Language of document : ECLI:EU:T:2022:385

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 22ας Ιουνίου 2022 (*)

«ΕΤΠΑ – Περιφερειακή πολιτική – Επιχειρησιακά προγράμματα που εμπίπτουν στον στόχο “Επενδύσεις για την ανάπτυξη και την απασχόληση” στην Ιταλία – Απόφαση που εγκρίνει τη χρηματοδοτική συνεισφορά του ΕΤΠΑ για το μεγάλο έργο “Μεγάλο εθνικό έργο πολύ υψηλής ταχύτητας – Λευκές ζώνες” – Μη επιλεξιμότητα των δαπανών του δικαιούχου για τον ΦΠΑ – Άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1303/2013 – Έννοια του “ανακτήσιμου ΦΠΑ δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ”»

Στην υπόθεση T‑357/19,

Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,

προσφεύγουσα

υποστηριζόμενη από

την Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek, J. Vláčil και O. Serdula,

και

το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον I. Herranz Elizalde,

παρεμβαίνοντες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον L. Mantl και την F. Tomat,

καθής,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. da Silva Passos, πρόεδρο, V. Valančius (εισηγητή) και I. Reine, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα για τον καθορισμό ημερομηνίας διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός τριών εβδομάδων από την επίδοση του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιήθηκε η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας και αποφασίζοντας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να κρίνει επί της προσφυγής χωρίς να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ, η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση της εκτελεστικής απόφασης C(2019) 2652 τελικό της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 2019, για την έγκριση της χρηματοδοτικής συνεισφοράς για το μεγάλο έργο «Μεγάλο εθνικό έργο πολύ υψηλής ταχύτητας – Λευκές ζώνες», το οποίο επιλέχθηκε στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων «POR Abruzzo FESR 2014-2020», «Basilicata», «POR Calabria FESR FSE», «Campania», «POR Emilia Romagna FESR», «POR Lazio FESR», «POR Liguria FESR», «POR Lombardia FESR», «POR Marche FESR 2014‑2020», «POR Piemonte FESR», «POR Puglia FESR‑FSE», «POR Sardegna FESR», «Sicilia», «Toscana», «POR Umbria FESR», «POR Veneto FESR 2014‑2020» και «Επιχειρήσεις και ανταγωνιστικότητα» στην Ιταλία, στο μέτρο που αποκλείει από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις δαπάνες που κατέβαλε ο δικαιούχος για τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Στις 3 Μαρτίου 2015, η Προεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου της Ιταλικής Δημοκρατίας εξέδωσε έγγραφο με τίτλο «Στρατηγική της Ιταλίας για την πολύ υψηλή ταχύτητα».

3        Η στρατηγική αυτή είχε, μεταξύ άλλων, ως σκοπό να διασφαλίσει στο ιταλικό έδαφος ταχύτητες σύνδεσης στο διαδίκτυο 100 megabits ανά δευτερόλεπτο (Mbps) για το 85 % των νοικοκυριών και όλων των δημοσίων κτιρίων (συμπεριλαμβανομένων των σχολείων και των νοσοκομείων) και τουλάχιστον 30 Mbps για τον υπόλοιπο πληθυσμό, ιδίως στις περιοχές δυσλειτουργίας της αγοράς, στις οποίες δεν υπήρχαν δίκτυα πρόσβασης στο διαδίκτυο νέας γενιάς και όπου οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν είχαν την πρόθεση να αναπτύξουν τέτοια δίκτυα εντός των επόμενων τριών ετών (στο εξής: λευκές ζώνες).

4        Για την ανάπτυξη των δικτύων πρόσβασης στο διαδίκτυο νέας γενιάς στις λευκές ζώνες πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2022, η διυπουργική επιτροπή οικονομικού προγραμματισμού της Ιταλικής Δημοκρατίας ενέκρινε, με απόφαση της 6ης Αυγούστου 2015, την αρχή άμεσης δημόσιας παρέμβασης ύψους περίπου 4 δισεκατομμυρίων ευρώ, ήτοι 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ χρηματοδοτούμενων από το Ιταλικό Ταμείο Ανάπτυξης και Συνοχής και 1,8 δισεκατομμυρίων ευρώ χρηματοδοτούμενων κυρίως από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ).

5        Ειδικότερα, το μοντέλο παρέμβασης που επέλεξαν οι ιταλικές αρχές προέβλεπε την επιλογή, μέσω δημόσιων διαγωνισμών, ενός ή περισσότερων παραχωρησιούχων, με σκοπό, αφενός, την κατασκευή της παθητικής υποδομής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο –η οποία θα παρέμενε στην κυριότητα του ιταλικού κράτους– και, αφετέρου, τη διασφάλιση της συντήρησης, της διαχείρισης και της εμπορικής εκμετάλλευσης του δικτύου αυτού, για χρονική περίοδο είκοσι ετών, με δυνατότητα ανανέωσης.

6        Με την απόφαση C(2016) 3931 τελικό, της 30ής Ιουνίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι η δημόσια χρηματοδότηση των δικτύων πρόσβασης στο διαδίκτυο νέας γενιάς στις λευκές ζώνες συνιστούσε κρατική ενίσχυση, με κωδικό «SA.41647 (2016/N) – Ιταλία – Στρατηγική πολύ υψηλής ταχύτητας», και ότι η εν λόγω κρατική ενίσχυση ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι αποσκοπούσε στη διευκόλυνση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών και δεν αλλοίωνε τους όρους των συναλλαγών με τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον.

7        Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης ανέθεσε στην Infratel Italia SpA (στο εξής: Ιnfratel) να επιλέξει έναν ή περισσότερους παραχωρησιούχους για την κατασκευή της παθητικής υποδομής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο και για τη διασφάλιση της συντήρησης και της εμπορικής του εκμετάλλευσης.

8        Στις 20 Ιουνίου και στις 8 Νοεμβρίου 2017 και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια του Απριλίου 2019, μετά το πέρας τριών διαδικασιών διαγωνισμού, η Infratel συνήψε συμβάσεις παραχώρησης με την Open Fiber SpA με σκοπό, αφενός, την κατασκευή της παθητικής υποδομής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο και, αφετέρου, τη διασφάλιση της συντήρησης, της διαχείρισης και της εμπορικής εκμετάλλευσης του δικτύου αυτού, για χρονική διάρκεια είκοσι ετών, με δυνατότητα ανανέωσης.

9        Στις 7 Σεπτεμβρίου 2017, οι ιταλικές αρχές απηύθυναν στην Επιτροπή αίτηση για τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ για την υλοποίηση του «Μεγάλου εθνικού έργου πολύ υψηλής ταχύτητας – Λευκές ζώνες» (στο εξής: μεγάλο έργο BUL), το οποίο επέλεξε η διαχειριστική αρχή στο πλαίσιο του άξονα προτεραιότητας αριθ. 2 των επιχειρησιακών προγραμμάτων «POR Abruzzo FER 2014-2020», «Basilicata», «POR Calabria FESR FSE», «Campania», «POR Emilia Romagna FESR», «POR Lazio FESR», «POR Liguria FESR», «POR Lombardia FESR», «POR Marche FESR 2014-2020», «POR Piemonte FESR», «POR Puglia FESR-FSE», «POR Sardegna FESR», «Sicilia», «Toscana», «POR Umbria FESR», «POR Veneto FESR 2014-2020» και «Επιχειρήσεις και ανταγωνισμός».

10      Από την αίτηση αυτή και από τα στοιχεία που προσκόμισαν οι ιταλικές αρχές προς στήριξή της προέκυπτε ότι το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης οριζόταν στην αίτηση ως δικαιούχος της συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ, ενώ η εκτέλεση του μεγάλου έργου BUL ανήκε στην Infratel.

11      Στο πλαίσιο αυτό, οι ιταλικές αρχές θεωρούν ότι ο ΦΠΑ που συνδεόταν με τις κατασκευαστικές δαπάνες ήταν επιλέξιμος για χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ, στο μέτρο που θα τον κατέβαλε το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης, χωρίς δυνατότητα ανάκτησής του δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ, δεδομένου ότι το Υπουργείο δεν είναι υποκείμενο στον ΦΠΑ και δεν μπορεί να τον εκπέσει.

12      Τέλος, διευκρινιζόταν ότι η Infratel ανήκε εξ ολοκλήρου στην Agenzia nazionale per l’attrazione degli investimenti e lo sviluppo d’impresa SpA, μοναδικός μέτοχος της οποίας ήταν το Ministero dell’Economia e delle Finanze (Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, Ιταλία).

13      Στις 30 Απριλίου 2018, η Επιτροπή ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να της παράσχουν συμπληρωματικές πληροφορίες προκειμένου να εκτιμήσει την επιλεξιμότητα του ΦΠΑ επί των κατασκευαστικών δαπανών που προέκυπταν από την εκτέλεση του μεγάλου έργου BUL.

14      Στις 2 Ιουλίου 2018, οι ιταλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή τις συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες.

15      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σταδίου κατασκευής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο, η πορεία της τιμολόγησης είχε ως εξής:

–        ο παραχωρησιούχος εξέδιδε προς την Infratel τα τιμολόγια που αντιστοιχούσαν στο κόστος των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ·

–        η Infratel απέστελλε στη συνέχεια στο Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης τα τιμολόγια των ιδίων ποσών, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ·

–        το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης προέβαινε, αφενός, στην καταβολή του μέρους των τιμολογίων χωρίς ΦΠΑ που είχε εκδώσει η Infratel και, αφετέρου, στην καταβολή του ΦΠΑ απευθείας στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, κατά τον προβλεπόμενο από την εθνική νομοθεσία μηχανισμό τμηματικής καταβολής του ΦΠΑ, σύμφωνα με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/784 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2017, με την οποία επιτρέπεται στην Ιταλική Δημοκρατία να εφαρμόσει ειδικό μέτρο παρέκκλισης από το άρθρο 206 και το άρθρο 226 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας και καταργείται η εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/1401 (ΕΕ 2017, L 118, σ.17).

16      Επιπλέον, όσον αφορά το στάδιο εκμετάλλευσης του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο, προβλεπόταν ότι ο παραχωρησιούχος θα πλήρωνε στην Infratel το τέλος παραχωρήσεως για τη χρήση του εν λόγω δικτύου και θα κατέβαλε απευθείας τον αντίστοιχο ΦΠΑ στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τον ίδιο μηχανισμό τμηματικής καταβολής του ΦΠΑ. Επομένως, η Infratel όφειλε να αποστέλλει απευθείας στον παραχωρησιούχο τα σχετικά με το τέλος τιμολόγια.

17      Τέλος, στο τελευταίο στάδιο της αίτησης χρηματοδότησης που υπέβαλαν οι ιταλικές αρχές, το συνολικό κόστος του μεγάλου έργου BUL υπολογιζόταν σε 3 096 733 706,11 ευρώ, εκ των οποίων τα 364 798 002 ευρώ αποτελούσαν τον ΦΠΑ. Κατά τις αρχές αυτές, ο ΦΠΑ αποτελούσε εν μέρει επιλέξιμη δαπάνη για τη χρηματοδοτική συνεισφορά από το ΕΤΠΑ, ύψους 210 044 165,81 ευρώ.

18      Στις 26 Δεκεμβρίου 2018, η Επιτροπή πληροφόρησε τις ιταλικές αρχές ότι οι σχετικές με τον ΦΠΑ δαπάνες δεν ήταν επιλέξιμες στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ και του ΕΓΤΑΑ και τις κάλεσε να αφαιρέσουν το ποσό του ΦΠΑ από το σύνολο των επιλέξιμων δαπανών του μεγάλου σχεδίου BUL.

19      Στις 6 Μαρτίου 2019, οι ιταλικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή το τελικό κείμενο της αίτησης χρηματοδοτικής συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ για το μεγάλο έργο BUL. Το τελικό αυτό κείμενο διατηρούσε τις σχετικές με τον ΦΠΑ δαπάνες ύψους 210 044 165,81 ευρώ ως επιλέξιμες δαπάνες της εν λόγω εργασίας.

20      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή ενέκρινε τη χρηματοδοτική συνεισφορά από το ΕΤΠΑ για το μεγάλο έργο BUL ύψους 941 022 670 ευρώ, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 102, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ 2013, L 347, σ. 320).

21      Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή έκρινε ότι ο ΦΠΑ που κατέβαλε το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης λόγω της υλοποίησης του μεγάλου έργου BUL δεν αποτελούσε οικονομική επιβάρυνση για τον δικαιούχο και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν ήταν ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ, κατά την έννοια του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013.

22      Προς στήριξη του συμπεράσματος αυτού, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε τρεις διαφορετικούς λόγους στην προσβαλλόμενη απόφαση.

23      Πρώτον, η Επιτροπή έκρινε ότι η καταβολή του ΦΠΑ μεταξύ δύο υπουργείων, εν προκειμένω του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης και του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως δαπάνη για την κεντρική διοίκηση του ιταλικού κράτους, στην οποία ανήκει το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης.

24      Δεύτερον, η Επιτροπή επισήμανε, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητας της Infratel ως εταιρίας in house, ότι δεν οφειλόταν ΦΠΑ για τις εσωτερικές συναλλαγές και ότι, ως εκ τούτου, ο ΦΠΑ δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί στα τιμολόγια που εξέδωσε η Infratel προς το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης. Επιπλέον, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η Infratel μπορούσε να εκπέσει τον ΦΠΑ για τις κατασκευαστικές εργασίες λόγω της ιδιότητάς της ως υποκείμενης στον ΦΠΑ.

25      Τρίτον, η Επιτροπή επισήμανε ότι το μεγάλο έργο BUL απέδιδε έσοδα χάρη στα τέλη παραχωρήσεως που κατέβαλλε ο παραχωρησιούχος στην Infratel για την εκμετάλλευση του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο. Δεδομένου ότι τα τέλη αυτά υπέκειντο στον ΦΠΑ, η Επιτροπή συνήγαγε εξ αυτού ότι ο εν λόγω ανακτηθείς ΦΠΑ επί των εκροών εξουδετέρωνε τον οφειλόμενο ΦΠΑ επί των εισροών για τις κατασκευαστικές εργασίες στο εν λόγω δίκτυο και ότι, ως εκ τούτου, ο ΦΠΑ ήταν θεωρητικά ανακτήσιμος, ανεξαρτήτως της θεσμικής δομής του μεγάλου έργου BUL και του διαχωρισμού μεταξύ του δικαιούχου και της Infratel.

26      Συναφώς, η Επιτροπή επισήμανε ότι η φράση «δεν είναι ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ» του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 έχει την έννοια ότι αποκλείει την επιλεξιμότητα του ΦΠΑ σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαιούχος μπορεί να εκπέσει τον ΦΠΑ, να επιτύχει επιστροφή του ΦΠΑ ή να τον ανακτήσει με οποιονδήποτε τρόπο.

27      Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι οι σχετικές με τον ΦΠΑ δαπάνες για το μεγάλο έργο BUL δεν ήταν επιλέξιμες για τη χρηματοδοτική συνεισφορά από το ΕΤΠΑ.

 Αιτήματα των διαδίκων

28      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Ιουνίου 2019, η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αποκλείει από τη συνεισφορά του ΕΤΠΑ τις δαπάνες που κατέβαλε ο δικαιούχος για τον ΦΠΑ·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

29      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

30      Η Τσεχική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να κάνει δεκτή την προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

31      Προς στήριξη της προσφυγής της, η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τρεις λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν, πρώτον, παράβαση του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013, δεύτερον, παράβαση των άρθρων 9, 11, 13, 28, 206 και 250 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1, στο εξής: οδηγία ΦΠΑ), καθώς και του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ και, τρίτον, παράβαση του άρθρου 61, παράγραφος 8, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013.

32      Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει κατ’ αρχάς τον λόγο ακυρώσεως ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013.

33      Με τον λόγο αυτόν, η Ιταλική Δημοκρατία, υποστηριζόμενη από την Τσεχική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας, υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 1084/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, για την ίδρυση του Ταμείου Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1164/94 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 79), και αντιθέτως προς το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) 1080/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1783/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 1), το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 περιλαμβάνει παραπομπή στην εθνική νομοθεσία για τον ΦΠΑ, η οποία πρέπει να ερμηνευθεί στενά, με αποτέλεσμα να μπορεί να εξαιρεθεί πλέον από τα επιλέξιμα έξοδα μόνον η δαπάνη του εκπιπτόμενου υπό την έννοια της ειδικής φορολογικής νομοθεσίας ΦΠΑ. Αντιθέτως, οι άλλες μορφές ανάκτησης, οι οποίες δεν είναι ειδικής φορολογικής φύσεως ούτε στηρίζονται στην εθνική νομοθεσία για τον ΦΠΑ, δεν καθιστούν δυνατό τον αποκλεισμό του ΦΠΑ από τις επιλέξιμες δαπάνες για τη χρηματοδοτική συνεισφορά από το ΕΤΠΑ.

34      Ως εκ τούτου, η Ιταλική Δημοκρατία υπογραμμίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης, το οποίο έχει την ιδιότητα του δικαιούχου της χρηματοδοτικής συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ, δεν έχει δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ που οφείλει να καταβάλει επί των εργασιών κατασκευής της παθητικής υποδομής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο, οπότε, δεδομένου ότι ο εν λόγω ΦΠΑ δεν ήταν ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ, η Επιτροπή δεν μπορούσε νομίμως να τον αποκλείσει από τις επιλέξιμες δαπάνες.

35      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος και παραπέμπει στους τρεις λόγους που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση και παρατίθενται στις σκέψεις 22 έως 26 ανωτέρω.

36      Κατ’ αρχάς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η δυνατότητα ανάκτησης του ΦΠΑ, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013, παραπέμπει σε έννοια πολύ ευρύτερη από εκείνη της δυνατότητας έκπτωσης του ΦΠΑ και ότι, μολονότι το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης δεν έχει, πράγματι, την ιδιότητα του υποκειμένου στον ΦΠΑ, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας ΦΠΑ, γεγονός παραμένει ότι μπορούσε να ανακτήσει τον ΦΠΑ κατά την έννοια του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013.

37      Επομένως, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 65 του ίδιου κανονισμού, σχετικά με την επιλεξιμότητα των δαπανών, από το οποίο προκύπτει ότι μόνον οι δαπάνες που συνιστούν πραγματική και οριστική επιβάρυνση για τον δικαιούχο είναι επιλέξιμες για συνεισφορά από τα διαρθρωτικά ταμεία.

38      Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν δύο περιπτώσεις στις οποίες ο ΦΠΑ δεν συνιστά πραγματική και οριστική επιβάρυνση για τον δικαιούχο, ήτοι, αφενός, όταν ο δικαιούχος μπορεί να εκπέσει τον ΦΠΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου X της οδηγίας ΦΠΑ, και, αφετέρου, όταν, μολονότι ο δικαιούχος δεν μπορεί να εκπέσει τον ΦΠΑ, οι αναληφθείσες δαπάνες μπορούν παρά ταύτα να ανακτηθούν με άλλο τρόπο, είτε μέσω μηχανισμού συμψηφισμού διεπόμενου από νομοθεσία διαφορετική από τη σχετική με τον ΦΠΑ είτε όταν ο ΦΠΑ που καταβλήθηκε επί των έργων κατασκευής της συγχρηματοδοτούμενης υποδομής ανακτάται μέσω των εσόδων που προκύπτουν από τη διαχείριση της εν λόγω υποδομής, όπως εν προκειμένω.

39      Ειδικότερα, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το στάδιο κατασκευής και το στάδιο χρήσης της υποδομής δεν μπορούν να διαχωριστούν από τεχνικής, οργανωτικής και θεσμικής απόψεως και ότι, εν προκειμένω, ο ΦΠΑ επί των εισροών που καταβλήθηκε για τα έργα κατασκευής της υποδομής πράγματι ανακτάται, διότι εξουδετερώνεται από τον ΦΠΑ επί των εκροών ως προς τα τέλη παραχωρήσεως για τη χρήση της υποδομής.

40      Η Επιτροπή φρονεί ότι διαφορετική ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013, καθόσον θα επέτρεπε στον δικαιούχο να λαμβάνει διπλή επιστροφή του ΦΠΑ τον οποίο δεν μπορεί να εκπέσει δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ, μια πρώτη φορά λόγω του εθνικού μηχανισμού επιστροφής ή λόγω του ΦΠΑ που εφαρμόζεται επί των εσόδων και μια δεύτερη φορά λόγω της συνεισφοράς από τα διαρθρωτικά ταμεία.

 Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013

41      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος και, μεταξύ άλλων, το ιστορικό θεσπίσεως της ρυθμίσεως αυτής (βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, E LATS, C‑154/17, EU:C:2018:560, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατ’ εφαρμογήν, μεταξύ άλλων, των άρθρων 174 έως 176 ΣΛΕΕ, ο κανονισμός 1303/2013 θεσπίζει, από 1ης Ιανουαρίου 2014, τους κοινούς κανόνες που εφαρμόζονται στα «ευρωπαϊκά διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία» (στο εξής: ΕΔΕΤ), στα οποία ανήκει το ΕΤΠΑ, καθώς και τις γενικές διατάξεις που εφαρμόζονται στο ΕΤΠΑ.

43      Ειδικότερα, από το άρθρο 100 του κανονισμού 1303/2013 προκύπτει ότι το ΕΤΠΑ μπορεί να στηρίζει ένα μεγάλο έργο, το οποίο ορίζεται ως πράξη που περιλαμβάνει ένα σύνολο έργων, δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών που έχουν ως στόχο να ολοκληρώσουν μια αδιαίρετη εργασία συγκεκριμένης οικονομικής ή τεχνικής φύσης με σαφώς προσδιορισμένους στόχους και για τις οποίες το συνολικό επιλέξιμο κόστος υπερβαίνει τα 50 000 000 ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι το μεγάλο αυτό έργο εντάσσεται στο πλαίσιο ενός ή περισσοτέρων επιχειρησιακών προγραμμάτων που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του στόχου «Επενδύσεις για την ανάπτυξη και την απασχόληση» και εγκρίθηκαν από την Επιτροπή.

44      Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 102 του κανονισμού 1303/2013 επιβάλλει στην Επιτροπή, προκειμένου να κρίνει αν δικαιολογείται η επιλογή του μεγάλου έργου από τη διαχειριστική αρχή, να εκτιμήσει το μεγάλο αυτό έργο βάσει ορισμένων πληροφοριών που απαριθμούνται στο άρθρο 101 του ίδιου κανονισμού, ιδίως δε του συνολικού κόστους του και του συνολικού επιλέξιμου κόστους του.

45      Όσον αφορά το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013, το άρθρο αυτό περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο III του τίτλου VII του δεύτερου μέρους του εν λόγω κανονισμού, το οποίο καθορίζει τις ειδικές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας βάσει των οποίων οι δαπάνες μιας πράξης πρέπει να εκτιμώνται προκειμένου να είναι επιλέξιμες για συνεισφορά από το ΕΤΠΑ. Επομένως, πέραν των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας που καθορίζονται βάσει των εθνικών κανόνων, σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, το άρθρο 69 περιέχει ειδικούς κανόνες επιλεξιμότητας για τις επιστρεπτέες επιχορηγήσεις και ενισχύσεις. Ειδικότερα, η παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του άρθρου αυτού αποκλείει τον ΦΠΑ από τις επιλέξιμες δαπάνες για τις συνεισφορές από τα ΕΔΕΤ, εκτός αν αυτός δεν είναι ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ.

46      Πρώτον, το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 προβλέπει ότι, όταν μια συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ έχει, όπως εν προκειμένω, τον χαρακτήρα επιδοτήσεως, ο ΦΠΑ που οφείλεται για την επιδοτούμενη παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών αποκλείεται από τις επιλέξιμες για την εν λόγω επιδότηση δαπάνες, εκτός αν δεν είναι ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ.

47      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι ο κανόνας αυτός είναι απολύτως σύμφωνος με την απαίτηση περί χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του άρθρου 317 ΣΛΕΕ, η οποία διέπει τη λειτουργία των διαρθρωτικών ταμείων (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑91/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:30, σκέψη 50). Πράγματι, ο συνυπολογισμός του ΦΠΑ στις επιλέξιμες δαπάνες για συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ, όπως μια επιδότηση, θα συνεπαγόταν αδικαιολόγητο πλουτισμό του δικαιούχου της επιδοτήσεως αν, μετά την καταβολή του ΦΠΑ που οφείλεται για την επιδοτούμενη παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, ο δικαιούχος ήταν σε θέση να τον ανακτήσει κατ’ εφαρμογήν της εθνικής νομοθεσίας.

48      Είναι αληθές ότι το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 έχει επίσης ως αποτέλεσμα να συνυπολογίζονται στις επιλέξιμες για επιδότηση από τα ΕΔΕΤ δαπάνες οι σχετικές με τον ΦΠΑ που οφείλεται για την επιδοτούμενη εργασία όταν αυτός δεν είναι ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ.

49      Συγκεκριμένα, ο αποκλεισμός του ΦΠΑ από τις επιλέξιμες για επιδότηση από τα ΕΔΕΤ δαπάνες, όταν ο φόρος αυτός δεν είναι ανακτήσιμος, θα είχε ως συνέπεια την αύξηση του ποσοστού χρηματοδότησης που αναλογεί στον δικαιούχο των ΕΔΕΤ και θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να εμποδίσει την πραγματοποίηση πράξεων τις οποίες τα εν λόγω ταμεία οφείλουν να χρηματοδοτήσουν.

50      Από τον συνδυασμό των άρθρων 174 έως 176 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι τα διαρθρωτικά ταμεία και οι λοιποί χρηματοδοτικοί μηχανισμοί της Ένωσης που συμβάλλουν στην οικονομική, κοινωνική και περιφερειακή συνοχή αποσκοπούν, ειδικότερα, στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων αναπτύξεως των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστερήσεως των πλέον μειονεκτικών περιοχών. Ο σκοπός αυτός επαναλαμβάνεται, εξάλλου, στην αιτιολογική σκέψη 1του κανονισμού 1303/2013 και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την πραγματοποίηση επενδύσεων συγχρηματοδοτούμενων από τα εν λόγω Ταμεία και τους εν λόγω μηχανισμούς (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2012, GAMP, C‑579/11, EU:C:2012:833, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

51      Κατά συνέπεια, το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013, προβλέποντας ότι ο ΦΠΑ δεν αποτελεί επιλέξιμη δαπάνη για συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ, η οποία έχει, ιδίως, χαρακτήρα επιδοτήσεως, εκτός αν ο εν λόγω φόρος δεν είναι ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ, διασφαλίζει την ορθή λειτουργία των μηχανισμών οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής που καθιερώνει ο κανονισμός αυτός.

52      Δεύτερον, από το γράμμα του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 προκύπτει ότι η δυνατότητα ανάκτησης του ΦΠΑ που εμποδίζει τον συνυπολογισμό του στη συνολική επιλέξιμη προς επιδότηση από ΕΔΕΤ δαπάνη πρέπει να προβλέπεται από τη νομοθεσία για τον ΦΠΑ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

53      Συναφώς, επισημαίνεται ότι το γράμμα της διατάξεως αυτής διαφέρει από το γράμμα των προγενέστερων κανόνων που είχαν θεσπιστεί, όσον αφορά τις συνεισφορές από το ΕΤΠΑ, με τον κανόνα αριθ. 7, σημείο 1, του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 448/2004 της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1685/2000 ο οποίος θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών σχετικά με τις ενέργειες που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1145/2003 (ΕΕ 2004, L 72, σ. 66), και στη συνέχεια με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1080/2006.

54      Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές, οι οποίες είχαν καταργηθεί κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, προέβλεπαν ότι ο ΦΠΑ δεν αποτελούσε επιλέξιμη δαπάνη για συνεισφορά από το ΕΤΠΑ αν η δαπάνη αυτή, κατά τον κανόνα αριθ. 7, σημείο 1, του παραρτήματος του κανονισμού 448/2004, «μπορούσε να ανακτηθεί με οποιοδήποτε τρόπο» και ήταν, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1080/2006, «ανακτήσιμη».

55      Αντιθέτως, από το γράμμα του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 προκύπτει σαφώς ότι η δυνατότητα ανάκτησης του ΦΠΑ μπορεί πλέον να εκτιμηθεί μόνον υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου για τον ΦΠΑ.

56      Βεβαίως, στην πρόταση κανονισμού που οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού 1303/2013 [SEC(2011) 1141 τελικό και SEC(2011) 1142 τελικό], η Επιτροπή είχε προτείνει να περιοριστεί η επιλεξιμότητα του ΦΠΑ μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο ΦΠΑ, αφενός, δεν ήταν ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ και, αφετέρου, καταβαλλόταν από δικαιούχο ο οποίος δεν ήταν υποκείμενος σε φόρο κατά την έννοια της οδηγίας ΦΠΑ, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω ΦΠΑ δεν είχε καταβληθεί στο πλαίσιο της παροχής υποδομών.

57      Εντούτοις, αφενός, στη γνωμοδότησή της επί της εν λόγω προτάσεως (ΕΕ 2012, C 225, σ. 58), η Επιτροπή των Περιφερειών έκρινε ότι, αν σε όλα τα έργα που υλοποιούν οι οργανισμοί του δημοσίου τομέα ο μη ανακτήσιμος ΦΠΑ θεωρείται μη επιλέξιμη δαπάνη, όπως πρότεινε η Επιτροπή, θα αυξηθεί σημαντικά το μερίδιο της συγχρηματοδότησης των κρατών μελών και θα τεθεί σε κίνδυνο η ικανότητα των περιφερειακών και των τοπικών αρχών να εκτελούν έργα.

58      Αφετέρου, το κείμενο του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 προέρχεται από την τροποποίηση αριθ. 255 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της πρότασης κανονισμού που μνημονεύθηκε στη σκέψη 56 ανωτέρω. Η τροποποίηση αυτή δικαιολογήθηκε, κατά την Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου του Κοινοβουλίου, από την ανάγκη «να μην επιβαρύνονται ακόμη περισσότερο οι προϋπολογισμοί δημοσίων οργανισμών οι οποίοι, ελλείψει ενσωμάτωσης του ΦΠΑ, αντιμετωπίζουν τη διακινδύνευση της πραγματοποίησης των πράξεών τους και, εν τέλει, της ίδιας της αποτελεσματικότητας των πολιτικών που προσπαθούν να υποστηρίξουν».

59      Είναι αληθές ότι η Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου του Κοινοβουλίου επισήμανε ότι η τροποποίηση εντασσόταν στο πλαίσιο της συνέχειας των προηγούμενων περιόδων προγραμματισμού. Εντούτοις, αντιθέτως προς όσα υποστήριξε η Επιτροπή, η προβαλλόμενη με τον τρόπο αυτό συνέχεια αποσκοπούσε στο να δοθεί απάντηση στην πρόταση της Επιτροπής να αποκλειστεί άνευ ετέρου κάθε ανάληψη του ΦΠΑ που βαρύνει τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, όπως προκύπτει από τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου, της οποίας απόσπασμα μνημονεύεται στη σκέψη 58 ανωτέρω. Επομένως, δεν επρόκειτο για διατήρηση του προγενέστερου καθεστώτος, δυνάμει του οποίου ο ανακτήσιμος με οποιονδήποτε τρόπο ΦΠΑ έπρεπε να αποκλειστεί από κάθε συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ.

60      Κατά συνέπεια, το γράμμα και το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 απηχούν την πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης να περιορίσει το περιεχόμενο της ρήτρας μη επιλεξιμότητας του ΦΠΑ σε σχέση με τα προηγουμένως προβλεπόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1080/2006.

61      Επομένως, το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 περιορίζει εφεξής τη μη επιλεξιμότητα του ΦΠΑ μόνο στις συνεισφορές του ΕΤΠΑ που έχουν τον χαρακτήρα, μεταξύ άλλων, επιδοτήσεως και μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο φόρος αυτός είναι ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ και όχι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, με οποιονδήποτε τρόπο.

62      Τρίτον, διαπιστώνεται ότι υφίσταται διαφορά ορολογίας μεταξύ της έκφρασης «ανακτήσιμος ΦΠΑ» του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 και της εκφράσεως «προς έκπτωση ΦΠΑ» που περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 167, 168α, 188, 226, 295 και 310 της οδηγίας ΦΠΑ.

63      Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ιταλική Δημοκρατία, η δυνατότητα του δικαιούχου χρηματοδοτικής συνεισφοράς από ΕΔΕΤ να ανακτήσει τον ΦΠΑ δεν αντιστοιχεί αυστηρά στο δικαίωμα εκπτώσεως που έχει ο υποκείμενος στον φόρο στο πλαίσιο της οδηγίας ΦΠΑ (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2012, Ουγγαρία κατά Επιτροπής, T‑89/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:451, σκέψη 47, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2012, Ουγγαρία κατά Επιτροπής, T‑407/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:453, σκέψη 46).

64      Από το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 προκύπτει πάντως ότι το δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ συνιστά τρόπο ανάκτησης ο οποίος εμποδίζει τον συνυπολογισμό του ΦΠΑ στις επιλέξιμες δαπάνες για τη συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ, γεγονός το οποίο, εξάλλου, κανένας από τους διαδίκους δεν αμφισβητεί.

65      Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα έκπτωσης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μηχανισμού του ΦΠΑ, ασκείται αμέσως για το σύνολο των φόρων που επιβάρυναν τις πράξεις επί των εισροών και αποσκοπεί στην πλήρη απαλλαγή του υποκειμένου στον φόρο από το βάρος του ΦΠΑ που οφείλεται ή καταβάλλεται στο πλαίσιο όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων του. Το κοινό σύστημα του ΦΠΑ εξασφαλίζει την ουδετερότητα ως προς τη φορολογική επιβάρυνση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων, ανεξαρτήτως του σκοπού ή των αποτελεσμάτων τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται κατ’ αρχήν στον ΦΠΑ. Στο μέτρο που ο υποκείμενος στον φόρο, ο οποίος απέκτησε αγαθό ή έγινε αποδέκτης υπηρεσίας με την ιδιότητα ακριβώς του φορολογικού υπόχρεου, χρησιμοποιεί αυτό το αγαθό ή αυτή την υπηρεσία για τις ανάγκες των φορολογούμενων πράξεών του, δικαιούται έκπτωση του ΦΠΑ που οφείλει ή κατέβαλε για το εν λόγω αγαθό ή την εν λόγω υπηρεσία (πρβλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Iberdrola Inmobilaria Real Estate Investments, C‑132/16, EU:C:2017:683, σκέψεις 25 έως 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

66      Στο πλαίσιο του κανονισμού 1303/2013, το δικαίωμα προς έκπτωση του ΦΠΑ το οποίο εγγυάται η οδηγία ΦΠΑ παρέχει στον δικαιούχο επιδοτήσεως από ΕΔΕΤ τη δυνατότητα, όταν ο δικαιούχος αυτός έχει την ιδιότητα του υποκειμένου στον φόρο κατά την έννοια της οδηγίας ΦΠΑ, να ανακτήσει τον ΦΠΑ τον οποίο έχει προηγουμένως καταβάλει κατά την επιδοτούμενη παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών.

67      Κατά συνέπεια, μολονότι η έκφραση «ανακτήσιμος ΦΠΑ δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ» περιλαμβάνει κατ’ ανάγκην τον προς έκπτωση ΦΠΑ, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην περίπτωση αυτή, δεδομένου ότι άλλες δυνατότητες ανάκτησης που προβλέπει το εθνικό δίκαιο στον τομέα του ΦΠΑ μπορούν επίσης να εμποδίσουν τον συνυπολογισμό του ΦΠΑ στο πλαίσιο της συνεισφοράς από τα ΕΔΕΤ.

68      Τέταρτον και τελευταίο, είναι αληθές ότι, όπως το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1080/2006 και το άρθρο 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1084/2006, από το οποίο διαπνέεται ιδίως, το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 δεν προσδιορίζει την οντότητα ή το πρόσωπο ως προς το οποίο πρέπει να εκτιμηθεί η δυνατότητα ανάκτησης του ΦΠΑ.

69      Εντούτοις, από το άρθρο 65, παράγραφος 2, του κανονισμού 1303/2013 προκύπτει ότι μια δαπάνη είναι επιλέξιμη για συνεισφορά από ΕΔΕΤ εφόσον έχει αναληφθεί από δικαιούχο τέτοιας συνεισφοράς και έχει καταβληθεί κατά την κρίσιμη περίοδο. Επομένως, μόνον οι δαπάνες που αναλαμβάνονται και καταβλήθηκαν από τον ίδιο τον δικαιούχο μπορούν να θεωρηθούν ως επιλέξιμες δαπάνες του οικείου έργου. Ο «δικαιούχος» ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 10, του κανονισμού αυτού ως δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που έχει την ευθύνη για την έναρξη ή για την έναρξη και εφαρμογή πράξεων.

70      Επομένως, όπως έχει κρίνει το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΚ) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 25), και τον κανονισμό 1084/2006 (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2012, Ουγγαρία κατά Επιτροπής, T‑89/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:451, σκέψη 51), πρέπει να γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο του κανονισμού 1303/2013 γίνεται αναφορά, όσον αφορά την επιλεξιμότητα του ΦΠΑ, στον δικαιούχο της παρεμβάσεως από ΕΔΕΤ.

71      Επιπλέον, επισημαίνεται επίσης ότι, στο πλαίσιο των προπαρασκευαστικών εργασιών που κατέληξαν στην έκδοση του κανονισμού 1080/2006, το Συμβούλιο υιοθέτησε, στις 12 Ιουνίου 2006, κοινή θέση επί της προτάσεως κανονισμού της Επιτροπής για το ΕΤΠΑ, σύμφωνα με την οποία ο ΦΠΑ που δεν επιστρέφεται και «βαρύνει πραγματικά και οριστικά τον δικαιούχο» πρέπει να θεωρηθεί ως επιλέξιμη δαπάνη για τον υπολογισμό της συνεισφοράς στο πλαίσιο των Ταμείων. Με ανακοίνωση που απηύθυνε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 13 Ιουνίου 2006, η Επιτροπή δήλωσε ότι συμφωνεί με την κοινή αυτή θέση.

72      Σε αυτό το πλαίσιο, ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1080/2006, το οποίο προέβλεπε ότι ο ανακτήσιμος ΦΠΑ δεν αποτελούσε δαπάνη επιλέξιμη για συνεισφορά από το ΕΤΠΑ.

73      Ουδόλως, όμως, προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες που οδήγησαν στην έκδοση του κανονισμού 1303/2013 ότι ο ορισμός της οντότητας ή του προσώπου ως προς το οποίο πρέπει να εκτιμηθεί η δυνατότητα ανάκτησης του ΦΠΑ, ήτοι του δικαιούχου συνεισφοράς από ΕΔΕΤ, μεταβλήθηκε σε σχέση με τον ορισμό που είχε επιλέξει ο νομοθέτης όταν θέσπισε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1080/2006.

74      Κατά συνέπεια, αν ο ΦΠΑ που οφείλεται λόγω της πραγματοποίησης πράξης επιδοτούμενης από ΕΔΕΤ βαρύνει πραγματικά και οριστικά τον δικαιούχο της επιδοτήσεως και είναι ανακτήσιμος από αυτόν δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ, ο εν λόγω φόρος δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις επιλέξιμες για την επιδότηση δαπάνες.

75      Οι τρεις λόγοι στους οποίους θεμελιώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τους οποίους η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει παράβαση του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013 πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων.

 Επί του πρώτου λόγου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης ανήκει στην κεντρική διοίκηση του ιταλικού κράτους

76      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 25 της προσβαλλόμενης απόφασης, το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης έχει την ιδιότητα του δικαιούχου της χρηματοδοτικής συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ κατά την έννοια του ορισμού του άρθρου 2, σημείο 10, του κανονισμού 1303/2013.

77      Εξάλλου, στο άρθρο 2, σημείο 9, του ίδιου κανονισμού, ο όρος «πράξη» ορίζεται ως «έργο, σύμβαση, δράση ή ομάδα έργων που επιλέγονται από τη διαχειριστική αρχή των οικείων προγραμμάτων ή υπό την ευθύνη της, η οποία συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της σχετικής προτεραιότητας ή των σχετικών προτεραιοτήτων».

78      Επιπροσθέτως, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι η κατασκευή από την Open Fiber, έναντι αμοιβής, μιας υποδομής όπως το δίκτυο πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο συνιστά παράδοση αγαθού πραγματοποιούμενη εξ επαχθούς αιτίας στο έδαφος κράτους μέλους από υποκείμενο στον ΦΠΑ που ενεργεί υπό την ιδιότητά του αυτή και υπόκειται στον ΦΠΑ κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας ΦΠΑ, ούτε αμφισβητούν ότι το βάρος του ΦΠΑ επί του κόστους κατασκευής του εν λόγω δικτύου βάρυνε τον δικαιούχο της συνεισφοράς του ΕΤΠΑ, ήτοι το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης.

79      Όσον αφορά τον λόγο που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 30 της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τον οποίο ο ΦΠΑ που κατέβαλε το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε η κεντρική διοίκηση του ιταλικού κράτους, η Επιτροπή εξηγεί ότι έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ο οποίος τροφοδοτείται, μεταξύ άλλων, από πόρους προερχόμενους από την είσπραξη του ΦΠΑ.

80      Εντούτοις, αφενός, ουδόλως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι η δαπάνη για τον ΦΠΑ στην οποία υποβλήθηκε το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης λόγω της υλοποίησης του μεγάλου έργου BUL αποτελεί αντικείμενο δημοσιονομικής αντισταθμίσεως εκ μέρους του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, οπότε δεν αποδεικνύεται ότι ο ΦΠΑ ανακτήθηκε από τον δικαιούχο της συνεισφοράς του ΕΤΠΑ κατ’ αυτόν τον τρόπο.

81      Αφετέρου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίσταται τέτοιος συμψηφισμός στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ότι ο ΦΠΑ θα είχε ανακτήσιμο χαρακτήρα δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ.

82      Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013, και όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 52 έως 61 ανωτέρω, η μη επιλεξιμότητα του ΦΠΑ για τις συνεισφορές από το ΕΤΠΑ περιορίζεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος που βαρύνεται με την καταβολή του φόρου αυτού μπορεί να τον ανακτήσει δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ και όχι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, στην περίπτωση κατά την οποία ο ΦΠΑ είναι ανακτήσιμος με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

83      Επιπλέον, ο λόγος που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 30 της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να γίνει δεκτός, καθόσον θα είχε ως συνέπεια τον συστηματικό αποκλεισμό του ΦΠΑ από τις επιλέξιμες δαπάνες για τις συνεισφορές του ΕΤΠΑ όταν ο δικαιούχος είναι κεντρική διοικητική αρχή κράτους μέλους, επί παραδείγματι ένα υπουργείο, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.

84      Πέραν του ότι μια τέτοια ερμηνεία ουδόλως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013, θα συνεπαγόταν επίσης άνιση μεταχείριση μεταξύ των δημοσίων φορέων που μπορούν να επωφεληθούν από τα ΕΔΕΤ, κατά παράβαση του άρθρου 2, σημείο 10, του ίδιου κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνει στον ορισμό της έννοιας του δικαιούχου τους δημόσιους φορείς, ανεξαρτήτως του αν οι φορείς αυτοί ανήκουν στην κεντρική διοίκηση κράτους μέλους ή διαθέτουν διακριτή και αυτοτελή νομική προσωπικότητα σε σχέση με το κράτος στο οποίο υπάγονται.

85      Κατά συνέπεια, στηριζόμενη στην αιτιολογία που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 30 της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία η καταβολή του ΦΠΑ από το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε η κεντρική διοίκηση του ιταλικού κράτους, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013.

 Επί του δεύτερου λόγου, με τον οποίο προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, ότι ο ΦΠΑ δεν βάρυνε το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης

86      Στην αιτιολογική σκέψη 31 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η δαπάνη ΦΠΑ για την κατασκευή του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο ήταν καταλογιστέα στην Infratel, η οποία ενήργησε ως in house εταιρία του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης, και όχι στο τελευταίο. Κατά την οδηγία ΦΠΑ, δεν οφείλεται φόρος στο πλαίσιο «εσωτερικής συναλλαγής», οπότε ο ΦΠΑ δεν έπρεπε να περιληφθεί στα τιμολόγια που εκδίδει η Infratel στο υπουργείο αυτό. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Infratel έχει την ιδιότητα του υποκειμένου στον ΦΠΑ, μπορούσε να εκπέσει τον επίμαχο ΦΠΑ.

87      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, στην αίτησή τους για τη χορήγηση της χρηματοδοτικής συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ, οι ιταλικές αρχές ανέφεραν ότι τη συνολική χρηματοδότηση του μεγάλου έργου BUL, ήτοι όχι μόνον τις κεφαλαιουχικές δαπάνες που περιλαμβάνουν τις δαπάνες αγοράς στοιχείων ενεργητικού όπως οι υποδομές, αλλά και τις δαπάνες εκμεταλλεύσεως, θα διαχειριζόταν η Infratel, χωρίς να διευκρινίσουν ότι η εταιρία αυτή δεν θα κατέβαλλε τον ΦΠΑ.

88      Εντούτοις, στην ίδια αίτηση αναφερόταν ότι το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης θα αναλάμβανε τις λειτουργικές δαπάνες, οι οποίες περιλαμβάνουν συνήθως τους φόρους, σύμφωνα με την προγραμματική συμφωνία που συνήφθη στις 20 Οκτωβρίου 2015 μεταξύ του υπουργείου αυτού, της Agenzia nazionale per l’attrazione degli investimenti e lo sviluppo d’impresa και της Infratel.

89      Εξάλλου, οι ιταλικές αρχές διευκρίνισαν ρητώς ότι είχαν συμπεριλάβει τον ΦΠΑ στις επιλέξιμες δαπάνες, δεδομένου ότι ο φόρος αυτός θα καταβαλλόταν από τον δικαιούχο, ήτοι από το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης.

90      Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 15 ανωτέρω και από τις απαντήσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, κατόπιν της προόδου των εργασιών κατασκευής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο, ο παραχωρησιούχος, δηλαδή η Open Fiber, όφειλε να αποστείλει στην Infratel τα τιμολόγια που αντιστοιχούσαν στο κόστος των εργασιών αυτών και να ενσωματώσει τον ΦΠΑ, η δε Infratel όφειλε να καταβάλει μόνον το ποσό εκτός ΦΠΑ των τιμολογίων αυτών.

91      Από την πλευρά του, το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης όφειλε να καταβάλει το μέρος των τιμολογίων αυτών που αντιστοιχούσε στον ΦΠΑ απευθείας στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τον μηχανισμό τμηματικής πληρωμής του ΦΠΑ που μνημονεύεται στη σκέψη 15 ανωτέρω, κατ’ εφαρμογήν του οποίου ο ΦΠΑ που οφειλόταν για τις παραδόσεις αγαθών και τις παροχές υπηρεσιών προς τις δημόσιες αρχές έπρεπε να καταβληθεί απευθείας από τις εν λόγω αρχές σε χωριστό τραπεζικό λογαριασμό, δεσμευμένο από τη φορολογική αρχή.

92      Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με τη θεσμική δομή που επέλεξαν οι ιταλικές αρχές για την υλοποίηση του μεγάλου έργου BUL, την οποία δεν αμφισβητεί η Επιτροπή, ο ΦΠΑ επί του κόστους κατασκευής του δικτύου υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο βάρυνε τον δικαιούχο της συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ, ήτοι το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης, και όχι την Infratel.

93      Στην αιτιολογική σκέψη 31 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή θεώρησε, όμως, ότι ο ΦΠΑ δεν οφειλόταν στο πλαίσιο «εσωτερικών συναλλαγών», οπότε η Infratel θα μπορούσε να καταβάλει τον ΦΠΑ για τα έξοδα κατασκευής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο αντί του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης και να τον εκπέσει στη συνέχεια.

94      Επομένως, κατά την Επιτροπή, η δαπάνη του ΦΠΑ που προκύπτει από το κόστος κατασκευής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο δεν έχει τον χαρακτήρα βέβαιης οικονομικής επιβάρυνσης για τον δικαιούχο της συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ. Συνεπώς, ο ΦΠΑ δεν αποτελεί επιλέξιμη δαπάνη για τον δικαιούχο.

95      Εντούτοις, πρώτον, διαπιστώνεται ότι οι έννοιες της «εσωτερικής συναλλαγής» και της «in house εταιρίας» δεν προβλέπονται στην οδηγία ΦΠΑ. Η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε ούτε διατάξεις του ιταλικού δικαίου για τον ΦΠΑ που καθορίζουν ή χρησιμοποιούν τις εν λόγω έννοιες.

96      Γενικότερα, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Infratel, ως εταιρία νομικώς διακρινόμενη από το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης, δεν έπρεπε να μετακυλίσει τον ΦΠΑ στο τελευταίο.

97      Δεύτερον, στο μέτρο που πρόθεση της Επιτροπής ήταν να στηριχθεί στο άρθρο 11 της οδηγίας ΦΠΑ, είναι αληθές ότι η διάταξη αυτή προβλέπει, στο πρώτο εδάφιό της, ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να εκλαμβάνει ως ενιαίο υποκείμενο στον φόρο τα εγκατεστημένα στο έδαφός του πρόσωπα, τα οποία είναι μεν ανεξάρτητα μεταξύ τους από νομική άποψη, συνδέονται όμως στενά από χρηματοδοτική, οικονομική και οργανωτική άποψη.

98      Μια τέτοια διάταξη, όμως, δεν είναι απαλλαγμένη αιρέσεων, καθόσον προϋποθέτει τη θέσπιση εθνικών διατάξεων που καθορίζουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο των στενών δεσμών από χρηματοδοτικής, οικονομικής και οργανωτικής άποψης μεταξύ των ενδιαφερομένων προσώπων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Larentia + Minerva και Marenave Schiffahrt, C‑108/14 και C‑109/14, EU:C:2015:496, σκέψη 50). Επιπλέον, όπως επισημαίνει η Ιταλική Δημοκρατία χωρίς να αντικρουστεί επί του σημείου αυτού από την Επιτροπή, η δυνατότητα που παρέχει η εν λόγω διάταξη δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή με την ιταλική νομοθεσία όσον αφορά οντότητες όπως το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης και η Infratel, που αποτελούν δύο διακριτές νομικές οντότητες.

99      Επομένως, και εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν μπορούσε να θεωρήσει ότι οι συναλλαγές μεταξύ της Infratel και του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης πραγματοποιούνταν μεταξύ δύο οντοτήτων οι οποίες αποτελούσαν ενιαίο υποκείμενο στον φόρο κατά την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας ΦΠΑ, όπερ θα παρείχε στο εν λόγω υπουργείο τη δυνατότητα να μετακυλίσει στην Infratel τον οφειλόμενο ΦΠΑ για την κατασκευή του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο.

100    Τρίτον, είναι αληθές ότι, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, η απόφαση κατανομής των εσόδων και των δαπανών μεταξύ διαφόρων δημοσίων φορέων που υπάγονται στο ίδιο κράτος μέλος, καθώς και μεταξύ πλειόνων υπεύθυνων για ένα έργο, δεν μπορεί να μεταβάλει την εκτίμηση του επιλέξιμου χαρακτήρα των δαπανών, ιδίως δε της δαπάνης για τον ΦΠΑ που καταβλήθηκε για την υλοποίηση του εν λόγω έργου (πρβλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2012, Ουγγαρία κατά Επιτροπής, T‑407/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:453, σκέψη 32).

101    Ωστόσο, αρκεί η διαπίστωση ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η επιλογή των ιταλικών αρχών να μην προσφύγουν στις υπηρεσίες της Infratel δεν είχε επίπτωση στην καταβολή του ΦΠΑ από το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης, τον οποίον θα του είχε χρεώσει η Open Fiber απευθείας για τις εργασίες κατασκευής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο.

102    Επιπλέον, η Επιτροπή δεν αποδεικνύει, ούτε καν ισχυρίζεται, ότι η θεσμική δομή που επέλεξαν οι ιταλικές αρχές για την υλοποίηση του μεγάλου σχεδίου BUL, καθόσον επιβαρύνει το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης με την τελική χρέωση για τον ΦΠΑ, ήταν παράτυπη υπό το πρίσμα των κανόνων της οδηγίας ΦΠΑ.

103    Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος στον οποίο στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση και με τον οποίο προβάλλεται ότι ο ΦΠΑ για τις εργασίες κατασκευής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο έπρεπε να βαρύνει μόνον την Infratel ως in house εταιρία του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης συνιστά επίσης παράβαση του άρθρου 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013.

 Επί του τρίτου λόγου, με τον οποίο προβάλλεται εξουδετέρωση του ΦΠΑ που οφείλεται για τις εργασίες κατασκευής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω του ΦΠΑ που εισπράττεται επί των τελών παραχωρήσεως του δικτύου αυτού

104    Στην αιτιολογική σκέψη 32 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι τα τέλη παραχωρήσεως του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο που καταβάλλει ο παραχωρησιούχος στην Infratel ως αναθέτουσα αρχή υπόκεινται στον ΦΠΑ, ο οποίος καταβάλλεται απευθείας από τον παραχωρησιούχο στις ιταλικές φορολογικές αρχές, σύμφωνα με τον μηχανισμό τμηματικής πληρωμής. Επομένως, ο οφειλόμενος ΦΠΑ επί των εισροών για τις κατασκευαστικές εργασίες του δικτύου αυτού εξουδετερώνεται από τον ΦΠΑ επί των εκροών που εισπράττεται για τα εν λόγω τέλη και είναι, ως εκ τούτου και θεωρητικώς, ανακτήσιμος.

105    Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι ο λόγος αυτός, ο οποίος αφορά την εξουδετέρωση του ΦΠΑ που οφείλεται για τις κατασκευαστικές εργασίες λόγω του ΦΠΑ που θα εισέπραττε η Infratel επί των τελών παραχωρήσεως, δεν αφορά το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης, το οποίο είναι ο δικαιούχος της συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ για την υλοποίηση του μεγάλου έργου BUL. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν είναι ικανός να αποδείξει ότι το υπουργείο είναι σε θέση να ανακτήσει, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ, τον ΦΠΑ που οφείλει να καταβάλει επί των τιμολογίων που αντιστοιχούν στο στάδιο κατασκευής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο.

106    Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατόπιν της προόδου των εργασιών κατασκευής του εν λόγω δικτύου, η Infratel όφειλε να εξοφλήσει μόνον το άνευ φόρου ποσό των τιμολογίων που είχε εκδώσει η Open Fiber, ενώ το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης όφειλε να καταβάλει το μέρος των τιμολογίων αυτών που αντιστοιχούσε στον ΦΠΑ απευθείας στη φορολογική αρχή.

107    Επιπροσθέτως, όπως επισημαίνει η Ιταλική Δημοκρατία χωρίς να αντικρουστεί επ’ αυτού από την Επιτροπή, το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης δεν θεωρείται υποκείμενο στον φόρο για τις δραστηριότητες ή πράξεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της ασκήσεως θεσμικών καθηκόντων, όπως είναι η υλοποίηση του μεγάλου σχεδίου BUL, εφόσον ασκεί αυτές τις δραστηριότητες ή πράξεις ως δημόσια αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας ΦΠΑ, το οποίο μεταφέρθηκε στην ιταλική έννομη τάξη με το άρθρο 4 του decreto del Presidente delle Repubblica n. 633. – Istituzione e disciplina dell’imposta sul valore aggiunto (διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας αριθ. 633, περί θεσπίσεως και ρυθμίσεως του φόρου προστιθέμενης αξίας), της 26ης Οκτωβρίου 1972 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 292, της 11ης Νοεμβρίου 1972).

108    Επομένως, το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης δεν είχε τη δυνατότητα να εκπέσει τον ΦΠΑ επί του κόστους κατασκευής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας ΦΠΑ και στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του προεδρικού διατάγματος αριθ. 633, της 26ης Οκτωβρίου 1972.

109    Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης θα μπορούσε να ανακτήσει εμμέσως, έστω και εν μέρει, τον ΦΠΑ που όφειλε η Open Fiber επί των τελών παραχωρήσεως κατά το στάδιο εκμεταλλεύσεως του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο, περίπτωση κατά την οποία το υπουργείο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν φέρει το πραγματικό και οριστικό βάρος της σχετικής δαπάνης.

110    Συναφώς, το γεγονός και μόνον ότι η Infratel είναι δημόσια κεφαλαιουχική εταιρία η οποία ανήκει εμμέσως στο Ιταλικό Δημόσιο και τελεί υπό τον έλεγχό του δεν αρκεί για να αποδειχθεί η ύπαρξη μηχανισμού έμμεσης ανάκτησης του ΦΠΑ προς όφελος του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης.

111    Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τέτοιος μηχανισμός υφίσταται ή μπορεί να τεθεί σε λειτουργία μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης και της Infratel, η δαπάνη ΦΠΑ που οφείλει το υπουργείο αυτό κατά το στάδιο κατασκευής του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο θα μπορούσε να αποκλειστεί από το σύνολο των επιλέξιμων δαπανών για τη συνεισφορά από το ΕΤΠΑ μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω έμμεση ανάκτηση του ΦΠΑ, μέσω της Infratel, προβλέπεται από την ιταλική νομοθεσία για τον ΦΠΑ, ισχυρισμό τον οποίο δεν προβάλλει η Επιτροπή.

112    Συναφώς, η Επιτροπή αβασίμως επικαλείται τη λύση που προέκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2012, Ουγγαρία κατά Επιτροπής (T‑89/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:451), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2012, Ουγγαρία κατά Επιτροπής (T‑407/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:453).

113    Βεβαίως, στις δύο αυτές υποθέσεις, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές ακυρώσεως που ασκήθηκαν κατά δύο αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες ο ΦΠΑ είχε αποκλειστεί από τις επιλέξιμες για συνεισφορές από το ΕΤΠΑ και το Ταμείο Συνοχής δαπάνες.

114    Εντούτοις, αφενός, οι δύο αυτές αποφάσεις της Επιτροπής διέπονταν, μεταξύ άλλων, από τον κανονισμό 1084/2006, του οποίου το άρθρο 3, στοιχείο εʹ, όπως και το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1080/2006, απέκλειε τον ανακτήσιμο ΦΠΑ από τις επιλέξιμες δαπάνες για τις παρεμβάσεις του Ταμείου Συνοχής, χωρίς να απαιτείται να καθοριστεί αν οι λεπτομέρειες ανακτήσεως προέκυπταν από την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ.

115    Αφετέρου, στις δύο υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 112 ανωτέρω, ο δικαιούχος είχε λάβει υπόψη μια ενιαία οικονομική διαχείριση των σταδίων κατασκευής και εκμετάλλευσης των επίμαχων στις υποθέσεις εκείνες έργων και είχε προβεί σε ανάλυση κόστους/πλεονεκτημάτων η οποία χαρακτηρίζει τα έργα που αποφέρουν έσοδα.

116    Εν προκειμένω, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 6 ανωτέρω, η στήριξη του ΕΤΠΑ στο μεγάλο έργο BUL συνιστά κρατική ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά, όπως προκύπτει από τον κατ’ ιδίαν έλεγχο των αναγκών χρηματοδοτήσεως που πραγματοποίησε η Επιτροπή σύμφωνα με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

117    Πάντως, όπως ορθώς επισημαίνει η Ιταλική Δημοκρατία, από το άρθρο 61, παράγραφος 8, του κανονισμού 1303/2013, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι οι κανόνες σχετικά με τις πράξεις που αποφέρουν καθαρά έσοδα μετά την ολοκλήρωσή τους δεν είχαν εφαρμογή στις πράξεις για τις οποίες η παρεχόμενη στήριξη στο πλαίσιο του προγράμματος συνιστά κρατική ενίσχυση.

118    Τέλος, η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ότι η ιταλική νομοθεσία για τον ΦΠΑ προβλέπει και άλλους μηχανισμούς ανακτήσεως του ΦΠΑ, πέραν του δικαιώματος προς έκπτωση που θεσπίζει η οδηγία ΦΠΑ, οι οποίοι παρέχουν τη δυνατότητα σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου, όπως το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης, να ανακτούν τον ΦΠΑ που κατέβαλαν ως τελικοί καταναλωτές.

119    Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνον ότι τα τέλη παραχωρήσεως του δικτύου πολύ υψηλής ταχύτητας πρόσβασης στο διαδίκτυο που κατέβαλε ο παραχωρησιούχος στην Infratel, ως αναθέτουσα αρχή, υπόκεινται στον ΦΠΑ δεν επηρεάζει την πραγματική και οριστική δυνατότητα καταλογισμού στο Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης της δαπάνης ΦΠΑ που αφορά την υλοποίηση του μεγάλου έργου BUL. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το υπουργείο μπορούσε να ανακτήσει τη δαπάνη αυτή δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ, ο τρίτος λόγος που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 32 της προσβαλλόμενης απόφασης επίσης αντιβαίνει στο άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013.

120    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι οι τρεις λόγοι στους οποίους στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνουν στο άρθρο 69, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών δύο λόγων που προβλήθηκαν προς στήριξη της προσφυγής.

 Επί των δικαστικών εξόδων

121    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Ιταλικής Δημοκρατίας.

122    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Η εκτελεστική απόφαση C(2019) 2652 τελικό της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 2019, για την έγκριση της χρηματοδοτικής συνεισφοράς για το μεγάλο έργο «Μεγάλο εθνικό έργο πολύ υψηλής ταχύτητας – Λευκές ζώνες», το οποίο επιλέχθηκε στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων «POR Abruzzo FESR 2014-2020», «Basilicata», «POR Calabria FESR FSE», «Campania», «POR Emilia Romagna FESR», «POR Lazio FESR», «POR Liguria FESR», «POR Lombardia FESR», «POR Marche FESR 2014-2020», «POR Piemonte FESR», «POR Puglia FESR-FSE», «POR Sardegna FESR», «Sicilia», «Toscana», «POR Umbria FESR», «POR Veneto FESR 2014-2020» και «Επιχειρήσεις και ανταγωνιστικότητα» στην Ιταλία, ακυρώνεται, στο μέτρο που αποκλείει από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις δαπάνες που κατέβαλε ο δικαιούχος για τον φόρο προστιθέμενης αξίας.

2)      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει, πέραν των δικαστικών της εξόδων, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ιταλική Δημοκρατία.

3)      Η Τσεχική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.

da Silva Passos

Valančius

Reine

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Ιουνίου 2022.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.