Language of document : ECLI:EU:T:2022:28

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο πενταμελές τμήμα)

της 26ης Ιανουαρίου 2022 (*)

«Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών – Υπηρεσίες εναέριας επιτήρησης – Προσφυγή ακυρώσεως – Έλλειψη εννόμου συμφέροντος – Απαράδεκτο – Εξωσυμβατική ευθύνη»

Στην υπόθεση T‑849/19,

Leonardo SpA, με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους M. Esposito, F. Caccioppoli και G. Calamo, δικηγόρους,

προσφεύγουσα-ενάγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex), εκπροσωπούμενου από τους H. Caniard, Κ. Γεωργιάδη, A. Gras και S. Drew, επικουρούμενους από τους M. Umbach, F. Biebuyck, V. Ost και M. Clarich, δικηγόρους,

καθού-εναγομένου,

με αντικείμενο, αφενός, αίτημα βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση της προκήρυξης διαγωνισμού FRONTEX/OP/888/2019/JL/CG, της 18ης Οκτωβρίου 2019, με τίτλο «Τηλεκατευθυνόμενα αεροπορικά συστήματα (RPAS) για μεσαίου ύψους και μεγάλης εμβέλειας εναέρια επιτήρηση θαλάσσιων περιοχών», όπως διορθώθηκε, των συνημμένων σε αυτή ως παράρτημα πράξεων, των ερωτήσεων και απαντήσεων που δημοσιεύθηκαν από τον Frontex, των πρακτικών της ενημερωτικής συνάντησης που διοργανώθηκε στις εγκαταστάσεις του Frontex στις 28 Οκτωβρίου 2019, της αποφάσεως περί αναθέσεως της εν λόγω συμβάσεως καθώς και κάθε άλλης προγενέστερης, μεταγενέστερης ή συναφούς πράξεως και, αφετέρου, αίτημα βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι υπέστη για τον λόγο αυτό,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, M. J. Costeira, J. Schwarcz, M. Kancheva και T. Perišin (εισηγήτρια), δικαστές,

γραμματέας: J. Palacio González, κύριος διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Ιουνίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς και μεταγενέστερα της ασκήσεως της προσφυγής-αγωγής πραγματικά περιστατικά

1        Στις 18 Οκτωβρίου 2019, με προκήρυξη διαγωνισμού που δημοσιεύθηκε στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2019/S 0202‑490010), ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) προκήρυξε τη διαδικασία διαγωνισμού FRONTEX/OP/888/2019/JL/CG με τίτλο «Τηλεκατευθυνόμενα αεροπορικά συστήματα (RPAS) για μεσαίου ύψους και μεγάλης εμβέλειας εναέρια επιτήρηση θαλάσσιων περιοχών» (στο εξής: προσβαλλόμενη προκήρυξη), προκειμένου να αποκτήσει υπηρεσίες εναέριας επιτήρησης του θαλάσσιου χώρου με τη χρήση του ευρωπαϊκού τηλεκατευθυνόμενου αεροπορικού συστήματος μεσαίου ύψους και μεγάλης εμβέλειας («MALE RPAS»). Στις 8 και στις 22 Νοεμβρίου 2019 δημοσιεύθηκαν δύο διορθώσεις στην προκήρυξη διαγωνισμού, με τις οποίες παρατάθηκε η προθεσμία υποβολής προσφορών και η ημερομηνία αποσφράγισης των προσφορών.

2        Η προθεσμία για την υποβολή των προσφορών ορίστηκε, σύμφωνα με τις διορθώσεις της προκήρυξης του διαγωνισμού που δημοσιεύθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, στις 13 Δεκεμβρίου 2019 και η ημερομηνία αποσφράγισης των προσφορών στις 20 Δεκεμβρίου 2019. Τρεις επιχειρήσεις υπέβαλαν προσφορές.

3        Η προσφεύγουσα-ενάγουσα, Leonardo SpA, εταιρία που δραστηριοποιείται στον τομέα της αεροδιαστημικής, δεν μετέσχε στον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε με την προσβαλλόμενη προκήρυξη.

4        Στις 31 Μαΐου 2020, η επιτροπή αξιολόγησης των προσφορών υπέβαλε την έκθεση αξιολόγησης στον αρμόδιο διατάκτη.

5        Στις 12 Ιουνίου 2020, ο αρμόδιος διατάκτης ενέκρινε την έκθεση αξιολόγησης των προσφορών και υπέγραψε την απόφαση περί αναθέσεως της συμβάσεως (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση περί αναθέσεως) καθώς και τις επιστολές που εστάλησαν στους τρεις προσφέροντες προκειμένου να τους ενημερώσει για την εξέλιξη της διαδικασίας. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν είχε μετάσχει στη διαδικασία, δεν έλαβε επιστολή.

6        Με αίτηση προσβάσεως σε έγγραφα που καταχωρίστηκε στις 30 Ιουνίου 2020, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε να της επιτραπεί να λάβει αντίγραφα όλων των εγγράφων που αφορούσαν τη διαδικασία συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως, και ιδίως της προσβαλλομένης αποφάσεως περί αναθέσεως, των πρακτικών της διαδικασίας του διαγωνισμού, των εγγράφων που υπέβαλε ο ανάδοχος και όλων των λοιπών εγγράφων που περιλαμβάνονταν στον φάκελο της διαδικασίας (στο εξής: αίτηση προσβάσεως). Με έγγραφο της 10ης Αυγούστου 2020, ο Frontex αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

7        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 2019, η προσφεύγουσα-ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή.

8        Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλομένης προκήρυξης διαγωνισμού, όπως διορθώθηκε, των συνημμένων σε αυτή ως παράρτημα πράξεων, των ερωτήσεων και των απαντήσεων που δημοσιεύθηκαν από τον Frontex (στο εξής: ερωτήσεις και απαντήσεις), των πρακτικών της ενημερωτικής συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στη Βαρσοβία στις 28 Οκτωβρίου 2019 (στο εξής: ενημερωτική συνάντηση), καθώς και κάθε άλλης προγενέστερης, μεταγενέστερης ή συναφούς πράξεως. Ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου, με διάταξη της 20ής Απριλίου 2020, Leonardo κατά Frontex (T‑849/19 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:154), απέρριψε την αίτηση αυτή και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

9        Στις 18 Φεβρουαρίου 2020, ο Frontex κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως.

10      Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Αυγούστου 2020, η προσφεύγουσα-ενάγουσα κατέθεσε νέο υπόμνημα, με το οποίο ζήτησε, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει επίσης την προσβαλλόμενη απόφαση περί αναθέσεως, καθώς και κάθε άλλη προγενέστερη, μεταγενέστερη ή συναφή πράξη, και να διατάξει τον Frontex να προσκομίσει τα έγγραφα που ζητήθηκαν με την αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

11      Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Αυγούστου 2020, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση των προσβαλλομένων πράξεων τις οποίες αφορά το δικόγραφο της προσφυγής, καθώς και των προσβαλλομένων πράξεων τις οποίες αφορά το υπόμνημα της 11ης Αυγούστου 2020. Κατά την ίδια ημερομηνία, η προσφεύγουσα υπέβαλε συμπληρωματική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου, με διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 2020, Leonardo κατά Frontex (T‑849/19 RII, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:539), απέρριψε την αίτηση αυτή και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

12      Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Σεπτεμβρίου 2020, η προσφεύγουσα-ενάγουσα προέβαλε, δυνάμει του άρθρου 84 του Κανονισμού Διαδικασίας, νέους ισχυρισμούς.

13      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Οκτωβρίου 2020, ο Frontex υπέβαλε παρατηρήσεις επί των υπομνημάτων της 11ης Αυγούστου και της 1ης Σεπτεμβρίου 2020.

14      Στις 27 Ιανουαρίου 2021, στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν εγγράφως σε διάφορες ερωτήσεις σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής. Οι διάδικοι απάντησαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

15      Κατόπιν προτάσεως του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας, να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον πενταμελούς τμήματος.

16      Λόγω κωλύματος ενός εκ των μελών του ενάτου πενταμελούς τμήματος, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου όρισε άλλον δικαστή για να συμπληρωθεί η σύνθεση του τμήματος.

17      Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Ιουνίου 2011.

18      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη προκήρυξη διαγωνισμού, όπως διορθώθηκε, τις συνημμένες σε αυτήν ως παράρτημα πράξεις, τις ερωτήσεις και απαντήσεις, τα πρακτικά της ενημερωτικής συνάντησης, καθώς και κάθε άλλη προγενέστερη, μεταγενέστερη ή συναφή πράξη (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες πράξεις τις οποίες αφορά η προσφυγή)·

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση περί αναθέσεως, καθώς και κάθε άλλη προγενέστερη, μεταγενέστερη ή συναφή πράξη την οποία αφορά το υπόμνημα της 11ης Αυγούστου 2020·

–        να υποχρεώσει τον Frontex να αποκαταστήσει το σύνολο της ζημίας που αυτή υπέστη ή θα υποστεί στο μέλλον, άμεσης ή έμμεσης, η οποία απορρέει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, από τον παράνομο χαρακτήρα της επίμαχης πρόσκλησης υποβολής προσφορών·

–        να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί ότι οι επίμαχες ρήτρες της προσβαλλομένης προκήρυξης διαγωνισμού είναι παράλογες, περιττές και μη σύμφωνες με την εφαρμοστέα στον τομέα αυτό νομοθεσία, ότι οι ρήτρες αυτές την εμπόδισαν να υποβάλει προσφορά και ότι συνέτρεχαν επαρκείς λόγοι από απόψεως κόστους και τεχνικής σκοπιμότητας για την κατάτμηση της συμβάσεως σε δύο ή περισσότερα τμήματα·

–        να υποχρεώσει τον Frontex να προσκομίσει τα έγγραφα που αυτή ζήτησε με την αίτηση προσβάσεως στα σχετικά με τη διαδικασία συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως έγγραφα·

–        να καταδικάσει τον Frontex στα δικαστικά έξοδα.

19      Ο Frontex ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί των αιτημάτων ακυρώσεως

20      Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό των αιτημάτων ακυρώσεως των προσβαλλομένων πράξεων τις οποίες αφορά το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής και το υπόμνημα της 11ης Αυγούστου 2020.

21      Με τις απαντήσεις του στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 14 ανωτέρω, ο Frontex υποστηρίζει ότι το αίτημα ακυρώσεως των προσβαλλομένων πράξεων τις οποίες αφορά το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής είναι απαράδεκτο στο μέτρο που δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη προκήρυξη διαγωνισμού δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις κατά των οποίων βάλλει η προσφυγή δεν αφορούν ούτε ατομικά ούτε άμεσα την προσφεύγουσα-ενάγουσα και ότι αυτή δεν μπορεί να επικαλεστεί έννομο συμφέρον.

22      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα φρονεί ότι η προσφυγή-αγωγή της πληροί τις προϋποθέσεις παραδεκτού του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

23      Συναφώς, πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ασκούμενη από φυσικό ή νομικό πρόσωπο προσφυγή είναι παραδεκτή μόνον αν ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον στην ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Ένα τέτοιο συμφέρον προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως δύναται, αυτή καθεαυτήν, να έχει έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Binca Seafoods κατά Επιτροπής, C‑268/16 P, EU:C:2017:1001, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24      Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι δεν μετέσχε στην επίμαχη διαδικασία πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών διότι οι όροι της συγγραφής υποχρεώσεων την εμπόδισαν να υποβάλει προσφορά. Επομένως, το ζήτημα που τίθεται είναι αν, υπό τις συνθήκες αυτές, δικαιολογεί έννομο συμφέρον υπό την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ κατά της εν λόγω προκήρυξης διαγωνισμού.

25      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει, απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ  1989, L 395, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007 (ΕΕ 2007, L 335, σ. 31), ότι η συμμετοχή σε διαδικασία συνάψεως συμβάσεως μπορεί κατ’ αρχήν να αποτελέσει εγκύρως προϋπόθεση η οποία πρέπει να συντρέχει ώστε να μπορεί το συγκεκριμένο πρόσωπο να δικαιολογήσει συμφέρον να του ανατεθεί η επίμαχη σύμβαση ή κίνδυνο να υποστεί ζημία λόγω του παράνομου χαρακτήρα της αποφάσεως περί αναθέσεως της εν λόγω συμβάσεως (βλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2018, Amt Azienda Trasporti e Mobilità κ.λπ., C‑328/17, EU:C:2018:958, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν υπέβαλε προσφορά διότι τα τεύχη του διαγωνισμού ή η συγγραφή υποχρεώσεων περιείχαν προδιαγραφές που υποτίθεται ότι εισήγαν δυσμενή διάκριση, λόγω ακριβώς των οποίων δεν ήταν σε θέση να παράσχει το σύνολο των ζητούμενων παροχών, θα ήταν υπερβολικό να απαιτείται από την επιχείρηση αυτή να υποβάλει προσφορά στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως πριν μπορέσει να ασκήσει το δικαίωμα προσφυγής που προβλέπει η οδηγία 89/665 κατά των προδιαγραφών αυτών, ενώ οι πιθανότητες να της ανατεθεί η σύμβαση αυτή είναι μηδαμινές εξαιτίας της υπάρξεως των εν λόγω προδιαγραφών (βλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2018, Amt Azienda Trasporti e Mobilità κ.λπ., C‑328/17, EU:C:2018:958, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, στο μέτρο που μόνον κατ’ εξαίρεση είναι δυνατό να αναγνωριστεί δικαίωμα προσφυγής σε φορέα ο οποίος δεν υπέβαλε προσφορά, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικό το να απαιτείται από τον φορέα αυτό να αποδείξει ότι οι ρήτρες της προκήρυξης του διαγωνισμού καθιστούν αδύνατη, αυτή καθεαυτήν, την υποβολή προσφοράς (απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2018, Amt Azienda Trasporti e Mobilità κ.λπ., C‑328/17, EU:C:2018:958, σκέψη 53).

28      Μολονότι η ανωτέρω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος σχετικού με την ερμηνεία διατάξεων της οδηγίας 89/665, η οποία δεσμεύει μόνον τα κράτη μέλη, η λύση που απορρέει από αυτήν μπορεί, mutatis mutandis, να εφαρμοστεί σε περίπτωση όπως η προκείμενη, στην οποία η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι εμποδίστηκε να υποβάλει προσφορά λόγω των τεχνικών προδιαγραφών που προβλέπονται στα τεύχη του διαγωνισμού που προκήρυξε οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις οποίες τεχνικές προδιαγραφές αμφισβητεί.

29      Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η προσφεύγουσα-ενάγουσα απέδειξε ότι εμποδίστηκε να υποβάλει προσφορά και, ως εκ τούτου, δικαιολογεί έννομο συμφέρον.

30      Προκειμένου να αποδείξει ότι εμποδίστηκε να υποβάλει προσφορά, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη προκήρυξη διαγωνισμού, όπως διορθώθηκε, οι συνημμένες σε αυτήν ως παράρτημα πράξεις, οι ερωτήσεις και απαντήσεις και τα πρακτικά της ενημερωτικής συνάντησης, που μνημονεύονται στο δικόγραφο της προσφυγής, περιείχαν ρήτρες οι οποίες εισήγαν δυσμενείς διακρίσεις και καθιστούσαν αδύνατη την παροχή, εκ μέρους της, του συνόλου των ζητούμενων υπηρεσιών.

31      Συναφώς, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της διαφάνειας έχουν καθοριστική σημασία όσον αφορά τις τεχνικές προδιαγραφές, δεδομένου του κινδύνου δημιουργίας δυσμενών διακρίσεων εξαιτίας της επιλογής των τεχνικών προδιαγραφών ή λόγω του τρόπου με τον οποίο οι προδιαγραφές αυτές διατυπώνονται [βλ., σχετικά με την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 114), απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C‑368/10, EU:C:2012:284, σκέψη 62].

32      Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι στο πλαίσιο της σύναψης μιας κοινής δημόσιας σύμβασης, το εν λόγω στάδιο αξιολόγησης και καθορισμού των αναγκών διεξάγεται, κατά κανόνα, μονομερώς. Πράγματι, η αναθέτουσα αρχή περιορίζεται στην προκήρυξη διαγωνισμού με τις προδιαγραφές που η ίδια έχει καθορίσει (απόφαση της 4ης Ιουνίου 2020, Remondis, C‑429/19, EU:C:2020:436, σκέψη 33).

33      Εν προκειμένω, ωστόσο, της επίμαχης διαδικασίας διαγωνισμού προηγήθηκε η διαδικασία διαγωνισμού FRONTEX/OP/800/2017/JL, η οποία προκηρύχθηκε το 2017 και αφορούσε την πραγματοποίηση δοκιμών δύο ειδών συστημάτων RPAS. Σκοπός της διαδικασίας αυτής ήταν, σύμφωνα με την διατύπωση της προκήρυξης του διαγωνισμού, «να παράσχει τη δυνατότητα στον Frontex να συνεχίσει την ανάλυση και την αξιολόγηση των RPAS τα οποία δύνανται να διασφαλίσουν τη μεγάλης εμβέλειας επιτήρηση των θαλάσσιων συνόρων». Επιπλέον, στην ως άνω προκήρυξη αναφερόταν ότι «η ανάλυση αυτή επικεντρωνόταν ιδίως στην ικανότητα μιας τέτοιας πλατφόρμας να παρέχει υπηρεσίες επιτήρησης κατά τρόπο τακτικό, αξιόπιστο και οικονομικώς αποδοτικό». Η σύμβαση αυτή υποδιαιρείτο σε δύο τμήματα, εκ των οποίων το πρώτο αφορούσε τη δοκιμή ενός κανονικού μεγέθους MALE RPAS για μεγάλης εμβέλειας εναέρια επιτήρηση των θαλάσσιων συνόρων, επί 600 κατ’ ανώτατο όριο ώρες πτήσεως σε συγκεκριμένες περιοχές της Μεσογείου μεταξύ του δεύτερου και του τέταρτου τριμήνου του 2018, ενώ το δεύτερο τη δοκιμή ενός μικρού μεγέθους MALE RPAS για μεγάλης εμβέλειας εναέρια επιτήρηση των θαλάσσιων συνόρων, επί 300 κατ’ ανώτατο όριο ώρες πτήσεως σε συγκεκριμένες περιοχές της Μεσογείου μεταξύ του δεύτερου και του τέταρτου τριμήνου του 2018. Στο πλαίσιο αυτό, η σύμβαση για το δεύτερο τμήμα ανατέθηκε, στις 29 Δεκεμβρίου 2017, στην προσφεύγουσα-ενάγουσα.

34      Μετά την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, ο Frontex προέβη σε λεπτομερείς αξιολογήσεις. Η εκτέλεση του πρώτου τμήματος αξιολογήθηκε θετικά, γεγονός το οποίο οδήγησε τον Frontex να προτείνει την οργάνωση διαδικασίας συνάψεως συμβάσεων για την απόκτηση υπηρεσιών εναέριας επιτήρησης μέσω κανονικού μεγέθους MALE RPAS. Αντιθέτως, η αξιολόγηση του δεύτερου τμήματος ήταν μόνον εν μέρει θετική, γεγονός το οποίο οδήγησε τον Frontex να θεωρήσει ότι απαιτούνταν συμπληρωματικές αξιολογήσεις, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αξιοπιστία των μικρού μεγέθους RPAS και η ικανότητά τους να ίπτανται πέραν της γραμμής ορατότητας. Εν συνεχεία, βάσει ακριβώς των εν λόγω εκθέσεων αξιολόγησης, ο Frontex προσδιόρισε τις απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη προκήρυξη διαγωνισμού, όπως διορθώθηκε, τις συνημμένες σε αυτή ως παράρτημα πράξεις, τις ερωτήσεις και απαντήσεις και τα πρακτικά της ενημερωτικής συνάντησης, που μνημονεύονται στο δικόγραφο της προσφυγής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι απαιτήσεις εκείνες που η προσφεύγουσα θεωρεί ότι εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις. Επομένως, ο προσδιορισμός των απαιτήσεων αυτών διαμορφώθηκε κατά την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας περισσοτέρων σταδίων, χαρακτηριζόμενης από μια ανατροφοδότηση βάσει της εμπειρίας, η οποία παρέσχε στον Frontex τη δυνατότητα να αξιολογήσει λεπτομερώς και επιμελώς την αναγκαιότητά τους.

35      Δεύτερον, μολονότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι «οι όροι της προκήρυξης του διαγωνισμού περιέχουν ρήτρες contra legem και μη δικαιολογημένες, οι οποίες θέτουν για τους δυνητικούς ανταγωνιστές απαιτήσεις ανέφικτες από τεχνικής απόψεως», ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τρεις επιχειρήσεις υπέβαλαν προσφορά και ότι τουλάχιστον δύο από αυτές πληρούσαν όλες τις τεχνικές προδιαγραφές, δεδομένου ότι τους ανατέθηκε η σύμβαση.

36      Τρίτον, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν αποδεικνύει ότι οι τεχνικές προδιαγραφές εφαρμόστηκαν στην περίπτωσή της διαφορετικά απ’ ό,τι στους λοιπούς υποψηφίους ή, γενικότερα, ότι έτυχε διαφορετικής μεταχείρισης, αν και βρισκόταν σε κατάσταση ανάλογη με εκείνη των λοιπών υποψηφίων.

37      Τέταρτον, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι η συμμετοχή της κατέστη «αδύνατη» ή ότι εξαρτήθηκε από «τόσο υπερβολικές οικονομικές επιβαρύνσεις ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η διαμόρφωση ανταγωνιστικής προσφοράς». Πλην όμως, από το ανωτέρω επιχείρημα δεν αποδεικνύεται οιαδήποτε δυσμενής διάκριση εις βάρος της. Αντιθέτως, όπως ορθώς επισημαίνει ο Frontex, το επιχείρημα αυτό υποδηλώνει ότι η αδυναμία της προσφεύγουσας να υποβάλει προσφορά οφειλόταν περισσότερο στις δικές της περιστάσεις παρά σε τεχνικές προδιαγραφές εισάγουσες δυσμενείς διακρίσεις. Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα εργάζεται επί του παρόντος, όπως εξάλλου έχει ανακοινώσει δημοσίως, σε ένα μοντέλο RPAS το οποίο προσεγγίζει τις περισσότερες από τις απαιτήσεις που έθεσε ο Frontex με την επίμαχη πρόσκληση υποβολής προσφορών.

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν απέδειξε ότι οι απαιτήσεις της επίμαχης πρόσκλησης υποβολής προσφορών εισήγαν δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος της.

39      Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν απέδειξε ότι εμποδίστηκε να υποβάλει προσφορά και, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης προκήρυξης διαγωνισμού, όπως διορθώθηκε, των συνημμένων σε αυτή ως παράρτημα πράξεων, των ερωτήσεων και απαντήσεων και των πρακτικών της ενημερωτικής συνάντησης, που μνημονεύονται στο δικόγραφο της προσφυγής. Επομένως, τα αιτήματα ακυρώσεως των εν λόγω πράξεων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, όπως, κατ’ ακολουθίαν, και τα αιτήματα που βάλλουν κατά της αποφάσεως περί αναθέσεως.

40      Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να περιλαμβάνει το αντικείμενο της διαφοράς καθώς και συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών και των επιχειρημάτων που προβάλλονται, τούτο δε κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε να μπορεί ο αντίδικος να προετοιμάσει την άμυνά του και ο δικαστής της Ένωσης να ασκήσει τον έλεγχό του. Ομοίως, τα αιτήματα που περιλαμβάνει το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να είναι διατυπωμένα κατά τρόπο αναμφίλεκτο, ούτως ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο είτε να αποφανθεί ο δικαστής της Ένωσης ultra petita είτε να παραλείψει να αποφανθεί επί κάποιας αιτιάσεως (βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Università del Salento κατά Επιτροπής, T‑393/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:604, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Κατά συνέπεια, τα αιτήματα με τα οποία ζητείται η ακύρωση πράξεων προγενέστερων, μεταγενέστερων ή συναφών με τις λοιπές πράξεις τις οποίες αφορά η αίτηση ακυρώσεως, χωρίς οι προγενέστερες, μεταγενέστερες ή συναφείς αυτές πράξεις να έχουν προσδιοριστεί, πρέπει να θεωρηθούν ότι δεν πληρούν τις απαιτήσεις αυτές, καθόσον στερούνται ακρίβειας ως προς το αντικείμενό τους (βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Università del Salento κατά Επιτροπής, T‑393/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:604, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Επομένως, τα αιτήματα περί ακυρώσεως των προσβαλλομένων πράξεων τις οποίες αφορά το δικόγραφο της προσφυγής και το υπόμνημα της 11ης Αυγούστου 2020 είναι απαράδεκτα στο μέτρο που αφορούν οποιαδήποτε πράξη προηγούμενη, μεταγενέστερη ή συναφή με τις λοιπές πράξεις τις οποίες αφορά το δικόγραφο της προσφυγής και το υπόμνημα.

43      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, τα αιτήματα περί ακυρώσεως των προσβαλλομένων πράξεων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί των προϋποθέσεων που αφορούν την ύπαρξη πράξεως δεκτικής προσφυγής και την ενεργητική νομιμοποίηση της προσφεύγουσας-ενάγουσας και χωρίς, ομοίως, να απαιτείται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της χρησιμότητας των ζητηθέντων αποδεικτικών μέτρων ή επί του παραδεκτού των υπομνημάτων της 11ης Αυγούστου και της 1ης Σεπτεμβρίου 2020.

 Επί του αιτήματος αποζημιώσεως

44      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί την αποκατάσταση το συνόλου της ζημίας που υπέστη ή θα υποστεί στο μέλλον, άμεσης ή έμμεσης, η οποία απορρέει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, από τον παράνομο χαρακτήρα της επίμαχης πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Η προβαλλόμενη ζημία απορρέει από την απώλεια της επίμαχης συμβάσεως και, επομένως, το ύψος της ζημίας αντιστοιχεί στην αξία της εν λόγω συμβάσεως.

45      Ο Frontex αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά.

46      Κατά πάγια νομολογία, η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προϋποθέτει τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο θεσμικό όργανο συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι αν μία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούται, η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω ευθύνης (βλ. απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1999, Atlanta κατά Ευρωπαϊκής Κοινότητας, C‑104/97 P, EU:C:1999:498, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47      Συναφώς, όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με το υποστατό της ζημίας, ευθύνη της Ένωσης θεμελιώνεται μόνον εφόσον ο ενάγων έχει πράγματι υποστεί «πραγματική και βέβαιη» ζημία. Στον ενάγοντα απόκειται να προσκομίσει στον δικαστή της Ένωσης αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να αποδείξει το υποστατό και την έκταση της σχετικής ζημίας (βλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2011, Idromacchine κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑88/09, EU:T:2011:641, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί απλώς την αποκατάσταση του συνόλου της ζημίας που υπέστη ή θα υποστεί λόγω του παράνομου χαρακτήρα της επίμαχης πρόσκλησης υποβολής προσφορών, χωρίς να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας αυτής.

49      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει απλώς ότι η αξία της προβαλλόμενης ζημίας προκύπτει από την απώλεια της επίμαχης συμβάσεως και ότι, επομένως, το ύψος της ζημίας αντιστοιχεί στην αξία της εν λόγω συμβάσεως.

50      Όσον αφορά, όμως, την προβαλλόμενη ζημία που η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέστη λόγω απώλειας της ευκαιρίας να της ανατεθεί η σύμβαση, υπενθυμίζεται ότι η απώλεια ευκαιρίας για την κατακύρωση συμβάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματική και βέβαιη ζημία παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία, αν δεν είχε υπάρξει η υπαίτια συμπεριφορά του θεσμικού οργάνου, δεν θα υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι η εν λόγω σύμβαση θα είχε κατακυρωθεί στην ενάγουσα (πρβλ. διάταξη της 22ας Ιουνίου 2011, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑409/09, EU:T:2011:299, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τούτο, ωστόσο, δεν ισχύει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι τα σχετικά με τη σύμβαση έγγραφα περιείχαν παράνομες ρήτρες, εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι τρεις επιχειρήσεις έλαβαν μέρος στον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε με την προσβαλλόμενη προκήρυξη διαγωνισμού και ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν απέδειξε ότι, σε περίπτωση που τα προσβαλλόμενα έγγραφα δεν περιείχαν τις φερόμενες ως παράνομες ρήτρες, η σύμβαση θα είχε, αναμφίβολα, ανατεθεί σε αυτή και όχι σε κάποια από τις εν λόγω τρεις επιχειρήσεις.

51      Επομένως, η προϋπόθεση σχετικά με το υποστατό της ζημίας, για τη στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν πληρούται.

52      Εξάλλου, δεδομένου του σωρευτικού χαρακτήρα των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, παρέλκει η εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων που θέτει συναφώς η νομολογία.

53      Υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί.

54      Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, η υπό κρίση προσφυγή-αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

55      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των διαδικασιών ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Frontex.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.

2)      Η Leonardo SpA φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex), συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των διαδικασιών ασφαλιστικών μέτρων.

Παπασάββας

Costeira

Schwarcz

Kancheva

 

      Perišin

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 26 Ιανουαρίου 2022.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.