Language of document : ECLI:EU:C:2021:366

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

EVGENI TANCHEV

της 6ης Μαΐου 2021(1)

Υπόθεση C791/19

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Δημοκρατίας της Πολωνίας

«Παράβαση κράτους μέλους – Εθνικά μέτρα με τα οποία θεσπίζεται πειθαρχικό καθεστώς για τους δικαστές – Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Κράτος δικαίου – Ανεξαρτησία των δικαστών – Ορισμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων – Εξέταση από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως – Εύλογη προθεσμία – Δικαιώματα άμυνας – Άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 267 ΣΛΕΕ – Παρακώλυση του δικαιώματος των εθνικών δικαστηρίων να υποβάλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως»






I.      Εισαγωγή

1.        Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, επειδή το εν λόγω κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, λόγω εθνικών μέτρων περί του νέου πειθαρχικού καθεστώτος των δικαστών του Sąd Najwyżsy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία, στο εξής: Ανώτατο Δικαστήριο) και των τακτικών δικαστηρίων, τα οποία θεσπίσθηκαν νομοθετικώς το 2017 (2).

2.        Ειδικότερα, η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ για τέσσερις λόγους, οι οποίοι αφορούν: πρώτον, την αντιμετώπιση του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων ως πειθαρχικού παραπτώματος· δεύτερον, την έλλειψη ανεξαρτησίας και αμεροληψίας του Izba Dyscyplinarna Sądu Najwyżsego (πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία, στο εξής: πειθαρχικό τμήμα)· τρίτον, τη διακριτική ευχέρεια του προέδρου του τμήματος αυτού να ορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, γεγονός που παρακωλύει την εκδίκαση πειθαρχικών υποθέσεων από δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως· και, τέταρτον, την έλλειψη εγγυήσεων για την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων εντός εύλογης προθεσμίας και τη μη διασφάλιση των δικαιωμάτων άμυνας των κατηγορουμένων δικαστών, λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

3.        Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη το άρθρο 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, διότι το δικαίωμα των εθνικών δικαστηρίων να υποβάλλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιορίζεται από τη δυνατότητα κίνησης πειθαρχικής διαδικασίας κατά των δικαστών που ασκούν το δικαίωμα αυτό.

4.        Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο του διαρκώς αυξανόμενου αριθμού υποθέσεων που εισήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με τις νομοθετικές τροποποιήσεις οι οποίες θίγουν την ανεξαρτησία των δικαστών στην Πολωνία (3), περιλαμβανομένης της ανεξαρτησίας του πειθαρχικού τμήματος, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (4), καθώς και με άλλα ζητήματα που αφορούν το νέο πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών, όπως καταδεικνύεται στην απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto Łowicz και Prokurator Generalny (5). Όπως είναι γνωστό, οι μεταρρυθμίσεις αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο ευρείας κριτικής διεθνώς (6), καθώς και αντικείμενο της αιτιολογημένης πρότασης της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ σχετικά με το κράτος δικαίου στην Πολωνία (7).

5.        Ειδικότερα, η υπό κρίση υπόθεση αφορά την τρίτη προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων που υπέχει η δεύτερη από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ συνεπεία των μεταρρυθμίσεων αυτών (8). Με τις δύο πρώτες αποφάσεις του, της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (9) και της 5ης Νοεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία των τακτικών δικαστηρίων) (10), το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, κατά τρόπο σύμφωνο με τις προτάσεις μου επί των εν λόγω υποθέσεων, ότι τα μέτρα με τα οποία μειώθηκε το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των τακτικών δικαστηρίων και με τα οποία παρασχέθηκε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας (στο εξής: Πρόεδρος της Δημοκρατίας) και στον Υπουργό Δικαιοσύνης η διακριτική ευχέρεια παρατάσεως της ενεργού υπηρεσίας των δικαστών αυτών, δεν είναι συμβατά με τις υποχρεώσεις που υπέχει η Δημοκρατία της Πολωνίας από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, δεδομένου ότι αντιβαίνουν στις αρχές της ανεξαρτησίας και της ισοβιότητας των δικαστών που εγγυάται η διάταξη αυτή.

6.        Αναμφίβολα, η υπόθεση αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας για την έννομη τάξη της Ένωσης. Σε γενικές γραμμές, το πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών περιλαμβάνει ένα σύνολο κανόνων οι οποίοι καθιστούν δυνατό να λογοδοτούν οι δικαστές που ευθύνονται για σοβαρά παραπτώματα και οι οποίοι, ως εκ τούτου, συμβάλλουν στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης του κοινού προς τα δικαστήρια (11). Ωστόσο, θα πρέπει να προβλέπονται επαρκείς εγγυήσεις ώστε να μη θίγεται η ανεξαρτησία των δικαστών από την απειλή ή την επιβολή κυρώσεων που ενδέχεται να τους επιβληθούν. Επομένως, το καθεστώς αυτό συνδέεται με το κράτος δικαίου και, συνακόλουθα, με τη λειτουργία και το μέλλον του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης το οποίο βασίζεται στο Δικαστήριο και στα εθνικά δικαστήρια.

7.        Κατά συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αναπτύξει τη νομολογία του επί του συμβατού των μέτρων που λαμβάνονται από κράτος μέλος σχετικά με την οργάνωση του δικαιοδοτικού του συστήματος, ιδίως δε του πειθαρχικού καθεστώτος των δικαστών, με τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ για τη διασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και τον σεβασμό του κράτους δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης. Η υπό κρίση υπόθεση εγείρει επίσης σημαντικά ζητήματα ως προς τη σχέση, στο πλαίσιο αυτό, του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη.

8.        Με τις παρούσες προτάσεις, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι η υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως πρέπει να γίνει δεκτή.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

9.        Το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.»

10.      Το άρθρο 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ορίζει τα εξής:

«Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού.

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.»

2.      Το πολωνικό δίκαιο

1.      Η νομοθεσία για το Ανώτατο Δικαστήριο

11.      Οι τροποποιήσεις που επήλθαν στο πολωνικό δίκαιο όσον αφορά το νέο πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των επίμαχων στην υπό κρίση υπόθεση τακτικών δικαστηρίων θεσπίσθηκαν με τον ustawa o Sądzie Najwyższym (νόμο περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου), της 8ης Δεκεμβρίου 2017 (Dz. U. του 2018, θέση 5, όπως τροποποιήθηκε· στο εξής: νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 3 Απριλίου 2018.

12.      Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνεστήθησαν δύο νέα τμήματα στο Ανώτατο Δικαστήριο, τα οποία ονομάζονται, αντιστοίχως, Izba Kontroli Nadzwyczajnej i Spraw Publicznych (τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία, στο εξής: τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων) και πειθαρχικό τμήμα.

13.      Το άρθρο 27 του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου ορίζει τα εξής:

«1.      Στη δικαιοδοσία του πειθαρχικού τμήματος υπάγονται οι ακόλουθες υποθέσεις:

1)      οι πειθαρχικές υποθέσεις·

α)      οι οποίες αφορούν δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου·

β)      οι οποίες εκδικάζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με πειθαρχικές διαδικασίες που κινούνται δυνάμει των ακόλουθων νόμων:

[…]

–        του νόμου της 27ης Ιουλίου 2001 περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων·

[…]».

14.      Το άρθρο 73 του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Ως πειθαρχικά δικαστήρια στις πειθαρχικές υποθέσεις που αφορούν δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου ορίζονται τα εξής:

1)      σε πρώτο βαθμό: το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχηματισμό απαρτιζόμενο από δύο δικαστές του πειθαρχικού τμήματος και έναν ένορκο του Ανωτάτου Δικαστηρίου·

2)      κατ’ έφεση: το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχηματισμό απαρτιζόμενο από τρεις δικαστές του πειθαρχικού τμήματος και δύο ενόρκους του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»

15.      Το άρθρο 97 του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Σε περίπτωση κατά την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο διαπιστώνει, κατά την εξέταση υποθέσεως, πρόδηλη παράβαση κανόνα δικαίου, ανεξαρτήτως των λοιπών εξουσιών του, διαβιβάζει διαπιστωτική πράξη παραπτώματος στο αρμόδιο δικαστήριο. Πριν από τη διαβίβαση αυτή, οφείλει να γνωστοποιήσει στον δικαστή ή στους δικαστές που μετείχαν στον οικείο δικαστικό σχηματισμό τη δυνατότητά τους να υποβάλουν εγγράφως διευκρινίσεις εντός προθεσμίας επτά ημερών. Η διαπίστωση του παραπτώματος και η έκδοση της σχετικής πράξεως δεν επηρεάζουν την έκβαση της υποθέσεως.

[…]

3.      Σε περίπτωση κατά την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο διαβιβάζει διαπιστωτική πράξη παραπτώματος, δύναται να υποβάλει αίτηση εξετάσεως της πειθαρχικής υποθέσεως ενώπιον πειθαρχικού δικαστηρίου. Πρωτοβάθμιο πειθαρχικό δικαστήριο ορίζεται το Ανώτατο Δικαστήριο.»

2.      Ο νόμος περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων

16.      Το πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών των τακτικών δικαστηρίων ρυθμίζεται επίσης από τον ustawa – Prawo o ustroju sądów powszechnych (νόμο περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων) της 27ης Ιουλίου 2001 (Dz. U. του 2001, αρ. 98, θέση 1070, όπως τροποποιήθηκε, ιδίως, από τον νόμο περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου· στο εξής: νόμος περί των τακτικών δικαστηρίων).

17.      Το άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (12), ορίζει τα εξής:

«Ο δικαστής υπέχει πειθαρχική ευθύνη για τα επαγγελματικά παραπτώματα που διαπράττει, μεταξύ άλλων σε περίπτωση πρόδηλης και κατάφωρης παραβάσεως των κανόνων δικαίου και σε περίπτωση προσβολής της αξιοπρέπειας του λειτουργήματος (πειθαρχικά παραπτώματα).»

18.      Το άρθρο 110, παράγραφος 3, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, ορίζει τα ακόλουθα:

«Το πειθαρχικό δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου ασκεί τα καθήκοντά του ο πειθαρχικά διωκόμενος δικαστής δεν μπορεί να επιλαμβάνεται υποθέσεων εκ των διαλαμβανομένων στην παράγραφο 1, σημείο 1, στοιχείο a). Το αρμόδιο για την εκδίκαση της υποθέσεως πειθαρχικό δικαστήριο ορίζεται από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος προΐσταται του πειθαρχικού τμήματος κατόπιν αιτήματος του υπευθύνου πειθαρχικών υποθέσεων.»

19.      Το άρθρο 112b του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, ορίζει τα εξής:

«1.      Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δύναται να ορίσει υπεύθυνο πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης για την εξέταση συγκεκριμένης υποθέσεως αφορώσας δικαστή. Η παρέμβαση του εν λόγω υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών αποκλείει την παρέμβαση κάθε άλλου υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών στην υπόθεση.

2.      Ο υπεύθυνος πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίζεται εκ των δικαστών των τακτικών δικαστηρίων ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όσον αφορά εκ προθέσεως τελούμενα πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία διώκονται από την εισαγγελική αρχή, ο εν λόγω υπεύθυνος πειθαρχικών διαδικασιών μπορεί επίσης να οριστεί εκ των εισαγγελέων του εθνικού εισαγγελέα. Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, ειδικότερα δε σε περίπτωση θανάτου ή παρατεταμένου κωλύματος στην άσκηση των καθηκόντων του οριζομένου από τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών, ο εν λόγω υπουργός ορίζει στη θέση του άλλο δικαστή ή, εάν πρόκειται για εκ προθέσεως πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία διώκονται από την εισαγγελική αρχή, άλλον δικαστή ή εισαγγελέα.

3.      Ο οριζόμενος από τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπεύθυνος πειθαρχικών διαδικασιών δύναται να κινήσει διαδικασία κατόπιν αιτήματος του εν λόγω υπουργού ή να παρέμβει σε διαδικασία η οποία ευρίσκεται σε εξέλιξη.

4.      Ο ορισμός υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ισοδυναμεί με αίτηση κινήσεως διαδικασίας έρευνας ή πειθαρχικής διαδικασίας.

5.      Τα καθήκοντα του οριζομένου από τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών παύουν να ασκούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αίτηση κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας ή περατώνεται η πειθαρχική διαδικασία. Η λήξη των καθηκόντων του οριζομένου από τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών δεν εμποδίζει τον Υπουργό Δικαιοσύνης να ορίσει εκ νέου τον υπεύθυνο πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης στην ίδια υπόθεση.»

20.      Το άρθρο 113a του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, ορίζει τα ακόλουθα:

«Ενέργειες που αφορούν τον αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου και την ανάληψη της υπεράσπισης από τον συνήγορο αυτόν, δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την πειθαρχική διαδικασία.»

21.      Το άρθρο 114, παράγραφος 7, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, ορίζει τα εξής:

«Μετά την κοινοποίηση των πειθαρχικών κατηγοριών, ο υπεύθυνος πειθαρχικών διαδικασιών ζητεί από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου που προΐσταται του πειθαρχικού τμήματος να ορίσει το πειθαρχικό δικαστήριο που θα επιληφθεί της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό. Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου που προΐσταται του πειθαρχικού τμήματος ορίζει το δικαστήριο αυτό εντός επτά ημερών από την παραλαβή του αιτήματος.»

22.      Το άρθρο 115a, παράγραφος 3, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, ορίζει τα ακόλουθα:

«Το πειθαρχικό δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υποθέσεως παρά τη δικαιολογημένη απουσία του κατηγορουμένου που έχει ενημερωθεί δεόντως ή του συνηγόρου υπερασπίσεώς του, εκτός εάν τούτο δεν είναι προς όφελος της πειθαρχικής διαδικασίας.»

3.      Ο νόμος περί του KRS

23.      Το Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο, στο εξής: KRS) διέπεται από τον ustawa o Krajowej Radzie Sądownictwa (νόμο περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου) της 12ης Μαΐου 2011 (Dz. U. του 2011, αριθ. 126, θέση 714), όπως τροποποιήθηκε, ιδίως, με τον ustawa o zmianie ustawy o Krajowej Radzie Sądownictwa oraz niektórych innych ustaw (νόμο περί τροποποιήσεως του νόμου περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου και ορισμένων άλλων νόμων), της 8ης Δεκεμβρίου 2017 (Dz. U. του 2018, θέση 3, στο εξής: νόμος περί του KRS), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 17 Ιανουαρίου 2018.

24.      Το άρθρο 9a του νόμου περί του KRS ορίζει τα εξής:

«1.      Η Κάτω Βουλή [η Sejm (Δίαιτα)] [του πολωνικού κοινοβουλίου] εκλέγει εκ των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, των τακτικών δικαστηρίων, των διοικητικών δικαστηρίων και των στρατοδικείων, 15 μέλη [του KRS] για κοινή θητεία διάρκειας τεσσάρων ετών.

2.      Κατά την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 εκλογή, η Δίαιτα λαμβάνει υπόψη, στο μέτρο του εφικτού, την αναγκαιότητα εκπροσώπησης στο [KRS] δικαστών προερχόμενων από δικαστήρια διαφόρων κατηγοριών και διαφόρων βαθμών δικαιοδοσίας.

3.      Η κοινή θητεία των νέων μελών του [KRS], τα οποία εκλέγονται εκ των δικαστών, ξεκινά την επομένη της εκλογής τους. Τα υφιστάμενα μέλη του [KRS] ασκούν τα καθήκοντά τους έως την ημέρα έναρξης της κοινής θητείας των νέων μελών του [KRS].»

III. Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

25.      Στις 3 Απριλίου 2019, η Επιτροπή απηύθυνε στη Δημοκρατία της Πολωνίας προειδοποιητική επιστολή, σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, σχετικά με τον σύμφωνο χαρακτήρα του νέου πειθαρχικού καθεστώτος των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των τακτικών δικαστηρίων –όπως αυτό θεσπίζεται με τον νόμο περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τον νόμο περί των τακτικών δικαστηρίων και τον νόμο περί του KRS (στο εξής, από κοινού: επίμαχα μέτρα)– με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών.

26.      Την 1η Ιουνίου 2019, η Δημοκρατία της Πολωνίας απάντησε στην προειδοποιητική επιστολή και αμφισβήτησε τα επιχειρήματα της Επιτροπής.

27.      Στις 17 Ιουλίου 2019, η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στη Δημοκρατία της Πολωνίας, υποστηρίζοντας ότι το επίμαχο πειθαρχικό καθεστώς αντέβαινε στις διατάξεις των Συνθηκών που μνημονεύονται στο σημείο 25 των παρουσών προτάσεων και την κάλεσε να συμμορφωθεί προς την εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή της.

28.      Στις 17 Σεπτεμβρίου 2019, η Πολωνία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη υποστηρίζοντας ότι οι προσαπτόμενες αιτιάσεις περί παραβάσεως ήταν αβάσιμες.

IV.    Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία

29.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 25 Οκτωβρίου 2019, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την υπό κρίση προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Ζητεί από το Δικαστήριο:

1)      να κρίνει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ:

–        επιτρέποντας τον χαρακτηρισμό του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων ως πειθαρχικού παραπτώματος όσον αφορά τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων·

–        μη διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του πειθαρχικού τμήματος, στην αρμοδιότητα του οποίου εμπίπτει ο έλεγχος των αποφάσεων που εκδίδονται επί πειθαρχικών διαδικασιών κατά δικαστών·

–        παρέχοντας στον πρόεδρο του πειθαρχικού τμήματος διακριτική ευχέρεια κατά τον προσδιορισμό του αρμόδιου σε πρώτο βαθμό πειθαρχικού δικαστηρίου σε υποθέσεις δικαστών των τακτικών δικαστηρίων και, κατά συνέπεια, μη διασφαλίζοντας την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών από δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως·

–        απονέμοντας στον Υπουργό Δικαιοσύνης την εξουσία διορισμού υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης και, κατά συνέπεια, μη διασφαλίζοντας την εντός εύλογης προθεσμίας εξέταση των πειθαρχικών υποθέσεων κατά των δικαστών των τακτικών δικαστηρίων, καθώς και προβλέποντας ότι οι πράξεις που συναρτώνται με τον διορισμό εκπροσώπου και με την ανάληψη από αυτόν καθηκόντων υπερασπίσεως δεν αναστέλλουν την πειθαρχική διαδικασία και ότι το πειθαρχικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία ακόμη και σε περίπτωση δικαιολογημένης απουσίας του πειθαρχικώς διωκομένου δικαστή που ειδοποιήθηκε σχετικώς ή του εκπροσώπου του, και, κατά συνέπεια, μη διασφαλίζοντας τα δικαιώματα άμυνας των πειθαρχικώς διωκομένων δικαστών των τακτικών δικαστηρίων·

2)      να κρίνει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, επιτρέποντας, μέσω της δυνατότητας κίνησης πειθαρχικής διαδικασίας, τον περιορισμό του δικαιώματος των δικαστηρίων να υποβάλουν στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως· και

3)      να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα.

30.      Με υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στις 9 Ιανουαρίου 2020, η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί από το Δικαστήριο:

1)      να απορρίψει την υπό κρίση προσφυγή στο σύνολό της ως αβάσιμη· και

2)      να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

31.      Η Επιτροπή και η Δημοκρατία της Πολωνίας κατέθεσαν επίσης υπόμνημα απαντήσεως και υπόμνημα ανταπαντήσεως στις 21 Φεβρουαρίου 2020 και στις 6 Μαΐου 2020, αντιστοίχως.

32.      Με απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2019, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε το αίτημα της Επιτροπής να εκδικαστεί η υπό κρίση υπόθεση με την ταχεία διαδικασία και αποφάσισε την εκδίκασή της κατά προτεραιότητα δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

33.      Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στις 23 Ιανουαρίου 2020, η Επιτροπή υπέβαλε αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, προκειμένου το Δικαστήριο να υποχρεώσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας: πρώτον, να αναστείλει την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 5, του άρθρου 27 και του άρθρου 73, παράγραφος 1, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα οποία θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του πειθαρχικού τμήματος να αποφαίνεται, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, επί πειθαρχικών υποθέσεων που αφορούν δικαστές· δεύτερον, να απέχει από την υποβολή των εκκρεμών ενώπιον του πειθαρχικού τμήματος υποθέσεων σε δικαστικό σχηματισμό που δεν πληροί τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας, όπως αυτές ορίζονται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση A. K. κ.λπ.· και τρίτον, να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, το αργότερο ένα μήνα μετά την κοινοποίηση της διατάξεως του Δικαστηρίου, τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί πλήρως προς τη διάταξη αυτή.

34.      Με διατάξεις της 11ης, 19ης και 20ής Φεβρουαρίου 2020, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε στο Βασίλειο του Βελγίου, στο Βασίλειο της Δανίας, στη Δημοκρατία της Φινλανδίας, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και στο Βασίλειο της Σουηδίας να παρέμβουν στην υπό κρίση υπόθεση υπέρ της Επιτροπής.

35.      Με διάταξη της 8 Απριλίου 2020 (13), το Δικαστήριο έκανε πλήρως δεκτή την αίτηση προσωρινών μέτρων της Επιτροπής έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση υπόθεσης.

36.      Την 1η Δεκεμβρίου 2020 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία η Επιτροπή, το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Βασίλειο της Σουηδίας ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.

V.      Συνοπτική έκθεση των επιχειρημάτων των διαδίκων

1.      Επί των αιτιάσεων που αφορούν παράβαση του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ

1.      Επί της δυνατότητας εφαρμογής και του περιεχομένου του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ

37.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Ανώτατο Δικαστήριο και τα τακτικά δικαστήρια αποφαίνονται επί ζητημάτων απτομένων της εφαρμογής ή της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης. Κατά την άποψη της Επιτροπής, από τη νομολογία του Δικαστηρίου (14) προκύπτει ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ περιλαμβάνει όλες τις εγγυήσεις που απορρέουν από τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος σε δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως, του δικαιώματος σε εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογης προθεσμίας και των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον αποσκοπούν στην αποτροπή του κινδύνου να χρησιμοποιηθούν οι πειθαρχικές κυρώσεις ως μέσο πολιτικού ελέγχου του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων.

38.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι τα δικαιώματα που παρέχονται βάσει των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη δεν απορρέουν από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, οπότε η τρίτη και η τέταρτη αιτίαση δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Λαμβανομένου υπόψη του πεδίου εφαρμογής του Χάρτη ως προς τα κράτη μέλη, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο του 51, παράγραφος 1, τα δικαιώματα αυτά δεν έχουν εφαρμογή στις πειθαρχικές υποθέσεις που εξετάζονται βάσει των επίμαχων μέτρων, δεδομένου ότι οι υποθέσεις αυτές έχουν εσωτερικό χαρακτήρα και ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, το πειθαρχικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης.

39.      Κατά το Βασίλειο του Βελγίου και το Βασίλειο της Σουηδίας, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Το Βασίλειο του Βελγίου επισημαίνει ότι, στη νομολογία του Δικαστηρίου, οι ουσιαστικές εγγυήσεις στις οποίες υπόκειται η αποτελεσματική δικαστική προστασία βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη είναι οι ίδιες.

2.      Επί της πρώτης αιτίασης, σχετικά με την αντιμετώπιση των δικαστικών αποφάσεων ως πειθαρχικού αδικήματος

40.      Με την πρώτη αιτίαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, βάσει του γράμματός τους, το άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, και το άρθρο 97, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου αντιβαίνουν στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, καθόσον παρέχουν στα αρμόδια επί πειθαρχικών υποθέσεων που αφορούν δικαστές των τακτικών δικαστηρίων εθνικά όργανα τη δυνατότητα να ερμηνεύουν τις προϋποθέσεις της πειθαρχικής ευθύνης κατά τρόπον ώστε το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων να μπορεί να χαρακτηριστεί ως πειθαρχικό παράπτωμα. Τούτο καθιστά δυνατή τη χρήση του πειθαρχικού καθεστώτος ως μέσου ασκήσεως πολιτικού ελέγχου επί των τακτικών δικαστών, ο οποίος αντιβαίνει στην αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών, η οποία προστατεύεται από τη διάταξη αυτή. Μολονότι ο ορισμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων και ειδικώς η κατηγορία της πρόδηλης και κατάφωρης παραβάσεως του νόμου, κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, δεν τροποποιήθηκε με τον νόμο που θεσπίστηκε το 2017, η ερμηνεία του ανατίθεται στο πειθαρχικό τμήμα, το οποίο δεν είναι ανεξάρτητο, όπως εκτίθεται λεπτομερώς στη δεύτερη αιτίαση, και δεν δεσμεύεται από την υφιστάμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία τον ερμηνεύει στενά (15).

41.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ερμηνεία του άρθρου 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων υπό την έννοια ότι καταλαμβάνει το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων ενισχύεται στην πράξη από τα μέτρα που επιβλήθηκαν από τον υπεύθυνο πειθαρχικών διαδικασιών για τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων και τους δύο αναπληρωτές του, οι οποίοι διορίστηκαν από τον υπουργό δικαιοσύνης το 2018, και οι οποίοι ενεργούν ως εισαγγελείς κατά δικαστών στο πλαίσιο του νέου πειθαρχικού καθεστώτος. Στις 29 Νοεμβρίου 2018, κινήθηκαν διαδικασίες έρευνας προκειμένου να διαπιστωθεί εάν τρεις δικαστές διέπραξαν πειθαρχικό παράπτωμα εξαιτίας της υποβολής αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως στις υποθέσεις C‑558/18, C‑563/18 και C‑623/18, επί των οποίων διατάχθηκαν να παράσχουν εξηγήσεις σχετικά με ενδεχόμενη «υπέρβαση εξουσίας» λόγω της υποβολής των αιτήσεων αυτών (16). Στις 3 Σεπτεμβρίου 2019, κινήθηκε διαδικασία έρευνας προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο δικαστής που υπέβαλε τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως στις υποθέσεις C‑748/19 έως C‑754/19, που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας των δικαστών, σε περίπτωση δικαστηρίου του οποίου η σύνθεση περιλαμβάνει δικαστή αποσπασμένο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα (17). Στις 6 Δεκεμβρίου 2019, κινήθηκε πειθαρχική διαδικασία κατά του δικαστή αυτού εξαιτίας, μεταξύ άλλων, αμφισβήτησης της ανεξαρτησίας του οικείου δικαστή και παράνομης έκδοσης διατάξεων περί υποβολής αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως (18).

42.      Η Επιτροπή επικαλείται και επιπλέον παραδείγματα, τα οποία ανέκυψαν μετά την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής στην υπό κρίση υπόθεση. Με απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2020 (19), το πειθαρχικό τμήμα έθεσε σε διαθεσιμότητα δικαστή κατά του οποίου είχε κινηθεί πειθαρχική διαδικασία στις 29 Νοεμβρίου 2019 εξαιτίας της απόφασής του να εξετάσει το νομικό καθεστώς δικαστή υπό το πρίσμα των τροποποιήσεων της νομοθεσίας όσον αφορά τη σύνθεση του KRS (20). Στην εν λόγω απόφαση, το πειθαρχικό τμήμα απεφάνθη, μεταξύ άλλων, ότι η συμπεριφορά του δικαστή συνιστούσε πρόδηλη και κατάφωρη παράβαση του νόμου και προσβολή της αξιοπρέπειας του λειτουργήματος δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων και ότι η απόφαση του δικαστή ήταν αναμφίβολα παράνομη. Κινήθηκαν επίσης πειθαρχικές διαδικασίες κατά τριών δικαστών οι οποίοι έθεσαν υπό αμφισβήτηση το νομικό καθεστώς έτερων δικαστών λόγω των τροποποιήσεων αυτών (21).

43.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 97, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενισχύει τα έννομα αποτελέσματα του άρθρου 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, διότι συνδυάζει τη δυνατότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου να απευθύνει προς ορισμένο δικαστήριο διαπιστωτική πράξη περί παραπτώματος, συνισταμένου σε πρόδηλη παράβαση νόμου, με την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας κατά δικαστή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στο πλαίσιο της νέας διαδικασίας εκτάκτων ενδίκων μέσων, η οποία περιλαμβάνει την αναθεώρηση των αποφάσεων των τακτικών δικαστηρίων ανατρέχοντας επί πολλά έτη στο παρελθόν, από το τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων, το οποίο, όπως και το πειθαρχικό τμήμα, συνιστά νέο τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποτελούμενο από δικαστές που προτάθηκαν από το KRS υπό τη νέα σύνθεσή του.

44.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι δεν κινήθηκε καμία πειθαρχική διαδικασία κατά δικαστών λόγω του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων και ότι δεν τίθεται θέμα εκφοβισμού. Ο ορισμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων ισχύει από μακρού χρόνου χωρίς να δημιουργηθεί ζήτημα, όπως αποδεικνύεται από την υφιστάμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (22). Τα παραδείγματα που παραθέτει η Επιτροπή είναι αλυσιτελή, η δε απόφαση του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να αφορά την κατάσταση όπως είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Το άρθρο 97, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφαρμόζεται σε διαφορετικό πλαίσιο, δεδομένου ότι το Ανώτατο Δικαστήριο ζητεί απλώς την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας.

45.      Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας και το Βασίλειο της Σουηδίας υπογράμμισαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πολυάριθμες εκθέσεις εθνικών και διεθνών οργανισμών με τις οποίες επικρίνονται οι έρευνες και οι πειθαρχικές διαδικασίες που κινήθηκαν κατά δικαστών, καθώς και ο ευρύς ορισμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων. Κατά τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και το Βασίλειο της Σουηδίας, τούτο λειτουργεί εκφοβιστικά για τους δικαστές. Το Βασίλειο της Δανίας προσθέτει ότι, σε συνδυασμό με άλλες τροποποιήσεις, αυξάνεται ο κίνδυνος οι πειθαρχικές κυρώσεις να χρησιμοποιηθούν ως μέσο πίεσης σε βάρος των δικαστών.

3.      Επί της δεύτερης αιτίασης, σχετικά με την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του πειθαρχικού τμήματος

46.      Με τη δεύτερη αιτίασή της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 3, παράγραφος 5, 27 και 73, παράγραφος 1, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 9a του νόμου περί του KRS, δεν εγγυώνται την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του πειθαρχικού τμήματος. Δυνάμει των άρθρων 3, παράγραφος 5, 27 και 73, παράγραφος 1, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το πειθαρχικό τμήμα αποτελεί, όσον αφορά τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, δευτεροβάθμιο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρωτοβάθμιο πειθαρχικό δικαστήριο, ενώ όσον αφορά τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το όργανο αυτό αποτελεί τόσο πρωτοβάθμιο όσο και δευτεροβάθμιο πειθαρχικό δικαστήριο. Με το άρθρο 9a του νόμου περί του KRS μεταβάλλεται ο τρόπος διορισμού των δικαστών που αποτελούν μέλη του KRS, το οποίο συνιστά το συνταγματικό όργανο με καθήκοντα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η υποβολή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προτάσεως για τον διορισμό δικαστών.

47.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από το συνδυασμό πολλών στοιχείων, τα οποία εισήχθησαν ταυτοχρόνως στο πολωνικό δίκαιο, προκύπτει μια «δομική ρήξη», προκαλώντας αμφιβολίες ως προς τη στεγανότητα του πειθαρχικού τμήματος έναντι εξωτερικών παραγόντων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν ότι: i) το πειθαρχικό τμήμα δημιουργήθηκε εκ του μηδενός εντός του Ανωτάτου Δικαστηρίου· ii) είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των πειθαρχικών διαδικασιών κατά δικαστών· iii) χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οργανωτική και οικονομική αυτοτέλεια έναντι των λοιπών τμημάτων του Ανωτάτου Δικαστηρίου· iv) απαρτίζεται από δικαστές διορισθέντες μετά τη σύστασή του, κατόπιν προτάσεως του νεοσυσταθέντος KRS, και όχι με μετάθεση δικαστών ήδη υπηρετούντων σε άλλο τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου· και v) οι θητείες των μελών του KRS τερματίσθηκαν πρόωρα, ενώ τροποποιήθηκαν οι κανόνες που διέπουν τον τρόπο διορισμού των μελών του KRS που έχουν την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα το KRS να αποκτήσει πολιτικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα τα είκοσι τρία εκ των είκοσι πέντε συνολικά μελών του να έχουν οριστεί ή να εκπροσωπούνται από τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία και οι εξουσίες αυτές να έχουν αυξημένη επιρροή στη διαδικασία διορισμού των δικαστών του πειθαρχικού τμήματος. Η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση Α. Κ. κ.λπ. και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που θέτει σε εφαρμογή τα κριτήρια τα οποία διατυπώθηκαν με την απόφαση αυτή.

48.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η διαδικασία διορισμού δικαστών κατά την πολωνική νομοθεσία δεν διαφέρει από αντίστοιχες άλλων κρατών μελών, καθώς και ότι οι μεταβολές στον τρόπο διορισμού των μελών του KRS που έχουν την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού ενισχύουν την αντιπροσωπευτικότητά τους. Κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, οι δικαστές του πειθαρχικού τμήματος απολαύουν ενός πολυσύνθετου συστήματος εγγυήσεων, το οποίο συναρτάται, μεταξύ άλλων, με την ισοβιότητά τους, την ασυλία και την αμοιβή τους, παράγοντες που, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (23), πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Ο υψηλός βαθμός οργανωτικής και οικονομικής αυτονομίας του τμήματος αυτού ενισχύει την ανεξαρτησία του, οι δε δικαστές του εν λόγω τμήματος λαμβάνουν αποδοχές αυξημένες κατά 40 %, ως αντιστάθμιση για τη μη ανάληψη ορισμένων μισθωτών δραστηριοτήτων. Η νομολογία του πειθαρχικού τμήματος μαρτυρεί την ανεξαρτησία του, όπως πιστοποιεί η συνημμένη στο παράρτημα των γραπτών παρατηρήσεων έκθεση. Στην απόφαση Α. Κ. κ.λπ. διαπιστώνεται ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης και ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου την οποία παραθέτει η Επιτροπή είναι αλυσιτελής για την απόδειξη των αιτιάσεών της.

49.      Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι η έλλειψη ανεξαρτησίας του πειθαρχικού τμήματος αποδεικνύεται από κατευθυντήριες γραμμές που έχουν εκδώσει διεθνείς φορείς σχετικά με την ανεξαρτησία των δικαστών. Κατά το Βασίλειο της Δανίας και τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, τούτο επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης A. K. κ.λπ.

4.      Επί της τρίτης αιτίασης, σχετικά με την εξουσία του προέδρου του πειθαρχικού τμήματος να ορίζει πειθαρχικό δικαστήριο

50.      Με τη δεύτερη αιτίασή της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 110, παράγραφος 3, και 114, παράγραφος 7, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, με τα οποία παρέχεται στον πρόεδρο του πειθαρχικού τμήματος ουσιαστικά απεριόριστη εξουσία να ορίζει το αρμόδιο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό δικαστήριο σε υποθέσεις που αφορούν δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, δεν παρέχουν εχέγγυα περί της εγγύησης ότι οι υποθέσεις αυτές εξετάζονται από δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως και, επομένως, αντιβαίνουν προς το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΔΔΑ) σχετικά με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ). Δεδομένου ότι το πειθαρχικό τμήμα δεν είναι ανεξάρτητο, η ανάθεση της εξουσίας αυτής στον πρόεδρο του εν λόγω τμήματος δεν μπορεί να συνιστά αποτελεσματική εγγύηση της ανεξαρτησίας των δικαστών, ο δε δικαστικός σχηματισμός για την εκδίκαση υπόθεσης ορίζεται με κλήρωση μεταξύ των δικαστών συγκεκριμένου δικαστηρίου, οι οποίοι διορίζονται επίσης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

51.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι κάθε πρωτοβάθμιο πειθαρχικό δικαστήριο είναι δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως και του οποίου οι θέσεις πληρώθηκαν σύμφωνα με τον νόμο. Ο πρόεδρος του πειθαρχικού τμήματος ορίζει ένα από τα νομίμως συσταθέντα πειθαρχικά δικαστήρια, ενώ ο συγκεκριμένος δικαστικός σχηματισμός ορίζεται με κλήρωση από κατάλογο όλων των δικαστών του δικαστηρίου αυτού, γεγονός που αποτρέπει την αδικαιολόγητη άσκηση επιρροής.

52.      Κατά το Βασίλειο της Δανίας, η αιτίαση αυτή ενισχύεται από την έλλειψη ανεξαρτησίας του πειθαρχικού τμήματος. Κατά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, τούτο επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

5.      Επί της τέταρτης αιτίασης, σχετικά με την προσβολή των δικονομικών δικαιωμάτων των δικαστών

53.      Με την τέταρτη αιτίασή της, η οποία διακρίνεται σε δύο σκέλη, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 112b, 113a και 115a, παράγραφος 3, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων αντιβαίνουν στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, διότι δεν διασφαλίζουν αφενός μεν την εντός εύλογης προθεσμίας εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων κατά των δικαστών των τακτικών δικαστηρίων, αφετέρου δε την τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας των κατηγορουμένων δικαστών.

54.      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 112b του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει τη δυνατότητα να διατηρεί επ’ αόριστον σε ισχύ τη δίωξη σε βάρος δικαστή, διορίζοντας υπεύθυνο πειθαρχικών διαδικασιών παρά τω υπουργώ δικαιοσύνης, ο οποίος δύναται να κινήσει τη σχετική διαδικασία με αίτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, να παρέμβει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, καθώς και να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία στην ίδια υπόθεση, ακόμη και μετά την περάτωσή της. Υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με το ποινικό σκέλος του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ (24), η εύλογη προθεσμία δεν διασφαλίζεται. Τα επιχειρήματα που αντλούνται από την αρχή ne bis in idem δεν λαμβάνουν υπόψη το σαφές γράμμα της διάταξης, ενώ το άρθρο 112b, παράγραφος 2, του επίμαχου νόμου αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες η παύση των καθηκόντων του λειτουργού αυτού επέρχεται για άλλους λόγους.

55.      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 113a του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, το οποίο προβλέπει συνέχιση της διαδικασίας ακόμη και εάν δεν έχει διοριστεί συνήγορος αυτεπαγγέλτως ή όταν ο συνήγορος αυτός δεν έχει ακόμη αναλάβει την υπεράσπιση, παραβιάζει τα δικαιώματα άμυνας, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του ΕΔΔΑ επί του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ (25) σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε συνήγορο. Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η διάταξη αυτή έχει ως αποκλειστικό σκοπό να παράσχει στο πειθαρχικό δικαστήριο τη δυνατότητα αυτεπαγγέλτου διορισμού συνηγόρου, όπως αυτός ρυθμίζεται από το άρθρο 113, παράγραφοι 2 και 3, του ίδιου νόμου. Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 115a, παράγραφος 3, του εν λόγω νόμου, το οποίο προβλέπει ότι το πειθαρχικό δικαστήριο δύναται να προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης παρά τη δικαιολογημένη απουσία του κατηγορουμένου δικαστή ή του συνηγόρου του, αντιβαίνει στην αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, η οποία καταλέγεται στα δικαιώματα άμυνας. Το συμφέρον της πειθαρχικής διαδικασίας δεν ταυτίζεται με το συμφέρον του δικαστή, η δε δυνατότητα προσκόμισης στοιχείων και γραπτών εξηγήσεων σε προγενέστερα στάδια δεν αντισταθμίζει τη συμμετοχή στη διαδικασία.

56.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει, όσον αφορά το πρώτο σκέλος, ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε επιχειρήματα κατά του θεσμού του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης, που προβλέπεται στο άρθρο 112b του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, και ότι, όσον αφορά το άρθρο 112b, παράγραφος 5, του ίδιου νόμου, δεν προσκόμισε επαρκή στοιχεία βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου (26) για να αποδείξει εθνική πρακτική που αντιβαίνει στην απαίτηση περί εύλογης προθεσμίας. Το άρθρο 112b, παράγραφος 5, του νόμου αυτού έχει εφαρμογή αποκλειστικώς στις διαδικασίες επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση και στις οποίες δεν είναι πλέον δυνατή η άσκηση των καθηκόντων του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης για άλλους λόγους, όπως λόγω θανάτου ή λόγω παύσεως ασκήσεως των καθηκόντων του. Δεδομένου ότι η διαδικασία περατώνεται με την οριστική απόφαση, η κίνηση νέας διαδικασίας οδηγεί σε απόρριψή της δυνάμει της αρχής ne bis in idem, ενώ η αρχή του δεδικασμένου απαγορεύει επίσης την επ’ αόριστον διατήρηση κατηγοριών σε βάρος δικαστή του οποίου η υπόθεση έχει περατωθεί. Ουδόλως συνδέεται η διάρκεια της διαδικασίας με το γεγονός ότι είναι δυνατή η διεξαγωγή της από τον υπεύθυνο πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος δεσμεύεται από τις ίδιες προθεσμίες για τα διάφορα στάδια της διαδικασίας.

57.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει, ως προς το δεύτερο σκέλος, ότι το άρθρο 113a του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων αφορά μόνον τον αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου, ο οποίος συνιστά εξαιρετική περίπτωση που διέπεται από το άρθρο 113, παράγραφοι 2, 3 και 4, του νόμου αυτού. Όσον αφορά το άρθρο 115a, παράγραφος 3, του ίδιου νόμου, το συμφέρον της διαδικασίας ταυτίζεται με εκείνο του δικαστή και εκτιμάται από ανεξάρτητο δικαστήριο. Το δικαίωμα ακρόασης του δικαστή διασφαλίζεται ήδη σε προγενέστερα στάδια.

2.      Επί της αιτίασης που αφορά παράβαση του άρθρου 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ

58.      Με την πέμπτη αιτίασή της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων και το άρθρο 97, παράγραφος 1, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιτρέπουν την πειθαρχική δίωξη δικαστών λόγω υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, όπως καταδεικνύουν τα τέσσερα παραδείγματα στο πλαίσιο της πρώτης αιτίασης, τα οποία μνημονεύονται στο σημείο 41 των παρουσών προτάσεων. Η αδυναμία προστασίας των δικαστών από την απειλή της πειθαρχικής ευθύνης όταν υποβάλλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αποτελεί παράβαση του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και λειτουργεί εκφοβιστικά για τους δικαστές.

59.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι ουδεμία πειθαρχική διαδικασία κινήθηκε σε βάρος δικαστή λόγω υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως και ότι τα παραδείγματα που επικαλείται η Επιτροπή δεν αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Οι έρευνες που πραγματοποιούνται κατ’ εξαίρεση και δεν καταλήγουν κατ’ ανάγκην σε πειθαρχική διαδικασία δεν θίγουν την ανεξαρτησία των δικαστών και δεν τίθεται ζήτημα εκφοβισμού.

60.      Το Βασίλειο της Δανίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας και το Βασίλειο της Σουηδίας υποστηρίζουν ότι, όπως επιβεβαιώνεται από την προμνημονευθείσα απόφαση Miasto Łowicz, η υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν επιτρέπεται να συνεπάγεται πειθαρχική διαδικασία. Κατά τη Δημοκρατία της Φινλανδίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο εκφοβισμού των δικαστών.

VI.    Ανάλυση

61.      Η ανάλυσή μου διαρθρώνεται σε τρία κύρια μέρη. Πρώτον, θα εξετάσω τις αντιρρήσεις της Δημοκρατίας της Πολωνίας σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής και το περιεχόμενο του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ στο πλαίσιο της τρίτης και τέταρτης αιτίασης (ενότητα A). Εν συνεχεία, θα εξετάσω το βάσιμο των αιτιάσεων που αφορούν παράβαση του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ (ενότητα Β) και του άρθρου 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (ενότητα Γ).

62.      Βάσει της ανάλυσης αυτής, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ προβλέπει το δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως, το δικαίωμα στην εξέταση υποθέσεως εντός εύλογης προθεσμίας και τα δικαιώματα άμυνας, καθώς και ότι οι αιτιάσεις που στηρίζονται στη διάταξη αυτή και στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ είναι βάσιμες.

1.      Επί της δυνατότητας εφαρμογής και του περιεχομένου του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ

63.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 19 ΣΕΕ, το οποίο συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου που μνημονεύεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, στα εθνικά δικαστήρια και στο Δικαστήριο ανατίθεται η διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών και της ένδικης προστασίας των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο αυτό (27). Μολονότι η οργάνωση της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, εντούτοις, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ (28). Βάσει της διάταξης αυτής, κάθε κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίζει ότι τα όργανα τα οποία εντάσσονται, ως «δικαστήρια», υπό την έννοια του δικαίου της Ένωσης, στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης πληρούν τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (29).

64.      Έχει επίσης καταδειχθεί ότι, όσον αφορά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, η διάταξη αυτή αφορά «τους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», ανεξαρτήτως αν τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη (30). Ως εκ τούτου, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση κάθε εθνικού δικαστηρίου δυνάμενου να αποφαίνεται επί ζητημάτων απτομένων της εφαρμογής ή της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και εμπιπτόντων, επομένως, σε τομείς που διέπονται από το δίκαιο αυτό (31).

65.      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο και τα τακτικά δικαστήρια αποφαίνονται επί ζητημάτων που συνδέονται με την εφαρμογή και την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και τα οποία, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης (32). Επομένως, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει εφαρμογή στην υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως με την οποία αμφισβητείται ο συμβατός με την εν λόγω διάταξη χαρακτήρας εθνικών μέτρων σχετικών με το πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών των εν λόγω δικαστηρίων. Το γεγονός ότι οι πειθαρχικές δίκες που διεξάγονται βάσει των προσβαλλόμενων μέτρων δεν αφορούν την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ουδόλως ασκεί επιρροή, όπως άλλωστε και η έλλειψη γενικής αρμοδιότητας της Ένωσης στον τομέα της πειθαρχικής ευθύνης των δικαστών.

66.      Δεν αμφισβητείται ότι η υποχρέωση διασφάλισης πρόσβασης σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο απορρέει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και καταλαμβάνει, επομένως, την εκτίμηση των επίμαχων μέτρων υπό το πρίσμα αυτό. Εντούτοις, η υπό κρίση υπόθεση εγείρει το ζήτημα εάν η διάταξη αυτή περιλαμβάνει και άλλες εγγυήσεις που κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη, ήτοι το δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως, το δικαίωμα στην εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογης προθεσμίας και τα δικαιώματα άμυνας, όσον αφορά τα επίμαχα μέτρα (33).

67.      Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.

68.      Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (34), οι εγγυήσεις περί ανεξαρτησίας των δικαστών που απορρέουν από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ περιλαμβάνουν, στο πλαίσιο του πειθαρχικού καθεστώτος των δικαστών, κανόνες οι οποίοι «προβλέπουν την παρέμβαση ανεξάρτητου οργάνου βάσει διαδικασίας που εγγυάται πλήρως τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη, ιδίως τα δικαιώματα άμυνας». Επομένως, η απαίτηση θέσπισης πειθαρχικού καθεστώτος το οποίο να διασφαλίζει τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη απορρέει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

69.      Η ανάλυση αυτή είναι επίσης σύμφωνη με τη νομολογία βάσει της οποίας το Δικαστήριο συνέδεσε τις εγγυήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη. Για παράδειγμα, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι «το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει σε όλα τα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η αποτελεσματική δικαστική προστασία, κατά την έννοια, ιδίως, του άρθρου 47 του Χάρτη […], οπότε η δεύτερη αυτή διάταξη πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη για την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ» (35). Τούτο μπορεί να αποδοθεί στο ότι η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, την οποία μνημονεύει το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία απορρέει από τις κοινές στα κράτη μέλη συνταγματικές παραδόσεις και η οποία κατοχυρώθηκε με τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ, σήμερα δε είναι κατοχυρωμένη με το άρθρο 47 του Χάρτη (36). Πράγματι, όπως διατυπώθηκε στις προτάσεις μου στην υπόθεση Α. Κ. κ.λπ. (37), υπάρχει ένας «συνταγματικός δίαυλος» μεταξύ του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη, η δε νομολογία που τις αφορά αναπόφευκτα επικαλύπτεται, δεδομένου ότι οι δύο αυτές διατάξεις έχουν κοινές πηγές. Επομένως, τα δικαιώματα που καλύπτονται από κάθε διάταξη αναπόφευκτα επικαλύπτονται, ενώ το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ περιλαμβάνει, χωρίς να περιορίζεται σε αυτό, την υποχρέωση για ανεξάρτητα και αμερόληπτα δικαστήρια.

70.      Συναφώς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως συνδέεται άμεσα με την ανεξαρτησία των δικαστών (38) και ότι αποτελεί επίσης μία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να συνιστά ένα όργανο «δικαστήριο» κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (39). Από τη νομολογία σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο ερμηνεύει την απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαστών βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ υπό το πρίσμα των προβλεπόμενων στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ (40). Επομένως, το ίδιο ισχύει και για την απαίτηση αυτή.

71.      Παράλληλα με την ανεξαρτησία των δικαστών, το δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως, το δικαίωμα σε δίκη εντός εύλογης προθεσμίας και τα δικαιώματα άμυνας αποτελούν μέρος του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, που κατοχυρώνεται με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, καθώς και με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, όσον αφορά τα δικαιώματα άμυνας. Τούτο συνηγορεί υπέρ της υπαγωγής των δικαιωμάτων αυτών στις εγγυήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, λαμβανομένης υπόψη της σύνδεσής τους με την ανεξαρτησία των δικαστών, με την οποία αποτελούν από κοινού βασικά στοιχεία του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και του θεμελιώδους δικαιώματος για δίκαιη δίκη.

72.      Επομένως, φρονώ ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ καταλαμβάνει το δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως, το δικαίωμα εξέτασης υπόθεσης εντός εύλογης προθεσμίας και τα δικαιώματα άμυνας, όπως κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη. Συνεπώς, τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη έχουν εφαρμογή επί εθνικών μέτρων όπως τα επίμαχα εν προκειμένω, τα οποία αφορούν πειθαρχικές διαδικασίες των δικαστών και θεσπίζονται από κράτος μέλος, προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι τα δικαιώματα αυτά δεν απορρέουν από την εν λόγω διάταξη, στο πλαίσιο της τρίτης και της τέταρτης αιτίασης, πρέπει να απορριφθούν.

2.      Επί των αιτιάσεων σχετικά με παράβαση του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ

1.      Επί της πρώτης αιτίασης, σχετικά με την αντιμετώπιση του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων ως πειθαρχικού παραπτώματος

73.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων και το άρθρο 97, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραβιάζουν την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών, καθόσον επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων ως πειθαρχικού παραπτώματος. Η Επιτροπή στηρίζει την αιτίαση αυτή στο γράμμα του άρθρου 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων και, ειδικότερα, στην κατηγορία των πειθαρχικών παραπτωμάτων που συνίστανται σε πρόδηλη και κατάφωρη παράβαση του νόμου, λαμβανομένης υπόψη της εφαρμογής του και του ευρύτερου πλαισίου αυτού, συμπεριλαμβανομένου του μηχανισμού διαπίστωσης παραβάσεως κατά το άρθρο 97, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

74.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι επίμαχες διατάξεις παραβιάζουν την αρχή αυτή, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του γράμματος και της πάγιας ερμηνείας του άρθρου 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, καθώς και του διαφορετικού πλαισίου του άρθρου 97, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

75.      Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής ότι, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να θεσπίζουν συγκεκριμένο πειθαρχικό καθεστώς για τους δικαστές. Το κρίσιμο είναι οι κανόνες που διέπουν το καθεστώς αυτό «να περιβάλλονται τις αναγκαίες εγγυήσεις, ώστε να αποτρέπεται κάθε κίνδυνος χρήσεως αυτού του καθεστώτος ως συστήματος πολιτικού ελέγχου του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων» (41). Ειδικότερα, οι κανόνες οι οποίοι καθορίζουν τις συμπεριφορές που συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν μέρος των εγγυήσεων αυτών (42).

76.      Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η πειθαρχική ευθύνη των δικαστών καταλέγεται στα εχέγγυα της ανεξαρτησίας των δικαστών στο πλαίσιο κατευθυντηρίων οδηγιών που έχουν εκδοθεί από ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς σχετικά με την ανεξαρτησία των δικαστών (43). Συναφώς, η πειθαρχική διαδικασία κατά δικαστή πρέπει να κινείται για τις σοβαρότερες μορφές επαγγελματικού παραπτώματος και όχι λόγω του περιεχομένου δικαστικών αποφάσεων που άπτεται εν γένει της εκτίμησης πραγματικών περιστατικών και αποδείξεων, καθώς και της ερμηνείας του νόμου (44). Ωστόσο, δεν υπάρχει ομοιόμορφη προσέγγιση όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της πειθαρχικής ευθύνης και, σε πολλά κράτη, ο ορισμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων διατυπώνεται συχνά κατά τρόπο γενικό (45).

77.      Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη σημασία της συνεκτίμησης του νομικού πλαισίου, αλλά και του ευρύτερου πλαισίου εντός του οποίου ερμηνεύεται και εφαρμόζεται κάθε συγκεκριμένος ορισμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων (46). Πράγματι, όσον αφορά την εξέταση της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών, το Δικαστήριο ακολουθεί συνολική προσέγγιση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία σχετικά με το πλαίσιο και την εφαρμογή των επίμαχων εθνικών μέτρων, καθώς και με τα σωρευτικά αποτελέσματά τους (47). Ως εκ τούτου, μολονότι μία μεμονωμένη εθνική ρύθμιση μπορεί κατ’ αρχήν να μη συνιστά παραβίαση της αρχής αυτής, τούτο μπορεί να μην ισχύει εάν ληφθούν υπόψη και άλλα στοιχεία (48).

78.      Εν προκειμένω, φρονώ ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς ότι οι επίμαχες διατάξεις παραβιάζουν την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών, η τήρηση της οποίας είναι αναγκαία προκειμένου να πληρούνται οι επιταγές περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που απορρέουν από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

79.      Επισημαίνεται ότι, όπως εκτέθηκε στο σημείο 17 των παρουσών προτάσεων, στο άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, διατυπώθηκε, κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (49), ορισμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων, ως συνιστάμενων σε πρόδηλη και κατάφωρη παράβαση των κανόνων δικαίου και σε προσβολή της αξιοπρέπειας του λειτουργήματος, υπό γενική διατύπωση. Δέχομαι ότι η διάταξη αυτή και ειδικότερα η κατηγορία της πρόδηλης και κατάφωρης παράβασης του νόμου δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, παραβίαση της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών. Εντούτοις, πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι η διάταξη αυτή καθιστά δυνατή την εξομοίωση του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων με πειθαρχικό παράπτωμα και, επομένως, δεν συνιστά αποτελεσματική εγγύηση έναντι παρεμβάσεων στην ανεξαρτησία των δικαστών, λαμβανομένου υπόψη του ευρύτερου πλαισίου και της συγκεκριμένης εφαρμογής της στην Πολωνία, κατάσταση η οποία δεν μπορεί να συγκριθεί με όσα ισχύουν σε άλλα κράτη μέλη.

80.      Συναφώς, το άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων εντάσσεται στο πλαίσιο των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων του πολωνικού δικαστικού συστήματος και, ειδικότερα, του νέου πειθαρχικού καθεστώτος των δικαστών, το οποίο ενισχύει τον κίνδυνο κίνησης πειθαρχικών διαδικασιών ή επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων βάσει της διάταξης αυτής με σκοπό την άσκηση πολιτικής πίεσης στους δικαστικούς λειτουργούς όσον αφορά το περιεχόμενο των αποφάσεών τους. Ειδικότερα, πρέπει να επισημανθεί ότι η αυθεντική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης ανατίθεται στο πειθαρχικό τμήμα, η ανεξαρτησία του οποίου έχει τεθεί εν αμφιβόλω, όπως εκτίθεται κατωτέρω στο πλαίσιο της δεύτερης αιτίασης, και το οποίο έχει ήδη προβεί σε ερμηνεία της διάταξης αυτής ως καταλαμβάνουσας το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων (βλ. σημείο 42 των παρουσών προτάσεων). Όπως επισημαίνεται από το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας, τη Δημοκρατία της Φινλανδίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, υπάρχουν πολλές εκθέσεις προερχόμενες από διεθνείς οργανισμούς (50) οι οποίες υπογραμμίζουν τον καταστροφικό αντίκτυπο του νέου πειθαρχικού καθεστώτος και ιδίως τους κινδύνους που ενέχει ο ευρύς ορισμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων κατά το πολωνικό δίκαιο επί της ανεξαρτησίας των δικαστών.

81.      Φρονώ ότι το ενδεχόμενο στοιχειοθέτησης ευθύνης των δικαστών λόγω του περιεχομένου των αποφάσεών τους ενισχύεται από το άρθρο 97, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο παρέχει στο Ανώτατο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ζητήσει την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος δικαστή, εάν διαπιστώσει πρόδηλη παράβαση του νόμου στο πλαίσιο της εκ μέρους του κατ’ αναίρεση εξέτασης υποθέσεων λόγω διαπίστωσης πλάνης. Ακόμη και εάν, όπως υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, η απορρέουσα από τη διάταξη αυτή έννοια της πρόδηλης παράβασης του νόμου εντάσσεται σε πλαίσιο διαφορετικό από αυτό της πρόδηλης και κατάφωρης παράβασης του νόμου κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία των δικαστών λόγω της σύνδεσης της διάταξης αυτής με το άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων στο πλαίσιο του νέου πειθαρχικού καθεστώτος.

82.      Από το άρθρο 97, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι το πειθαρχικό τμήμα είναι το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό δικαστήριο, μεταξύ άλλων και για τις υποθέσεις που αφορούν τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται από το τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων –το οποίο επίσης συνεστήθη με τον νόμο περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αποτελείται από δικαστικούς λειτουργούς που προτάθηκαν από το νεοσυσταθέν KRS– στο πλαίσιο της νέας διαδικασίας εκτάκτων ενδίκων μέσων, επιτρέποντας την αναθεώρηση, από το εν λόγω τμήμα, αποφάσεων των τακτικών δικαστηρίων οι οποίες είχαν καταστεί απρόσβλητες, ανατρέχοντας έως και το έτος 1997 (51). Μολονότι το πειθαρχικό τμήμα και η προαναφερθείσα διαδικασία δεν αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση υπόθεσης, αποτελούν, εντούτοις, μέρος του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι επίμαχες διατάξεις. Όπως επισήμανε το Βασίλειο της Δανίας, η σχέση μεταξύ της εκδίκασης των ενδίκων μέσων, συμπεριλαμβανομένων των εκτάκτων ενδίκων μέσων, και της κίνησης πειθαρχικής διαδικασίας συμβάλλει στην άσκηση πίεσης στους δικαστικούς λειτουργούς κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων.

83.      Επιπλέον, όπως εκτίθεται στα σημεία 41 και 42 των παρουσών προτάσεων, η Επιτροπή προσκόμισε στοιχεία σχετικά με την πρακτική εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, γεγονός που αποδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, την εξομοίωση του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων με πειθαρχικό παράπτωμα. Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας για να αμφισβητήσει τη λυσιτέλεια των παραδειγμάτων που παρέθεσε η Επιτροπή δεν είναι πειστικά. Ειδικότερα, είναι αλήθεια ότι, κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα εάν ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του εν λόγω κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η οποία εν προκειμένω είναι η 17η Σεπτεμβρίου 2019, και ότι οι επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (52). Εντούτοις, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, μολονότι ορισμένα από τα παραδείγματα αυτά αφορούσαν μεταγενέστερα γεγονότα, αποτελούν επιβεβαίωση των επιχειρημάτων και αποδεικτικών στοιχείων που προέβαλε με το δικόγραφο της προσφυγής της σχετικά με την περίοδο αυτή και είναι, επομένως, κρίσιμα στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης (53).

84.      Μολονότι, όπως υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, ορισμένα παραδείγματα δεν αφορούσαν πρόδηλη και κατάφωρη παράβαση του νόμου, εντούτοις εξακολουθούν να καταδεικνύουν ότι ο ορισμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων του άρθρου 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων μπορεί πράγματι να επεκταθεί και στο περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων και ότι δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία των δικαστών. Τα παραδείγματα που επικαλείται η Επιτροπή επιβεβαιώνουν πειθαρχικές διαδικασίες ή κυρώσεις σε βάρος δικαστών λόγω των αποφάσεων που εξέδωσαν σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις του πολωνικού δικαστικού συστήματος και την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών στην Πολωνία (54). Το γεγονός ότι οι έρευνες δεν κατέληξαν σε πειθαρχικές κατηγορίες κατά των εμπλεκομένων δικαστών ή ότι η εκτίμηση του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών δεν δεσμεύει τα πειθαρχικά δικαστήρια είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά δύνανται να ασκήσουν πίεση στους δικαστές. Το ενδεχόμενο και μόνο κίνησης πειθαρχικών διαδικασιών ή επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων κατά δικαστικών λειτουργών λόγω του περιεχομένου των δικαστικών τους αποφάσεων αναμφισβήτητα λειτουργεί εκφοβιστικά, όχι μόνο για τους οικείους δικαστές, αλλά και για άλλους δικαστές στο μέλλον, γεγονός μη συμβατό με την ανεξαρτησία των δικαστών.

85.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.

2.      Επί της δεύτερης αιτίασης, σχετικά με την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του πειθαρχικού τμήματος

86.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 3, παράγραφος 5, 27 και 73, παράγραφος 1, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 9a του νόμου περί του KRS, δεν διασφαλίζουν την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του πειθαρχικού τμήματος. Βασίζει τον ισχυρισμό της σε σειρά στοιχείων, καθώς και στην απόφαση A. K. κ.λπ. και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εφαρμόζει την απόφαση αυτή.

87.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι ουδεμία παραβίαση της δικαστικής ανεξαρτησίας αποδείχθηκε, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, της διαδικασίας διορισμού των δικαστών του πειθαρχικού τμήματος και των εγγυήσεων που τους παρέχονται κατά το πολωνικό δίκαιο.

88.      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι κανόνες σχετικά με το πειθαρχικό καθεστώς που εφαρμόζεται στους δικαστές συμβάλλουν στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των δικαστηρίων, ώστε οι πολίτες να μην έχουν καμία εύλογη αμφιβολία ως προς το ανεπηρέαστο ενός τέτοιου δικαστηρίου έναντι των εξωτερικών στοιχείων, ειδικότερα δε έναντι της άμεσης ή έμμεσης ασκήσεως επιρροής εκ μέρους της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας, και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή οποιαδήποτε εντύπωση έλλειψης ανεξαρτησίας και αμεροληψίας του δικαστηρίου, στοιχείο που μπορεί να θίξει την εμπιστοσύνη την οποία πρέπει να εμπνέει η δικαιοσύνη στους πολίτες στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας (55).

89.      Στην απόφαση Α. Κ. κ.λπ. (56) το Δικαστήριο διευκρίνισε το περιεχόμενο των απαιτήσεων περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας στο πλαίσιο της σύστασης του πειθαρχικού τμήματος. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι απλώς και μόνον ο διορισμός των δικαστών του εν λόγω τμήματος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν δύναται να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία τους, εφόσον, κατόπιν του διορισμού τους, οι ενδιαφερόμενοι δεν δέχονται εντολές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Εντούτοις, το Δικαστήριο επισήμανε διάφορα στοιχεία, τα οποία, συνδυαστικά θεωρούμενα, είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση το προαναφερθέν συμπέρασμα.

90.      Με την εν λόγω απόφαση (57), το Δικαστήριο έκρινε ότι, όσον αφορά την ανεξαρτησία του KRS, η οποία είναι κρίσιμη για να διαπιστωθεί εάν οι δικαστές που αυτό επιλέγει πληρούν τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, τα στοιχεία αυτά περιελάμβαναν, ειδικότερα, ότι το KRS υπό τη νέα σύνθεσή του στελεχώθηκε κατόπιν μειώσεως της χρονικής διάρκειας της τετραετούς θητείας των μελών από τα οποία απαρτιζόταν μέχρι τότε το όργανο αυτό και ότι, ενώ τα προερχόμενα εκ των δικαστικών λειτουργών δεκαπέντε μέλη του KRS εκλέγονταν προηγουμένως από τους δικαστές συναδέλφους τους, εκλέγονται πλέον από φορέα της νομοθετικής εξουσίας. Όσον αφορά τα στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν κατά άμεσο τρόπο το πειθαρχικό τμήμα, το Δικαστήριο επισήμανε ότι: πρώτον, το όργανο αυτό έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται υποθέσεων σχετικών με μέτρα τα οποία το Δικαστήριο, στην απόφασή του της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (58), έκρινε ως μη συμβατά με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ· δεύτερον, απαρτίζεται αποκλειστικώς από νεοδιοριζόμενους δικαστές, εξαιρουμένων των δικαστών που ήδη υπηρετούσαν στο Ανώτατο Δικαστήριο· και τρίτον, απολαύει ιδιαίτερου βαθμού αυτονομίας εν συγκρίσει προς άλλα τμήματα του εν λόγω δικαστηρίου.

91.      Με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2019 (59), το Ανώτατο Δικαστήριο (δικάζον σε σχηματισμό του τμήματος εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών μία εκ των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου Α. Κ. κ.λπ.) απεφάνθη –στηριζόμενο στην απόφαση Α. Κ. κ.λπ.– ότι το KRS δεν είναι, υπό τη νυν σύνθεσή του, ανεξάρτητο όργανο και ότι το πειθαρχικό τμήμα δεν συνιστά δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 45, παράγραφος 1, του πολωνικού Συντάγματος. Όσον αφορά το KRS, η απόφαση αυτή έκανε λόγο, μεταξύ άλλων, για πλημμέλειες κατά τη διαδικασία εκλογής των μελών του, για υποτέλεια στις πολιτικές αρχές και για δραστηριότητες που δεν συνάδουν με την ανεξαρτησία των δικαστών. Σχετικά με το πειθαρχικό τμήμα, η απόφαση εκείνη μνημόνευε, ειδικότερα, ότι όλοι οι δικαστές που διορίζονται στο τμήμα αυτό έχουν ισχυρούς δεσμούς με νομοθετικές ή εκτελεστικές αρχές· οι όροι του διαγωνισμού για τον διορισμό των δικαστών αυτών τροποποιήθηκαν διαρκούσης της διαδικασίας· το Ανώτατο Δικαστήριο δεν συμμετείχε στη διαδικασία διορισμού των δικαστών αυτών· η δραστηριότητα του πειθαρχικού τμήματος αποσκοπούσε στην απόσυρση των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως· και οι πειθαρχικές υποθέσεις που εκδικάστηκαν από το πειθαρχικό τμήμα καταδεικνύουν ότι ένας δικαστής μπορεί να κατηγορηθεί για πειθαρχικά παραπτώματα συνεπεία της εκδόσεως δικαστικών αποφάσεων, κάτι το οποίο δεν συνέβαινε προηγουμένως.

92.      Με αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 2020 (60), το Ανώτατο Δικαστήριο (δικάζον υπό τον ίδιο σχηματισμό τις λοιπές υποθέσεις επί των οποίων είχε εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου Α. Κ. κ.λπ.) έκρινε με παρόμοια αιτιολογία ότι το πειθαρχικό τμήμα δεν αποτελεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, λόγω των προϋποθέσεων συστάσεώς του, των αρμοδιοτήτων και της συνθέσεώς του, καθώς και της εμπλοκής του KRS στην επιλογή των μελών του.

93.      Με απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2020 (61), το Ανώτατο Δικαστήριο (δικάζον σε διευρυμένο σχηματισμό απαρτιζόμενο από το τμήμα αστικών υποθέσεων, το τμήμα ποινικών υποθέσεων και το τμήμα εργατικών και κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών) επικύρωσε την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2019 ως προς το ότι το KRS και το πειθαρχικό τμήμα δεν αποτελούν ανεξάρτητα όργανα. Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται ότι το KRS εξαρτάται από τις πολιτικές αρχές, με αποτέλεσμα να υφίστανται πλημμέλειες στους διαγωνισμούς για θέσεις δικαστών που διενεργούνται από το όργανο αυτό και, ως εκ τούτου, να δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες ως προς τα κίνητρα διορισμού των προσώπων σε θέση δικαστή. Ομοίως, συνεπεία της οργάνωσής του, του συστήματός του, της διαδικασίας διορισμού και της αυτοτέλειάς του, οι αποφάσεις που εκδίδονται από τον δικαστικό σχηματισμό του πειθαρχικού τμήματος δεν αποτελούν αποφάσεις δικαστηρίου προσηκόντως ορισθέντος. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, οι δικαστικοί σχηματισμοί είχαν συσταθεί παρανόμως κατά τον χρόνο έκδοσης αποφάσεων με τη συμμετοχή δικαστών που επελέγησαν από το νεοσυσταθέν KRS.

94.      Εν προκειμένω, η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς ότι οι επίμαχες διατάξεις δεν διασφαλίζουν την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του πειθαρχικού τμήματος και, επομένως, αντιβαίνουν στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

95.      Επισημαίνεται ότι η προμνημονευθείσα απόφαση A. K. κ.λπ. είναι κρίσιμη εν προκειμένω. Μολονότι στην απόφαση εκείνη η κρίση του Δικαστηρίου αφορούσε το άρθρο 47 του Χάρτη, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η κρίση θα ήταν η ίδια και όσον αφορά το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ (62). Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, η απόφαση αυτή δεν αποδεικνύει το συμβατό των επίμαχων διατάξεων με το δίκαιο της Ένωσης. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν χαρακτήρισε τις εθνικές διατάξεις σχετικά με το KRS και το πειθαρχικό τμήμα μη συμβατές με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ απορρέει από τις αρμοδιότητές του βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (63). Πράγματι, η απόφαση A. K. κ.λπ. ενισχύει, κατά την άποψή μου, το συμπέρασμα ότι, βάσει του συνδυασμού των στοιχείων που επικαλέστηκε η Επιτροπή και τα οποία ελήφθησαν υπόψη στην εν λόγω απόφαση, το πειθαρχικό τμήμα δεν πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που απορρέουν από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Όπως συμπέρανα στις προτάσεις μου επί της υπόθεσης αυτής (64), η θητεία των μελών του προηγούμενου KRS έπαυσε πρόωρα, οι δε μεταβολές ως προς τον τρόπο διορισμού των δικαστικών μελών του οργάνου αυτού συνεπάγονται ότι τα είκοσι τρία εκ των είκοσι πέντε μελών του KRS προέρχονται από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία, στοιχεία τα οποία, εξεταζόμενα συνδυαστικά, καταδεικνύουν πλημμέλειες που υπονομεύουν την ανεξαρτησία του KRS.

96.      Επιπλέον, υπό το πρίσμα της απόφασης A. K. κ.λπ. και των προτάσεών μου στην εν λόγω υπόθεση (65), διάφορα στοιχεία που άπτονται των χαρακτηριστικών του πειθαρχικού τμήματος, συνδυαστικά θεωρούμενα, προκαλούν εύλογες αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του εν λόγω τμήματος: πρώτον, αυτό συστάθηκε στο πλαίσιο της νομοθετικής μεταρρύθμισης του πολωνικού δικαιοδοτικού συστήματος και είναι επιφορτισμένο με την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν το καθεστώς των δικαστικών λειτουργών, ιδίως δε πειθαρχικών υποθέσεων, οι οποίες άπτονται ορισμένων πτυχών της μεταρρύθμισης αυτής· δεύτερον, απαρτίζεται από νεοδιορισθέντες δικαστές, οι οποίοι προτάθηκαν από το νεοσυσταθέν KRS, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό ήδη υπηρετούντων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου· και, τρίτον, χαρακτηρίζεται από υψηλή οργανωτική και οικονομική αυτοτέλεια έναντι των λοιπών τμημάτων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

97.      Στις αποφάσεις του που μνημονεύονται στα σημεία 91 έως 93 των παρουσών προτάσεων, το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολωνίας αναγνώρισε την έλλειψη ανεξαρτησίας του KRS και του πειθαρχικού τμήματος. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, οι αποφάσεις αυτές αφορούν ακριβώς τα στοιχεία που αναφέρει η Επιτροπή και είναι, επομένως, κρίσιμα εν προκειμένω. Το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει το εν λόγω κράτος μέλος, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 23ης Ιανουαρίου 2020 κρίθηκε αντισυνταγματική από το Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικό Δικαστήριο, Πολωνία) (66) ή ότι οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις σχετικά με τη σύνθεση του KRS επικυρώθηκαν από το ίδιο δικαστήριο (67), ουδόλως επηρεάζει τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας των δικαστών, τις οποίες οφείλει να πληροί το πειθαρχικό τμήμα δυνάμει του δικαίου της Ένωσης.

98.      Φρονώ ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας, κατά τα οποία ο υψηλός βαθμός οργανωτικής και οικονομικής αυτοτέλειας του πειθαρχικού τμήματος ενισχύει την ανεξαρτησία του, δεν είναι πειστικά, εάν εξετασθούν σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα στοιχεία, καθώς και με το ευρύτερο πλαίσιο. Το γεγονός ότι μόνον οι δικαστές του τμήματος αυτού λαμβάνουν αποδοχές κατά 40 % υψηλότερες από εκείνες των άλλων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς καμία προφανή σύνδεση προς τη συγκεκριμένη επίμαχη δραστηριότητα ή τον φόρτο εργασίας του τμήματος αυτού, δύναται, κατά τη γνώμη μου, να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες ως προς το αν οι παροχές αυτές δικαιολογούνται από άλλους σκοπούς. Παρόμοιες αμφιβολίες δημιουργούνται και από το ότι ο πρόεδρος του πειθαρχικού τμήματος ασκεί ως προς το συγκεκριμένο τμήμα ορισμένα καθήκοντα που κανονικά ανατίθενται στον πρώτο πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι τα έσοδα και οι δαπάνες του πειθαρχικού τμήματος εγκρίνονται χωρίς δικαίωμα ελέγχου εκ μέρους του πρώτου προέδρου και ότι στον πρόεδρο του πειθαρχικού τμήματος ανατέθηκαν οι εξουσίες του αρμόδιου υπουργού για την εκτέλεση του προϋπολογισμού που συνδέεται με τη λειτουργία του τμήματος αυτού, διότι δύσκολα γίνεται αντιληπτό πώς τα στοιχεία αυτά συνδέονται με τον προφανή στόχο της προστασίας των δικαστών του πειθαρχικού τμήματος από τους κινδύνους της λήψεως αποφάσεων από την ολομέλεια του εν λόγω δικαστηρίου.

99.      Επιπλέον, φρονώ ότι τα επιχειρήματα που αφορούν το συνταγματικό προνόμιο του Προέδρου της Δημοκρατίας να διορίζει τους δικαστές, τις τυπικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας που ισχύουν για τους δικαστές του πειθαρχικού τμήματος και τις στατιστικές σχετικά με τις αποφάσεις του εν λόγω τμήματος δεν αρκούν για να αρθούν οι εύλογες αμφιβολίες ως προς την εντύπωση περί έλλειψης ανεξαρτησίας του εν λόγω τμήματος, θεωρούμενα υπό το πρίσμα του συνολικού νομικού πλαισίου και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που εκτίθενται στα σημεία 95 έως 97 των παρουσών προτάσεων.

100. Κατόπιν των προεκτεθέντων, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.

3.      Επί της τρίτης αιτίασης, σχετικά με την εξουσία του προέδρου του πειθαρχικού τμήματος να ορίζει το εκάστοτε πειθαρχικό δικαστήριο

101. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 110, παράγραφος 3, και 114, παράγραφος 7, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, παρέχοντας στον πρόεδρο του πειθαρχικού τμήματος διακριτική ευχέρεια να ορίζει το αρμόδιο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό δικαστήριο στις υποθέσεις που αφορούν τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, παραβιάζουν την απαίτηση του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ για νόμιμη σύσταση του δικαστηρίου αυτού, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου και του ΕΔΔΑ.

102. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι επίμαχες διατάξεις παραβιάζουν την απαίτηση αυτή, λαμβανομένων υπόψη των εγγυήσεων ανεξαρτησίας που απολαύουν τα εν λόγω δικαστήρια.

103. Βάσει της ανάλυσης που αναπτύσσεται στα σημεία 67 έως 72 των παρουσών προτάσεων, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ περιλαμβάνει το δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη. Επομένως, το νόημα και το πεδίο εφαρμογής της έννοιας αυτής πρέπει να αναπτυχθούν λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του ΕΔΔΑ επί του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο αυτό του Χάρτη (68).

104. Όπως έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο (69), η έννοια του «νομίμως λειτουργούντος» δικαστηρίου του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ αφορά όχι μόνον τη νομική βάση της ίδιας της υπάρξεως του δικαστηρίου, αλλά και τη σύνθεση της έδρας σε κάθε υπόθεση, καθώς και κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου της οποίας η μη τήρηση καθιστά μη νόμιμη τη συμμετοχή ενός ή περισσοτέρων δικαστών στην εξέταση της υποθέσεως. Στη νομολογία του (70), το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι η απαίτηση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, για δικαστήριο «νομίμως λειτουργούν» εγγυάται ότι η οργάνωση της δικαιοσύνης στηρίζεται σε κανόνες που εκπορεύονται από τη νομοθετική εξουσία, με αποτέλεσμα να μην εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια ούτε της εκτελεστικής εξουσίας ούτε των ίδιων των δικαστικών αρχών, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι τα δικαστήρια στερούνται κάθε περιθωρίου εκτιμήσεως για την ερμηνεία της κρίσιμης εθνικής νομοθεσίας.

105. Ειδικότερα, στην απόφασή του της 12ης Ιανουαρίου 2016, Miracle Europe Kft. κατά Ουγγαρίας (71), το ΕΔΔΑ απεφάνθη ότι όταν η ανάθεση υπόθεσης [σε δικαιοδοτικό όργανο] πραγματοποιείται επί τη βάσει διακριτικής ευχέρειας, υπό την έννοια ότι οι όροι της δεν προβλέπονται από τον νόμο, η κατάσταση αυτή θέτει σε κίνδυνο την εντύπωση περί αμεροληψίας, επιτρέποντας εικασίες σχετικά με την επιρροή που ασκούν στο επιληφθέν δικαστήριο πολιτικές ή άλλες δυνάμεις. Βάσει των προεκτεθέντων, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι αντιβαίνει στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ εθνική ρύθμιση που παρέχει στον νεοδιορισθέντα πρόεδρο της εθνικής δικαστικής υπηρεσίας (ο οποίος διέθετε ευρείες αρμοδιότητες επί διοικητικών θεμάτων και, σε ορισμένο βαθμό, επί του προσωπικού καθεστώτος των δικαστών) τη διακριτική ευχέρεια να αναθέτει εκ νέου υπόθεση σε άλλο δικαστήριο, διότι τα κριτήρια της εκ νέου ανάθεσης δεν εκτίθεντο στην εφαρμοστέα ρύθμιση. Αντικείμενο της υπόθεσης δεν ήταν η νόμιμη υπόσταση δικαστηρίου, αλλά η νομιμότητα της ανάθεσης υπόθεσης στο δικαστήριο αυτό. Κατά το ΕΔΔΑ, η διακριτική ευχέρεια που χαρακτήριζε την εκ νέου ανάθεση καθίστατο εμφανής εκ του ότι δεν προβλέπονταν αντικειμενικοί λόγοι ή κριτήρια ως προς το ποιες υποθέσεις επρόκειτο να διαβιβασθούν.

106. Εν προκειμένω, η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς ότι οι επίμαχες διατάξεις προσβάλλουν το δικαίωμα σε νομίμως συσταθέν δικαστήριο, ο σεβασμός του οποίου είναι αναγκαίος για την ικανοποίηση των επιταγών περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που απορρέουν από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

107. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας, κατά τα οποία οι επίμαχες διατάξεις δεν αφορούν την ύπαρξη και τη σύνθεση των πειθαρχικών δικαστηρίων που προβλέπονται από τον νόμο, αλλά μόνον τον διορισμό, από τον πρόεδρο του πειθαρχικού τμήματος, του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου. Υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΕΔΔΑ επί του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, η οποία μνημονεύεται στα σημεία 104 και 105 των παρουσών προτάσεων, η παράλειψη πρόβλεψης, στις επίμαχες διατάξεις, των κριτηρίων βάσει των οποίων ο πρόεδρος του πειθαρχικού τμήματος δικαιούται να ορίζει το αρμόδιο πειθαρχικό δικαστήριο, πέραν εκείνου στο οποίο υπηρετεί ο πειθαρχικώς κατηγορούμενος δικαστής, δημιουργεί τον κίνδυνο η εν λόγω διακριτική εξουσία να δύναται να ασκηθεί κατά τρόπο που να υπονομεύει τον χαρακτήρα των πειθαρχικών δικαστηρίων ως δικαστηρίων συσταθέντων νομίμως.

108. Ο κίνδυνος αυτός φαίνεται να ενισχύεται από πρόσθετα στοιχεία σχετικά με το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το νέο πειθαρχικό καθεστώς. Ειδικότερα, η έλλειψη ανεξαρτησίας του πειθαρχικού τμήματος, η οποία αποτελεί αντικείμενο της δεύτερης αιτιάσεως, μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλλει ώστε να προκαλούνται εύλογες αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία του προέδρου του τμήματος αυτού. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι, όσον αφορά τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, το επίμαχο καθεστώς προέβλεψε τη σύσταση μόνιμων πειθαρχικών δικαστηρίων, εντός των περιφερειών των εφετείων, τα οποία στελεχώνονται από δικαστικούς λειτουργούς διορισθέντες από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, κατόπιν προτάσεως του KRS –η ανεξαρτησία του οποίου αμφισβητείται επίσης, όπως εκτέθηκε στο πλαίσιο της δεύτερης αιτίασης– για εξαετή θητεία. Τούτο σημαίνει ότι, μολονότι ο δικαστικός σχηματισμός για την εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης ορίζεται με κλήρωση από κατάλογο των δικαστών συγκεκριμένου πειθαρχικού δικαστηρίου, εντούτοις οι δικαστές που θα αποφανθούν επί της υπόθεσης αυτής έχουν επιλεγεί από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποφασίζει για τον αριθμό των δικαστών κάθε πειθαρχικού δικαστηρίου. Το γεγονός αυτό επιδεινώνει τον κίνδυνο να μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι επίμαχες διατάξεις για την ανάθεση ορισμένης υπόθεσης σε συγκεκριμένο δικαστήριο, με σκοπό την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, αντίθετα προς την απαίτηση για νομίμως συσταθέν δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

109. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.

4.      Επί της τέταρτης αιτίασης, σχετικά με προσβολή των δικονομικών δικαιωμάτων των δικαστών

110. Η Επιτροπή υποστηρίζει, αφενός, ότι το άρθρο 112b του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, παρέχοντας στον Υπουργό Δικαιοσύνης, μέσω του διορισμού υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών παρά τω Υπουργώ Δικαιοσύνης, τη δυνατότητα να διατηρεί επ’ αόριστον τις κατηγορίες σε βάρος δικαστών των τακτικών δικαστηρίων, προσβάλλει το δικαίωμα για εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογης προθεσμίας και, αφετέρου ότι τα άρθρα 113a και 115a, παράγραφος 3, του ίδιου νόμου, προβλέποντας ότι οι ενέργειες που σχετίζονται με τον αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου δεν αναστέλλουν την πειθαρχική διαδικασία και ότι η διαδικασία αυτή μπορεί να διεξαχθεί ερήμην του δικαστικού λειτουργού και του συνηγόρου υπεράσπισής του, παραβιάζουν τα δικαιώματα άμυνας, τα οποία απορρέουν από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Η Επιτροπή στηρίζει την αιτίασή της στο γράμμα των διατάξεων αυτών, καθώς και στη νομολογία του ΕΔΔΑ επί του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

111. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η παράβαση αυτή δεν αποδείχθηκε, λαμβανομένων υπόψη των εγγυήσεων που παρέχονται στους δικαστές κατά το πολωνικό δίκαιο.

112. Υπενθυμίζεται ότι, όπως εκτίθεται στο σημείο 68 των παρουσών προτάσεων, οι κανόνες που διέπουν το πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών, μεταξύ των οποίων και οι κανόνες που «προβλέπουν την παρέμβαση ανεξάρτητου οργάνου βάσει διαδικασίας που εγγυάται πλήρως τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη, ιδίως τα δικαιώματα άμυνας», συνιστούν βασικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας των δικαστών δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Επομένως, τα πρότυπα των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη έχουν εφαρμογή στις πειθαρχικές διαδικασίες σε βάρος δικαστών βάσει της διάταξης αυτής (72).

113. Τούτο αντικατοπτρίζεται στις κατευθυντήριες οδηγίες που έχουν εκδοθεί από διεθνείς οργανισμούς σχετικά με την ανεξαρτησία των δικαστών, κατά τις οποίες οι διαδικασίες αυτές πρέπει να ελέγχονται από ανεξάρτητο όργανο, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με διαδικασία παρέχουσα τα εχέγγυα δίκαιης δίκης και διασφαλίζουσα πλήρως τα δικαιώματα άμυνας (73).

114. Ειδικότερα, στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, κατοχυρώνεται το δικαίωμα δίκαιης δίκης, το οποίο συνίσταται από διάφορα στοιχεία, στα οποία καταλέγονται ιδίως το δικαίωμα εκδίκασης της υπόθεσης εντός εύλογης προθεσμίας, τα δικαιώματα άμυνας, η αρχή της ισότητας των όπλων, καθώς και το δικαίωμα ακροάσεως, άμυνας και εκπροσωπήσεως (74). Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας κάθε κατηγορουμένου διασφαλίζεται επίσης από το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη. Κατά τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ και το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη είναι το ίδιο με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της ΕΣΔΑ, οπότε τα άρθρα αυτά του Χάρτη πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που δεν υπολείπεται του επιπέδου προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ (75).

115. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (76), το δικαίωμα εκδίκασης της υπόθεσης εντός εύλογης προθεσμίας πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης, όπως το διακύβευμα και ο σύνθετος χαρακτήρας της διαφοράς, ή ακόμη η συμπεριφορά των αρμόδιων αρχών και των διαδίκων, ενώ, επιπλέον, στο ποινικό δίκαιο, το δικαίωμα αυτό πρέπει να τηρείται όχι μόνο στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, αλλά και στο στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας, από τη στιγμή που ένα πρόσωπο κατηγορείται για τη διάπραξη αδικήματος. Παρομοίως, η ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις ειδικές περιστάσεις κάθε περιπτώσεως, ιδίως δε σε συνάρτηση με τη φύση της επίμαχης πράξεως, το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε και τους νομικούς κανόνες που διέπουν το σχετικό θέμα (77). Συναφώς, στα δικαιώματα άμυνας συγκαταλέγεται, ειδικότερα, η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (audiatur et altera pars, γνωστή και ως audi alteram partem), η οποία κατ’ ουσίαν διασφαλίζει ότι οι διάδικοι λαμβάνουν γνώση και τους παρέχεται η δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν και να εκφέρουν γνώμη επί των ουσιαστικών και νομικών ζητημάτων που επηρεάζουν την έκβαση της διαδικασίας (78), ενώ η αρχή της ισότητας των όπλων εγγυάται ότι παρέχεται σε καθέναν από τους διαδίκους η εύλογη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή του υπό συνθήκες που δεν τον περιάγουν σε σαφώς μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου (79).

116. Ομοίως, στη νομολογία του (80), το ΕΔΔΑ έχει αναγνωρίσει την απαίτηση για εκδίκαση εντός εύλογης προθεσμίας, την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και την αρχή της ισότητας των όπλων ως κύρια στοιχεία μιας δίκαιης δίκης, η οποία κατοχυρώνεται τόσο στο αστικό όσο και στο ποινικό σκέλος του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Συναφώς, το ΕΔΔΑ εξετάζει το εύλογο της διάρκειας της διαδικασίας υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων περιστάσεων κάθε υπόθεσης, με γνώμονα τον σύνθετο χαρακτήρα της, τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμόδιων αρχών, καθώς και το διακύβευμα της διαφοράς για τον ασκούντα το ένδικο βοήθημα (81). Η προθεσμία αρχίζει κατά κανόνα από την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος σε αστικές υποθέσεις (82) ή από την απαγγελία κατηγοριών σε βάρος του κατηγορουμένου ή σε κάθε περίπτωση που ο κατηγορούμενος «θίγεται ουσιωδώς» από τα μέτρα που λαμβάνονται, στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (83), και καταλαμβάνει το σύνολο της επίμαχης διαδικασίας (84), θέτοντας έτσι τέρμα στην αβεβαιότητα σχετικά με τη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου (85). Επιπλέον, σε ποινικές υποθέσεις, το άρθρο 6, παράγραφος 3, της ΕΣΔΑ περιλαμβάνει συγκεκριμένες εγγυήσεις που συνιστούν ιδιαίτερες πτυχές των δικαιωμάτων άμυνας τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ (86). Σε αυτές συγκαταλέγεται το δικαίωμα σε συνήγορο, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ, το οποίο επιτάσσει κανένα στάδιο της σε βάρος του κατηγορουμένου διαδικασίας να μην διεξάγεται χωρίς κατάλληλη εκπροσώπηση και το οποίο μπορεί να έχει εφαρμογή και κατά την προδικασία, ανάλογα με τις περιστάσεις (87).

117. Επισημαίνεται επίσης ότι, με τη νομολογία του επί του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (88), το ΕΔΔΑ υπογράμμισε την αυξανόμενη σημασία που αποδίδουν στην αρχή της δίκαιης δίκης τα διεθνή δικαστήρια και άλλοι οργανισμοί σε υποθέσεις που αφορούν την ανάκληση ή την παύση των δικαστών. Συναφώς, το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι, μολονότι οι πειθαρχικές κυρώσεις δεν εμπίπτουν στο ποινικό σκέλος του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εντούτοις έχουν σοβαρές συνέπειες για τη ζωή και τη σταδιοδρομία των δικαστών. Κατά συνέπεια, ο διενεργούμενος δικαστικός έλεγχος πρέπει να είναι ανάλογος με το αντικείμενο της διαφοράς, κάτι που ισχύει κατά μείζονα λόγο στις πειθαρχικές διαδικασίες κατά δικαστών, οι οποίοι πρέπει να απολαύουν του αναγκαίου σεβασμού για την άσκηση των καθηκόντων τους. Όταν ένα κράτος μέλος κινεί τέτοιες διαδικασίες, διακυβεύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στη λειτουργία και την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας· σε ένα δημοκρατικό κράτος, η εμπιστοσύνη αυτή διασφαλίζει την ίδια την ύπαρξη του κράτους δικαίου (89).

118. Εν προκειμένω, η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς ότι οι επίμαχες διατάξεις προσβάλλουν το δικαίωμα εκδίκασης των υποθέσεων εντός εύλογης προθεσμίας και τα δικαιώματα άμυνας, τα οποία συγκαταλέγονται στις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

119. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της τέταρτης αιτίασης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 112b του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων αντιβαίνει στην επιταγή περί εύλογης προθεσμίας, δεδομένου ότι παρέχει στον Υπουργό Δικαιοσύνης τη δυνατότητα να διορίζει ad hoc υπεύθυνο πειθαρχικών διαδικασιών παρά τω Υπουργώ Δικαιοσύνης για την εκδίκαση συγκεκριμένης πειθαρχικής υπόθεσης σε βάρος δικαστή, ακόμη και στην περίπτωση διαδικασίας περατωθείσας με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη, όπως προκύπτει από το άρθρο 112b, παράγραφος 5, του νόμου αυτού. Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Δημοκρατία της Πολωνίας, η αιτίαση αυτή προδήλως στηρίζεται στο γράμμα της προαναφερθείσας διάταξης και όχι στην εφαρμογή της, συνεπώς δεν έχει εφαρμογή η νομολογία του Δικαστηρίου (90) σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν προβαλλόμενη εθνική πρακτική.

120. Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 112b του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων παρέχει στον Υπουργό Δικαιοσύνης την ευχέρεια να ορίζει, σε κάθε πειθαρχική υπόθεση που αφορά δικαστή των τακτικών δικαστηρίων, υπεύθυνο πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος συνιστά νέο θεσμό που καθιερώθηκε δυνάμει της διάταξης αυτής. Κατά το άρθρο 112b, παράγραφος 5, του εν λόγω νόμου, ο αξιωματούχος αυτός μπορεί να κινήσει ή να συμμετάσχει σε εκκρεμή διαδικασία ενώ, κατά το άρθρο 112b, παράγραφος 4, του εν λόγω νόμου, ο ορισμός του αξιωματούχου αυτού ισοδυναμεί με αίτηση κινήσεως έρευνας ή πειθαρχικής διαδικασίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 112b, παράγραφος 5, του ίδιου νόμου, μολονότι τα καθήκοντα του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης παύουν μόλις καταστεί αμετάκλητη η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αίτηση κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας, διακόπτεται ή περατώνεται η πειθαρχική διαδικασία, τούτο δεν εμποδίζει τον Υπουργό Δικαιοσύνης να διορίσει εκ νέου τον αξιωματούχο αυτόν στην ίδια υπόθεση. Παρά την αρχή του ne bis in idem και την αρχή του δεδικασμένου κατά το πολωνικό δίκαιο, πρέπει να επισημανθεί ότι το γράμμα της διάταξης αυτής υποδηλώνει τη δυνατότητα εκ νέου κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας στην ίδια υπόθεση, που αφορά τον ίδιο δικαστή, μετά την περάτωσή της με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη. Επομένως, η διάταξη αυτή ενέχει τον κίνδυνο διατήρησης της αβεβαιότητας για τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων και, ως εκ τούτου, δεν διασφαλίζεται το δικαίωμα του δικαστικού λειτουργού για έκδοση απρόσβλητης απόφασης εντός εύλογης προθεσμίας στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.

121. Αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η Δημοκρατία της Πολωνίας, η έλλειψη επαρκών εγγυήσεων έναντι της δυνατότητας παράτασης ή εκ νέου κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας βάσει της διάταξης αυτής, όπως επισήμανε η Επιτροπή, δεν αντισταθμίζεται από τις ειδικές προθεσμίες που προβλέπονται για ορισμένα στάδια της διαδικασίας, καθώς προκύπτει ότι δεν υφίσταται προθεσμία για την έγερση πειθαρχικών κατηγοριών κατά δικαστών. Δεν βρίσκω πειστικό το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι το άρθρο 112b, παράγραφος 5, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων έχει εφαρμογή μόνο στις πειθαρχικές διαδικασίες για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση και στις οποίες ο υπεύθυνος πειθαρχικών διαδικασιών παρά τω Υπουργώ Δικαιοσύνης δεν μπορεί πλέον να ασκεί τα καθήκοντά του για άλλους λόγους, δεδομένου ότι η περίπτωση αυτή προβλέπεται στο άρθρο 112b, παράγραφος 2, του ίδιου νόμου.

122. Πρέπει να προστεθεί ότι ο κίνδυνος παράτασης ή εκ νέου κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας μέσω του διορισμού υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης βάσει του άρθρου 112b του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων ενδεχομένως ενισχύεται από το ευρύτερο πλαίσιο του νέου πειθαρχικού καθεστώτος. Ειδικότερα, είναι προφανές ότι η διάταξη αυτή ενισχύει τον έλεγχο του Υπουργού Δικαιοσύνης επί των ανακριτικών και πειθαρχικών διαδικασιών σε βάρος των δικαστών των τακτικών δικαστηρίων, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να διορίζει αξιωματούχο της επιλογής του σε υποθέσεις που αφορούν συγκεκριμένους δικαστές. Τούτο δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα διασφάλισης του εύλογου χρόνου, εντός του οποίου θα κριθεί αμετάκλητα πειθαρχική διαδικασία σε βάρος δικαστή.

123. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της τέταρτης αιτίασης, από το άρθρο 113a του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων προκύπτει ότι οι ενέργειες που συνδέονται με τον αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου του κατηγορουμένου δικαστή και η ανάληψη εκ μέρους του συνηγόρου αυτού της υπεράσπισης δεν αναστέλλουν την πειθαρχική διαδικασία. Η διάταξη αυτή επιτρέπει τη λήψη αποφάσεων επί δικονομικών ή ουσιαστικών ζητημάτων, τα οποία είναι κρίσιμα για την έκβαση της υπόθεσης, πριν από τον αυτεπάγγελτο διορισμό του συνηγόρου ή πριν ο συνήγορος αυτός έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει την υπερασπιστική γραμμή, περιορίζοντας έτσι το δικαίωμα πρόσβασης σε συνήγορο και θίγοντας την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Επομένως, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη.

124. Ομοίως, κατά το άρθρο 115a, παράγραφος 3, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, το πειθαρχικό δικαστήριο δύναται να συνεχίσει την εκδίκαση της υπόθεσης παρά τη δικαιολογημένη απουσία του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου υπεράσπισής του, εκτός εάν τούτο είναι αντίθετο προς το συμφέρον της πειθαρχικής διαδικασίας. Εξ αυτού συνάγεται ότι το πειθαρχικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη μόνον την κατάθεση του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών, ακόμη και εάν η απουσία του κατηγορουμένου δικαστή ή του συνηγόρου του ήταν δικαιολογημένη. Το γεγονός ότι ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει αποδείξεις και γραπτές εξηγήσεις σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να καλύψει την έλλειψη συμμετοχής του δικαστή ή του συνηγόρου του στη διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού δικαστηρίου. Η διάταξη αυτή περιορίζει επίσης σημαντικά τα δικαιώματα άμυνας και την αρχή της ισότητας των όπλων, κατά παράβαση του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη. Τούτο ισχύει, ιδίως, λαμβανομένου υπόψη του ευρύτερου πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται το νέο πειθαρχικό καθεστώς. Ειδικότερα, για να υπενθυμίσω τα μνημονευόμενα στο σημείο 108 των παρουσών προτάσεων, ο Υπουργός Δικαιοσύνης ορίζει τους δικαστές των πειθαρχικών δικαστηρίων, τα οποία καλούνται να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν τη διάταξη αυτή, συμπεριλαμβανομένης της εξαίρεσης που αφορά το συμφέρον της πειθαρχικής διαδικασίας, με δικαίωμα έφεσης ενώπιον του πειθαρχικού τμήματος, η ανεξαρτησία του οποίου αμφισβητείται, όπως εκτέθηκε στο πλαίσιο της δεύτερης αιτίασης.

125. Κατόπιν των προεκτεθέντων, η τέταρτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.

3.      Επί της αιτίασης που αφορά παράβαση του άρθρου 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ

126. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, καθώς και το άρθρο 97, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παρέχοντας τη δυνατότητα περιορισμού του δικαιώματος των εθνικών δικαστηρίων να υποβάλλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εξαιτίας ενδεχόμενης κίνησης πειθαρχικής διαδικασίας, αντιβαίνουν στο άρθρο 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου και της εφαρμογής της πρώτης εκ των διατάξεων αυτών.

127. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι ουδεμία παράβαση υφίσταται, δεδομένου ότι δεν κινήθηκε καμία πειθαρχική διαδικασία κατά δικαστών λόγω υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, καθώς και ότι δεν υφίσταται εκφοβισμός.

128. Πρέπει να υπομνησθεί ότι με το άρθρο 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αντίστοιχα, παρέχεται στα εθνικά δικαστήρια η ευχέρεια και, όταν ενδείκνυται, τους επιβάλλεται η υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο, όταν θεωρούν ότι η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν τους εγείρει ζητήματα ερμηνείας ή κύρους διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς (91). Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση  Miasto Łowicz (92), δεν επιτρέπονται εθνικές διατάξεις οι οποίες ενδέχεται να εκθέτουν τους εθνικούς δικαστές σε κίνδυνο πειθαρχικών διαδικασιών λόγω του ότι υπέβαλαν στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Πράγματι, απλώς και μόνον το ενδεχόμενο ασκήσεως πειθαρχικής διώξεως λόγω της υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δύναται να θίξει την εκ μέρους των οικείων δικαστών αποτελεσματική άσκηση της ευχέρειας και των καθηκόντων που τους ανατίθενται βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Η προστασία των δικαστών αυτών έναντι του κινδύνου πειθαρχικών διαδικασιών ή κυρώσεων επειδή άσκησαν την ευχέρεια υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο αποτελεί εγγύηση συμφυή με την ανεξαρτησία τους, καθώς και με τη λειτουργία του μηχανισμού προδικαστικής παραπομπής.

129. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, με την απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, Α. Β. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές) (93), το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε ότι οι πολωνικές αρχές πολλαπλασίασαν τις κινήσεις με σκοπό να ανακοπεί η υποβολή αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο σχετικά με το ζήτημα της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων στην Πολωνία ή να αμφισβητηθούν οι αποφάσεις των πολωνικών δικαστηρίων που υπέβαλαν τέτοιες αιτήσεις.

130. Εν προκειμένω, η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς ότι οι επίμαχες διατάξεις αντιβαίνουν στο άρθρο 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθόσον δεν προβλέπουν επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία των δικαστών από ενδεχόμενη κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας λόγω της υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

131. Σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε στα σημεία 79 έως 85 των παρουσών προτάσεων, μολονότι οι επίμαχες διατάξεις, εξεταζόμενες μεμονωμένα, ενδεχομένως δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ, βάσιμα θεωρείται ότι οι εν λόγω διατάξεις μπορούν να ερμηνευθούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι εθνικοί δικαστές να αντιμετωπίσουν πειθαρχικές διαδικασίες ή κυρώσεις λόγω της υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, λαμβανομένου υπόψη του ευρύτερου πλαισίου και της εφαρμογής τους στην πράξη. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, από τα παρατιθέμενα στο σημείο 41 των παρουσών προτάσεων παραδείγματα που επικαλείται η Επιτροπή προκύπτει ότι έχουν κινηθεί ανακριτικές και πειθαρχικές διαδικασίες σε βάρος δικαστών, εξαιτίας αποφάσεών τους για υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, σε βάρος τριών δικαστών που είχαν υποβάλει αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως διενεργήθηκε, εξαιτίας των αιτήσεων αυτών, προκαταρκτική έρευνα λόγω, ιδίως, ενδεχόμενης υπερβάσεως της δικαστικής εξουσίας (94), ενώ μια τέταρτη περίπτωση αφορούσε πειθαρχική διαδικασία κινηθείσα κατά του οικείου δικαστή λόγω, ιδίως, της φερόμενης ως παράνομης υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων σχετικών με την ανεξαρτησία των δικαστών. Τα επιχειρήματα ότι οι έρευνες αυτές περατώθηκαν, ή ότι διεξάγονται προφανώς κατ’ εξαίρεση ή ότι οι έρευνες και οι πειθαρχικές διαδικασίες δεν αφορούσαν πειθαρχικά παραπτώματα συνιστάμενα σε πρόδηλη και κατάφωρη παράβαση του νόμου, δεν είναι πειστικά.

132. Το κρίσιμο εν προκειμένω είναι ότι, όπως επιβεβαιώνει η προμνημονευθείσα απόφαση Miasto Łowicz, εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες εμποδίζουν ή παρακωλύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα εθνικά δικαστήρια από το να κάνουν χρήση της διακριτικής τους ευχέρειας ή της υποχρέωσής τους για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος αντιβαίνουν προς το άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Το γεγονός ότι οι επίμαχες διατάξεις προβλέπουν τη δυνατότητα κίνησης πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος των εθνικών δικαστών εξαιτίας των αποφάσεών τους να υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, όχι μόνο θίγει τη λειτουργία του μηχανισμού προδικαστικής παραπομπής, αλλά μπορεί επίσης να επηρεάσει τις μελλοντικές αποφάσεις άλλων εθνικών δικαστών ως προς το αν θα επιλέξουν την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, στοιχείο που λειτουργεί εκφοβιστικά. Κατά τη γνώμη μου, η προοπτική και μόνον της κίνησης πειθαρχικής διαδικασίας ή της επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων σε βάρος εθνικού δικαστικού λειτουργού, λόγω υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, πλήττει τον πυρήνα της διαδικασίας που διέπεται από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και, μαζί με αυτήν, τα θεμέλια της ίδιας της Ένωσης.

133. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η πέμπτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.

VII. Επί των εξόδων

134. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής. Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και το Βασίλειο της Σουηδίας φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

VIII. Πρόταση

135. Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:

1)      να αποφανθεί ότι επιτρέποντας τον χαρακτηρισμό του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων ως πειθαρχικού παραπτώματος, βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 1, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων και του άρθρου 97, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου· μη διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του πειθαρχικού τμήματος, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 5, του άρθρου 27 και του άρθρου 73, παράγραφος 1, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του άρθρου 9a του νόμου περί του KRS· παρέχοντας στον πρόεδρο του πειθαρχικού τμήματος διακριτική ευχέρεια κατά τον προσδιορισμό του αρμόδιου σε πρώτο βαθμό πειθαρχικού δικαστηρίου σε υποθέσεις δικαστών των τακτικών δικαστηρίων, βάσει των άρθρων 110, παράγραφος 3, και 114, παράγραφος 7, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων· απονέμοντας, βάσει του άρθρου 112b, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, στον Υπουργό Δικαιοσύνης την εξουσία διορισμού υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών του Υπουργού Δικαιοσύνης και προβλέποντας ότι, βάσει του άρθρου 113a, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, οι πράξεις που συναρτώνται με τον διορισμό συνηγόρου και με την ανάληψη από αυτόν καθηκόντων υπερασπίσεως δεν αναστέλλουν την πειθαρχική διαδικασία και ότι, βάσει του άρθρου 115a, παράγραφος 3, του νόμου περί των τακτικών δικαστηρίων, το πειθαρχικό δικαστήριο διεξάγει τη διαδικασία ακόμη και σε περίπτωση δικαιολογημένης απουσίας του πειθαρχικώς διωκομένου δικαστή που ειδοποιήθηκε σχετικώς ή του συνηγόρου υπεράσπισής του, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ·

(2)      να αποφανθεί ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, επιτρέποντας, μέσω της δυνατότητας κίνησης πειθαρχικής διαδικασίας, τον περιορισμό του δικαιώματος των δικαστηρίων να υποβάλλουν στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως·

(3)      να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή· και

(4)      να αποφασίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και το Βασίλειο της Σουηδίας φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Τα τακτικά δικαστήρια, καλούμενα και κοινά δικαστήρια, διακρίνονται σε πρωτοδικεία, πρωτοδικεία περιφέρειας και εφετεία, σε αυτά δε υπηρετούν κατά προσέγγιση 10 000 δικαστές σύμφωνα με πρόσφατους υπολογισμούς.


3      Βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586), της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος) (C‑354/20 PPU και C‑412/20 PPU, EU:C:2020:1033), και της 2ας Μαρτίου 2021, A.B. κ.λπ. Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές) (C‑824/18, EU:C:2021:153), καθώς και υποσημειώσεις 4, 5, 9 και 10 των παρουσών προτάσεων.


4      Απόφαση C‑585/18, C‑624/18 και C 625/18 (EU:C:2019:982, στο εξής: απόφαση A. K. κ.λπ.).


5      Απόφαση C‑558/18 και C‑563/18 (EU:C:2020:234, στο εξής: απόφαση  Miasto Łowicz). Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτες τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκαν από τους οικείους δικαστές (βλ. σημείο 41 των παρουσών προτάσεων) για τον λόγο ότι οι υποθέσεις των κύριων δικών δεν συνδέονταν επί της ουσίας με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.


6      Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:551, στο εξής: προτάσεις στην υπόθεση A. K. κ.λπ., σημείο 1 και υποσημείωση 4).


7      Βλ. αιτιολογημένη πρόταση της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2017, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ σχετικά με το κράτος δικαίου στην Πολωνία COM(2017) 835 τελικό.


8      Η Επιτροπή έχει κινήσει και τέταρτη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας σχετικά με το νέο πειθαρχικό καθεστώς (βλ. δελτίο τύπου της 27ης Ιανουαρίου 2021, IP/21/224). Βλ., περαιτέρω, υποσημείωση 49 των παρουσών προτάσεων.


9      C‑619/18 (EU:C:2019:531). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑619/18, EU:C:2019:325).


10      C‑192/18 (EU:C:2019:924). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία των τακτικών δικαστηρίων) (C‑192/18, EU:C:2019:529).


11      Για συνολική επισκόπηση, βλ. Devlin, R. και Wildeman, S. (επιμ.), Disciplining Judges: Contemporary Challenges and Controversies, Edward Elgar, 2021.


12      Βλ. υποσημείωση 49 των παρουσών προτάσεων.


13      Επιτροπή κατά Πολωνίας  (C‑791/19 R, EU:C:2020:277).


14      Η Επιτροπή μνημονεύει, ιδίως, την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑619/18, EU:C:2019:531).


15      Η Επιτροπή μνημονεύει, μεταξύ άλλων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 29ης Οκτωβρίου 2003 (SNO 48/03).


16      Ανακοινώσεις του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών για τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, της 29ης Νοεμβρίου 2018, προς τους δικαστές του πρωτοδικείου Łódź, του πρωτοδικείου Βαρσοβίας και του πρωτοδικείου Gorzów Wielkopolski· ανακοίνωση του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών για τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, της 17ης Δεκεμβρίου 2018, σχετικά με έρευνες που αφορούν προδικαστικές παραπομπές στο Δικαστήριο.


17      Ανακοίνωση του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών για τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, της 3ης Σεπτεμβρίου 2019, που αφορούσε δικαστή του πρωτοδικείου περιφέρειας Βαρσοβίας.


18      Ανακοίνωση του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών για τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, της 6ης Δεκεμβρίου 2019, που αφορούσε δικαστή του πρωτοδικείου περιφέρειας Βαρσοβίας.


19      Απόφαση του πειθαρχικού τμήματος της 4ης Φεβρουαρίου 2020 (II DO 1/20).


20      Ανακοίνωση του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών για τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, της 29ης Νοεμβρίου 2019, που αφορούσε δικαστή του πρωτοδικείου Olsztyn.


21      Ανακοίνωση του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών για τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, της 15ης Δεκεμβρίου 2019, που αφορούσε δικαστές του εφετείου του Katowice· ανακοίνωση του υπευθύνου πειθαρχικών διαδικασιών για τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων, της 14ης Φεβρουαρίου 2020, που αφορούσε δικαστή του πρωτοδικείου περιφέρειας Jelenia Góra.


22      Η Δημοκρατία της Πολωνίας μνημονεύει, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 29ης Οκτωβρίου 2003 (SNO 48/03) και της 17ης Οκτωβρίου 2006 (SNO 59/06).


23      Η Δημοκρατία της Πολωνίας μνημονεύει την απόφαση A. K. κ.λπ. και την απόφαση της 9ης Ιουλίου 2020, Land Hessen (C‑272/19, EU:C:2020:535).


24      Η Επιτροπή μνημονεύει, ιδίως, την απόφαση του ΕΔΔΑ της 17ης Δεκεμβρίου 2004, Pedersen και Baadsgaard κατά Δανίας (CE:ECHR:2004:1217JUD004901799).


25      Η Επιτροπή μνημονεύει την απόφαση του ΕΔΔΑ της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, Pishchalnikov κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2009:0924JUD000702504).


26      Η Δημοκρατία της Πολωνίας μνημονεύει, ιδίως, την απόφαση της 12ης Μαΐου 2005, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑287/03, EU:C:2005:282).


27      Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας  (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑619/18, EU:C:2019:531, σκέψη 47).


28      Βλ. απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία των τακτικών δικαστηρίων) (C‑192/18, EU:C:2019:924, σκέψη 102).


29      Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας  (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C 619/18, EU:C:2019:531, σκέψη 55).


30      Βλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, A. B. κ.λπ. Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές) (C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψη 111).


31      Βλ. απόφαση Miasto Łowicz (σκέψη 34).


32      Βλ. αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας  (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑619/18, EU:C:2019:531, σκέψη 56), και της 5ης Νοεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία των τακτικών δικαστηρίων) (C‑192/18, EU:C:2019:924, σκέψη 104).


33      Όσον αφορά, ιδίως, το άρθρο 47 του Χάρτη, έχουν διατυπωθεί ποικίλες απόψεις στη θεωρία· βλ., για παράδειγμα, Rizcallah, C. και Davio, V., «L’article 19 du Traité sur l’Union européenne: sésame de l’Union de droit», Revue trimestrielle des droits de l'homme, τ. 31, 2020, σ. 155-185, ιδίως σ. 178-181· Torres Pérez, A., «From Portugal to Poland: The Court of Justice of the European Union as watchdog of judicial independence», Maastricht Journal of European and Comparative Law, τ. 27, 2020, σ. 105-119, ιδίως σ. 111-112.


34      Βλ. αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας  (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑619/18, EU:C:2019:531, σκέψη 77), και της 5ης Νοεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία των τακτικών δικαστηρίων) (C‑192/18, EU:C:2019:924, σκέψη 114).


35      Βλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, Α. Β. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές) (C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψη 143)· πρβλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2020, État luxembourgeois (Δικαίωμα προσφυγής κατά αιτήματος παροχής πληροφοριών σε φορολογικά θέματα) (C‑245/19 και C‑246/19, EU:C:2020:795, σκέψη 47), και της 20ής Απριλίου 2021, Repubblika (C‑896/19, EU:C:2021:311, σκέψη 45).


36      Βλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, A. B. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές) (C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψη 110).


37      Βλ. προτάσεις στην υπόθεση A. K. κ.λπ. (σημείο 85). Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Hogan στην υπόθεση Repubblika (C‑896/19, EU:C:2020:1055, σημεία 45 έως 47).


38      Βλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής (C‑542/18 RX‑II και C‑543/18 RX‑II, EU:C:2020:232, σκέψη 75), και απόφαση του ΕΔΔΑ, της 1ης Δεκεμβρίου 2020. Guðmundur Andri Ástráðsson κατά Ισλανδίας (CE:ECHR:2020:1201JUD002637418, § 231 έως 234). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός) (C‑487/19, EU:C:2021:289) και στην υπόθεση Prokurator Generalny (Πειθαρχικό τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός) (C‑508/19, EU:C:2021:290).


39      Βλ. απόφαση της 24ης Μαΐου 2016, MT Højgaard και Züblin (C‑396/14, EU:C:2016:347, σκέψη 23).


40      Βλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C‑64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 43), της 21ης Ιανουαρίου 2020, Banco de Santander (C‑274/14, EU:C:2020:17, σκέψη 56), και της 16ης Ιουλίου 2020, Governo della Repubblica italiana (Καθεστώς των Ιταλών ειρηνοδικών) (C‑658/18, EU:C:2020:572, σκέψη 45).


41      Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (C‑619/18, EU:C:2019:531, σκέψη 77), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση Asociaţia “Forumul Judecătorilor din România” κ.λπ. (C‑83/19, C‑127/19, C‑195/19, C‑291/19 και C‑355/19, EU:C:2020:746, σημείο 265).


42      Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑619/18, EU:C:2019:531, σκέψη 77).


43      Βλ., για παράδειγμα, Συμβούλιο της Ευρώπης, Ευρωπαϊκός Χάρτης για το καθεστώς των δικαστών, 8-10 Ιουλίου 1998, σημείο 5· Βασικές Αρχές των Ηνωμένων Εθνών για την Ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, 1985, σημεία 17 έως 20.


44      Βλ., για παράδειγμα, Σύσταση CM/Rec(2010)12 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τους δικαστές: ανεξαρτησία, αποτελεσματικότητα και ευθύνες, 17 Νοεμβρίου 2010, σημείο 66· Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα πειθαρχικά μέτρα κατά δικαστών, (Α/75/172), 17 Ιουλίου 2020, σημείο 21.


45      Βλ., για παράδειγμα, Γνωμοδοτικό Συμβούλιο των Ευρωπαίων Δικαστών (CCJE), Γνωμοδότηση αριθ. 3 περί αρχών και κανόνων που διέπουν την επαγγελματική συμπεριφορά των δικαστών και ειδικότερα περί δεοντολογίας, μη προσήκουσας συμπεριφοράς και αμεροληψίας, σημεία 63 έως 65· έκθεση των Ηνωμένων Εθνών που μνημονεύεται στην υποσημείωση 44 των παρουσών προτάσεων, σημείο 22.


46      Πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ, της 9ης Ιανουαρίου 2013, Volkov κατά Ουκρανίας (CE:ECHR:2013:0109JUD002172211, § 175 έως 185). Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση Statul Român – Ministerul Finanţelor Publice (C‑397/19, EU:C:2020:747, σημεία 100 και 101).


47      Βλ. αποφάσεις A. K. κ.λπ. (σκέψη 142) και της 9ης Ιουλίου 2020, Land Hessen (C‑272/19, EU:C:2020:535, σκέψη 57).


48      Βλ. απόφαση A. K. κ.λπ. (σκέψη 152).


49      Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με εθνική ρύθμιση (αποκαλούμενη από τα μέσα ενημέρωσης ως «νόμος-φίμωτρο»), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 14 Φεβρουαρίου 2020. Με τη ρύθμιση αυτή, μεταξύ άλλων, προστέθηκαν ορισμένες κατηγορίες πειθαρχικών αδικημάτων, ενώ διατηρήθηκαν κατ’ ουσίαν οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση κατηγορίες. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της τέταρτης διαδικασίας λόγω παραβάσεως που κινήθηκε από την Επιτροπή κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας (βλ. υποσημείωση 8 των παρουσών προτάσεων).


50      Βλ., μεταξύ άλλων, επιτροπή της Βενετίας και Γενική Διεύθυνση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Κράτους Δικαίου (DGI) του Συμβουλίου της Ευρώπης, γνώμη αριθ. 977/2020 [CDL‑AD(2020)017], της 22ας Ιουνίου 2020, σημείο 44· Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, Ψήφισμα 2316 επί της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών στην Πολωνία, της 28ης Ιανουαρίου 2020, σημείο 11· Ομάδα κρατών κατά της διαφθοράς (GRECO), τέταρτος γύρος αξιολόγησης, Δεύτερη προσθήκη στη δεύτερη έκθεση συμμόρφωσης [GrecoRC4(2019)23], 6 Δεκεμβρίου 2019, ιδίως σημεία 58 και 66.


51      Όπως επισήμανε η Επιτροπή, η διαδικασία αυτή επικρίθηκε, μεταξύ άλλων, στη γνώμη αριθ. 904/2017 [CDL-AD(2017)031] της επιτροπής της Βενετίας, της 11ης Δεκεμβρίου 2017, σημεία 53 έως 63.


52      Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου)  (C‑619/18, EU:C:2019:531, σκέψη 30). Εν προκειμένω, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή της αιτιολογημένης γνώμης, τη 17η Ιουλίου 2019 (βλ. σημείο 27 των παρουσών προτάσεων).


53      Βλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑390/07, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:765, σκέψεις 59 και 63).


54      Τα παραδείγματα αυτά μνημονεύονται σε διάφορες εκθέσεις εκδοθείσες από εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς σχετικά με τις πειθαρχικές διαδικασίες και μέτρα σε βάρος των Πολωνών δικαστών. Βλ., μεταξύ άλλων, Διεθνής Αμνηστία, «Poland: Free Courts, Free People», Ιούλιος 2019· Ίδρυμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ελσίνκι, «Disciplinary Proceedings Against Judges and Prosecutors», Φεβρουάριος 2019· Ένωση Δικαστών Themis, «Response of the Polish authorities to the CJEU judgment of 19 November 2019», ενημέρωση της 31ης Δεκεμβρίου 2020. Όπως επισημαίνεται στο σημείο 69 της Γνωμοδότησης υπ’ αριθ. 3 (2002) του CCJE, η οποία μνημονεύεται στην υποσημείωση 45 των παρουσών προτάσεων, οι πειθαρχικές κυρώσεις περιλαμβάνουν κάθε μέτρο που επηρεάζει δυσμενώς το καθεστώς ή τη σταδιοδρομία δικαστικού λειτουργού.


55      Βλ. απόφαση A. K. κ.λπ. (ιδίως σκέψεις 123 έως 129 και 153).


56      Βλ. απόφαση A. K. κ.λπ. (σκέψεις 133 και 134).


57      Βλ. απόφαση A. K. κ.λπ. (σκέψεις 137 έως 151). Όσον αφορά το KRS, πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, Α.Β. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές), (C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψεις 130 έως 135), καθώς και προτάσεις μου στην ίδια υπόθεση Α.Β. κ.λπ. (C‑824/18, EU:C:2020:1053, σημεία 116 έως 126).


58      Απόφαση C‑619/18 (EU:C:2019:531).


59      Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2019 (III PO 7/18), ιδίως σκέψεις 38 έως 81.


60      Διατάξεις της 15ης Ιανουαρίου 2020 (III PO 8/18 και III PO 9/18).


61      Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2020 (BSA I‑4110-1/20), ιδίως σκέψεις 31 έως 45. Η απόφαση αυτή έχει ισχύ νόμου (βλ. σκέψεις 2 και 3).


62      Βλ. απόφαση Α.Κ. κ.λπ. (σκέψεις 167 έως 169).


63      Βλ. απόφαση A. K. κ.λπ. (σκέψη 132).


64      Βλ. προτάσεις στην υπόθεση A. K. κ.λπ. (σημεία 131 έως 137).


65      Βλ. προτάσεις στην υπόθεση A. K. κ.λπ. (σημεία 138 και 139).


66      Απόφαση της 20ής Απριλίου 2020 (αριθ. U 2/20).


67      Απόφαση της 25ης Μαρτίου 2019 (αριθ. K 12/18).


68      Βλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής (C‑542/18 RX‑II και C‑543/18 RX-II, EU:C:2020:232, σκέψη 72).


69      Βλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής (C‑542/18 RX‑II και C‑543/18 RX-II, EU:C:2020:232, σκέψη 73).


70      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Απριλίου 2009, Savino κ.λπ. κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2009:0428JUD001721405, § 94).


71      Απόφαση (CE:ECHR:2016:0112JUD005777413, § 57 έως 63 και 67).


72      Βλ. σημεία 67 έως 72 των παρουσών προτάσεων. Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση Asociaţia “Forumul Judecătorilor din România” κ.λπ. (C‑83/19, C‑127/19, C‑195/19, C‑291/19 και C‑355/19, EU:C:2020:746, σημείο 265).


73      Βλ., για παράδειγμα, τον μνημονευθέντα στην υποσημείωση 43 των παρουσών προτάσεων Ευρωπαϊκό Χάρτη, σημείο 5.1· Γνωμοδότηση υπ’ αριθ. 3 (2002) του CCJE, η οποία μνημονεύεται στην υποσημείωση 45 των παρουσών προτάσεων, σημεία 69, 71 και 77· Βασικές Αρχές των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες μνημονεύονται στην υποσημείωση 43 των παρουσών προτάσεων, σημεία 17, 19 και 20.


74      Βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012, Otis κ.λπ. (C‑199/11, EU:C:2012:684, σκέψη 48).


75      Βλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Gambino και Hyka (C‑38/18, EU:C:2019:628, σκέψη 39).


76      Βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Kolev κ.λπ. (C‑612/15, EU:C:2018:392, σκέψεις 71 και 72).


77      Βλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund (C‑682/15, EU:C:2017:373, σκέψη 97).


78      Βλ. αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Banif Plus Bank (C‑472/11, EU:C:2013:88, σκέψεις 29 και 30), και της 4ης Ιουνίου 2013, ZZ (C‑300/11, EU:C:2013:363, σκέψη 55).


79      Βλ. απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2019, Glencore Agriculture Hungary (C‑189/18, EU:C:2019:861, σκέψη 61).


80      Σχετικά με την εφαρμογή επί πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος δικαστών, βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 5ης Φεβρουαρίου 2009, Olujić κατά Κροατίας (CE:ECHR:2009:0205JUD002233005, § 77 έως 91) (με την οποία το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση της απαίτησης για εκδίκαση εντός εύλογης προθεσμίας και της αρχής της ισότητας των όπλων).


81      Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Ιουνίου 2019, Virgiliu Tănase κατά Ρουμανίας (CE:ECHR:2019:0625JUD004172013, § 209).


82      Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 19ης Ιανουαρίου 2010, Rangdell κατά Φινλανδίας (CE:ECHR:2010:0119JUD002317208, § 36). Η εν λόγω προθεσμία, ωστόσο, δύναται να καταλαμβάνει τα υποχρεωτικά προκαταρκτικά στάδια της διαδικασίας: βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Ιουνίου 1978, Konig κατά Γερμανίας (CE:ECHR:1978:0628JUD000623273, § 98).


83      Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Ιουλίου 2006, Mamič κατά Σλοβενίας (αρ. 2) (CE:ECHR:2006:0727JUD007577801, § 23 και 24).


84      Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Ιουνίου 1978, Konig κατά Γερμανίας (CE:ECHR:1978:0628JUD000623273, § 98).


85      Βλ., συναφώς, van Dijk, P. κ.α. (επιμ.), Theory and Practice of the European Convention on Human Rights, πέμπτη έκδοση, Intersentia, 2018, σ. 588-592.


86      Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 2ας Νοεμβρίου 2010, Sakhnovskiy κατά Ρωσσίας (CE:ECHR:2010:1102JUD002127203, § 94).


87      Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Ibrahim κ.λπ κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2016:0913JUD005054108, § 253).


88      Βλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 23ης Ιουνίου 2016, Baka κατά Ουγγαρίας (CE:ECHR:2016:0623JUD002026112, § 121), και της 23ης Μαΐου 2017, Paluda κατά Σλοβακίας (CE:ECHR:2017:0523JUD003339212, § 45).


89      Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 6ης Νοεμβρίου 2018, Ramos Nunes de Carvalho e Sá κατά Πορτογαλίας (CE:ECHR:2018:1106JUD005539113, § 196).


90      Βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία) (C‑808/18, EU:C:2020:1029, σκέψη 113).


91      Βλ. αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Cartesio (C‑210/06, EU:C:2008:723, paragraph 88), και της 2ας Μαρτίου 2021, Α. Β. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές) (C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψεις 91 και 92).


92      Βλ. απόφαση Miasto Łowicz (σκέψεις 58 και 59). Πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2016, Ognyanov (C‑614/14, EU:C:2016:514, σκέψη 25), και διάταξη της 12ης Φεβρουαρίου 2019, RH (C‑8/19 PPU, EU:C:2019:110, σκέψη 47).


93      Απόφαση C‑824/18 (EU:C:2021:153, σκέψη 100).


94      Βλ., συναφώς, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, Α. Β. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές) (C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψη 101).