Language of document : ECLI:EU:T:2021:363

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 16ης Ιουνίου 2021 (*)

«Κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα – Διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας – Καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο απεικονίζει επιτραπέζια λάμπα – Προγενέστερο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα – Λόγος ακυρότητας – Έλλειψη ατομικού χαρακτήρα – Άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002»

Στην υπόθεση T‑187/20,

Davide Groppi Srl, με έδρα την Piacenza (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους F. Boscariol de Roberto, D. Capra και V. Malerba, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου διανοητικής ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον L. Rampini,

καθού,

αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO:

Viabizzuno Srl, με έδρα το Bentivoglio (Ιταλία),

με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του τρίτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 23ης Ιανουαρίου 2020 (υπόθεση R 126/2019‑3), σχετικά με διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας μεταξύ Viabizzuno και Davide Groppi,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους V. Tomljenović, πρόεδρο, P. Škvařilová‑Pelzl και I. Nõmm (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: R. Ūkelytė, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Απριλίου 2020,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Ιουλίου 2020,

έχοντας υπόψη τη γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου προς τους διαδίκους και τις απαντήσεις τους οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 και στις 18 Δεκεμβρίου 2020,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 27ης Ιανουαρίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Στις 16 Ιουλίου 2014, η προσφεύγουσα, Davide Groppi Srl, ζήτησε από το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (EE 2002, L 3, σ. 1), και πέτυχε την καταχώριση, με αριθμό 2503680‑0001, του επίδικου εν προκειμένω κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, το οποίο απεικονίζεται ως εξής:

Image not found

2        Τα προϊόντα στα οποία προορίζεται να εφαρμοσθεί το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα υπάγονται στην κλάση 26‑05, κατά την έννοια του Διακανονισμού του Λοκάρνο, της 8ης Οκτωβρίου 1968, για τη διεθνή ταξινόμηση των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων, όπως έχει τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Φωτιστικά». Η αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος δημοσιεύτηκε στο Δελτίο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων αριθ. 2014/133, της 21ης Ιουλίου 2014.

3        Στις 3 Μαρτίου 2017, η αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO, Viabizzuno Srl, υπέβαλε ενώπιον του EUIPO, δυνάμει του άρθρου 52 του κανονισμού 6/2002, αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος.

4        Ο λόγος που προβλήθηκε για τη στήριξη της αιτήσεως για την κήρυξη της ακυρότητας ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 έως 6, του κανονισμού 6/2002 και αφορούσε το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα αριθ. 1294664‑0010, της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, το οποίο απεικονίζεται ως εξής:

Image not found

Image not found

5        Στις 4 Αυγούστου 2017, η προσφεύγουσα ζήτησε την αναστολή της διαδικασίας, για τον λόγο ότι εκκρεμούσε αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας του προγενέστερου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος.

6        Στις 22 Νοεμβρίου 2018, το τμήμα ακυρώσεων έκανε δεκτή την αίτηση κηρύξεως ακυρότητας, για τον λόγο ότι το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα δεν είχε ατομικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 6/2002.

7        Στις 17 Ιανουαρίου 2019, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, βάσει των άρθρων 55 έως 60 του κανονισμού 6/2002.

8        Με απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2020 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τρίτο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η προσφεύγουσα. Έκρινε ότι:

–        το γεγονός ότι το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα είχε ακυρωθεί δεν ασκούσε επιρροή, δεδομένου ότι σημασία είχε μόνον το ζήτημα αν είχε διατεθεί στο κοινό·

–        ο ενημερωμένος χρήστης του προϊόντος το οποίο αφορούσε το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείτο γνώστης των προσφορών της αγοράς στον συγκεκριμένο βιομηχανικό κλάδο, και συγκεκριμένα όσον αφορά τις επιτραπέζιες λάμπες και τα φωτιστικά κήπου·

–        ο βαθμός ελευθερίας του δημιουργού ήταν πολύ μεγάλος·

–        από τη σύγκριση των συνολικών εντυπώσεων που προκαλούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα προκύπτει ότι το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα δημιουργούσε μια αίσθηση «déjà vu», δεδομένου ότι τα εν λόγω σχέδια ή υποδείγματα απεικόνιζαν λάμπες αποτελούμενες από τα ίδια τρία διακριτά μέρη (βάση, στέλεχος και αμπαζούρ), τα οποία οπτικώς ήταν σχεδόν πανομοιότυπα·

–        οι διαφορές σε σχέση με την απλή και λεία επιφάνεια της βάσης του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος, ενώ στο προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα η βάση είναι διπλή και φέρει οπές στερέωσης, δεν επηρέαζαν σημαντικά τη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα, δεδομένου ότι οι εν λόγω διαφορές αφορούσαν τμήμα το οποίο συχνά δεν είναι ορατό κατά τη χρήση, οφείλονταν σε τεχνικές προδιαγραφές και δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν τις έντονες ομοιότητες που παρουσίαζαν τα άλλα δύο συστατικά μέρη που αποτελούν τις λάμπες ·

–        η προβαλλόμενη από την προσφεύγουσα διαφορά σε σχέση με την αναλογία διαστάσεων μεταξύ της βάσης, του στελέχους και του αμπαζούρ θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει αντιληπτή μόνο μετά από ακριβή μέτρηση καθενός από τα τρία αυτά στοιχεία, στην οποία δεν επρόκειτο να προβεί ο ενημερωμένος καταναλωτής και η οποία, εξάλλου, δεν ασκούσε επιρροή, δεδομένου ότι η σύγκριση των συνολικών εντυπώσεων που προκαλούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα πρέπει να γίνεται συνθετικά.

 Αιτήματα των διαδίκων

9        Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει το EUIPO και την αντίδικο ενώπιον του τμήματος προσφυγών στα δικαστικά έξοδα.

10      Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

11      Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει έναν μόνο λόγο, ο οποίος στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, του κανονισμού 6/2002. Ο λόγος αυτός αποτελείται από δύο σκέλη, αντλούμενα από σφάλματα τα οποία ενέχει, αφενός, ο προσδιορισμός της κατηγορίας στην οποία κατατάσσονται τα οικεία προϊόντα και, αφετέρου, η σύγκριση των συνολικών εντυπώσεων που προκαλούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα.

12      Δεδομένου ότι τα δύο σκέλη του μοναδικού λόγου ακυρώσεως αφορούν σφάλματα στα οποία φέρεται ότι υπέπεσε εν προκειμένω το τμήμα προσφυγών κατά την εφαρμογή του άρθρου 6 του κανονισμού 6/2002, πρέπει να εξεταστούν από κοινού.

13      Το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002 ορίζει ότι ένα κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα κηρύσσεται άκυρο μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα στοιχεία αʹ έως ζʹ της εν λόγω παραγράφου, ήτοι, μεταξύ άλλων, και στην προβλεπόμενη στο στοιχείο βʹ περίπτωση, όταν δηλαδή δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 4 έως 9 του εν λόγω κανονισμού.

14      Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 6/2002, ένα καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται ότι παρουσιάζει ατομικό χαρακτήρα εάν η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο καταναλωτή διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον εν λόγω καταναλωτή κάθε σχέδιο ή υπόδειγμα που έχει διατεθεί στο κοινό πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την καταχώριση ή, εάν διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας.

15      Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 6/2002 διευκρινίζει επίσης ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί ο ατομικός χαρακτήρας, λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος.

16      Από την αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 6/2002 προκύπτει εξάλλου ότι, κατά την εκτίμηση του κατά πόσο ένα σχέδιο ή υπόδειγμα έχει ατομικό χαρακτήρα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση του προϊόντος στο οποίο έχει εφαρμοσθεί ή ενσωματωθεί το σχέδιο ή υπόδειγμα και, ιδίως, ο βιομηχανικός κλάδος στον οποίο εντάσσεται και ο βαθμός ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος.

17      Για την εκτίμηση του ατομικού χαρακτήρα του σχεδίου ή υποδείγματος διενεργείται, κατ’ ουσίαν, μια εξέταση σε τέσσερα στάδια. Αντικείμενο αυτής της εξέτασης είναι να προσδιοριστεί, πρώτον, ποιος λογίζεται ως τομέας των προϊόντων στα οποία πρόκειται να ενσωματωθεί ή να εφαρμοσθεί το σχέδιο ή υπόδειγμα, δεύτερον, ποιος νοείται ως ενημερωμένος χρήστης των εν λόγω προϊόντων με βάση τον σκοπό τους και, σε συνάρτηση με τον ενημερωμένο αυτό χρήστη, ποιος είναι ο βαθμός γνώσης της προγενέστερης τεχνολογικής εξέλιξης, καθώς και ο βαθμός προσοχής στις ομοιότητες και τις διαφορές κατά τη σύγκριση των σχεδίων ή υποδειγμάτων, τρίτον, ποιος ήταν, κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος, ο βαθμός ελευθερίας του δημιουργού, ο οποίος έχει αντιστρόφως ανάλογη σχέση με τον ατομικό χαρακτήρα, και, τέταρτον, λαμβανομένου υπόψη του τελευταίου, ποιο αποτέλεσμα προκύπτει από τη σύγκριση, ει δυνατόν άμεση, των συνολικών εντυπώσεων που προκαλούν στον ενημερωμένο χρήστη το αμφισβητούμενο σχέδιο ή υπόδειγμα και κάθε προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα που έχει γνωστοποιηθεί στο κοινό, εξεταζόμενο χωριστά [βλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2019, Visi/one κατά EUIPO – EasyFix (Διαφανής θήκη δελτίου στοιχείων για οχήματα), T‑74/18, EU:T:2019:417, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

18      Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι το σχέδιο ή υπόδειγμα έχει διατεθεί στο κοινό κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, δέον να εξεταστεί το βάσιμο των εκτιμήσεων του τμήματος προσφυγών όσον αφορά, πρώτον, τον προσδιορισμό του ενημερωμένου χρήστη του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος και του οικείου προϊόντος, δεύτερον, τον βαθμό ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος και, τρίτον, τη σύγκριση των συνολικών εντυπώσεων που δημιουργούν τα αντιπαρατιθέμενα σχέδια ή υποδείγματα.

19      Προκαταρκτικώς, σημειώνεται ότι το EUIPO ακύρωσε το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα στις 30 Οκτωβρίου 2018.

20      Ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η προσφεύγουσα είχε επισημάνει το γεγονός αυτό προκειμένου να υποστηρίξει ότι η υποβληθείσα από την ενώπιον του τμήματος προσφυγών αντίδικο αίτηση κηρύξεως ακυρότητας έπρεπε να απορριφθεί. Το τμήμα προσφυγών απέρριψε την επιχειρηματολογία αυτή στο σημείο 12 της προσβαλλόμενης απόφασης υπογραμμίζοντας ότι «το γεγονός ότι το προγενέστερο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα έχει εν τω μεταξύ κηρυχθεί άκυρο δεν αναιρεί, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η δικαιούχος [του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος] στους λόγους τους οποίους προβάλλει προς στήριξη της προσφυγής της, τη λογική και νομική προϋπόθεση στην οποία βασίζεται η υποβολή της[· σ]υγκεκριμένα, η προϋπόθεση αυτή δεν είναι το κύρος του προγενέστερου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, αλλά η γνωστοποίησή του στο κοινό, η οποία εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε».

21      Η ανάλυση αυτή, η οποία, εξάλλου, δεν αμφισβητείται πλέον από την προσφεύγουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει να επικυρωθεί, δεδομένου ότι ο λόγος ακυρότητας που προβάλλεται κατά της καταχωρίσεως του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος αντλείται από το άρθρο 25 παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 6/2002.

22      Πράγματι, η λογική στην οποία στηρίζεται το άρθρο 25 παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 6/2002 συνίσταται στην παρεμπόδιση της καταχωρίσεως σχεδίων ή υποδειγμάτων τα οποία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την προστασία τους, και ιδίως την προϋπόθεση που αφορά τον «νεωτερισμό» τους και τον «ατομικό χαρακτήρα» τους, κατά την έννοια, αντιστοίχως, του άρθρου 5 και του άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, και όχι στην προστασία προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος.

23      Κατά τούτο, οι λόγοι ακυρότητας του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 6/2002 διαφέρουν από τον προβλεπόμενο, παραδείγματος χάριν, στο άρθρο 25 παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ίδιου κανονισμού, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία του δικαιούχου διακριτικού σημείου από τη χρήση του εν λόγω σημείου σε σχέδιο ή υπόδειγμα. Εφόσον ένας τέτοιος λόγος εξυπηρετεί την προστασία προγενέστερου δικαιώματος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση κατά την οποία γινόταν δεκτή αίτηση περί κηρύξεως της ακυρότητας του δικαιώματος αυτού, η διαδικασία για την κήρυξη της ακυρότητας του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος θα στερείτο αντικειμένου [απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Dairek Attoumi κατά ΓΕΕΑ – Diesel (DIESEL), T‑278/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:606, σκέψη 24]

24      Εντούτοις, η λύση αυτή δεν μπορεί να ισχύσει και για τους λόγους του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 6/2002, οι οποίοι δεν εντάσσονται στη λογική της προστασίας προγενέστερου δικαιώματος, η οποία παρέχεται μόνο στον δικαιούχο του δικαιώματος αυτού. Πράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι τέτοιοι λόγοι μπορούν κατ’ αρχήν να προβληθούν από οποιονδήποτε (απόφαση της 13ης Ιουνίου 2019, Διαφανής θήκη δελτίου στοιχείων για οχήματα, T‑74/18, EU:T:2019:417, σκέψη 64).

25      Όσον αφορά, ειδικότερα, την εκτίμηση του ατομικού χαρακτήρα σχεδίου ή υποδείγματος βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 6/2002, σε συνδυασμό με το άρθρο του 6, από την αιτιολογική σκέψη 14 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι η εκτίμηση αυτή πρέπει να συνίσταται στο να προσδιοριστεί αν υφίσταται σαφής διαφορά μεταξύ της συνολικής εντύπωσης που το σχέδιο ή υπόδειγμα προκαλεί στον ενημερωμένο χρήση ο οποίος το παρατηρεί και εκείνης που του προκαλεί οποιοδήποτε άλλο από το σύνολο των υφιστάμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων.

26      Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της εξετάσεως του λόγου ακυρότητας του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 6/2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 αυτού, το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα επιτελεί μόνον τη λειτουργία της αποκάλυψης της προγενέστερης τεχνολογικής εξέλιξης. Αυτή αντιστοιχεί στα μέχρι τούδε υφιστάμενα σχέδια ή υποδείγματα που αφορούν το επίμαχο προϊόν και τα οποία είχαν διατεθεί στο κοινό μέχρι την ημερομηνία καταχωρίσεως του οικείου σχεδίου ή υποδείγματος [πρβλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Eglo Leuchten κατά EUIPO – Briloner Leuchten (Λάμπα), T‑767/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:67, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Το γεγονός όμως ότι ένα προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα ανήκει στα μέχρι τούδε υφιστάμενα σχέδια ή υποδείγματα απορρέει απλώς και μόνον από τη γνωστοποίησή του στο κοινό.

27      Επομένως, σημασία έχει το γεγονός ότι το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα έχει διατεθεί στο κοινό και όχι η έκταση της προστασίας που παρέχεται σε αυτό, η οποία απορρέει από το κύρος της καταχωρίσεώς του.

 Σχετικά με το προϊόν το οποίο αφορά το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα και τον ενημερωμένο χρήστη

28      Στα σημεία 15 έως 17 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, δεδομένου ότι το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα απεικόνιζε «φωτιστικά», ο ενημερωμένος χρήστης ήταν το πρόσωπο που χρησιμοποιεί αυτή τη συσκευή φωτισμού το οποίο θεωρείται ότι γνωρίζει την προσφορά της αγοράς όσον αφορά τις επιτραπέζιες λάμπες και τους λαμπτήρες κήπου.

29      Η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι εξομοίωσε δύο διαφορετικά προϊόντα, ήτοι τις επιτραπέζιες λάμπες με τα φωτιστικά κήπου. Αφενός, υποστηρίζει ότι ο προσδιορισμός των προϊόντων στα οποία πρόκειται να ενσωματωθεί ή να εφαρμοσθεί το σχέδιο ή υπόδειγμα αποτελεί προϋπόθεση για τη σύγκριση των συνολικών εντυπώσεων που δημιουργούνται. Προσθέτει ότι δεν αρκεί μόνον η λήψη υπόψη των στοιχείων του προϊόντος που αναγράφονται στην αίτηση καταχωρίσεως του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος και ότι πρέπει να λαμβάνεται εξίσου υπόψη, κατά περίπτωση, και το ίδιο το σχέδιο ή υπόδειγμα. Αφετέρου, ισχυρίζεται ότι οι επιτραπέζιες λάμπες και τα φωτιστικά κήπου, έστω και αν ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία των φωτιστικών, διαφέρουν ως προς τη φύση τους, τη λειτουργία τους και τον προορισμό τους.

30      Το EUIPO αντικρούει το ως άνω επιχείρημα.

31      Όσον αφορά, κατά πρώτον, τον καθορισμό του προϊόντος στο οποίο πρόκειται να ενσωματωθεί ή να εφαρμοσθεί το σχέδιο ή υπόδειγμα, πρέπει να ληφθεί υπόψη η σχετική ένδειξη που περιέχει η αίτηση καταχωρίσεως του σχεδίου ή υποδείγματος αυτού, αλλά και, ενδεχομένως, το ίδιο το σχέδιο ή υπόδειγμα, στο μέτρο που εξειδικεύει τη φύση του προϊόντος, τον προορισμό του ή τη λειτουργία του. Συγκεκριμένα, το να λαμβάνεται υπόψη το ίδιο το σχέδιο ή υπόδειγμα μπορεί να καταστήσει δυνατή τη διάκριση του οικείου προϊόντος στο πλαίσιο ευρύτερης κατηγορίας προϊόντων, όπως αυτή της οποίας έγινε μνεία κατά την καταχώριση (πρβλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 2010, Grupo Promer Mon Graphic κατά ΓΕΕΑ – PEPSICO (Απεικόνιση κυκλικής διαφημιστικής βάσεως), T‑9/07, EU:T:2010:96, σκέψη 56).

32      Συναφώς, επισημαίνεται ότι η καταχώριση του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος αναφέρεται εν γένει στα φωτιστικά. Επιπλέον, από την εξέταση του ίδιου του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος δεν προέκυψε κάποια πρόσθετη ένδειξη. Εξ αυτής συνάγεται μόνον ότι το οικείο προϊόν αποτελεί λάμπα, χωρίς να μπορεί να διαπιστωθεί αν προορίζεται ειδικά για τον φωτισμό εσωτερικών ή εξωτερικών χώρων.

33      Επομένως, ορθώς το τμήμα προσφυγών προσδιόρισε τα εν λόγω προϊόντα εν γένει ως «φωτιστικά».

34      Επίσης, όσον αφορά τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας τα οποία στηρίζει στις διαφορές που ισχυρίζεται ότι υπάρχουν μεταξύ των προϊόντων τα οποία αφορούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα, υπογραμμίζεται ότι, καίτοι ο προσδιορισμός του τομέα των προϊόντων στα οποία πρόκειται να ενσωματωθεί ή να εφαρμοσθεί το σχέδιο ή υπόδειγμα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στο πλαίσιο του προσδιορισμού του ενημερωμένου χρήστη και του βαθμού προσοχής που αυτός επιδεικνύει, του βαθμού της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνησή του και, ενδεχομένως, κατά τη σύγκριση των εντυπώσεων που προκαλεί στον εν λόγω ενημερωμένο χρήστη (πρβλ. απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2011, PepsiCo κατά Grupo Promer Mon Graphic, C‑281/10 P, EU:C:2011:679, σκέψεις 53, 59 και 73), δεν μπορεί εντούτοις να σημαίνει ότι τα προϊόντα τα οποία αφορούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα πρέπει να είναι παρόμοια ή να ανήκουν στον ίδιο τομέα.

35      Πράγματι, το άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 6/2002 δεν περιλαμβάνει καμία προϋπόθεση ως προς την ομοιότητα των προϊόντων, αντίστοιχη με εκείνη την οποία αφορά η εξέταση κινδύνου συγχύσεως κατά το άρθρο 8 παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1). Αντιθέτως, η εξάρτηση της προστασίας ενός σχεδίου ή υποδείγματος από τη φύση του προϊόντος στο οποίο ενσωματώθηκε ή εφαρμόσθηκε το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της εν λόγω προστασίας μόνο στα σχέδια ή υποδείγματα τα οποία ανήκουν σε συγκεκριμένο κλάδο, αποτέλεσμα το οποίο θα ερχόταν σε αντίθεση με τη λογική του κανονισμού 6/2002 (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, Easy Sanitary Solutions και EUIPO κατά Group Nivelles, C‑361/15 P και C‑405/15 P, EU:C:2017:720, σκέψεις 91 έως 95).

36      Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τον προσδιορισμό του «ενημερωμένου χρήστη», επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 6/2002 δεν περιέχει ορισμό της εν λόγω έννοιας. Η έννοια αυτή πρέπει ωστόσο να νοηθεί ως ενδιάμεση έννοια μεταξύ εκείνης του μέσου καταναλωτή που απαντά στο δίκαιο των σημάτων, από τον οποίο δεν απαιτείται καμία ειδική γνώση και ο οποίος εν γένει δεν προβαίνει σε άμεση σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, και του ειδικού, ο οποίος διαθέτει τη σχετική τεχνογνωσία. Ως εκ τούτου, με τον όρο ενημερωμένος χρήστης νοείται ο χρήστης που δεν επιδεικνύει μετρίου βαθμού προσοχή, αλλά ιδιαίτερη επιμέλεια, είτε λόγω της επαγγελματικής πείρας του είτε λόγω του ευρέος πεδίου γνώσεων που διαθέτει στον οικείο τομέα (απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2011, PepsiCo κατά Grupo Promer Mon Graphic, C‑281/10 P, EU:C:2011:679, σκέψη 53).

37      Όσον αφορά το επίπεδο προσοχής που επιδεικνύει, ο ενημερωμένος χρήστης δεν είναι μεν ο μέσος καταναλωτής που έχει τη συνήθη πληροφόρηση, είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος και αντιλαμβάνεται κατά κανόνα ένα σχέδιο ή υπόδειγμα ως ένα σύνολο, χωρίς να εξετάζει μεμονωμένα τις διάφορες λεπτομέρειές του, δεν είναι όμως ούτε ο εμπειρογνώμων ή ο ειδικός που είναι ικανός να παρατηρήσει λεπτομερώς τις ελάσσονος σημασίας ενδεχόμενες διαφορές μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων. Εξάλλου, ο προσδιορισμός «ενημερωμένος» προϋποθέτει ότι, χωρίς να είναι σχεδιαστής ή ειδικός τεχνικός, ο χρήστης γνωρίζει τα διάφορα σχέδια ή υποδείγματα που υπάρχουν στον οικείο τομέα, διαθέτει ορισμένες γνώσεις ως προς τα στοιχεία που κατά κανόνα περιλαμβάνουν τα εν λόγω σχέδια ή υποδείγματα, και, λόγω του ενδιαφέροντός του για τα εν λόγω προϊόντα, επιδεικνύει σχετικά υψηλότερο βαθμό προσοχής όταν τα χρησιμοποιεί (πρβλ. απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2011, PepsiCo κατά Grupo Promer Mon Graphic, C‑281/10 P, EU:C:2011:679, σκέψη 59).

38      Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας αυτής, το τμήμα προσφυγών δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας, στα σημεία 15 έως 17 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο χρήστης είναι το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τις συσκευές φωτισμού που συνιστούν τα φωτιστικά το οποίο θεωρείται ότι είναι ενήμερο όσον αφορά τις προσφορές της αγοράς στον εν λόγω βιομηχανικό τομέα.

 Σχετικά με τον βαθμό ελευθερίας του δημιουργού

39      Κατά τη νομολογία, ο βαθμός ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος καθορίζεται ιδίως βάσει των περιορισμών που σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά τα οποία επιβάλλει η τεχνική λειτουργία του προϊόντος ή ενός στοιχείου του προϊόντος ή επίσης με τις προδιαγραφές που επιβάλλονται εκ του νόμου και ισχύουν για το προϊόν. Οι περιορισμοί αυτοί έχουν ως αποτέλεσμα ορισμένα χαρακτηριστικά να καθίστανται ο κανόνας και να είναι κοινά στα σχέδια ή υποδείγματα που αφορούν το οικείο προϊόν (απόφαση της 18ης Μαρτίου 2010, Απεικόνιση κυκλικής διαφημιστικής βάσεως, T‑9/07, EU:T:2010:96, σκέψη 67).

40      Στο πλαίσιο αυτό, η ελευθερία του δημιουργού αποτελεί παράγοντα ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα ακριβέστερης εκτίμησης του ατομικού χαρακτήρα του αμφισβητούμενου σχεδίου ή υποδείγματος και όχι αυτοτελή παράγοντα που καθορίζει την απαιτούμενη απόσταση μεταξύ δύο σχεδίων ή υποδειγμάτων προκειμένου να είναι δυνατή η επίκληση του ατομικού χαρακτήρα ενός από αυτά. Με άλλα λόγια, ο παράγοντας που αφορά τον βαθμό ελευθερίας του δημιουργού μπορεί να ενισχύσει ή, a contrario, να μετριάσει το συμπέρασμα σχετικά με τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη κάθε επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα [βλ. απόφαση της 6ης Ιουνίου 2019, Porsche κατά EUIPO – Autec (Μηχανοκίνητα οχήματα), T‑209/18, EU:T:2019:377, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

41      Η επιρροή του παράγοντα που σχετίζεται με την ελευθερία του δημιουργού στον ατομικό χαρακτήρα διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση, με βάση μια αντιστρόφως ανάλογη σχέση. Επομένως, όσο μεγαλύτερη είναι η ελευθερία του δημιουργού κατά την εκπόνηση ενός σχεδίου ή υποδείγματος, τόσο λιγότερο αρκούν οι ελάσσονες διαφορές μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων προκειμένου να δημιουργηθεί στον ενημερωμένο χρήστη διαφορετική συνολική εντύπωση. Αντιστρόφως, όσο μικρότερη είναι η ελευθερία του δημιουργού κατά την εκπόνηση ενός σχεδίου ή υποδείγματος, τόσο περισσότερο αρκούν οι ελάσσονες διαφορές μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων για να δημιουργηθεί στον ενημερωμένο χρήστη διαφορετική συνολική εντύπωση. Με άλλα λόγια, ο μεγάλος βαθμός ελευθερίας του δημιουργού ενισχύει το συμπέρασμα ότι τα σχέδια ή υποδείγματα χωρίς σημαντικές μεταξύ τους διαφορές δημιουργούν την ίδια γενική εντύπωση στον ενημερωμένο χρήστη και, ως εκ τούτου, το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα δεν παρουσιάζει ατομικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, ο μικρός βαθμός ελευθερίας του δημιουργού ευνοεί το συμπέρασμα ότι οι αρκούντως έντονες διαφορές μεταξύ των σχεδίων ή υποδειγμάτων προκαλούν διαφορετική συνολική εντύπωση στον ενημερωμένο χρήστη και, ως εκ τούτου, το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα παρουσιάζει ατομικό χαρακτήρα (βλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2019, Διαφανής θήκη δελτίου στοιχείων για οχήματα, T‑74/18, EU:T:2019:417, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στο σημείο 22 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ελευθερία αυτή ήταν πολύ ευρεία, αν όχι πρακτικά απεριόριστη. Η εκτίμηση αυτή, η οποία άλλωστε δεν αμφισβητείται από την προσφεύγουσα, πρέπει να επικυρωθεί.

 Σχετικά με τη σύγκριση των προκαλούμενων συνολικών εντυπώσεων

43      Το τμήμα προσφυγών έκρινε, στα σημεία 23 έως 35 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι από τη σύγκριση των συνολικών εντυπώσεων προέκυπτε ότι το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα δημιουργούσε μια αίσθηση «déjà vu».

44      Πρώτον, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα απεικονίζουν λάμπες αποτελούμενες από τα ίδια τρία μέρη, τα οποία οπτικώς ήταν σχεδόν πανομοιότυπα.

45      Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι οι διαφορές μεταξύ των σχεδίων ή υποδειγμάτων δεν ήταν ικανές να εμποδίσουν τη δημιουργία μιας αίσθησης «déjà vu». Αφενός, οι διαφορές σε σχέση με την απλή και λεία βάση του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος, ενώ η βάση στο προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα είναι διπλή και φέρει οπές, δεν επηρεάζουν σημαντικά τις συνολικές εντυπώσεις που προκαλούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα, δεδομένου ότι οι εν λόγω διαφορές αφορούν τμήμα το οποίο συχνά δεν είναι ορατό κατά τη χρήση, οφείλονται σε τεχνικές προδιαγραφές και δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τις έντονες ομοιότητες που παρουσιάζουν τα άλλα δύο συστατικά μέρη που αποτελούν τις λάμπες. Αφετέρου, η προβαλλόμενη από την προσφεύγουσα διαφορά σε σχέση με την αναλογία διαστάσεων μεταξύ της βάσης, του στελέχους και του αμπαζούρ μπορεί ενδεχομένως να γίνει αντιληπτή μόνο μετά από ακριβή μέτρηση καθενός από τα τρία αυτά στοιχεία, στην οποία δεν πρόκειται να προβεί ο ενημερωμένος καταναλωτής. Επιπλέον, η διαφορά αυτή δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η σύγκριση των συνολικών εντυπώσεων που προκαλούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα πρέπει να γίνεται συνθετικά.

46      Η προσφεύγουσα, προκειμένου να αμφισβητήσει την ως άνω εκτίμηση του τμήματος προσφυγών, αναφέρεται, κατά πρώτον, στις διαφορές σε σχέση με τα προϊόντα τα οποία αφορούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα. Κατά δεύτερον, υποστηρίζει ότι είναι εσφαλμένοι οι λόγοι για τους οποίους το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι οι διαφορές μεταξύ των επίμαχων σχεδίων ή υποδειγμάτων δεν ασκούσαν επιρροή. Τούτο ισχύει, πρώτον, ως προς τον λόγο που αντλείται από το ότι η βάση του προϊόντος το οποίο αφορά το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα είναι συχνά μη ορατή, δεύτερον, ως προς τον λόγο που αντλείται από την επισήμανση των τεχνικών προδιαγραφών της βάσης του προϊόντος το οποίο αφορά το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα και, τρίτον, ως προς τους λόγους που αντλούνται από το γεγονός ότι, αφενός, οι διαφορές σε σχέση με τη βάση δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τις έντονες ομοιότητες όσον αφορά το στέλεχος και το αμπαζούρ και, αφετέρου, οι διαφορετικές αναλογίες μεταξύ των στοιχείων που αποτελούν τις δύο λάμπες δεν γίνονται αντιληπτές από τον ενημερωμένο χρήστη.

47      Το EUIPO αμφισβητεί την ορθότητα του συνόλου των ως άνω επιχειρημάτων.

48      Κατά πάγια νομολογία, ο ατομικός χαρακτήρας ενός σχεδίου ή υποδείγματος προκύπτει από τη δημιουργία διαφορετικής συνολικής εντύπωσης ή τη μη δημιουργία εντύπωσης «déjà vu» στον ενημερωμένο χρήστη σε σχέση με οποιοδήποτε προγενέστερο από το σύνολο των υπαρχόντων σχεδίων ή υποδειγμάτων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη διαφορές οι οποίες, καίτοι υπερβαίνουν επουσιώδεις λεπτομέρειες, δεν είναι πάντως αρκετά έντονες ώστε να επηρεάσουν την εν λόγω συνολική εντύπωση, αλλά λαμβανομένων υπόψη των διαφορών οι οποίες είναι αρκετά έντονες ώστε να δημιουργήσουν διαφορετική συνολική εντύπωση [βλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2017, Antrax It κατά EUIPO – Vasco Group (Θερμοσυσσωρευτές για θερμαντικά σώματα), T‑828/14 και T‑829/14, EU:T:2017:87, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

49      Προκειμένου να εξεταστεί ο ατομικός χαρακτήρας ενός υποδείγματος, πρέπει να γίνει, συνεπώς, σύγκριση μεταξύ, αφενός, της συνολικής εντύπωσης που δημιουργεί το επίμαχο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα και, αφετέρου, της συνολικής εντύπωσης που δημιουργεί καθένα από τα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα που νομίμως προβάλλει ο αιτών την κήρυξη ακυρότητας [απόφαση της 22ας Ιουνίου 2010, Shenzhen Taiden κατά ΓΕΕΑ – Bosch Security Systems (Συσκευή επικοινωνίας), T‑153/08, EU:T:2010:248, σκέψη 24].

50      Διαφορές οι οποίες δεν είναι αρκετά έντονες ώστε να διαφοροποιήσουν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα στην αντίληψη του ενημερωμένου καταναλωτή ή να αντισταθμίσουν τις διαπιστωθείσες ομοιότητες μεταξύ των σχεδίων ή υποδειγμάτων δεν αρκούν για τη δημιουργία συνολικής εντύπωσης διαφοράς (πρβλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 2010, Απεικόνιση κυκλικής διαφημιστικής βάσεως, T‑9/07, EU:T:2010:96, σκέψεις 77 έως 84).

51      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα δημιουργούσε μια αίσθηση «déjà vu» και, ως εκ τούτου, δεν παρουσίαζε ατομικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 6/2002.

52      Συγκεκριμένα, από τη σύγκριση των επίμαχων σχεδίων ή υποδειγμάτων προκύπτει ότι αυτά αφορούν λάμπες οι οποίες διαθέτουν αμφότερες στρογγυλά αμπαζούρ και ίσια στελέχη. Οι δε βάσεις και των δύο φωτιστικών έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό το ότι είναι κυκλικές και πολύ μεγαλύτερες σε μέγεθος από τα αμπαζούρ.

53      Λαμβανομένων υπόψη ως άνω ομοιοτήτων, οι διαφορές που παρουσιάζουν οι εν λόγω λάμπες ως προς τη βάση τους –κυρτή και φέρουσα οπές στη μια περίπτωση, επίπεδη και λεία στην άλλη– δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αρκετά έντονες υπό την έννοια της μνημονευόμενης στις ως άνω σκέψεις 48 και 50 νομολογίας, όπως ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 30 της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο ισχύει για το, αναλογικά, ελαφρώς πιο μακρύ και λεπτό στέλεχος του προγενέστερου υποδείγματος ή σχεδίου και για τη συνακόλουθη διαφορά ως προς τις αναλογίες μεταξύ των στοιχείων που αποτελούν τις δύο λάμπες.

54      Συναφώς, επισημαίνεται επιπλέον ότι η ιδιαιτέρως ευρεία ελευθερία του δημιουργού κατά την εκπόνηση του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος περιορίζει, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 41 ανωτέρω, τις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχουν οι ελάσσονες διαφορές μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων στο πλαίσιο της σύγκρισης των συνολικών εντυπώσεων που αυτά προκαλούν.

55      Επομένως, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα δεν παρουσίαζε ατομικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 6/2002 και, ως εκ τούτου, κήρυξε την ακυρότητά του κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 25 παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με το εν λόγω άρθρο 6, του κανονισμού.

56      Το ως άνω συμπέρασμα δεν αναιρείται από το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ένα στοιχείο διαφοροποιήσεως προκύπτει από τον τομέα των προϊόντων τα οποία αφορούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα. Συγκεκριμένα, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 32 και 33 ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα προορίζεται μόνο για τον φωτισμό εσωτερικών χώρων. Εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 34 και 35 ανωτέρω, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα επίμαχα προϊόντα δεν ανήκουν στον ίδιο τομέα, αλλά σε παραπλήσιους τομείς –στον τομέα των φωτιστικών εσωτερικού χώρου και στον τομέα των φωτιστικών εξωτερικού χώρου–, η διαφορά αυτή δεν είναι ικανή να αντισταθμίσει τα σημαντικά κοινά σημεία που εντοπίστηκαν μεταξύ των επίμαχων σχεδίων ή υποδειγμάτων στο πλαίσιο της σύγκρισης των γενικών εντυπώσεων που αυτά προκαλούν.

57      Επιπλέον, παρέλκει η εξέταση των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας με τα οποία προβάλλεται ότι το τμήμα προσφυγών εσφαλμένως στηρίχθηκε, στα σημεία 28 και 29 της προσβαλλόμενης απόφασης, στο γεγονός ότι η βάση του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος συχνά δεν είναι ορατή και ότι οι διαφορές μεταξύ των βάσεων των επίμαχων σχεδίων ή υποδειγμάτων εξηγούνται λόγω των τεχνικών προδιαγραφών προκειμένου να διαπιστώσει ότι οι συγκεκριμένες διαφορές ως προς τη βάση που έχουν οι λάμπες είναι άνευ σημασίας. Συγκεκριμένα, ο λόγος που αντλείται από το ότι οι εν λόγω διαφορές δεν είναι αρκούντως έντονες ώστε να αντισταθμίσουν τις έντονες ομοιότητες τις οποίες παρουσιάζουν τα λοιπά συστατικά μέρη των λαμπών τις οποίες αφορούν τα αντιπαρατιθέμενα σχέδια ή υποδείγματα, ο οποίος παρατίθεται στο σημείο 30 της προσβαλλόμενης απόφασης, αρκεί αφ’ εαυτού για την απόδειξη του βασίμου της εκτιμήσεως του τμήματος προσφυγών.

58      Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως τον οποίο προβάλλει η προσφεύγουσα και, κατά συνέπεια, η προσφυγή.

 Επί των δικαστικών εξόδων

59      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του EUIPO.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει την Davide Groppi Srl στα δικαστικά έξοδα.

Tomljenović

Škvařilová‑Pelzl

Nõmm

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 16 Ιουνίου 2021.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.