Language of document : ECLI:EU:C:2020:188

Υπόθεση C-511/17

Györgyné Lintner

κατά

UniCredit Bank Hungary Zrt.

(αίτηση του Fővárosi Törvényszék για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

 Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 11ης Μαρτίου 2020

«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Σύμβαση δανείου συνομολογηθείσα σε ξένο νόμισμα – Άρθρο 4, παράγραφος 1 – Συνεκτίμηση όλων των υπολοίπων ρητρών της συμβάσεως στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της καταχρηστικότητας της προσβαλλόμενης ρήτρας – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Αυτεπάγγελτη εξέταση από το εθνικό δικαστήριο της καταχρηστικότητας ρητρών που περιέχονται στη σύμβαση – Έκταση»

1.        Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13 – Υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την καταχρηστικότητα ρήτρας που περιέχεται σε σύμβαση υποβληθείσα στην κρίση του – Έννοια – Υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξετάσεως της καταχρηστικότητας όλων των ρητρών μιας τέτοιας συμβάσεως, συμπεριλαμβανομένων εκείνων τις οποίες δεν έχει προσβάλει ο καταναλωτής – Δεν εμπίπτει – Υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξετάσεως μόνον των ρητρών που συνδέονται με το αντικείμενο της διαφοράς – Εμπίπτει

(Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρο 6 § 1)

(βλ. σκέψεις 27, 28, 30-34, 44, διατακτ. 1)

2.        Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13 – Υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την καταχρηστικότητα ρήτρας που περιέχεται σε σύμβαση υποβληθείσα στην κρίση του – Υποχρέωση συνεκτιμήσεως μόνον των νομικών και πραγματικών στοιχείων που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι – Δεν υφίσταται – Υποχρέωση να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως η διεξαγωγή αποδείξεων προς συμπλήρωση των εν λόγω στοιχείων

(Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρο 6 § 1)

(βλ. σκέψεις 35, 37, 38, 44, διατακτ. 1)

3.        Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13 – Υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την καταχρηστικότητα ρήτρας που περιέχεται σε σύμβαση υποβληθείσα στην κρίση του – Συνεκτίμηση όλων των ρητρών μιας τέτοιας συμβάσεως – Έκταση – Υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξετάσεως της καταχρηστικότητας όλων των ρητρών αυτών – Δεν υφίσταται

(Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρα 4 § 1 και 6 § 1)

(βλ. σκέψεις 46-49, διατακτ. 2)


Σύνοψη

Με την απόφαση Lintner (C-511/17), η οποία εκδόθηκε στις 11 Μαρτίου 2020, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το περιεχόμενο των υποχρεώσεων του εθνικού δικαστηρίου όσον αφορά, αφενός, την αυτεπάγγελτη εξέταση της ενδεχόμενης καταχρηστικότητας των συμβατικών ρητρών που περιέχονται σε δανειακή σύμβαση σε ξένο νόμισμα συναφθείσα μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία και, αφετέρου, την αυτεπάγγελτη διεξαγωγή αποδείξεων στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής, κατά την έννοια της οδηγίας για τις καταχρηστικές ρήτρες (1).

Η απόφαση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο Βουδαπέστης, Ουγγαρία) (2) (στο εξής: αιτούν δικαστήριο). Η G. Lintner (στο εξής: ενάγουσα) είχε ασκήσει αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, προβάλλοντας την καταχρηστικότητα ορισμένων ρητρών που περιέχονται σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου σε ξένο νόμισμα την οποία είχε συνάψει με τραπεζικό ίδρυμα. Δυνάμει των ρητρών αυτών, το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα είχε το δικαίωμα να τροποποιεί μονομερώς την εν λόγω δανειακή σύμβαση. Αφού το αιτούν δικαστήριο απέρριψε την αγωγή αυτή και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από την ενάγουσα, η υπόθεση αναπέμφθηκε στο αιτούν δικαστήριο από το αρμόδιο εφετείο και επιβλήθηκε στο αιτούν δικαστήριο η υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως συμβατικές ρήτρες τις οποίες η ενάγουσα δεν είχε προσβάλει με την αγωγή της και οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, το συμβολαιογραφικό πιστοποιητικό, τους λόγους καταγγελίας και ορισμένα έξοδα που επιβαρύνουν την ενάγουσα.

Όσον αφορά, πρώτον, την έκταση της αυτεπάγγελτης εξετάσεως της ενδεχόμενης καταχρηστικότητας συμβατικής ρήτρας την οποία οφείλει να διενεργεί το εθνικό δικαστήριο βάσει της προαναφερθείσας οδηγίας, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το εθνικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως και μεμονωμένα όλες τις υπόλοιπες συμβατικές ρήτρες, τις οποίες δεν έχει προσβάλει ο καταναλωτής, προκειμένου να εξακριβώσει αν οι ρήτρες αυτές μπορούν να θεωρηθούν καταχρηστικές, αλλά οφείλει να εξετάσει μόνον εκείνες που συνδέονται με το αντικείμενο της διαφοράς, όπως το τελευταίο έχει οριοθετηθεί από τους διαδίκους. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η εξέταση αυτή πρέπει να μην υπερβαίνει τα όρια του αντικειμένου της διαφοράς, το οποίο νοείται ως το αποτέλεσμα που επιδιώκει ένας διάδικος με τις αξιώσεις του, ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα των αιτημάτων και των ισχυρισμών που προβάλλονται προς τούτο από τους διαδίκους. Επομένως, ακριβώς εντός αυτών των ορίων καλείται το εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως μια συμβατική ρήτρα, τούτο δε προκειμένου να αποφευχθεί η τυχόν απόρριψη των αξιώσεων του καταναλωτή με απόφαση έχουσα, ενδεχομένως, ισχύ δεδικασμένου, ενώ οι εν λόγω αξιώσεις θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές αν ο εν λόγω καταναλωτής δεν είχε παραλείψει, λόγω άγνοιας, να προβάλει την καταχρηστικότητα της ρήτρας αυτής. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι, προκειμένου να μη θίγεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της προστασίας που παρέχεται στους καταναλωτές δυνάμει της εν λόγω οδηγίας, το εθνικό δικαστήριο δεν πρέπει να προβαίνει σε τυπολατρική ερμηνεία των αξιώσεων των οποίων έχει επιληφθεί, αλλά πρέπει, αντιθέτως, να κατανοεί το περιεχόμενό τους υπό το πρίσμα των ισχυρισμών που προβάλλονται προς στήριξή τους.

Όσον αφορά, δεύτερον, τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης εξετάσεως της καταχρηστικότητας μιας ρήτρας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, αν από τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που περιέχονται στη δικογραφία που υποβλήθηκε στο εθνικό δικαστήριο προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά την καταχρηστικότητα ορισμένων ρητρών τις οποίες δεν έχει προσβάλει ο καταναλωτής, αλλά οι οποίες συνδέονται με το αντικείμενο της διαφοράς, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να διατάξει αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδείξεων προς συμπλήρωση της εν λόγω δικογραφίας, ζητώντας από τους διαδίκους, τηρουμένης της αρχής της κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως, να του παράσχουν τις αναγκαίες διευκρινίσεις και τα αναγκαία έγγραφα προς τούτο.

Τέλος, τρίτον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μολονότι βεβαίως, για να εκτιμηθεί η καταχρηστικότητα μιας συμβατικής ρήτρας επί της οποίας βασίζονται οι αξιώσεις ενός καταναλωτή, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως την οποία αυτός συνήψε με επαγγελματία, τούτο δεν συνεπάγεται την υποχρέωση του επιληφθέντος εθνικού δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την ενδεχόμενη καταχρηστικότητα όλων των ρητρών αυτών.


1      Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).


2      Η υπόθεση αυτή εντάσσεται σε σειρά υποθέσεων των οποίων έχει επιληφθεί το Δικαστήριο και οι οποίες αφορούν την ουγγρική νομοθεσία στον τομέα των συμβάσεων καταναλωτικού δανείου που έχουν συνομολογηθεί σε ξένο νόμισμα. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 31ης Μαΐου 2018, Sziber (C-483/16, EU:C:2018:367), της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, OTP Bank και OTP Faktoring (C-51/17, EU:C:2018:750), και της 14ης Μαρτίου 2019, Dunai (C-118/17, EU:C:2019:207).