστήριο, δηλαδή ως μέτρο το οποίο εφαρμόζεται από μη δικαστική δημόσια αρχή υπέρ ενός συνόλου προσώπων καταδικασθέντων για σοβαρά ποινικά αδικήματα και το οποίο δεν στηρίζεται σε αντικειμενικές εκτιμήσεις αντεγκληματικής πολιτικής. Φρονώ ότι ο εν λόγω ουδέτερος και γενικός τρόπος ορισμού του ζητήματος έχει ιδιαίτερη σημασία λαμβανομένων υπόψη της πληθώρας των υφιστάμενων μέτρων επιείκειας (51) και της ποικιλίας των ορισμών τους στις νομικές παραδόσεις των κρατών μελών (52).

70.      Στο καθορισμένο αυτό πλαίσιο, παρατηρείται ότι η προϋπόθεση σχετικά με την έκτιση έχει πανομοιότυπη διατύπωση στο άρθρο 3, σημείο 2, και στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, αλλά και στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ. Το Δικαστήριο διευκρίνισε όμως, όσον αφορά το τελευταίο αυτό άρθρο, ότι η προϋπόθεση της έκτισης πληρούται όταν διαπιστώνεται ότι, κατά το χρονικό σημείο κίνησης της δεύτερης ποινικής διαδικασίας κατά του ίδιου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία οδήγησαν στην καταδίκη του στο πρώτο συμβαλλόμενο κράτος, δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί, σύμφωνα με τους νόμους του πρώτου συμβαλλόμενου κράτους, η ποινή που του επιβλήθηκε στο κράτος αυτό (53).

71.      Ωστόσο, για την ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 δεν μπορούμε να περιοριστούμε στη διαπίστωση αυτή, η οποία στηρίζεται στο γράμμα του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, και, πράττοντας τούτο, να αγνοήσουμε το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή και τους σκοπούς που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης. Ειδικότερα, μολονότι «το γράμμα της διάταξης είναι πάντοτε η αφετηρία και ταυτόχρονα το όριο κάθε ερμηνείας» (54), καθίστανται προαιρετικές οι άλλες μέθοδοι ερμηνείας μόνον εάν η διατύπωση της επίμαχης διάταξης είναι σαφής και αναμφίλεκτη (55). Εν προκειμένω, όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γράμμα του επίμαχου άρθρου δεν καθιστά, αυτό καθεαυτό, δυνατό τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής της προϋπόθεσης της έκτισης.

72.      Κατ’ αρχάς, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, από το άρθρο 3, σημείο 1, της ίδιας απόφασης-πλαισίου προκύπτει αναμφίβολα ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε σαφή γνώση περί της ενδεχόμενης παρεμβολής των μέτρων επιείκειας στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

73.      Κατά τη διάταξη αυτή, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να αρνηθεί την εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εάν η αξιόποινη πράξη την οποία αφορά το ένταλμα καλύπτεται από αμνηστία στο κράτος μέλος εκτέλεσης και το εν λόγω κράτος είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο. Ωστόσο, ο νομοθέτης της Ένωσης περιόρισε την περίπτωση αυτή στην αμνηστία που ισχύει στο κράτος μέλος εκτέλεσης και την προέβλεψε μόνον ως λόγο υποχρεωτικής μη εκτέλεσης. Το άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 δεν μπορεί συνεπώς να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει να ληφθεί υπόψη ένα γενικευμένο μέτρο επιείκειας ενώ από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 προβλέπει, κατά τρόπο εξαντλητικό, τους λόγους μη εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (56) και ενώ η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά (57).

74.      Έπειτα, αν ληφθούν υπόψη οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης, μπορεί να υπομνησθεί ότι ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στον τομέα του ποινικού δικαίου. Η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 αποσκοπεί, συνεπώς, στην αντικατάσταση του προηγούμενου πολυμερούς συστήματος έκδοσης από ένα απλουστευμένο και αποτελεσματικότερο σύστημα παράδοσης μεταξύ των δικαστικών αρχών (58). Πρόκειται συνεπώς για τη «δικαστικοποίηση» της έκδοσης: ενώ η έκδοση αποτελεί πράξη άσκησης κυριαρχικής εξουσίας, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αποτελεί δικαστική πράξη (59).

75.      Για τον λόγο αυτόν, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 θέσπισε μηχανισμό συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών αρχών των κρατών μελών (60), οι οποίες πρέπει δε να θεωρηθούν, στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, ως αρχές που συμμετέχουν –κατά τρόπο ανεξάρτητο (61)– στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης (62).

76.      Πλην όμως, το μέτρο επιείκειας όπως ορίζεται από το αιτούν δικαστήριο, αφενός, εφαρμόζεται από δημόσια αρχή, η οποία δεν είναι δικαστική αρχή, και, αφετέρου, ουδόλως μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο προσέγγισης αντεγκληματικής πολιτικής. Φαίνεται, κατά συνέπεια, ότι το να ληφθεί υπόψη ένα τέτοιο μέτρο στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584 θα ήταν αντίθετο προς τη φιλοσοφία ενός συστήματος που καθιστά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εργαλείο της ποινικής δικαιοσύνης και που αναθέτει στις δικαστικές αρχές των κρατών μελών κεντρικό ρόλο ως προς τη λειτουργία του.

77.      Επιπλέον, μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν επίσης ασυμβίβαστη με την αρχή ne bis in idem αφ’ ής στιγμής η εν λόγω αρχή στηρίζεται στη λογική της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και μπορεί να λειτουργεί μόνο στη σφαίρα της εφαρμογής του νόμου από τα δικαστήρια (63). Οι δικαστικές αρχές είναι, πράγματι, οι πλέον κατάλληλες να συμβιβάσουν, μετά από ειδική και εξατομικευμένη ανάλυση, τα θεμελιώδη δικαιώματα των εμπλεκόμενων προσώπων και την αποτελεσματικότητα του συστήματος δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών.

78.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, φρονώ ότι η προϋπόθεση της έκτισης του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 έχει συνεπώς την έννοια ότι δεν καλύπτει την απαλλαγή από την έκτιση της ποινής που χορηγήθηκε από δημόσια αρχή, η οποία δεν είναι δικαστική αρχή, της τρίτης χώρας όπου εκδόθηκε η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, στο πλαίσιο γενικευμένου μέτρου επιείκειας που εφαρμόστηκε και υπέρ προσώπων καταδικασθέντων για σοβαρά ποινικά αδικήματα και που δεν στηρίζεται σε αντικειμενικές εκτιμήσεις αντεγκληματικής πολιτικής.

VI.    Πρόταση

79.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων,  προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) ως εξής:

1)      το άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως έχει τροποποιηθεί με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, έχει την έννοια ότι, όταν κράτος μέλος επιλέγει να μεταφέρει τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό του δίκαιο, οφείλει να διασφαλίσει ότι καταλείπεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης ορισμένο περιθώριο εκτίμησης ως προς το αν πρέπει ή όχι να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον λόγο που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη.

2)      Η έννοια «αυτές πράξεις» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584, όπως έχει τροποποιηθεί με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299, πρέπει να ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνον κατά τον οποίον ερμηνεύεται η αντίστοιχη φράση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 3, σημείο 2, της εν λόγω απόφασης‑πλαισίου. Η έννοια αυτή αφορά μόνον το υποστατό των πραγματικών περιστατικών. Περιλαμβάνει ένα σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού των ως άνω πραγματικών περιστατικών ή του προστατευόμενου έννομου συμφέροντος.

3)      Η προϋπόθεση της έκτισης του άρθρου 4, σημείο 5, της απόφασης‑πλαισίου 2002/584, όπως έχει τροποποιηθεί με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, έχει την έννοια ότι δεν καλύπτει την απαλλαγή από την έκτιση της ποινής που χορηγήθηκε από δημόσια αρχή, η οποία δεν είναι δικαστική αρχή, της τρίτης χώρας όπου εκδόθηκε η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, στο πλαίσιο γενικευμένου μέτρου επιείκειας που εφαρμόστηκε και υπέρ προσώπων καταδικασθέντων για σοβαρά ποινικά αδικήματα και που δεν στηρίζεται σε αντικειμενικές εκτιμήσεις αντεγκληματικής πολιτικής.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      ΕΕ 2002, L 190, σ. 1.


3      ΕΕ 2009, L 81, σ. 24.


4      Stb. 2004, αριθ. 195.


5      Stb. 2017, αριθ. 82.


6      Πρβλ απόφαση της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης) (C‑314/18, EU:C:2020:191, σκέψη 42).


7      Πρβλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες στο δικαστικό σύστημα) (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 35), και της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης) (C‑314/18, EU:C:2020:191, σκέψη 35).


8      Πρβλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες στο δικαστικό σύστημα) (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 36), και της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής έκδοσης) (C‑354/20 PPU και C‑412/20 PPU, EU:C:2020:1033, σκέψη 35).


9      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 6 και 10 της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Πρβλ., επίσης, αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες στο δικαστικό σύστημα) (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψεις 39 και 40), και της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης) (C‑314/18, EU:C:2020:191, σκέψεις 37 και 38).


10      Πρβλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες στο δικαστικό σύστημα) (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 41), της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης) (C‑314/18, EU:C:2020:191, σκέψη 39), και της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής έκδοσης) (C‑354/20 PPU και C‑412/20 PPU, EU:C:2020:1033, σκέψη 37).


11      Αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες στο δικαστικό σύστημα) (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 42), και της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης) (C‑314/18, EU:C:2020:191, σκέψη 40).


12      Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Πρβλ., επίσης, απόφαση της 10ης Αυγούστου 2017, Tupikas (C‑270/17 PPU, EU:C:2017:628, σκέψη 59).


13      Πρβλ. απόφαση της 10ης Αυγούστου 2017, Tupikas (C‑-270/17 PPU, EU:C:2017:628, σκέψη 63).


14      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Popławski (C‑579/15, EU:C:2017:116, σημείο 26).


15      Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «[...] εάν τα κράτη μέλη μεταφέρουν στην εσωτερική νομοθεσία τους το άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 [...]» (απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Lopes Da Silva Jorge, C‑42/11, EU:C:2012:517, σκέψη 50, η υπογράμμιση δική μου), ή ακόμη, «[...] όταν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει να μεταφέρει [το άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584] στο εσωτερικό δίκαιο [...]» (απόφαση της 29ης Ιουνίου 2017, Popławski, C‑579/15, EU:C:2017:503, σκέψη 21, η υπογράμμιση δική μου). Βλ., επίσης, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Sut (C‑514/17, EU:C:2013:1016, σκέψη 33).


16      Βλ. μεταξύ άλλων, σχετικά με το άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2017, Popławski (C‑579/15, EU:C:2017:503, σκέψη 21), της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Sut (C‑514/17, EU:C:2018:1016, σκέψη 33), και της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψεις 86 και 99)· σχετικά με το άρθρο 4α της ίδιας απόφασης, βλ. αποφάσεις της 24ης Μαΐου 2016, Dworzecki (C‑108/16 PPU, EU:C:2016:346, σκέψη 50), της 10ης Αυγούστου 2017, Tupikas (C‑270/17 PPU, EU:C:2017:628, σκέψη 96), και της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Generalstaatsanwaltschaft Hamburg (C‑416/20 PPU, EU:C:2020:1042, σκέψη 51).


17      Απόφαση της 29ης Ιουνίου 2017, Popławski (C‑579/15, EU:C:2017:503, σκέψη 21).


18      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Popławski (C‑579/15, EU:C:2017:116, σημείο 30).


19      Η υπογράμμιση δική μου.


20      Η υπογράμμιση δική μου.


21      Πρβλ απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Sut (C‑514/17, EU:C:2018:1016, σκέψη 33).


22      Βλ. σημείο 34 των παρουσών προτάσεων και παραπομπές στην υποσημείωση 10.


23      Πρβλ., σχετικά με το άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Popławski (C‑579/15, EU:C:2017:116, σημείο 31).


24      Πρβλ απόφαση της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης) (C‑314/18, EU:C:2020:191, σκέψη 47).


25      Πρβλ., σχετικά με το άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2017, Popławski (C‑579/15, EU:C:2017:503, σκέψη 23). Βλ. επίσης, σχετικά με επιβεβαίωση και εφαρμογή της αρχής κατά την οποία το ενδεχόμενο να μείνει ατιμώρητο το καταζητούμενο πρόσωπο δεν συμβιβάζεται με τον σκοπό που επιδιώκει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψεις 82 και 103).


26      Πρβλ. αποφάσεις της 10ης Αυγούστου 2017, Tupikas (C‑270/17 PPU, EU:C:2017:628, σκέψη 96), και της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Generalstaatsanwaltschaft Hamburg (C‑416/20 PPU, EU:C:2020:1042, σκέψη 51). Βλ. επίσης, σχετικά με τον αντίκτυπο μιας περίπτωσης προαιρετικής μη εκτέλεσης επί της αναγκαιότητας παροχής ενός περιθωρίου εκτίμησης στις δικαστικές αρχές –εν προκειμένω του άρθρου 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584–, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψεις 86 και 99).


27      Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση JR (Ένταλμα σύλληψης – Καταδίκη σε τρίτο κράτος, μέλος του ΕΟΧ) (C‑488/19, EU:C:2020:738, σημείο 34).


28      Βλ. κατ’ αναλογίαν, ως προς την έννοια «αυτές πράξεις» που απαντά στο άρθρο 3, σημείο 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2010, Mantello (C‑261/09, EU:C:2010:683, σκέψη 38).


29      ΕΕ 2000, L 239, σ. 19.


30      Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2010, Mantello (C‑261/09, EU:C:2010:683, σκέψη 40).


31      Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2010, Mantello (C-261/09, EU:C:2010:683, σκέψη 39).


32      Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2010, Mantello (C-261/09, EU:C:2010:683, σκέψη 40).


33      Πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2016, Özçelik (C‑453/16 PPU, EU:C:2016:860, σκέψη 33).


34      Πρβλ. απόφαση της 20ής Μαρτίου 2018, Menci (C‑524/15, EU:C:2018:197, σκέψεις 25, 34 και 35). Παρατηρείται, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο, στη σκέψη 35 της απόφασης αυτής, παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 39 και 40 της απόφασης της 16ης Νοεμβρίου 2010, Mantello (C‑261/09, EU:C:2010:683), που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 3, σημείο 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584.


35      Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Slovak Telekom (C‑857/19, EU:C:2021:139, σκέψη 39).


36      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 20ής Μαρτίου 2018, Menci (C‑524/15, EU:C:2018:197).


37      Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση LG και MH (Αυτονομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) (C‑790/19, EU:C:2021:15, σημεία 50 και 51).


38      Πρβλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 10ης Φεβρουαρίου 2009, Zolotoukhine κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2009:0210JUD001493903, § 78 έως 82), και, ως προς πιο πρόσφατη εφαρμογή, της 19ης Δεκεμβρίου 2017, Ramda κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2017:1219JUD007847711).


39      Βλ άρθρο 14, παράγραφος 7, του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο θεσπίσθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου 1966 και τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 1976.


40      Πρβλ. Rafaraci, T., «The principle of non bis in idem in the jurisprudence of the European Court of Justice», σε Le contrôle juridictionnel dans l’espace pénal européen, Éditions de l’Université de Bruxelles, Βρυξέλλες, 2009, σ. 93 έως 110, και ιδίως σ. 93.


41      Βλ. σημείο 32 των παρουσών προτάσεων και παραπομπές στην υποσημείωση 8.


42      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 11ης Φεβρουαρίου 2003, Gözütok και Brügge (C‑187/01 και C‑385/01, EU:C:2003:87, σκέψη 33), και της 9ης Μαρτίου 2006, Van Esbroeck (C‑436/04, EU:C:2006:165, σκέψη 30).


43      Πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, Showa Denko κατά Επιτροπής (C‑289/04 P, EU:C:2006:431, σκέψη 58).


44      Πρβλ. άρθρο 58 της ΣΕΣΣ κατά το οποίο οι διατάξεις της σύμβασης αυτής «δεν εμποδίζουν την εφαρμογή ευρύτερων εθνικών διατάξεων που αφορούν την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, η οποία συνδέεται με τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό».


45      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Αυγούστου 2017, Tupikas (C‑270/17 PPU, EU:C:2017:628, σκέψεις 59 και 63).


46      Συναφώς, βάσει των γραπτών και προφορικών παρατηρήσεων του Χ φαίνεται ότι η ποινική διαδικασία που οδήγησε στην καταδίκη του στο Ιράν δεν ήταν μια «δίκη-εμπαιγμός». Επίσης, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κράτησης που περιγράφει ο Χ, η επιβληθείσα ποινή ενείχε έναν ορισμένο βαθμό αυστηρότητας. Στην περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πρέπει να εκτελεσθεί, οι περιστάσεις αυτές θα μπορούσαν αναμφίβολα να ληφθούν επίσης υπόψη από τα γερμανικά δικαστήρια.


47      Βλ. σημείο 39 των παρουσών προτάσεων και παραπομπές στην υποσημείωση 15.


48      Πρβλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2006, Van Esbroeck (C‑436/04, EU:C:2006:165, σκέψη 38), και της 18ης Ιουλίου 2007, Kraaijenbrink (C‑367/05, EU:C:2007:444, σκέψη 27).


49      Πρβλ, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης) (C‑314/18, EU:C:2020:191, σκέψη 47).


50      Πρβλ. απόφαση της 10ης Αυγούστου 2017, Tupikas (C‑270/17 PPU, EU:C:2017:628, σκέψη 63).


51      Αναλογιζόμαστε αμέσως την αμνηστία και τη χάρη. Ορισμένοι εντάσσουν επίσης στην κατηγορία αυτή την παραγραφή και την απόλυση υπό όρους, χωρίς ωστόσο τα μέτρα αυτά να είναι τα μοναδικά που μπορούν να ληφθούν (πρβλ. Mathieu, B., και Verpeaux, M., «Conclusions comparatives», σε Ruiz Fabri, H., Della Morte, G., Lambert Abdelgawad, E., Martin-Chenut, K., La clémence saisie par le droit. Amnistie, prescription et grâce en droit international et comparé, Société de législation comparée, coll. de l’UMR de droit comparé de Paris, τεύχος 14, Παρίσι, 2007, σ. 311 έως 318).


52      Τούτο οφείλεται σε μια μόνον πιθανή διάκριση μεταξύ, αφενός, των μέτρων επιείκειας υπό στενή έννοια («executive clemency», εκτελεστικά μέτρα επιείκειας) –τα οποία λαμβάνει αποκλειστικά η εκτελεστική εξουσία– και, αφετέρου, της αμνηστίας –η οποία χορηγείται με πράξη της νομοθετικής εξουσίας (πρβλ., στα συστήματα του common law, Pascoe, D., και Manikis, M., «Making Sense of the Victim’s Role in Clemency Decision Making», International Review of Victimology, τεύχος 26(I), 2020, σ. 3 έως 28, ιδίως σ. 4 και 5 καθώς και σ. 8 και 9). Βλ. επίσης, ως προς την έλλειψη κοινού ορισμού, τα περί των όρων «χάρη», «αμνηστία» και «παραγραφή», «Les institutions de clémence, regards de droit comparé», σε Ruiz Fabri, H., Della Morte, G., Lambert Abdelgawad, E., Martin-Chenut, K., La clémence saisie par le droit, όπ.π, σ. 275 έως 309).


53      Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2008, Bourquain (C‑297/07, EU:C:2008:708, σκέψη 48).


54      Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak στην υπόθεση Agrana Zucker (C‑33/08, EU:C:2009:99, σημείο 37).


55      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet στην υπόθεση Γαλλία κατά Κοινοβουλίου (Άσκηση της δημοσιονομικής εξουσίας) (C‑73/17, EU:C:2018:386, σημείο 25).


56      Πρβλ. αποφάσεις που παρατίθενται στην υποσημείωση 11 των παρουσών προτάσεων.


57      Πρβλ. αποφάσεις που παρατίθενται στην υποσημείωση 10 των παρουσών προτάσεων.


58      Βλ. σημείο 33 των παρουσών προτάσεων.


59      Πρβλ. Jegouzo, I., «Le mandat d’arrêt européen, acte de naissance de l’Europe judiciaire pénale», σε  Cartier, M.-E., Le mandat d’arrêt européen, Bruylant, Βρυξέλλες, 2005, σ33 έως 45, ιδίως σ. 42· Bot, S., Le mandat d’arrêt européen, Larcier, αριθ. 215, Βρυξέλλες, 2009.


60      Πρβλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψη 96).


61      Πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής έκδοσης) (C‑354/20 PPU και C‑412/20 PPU, EU:C:2020:1033, σκέψη 38).


62      Πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2016, Özçelik (C‑453/16 PPU, EU:C:2016:860, σκέψη 32).


63      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Bourquain (C‑297/07, EU:C:2008:206, σημείο 83).