Language of document : ECLI:EU:T:1997:192

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

της 10ης Δεκεμβρίου 1997 (1)

«Διαδικασία - Συνεκδίκαση - ´Αρθρο 23 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού (ΕΚΑΧ) του Δικαστηρίου - Καθού κοινοτικό όργανο - ´Εγγραφα σχετικά με την υπόθεση - Προσκόμιση - Εμπιστευτικότητα»

Στην υπόθεση T-134/94,

NMH Stahlwerke GmbH, εταιρία γερμανικού δικαίου, με έδρα το Sulzbach-Rosenberg (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους Paul B. Schäuble, Siegfried Jackermeier και Reinhard E. Ingerl, δικηγόρους Μονάχου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Ernest Arendt, 8-10, rue Mathias Hardt,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τους Julian Currall και Norbert Lorenz, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και από τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, και, στη συνέχεια, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Currall, επικουρουμένους από τον Heinz-Joachim Freund, δικηγόρο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

στην υπόθεση T-136/94,

Eurofer ASBL, ένωση λουξεμβουργιανού δικαίου, με έδρα το Λουξεμβούργο, εκπροσωπούμενη από τον Norbert Koch, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της Eurofer ASBL, GISL, 17-25, avenue de la Liberté,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τους Julian Currall και Norbert Lorenz, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και από τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στηνΕπιτροπή, και, στη συνέχεια, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Currall, επικουρουμένους από τον Heinz-Joachim Freund, δικηγόρο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

στην υπόθεση T-137/94,

ARBED SA , εταιρία λουξεμβουργιανού δικαίου, με έδρα το Λουξεμβούργο, εκπροσωπούμενη από τον Alexandre Vandencasteele, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Paul Ehmann, 19, avenue de la Liberté,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τον Julian Currall, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, στη συνέχεια, από τον Julian Currall και τον Guy Charrier, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, και, τέλος, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Currall, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

στην υπόθεση T-138/94,

Cockerill-Sambre SA, εταιρία βελγικού δικαίου, με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενη από τον Alexandre Vandencasteele, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Ernest Arendt, 8-10 rue Mathias Hardt,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τον Julian Currall, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, στη συνέχεια, από τον Julian Currall και τον Guy Charrier, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, και, τέλος, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Currall, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

στην υπόθεση T-141/94,

Thyssen Stahl AG, εταιρία γερμανικού δικαίου, με έδρα το Duisburg (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους Joachim Sedemund και Frank Montag, δικηγόρους Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Aloyse May, 31, Grand-rue,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τους Julian Currall και Norbert Lorenz, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και από τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, και, στη συνέχεια, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Currall, επικουρουμένους από τον Heinz-Joachim Freund, δικηγόρο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

στην υπόθεση T-145/94,

Unimétal - Société française des aciers longs SA, εταιρία γαλλικού δικαίου, με έδρα το Rombas (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον Antoine Winckler και την Caroline Levi, δικηγόρους, αντιστοίχως, Παρισιού και Βρυξελλών, με αντικλήτους στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Elvinger και Hoss, 2, place Winston Churchill,

προσφεύγoυσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τον Julian Currall, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, στη συνέχεια, από τον Julian Currall και τον Guy Charrier, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, και, τέλος, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Currall, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

στην υπόθεση T-147/94,

Krupp Hoesch Stahl AG, εταιρία γερμανικού δικαίου, με έδρα το Dortmund (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους Otfried Lieberknecht, Karlheinz Moosecker, Gerhard Wiedemann και Martin Klusmann, δικηγόρους Ντύσσελντορφ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Axel Bonn, 62, avenue Guillaume,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τους Julian Currall και Norbert Lorenz, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και από τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, και, στη συνέχεια, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Currall, επικουρουμένους από τον Heinz-Joachim Freund, δικηγόρο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

στην υπόθεση T-148/94,

Preussag Stahl AG, εταιρία γερμανικού δικαίου, με έδρα το Salzgitter (Γερμανία), εκροσωπούμενη από τους Horst Satzky, Bernhard M. Maassen, Martin Heidenhainκαι Constantin Frick, δικηγόρους Βρέμης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο René Faltz, 6, rue Heine,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τους Julian Currall και Norbert Lorenz, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και από τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, και, στη συνέχεια, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Currall, επικουρουμένους από τον Heinz-Joachim Freund, δικηγόρο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

στην υπόθεση T-151/94,

British Steel plc, εταιρία αγγλικού δικαίου, με έδρα το Λονδίνο, εκπροσωπούμενη από τους Philip G. H. Collins και John E. Pheasant, solicitors, Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Marc Loesch, 11, rue Goethe,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τον Julian Currall, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, και, στη συνέχεια, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Curall, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

στην υπόθεση T-156/94,

Siderúrgica Aristrain Madrid, SL, εταιρία ισπανικού δικαίου, με έδρα τη Μαδρίτη, εκπροσωπούμενη από τους Antonio Creus Carreras και Xavier Ruiz Calzado, δικηγόρους Βαρκελώνης,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τους Julian Currall και Francisco Enrique González Díaz, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και από τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, και, στη συνέχεια, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Currall, επικουρουμένους από τον Ricardo Garcia Vicente, δικηγόρο Μαδρίτης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

και στην υπόθεση T-157/94,

Empresa Nacional Siderúrgica, SA (Ensidesa), εταιρία ισπανικού δικαίου, με έδρα την Avilés (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τους Santiago Martinez Lage και Jaime Perez-Bustamante Köster, δικηγόρους Μαδρίτης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Aloyse May, 31, Grand-rue,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης, αρχικώς, από τους Julian Currall και Francisco Enrique González Díaz, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και από τον Géraud de Bergues, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, και, στη συνέχεια, από τον Jean-Louis Dewost, γενικό διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Julian Currall, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως κύριο αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως 94/215/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφάρμοσαν Ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα (ΕΕ L 116, σ. 1),

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

(δεύτερο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους Α. Καλογερόπουλο, Πρόεδρο, C. P. Briët, C. W. Bellamy, A. Potocki και J. Pirrung, δικαστές,

γραμματέας: H. Jung

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1.
    Το Πρωτοδικείο (δεύτερο πενταμελές τμήμα), με διάταξη που εξέδωσε στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων στις 19 Ιουνίου 1996 (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-537, στο εξής: διάταξη της 19ης Ιουνίου 1996), επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί των αιτήσεων των προσφευγουσών για πρόσβαση στα έγγραφα του φακέλου που διαβίβασε η καθής στο Πρωτοδικείο (στο εξής: διαβιβασθείς στο Πρωτοδικείο φάκελος) δυνάμει του άρθρου 23 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού (ΕΚΑΧ) του Δικαστηρίου, τα οποία η καθής χαρακτήρισε ως «εσωτερικά», καθώς και επί των αιτήσεών τους για την προσκόμιση εγγράφων που δεν περιλαμβάνονται στον εν λόγω φάκελο, διατάσσοντας συγχρόνως την καθής να διευκρινίσει, κατά τρόπο λεπτομερή και συγκεκριμένο, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι ορισμένα από τα έγγραφα που αποτελούν τον φάκελο αυτό και έχουν χαρακτηρισθεί απ' αυτήν ως «εσωτερικά» δεν μπορούν, κατ' αυτήν, να γνωστοποιηθούν στις προσφεύγουσες.

2.
    Η καθής απάντησε στο Πρωτοδικείο με έγγραφα της 11ης Σεπτεμβρίου 1996 (στην υπόθεση Τ-151/94, στο εξής: υπόθεση British Steel), της 12ης Σεπτεμβρίου 1996 (στις υποθέσεις Τ-137/94, στο εξής: υπόθεση ARBED, T-138/94, στο εξής: υπόθεση Cockerill-Sambre, T-145/94, στο εξής: υπόθεση Unimétal, T-156/94, στο εξής: υπόθεση Aristrain, και Τ-157/94, στο εξής: υπόθεση Ensidesa) και της 13ης Σεπτεμβρίου 1996 (στις υποθέσεις Τ-134/94, στο εξής: υπόθεση ΝΜΗ, Τ-136/94, στο εξής: υπόθεση Eurofer, T-141/94, στο εξής: υπόθεση Thyssen, T-147/94, στο εξής: υπόθεση Krupp Hoesch και Τ-148/94, στο εξής: υπόθεση Preussag).

3.
    Με τα ίδια αυτά έγγραφα η καθής, «ενόψει της σπουδαιότητας που προσδίδει στο υπό κρίση ζήτημα», πρότεινε την παραπομπή των υπό κρίση υποθέσεων στην ολομέλεια του Πρωτοδικείου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του Κανονισμού Διαδικασίας. Οι προσφεύγουσες, κληθείσες να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των αιτήσεων αυτών, απάντησαν με έγγραφα που κατέθεσαν μεταξύ της 1ης και της 24ης Οκτωβρίου 1996. Οι προσφεύγουσες στις υποθέσεις NMH, ARBED, Cockerill-Sambre, Preussag, British Steel και Ensidesa αντιτάχθηκαν στην παραπομπή αυτή. Υποστηρίζουν κατ' ουσίαν ότι δεν δικαιολογείται πλέον στοπαρόν στάδιο της διαδικασίας και ότι η αίτηση της καθής σκοπεί μόνο στην αμφισβήτηση της ορθότητας της διατάξεως της 19ης Ιουνίου 1996.

4.
    Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, με έγγραφο του Γραμματέα της 30ής Μαρτίου 1995, το Πρωτοδικείο (τρίτο πενταμελές τμήμα) κάλεσε τους διαδίκους να υποβάλουν γραπτώς τις παρατηρήσεις τους επί του ζητήματος της συνεκδικάσεως των υπό κρίση υποθέσεων προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και μόνο. Ενόψει των προβλημάτων που θα μπορούσε να δημιουργήσει η συνεκδίκαση μιας σειράς υποθέσεων με τέσσερις διαφορετικές γλώσσες διαδικασίας, το Πρωτοδικείο ζήτησε επίσης από τις προσφεύγουσες να επιβεβαιώσουν τη συγκατάθεσή τους για την εφαρμογή, σε περίπτωση συνεκδικάσεως, των ακολούθων ειδικοτέρων διαδικαστικών κανόνων:

«-    οι προσφεύγουσες θα μπορούν να συμβουλεύονται στη Γραμματεία τα πρωτότυπα έγγραφα των δικογραφιών όλων των υποθέσεων, δηλαδή τα ανταλλαγέντα υπομνήματα και τα παραρτήματά τους, αλλά το Πρωτοδικείο δεν θα τους χορηγεί αντίγραφο των εγγράφων αυτών και δεν θα γίνεται με μέριμνα του Πρωτοδικείου μετάφραση των υπομνημάτων ή των παραρτημάτων στις λοιπές γλώσσες διαδικασίας·

-    σε κάθε προσφεύγουσα θα γνωστοποιούνται η έκθεση ακροατηρίου που αφορά την υπόθεσή της στη γλώσσα διαδικασίας της και οι εκθέσεις ακροατηρίου που αφορούν όλες τις άλλες υποθέσεις στις γλώσσες στις οποίες θα είναι διαθέσιμη κάθε έκθεση ακροατηρίου, δηλαδή στη γαλλική και στη γλώσσα διαδικασίας της οικείας υποθέσεως».

5.
    Με τις απαντήσεις τους στο έγγραφο του Πρωτοδικείου της 30ής Μαρτίου 1995, δέκα από τις έντεκα προσφεύγουσες και η καθής δήλωσαν ότι κατ' αρχήν συμφωνούν ως προς τη συνεκδίκαση των υπό κρίση υποθέσεων προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και μόνον, καθώς και ως προς τους ειδικότερους κανόνες μελέτης της δικογραφίας και γνωστοποιήσεως των εκθέσεων ακροατηρίου, οι οποίοι εκτίθενται στη σκέψη 4 ανωτέρω.

6.
    Ωστόσο, η προσφεύγουσα στην υπόθεση ΝΜΗ (στο εξής: ΝΜΗ) ισχυρίστηκε ότι η συνεκδίκαση όλων των υποθέσεων με σκοπό τη διεξαγωγή κοινής προφορικής διαδικασίας είναι εις βάρος της, δεδομένου ότι σ' αυτήν προσάπτεται αποκλειστικώς και μόνο μία παράβαση, δηλαδή η ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών στο πλαίσιο της commission poutrelles (επιτροπής δοκών χάλυβα) και της Walzstahl-Vereinigung. Η ΝΜΗ φρονεί ότι, σε περίπτωση συνεκδικάσεως προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας αυτής, που θα μπορούσε να διαρκέσει πολλές ημέρες, ακόμη και πολλές εβδομάδες κατ' αυτήν, θα επικεντρωθεί σε παραβάσεις που δεν την αφορούν και ότι δεν μπορεί να αναμένεται απ' αυτή να φέρει τις εντεύθεν δαπάνες για αμοιβές δικηγόρων.

Επί του αιτήματος παραπομπής των υπό κρίση υποθέσεων στην ολομέλεια του Πρωτοδικείου

7.
    Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 14, πρώτο εδάφιο, και 51, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι, οσάκις δικαιολογείται από τη νομική δυσκολία ή τη σημασία της υποθέσεως ή από ιδιαίτερες περιστάσεις, το τμήμα ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, να προτείνει στην ολομέλεια του Πρωτοδικείου την παραπομπή της υποθέσεως σ' αυτήν ή σε τμήμα συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών.

8.
    Εν προκειμένω, δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής των διατάξεων αυτών στο παρόν στάδιο της διαδικασίας.

9.
    Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο (δεύτερο πενταμελές τμήμα) αποφάνθηκε ήδη, με τη διάταξη της 19ης Ιουνίου 1996 (βλ., ιδίως, τις σκέψεις 11 έως 15 και 67 έως 74), επί των ζητημάτων αρχής που θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να δικαιολογήσουν, λόγω της νομικής τους δυσκολίας ή της ιδιαίτερης σημασίας τους, μια πρόταση παραπομπής στην ολομέλεια του Πρωτοδικείου, χωρίς η καθής να κρίνει σκόπιμο στο στάδιο εκείνο να υποβάλει αίτηση δυνάμει των άρθρων 14 και 51 του Κανονισμού Διαδικασίας. Τα ζητήματα επί των οποίων πρέπει ακόμη να αποφανθεί το Πρωτοδικείο εμπίπτουν, κατόπιν της συμμορφώσεως της καθής προς το σημείο 3 του διατακτικού της διατάξεως της 19ης Ιουνίου 1996, στην απλή εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση των αρχών που διατυπώνονται στην εν λόγω διάταξη και, ιδίως, στη στάθμιση, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της παρούσας υποθέσεως και υπό το πρίσμα των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων των διαδίκων, μεταξύ των επιταγών, αφενός, της αρχής της αποτελεσματικότητας της διοικητικής δράσεως και, αφετέρου, της αρχής του δικαστικού ελέγχου των πράξεων της διοικήσεως, τούτο δε στο πλαίσιο του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως που διέπει τη διαδικασία (βλ. τη διάταξη της 19ης Ιουνίου 1996, σκέψη 74). Υπό τις συνθήκες αυτές, η παραπομπή στην ολομέλεια του Πρωτοδικείου δεν φαίνεται δικαιολογημένη.

Επί της συνεκδικάσεως των υπό κρίση υποθέσεων

10.
    Κατά το άρθρο 50 του Κανονισμού Διαδικασίας, «ο Πρόεδρος, αφού ακούσει τους διαδίκους και τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να διατάξει τη συνεκδίκαση, λόγω συναφείας, περισσοτέρων υποθέσεων που αφορούν το ίδιο αντικείμενο, προς διευκόλυνση της έγγραφης ή της προφορικής διαδικασίας ή προς έκδοση κοινής αποφάσεως που τερματίζει τη δίκη. Μπορεί πάντως να διατάξει εκ νέου τον χωρισμό».

11.
    Εν προκειμένω, πρέπει, χάριν της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να συνεκδικαστούν οι παρούσες υποθέσεις, οι οποίες είναι συναφείς ως προς το αντικείμενό τους, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και όσον αφοράτα αποδεικτικά μέσα ή τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, τα οποία σκοπούν στη διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής υπό τις καλύτερες συνθήκες, εξυπακούεται δε ότι θα εφαρμοστούν οι ειδικότεροι διαδικαστικοί κανόνες που εκτίθενται στη σκέψη 4 ανωτέρω.

12.
    ´Οσον αφορά τις αντιρρήσεις που προβάλλει η ΝΜΗ, το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί επαρκώς, ενδεχομένως, με ειδικά μέτρα οργανώσεως της προφορικής διαδικασίας που θα λάβει στη συνέχεια το Πρωτοδικείο.

Επί των αιτήσεων των προσφευγουσών για πρόσβαση στα εσωτερικά έγγραφα της καθής

Επιχειρήματα των διαδίκων

13.
    Τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι προσφεύγουσες προς στήριξη της αιτήσεώς τους για πρόσβαση στα εσωτερικά έγγραφα της καθής συνοψίζονται στις σκέψεις 49 έως 63 της διατάξεως της 19ης Ιουνίου 1996. Υπενθυμίζεται ιδίως ότι, με την απάντησή τους στο έγγραφο του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1995 (25ης Ιουλίου 1995 για την υπόθεση Τ-151/94· βλ. τη διάταξη της 19ης Ιουνίου 1996, σκέψη 8), εννέα από τις έντεκα προσφεύγουσες υπέδειξαν, αναφερόμενες στον κατάλογο εσωτερικών εγγράφων που παρέσχε η Επιτροπή, τα περιλαμβανόμενα στον κατάλογο αυτό έγγραφα τα οποία έχουν κατά τη γνώμη τους ιδιαίτερη σημασία και των οποίων τη γνωστοποίηση ζητούν, στηριζόμενες όχι μόνο στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, αλλά και στη νομολογία του Πρωτοδικείου στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ, ιδίως δε στις αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-30/91, Solvay κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1775), και Τ-36/91, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1847). Οι εν λόγω προσφεύγουσες έχουν, στην πλειονότητά τους, ρητώς αιτιολογήσει την αίτησή τους γνωστοποιήσεως των εγγράφων αυτών, αναφερόμενες είτε στους διαφόρους λόγους ακυρώσεως που επικαλούνται προς στήριξη της προσφυγής τους είτε σε ορισμένες νέες σκέψεις που αντλούν από την ανάγνωση του καταλόγου των εγγράφων του εσωτερικού φακέλου της Επιτροπής, ο οποίος τους γνωστοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης (βλ. τη διάταξη της 19ης Ιουνίου 1996, σκέψη 63). Η αίτηση αυτή αφορά, ειδικότερα, τα έγγραφα που είναι σχετικά με:

α)    την ενδεχόμενη συμμετοχή ορισμένων υπαλλήλων της Γενικής Διευθύνσεως Βιομηχανίας (ΓΔ ΙΙΙ), ακόμα δε και άλλων γενικών διευθύνσεων της Επιτροπής, στη θέσπιση και διαχείριση ορισμένων μηχανισμών που χαρακτηρίστηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή την απόφαση 94/215/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφάρμοσαν Ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα (ΕΕ L 116, σ. 1, στο εξής: απόφαση της Επιτροπής), ως συμφωνίες ή πρακτικές περιοριστικές του ανταγωνισμού, ειδικότερα δε στις «ανταλλαγές εμπιστευτικών πληροφοριών» και στην«εναρμόνιση των προσθέτων στοιχείων» ή, τουλάχιστον, τη γνώση την οποία αυτοί είχαν ή όφειλαν να έχουν λάβει συναφώς, κατά την άποψη των οκτώ από τις έντεκα προσφεύγουσες· τα έγγραφα αυτά είναι ουσιώδη ιδίως υπό το πρίσμα των λόγων ακυρώσεως ή των επιχειρημάτων που αντλούν οκτώ από τις έντεκα προσφεύγουσες από την παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, την παραβίαση των γενικών αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφαλείας δικαίου και της απαγορεύσεως επικλήσεως των ιδίων πταισμάτων (βλ. το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως ARBED, σ. 5, 12, 44 έως 56, 60, 65 και 66· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Cockerill-Sambre, σ. 5, 7, 37 έως 47, 51, 57 και 58· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Thyssen, σημεία 46 έως 54 και 89 έως 92· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Unimétal, σ. 43 έως 52 και 60 έως 61· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Preussag, σημεία 367 έως 397, 482, 484 και 485· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως British Steel, σημεία 89 έως 137 και τρίτος, έκτος, δωδέκατος και εικοστός τέταρτος λόγος ακυρώσεως· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Aristrain, έβδομος λόγος ακυρώσεως και σημείο 273· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Ensidesa, σημείο 68· τις παρατηρήσεις των προσφευγουσών των υποθέσεων ARBED, Cockerill-Sambre, Thyssen, Unimétal, Preussag, British Steel, Aristrain και Ensidesa ως απάντηση στο έγγραφο του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1995· για την εναρμόνιση των προσθέτων στοιχείων, βλ. ειδικότερα το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως ARBED, σ. 22 και 23· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Cockerill-Sambre, σ. 15 και 16· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως British Steel, ενδέκατος λόγος ακυρώσεως)·

β)    την εσωτερική έρευνα επί του ζητήματος αυτού που διενεργήθηκε από τον σύμβουλο επί των ακροάσεων κατόπιν της διοικητικής ακροάσεως της 11ης, 12ης, 13ης και 14ης Ιανουαρίου 1993 (βλ. σημείο 312 της αποφάσεως της Επιτροπής)· τα έγγραφα αυτά είναι ουσιώδη ιδίως υπό το πρίσμα των λόγων ακυρώσεως ή επιχειρημάτων που αντλούνται από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά τη διάρκεια της διοικητικής έρευνας (βλ. δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Thyssen, σημεία 21 έως 28· δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Unimétal, σ. 13 έως 15· δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Preussag, σημεία 501 έως 506· δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως British Steel, πέμπτος λόγος ακυρώσεως· παρατηρήσεις της προσφεύγουσας της υποθέσεως British Steel ως απάντηση στο έγγραφο του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1995)·

γ)    τις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ή των Σκανδιναβών παραγωγών δοκών χάλυβα, που θα μπορούσαν να είναι διαφωτιστικές ως προς τους λόγους για τους οποίους οι τελευταίοι αυτοί απέφυγαν, σε σημαντικό βαθμό, τις αυστηρές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στις προσφεύγουσες, και τούτο μολονότι η απόφαση δέχθηκε τη συμμετοχήτους σε μία τουλάχιστον από τις προβαλλόμενες παραβάσεις· συναφώς, ορισμένες προσφεύγουσες παρέπεμψαν σε δηλώσεις που έγιναν ενώπιον του συμβούλου επί των ακροάσεων από ορισμένες σκανδιναβικές επιχειρήσεις, δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες οι επιχειρήσεις αυτές ενθαρρύνθηκαν από την κυβέρνηση της χώρας τους καθώς και από τη Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων (ΓΔ Ι) να μετάσχουν στις συναντήσεις του ομίλου Eurofer/Scandinavia (βλ., επίσης, τη σκέψη 43 της διατάξεως της 19ης Ιουνίου 1996)· εκτός των λόγων που έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω όσον αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής γνώση των πρακτικών που επικρίνονται με την απόφαση, τα έγγραφα αυτά είναι ουσιώδη και υπό το πρίσμα των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που αντλούν οι προσφεύγουσες από την παραβίαση της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (βλ. το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Aristrain, ένατος λόγος ακυρώσεως, σημεία 369 έως 371· τις παρατηρήσεις των προσφευγουσών των υποθέσεων ARBED, Cockerill-Sambre, Thyssen, Unimétal και Preussag ως απάντηση στο έγγραφο του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1995)·

δ)    την εκ μέρους της Επιτροπής ανάλυση των οικονομικών αποτελεσμάτων των παραβάσεων· τα έγγραφα αυτά είναι ουσιώδη ιδίως υπό το πρίσμα των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 65 της Συνθήκης, λόγω της ελλείψεως επαρκούς αναλύσεως των αποτελεσμάτων αυτών (βλ. το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Preussag, σημείο 619· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως British Steel, δεύτερος, έβδομος και δέκατος έβδομος λόγος ακυρώσεως· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Aristrain, όγδοος λόγος ακυρώσεως· τις παρατηρήσεις των προσφευγουσών των υποθέσεων British Steel και Aristrain ως απάντηση στο έγγραφο του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1995)·

ε)    τις περιστάσεις βάσει των οποίων η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση και προσδιόρισε το γενικό ύψος του ποσού των επιβληθέντων στις προσφεύγουσες προστίμων· τα έγγραφα αυτά είναι ουσιώδη ιδίως υπό το πρίσμα των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που αντλούνται από την καταστρατήγηση διαδικασίας ή την κατάχρηση εξουσίας (βλ. το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Thyssen, σημείο 145· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Unimétal, σ. 53 και 54· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως British Steel, εικοστός έβδομος λόγος ακυρώσεως· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Aristrain, σημεία 49 έως 51 και πέμπτος λόγος ακυρώσεως, σημεία 155 έως 172· τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας της υποθέσεως Aristrain ως απάντηση στο έγγραφο του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1995)·

στ)    τον τρόπο υπολογισμού των επιβληθέντων στις διάφορες επιχειρήσεις προστίμων· τα έγγραφα αυτά είναι ουσιώδη ιδίως υπό το πρίσμα τωνλόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης, την παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας (βλ. το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως ΝΜΗ, σ. 45 έως 47· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Thyssen, σημείο 140· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Unimétal, σ. 56 και 58 έως 60· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Preussag, σημεία 614 έως 619· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως British Steel, δέκατος έκτος έως εικοστός έβδομος λόγος ακυρώσεως· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Aristrain, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος λόγος ακυρώσεως· το δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως Ensidesa, σ. 53 έως 59· τις παρατηρήσεις των προσφευγουσών των υποθέσεων Thyssen, Unimétal, Krupp Hoesch, Preussag, British Steel, Ensidesa και Aristrain ως απάντηση στο έγγραφο του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1995)·

ζ)    τη φάση της εκ μέρους της καθής τελικής εγκρίσεως του κειμένου της αποφάσεως στις διάφορες γλώσσες και την τυχόν παράβαση ουσιώδους τύπου, στην οποία αυτή υπέπεσε συναφώς και ως προς την οποία οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι έχουν επισημάνει ορισμένες ενδείξεις βάσει της αναγνώσεως του καταλόγου των εγγράφων του εσωτερικού φακέλου της καθής (βλ. τις παρατηρήσεις των προσφευγουσών των υποθέσεων ARBED, Cockerill-Sambre, Thyssen, Unimétal, Krupp Hoesch, Preussag, και British Steel ως απάντηση στο έγγραφο του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1995).

14.
    Η καθής, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ως απάντηση στο σημείο 3 του διατακτικού της διατάξεως της 19ης Ιουνίου 1996, αναπτύσσει την αρχική της θέση (βλ. σκέψεις 47 και 48 της εν λόγω διατάξεως) και ισχυρίζεται ότι η φύση όλων σχεδόν των εγγράφων που χαρακτηρίστηκαν ως «εσωτερικά» (στο εξής: εσωτερικά έγγραφα), τα οποία συγκαταλέγονται μεταξύ των εγγράφων που αποτελούν τον διαβιβασθέντα στο Πρωτοδικείο φάκελο, είναι τέτοια ώστε η γνωστοποίησή τους στις προσφεύγουσες θα έθιγε την εύρυθμη λειτουργία της ολομελείας της Επιτροπής και των υπηρεσιών της και, επομένως, δεν πρέπει να επιτραπεί.

15.
    ´Οσον αφορά τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν στις προσφεύγουσες, η καθής υπογραμμίζει κατ' αρχάς ότι το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου αφορά τις υποχρεώσεις της Επιτροπής έναντι του κοινοτικού δικαστή και όχι το αυτοτελές ζήτημα περί του ποια είναι τα έγγραφα η πρόσβαση στα οποία πρέπει να επιτραπεί στους διαδίκους. Συναφώς, κατά την καθής, δεν υπάρχει λόγος απομακρύνσεως από τη λύση που έχει υιοθετήσει η νομολογία στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ, η οποία, όπως υποστηρίζει η καθής, ισχύει κατ' αρχήν στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ. ´Ετσι, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής στο πλαίσιο των επιδίκων υποθέσεων, εκτός αν τοΠρωτοδικείο διατάξει τη γνωστοποίησή τους ως ειδικό μέτρο αποδείξεως, βάσει ουσιωδών ενδείξεων τις οποίες οι προσφεύγουσες οφείλουν να προσκομίσουν και χωρίς να πρέπει να αποδείξει η Επιτροπή τον εμπιστευτικό χαρακτήρα εκάστου εγγράφου.

16.
    Ειδικότερα, η καθής διατυπώνει τριών ειδών σκέψεις προς στήριξη της θέσεώς της επί του ζητήματος αρχής.

17.
    Πρώτον, η καθής αναφέρεται στο συμφέρον της χρηστής διοικήσεως και της εύρυθμης λειτουργίας των κοινοτικών οργάνων.

18.
    Αφενός, η καθής υπογραμμίζει ότι ο συλλογικός χαρακτήρας των εργασιών και των διαβουλεύσεων της ολομελείας της Επιτροπής προβλέπεται από τις Συνθήκες. Η εμπιστευτικότητα αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την αρχή της συλλογικής ευθύνης.

19.
    Αφετέρου, η καθής εμμένει στην αναγκαία αποτελεσματικότητα της διοικητικής δράσεως. Κάθε διοικητική απόφαση πρέπει να μπορεί να στηρίζεται σε προπαρασκευαστικά εσωτερικά έγγραφα ελευθέρως καταρτιζόμενα από τους υπαλλήλους, καθώς και σε ελεύθερες διαβουλεύσεις μεταξύ των μελών της Επιτροπής και των υπηρεσιών τους, μεταξύ υπηρεσιών και εντός της ίδιας υπηρεσίας. Για να μπορούν οι υπάλληλοι να παρέχουν χρήσιμες συμβουλές στο κοινοτικό όργανο στο οποίο οφείλουν να υπηρετούν (βλ. τα άρθρα 11 και 21, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), απαιτείται πλήρης ελευθερία εκφράσεως εντός του οργάνου αυτού, ελευθερία η οποία δεν μπορεί να υπάρχει, κατά την καθής, παρά μόνον αν τα έγγραφα στα οποία έχουν διατυπώσει τις γνώμες τους δεν αποτελούν αντικείμενο μεταγενέστερης γνωστοποιήσεως σε τρίτους. Επιπλέον, η Επιτροπή ζητεί να παρασχεθεί απόλυτη προστασία στα εσωτερικά έγγραφα που ενδιαφέρουν, αφενός, τη Νομική Υπηρεσία, λόγω αυτού που η καθής χαρακτηρίζει ως «legal professional privilege» (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 1982, 155/79, AM & S Europe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1575, σκέψεις 18 επ.), και, αφετέρου, τον σύμβουλο επί των ακροάσεων, λόγω της ανεξαρτησίας του λειτουργήματός του.

20.
    Δεύτερον, η καθής επικαλείται το συμφέρον της αποτελεσματικής πατάξεως των συμπράξεων.

21.
    Κατ' αρχάς, η εμπιστευτικότητα των εσωτερικών εγγράφων διασφαλίζει την ειλικρίνεια και την εμπιστοσύνη στις επαφές μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών που είναι επιφορτισμένες με τις υποθέσεις ανταγωνισμού.

22.
    Εξάλλου, η εμπιστευτικότητα διασφαλίζει την προστασία των πηγών πληροφοριών της Επιτροπής (βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Νοεμβρίου 1985, 145/83, Adams κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 3539, και την απόφαση τουΠρωτοδικείου της 1ης Απριλίου 1993, Τ-65/89, BPB industries και British Gypsum κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-389, σκέψεις 30 επ.).

23.
    Η εμπιστευτικότητα εξυπηρετεί επίσης την αποτροπή. Η καθής ισχυρίζεται ότι οι επιχειρήσεις δεν πρέπει να γνωρίζουν τι προκαλεί την έναρξη της έρευνας, ούτε πώς αυτή διενεργείται, ούτε να μπορούν να πληροφορηθούν εκ των υστέρων την πορεία της και ότι, επιπλέον, δεν πρέπει να γνωρίζουν τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό των προστίμων, ειδάλλως θα μπορούν να καταρτίσουν ισολογισμό «cost/benefit» (βλ. τις προτάσεις του δικαστή Bo Vesterdorf, ασκούντος καθήκοντα γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου της 24ης Οκτωβρίου 1991, Τ-1/89, Rhône-Poulenc κατά Επιτροπής, η λεγόμενη απόφαση «πολυπροπυλενίου», Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-867, 869, 1027).

24.
    Τέλος, η καθής ισχυρίζεται ότι η ίδια και οι επιχειρήσεις (οι δικηγόροι τους, τα ανώτερα και διευθυντικά στελέχη τους) πρέπει να μπορούν να διαπραγματεύονται ελεύθερα και εμπιστευτικά την εξώδικη διευθέτηση ορισμένων εν δυνάμει ή πράγματι επιδίκων ζητημάτων («without prejudice» talks).

25.
    Τρίτον, η καθής αναφέρεται στη φύση και το αντικείμενο του δικαστικού ελέγχου των πράξεων της διοικήσεως. Κατ' αυτήν, ο κοινοτικός δικαστής πρέπει να ασκεί τον έλεγχό του μόνον επί της τελικής διοικητικής πράξεως και όχι επί των σχεδίων ή των προπαρασκευαστικών εγγράφων. Επομένως, οτιδήποτε χρησιμεύει στην προετοιμασία μιας αποφάσεως πρέπει κατ' αρχήν να θεωρείται ως αλυσιτελές για τον δικαστικό έλεγχο (βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Δεκεμβρίου 1992, T-10/92, T-11/92, T-12/92 και T-15/92, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2667, σκέψη 47). Ειδικότερα, η γνώμη ενός απλού υπαλλήλου δεν μπορεί να συγχέεται με την πράξη της διοικήσεως. Επομένως, από πλευράς της προσβάσεως στον φάκελο, το μόνο ζήτημα έγκειται στο αν η τελική απόφαση θα ήταν διαφορετική αν η επιχείρηση είχε υπάρξει σε θέση να λάβει γνώση των εγγράφων στα οποία δεν είχε πρόσβαση.

26.
    Τέλος, η καθής ισχυρίζεται ότι τα «έγγραφα τα σχετικά με την υπόθεση» που φέρεται ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπό την έννοια του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, καθορίζονται βάσει των αιτημάτων του δικογράφου της προσφυγής που, κατά το άρθρο 22 του ιδίου Οργανισμού, προσδιορίζει το αντικείμενο της διαφοράς. Πράγματι, το άρθρο 23 έχει ως σκοπό να παράσχει στον δικαστή τη δυνατότητα να ενημερωθεί πλήρως για τα εριζόμενα ζητήματα που προβάλλουν οι διάδικοι και όχι να επιτρέψει την απεριόριστη επέκταση του αντικειμένου της υποθέσεως. Συνεπώς, πρέπει να γίνεται ανάλυση του κατά πόσον τα έγγραφα από τα οποία αποτελείται ο φάκελος της Επιτροπής είναι ουσιώδη για την επίλυση των ζητημάτων που τίθενται στην κρίση του κοινοτικού δικαστή, προτού επιτραπεί στους διαδίκους η πρόσβαση στα έγγραφα αυτά. Από πλευράς του βάρους αποδείξεως, οι διάδικοι οφείλουν να αποδεικνύουν, βάσει σοβαρών ενδείξεων, ότι ένα εσωτερικό έγγραφο είναι ουσιώδες για την επίλυση ενός ζητήματος που έχει υποβληθεί στην κρίση του δικαστή.

27.
    Συνεπώς, εν προκειμένω, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να διαβιβάσει στο Πρωτοδικείο μόνον τα έγγραφα που αφορούσαν τις αιτιάσεις που πράγματι υπέβαλαν οι προσφεύγουσες, ήτοι, κατ' ουσίαν τα έγγραφα που αφορούσαν το υποστατό των πραγματικών περιστατικών τα οποία θεωρήθηκαν με την απόφαση της Επιτροπής ως συνιστώντα παραβάσεις του άρθρου 65 της Συνθήκης. Το περιεχόμενο των επιμάχων εν προκειμένω εσωτερικών εγγράφων δεν αφορά τα κατ' αυτόν τον τρόπο εγερθέντα ζητήματα.

28.
    Η καθής επισυνάπτει στο παράρτημα Α των παρατηρήσεών της κατάλογο στον οποίο απαριθμούνται τα εσωτερικά έγγραφα τα οποία αφορούν ειδικότερα οι παρατηρήσεις αυτές. Πρόκειται για τα έγγραφα που φέρουν τους αριθμούς 3784 a έως 3980, 4158 έως 4189, 4190, 4200 έως 4243, 4298 έως 4306, 4315 έως 4349, 4352 έως 4374, 4381 έως 4384, 4402, 4472 a έως 4509, 4512, 4524 έως 4527, 4530 έως 4539, 4544 έως 4678, 4688 έως 4790, 4816 a έως 4820, 4855 έως 4859, 4868, 4870 a έως 4870 c, 4894 έως 4922 j, 4931, 4937 και 4938, 5003, 5007, 5052, 5317, 5380, 5516, 5528, 5590, 5609, 5622, 5659, 5714, 5724, 5763 έως 5766, 5778, 5817, 5915, 6029 έως 6031, 7032, 7056, 7071, 7153 έως 7162, 7172 έως 7173, 7458 έως 7460, 7468 και 7469, 7474 έως 7487, 7998, 8007, 8207 έως 8211, 8421 και 8422, 9329, 9646 a έως 9646 d, 9648 έως 9759, 9769 έως 9827, 9830 έως 10143, 10215 έως 10355, 10357 έως 10469, 10472 έως 10485 και 10487 έως 10563 του διαβιβασθέντος στο Πρωτοδικείο φακέλου.

29.
    Η καθής επισυνάπτει επίσης ως παράρτημα Β των παρατηρήσεών της κατάλογο στον οποίο απαριθμούνται τα έγγραφα τα οποία, μολονότι η καθής δεν χαρακτήρισε ως «εσωτερικά», παρά ταύτα, κατ' αυτήν, συντρέχει λόγος να τύχουν προστασίας ανάλογης προς αυτήν που παρέχεται στα εσωτερικά της έγγραφα. Πρόκειται για τα έγγραφα που φέρουν τους αριθμούς 4307 έως 4314, 4510, 4515, 4528 και 4529, 5044, 5684 a έως 5729 και 5751 έως 5762 του διαβιβασθέντος στο Πρωτοδικείο φακέλου.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

30.
    Το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου επιβάλλει στο καθού όργανο να διαβιβάζει στο κοινοτικό δικαστήριο «όλα τα έγγραφα τα σχετικά με την υπόθεση που φέρεται ενώπιόν του» και όχι μόνον τα έγγραφα που το ίδιο το όργανο κρίνει ως ουσιώδη υπό το πρίσμα των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που προβάλλουν οι διάδικοι.

31.
    Συνεπώς, εν προκειμένω, η καθής ήταν υποχρεωμένη να διαβιβάσει στο Πρωτοδικείο, όπως έπραξε άλλωστε, το σύνολο των εγγράφων που καταρτίστηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας που προηγήθηκε της εκδόσεως της αποφάσεώς της.

32.
    Ωστόσο, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, η έκταση του δικαιώματος προσβάσεως των προσφευγουσών στα έγγραφα που διαβιβάστηκαν κατά τον τρόπο αυτό στοΠρωτοδικείο αποτελεί αυτοτελές ζήτημα, όπως προκύπτει από τη διάταξη της 19ης Ιουνίου 1996. Πράγματι, το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου έχει ως σκοπό να παράσχει στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, και όχι να διασφαλίσει ανεπιφύλακτη και απεριόριστη πρόσβαση όλων των διαδίκων στον διοικητικό φάκελο.

33.
    Ομοίως, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, των σχετικών με την υπόθεση εγγράφων, τα οποία διαβιβάστηκαν στο Πρωτοδικείο δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, και, αφετέρου, του φακέλου της υποθέσεως, ο οποίος καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, των οδηγιών προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου, της 3ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 78, σ. 32), στον οποίο μπορούν να έχουν πρόσβαση οι διάδικοι υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 3, των εν λόγω οδηγιών και ο οποίος περιλαμβάνει τα έγγραφα που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την κρίση επί της υποθέσεως. Τα έγγραφα που διαβιβάζονται στο Πρωτοδικείο δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και δεν κατατίθενται στον φάκελο της υποθέσεως, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, των οδηγιών προς τον γραμματέα, παραμένουν εντελώς ξένα προς την ένδικη διαδικασία και δεν λαμβάνονται υπόψη από το Πρωτοδικείο για την κρίση επί της υποθέσεως.

34.
    Προκειμένου να κριθεί αν πρέπει, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, να κατατεθούν στον φάκελο της υποθέσεως τα χαρακτηρισθέντα από την Επιτροπή ως εσωτερικά έγγραφα, τα οποία έχουν διαβιβαστεί στο Πρωτοδικείο δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, πρέπει εν προκειμένω να γίνει διάκριση μεταξύ τριών κατηγοριών εγγράφων, δηλαδή:

-    των εγγράφων που αφορούν τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας και την κατάρτιση της αποφάσεως της Επιτροπής, μεταξύ Ιανουαρίου 1991 και Φεβρουαρίου 1994, περιλαμβανομένων των εγγράφων που αντηλλάγησαν στο πλαίσιο αυτό μεταξύ της Επιτροπής και των επιφορτισμένων με τις υποθέσεις ανταγωνισμού εθνικών αρχών·

-    των εγγράφων που αφορούν τις επαφές μεταξύ της ΓΔ ΙΙΙ και της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα κατά το χρονικό διάστημα που η Επιτροπή θεώρησε ως διάρκεια της παραβάσεως για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, δηλαδή από τον Ιούλιο του 1988 έως το τέλος του 1990·

-    των εγγράφων που αφορούν τις επαφές μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών σκανδιναβικών αρχών.

1. ´Εγγραφα που αφορούν τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας και την κατάρτιση της αποφάσεως, μεταξύ Ιανουαρίου 1991 και Φεβρουαρίου 1994

35.
    ´Οσον αφορά τα έγγραφα που αφορούν τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας και την κατάρτιση της αποφάσεως, πρέπει να υπομνηστεί, πρώτον, ότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, τέτοια εσωτερικά έγγραφα δεν γνωστοποιούνται στους προσφεύγοντες, εκτός αν το απαιτούν οι εξαιρετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, βάσει σοβαρών ενδείξεων τις οποίες αυτοί οφείλουν να προσκομίσουν (βλ. τη διάταξη του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 1986, 142/84 και 156/84, BAT και Reynolds κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1899, σκέψη 11, και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Οκτωβρίου 1994, Τ-35/92, Deere κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-957, σκέψη 31).

36.
    ´Οπως ορθώς προέβαλε η Επιτροπή, αυτός ο περιορισμός της προσβάσεως στα εσωτερικά έγγραφα δικαιολογείται από την ανάγκη διασφαλίσεως της εύρυθμης λειτουργίας του οικείου οργάνου στον τομέα της πατάξεως των παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης. Παρά τις διαφορές μεταξύ της Συνθήκης ΕΚΑΧ και της Συνθήκης ΕΚ, η μέριμνα αυτή είναι εξίσου ουσιώδης τόσο στο πλαίσιο της πρώτης όσο και στο πλαίσιο της δεύτερης (βλ. τη διάταξη του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 1954, 2/54, Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή). Τούτο ισχύει επίσης για τα έγγραφα που αντηλλάγησαν μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών στο πλαίσιο της επίμαχης διοικητικής διαδικασίας.

37.
    Δεύτερον, όπως έχει ήδη επισημάνει το Πρωτοδικείο, το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου δεν έχει ως σκοπό να επιτρέψει στους προσφεύγοντες να εκμεταλλεύονται κατά βούληση τους φακέλους του εμπλεκομένου κοινοτικού οργάνου, αλλά μόνο να βοηθήσει τον κοινοτικό δικαστή στην άσκηση του ελέγχου νομιμότητας της προσβαλλομένης πράξεως, θέτοντας στη διάθεσή του το σύνολο του διοικητικού φακέλου (βλ. σκέψη 32 ανωτέρω).

38.
    Τρίτον, πρέπει να υπομνηστεί ότι ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή ασκείται μόνον επί της τελικής διοικητικής πράξεως, δηλαδή, εν προκειμένω της αποφάσεως, και όχι επί των σχεδίων ή των προπαρασκευαστικών εγγράφων (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 47).

39.
    Τέλος, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι, αντί να επιτρέψει τη γνωστοποίηση των εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής στις προσφεύγουσες, μπορεί ενδεχομένως να καθορίσει όποια αποδεικτικά μέσα και/ή να λάβει όποια μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας κρίνει ενδεδειγμένα, δυνάμει των άρθρων 64 και 65 του Κανονισμού Διαδικασίας.

40.
    Σταθμίζοντας τα διάφορα επίμαχα συμφέροντα (βλ. τη διάταξη της 19ης Ιουνίου 1996, σκέψη 74), υπό το πρίσμα των προεκτεθεισών σκέψεων, το Πρωτοδικείο φρονεί ότι, κατ' αρχήν, τα εσωτερικά έγγραφα που αφορούν τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας και την κατάρτιση της αποφάσεως, τα οποία του διαβιβάστηκαν δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου,κατατίθενται κατ' εξαίρεση στον φάκελο της υποθέσεως και, έτσι, γνωστοποιούνται στις προσφεύγουσες, μόνον κατά το μέτρο που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι περιέχουν ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία ικανά να στηρίξουν τις ήδη προβληθείσες από τις προσφεύγουσες σοβαρές ενδείξεις ή αν είναι αναγκαία για να παράσχουν στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα, αν συντρέχει λόγος, να ελέγξει αυτεπαγγέλτως αν η Επιτροπή παρέβη τα καθήκοντα που της επιβάλλει η Συνθήκη.

41.
    Εξάλλου, το Πρωτοδικείο φρονεί ότι δεν υπάρχει λόγος να παραπεμφθεί σε άλλο σχηματισμό η κρίση επί των ζητημάτων που θέτει, εν προκειμένω, η εφαρμογή των προεκτεθεισών αρχών, όπως προτείνει η προσφεύγουσα της υποθέσεως Aristrain με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στις 26 Ιουνίου 1995. Πράγματι, στο τμήμα στο οποίο έχει ανατεθεί η υπόθεση εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικονομικών ενστάσεων που εγείρουν οι διάδικοι (βλ. άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας) και, ιδίως, επί των ζητημάτων που μπορεί να θέτει η μεταξύ των διαδίκων γνωστοποίηση απορρήτων ή εμπιστευτικών εγγράφων (βλ., κατ' αναλογία, το άρθρο 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όσον αφορά την παρέμβαση). Εν πάση περιπτώσει, το Πρωτοδικείο ουδόλως προδικάζει την ουσία της υποθέσεως, οσάκις λαμβάνει γνώση των εγγράφων που του διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και δεν τα περιλαμβάνει στον φάκελο της υποθέσεως λόγω του εμπιστευτικού τους χαρακτήρα, χωρίς να αποφαίνεται επί του βασίμου των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων των διαδίκων.

42.
    Ομοίως, δεν υπάρχει λόγος να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις ορισμένων προσφευγουσών (βλ. τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στις υποθέσεις Thyssen και Krupp Hoesch στις 15 Σεπτεμβρίου 1995 και αυτές που κατατέθηκαν στην υπόθεση Preussag στις 31 Μαΐου 1995), οι οποίες στηρίζονται κυρίως στο άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, των προπαρατεθεισών οδηγιών προς τον Γραμματέα και έχουν ως αντικείμενο να επιτραπεί τουλάχιστον στους δικηγόρους τους να λάβουν γνώση του συνόλου του διαβιβασθέντος στο Πρωτοδικείο φακέλου.

43.
    Πράγματι, αυτή η μελέτη του φακέλου θα έθιγε ωσαύτως τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των επιμάχων εσωτερικών εγγράφων. Το δε άρθρο 5, παράγραφος 3, των οδηγιών προς τον Γραμματέα δεν έχει εφαρμογή, κατά το μέτρο που τα εν λόγω έγγραφα αποκλείονται από τον φάκελο της υποθέσεως, δυνάμει του δικαιώματος που αναγνωρίζεται στο καθού κοινοτικό όργανο να ζητήσει από τον κοινοτικό δικαστή να μεταχειριστεί ως εμπιστευτικές ορισμένες πληροφορίες που το αφορούν και περιέχονται στα στοιχεία και στα έγγραφα του φακέλου τον οποίο το όργανο αυτό διαβίβασε στον κοινοτικό δικαστή, δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.

44.
    Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο έλαβε γνώση των εσωτερικών εγγράφων της καθής και των εγγράφων τα οποία, μολονότι η καθής δεν χαρακτήρισε ως «εσωτερικά», παρά ταύτα, κατ' αυτήν, συντρέχει λόγος να τύχουν προστασίαςανάλογης προς αυτήν των εσωτερικών της εγγράφων (βλ. σκέψη 29 ανωτέρω), υπό το πρίσμα των προμνησθεισών αρχών και σκέψεων και, ειδικότερα, ενόψει, αφενός, των λόγων ακυρώσεως και των πραγματικών ισχυρισμών των οποίων έγινε επίκληση προς στήριξη της προσφυγής, καθώς και των προσθέτων παρατηρήσεων των προσφευγουσών, και, αφετέρου, των συγκεκριμένων περιστάσεων τις οποίες επικαλέστηκε η Επιτροπή για να αντιταχθεί στη γνωστοποίηση των εσωτερικών της εγγράφων στις προσφεύγουσες.

45.
    Το Πρωτοδικείο, αφού στάθμισε τα διάφορα εμπλεκόμενα συμφέροντα, φρονεί, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, ότι κανένα από τα έγγραφα που αφορούν τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας και την κατάρτιση της αποφάσεως δεν ανταποκρίνεται στο κριτήριο που εκτίθεται στη σκέψη 40 ανωτέρω.

2. ´Εγγραφα που αφορούν τις επαφές μεταξύ της ΓΔ ΙΙΙ και της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα κατά το χρονικό διάστημα που η Επιτροπή θεώρησε ως διάρκεια της παραβάσεως για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων

46.
    Αντιθέτως προς τα εσωτερικά έγγραφα που αφορούν τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας και την κατάρτιση της αποφάσεως, ορισμένα από τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στο Πρωτοδικείο δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δηλαδή τα έγγραφα που φέρουν τους αριθμούς 9729, 9737, 9738 έως 9759, 9760, 9763, 9764, 9765, 9769 και 9770 του διοικητικού φακέλου, αφορούν τις συναντήσεις μεταξύ των υπαλλήλων της ΓΔ ΙΙΙ και των εκπροσώπων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα κατά το χρονικό διάστημα που η Επιτροπή θεώρησε ως διάρκεια της παραβάσεως για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων (μεταξύ Ιουλίου 1988 και τέλους του 1990), δηλαδή πριν από την έναρξη της διοικητικής διαδικασίας. Τα έγγραφα αυτά αφορούν άμεσα ορισμένους πραγματικούς ισχυρισμούς που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, δηλαδή, αφενός, ότι η ΓΔ ΙΙΙ είχε λάβει γνώση των επιμάχων παραβάσεων και/ή τις ανέχθηκε (βλ. σκέψη 13, στοιχείο α´, ανωτέρω) και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή δεν διεξήγαγε με κάθε απαιτούμενη επιμέλεια την εσωτερική έρευνα στην οποία αναφέρεται το σημείο 312 της αποφάσεώς της (βλ. σκέψη 13, στοιχείο β´, ανωτέρω).

47.
    Υπ' αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες, διαπιστώνεται ότι τα έγγραφα αυτά δεν αφορούν μόνον τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας και την κατάρτιση της αποφάσεως, αλλ' άπτονται άμεσα μιας πραγματικής πτυχής της υποθέσεως, δηλαδή της προβαλλομένης συμπεριφοράς της ίδιας της Επιτροπής έναντι των επιμάχων παραβάσεων, σε χρόνο προγενέστερο της διοικητικής διαδικασίας, ως προς την οποία πτυχή εξάλλου η καθής έλαβε θέση στο σημείο 312 της αποφάσεώς της. Εξάλλου, η Επιτροπή έχει ήδη προσκομίσει τα έγγραφα υπ' αριθ. 9738 έως 9740, καθώς και ένα άλλο εσωτερικό σημείωμα που αφορά το ίδιο αντικείμενο, ως παραρτήματα του υπομνήματος αντικρούσεως σε οκτώ από τις έντεκα υπό κρίση υποθέσεις.

48.
    Τα έγγραφα αυτά φαίνονται εκ πρώτης όψεως ουσιώδη όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς που καλείται να κρίνει το Πρωτοδικείο και, συνεπώς, πρέπει να κατατεθούν στον φάκελο της υποθέσεως.

3. ´Εγγραφα που αφορούν τις επαφές μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών σκανδιναβικών αρχών

49.
    Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι η ΓΔ Ι της Επιτροπής είχε ενθαρρύνει και/ή ανεχθεί τις συμφωνίες Eurofer/Scandinavia τις οποίες αφορούν, κυρίως, τα σημεία 284 έως 296 της αποφάσεως (βλ. σημείο 13, στοιχείο γ´, ανωτέρω), πρέπει να υπομνηστεί ότι τα έγγραφα που αφορούν τις επαφές μεταξύ της Επιτροπής και ορισμένων σκανδιναβικών εθνικών αρχών, τα οποία βρίσκονται στους υποφακέλους υπ' αριθ. 14, 16, 18 και 23 του διαβιβασθέντος στο Πρωτοδικείο φακέλου, δεν είναι ουσιώδη όσον αφορά τους ισχυρισμούς αυτούς.

50.
    Ειδικότερα, ως προς τον υποφάκελο υπ' αριθ. 14, μολονότι είναι αληθές ότι αυτός περιέχει ορισμένα κατασχεθέντα από τις νορβηγικές αρχές έγγραφα επιχειρήσεων, τα οποία δεν είναι εσωτερικά έγγραφα υπό τη στενή έννοια του όρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι εν λόγω νορβηγικές αρχές δεν εξουσιοδότησαν την Επιτροπή να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα αυτά στο πλαίσιο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της αποφάσεως και ότι η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς την άρνησή τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, και ενόψει των προσθέτων σκέψεων τις οποίες εξέθεσε η Επιτροπή (βλ. σκέψη 21 ανωτέρω), δεν συντρέχει λόγος να κατατεθούν τα εν λόγω έγγραφα στον φάκελο της υποθέσεως.

51.
    Ωστόσο, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι τα έγγραφα υπ' αριθ. 9730 και 9773 έως 9787 αφορούν άμεσα ορισμένες επαφές μεταξύ της ΓΔ Ι και των σκανδιναβικών αρχών, σε χρόνο προγενέστερο της ενάρξεως της διοικητικής διαδικασίας. Η ΓΔ Ι γνωστοποίησε τα έγγραφα αυτά στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (ΓΔ ΙV) στο πλαίσιο της εσωτερικής έρευνας που διενήργησε η Επιτροπή κατόπιν της ακροάσεως των εμπλεκομένων μερών. Συνεπώς, τα έγγραφα αυτά δεν αφορούν μόνον τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας και την κατάρτιση της αποφάσεως, αλλ' άπτονται άμεσα μιας πραγματικής πτυχής της υποθέσεως, δηλαδή της προβαλλομένης συμπεριφοράς της Επιτροπής όσον αφορά τις συμφωνίες Eurofer/Scandinavia, σε χρόνο προγενέστερο της διοικητικής διαδικασίας.

52.
    Μολονότι η Επιτροπή υποστηρίζει, στη σελίδα 23 των παρατηρήσεών της της 12ης Σεπτεμβρίου 1996, ότι τα έγγραφα αυτά δεν αντικρούουν τις προσαφθείσες κατηγορίες, το Πρωτοδικείο τα θεωρεί ως εκ πρώτης όψεως ουσιώδη όσον αφορά τα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων καλείται να αποφανθεί. Συνεπώς, τα εν λόγω έγγραφα πρέπει να κατατεθούν στη δικογραφία.

Επί των αποδεικτικών μέσων ή των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας τον καθορισμό των οποίων ζητούν οι προσφεύγουσες

Συνοπτική παράθεση των αιτήσεων των προσφευγουσών

53.
    Πρέπει να υπομνηστεί ότι πλείονες προσφεύγουσες προσάπτουν στην καθής ότι δεν διαβίβασε στο Πρωτοδικείο όλα τα έγγραφα που αφορούν τις υπό κρίση υποθέσεις, κατά παράβαση της υποχρεώσεως που υπέχει από το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, και ότι ορισμένες από τις προσφεύγουσες ζητούν ειδικώς να προσκομιστούν έγγραφα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον διαβιβασθέντα στο Πρωτοδικείο φάκελο και, ειδικότερα, εκθέσεις και εσωτερικά σημειώματα των υπαλλήλων της ΓΔ ΙΙΙ με θέμα τις επαφές τους με τους παραγωγούς δοκών χάλυβα και την πολιτική της Επιτροπής στον τομέα αυτό, κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η απόφαση, καθώς και τα πρακτικά της συνεδριάσεως της Επιτροπής της 16ης Φεβρουαρίου 1994 και τα έγγραφα που αφορούν την κύρωση του κειμένου της αποφάσεως στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις στις οποίες αυτό είναι αυθεντικό (βλ. τη διάταξη της 19ης Ιουνίου 1996, σκέψεις 64 έως 66· βλ. επίσης τις παρατηρήσεις των προσφευγουσών των υποθέσεων Unimétal, Krupp Hoesch, Preussag και Thyssen ως απάντηση στο έγγραφο του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1995). Το Πρωτοδικείο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί των αιτήσεων αυτών (βλ. το σημείο 4 του διατακτικού της διατάξεως της 19ης Ιουνίου 1996).

54.
    Εξάλλου, πλείονες προσφεύγουσες ζήτησαν με το δικόγραφο της προσφυγής τους από το Πρωτοδικείο να καθορίσει ορισμένα ειδικά αποδεικτικά μέσα.

55.
    ´Ετσι, η προσφεύγουσα της υποθέσεως Unimétal ζητεί από το Πρωτοδικείο να «διατάξει, βάσει των άρθρων 65 έως 67 του Κανονισμού Διαδικασίας, πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να καθοριστεί ποιος ακριβώς ήταν ο ρόλος της ΓΔ ΙΙΙ κατά το χρονικό διάστημα βάσει του οποίου η Επιτροπή υπολόγισε το πρόστιμο, δηλαδή μεταξύ 1ης Ιουλίου 1988 και 31ης Δεκεμβρίου 1990, και να εξετάσει εν ανάγκη κάθε μάρτυρα ο οποίος εμπλέκεται στα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά».

56.
    Η προσφεύγουσα της υποθέσεως Aristrain (στο εξής: Aristrain) αιτείται να ζητηθεί από την Επιτροπή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 44, παράγραφος 1, και 65 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, να διαβιβάσει στο Πρωτοδικείο τα εξής:

-    όλα τα εσωτερικά έγγραφα που χρησίμευσαν για τον υπολογισμό του προστίμου που της επιβλήθηκε, κατά το μέτρο που δεν έχουν ακόμη διαβιβαστεί δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου·

-    όλα τα έγγραφα που αφορούν τις επαφές που πραγματοποιήθηκαν για την αγορά της Aristrain από την British Steel, είτε τα έγγραφα αυτά βρίσκονται στην κατοχή της ομάδας εργασίας επί των συγκεντρώσεων είτε της ΓΔ ΙΙΙ είτε της ΓΔ IV·

-    όλα τα έγγραφα που έχει στη διάθεσή της, τα οποία περιέχουν ανάλυση των επιπτώσεων του άρθρου ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή ´Ενωση στις εσωτερικές διαδικασίες της Επιτροπής·

-    κατά το μέτρο που δεν το έχει ακόμη πράξει δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, τον φάκελο του συμβούλου επί των ακροάσεων στον οποίο έχει ανατεθεί η παρούσα υπόθεση·

-    τα έγγραφα που αφορούν την έρευνα επί του καρτέλ των πλατέων προϊόντων («coils»), τα οποία μπορούν να στηρίξουν τον ισχυρισμό περί καταχρήσεως εξουσίας·

-    κατά το μέτρο που δεν το έχει ακόμη πράξει δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αφορούν την εναρμόνιση των προσθέτων στοιχείων·

-    όλα τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία αναδιαρθρώσεως των μορφοχαλύβων·

-    το εσωτερικό έγγραφο που αφορά την επί τα χείρω μεταβολή·

-    όλα τα εσωτερικά έγγραφα που αφορούν την οικονομική δομή της αγοράς των δοκών χάλυβα εντός της Κοινότητας, περιλαμβανομένων των μελετών που πραγματοποίησε η ομάδα εργασίας επί των συγκεντρώσεων.

57.
    Εξάλλου, η Aristrain ζητεί από το Πρωτοδικείο να διατάξει να εξεταστούν ως μάρτυρες οι υπάλληλοι της Επιτροπής που συνετέλεσαν, άμεσα ή έμμεσα, στην κατάρτιση του φακέλου βάσει του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Ομοίως, ζητεί να εξεταστούν οι υπάλληλοι της ομάδας εργασίας επί των συγκεντρώσεων της ΓΔ IV, σε σχέση με την προκαταρκτική κοινοποίηση την οποία η British Steel απηύθυνε στην Επιτροπή ενόψει της αγοράς της Aristrain από την ίδια.

58.
    Τέλος, σε περίπτωση που ζητηθεί από το Πρωτοδικείο να ορίσει πραγματογνώμονα σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, η Aristrain ζητεί να του ανατεθεί η πραγματοποίηση μιας οικονομικής μελέτης της αγοράς, του αν ενδεχομένως υπήρξαν οι προσαπτόμενες από την Επιτροπή συμφωνίες, των αποτελεσμάτων της προβαλλομένης συμπράξεως επί του ανταγωνισμού και της συμμετοχής της Aristrain στις πρακτικές αυτές.

59.
    Η προσφεύγουσα της υποθέσεως Ensidesa (στο εξής: Ensidesa) ζητεί από το Πρωτοδικείο να «διατάξει την Επιτροπή να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα εξής θέματα:

-    τον κύκλο εργασιών που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου που της επιβλήθηκε και, ειδικότερα, σχετικά με το ζήτημααν το ποσό αυτό προέκυψε από τη μετατροπή σε ECU, σύμφωνα με τη μέση τιμή συναλλάγματος το 1990, του κύκλου εργασιών που αυτή πραγματοποίησε στον οικείο τομέα·

-    τη μέθοδο που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για τον καθορισμό του συντελεστή του προστίμου που της επιβλήθηκε και, ειδικότερα, την επίπτωση την οποία είχαν εκάστη των παραβάσεων και η διάρκειά τους επί του συντελεστή αυτού».

60.
    Η προσφεύγουσα της υποθέσεως Preussag (στο εξής: Preussag) ζητεί να γίνει δεκτή, ως απόδειξη του βασίμου της επιχειρηματολογίας της, η μαρτυρία των ακολούθων προσώπων:

-    του Jürgen Kolb, για όσα συνέβησαν στο πλαίσιο της CDE·

-    των Jörg Kröll και Hans Mette, για όσα συνέβησαν στο πλαίσιο της commission poutrelles·

-    του Hans Mette, για όσα συνέβησαν κατά τις συσκέψεις Eurofer/Scandinavia και για τις συζητήσεις με τους αλλοδαπούς παραγωγούς·

-    των Kutscher, Ortún, Drees, Evans και Vanderseypen, επί του ότι η Επιτροπή γνώριζε την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην αγορά, καθώς και επί της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής, των ενώσεων και των επιχειρήσεων, ιδίως κατά τις συσκέψεις μεταξύ της Επιτροπής και της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.

61.
    Δεδομένου ότι η Επιτροπή ισχυρίζεται με το υπόμνημα αντικρούσεως ότι αυτή η αίτηση για τη διεξαγωγή αποδείξεων είναι απαράδεκτη λόγω του ότι δεν περιλαμβάνει αρκούντως σαφή παράθεση των πραγματικών περιστατικών των οποίων έλαβαν γνώση οι διάφοροι μάρτυρες, κατά παράβαση του άρθρου 68, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, κατά το οποίο η εξέταση των μαρτύρων αφορά «συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά», ορισμένοι ισχυρισμοί της Preussag στο υπόμνημά της απαντήσεως, συνοδεύονται από δήλωσή της ότι προσφέρεται να παράσχει συγκεκριμένες αποδείξεις και ότι ζητεί προς τούτο να εξεταστούν ορισμένοι μάρτυρες, ειδικότερα δε οι J. Kröll και H. Mette, αμφότεροι συνεργάτες της προσφεύγουσας.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

62.
    ´Οσον αφορά την αιτίαση που προσάπτεται στην καθής ότι δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 53 ανωτέρω), υπογραμμίζεται ότι η ενώπιον του Πρωτοδικείου υπόθεση αφορά μια απόφαση της Επιτροπής σχετική με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου65 της Συνθήκης σε συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές στις οποίες εμπλέκονται Ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα.

63.
    Το Πρωτοδικείο φρονεί ότι μόνον τα έγγραφα της διαδικασίας αυτής είναι «σχετικά με την υπόθεση που φέρεται ενώπιόν του» υπό την έννοια του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. ´Οσον αφορά τα έγγραφα τα οποία, μολονότι αφορούν αμεσότερα άλλες πτυχές της δράσεως της Επιτροπής, φαίνονται εξίσου αναγκαία για τον νομικό έλεγχο που ασκεί το Πρωτοδικείο δυνάμει των άρθρων 33 και 36 της Συνθήκης, το Πρωτοδικείο μπορεί να διατάξει να προσκομιστούν τα έγγραφα αυτά στο πλαίσιο των αποδεικτικών μέσων ή των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπουν τα άρθρα 64 και 65 του Κανονισμού Διαδικασίας.

64.
     Επομένως, κακώς ορισμένες προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η καθής έπρεπε να διαβιβάσει αυτοβούλως στο Πρωτοδικείο, προς εκτέλεση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το σύνολο του διοικητικού φακέλου της ΓΔ ΙΙΙ που αφορά τις επαφές που η Επιτροπή διατηρούσε με τους παραγωγούς δοκών χάλυβα κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η απόφαση.

65.
    Γεγονός παραμένει όμως ότι το ζήτημα της ενδεχόμενης εμπλοκής της ΓΔ ΙΙΙ στη θέσπιση και διαχείριση ορισμένων μηχανισμών που χαρακτηρίστηκαν με την απόφαση ως συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές περιοριστικές του ανταγωνισμού, ή τουλάχιστον το ζήτημα της γνώσεως την οποία είχε ή όφειλε να έχει λάβει, κατά τις προσφεύγουσες, η εν λόγω ΓΔ ΙΙΙ (ή ακόμα και άλλες γενικές διευθύνσεις), φαίνεται να αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο εκτιμήσεως στις παρούσες υποθέσεις, όπως αναγνώρισε η καθής στο σημείο 312 της αποφάσεώς της.

66.
    Επίσης, οι διάδικοι ανέπτυξαν το ζήτημα αυτό μακροσκελώς με τα δικόγραφα που κατέθεσαν στις περισσότερες υπό κρίση υποθέσεις. Ειδικότερα, εξέτασαν το ζήτημα κατά πόσο είναι ουσιώδη τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες, όσον αφορά τις επαφές που αυτές διατείνονται ότι υπήρξαν μεταξύ της Επιτροπής και των παραγωγών δοκών χάλυβα, μετά τις 30 Ιουνίου 1988, στο πλαίσιο των «συναντήσεων διαβουλεύσεως» («réunions de consultation», «consultative meetings»), των «συναντήσεων σε στενό κύκλο» («réunions restreintes», «restricted meetings») και των «γευμάτων του χάλυβα» («déjeuners de l'acier», «steel lunches») (βλ., επί παραδείγματι, τη λεπτομερή ανάλυση των «speaking notes» στην οποία προέβη η Επιτροπή με τα υπονήματά της αντικρούσεως).

67.
    Επομένως, το Πρωτοδικείο κρίνει αναγκαίο να διαλευκανθεί το ζήτημα αυτό, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί, στο παρόν στάδιο, επί του βασίμου των διαφόρων υπό κρίση λόγων ακυρώσεως και επιχειρημάτων.

68.
    Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά την ακρόαση της 11ης, 12ης, 13ης και 14ης Ιανουαρίου 1993, οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι υπήρξαν επαφές μεταξύ των παραγωγών δοκών χάλυβα και της ΓΔ ΙΙΙ, κατά το χρονικό διάστημα που αφορούσε η ανακοίνωση αιτιάσεων, και ότι εντός των αρχείων της ΓΔ ΙΙΙ υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία άγνωστα στη ΓΔ IV, αποδεικνύοντα ότι η Επιτροπή είχε, τουλάχιστον, λάβει γνώση των προβαλλομένων ανταλλαγών πληροφοριών και πρακτικών οι οποίες σκοπούσαν στη σταθεροποίηση των τιμών και της παραγωγής. Ο σύμβουλος επί των ακροάσεων αναγνώρισε τη σπουδαιότητα του σημείου αυτού προς άμυνα των κατηγορουμένων για παραβάσεις επιχειρήσεων και τις κάλεσε να του γνωστοποιήσουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν την άποψή τους, ανακοινώνοντάς τους συγχρόνως ότι θα διενεργούσε εσωτερική έρευνα.

69.
    Κατά την καθής, η οποία αρνείται κάθε τέτοιου είδους ανάμειξη ή γνώση, κανένα από τα προσκομισθέντα από τις προσφεύγουσες έγγραφα κατόπιν της προσκλήσεως του συμβούλου επί των ακροάσεων ή στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας δεν επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς τους συναφώς. Εξάλλου, η καθής φρονεί ότι διενήργησε εμπεριστατωμένη έρευνα από την οποία δεν προέκυψαν αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των ισχυρισμών αυτών. Μεταξύ άλλων, η καθής επισυνάπτει, ως παράρτημα ορισμένων υπομνημάτων αντικρούσεως, ένα υπόμνημα του Ortún, διευθυντή της διευθύνσεως Ε «εσωτερική αγορά και βιομηχανικές υποθέσεις ΙΙΙ» της ΓΔ ΙΙΙ, προς τον Schaub, αναπληρωτή γενικό διευθυντή της ΓΔ ΙΙΙ, με ημερομηνία 19 Φεβρουαρίου 1993, το οποίο αντικρούει τους εν λόγω ισχυρισμούς.

70.
    Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα έγγραφα που προσκόμισαν, μεταξύ άλλων, οι προσφεύγουσες των υποθέσεων ARBED, Cockerill-Sambre, Unimétal, Preussag και British Steel δημιουργούν ορισμένες αμφιβολίες ως προς την ακριβή φύση και το ακριβές περιεχόμενο των πληροφοριών που έλαβε η ΓΔ ΙΙΙ κατά τη διάρκεια των επαφών της με τους εκπροσώπους της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, ιδίως στο πλαίσιο της αποφάσεως 2448/88/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1988, που καθιερώνει σύστημα επιτήρησης για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 212, σ. 1).

71.
    ´Ετσι, τα πρακτικά της «συναντήσεως σε στενό κύκλο» της 21ης Μαρτίου 1989, τα οποία συνέταξε η Eurofer, εκθέτουν τα εξής, υπό τον τίτλο «Results of the surveillance system»:

«M. von Hülsen gave information on the introduction of a statistical information system concerning monthly bookings and deliveries inside Eurofer. The result of the first inquiry for the months of January and February was given, showing an overall good situation (...)» (βλ. δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως British Steel, παράρτημα 3, έγγραφο 24).

[«Ο von Hülsen, [γενικός διευθυντής της Eurofer], παρέσχε πληροφορίες ως προς την καθιέρωση ενός συστήματος στατιστικών πληροφοριών σχετικών με τις μηνιαίες παραγγελίες και παραδόσεις στο πλαίσιο της Eurofer. Τα αποτελέσματα της πρώτης έρευνας, για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο, γνωστοποιήθηκαν και εμφαίνουν μια καλή γενική κατάσταση (...)».]

72.
    Ομοίως, τα πρακτικά της «συναντήσεως διαβουλεύσεως» της 28ης Απριλίου 1989, κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκαν τα προγράμματα προβλέψεων για το τρίτο τρίμηνο του 1989, περιλαμβάνει το ακόλουθο χωρίο:

«Finally, it was mentioned that in the near future, enlarged statistics on the basis of a rapid declaration of monthly bookings and deliveries established by Eurofer will help to make forecasts for Category IV more realistic.» (Βλ. δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως British Steel, παράρτημα 3, έγγραφο 31.)

(«Τέλος, σημειώθηκε ότι, στο προσεχές μέλλον, λεπτομερείς στατιστικές βάσει μιας ταχείας γνωστοποιήσεως των μηνιαίων παραγγελιών και παραδόσεων, οι οποίες θα καταρτίζονται από τη Eurofer, θα συμβάλουν στο να καταστούν πιο ρεαλιστικές οι προβλέψεις για την κατηγορία IV.»)

73.
    Στα πρακτικά της «συναντήσεως σε στενό κύκλο» της 15ης Ιουνίου 1989 αναγράφονται επίσης τα εξής:

«Regarding the forward programmes for Quarter III/1989, Mr. Traverso announced a possible review of the programmes after a final decision at the next CDE in function of the figures obtained from the system of rapid declaration of bookings and deliveries.» (Βλ. δικόγραφο της προσφυγής της υποθέσεως British Steel, παράρτημα 3, έγγραφο 25.)

(«´Οσον αφορά το πρόγραμμα προβλέψεως για το τρίτο τρίμηνο του 1989, ο Traverso ανακοίνωσε μία ενδεχόμενη αναθεώρηση των προγραμμάτων μετά τη λήψη τελικής αποφάσεως στην επόμενη CDE, βάσει των αριθμητικών στοιχείων που θα προκύψουν από το σύστημα της ταχείας δηλώσεως των παραγγελιών και των παραδόσεων.»)

74.
    Στο παρόν στάδιο εξετάσεως των υποθέσεων, το Πρωτοδικείο δεν είναι σε θέση να καθορίσει αν οι ανταλλαγές πληροφοριών τις οποίες αφορούν τα πρακτικά αυτά αντιστοιχούν στις προσαπτόμενες με την απόφαση και κατά πόσον αυτές πράγματι γνωστοποιήθηκαν σε ορισμένους υπαλλήλους της ΓΔ ΙΙΙ, όπως προφανώς προκύπτει από τη διατύπωσή τους.

75.
    Ωστόσο, επισημαίνεται ότι, στα σημεία 143 έως 146 της αποφάσεώς της, η Επιτροπή περιγράφει ένα σύστημα μηνιαίας ανταλλαγής πληροφοριών επί των παραγγελιών και των παραδόσεων ορισμένων επιχειρήσεων, το οποίο χειρίζεται η Eurofer και φέρει την ονομασία «fast bookings» και το οποίο φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να αντιστοιχεί στο σύστημα που αναφέρουν τα εν λόγω πρακτικά.Τα έγγραφα στα οποία στηρίζεται η περιγραφή αυτή, τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα 2 της αποφάσεως της Επιτροπής, αποτελούν κυρίως πίνακες εμφαίνοντες τις μηνιαίες ή τριμηνιαίες, κατά περίπτωση, παραγγελίες και/ή παραδόσεις των μετεχουσών επιχειρήσεων, εντός των διαφόρων εθνικών αγορών (βλ., επί παραδείγματι, το έγγραφο του φακέλου της Επιτροπής που φέρει τον αριθμό 3462). Στο τέλος της νομικής εκτιμήσεως που περιλαμβάνεται στα σημεία 279 έως 283 της αποφάσεως της Επιτροπής, το σύστημα αυτό ανταλλαγής πληροφοριών χαρακτηρίζεται από την Επιτροπή ως αντικείμενο «στο άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ».

76.
    Το Πρωτοδικείο επισημαίνει επίσης ότι διάφορα πρακτικά των «συναντήσεων διαβουλεύσεως» μεταξύ της Επιτροπής και της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, ιδίως τα πρακτικά της 27ης Οκτωβρίου 1988, της 26ης Ιανουαρίου, της 27ης Απριλίου και της 27ης Ιουλίου 1989, παραθέτουν διάφορες πληροφορίες ως προς τις εξελίξεις στις τιμές, οι οποίες φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, να έχουν σχέση με το περιεχόμενο των αντιστοίχων πρακτικών των διασκέψεων της commission poutrelles της 18ης Οκτωβρίου 1988, της 10ης Ιανουαρίου, της 19ης Απριλίου και της 11ης Ιουλίου 1989.

77.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο φρονεί ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς τόσο με το προπαρατεθέν υπόμνημα του Ortún της 19ης Φεβρουαρίου 1993 (το οποίο απλώς αναφέρει, όσον αφορά τις συναντήσεις της ΓΔ ΙΙΙ με τους εμπορικούς εμπειρογνώμονες της Eurofer, ότι «τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της παραγωγής που πραγματοποιήθηκε και των παραδόσεων των επιχειρήσεων είχαν διαβιβαστεί στους μετέχοντες»), όσο και από τα άλλα εσωτερικά έγγραφα που αφορούν την «εμπεριστατωμένη έρευνα» που διενεργήθηκε με πρωτοβουλία του συμβούλου επί των ακροάσεων, τα οποία περιλαμβάνονται στον διαβιβασθέντα στο Πρωτοδικείο φάκελο.

78.
    Ορισμένα έγγραφα όμως που προσκόμισε η ίδια η καθής, ως παράρτημα ορισμένων από τα υπομνήματά της αντικρούσεως (βλ. τα εμπιστευτικά «συνοπτικά πρακτικά» της μονάδας 3 «πρώτες ύλες και προηγμένα υλικά» της διευθύνσεως Ε της ΓΔ ΙΙΙ, με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1989, από τη συνάντηση διαβουλεύσεως της 26ης Ιανουαρίου 1989, κατά τη διάρκεια της οποίας, ο προεδρεύων, Kutscher, ζήτησε να καταγραφεί ότι «αν η Επιτροπή ανακάλυπτε την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας στο πλαίσιο της βιομηχανίας όσον αφορά τις τιμές και τις ποσότητες, αντιβαίνουσα στο άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν θα παρέλειπε να λάβει τα δέοντα μέτρα, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο») εμφαίνουν ότι η Επιτροπή (ΓΔ ΙΙΙ) διαθέτει δικά της σημειώματα και συνοπτικά πρακτικά από τις εν λόγω συναντήσεις και ότι αυτά θα μπορούσαν να διαφωτίσουν το Πρωτοδικείο ως προς ορισμένα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων καλείται να αποφανθεί.

79.
    Εξάλλου, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι ο φάκελος που του διαβιβάστηκε δεν περιέχει προφανώς «όλα τα έγγραφα τα σχετικά με την υπόθεση», υπό την έννοιατου άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ούτε το σημείωμα της ΓΔ IV προς τη ΓΔ ΙΙΙ της 22ας Ιουλίου 1991, ούτε το σημείωμα απαντήσεως της ΓΔ ΙΙΙ προς τη ΓΔ IV της 12ης Σεπτεμβρίου 1991, τα οποία επισυνάπτονται σε ορισμένα υπομνήματα αντικρούσεως, απαριθμούνται στον κατάλογο των εσωτερικών εγγράφων που κατάρτισε η καθής και διαβίβασε στις προσφεύγουσες κατόπιν αιτήματος του Πρωτοδικείου. Ωστόσο, τα δύο αυτά σημειώματα όχι μόνον έχουν ως γενικό αντικείμενο τις «ανταλλαγές στατιστικών πληροφοριών» που αφορούν την ένωση Eurofer, αλλά περιλαμβάνουν ρητή μνεία μιας μεθόδου καλουμένης «Traverso», την οποία αφορά μια παράβαση που προσάπτεται ρητώς στους Ευρωπαίους παραγωγούς δοκών χάλυβα με την προσβαλλομένη απόφαση (βλ. σημεία 72 έως 79, και 254 έως 259). Τα έγγραφα αυτά αφορούν άμεσα την παρούσα δίκη και, συνεπώς, έπρεπε να έχουν περιληφθεί στον διαβιβασθέντα στο Πρωτοδικείο φάκελο.

80.
    Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με τα άρθρα 24 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 65 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, πρέπει να καθοριστούν συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα με το διατακτικό της παρούσας διατάξεως.

81.
    ´Οσον αφορά τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που ζήτησαν οι προσφεύγουσες, το Πρωτοδικείο επιφυλάσσεται να αποφανθεί.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

διατάσσει:

1)    Οι υποθέσεις Τ-134/94, Τ-136/94, Τ-137/94, Τ-138/94, Τ-141/94, Τ-145/94, Τ-147/94, Τ-148/94, Τ-151/94, Τ-156/94 και Τ-157/94 συνεκδικάζονται προς διευκόλυνση της διεξαγωγής αποδείξεων και της οργάνωσης της διαδικασίας και προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας.

2)    Από τα έγγραφα που η καθής χαρακτηρίζει ως εσωτερικά, μόνον τα φέροντα τους αριθμούς 9729, 9730, 9737 έως 9746, 9748 έως 9760, 9763 έως 9765, 9769, 9770 και 9773 έως 9787 του φακέλου που η καθής διαβίβασε στο Πρωτοδικείο με έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1994 θα κατατεθούν στον φάκελο της υποθέσεως και θα γνωστοποιηθούν στους διαδίκους.

3)    Η καθής θα διαβιβάσει στο Πρωτοδικείο, εντός τεσσάρων εβδομάδων από της κοινοποιήσεως της παρούσας διατάξεως, τα εξής:

    -    τα σημειώματα, συνοπτικά πρακτικά ή πρακτικά που συνέταξαν οι υπάλληλοι της ΓΔ ΙΙΙ, σχετικά με τις συναντήσεις τους με τους εκπροσώπους της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα κατά το χρονικό διάστημα εφαρμογής του συστήματος επιτηρήσεως που καθιερώθηκε με την απόφαση 2448/88/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1988, που καθιερώνει σύστημα επιτήρησης για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, και συγκεκριμένα σχετικά με τις συναντήσεις της 1ης Σεπτεμβρίου, της 27ης Οκτωβρίου, της 3ης Νοεμβρίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1988, της 26ης Ιανουαρίου, της 1ης Φεβρουαρίου, της 21ης Μαρτίου, της 28ης Απριλίου, της 15ης Ιουνίου, της 27ης Ιουλίου, της 1ης Σεπτεμβρίου, της 26ης Οκτωβρίου, της 7ης Νοεμβρίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, της 25ης Ιανουαρίου, της 7ης Φεβρουαρίου, της 3ης Μαΐου, της 27ης Ιουλίου, της 4ης Σεπτεμβρίου και της 5ης Νοεμβρίου 1990·

    -    τα έγγραφα, πλην αυτών που έχουν ήδη διαβιβαστεί στο Πρωτοδικείο, τα οποία έλαβαν οι υπάλληλοι της ΓΔ ΙΙΙ από την Eurofer ή από τις επιτροπές προϊόντων της, στο πλαίσιο των συναντήσεων αυτών, κατά τη διάρκεια του ίδιου χρονικού διαστήματος.

4)    Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Λουξεμβούργο, 10 Δεκεμβρίου 1997.

Ο Γραμματέας

Ο Πρόεδρος

H. Jung

Α. Καλογερόπουλος


1: Γλώσσες διαδικασίας: Τ-134/94 η γερμανική, Τ-136/94 η γερμανική, Τ-137/94 η γαλλική, Τ-138/94 η γαλλική, Τ-141/94 η γερμανική, Τ-145/94 η γαλλική, Τ-147/94 η γερμανική, Τ-148/94 η γερμανική, Τ-151/94 η αγγλική, Τ-156/94 η ισπανική και Τ-157/94 η ισπανική.