Language of document : ECLI:EU:C:2021:879

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 28ης Οκτωβρίου 2021 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Αγωγή αποζημίωσης – Εξωσυμβατική ευθύνη – Μηχανισμός προενταξιακής βοήθειας – Αποκεντρωμένη διαχείριση – Έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) – Επιτόπιοι έλεγχοι – Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) 2185/96 – Άρθρο 7 – Πρόσβαση σε ηλεκτρονικά δεδομένα – Ψηφιακή εγκληματολογική επιχείρηση – Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Δικαίωμα ακροάσεως – Ηθική βλάβη»

Στην υπόθεση C‑650/19 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ασκήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2019,

Vialto Consulting Kft., με έδρα τη Βουδαπέστη (Ουγγαρία), εκπροσωπούμενη από τον Δ. Σιγάλα και τη Σ. Παλιού, δικηγόρους,

αναιρεσείουσα,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Δ. Τριανταφύλλου και J. Baquero Cruz καθώς και από την Α. Κατσιμέρου,

εναγομένη πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, προεδρεύοντα του πρώτου τμήματος, L. Bay Larsen (εισηγητή), Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, και J.-C. Bonichot, δικαστή,

γενικός εισαγγελέας: G. Hogan

γραμματέας: R. Schiano, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Φεβρουαρίου 2021,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Απριλίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Vialto Consulting Kft. (στο εξής: Vialto) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Ιουνίου 2019, Vialto Consulting κατά Επιτροπής (T‑617/17, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2019:446), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της που είχε ως αίτημα τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίστηκε ότι υπέστη λόγω της φερόμενης ως παράνομης συμπεριφοράς που επέδειξαν, κατά την άποψή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) σε σχέση με την αποβολή της από τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών με στοιχεία αναφοράς TR2010/0311.01-02/001 (στο εξής: επίμαχη σύμβαση).

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανονισμός (Ευρατόμ,ΕΚ) 2185/96

2        Το άρθρο 4 του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ 1996, L 292, σ. 2), προβλέπει τα εξής:

«Οι επιτόπιοι έλεγχοι και εξακριβώσεις προετοιμάζονται και διενεργούνται από την Επιτροπή σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, οι οποίες ενημερώνονται εγκαίρως για το αντικείμενο, το σκοπό και τη νομική βάση των ελέγχων και εξακριβώσεων, ούτως ώστε να μπορούν να παράσχουν κάθε αναγκαία βοήθεια. Για το σκοπό αυτό, οι υπάλληλοι του συγκεκριμένου κράτους μέλους μπορούν να συμμετέχουν στους επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις.

Επιπλέον, εάν το συγκεκριμένο κράτος μέλος το επιθυμεί, οι επιτόπιοι έλεγχοι και εξακριβώσεις διενεργούνται από κοινού από την Επιτροπή και από τις αρμόδιες αρχές του.»

3        Το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«1.      Οι ελεγκτές της Επιτροπής έχουν πρόσβαση, υπό τους ίδιους όρους όπως και οι εθνικοί διοικητικοί ελεγκτές και τηρουμένων των εθνικών νομοθεσιών, σε όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που έχουν σχέση με τις υπό εξέταση πράξεις, και απαιτούνται για την ομαλή διεξαγωγή των επιτοπίων ελέγχων και εξακριβώσεων. Μπορούν να χρησιμοποιούν τα ίδια υλικά μέσα ελέγχου με τους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές, και ιδίως να λαμβάνουν αντίγραφα των ενδεδειγμένων εγγράφων.

Οι επιτόπιοι έλεγχοι και εξακριβώσεις μπορούν, ιδίως, να αφορούν:

[...]

–        ηλεκτρονικά δεδομένα,

[...]

2.      Εάν χρειασθεί, εναπόκειται στα κράτη μέλη να λάβουν, εάν το ζητήσει η Επιτροπή, τα κατάλληλα συντηρητικά μέτρα που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζονται τα αποδεικτικά στοιχεία.»

4        Το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«Εφόσον οι αναφερόμενοι στο άρθρο 5 οικονομικοί φορείς αντιτίθενται σε επιτόπιο έλεγχο ή εξακρίβωση, το οικείο κράτος μέλος παρέχει στους ελεγκτές της Επιτροπής, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις, τη βοήθεια που απαιτείται για την εκπλήρωση της αποστολής τους όσον αφορά τον επιτόπιο έλεγχο και εξακρίβωση.

Σε περίπτωση ανάγκης, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, στα πλαίσια του εθνικού δικαίου.»

 Η απόφαση 1999/352/ΕΚ,ΕΚΑΧ, Ευρατόμ

5        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 1999, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ 1999, L 136, σ. 20), προβλέπει στο πρώτο εδάφιο τα εξής:

«Η Υπηρεσία ασκεί τις αρμοδιότητες της Επιτροπής σε θέματα εξωτερικών διοικητικών ερευνών προκειμένου να ενισχύσει την καταπολέμηση της απάτης, της δωροδοκίας και οποιαδήποτε άλλης παράνομης δραστηριότητας που είναι επιζήμια για τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων καθώς και την καταπολέμηση της απάτης που αφορά κάθε άλλο περιστατικό ή δραστηριότητα φορέων που συνιστούν παραβίαση των κοινοτικών διατάξεων.»

 Ο κανονισμός (ΕΚ) 718/2007

6        Η αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού (ΕΚ) 718/2007 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2007, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1085/2006 του Συμβουλίου για τη θέσπιση μηχανισμού προενταξιακής βοήθειας (ΜΠΒ) (ΕΕ 2007, L 170, σ. 1), έχει ως εξής:

«Σκοπός του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1085/2006 (εφεξής “κανονισμός ΜΠΒ”) είναι η παροχή προενταξιακής βοήθειας στις δικαιούχους χώρες και η στήριξή τους κατά τη μεταφορά τους από το παράρτημα ΙΙ στο παράρτημα Ι αυτού του κανονισμού και την προσχώρησή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.»

7        Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 718/2007 ορίζει τα εξής:

«Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στις παραγράφους 2, 3 και 4, για την υλοποίηση της βοήθειας στο πλαίσιο του κανονισμού ΜΠΒ εφαρμόζεται η αποκεντρωμένη διαχείριση, με την οποία η Επιτροπή αναθέτει τη διαχείριση ορισμένων ενεργειών στη δικαιούχο χώρα, διατηρώντας την τελική γενική ευθύνη για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 53γ του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 [του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1),] και τις σχετικές διατάξεις των συνθηκών ΕΚ.

Για τους σκοπούς της βοήθειας στο πλαίσιο του κανονισμού ΜΠΒ, η αποκεντρωμένη διαχείριση καλύπτει τουλάχιστον τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών, τη σύναψη συμβάσεων και τις πληρωμές.

[...]»

8        Το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:

«Η δικαιούχος χώρα ορίζει τους εξής φορείς και αρχές:

[...]

στ)      επιχειρησιακή δομή ανά συνιστώσα ή πρόγραμμα ΜΠΒ·

[...]».

9        Το άρθρο 28 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«1.      Για κάθε συνιστώσα ή πρόγραμμα ΜΠΒ, θεσπίζεται μία επιχειρησιακή δομή για τη διαχείριση και την υλοποίηση της βοήθειας στο πλαίσιο του κανονισμού ΜΠΒ.

Η επιχειρησιακή δομή αποτελεί φορέα ή σύνολο φορέων στο πλαίσιο της διοίκησης της δικαιούχου χώρας.

2.      Η επιχειρησιακή δομή είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση και την υλοποίηση του σχετικού προγράμματος ή προγραμμάτων σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Για τους σκοπούς αυτούς, αναλαμβάνει ορισμένα καθήκοντα μεταξύ των οποίων:

[...]

στ)      την προετοιμασία των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων, παροχής επιχορηγήσεων και, στη συνέχεια, τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων, καθώς και την πραγματοποίηση πληρωμών στον τελικό δικαιούχο και την ανάκτησή τους από αυτόν·

[...]».

 Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 883/2013

10      Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 248, σ. 1):

«1.      Η Υπηρεσία ασκεί την εξουσία η οποία έχει ανατεθεί στην Επιτροπή με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 να διενεργεί επιτόπου ελέγχους και εξακριβώσεις στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής και κάθε άλλο ισχύον νομικό μέσο, σε τρίτες χώρες και σε εγκαταστάσεις διεθνών οργανισμών.

[...]

2.      Για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη απάτης, διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σχετικά με σύμβαση ή απόφαση επιχορήγησης ή σύμβαση που αφορά χρηματοδότηση της Ένωσης, η Υπηρεσία μπορεί, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διαδικασίες του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις σε οικονομικούς φορείς.

[...]»

11      Το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:

«1.      Μόλις ολοκληρωθεί έρευνα της Υπηρεσίας, συντάσσεται έκθεση υπό την εποπτεία του γενικού διευθυντή. Στην εν λόγω έκθεση αναφέρονται η νομική βάση της έρευνας, οι διαδικαστικές ενέργειες που έγιναν, τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά και ο προκαταρκτικός νομικός τους χαρακτηρισμός, η εκτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων των διαπιστωθέντων περιστατικών, η τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων κατά το άρθρο 9 και τα συμπεράσματα της έρευνας.

Η έκθεση συνοδεύεται από συστάσεις του γενικού διευθυντή σχετικά με την ανάγκη λήψης μέτρων. Οι εν λόγω συστάσεις αναφέρουν, εφόσον χρειάζεται, τυχόν πειθαρχικές, διοικητικές, δημοσιονομικές και/ή δικαστικές ενέργειες των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, και προσδιορίζουν ιδίως το εκτιμώμενο ποσό που πρέπει να ανακτηθεί, καθώς και τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό των διαπιστωθέντων περιστατικών.

[...]

3.      Οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται μετά από εξωτερική έρευνα και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις εξωτερικές έρευνες, καθώς και, εφόσον είναι αναγκαίο, στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής.

[...]»

 Οι κατευθυντήριες γραμμές για το προσωπικό της OLAF όσον αφορά τις ψηφιακές εγκληματολογικές επιχειρήσεις

12      Το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4, των κατευθυντήριων γραμμών για το προσωπικό της OLAF όσον αφορά τις ψηφιακές εγκληματολογικές επιχειρήσεις, της 15ης Φεβρουαρίου 2016 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της OLAF), ορίζει τα εξής:

«3.      Κατά την έναρξη της ψηφιακής εγκληματολογικής επιχείρησης, ο DES [(τεχνικός ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων του προσωπικού της OLAF)]: 1) καταγράφει και φωτογραφίζει όλους τους ψηφιακούς φορείς που θα αποτελέσουν αντικείμενο της εγκληματολογικής επιχείρησης, καθώς και τον περιβάλλοντα χώρο και τη διαρρύθμισή του· 2) απογράφει τους ψηφιακούς φορείς. Ο κατάλογος απογραφής πρέπει να συμπεριληφθεί στην “έκθεση ψηφιακής εγκληματολογικής επιχείρησης”, στην οποία πρέπει επίσης να επισυναφθούν οι φωτογραφίες.

4.      Γενικότερα, ο DES πρέπει να προβαίνει σε πλήρη ψηφιακή εγκληματολογική απόκτηση όσον αφορά τις συσκευές που μνημονεύονται στο άρθρο 3. Εφόσον είναι εφικτό, ο DES και ο ελεγκτής εξετάζουν από κοινού τις εν λόγω συσκευές, προκειμένου να κρίνουν αν ενδέχεται να περιέχουν δεδομένα δυνητικώς κρίσιμα για την έρευνα και αν ενδείκνυται μερική εγκληματολογική απόκτηση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο DES μπορεί, εναλλακτικά, να προβεί σε μερική εγκληματολογική απόκτηση των δεδομένων. Στο πλαίσιο της απόκτησης της ψηφιακής εγκληματολογικής εικόνας, καταγράφεται μια σύντομη περιγραφή του περιεχομένου, καθώς και ο αριθμός αναφοράς της υπόθεσης, τον οποίο προσθέτει ο DES.»

13      Το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, των κατευθυντήριων γραμμών της OLAF προβλέπει τα εξής:

«2.      Ο DES διαβιβάζει την ψηφιακή εγκληματολογική εικόνα στον εξυπηρετητή εγκληματολογικών φακέλων στο εγκληματολογικό εργαστήριο. Ο φάκελος που διαβιβάζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο αποτελεί τον φάκελο εγκληματολογικής εργασίας. Ο DES οφείλει να ενημερώνει τον ελεγκτή, μόλις είναι έτοιμος ο φάκελος εγκληματολογικής εργασίας.

[...]

4.      Όταν είναι διαθέσιμος ο φάκελος εγκληματολογικής εργασίας, ο ελεγκτής υποβάλλει γραπτά αιτήματα μέσω του CMS, προκειμένου να ευρετηριαστεί ο φάκελος εγκληματολογικής εργασίας και να λάβει, αναλόγως των αναγκών, τη βοήθεια του DES ή του επιχειρησιακού αναλυτή για τον εντοπισμό των κρίσιμων για την έρευνα δεδομένων. Το τελευταίο αυτό αίτημα πρέπει να περιγράφει τον σκοπό της έρευνας και το είδος των αποδεικτικών στοιχείων και/ή αποδείξεων που αναζητεί ο ελεγκτής. Σε απάντηση του γραπτού αιτήματος του ελεγκτή και σε συνεργασία με αυτόν, ο DES αντλεί τα δεδομένα που πληρούν τα κριτήρια αναζήτησης από τον ψηφιακό φάκελο εγκληματολογικής εργασίας, παρέχοντας στον ελεγκτή πρόσβαση “μόνο για ανάγνωση”.»

 Το ιστορικό της διαφοράς

14      Το ιστορικό της διαφοράς έχει εκτεθεί στις σκέψεις 1 έως 23 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και μπορεί, για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, να συνοψιστεί ως εξής.

15      Η Vialto είναι εταιρία ουγγρικού δικαίου, η οποία παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες προς επιχειρήσεις και οντότητες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

16      Στις 22 Απριλίου 2011 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνήψε με τη Δημοκρατία της Τουρκίας χρηματοδοτική συμφωνία η οποία διεπόταν από το καθεστώς της αποκεντρωμένης διαχείρισης με εκ των προτέρων έλεγχο και εντασσόταν στο εθνικό πρόγραμμα υπέρ της Δημοκρατίας της Τουρκίας, στο πλαίσιο της συνιστώσας «Παροχή βοήθειας για τη μετάβαση και για την ενίσχυση των θεσμών» του μηχανισμού προενταξιακής βοήθειας (ΜΠΒ). Ως επιχειρησιακή δομή, κατά την έννοια του άρθρου 21 του κανονισμού 718/2007, οριζόταν η Central Finance and Contracts Unit (CFCU), μια τουρκική διοικητική αρχή.

17      Στις 17 Δεκεμβρίου 2013 δημοσιεύθηκε στο Συμπλήρωμα στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2013/S 244-423607), με στοιχεία αναφοράς EuropeAid/132338/D/SER/TR, προκήρυξη κλειστού διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών εξωτερικού ποιοτικού ελέγχου στο πλαίσιο του έργου TR2010/0311.01 «Digitization of Land Parcel Identification System» (ψηφιοποίηση του συστήματος αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων) (στο εξής: επίμαχο έργο). Ως αναθέτουσα αρχή οριζόταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού η CFCU.

18      Στις 19 Σεπτεμβρίου 2014 η σύμβαση την οποία αφορούσε ο ως άνω διαγωνισμός ανατέθηκε σε κοινοπραξία με επικεφαλής την Agrotec SpA (στο εξής: κοινοπραξία) και με τη συμμετοχή πέντε μελών, μεταξύ αυτών και της Vialto. Η κοινοπραξία υπέγραψε με τη CFCU την επίμαχη σύμβαση.

19      Κατόπιν έρευνας η οποία κινήθηκε λόγω υπονοιών περί πράξεων διαφθοράς ή απάτης στο πλαίσιο του επίμαχου έργου, η OLAF αποφάσισε να προβεί σε ελέγχους και εξακριβώσεις στις εγκαταστάσεις της Vialto (στο εξής: επιτόπιος έλεγχος).

20      Στις 7 Απριλίου 2016 η OLAF εξέδωσε δύο εντάλματα με τα οποία ορίζονταν οι υπάλληλοι που θα διενεργούσαν επιτόπιο έλεγχο και ψηφιακή εγκληματολογική επιχείρηση. Σύμφωνα με τα εντάλματα αυτά, σκοπός του επιτόπιου ελέγχου ήταν να συγκεντρωθούν όσα αποδεικτικά στοιχεία είχε στην κατοχή της η Vialto σχετικά με την πιθανή ανάμιξή της στις πράξεις διαφθοράς ή απάτης οι οποίες φέρονται να διαπράχθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου έργου. Η ψηφιακή εγκληματολογική επιχείρηση αποσκοπούσε, ειδικότερα, στη συλλογή ψηφιακών εγκληματολογικών εικόνων από όλες τις ψηφιακές συσκευές της Vialto οι οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί για τη διαχείριση του επίμαχου έργου, από την ηλεκτρονική αλληλογραφία των διευθυντικών στελεχών και των υπαλλήλων της Vialto, από τις λειτουργικές ηλεκτρονικές ταχυδρομικές θυρίδες που χρησιμοποιούνταν για την εκτέλεση του επίμαχου έργου, καθώς και από όσα αρχεία ή όσους φακέλους υπήρχαν στο δίκτυο της Vialto και θα μπορούσαν να είναι κρίσιμα για την έρευνα.

21      Ο επιτόπιος έλεγχος και η ψηφιακή εγκληματολογική επιχείρηση πραγματοποιήθηκαν από τις 12 έως τις 14 Απριλίου 2016. Η OLAF συνέταξε πρακτικά για καθεμία από τις ημέρες του ελέγχου. Στο πρακτικό ελέγχου για την ημέρα της 14ης Απριλίου 2016 σημειώθηκε ότι η Vialto αρνήθηκε να παράσχει στην OLAF ορισμένες πληροφορίες. Ένας εκπρόσωπος της Vialto υπέγραψε καθένα από τα πρακτικά, διατυπώνοντας, κατά περίπτωση, και σχόλια.

22      Με έγγραφο της 6ης Μαΐου 2016, η Vialto υπέβαλε στην OLAF καταγγελία, με την οποία αμφισβητούσε ή προέβαλλε αντιρρήσεις ως προς ορισμένα στοιχεία που περιέχονταν στα προαναφερθέντα πρακτικά. Η OLAF απάντησε στην καταγγελία με έγγραφο της 8ης Ιουλίου 2016.

23      Με έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, η OLAF ενημέρωσε τη Vialto ότι θεωρούνταν ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο για τους σκοπούς της έρευνας σχετικά με τις υπόνοιες που υπήρχαν περί διαφθοράς ή απάτης στο πλαίσιο του επίμαχου έργου και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δέκα ημερών.

24      Με έγγραφο της 23ης Σεπτεμβρίου 2016, η Vialto υπέβαλε στην OLAF τις παρατηρήσεις της και ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά της ήταν σύμφωνη με τους ισχύοντες κανόνες και ότι τήρησε όλους τους όρους προς εξασφάλιση νόμιμης πρόσβασης της OLAF στα δεδομένα της.

25      Με έγγραφο της 29ης Σεπτεμβρίου 2016, η CFCU ενημέρωσε την εταιρία Agrotec ότι είχε διεξαχθεί επιτόπιος έλεγχος στις εγκαταστάσεις της Vialto και ότι η τελευταία δεν επέτρεψε στην OLAF πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες τις οποίες της είχε ζητήσει η OLAF για να ολοκληρώσει την έρευνά της. Προσέθεσε ότι, κατά την άποψη της OLAF, η συμπεριφορά της ενάγουσας στοιχειοθετούσε παράβαση του άρθρου 25 των γενικών όρων της επίμαχης σύμβασης (στο εξής: γενικοί όροι), το οποίο ρυθμίζει τα σχετικά με τις εξακριβώσεις και τους λογιστικούς και λοιπούς ελέγχους που διενεργούνται από όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διευκρίνισε επίσης ότι η OLAF εξέταζε το ζήτημα από κοινού με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής. Θεωρώντας ότι, σύμφωνα με τους γενικούς όρους, η Agrotec ήταν ο μοναδικός συνομιλητής της για όλα τα συμβατικά και χρηματοοικονομικά ζητήματα, η CFCU πληροφόρησε την εταιρία αυτή ότι αποφάσισε να αναστείλει, ως προληπτικό μέτρο, τις πληρωμές των τιμολογίων που της είχαν αποσταλεί, τουλάχιστον μέχρι το πέρας της έρευνας της OLAF.

26      Με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 2016, η Γενική Διεύθυνση «Γειτονίας και Διαπραγματεύσεων για τη Διεύρυνση» της Επιτροπής (στο εξής: ΓΔ «Διεύρυνση») ενημέρωσε τη CFCU ότι η Vialto είχε αρνηθεί, κατά παράβαση του άρθρου 25 των γενικών όρων, να συνεργαστεί στην έρευνα της OLAF και κάλεσε τη CFCU να λάβει τα αναγκαία μέτρα κατ’ εφαρμογήν των γενικών όρων και να εξετάσει, στο πλαίσιο αυτό, ως ένα εκ των πιθανών μέτρων βάσει των άρθρων 25 και 35 των γενικών όρων την αναστολή της εκτέλεσης της επίμαχης σύμβασης ή του μέρους της σύμβασης του οποίου την εκτέλεση είχε αναλάβει η Vialto. Προσέθεσε ότι, κατά την εκτίμησή της, τα ποσά που είχαν καταβληθεί στη Vialto στο πλαίσιο της επίμαχης σύμβασης δεν ήταν επιλέξιμα για χρηματοδότηση από την Ένωση και κάλεσε τη CFCU να καθορίσει επακριβώς τα ποσά αυτά.

27      Με έγγραφο της 9ης Νοεμβρίου 2016, η OLAF ενημέρωσε τη Vialto για την περάτωση της έρευνάς της, για την υποβολή της τελικής έκθεσης της έρευνάς της στη ΓΔ «Διεύρυνση» και για τις συστάσεις της προς την εν λόγω ΓΔ να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προς διασφάλιση της εφαρμογής των διαδικασιών και της επιβολής των κυρώσεων τις οποίες συνεπαγόταν η σοβαρή παραβίαση των γενικών όρων εκ μέρους της Vialto.

28      Με έγγραφο της 11ης Νοεμβρίου 2016, η CFCU ενημέρωσε την Agrotec για την περάτωση της έρευνας της OLAF και για το πόρισμα της τελευταίας ότι η Vialto είχε παραβεί το άρθρο 25 των γενικών όρων. Η CFCU ενημέρωσε επίσης την Agrotec για την απόφασή της να αποβάλει τη Vialto από την επίμαχη σύμβαση, ως προς όλες τις πτυχές της, και να συνεχίσει την εκτέλεσή της, αντί να ακολουθήσει τη σύσταση της ΓΔ «Διεύρυνση» και να την αναστείλει. Ως εκ τούτου, η CFCU ζήτησε από την Agrotec να θέσει αμέσως τέρμα στις δραστηριότητες της Vialto και να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αποβολή της από την κοινοπραξία, ήτοι να καταρτίσει προσάρτημα στην επίμαχη σύμβαση.

29      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Δεκεμβρίου 2016 προς τη CFCU, η Vialto προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την αποβολή της από την επίμαχη σύμβαση. Η CFCU απέρριψε τα επιχειρήματα της Vialto με έγγραφο της 10ης Ιανουαρίου 2017.

30      Στις 13 Δεκεμβρίου 2016 υπογράφηκε μεταξύ της CFCU και της Agrotec προσάρτημα στην επίμαχη σύμβαση με αντικείμενο τη διαγραφή της Vialto από τον κατάλογο μελών της κοινοπραξίας και τις συνέπειες της διαγραφής αυτής, ιδίως από χρηματοοικονομικής απόψεως.

 Η αγωγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

31      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Σεπτεμβρίου 2017, η Vialto άσκησε αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει το ποσό των 320 944,56 ευρώ προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και το ποσό των 150 000 ευρώ προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίστηκε ότι υπέστη λόγω της φερόμενης ως παράνομης συμπεριφοράς την οποία επέδειξαν η Επιτροπή και η OLAF σε σχέση με την αποβολή της από την επίμαχη σύμβαση.

32      Προς στήριξη της αγωγής της, η Vialto προέβαλε δύο αιτιάσεις σχετικές με τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της OLAF, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε, πρώτον, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96 και, δεύτερον, προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοίκησης και παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Επιπλέον, η Vialto προέβαλε μια αιτίαση σχετική με τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της Επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως.

33      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Vialto παραιτήθηκε από το αίτημα για αποκατάσταση της προβαλλόμενης υλικής ζημίας και μείωσε το ποσό που ζήτησε ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της σε 25 000 ευρώ, πλέον τόκων.

34      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι αβασίμως η Επιτροπή αμφισβήτησε την αρμοδιότητά του και, για τον λόγο αυτό, το παραδεκτό της αγωγής, απέρριψε το σύνολο των αιτιάσεων που προέβαλε η Vialto κατά της OLAF και της Επιτροπής.

35      Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε κατ’ αρχάς, με τις σκέψεις 69 έως 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα δεδομένα στα οποία οι υπάλληλοι της OLAF ζήτησαν πρόσβαση εν προκειμένω μπορούσαν να θεωρηθούν κρίσιμα στο πλαίσιο της έρευνας της OLAF και ότι η δημιουργία ψηφιακής εγκληματολογικής εικόνας εμπίπτει στις εξουσίες που ανατίθενται στην Επιτροπή με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96. Εκ των ανωτέρω συνήγαγε, με τις σκέψεις 74 και 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι υπάλληλοι της OLAF ουδόλως παρέβησαν την εν λόγω διάταξη ζητώντας από τη Vialto να τους επιτρέψει την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά προκειμένου να τα αναλύσουν.

36      Επίσης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα που προέβαλε η Vialto σε σχέση με την προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοίκησης και με την παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης από την OLAF. Όσον αφορά την τελευταία αρχή, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε με τη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να μπορεί ένας ιδιώτης να την επικαλεστεί, διαπίστωσε, με τις σκέψεις 116 και 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι στην προκειμένη περίπτωση οι υπάλληλοι της OLAF συμφώνησαν να παρεκκλίνουν από τη διαδικασία που προβλέπεται στις κατευθυντήριες γραμμές της OLAF ως προς τον τόπο απόκτησης και επεξεργασίας των δεδομένων και ως προς το είδος του χρησιμοποιούμενου φορέα αποθήκευσης μόνον κατόπιν της άρνησης της Vialto να συμμορφωθεί με τα νόμιμα αιτήματά τους για συλλογή δεδομένων. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε συνεπώς, με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto δεν ήταν δυνατόν να επικαλεστεί, προς δικό της όφελος, κατάφωρη παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που της είχε δημιουργηθεί περί του ότι επρόκειτο, κατά παρέκκλιση, να εφαρμοστεί υπέρ της μια άλλη πρακτική, παρότι η ίδια αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τα αιτήματα των υπαλλήλων της OLAF, τα οποία ήταν σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96.

37      Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αιτίαση της Vialto ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμά της ακροάσεως, διαπιστώνοντας, αφενός, με τη σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto είχε διατυπώσει, στα έγγραφα που απηύθυνε στην OLAF, τις παρατηρήσεις της αναφορικά με τον επιτόπιο έλεγχο και, αφετέρου, με τη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απόφαση με την οποία η Vialto αποβλήθηκε από την επίμαχη σύμβαση ελήφθη από τη CFCU, χωρίς η τελευταία να δεσμεύεται από τοποθέτηση της ΓΔ «Διεύρυνση» επί του ζητήματος.

38      Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στο σύνολό της, την αγωγή της Vialto, χωρίς να εξετάσει τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να διαπιστωθεί η ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας, καθώς και το υποστατό της ζημίας.

 Αιτήματα των διαδίκων

39      Με την αίτηση αναιρέσεως, η Vialto ζητεί από το Δικαστήριο:

–         να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

40      H Vialto διευκρινίζει ότι, σε περίπτωση αναιρέσεως, επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά την ενδεχόμενη αναπομπή της υποθέσεως στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί αυτό επί της ουσίας.

41      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και

–        να καταδικάσει τη Vialto στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

42      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Vialto προβάλλει τρεις λόγους. Με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλματα απορρίπτοντας τις δύο αιτιάσεις οι οποίες αφορούσαν, πρώτον, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96 και, δεύτερον, παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλματα απορρίπτοντας την αιτίαση περί προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96

  Επί του πρώτου και του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

43      Με το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Vialto ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλείονα σφάλματα σχετικά με τις εξουσίες που διαθέτει η OLAF όσον αφορά την πρόσβαση σε δεδομένα και τη συλλογή τους στο πλαίσιο επιτόπιου ελέγχου.

44      Πρώτον, υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά με δύο τρόπους πριν καταλήξει εσφαλμένως, με τη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση παράβασης του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96 από την OLAF, όταν ζήτησε από τη Vialto να της επιτρέψει την πρόσβαση στα δεδομένα που απαριθμούνται στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

45      Αφενός, αντικείμενο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ήταν η νομιμότητα, υπό το πρίσμα της ως άνω διατάξεως, του αιτήματος της OLAF να συλλέξει τα προαναφερθέντα δεδομένα, και όχι του αιτήματός της να της επιτραπεί η πρόσβαση σε αυτά.

46      Η παραμόρφωση αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου από το Γενικό Δικαστήριο, το οποίο θα έπρεπε να είχε ερμηνεύσει το προβλεπόμενο στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96 δικαίωμα πρόσβασης υπό την έννοια ότι εμπεριέχει, από τη μία πλευρά, ένα ευρύτατο δικαίωμα έρευνας που καλύπτει όλες τις κατηγορίες δεδομένων στις οποίες αναφέρεται η διάταξη εκείνη και, από την άλλη πλευρά, ένα δικαίωμα συλλογής που αφορά αποκλειστικώς όσα δεδομένα σχετίζονται με τις υπό έλεγχο πράξεις.

47      Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά επειδή δεν διαπίστωσε, με τη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto είχε παράσχει στην OLAF πρόσβαση στα επίμαχα δεδομένα. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να είχε λάβει υπόψη το παράρτημα του πρακτικού της OLAF για την τρίτη ημέρα του ελέγχου, το οποίο η Vialto είχε επισυνάψει στο δικόγραφο της αγωγής της. Από το συγκεκριμένο έγγραφο προκύπτει ότι η Vialto παρέσχε στην OLAF πλήρη πρόσβαση στο λογιστικό της σύστημα και στις συναλλαγές της.

48      Δεύτερον, υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε τη διαπίστωσή του, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα δεδομένα τα οποία η OLAF ζήτησε να συλλέξει εν προκειμένω ήταν σχετικά με τις επίμαχες πράξεις και απαραίτητα για την ορθή διεξαγωγή του επιτόπιου ελέγχου, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96. Συνεπώς, μια τέτοια διαπίστωση είναι αυθαίρετη.

49      Τρίτον, υποστηρίζεται ότι η διαπίστωση αυτή, η οποία επαναλαμβάνεται στη σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, διότι δεν ήταν δυνατόν, χωρίς να προηγηθεί αναζήτηση με λέξεις-κλειδιά, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι όλα τα δεδομένα που ζητήθηκαν από την OLAF, μεταξύ των οποίων το σύνολο της αλληλογραφίας και των αρχείων των υπολογιστών δύο υπαλλήλων της Vialto, ολόκληρο το περιεχόμενο του εξυπηρετητή της καθώς και αντίγραφα όλων των συναλλαγών της από το 2012 και εντεύθεν, σχετίζονταν με τις υπό έρευνα πράξεις και ήταν αναγκαία για την έρευνα, ώστε να έχει η OLAF δικαίωμα να τα συλλέξει.

50      Τέταρτον, υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά διαπιστώνοντας, με τη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto αντιτάχθηκε απλώς στη συγκέντρωση των δεδομένων αυτών σε φορείς αποθήκευσης οι οποίοι έπρεπε ακολούθως να μεταφερθούν στα γραφεία της OLAF, ενώ η Vialto είχε αντιταχθεί εξαρχής γενικώς στη συλλογή δεδομένων που δεν είχαν σχέση με το υπό έλεγχο έργο.

51      Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθούν τα δύο πρώτα σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμα.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

52      Πρώτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα της Vialto ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αιτιάσεως την οποία είχε διατυπώσει στο δικόγραφο της αγωγής της, αναφορικά με τον παράνομο χαρακτήρα της καταγγελλόμενης συμπεριφοράς της OLAF λόγω παράβασης του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96.

53      Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto προσήψε στην OLAF ότι απαίτησε να της δοθεί η δυνατότητα να συλλέξει δεδομένα που δεν είχαν σχέση με το επίμαχο έργο, κατά παράβαση της προαναφερθείσας διατάξεως. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, με τη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto υποστήριξε ότι έδωσε στους υπαλλήλους της OLAF δυνατότητα πρόσβασης σε όλα τα δεδομένα που ζητήθηκαν και ότι αντιτάχθηκε απλώς στη συλλογή των δεδομένων αυτών.

54      Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε το δικόγραφο της αγωγής υπό την έννοια ότι η συγκεκριμένη αιτίαση αφορούσε το ζήτημα ενδεχόμενης παράβασης του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96 λόγω του αιτήματος της OLAF να της επιτραπεί η πρόσβαση στα δεδομένα, και όχι λόγω της συλλογής τους.

55      Δεύτερον, όσον αφορά τον ισχυρισμό της Vialto ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά επειδή δεν διαπίστωσε, με τη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto είχε παράσχει στην OLAF πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα που ζητήθηκαν, υπογραμμίζεται ότι η σκέψη αυτή αποτελεί το συμπέρασμα της συλλογιστικής την οποία ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο κατά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96 και δεν περιέχει καμία εκτίμηση επί της συμπεριφοράς της Vialto. Επομένως, ο εν λόγω ισχυρισμός στηρίζεται σε εσφαλμένη ανάγνωση της σκέψης αυτής.

56      Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι σκοπός της Vialto ήταν να αμφισβητήσει, με τον ως άνω ισχυρισμό, το σκεπτικό βάσει του οποίου το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε σε τέτοιο συμπέρασμα, τονίζεται ότι σε κανένα σημείο των σκέψεων 63 έως 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν διαπιστώθηκε ότι η Vialto αρνήθηκε να παράσχει στην OLAF πρόσβαση στα δεδομένα τα οποία απαριθμούνται στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

57      Αντιθέτως, με τη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι υπάλληλοι της OLAF τερμάτισαν τον επιτόπιο έλεγχο και την ψηφιακή εγκληματολογική επιχείρηση χωρίς η Vialto να τους έχει γνωστοποιήσει ποια δεδομένα θεωρούσε ότι ενέπιπταν στο επαγγελματικό απόρρητο ή ότι καλύπτονταν από τις συμβατικές ρήτρες τις οποίες αυτή επικαλέστηκε.

58      Υπενθυμίζεται δε ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και από το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να προβαίνει στη διαπίστωση και εκτίμηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων δεν αποτελεί, ως εκ της φύσεώς της, νομικό ζήτημα υποκείμενο στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παραμόρφωσής τους (απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Dalli κατά Επιτροπής, C‑615/19 P, EU:C:2021:133, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

59      Μια τέτοια παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων. Η αναιρεσείουσα οφείλει να προσδιορίζει επακριβώς ποια στοιχεία παραμορφώθηκαν, κατά την άποψή της, από το Γενικό Δικαστήριο και να καταδεικνύει ποια σφάλματα ανάλυσης στην εκτίμησή του οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο στην εν λόγω παραμόρφωση (απόφαση της 4ης Μαρτίου 2020, Tulliallan Burlington κατά EUIPO, C‑155/18 P έως C‑158/18 P, EU:C:2020:151, σκέψη 102 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

60      Η Vialto υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι, αν το Γενικό Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη το παράρτημα του πρακτικού της OLAF για την τρίτη ημέρα του επιτόπιου ελέγχου, στο οποίο περιλαμβάνονται οι παρατηρήσεις της αναφορικά με τη διεξαγωγή του ελέγχου εκείνη την ημέρα, θα έπρεπε να είχε διαπιστώσει ότι η Vialto είχε παράσχει στην OLAF πλήρη πρόσβαση στα δεδομένα που ζητήθηκαν.

61      Επισημαίνεται, εντούτοις, ότι στο συγκεκριμένο έγγραφο καταγράφονται οι παρατηρήσεις της Vialto επί της διεξαγωγής του ελέγχου και, συνεπώς, αποτυπώνεται απλώς η δική της οπτική όσον αφορά τα γεγονότα. Εξ ου και το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, με τη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto υποστήριξε ότι έδωσε στους υπαλλήλους της OLAF δυνατότητα πρόσβασης σε όλα τα δεδομένα που ζητήθηκαν.

62      Επομένως, το επιχείρημα της Vialto δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία, και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέο ως αβάσιμο.

63      Τρίτον, όσον αφορά τη φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας της διαπίστωσης που περιέχεται στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση αιτιολόγησης την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο δεν του επιβάλλει να παραθέτει σκεπτικό το οποίο να ακολουθεί αναλυτικά και έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι, όπερ σημαίνει ότι η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, CSUE κατά KF, C‑14/19 P, EU:C:2020:492, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

64      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο εξήγησε, με τις σκέψεις 66 έως 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, για ποιους λόγους έκρινε ότι τα δεδομένα στα οποία η OLAF ζήτησε να της επιτραπεί η πρόσβαση ήταν σχετικά με τις επίμαχες πράξεις και απαραίτητα για την ορθή διεξαγωγή του επιτόπιου ελέγχου, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96.

65      Από τις προαναφερθείσες σκέψεις προκύπτει ότι η ως άνω διαπίστωση στηρίζεται, κατ’ αρχάς, στο γράμμα της εν λόγω διατάξεως, εκ του οποίου συνάγεται, κατά το Γενικό Δικαστήριο, ότι η OLAF, αφενός, δικαιούται να έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που έχουν σχέση με τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της έρευνάς της, καθώς και να λαμβάνει αντίγραφα των εγγράφων που είναι αναγκαία για τη διενέργεια του ελέγχου, και, αφετέρου, διαθέτει κάποιο περιθώριο εκτίμησης κατά τον προσδιορισμό των κρίσιμων στοιχείων για τον σκοπό αυτό. Το Γενικό Δικαστήριο βασίστηκε ακολούθως στο αντικείμενο της έρευνας που διεξήγαγε στην προκειμένη περίπτωση η OLAF και στα ζητηθέντα στοιχεία, τα οποία ενέπιπταν, κατά το Γενικό Δικαστήριο, στο είδος των δεδομένων που καλύπτονται από τη διάταξη αυτή. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στις ιδιαιτερότητες της ψηφιακής εγκληματολογικής επιχείρησης, και δη στην ανάγκη καταλογογράφησης των δεδομένων μέσω της δημιουργίας ψηφιακών εικόνων τους, ώστε να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός των δεδομένων που είναι κρίσιμα για την έρευνα.

66      Η αιτιολογία αυτή επαρκεί για να μπορέσουν η μεν Vialto να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε η επιχειρηματολογία της, το δε Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της Vialto περί ανεπαρκούς αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

67      Τέταρτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2186/96, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα δεδομένα τα οποία η OLAF ζήτησε να της επιτραπεί να συλλέξει εν προκειμένω ήταν σχετικά με τις επίμαχες πράξεις και απαραίτητα για την ορθή διεξαγωγή του επιτόπιου ελέγχου, κατά την έννοια της συγκεκριμένης διατάξεως. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η OLAF ουδόλως παρέβη τη διάταξη αυτή ζητώντας από τη Vialto να της επιτρέψει την πρόσβαση στα προαναφερθέντα δεδομένα προκειμένου να τα αναλύσει.

68      Ειδικότερα, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96 προβλέπει ότι οι ελεγκτές της Επιτροπής έχουν πρόσβαση, υπό τους ίδιους όρους όπως και οι εθνικοί διοικητικοί ελεγκτές και τηρουμένων των εθνικών νομοθεσιών, σε όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που έχουν σχέση με τις υπό εξέταση πράξεις και απαιτούνται για την ομαλή διεξαγωγή των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων. Στη διάταξη αυτή διευκρινίζεται ακόμη ότι μπορούν να χρησιμοποιούν τα ίδια υλικά μέσα ελέγχου με τους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές και, ιδίως, να λαμβάνουν αντίγραφα των κατάλληλων εγγράφων. Η εν λόγω διάταξη ορίζει επίσης ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι και εξακριβώσεις μπορεί να αφορούν, μεταξύ άλλων, και ηλεκτρονικά δεδομένα.

69      Πέραν τούτου, από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1999/352 και το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2013 καθίσταται σαφές ότι η αρμοδιότητα διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, την οποία ο κανονισμός 2185/96 αναθέτει στην Επιτροπή, ασκείται από την OLAF.

70      Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, στο πλαίσιο επιτόπιου ελέγχου, οι υπάλληλοι της OLAF έχουν πρόσβαση, υπό τους ίδιους όρους όπως και οι εθνικοί διοικητικοί ελεγκτές και τηρουμένων των εθνικών νομοθεσιών, σε όλες τις πληροφορίες, περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών δεδομένων, που απαιτούνται για την ορθή διεξαγωγή του επιτόπιου ελέγχου, καθώς και ότι μπορούν να χρησιμοποιούν τα ίδια υλικά μέσα ελέγχου με τους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές και, ιδίως, να λαμβάνουν αντίγραφα των κατάλληλων εγγράφων.

71      Μολονότι, όσον αφορά τους όρους που ρυθμίζουν την πρόσβαση των υπαλλήλων της OLAF στις πληροφορίες, η διάταξη αυτή παραπέμπει στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, τονίζεται ότι η Vialto ουδόλως ισχυρίζεται ότι η OLAF παρέβη τους κανόνες του ουγγρικού δικαίου οι οποίοι ίσχυαν κατά τον επίμαχο επιτόπιο έλεγχο, ούτε προβάλλει οποιοδήποτε σχετικό επιχείρημα.

72      Περαιτέρω επισημαίνεται ότι η Vialto δεν αμφισβητεί τις διαπιστώσεις σε σχέση με τη δημιουργία ψηφιακής εγκληματολογικής εικόνας, στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παραπέμποντας στις εξηγήσεις που περιλαμβάνονταν στη σκέψη 44 της ίδιας αποφάσεως. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε με τις προαναφερθείσες σκέψεις, στηριζόμενο κυρίως στα άρθρα 4 και 8 των κατευθυντήριων γραμμών της OLAF, ότι, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, η δημιουργία ψηφιακής εγκληματολογικής εικόνας των δεδομένων που περιέχονται σε μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων εξυπηρετεί στην καταλογογράφησή τους, η οποία, με τη σειρά της, καθιστά εφικτή την αναζήτηση μέσω λέξεων-κλειδιών με τη βοήθεια ειδικού εγκληματολογικού λογισμικού, προκειμένου να εντοπιστούν τα έγγραφα που είναι κρίσιμα για την έρευνα της OLAF.

73      Στον βαθμό που η Vialto επιδιώκει με την επιχειρηματολογία της να εξομοιώσει τη δημιουργία τέτοιας ψηφιακής εγκληματολογικής εικόνας όλων των δεδομένων που διατηρούνται αποθηκευμένα σε ορισμένους φορείς ψηφιακών δεδομένων με τη λήψη αντιγράφων, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96, από το σύνολο των δεδομένων που έχουν αποθηκευτεί στους φορείς αυτούς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 78 των προτάσεών του, η ως άνω πράξη αποτελεί απλώς ενδιάμεσο στάδιο στο πλαίσιο της εξέτασης των δεδομένων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής, C‑606/18 P, EU:C:2020:571, σκέψη 63).

74      Συνεπώς, έστω και αν η δημιουργία τέτοιας εικόνας προϋποθέτει κατ’ ανάγκην, σε τεχνικό επίπεδο, την προσωρινή «αντιγραφή» όλων των επίμαχων δεδομένων, σε ένα στάδιο όπου δεν έχει εξεταστεί ακόμη η κρισιμότητά τους, η συγκεκριμένη πράξη εμπίπτει στην άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στις πληροφορίες το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96, διότι εξυπηρετεί αποκλειστικώς τον εντοπισμό των κρίσιμων εγγράφων για τις ανάγκες της έρευνας. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, προβαίνοντας στην πράξη αυτή, η OLAF λαμβάνει αντίγραφα όλων των οικείων εγγράφων κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως. Πράγματι, τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι το δικαίωμα του ελεγκτή να λαμβάνει αντίγραφα των κατάλληλων εγγράφων αναφέρεται, εν αντιθέσει προς την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στις πληροφορίες, στη δυνατότητά του να διατηρεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αντίγραφα ορισμένων από τα έγγραφα στα οποία είχε πρόσβαση, εκείνων δηλαδή που εκτίμησε ότι είναι κρίσιμα για τις ανάγκες της έρευνάς του και θα μπορούσαν, ως εκ τούτου, να χρησιμοποιηθούν μεταγενέστερα στο πλαίσιό της.

75      Υπό τις συνθήκες αυτές, καθίσταται σαφές ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έσφαλε κρίνοντας ότι η δημιουργία ψηφιακής εγκληματολογικής εικόνας καλύπτεται από τις εξουσίες τις οποίες απονέμει στην OLAF το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96, στον βαθμό που ορίζει ότι αυτή μπορεί να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την ορθή διεξαγωγή του επιτόπιου ελέγχου και να λαμβάνει αντίγραφα των κατάλληλων εγγράφων.

76      Επομένως, η Vialto δεν κατέδειξε ότι ενέχει πλάνη περί το δίκαιο η διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο κρίνοντας, με τις σκέψεις 74 και 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το αίτημα της OLAF προς τη Vialto να της επιτραπεί να συλλέξει τα δεδομένα που απαριθμούνται στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκειμένου να πραγματοποιήσει ψηφιακή εγκληματολογική επιχείρηση δεν ήταν αντίθετο προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96.

77      Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της Vialto ότι η ως άνω διαπίστωση ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.

78      Πέμπτον, το επιχείρημα της Vialto ότι, με τη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά βασίζεται σε εσφαλμένη ανάγνωση της σκέψης αυτής και είναι επίσης απορριπτέο ως αβάσιμο. Ειδικότερα, με τη συγκεκριμένη σκέψη, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε απλώς και μόνον ότι η Vialto αντιτάχθηκε στη συλλογή δεδομένων σε φορέα που έπρεπε να μεταφερθεί εκτός των εγκαταστάσεών της, όπερ δεν αμφισβητείται από τη Vialto.

79      Κατά συνέπεια, τα δύο πρώτα σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

 Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

80      Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Vialto υποστηρίζει, πρώτον, ότι, με τη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας ως αλυσιτελή για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης τα επιχειρήματά της τα οποία στηρίζονταν στον σεβασμό του επαγγελματικού απορρήτου και στις συμβατικές ρήτρες που είχαν συναφθεί με τους εμπορικούς της εταίρους. Τα επιχειρήματα αυτά είναι, κατά την άποψή της, λυσιτελή για τη στοιχειοθέτηση παράβασης του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96 από την OLAF, διότι τεκμηριώνουν ότι ήταν δικαιολογημένες οι επιφυλάξεις τις οποίες διατύπωσε η Vialto ως προς τη συλλογή δεδομένων που δεν είχαν σχέση με την έρευνα. Ωστόσο, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, η Vialto όφειλε να αποδείξει ότι η διατύπωση των εν λόγω επιφυλάξεων δεν συνιστούσε κατάχρηση δικαιώματος.

81      Δεύτερον, υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής κρίνοντας, με τη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η OLAF εξανάγκασε τη Vialto να παραβιάσει το επαγγελματικό της απόρρητο ή τις συμβατικές ρήτρες που είχαν συναφθεί με τους εμπορικούς της εταίρους, ενώ η Vialto ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάστηκε από την OLAF να πράξει κάτι τέτοιο.

82      Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αλυσιτελές, καθώς και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμο.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

83      Όσον αφορά την πλάνη περί το δίκαιο η οποία φέρεται να έχει εμφιλοχωρήσει στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη αυτή, ότι τα επιχειρήματα της Vialto που στηρίζονταν στο επαγγελματικό απόρρητο και στις συμβατικές δεσμεύσεις της έναντι των εμπορικών της εταίρων ήταν αλυσιτελή για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, διότι σκοπός τους ήταν να δικαιολογηθεί η άρνηση της Vialto να κοινοποιήσει στην OLAF ορισμένα από τα δεδομένα στα οποία η τελευταία ζήτησε να της επιτραπεί η πρόσβαση, και όχι να προσαφθεί στην OLAF ή στην Επιτροπή η κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου που έχει ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες.

84      Στο πλαίσιο αυτό, το επιχείρημα της Vialto ότι όφειλε να αποδείξει ότι οι επιφυλάξεις που εξέφρασε ως προς τη συλλογή ορισμένων δεδομένων από την OLAF δεν συνιστούσαν κατάχρηση δικαιώματος δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι τα επιχειρήματα τα οποία προβλήθηκαν πρωτοδίκως σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο και τις συμβατικές δεσμεύσεις της έναντι των εμπορικών της εταίρων ήταν ικανά να στοιχειοθετήσουν κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου που έχει ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες. Συνεπώς, το συγκεκριμένο επιχείρημα είναι αλυσιτελές.

85      Το ίδιο ισχύει και για την παραμόρφωση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής, για την οποία κάνει λόγο η Vialto. Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε, όπως υποστηρίζει η Vialto, το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής εκτιμώντας ότι έπρεπε να απαντήσει, με τη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε επιχείρημα το οποίο ουδέποτε προέβαλε η εν λόγω εταιρία, περί εξαναγκασμού της, από την OLAF, να παραβιάσει το επαγγελματικό απόρρητο και τις επαγγελματικές δεσμεύσεις της έναντι των εμπορικών της εταίρων, ένα τέτοιο σφάλμα δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της απόρριψης της πρώτης αιτιάσεως που είχε προβληθεί πρωτοδίκως από τη Vialto.

86      Τούτο διότι από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αιτιάσεις που στρέφονται κατά επάλληλης αιτιολογίας περιλαμβανόμενης σε απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου δεν επισύρουν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής και είναι, ως εκ τούτου, αλυσιτελείς (απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Dalli κατά Επιτροπής, C‑615/19 P, EU:C:2021:133, σκέψη 103 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

87      Επομένως, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέο ως αλυσιτελές και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

 Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

 Επιχειρήματα των διαδίκων

88      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Vialto προβάλλει μια σειρά επιχειρημάτων επιδιώκοντας να αποδείξει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως κατέληξε, με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης από τους υπαλλήλους της OLAF.

89      Πρώτον, υποστηρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, στον βαθμό που δεν εξηγείται για ποιον λόγο δεν πληρούται εν προκειμένω μία από τις τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις επίκλησης της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

90      Δεύτερον, υποστηρίζεται ότι έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθότι αυτή προσκρούει στη νομολογία από την οποία προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάκληση νόμιμης διοικητικής πράξεως με την οποία έχουν παρασχεθεί δικαιώματα ή ανάλογα πλεονεκτήματα. Ειδικότερα, οι διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της OLAF κατά την πρώτη ημέρα του ελέγχου αναφορικά με τη διαδικασία που επρόκειτο να ακολουθηθεί για τη διενέργεια του ελέγχου ήταν νόμιμες. Η Vialto διευκρινίζει επ’ αυτού ότι παρέκκλιση από τις κατευθυντήριες γραμμές της OLAF δεν ισοδυναμεί με παράβαση του κανονισμού 2185/96. Κατά συνέπεια, οι υπάλληλοι της OLAF δεν δικαιούνταν να ανακαλέσουν τις διαβεβαιώσεις τους a posteriori και να απαιτήσουν να διενεργηθεί ο έλεγχος ως εάν ουδέποτε είχαν δοθεί οι διαβεβαιώσεις αυτές.

91      Εξάλλου, η αναδρομική ανάκληση διοικητικής πράξεως απαγορεύεται, κατά την άποψη της Vialto, ακόμη και αν πρόκειται για παράνομη πράξη.

92      Τρίτον, υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto δεν ήταν δυνατόν να επικαλεστεί παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της περί του ότι επρόκειτο, κατά παρέκκλιση, να εφαρμοστεί υπέρ της μια άλλη πρακτική, παρότι η ίδια αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τα αιτήματα των υπαλλήλων της OLAF, τα οποία ήταν σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96. Πιο συγκεκριμένα, ο τρόπος που είναι διατυπωμένη η σκέψη αυτή δίνει την εντύπωση ότι η Vialto ενήργησε κακόπιστα. Επιπλέον, δεδομένου ότι τα αιτήματα των υπαλλήλων της OLAF δεν ήταν σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η άρνησή της να συμμορφωθεί με αυτά ήταν απολύτως νόμιμη. Αν οι υπάλληλοι της OLAF είχαν θεωρήσει ότι, με τη συμπεριφορά της, η Vialto είχε ενεργήσει παρανόμως ή είχε παρακωλύσει την έρευνα, θα όφειλαν, σύμφωνα με τα όσα ορίζουν τα άρθρα 4 και 9 του κανονισμού 2185/96, να ζητήσουν τη συνδρομή των εθνικών αρχών. Οι υπάλληλοι της OLAF αποφάσισαν όμως να τερματίσουν τον έλεγχο χωρίς να ακολουθήσουν τέτοια διαδικασία.

93      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει αλυσιτελής και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

94      Πρώτον, όσον αφορά τη φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που μνημονεύθηκε στη σκέψη 63 της παρούσας αποφάσεως, η υποχρέωση αιτιολόγησης την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο δεν του επιβάλλει να παραθέτει σκεπτικό το οποίο να ακολουθεί αναλυτικά και έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι, όπερ σημαίνει ότι η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του.

95      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε με τη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να μπορεί ένας ιδιώτης να επικαλεστεί την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διαπίστωσε, με τη σκέψη 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι στην προκειμένη περίπτωση οι υπάλληλοι της OLAF συμφώνησαν να παρεκκλίνουν από τη διαδικασία που προβλέπεται στις κατευθυντήριες γραμμές της OLAF ως προς τον τόπο απόκτησης και επεξεργασίας των δεδομένων και ως προς το είδος του χρησιμοποιούμενου φορέα αποθήκευσης μόνον κατόπιν της άρνησης της Vialto να συμμορφωθεί με τα νόμιμα αιτήματά τους για συλλογή δεδομένων. Πέραν τούτου, με τη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η OLAF είχε, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96, δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα στα οποία η Vialto αρνήθηκε να της επιτρέψει την πρόσβαση. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού, με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto δεν ήταν δυνατόν να επικαλεστεί, προς δικό της όφελος, κατάφωρη παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που της είχε δημιουργηθεί περί του ότι επρόκειτο, κατά παρέκκλιση, να εφαρμοστεί υπέρ της μια άλλη πρακτική, παρότι η ίδια αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τα αιτήματα των υπαλλήλων της OLAF, τα οποία ήταν σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96.

96      Επομένως, από τις σκέψεις 113 έως 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Vialto δεν δικαιούνταν να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην εφαρμογή μιας συμφωνίας την οποία είχε αποφασίσει να μην τηρήσει.

97      Η αιτιολογία αυτή επαρκεί για να μπορέσουν η μεν Vialto να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε η επιχειρηματολογία της, το δε Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της Vialto περί ανεπαρκούς αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

98      Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα το οποίο αντλεί η Vialto από τη νομολογία του Δικαστηρίου ως προς τις προϋποθέσεις ανάκλησης πράξεως με την οποία δημιουργείται δικαίωμα, αρκεί η διαπίστωση ότι η Vialto δεν είχε προβάλει πρωτοδίκως το συγκεκριμένο επιχείρημα.

99      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται το πρώτον κατά την αναιρετική διαδικασία πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως περιορίζεται πράγματι στον έλεγχο της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου επί των ισχυρισμών που συζητήθηκαν ενώπιόν του. Αν επιτρεπόταν σε διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τότε θα του παρεχόταν η δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα κατ’ αναίρεση είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από εκείνη που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο (απόφαση της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου, C‑45/15 P, EU:C:2017:402, σκέψη 109 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

100    Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο.

101    Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Vialto ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto δεν ήταν δυνατόν να επικαλεστεί παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της περί του ότι επρόκειτο, κατά παρέκκλιση, να εφαρμοστεί υπέρ της μια άλλη πρακτική, παρότι η ίδια αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τα αιτήματα των υπαλλήλων της OLAF, τα οποία ήταν σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, αναφερόμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο στην άρνηση της Vialto να παράσχει ορισμένες πληροφορίες ενώ ήταν υποχρεωμένη να το πράξει, αποφάνθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι η Vialto δεν δικαιούνταν να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην εφαρμογή μιας συμφωνίας την οποία είχε αποφασίσει να μην τηρήσει.

102    Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Vialto, αρνούμενη να τηρήσει τις δεσμεύσεις τις οποίες ανέλαβε έναντι των υπαλλήλων της OLAF στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συμφωνίας, κατέστησε με τη συμπεριφορά της αδύνατη την εφαρμογή της συμφωνίας αυτής και, συνεπώς, δεν δικαιούται να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην εφαρμογή της.

103    Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Vialto δεν δικαιούνταν να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην εφαρμογή μιας συμφωνίας την οποία είχε αποφασίσει να μην τηρήσει.

104    Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της Vialto ότι έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.

105    Τέταρτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Vialto ότι η διατύπωση της σκέψης 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δίνει την εντύπωση ότι αυτή ενήργησε κακόπιστα, διαπιστώνεται ότι το εν λόγω επιχείρημα στηρίζεται σε εσφαλμένη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη σκέψη δεν περιέχει καμία σχετική εκτίμηση, και πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως αβάσιμο.

106    Πέμπτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Vialto ότι το αίτημα συλλογής δεδομένων από τους υπαλλήλους της OLAF δεν ήταν σύμφωνο με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2185/96, από την εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως τον οποίο προέβαλε η Vialto προκύπτει ότι το επιχείρημα αυτό είναι επίσης απορριπτέο ως αβάσιμο.

107    Έκτον, όσον αφορά το επιχείρημα το οποίο αντλεί η Vialto από τα άρθρα 4 και 9 του κανονισμού 2185/96, διαπιστώνεται ότι η Vialto δεν προέβαλε τέτοιο επιχείρημα πρωτοδίκως, όπερ σημαίνει ότι αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, όπως επιβάλλει η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που μνημονεύθηκε στη σκέψη 99 της παρούσας αποφάσεως.

108    Κατόπιν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

 Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

109    Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Vialto ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλείονα σφάλματα απορρίπτοντας, με τις σκέψεις 121 έως 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα επιχειρήματά της σχετικά με προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως.

110    Πρώτον, υποστηρίζεται ότι οι διαπιστώσεις που περιέχονται στη σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με το γεγονός ότι η Vialto υπέβαλε τις παρατηρήσεις της ενώπιον της OLAF, ουδεμία επιρροή ασκούν στο πλαίσιο της εξέτασης του ζητήματος αν η ΓΔ «Διεύρυνση» προσέβαλε το δικαίωμά της ακροάσεως.

111    Δεύτερον, υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά διαπιστώνοντας, με τις σκέψεις 94 και 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η θέση την οποία έλαβε η εν λόγω ΓΔ επί των μέτρων που έπρεπε να ληφθούν έναντι της Vialto δεν δέσμευε τη CFCU. Ειδικότερα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το σχετικό αίτημα ήταν δεσμευτικό για τη CFCU. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να ισχύει κάτι διαφορετικό, δεδομένου ότι η ίδια ΓΔ χρηματοδοτούσε το έργο και είχε, ως εκ τούτου, υπογράψει την επίμαχη σύμβαση.

112    Η προαναφερθείσα παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου από το Γενικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να κρίνει ότι η ΓΔ «Διεύρυνση» υπείχε υποχρέωση να καλέσει τη Vialto σε ακρόαση πριν υποβάλει στη CFCU το αίτημα να λάβει τα αναγκαία μέτρα που προβλέπονταν στην επίμαχη σύμβαση λόγω της αθέτησης, εκ μέρους της Vialto, των συμβατικών της υποχρεώσεων.

113    Τρίτον, υποστηρίζεται ότι η ΓΔ «Διεύρυνση» θα έπρεπε να είχε σεβαστεί το δικαίωμα ακροάσεως της Vialto και στο πλαίσιο της συνημμένης στο ως άνω αίτημα σύστασής της να ανασταλεί η εκτέλεση της επίμαχης σύμβασης ή του μέρους της σύμβασης του οποίου την εκτέλεση είχε αναλάβει η Vialto. Τούτο διότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και δη από την απόφαση της 4ης Απριλίου 2019, OZ κατά ΕΤΕπ (C‑558/17 P, EU:C:2019:289), προκύπτει ότι το δικαίωμα ακροάσεως πρέπει να γίνεται σεβαστό και σε περίπτωση που θεσμικό όργανο της Ένωσης διατυπώνει μη δεσμευτικές συστάσεις.

114    Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανάλυση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά το δικαίωμα ακροάσεως είναι ορθή και ζητεί να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος.

115    Πρώτον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή όφειλε να ακούσει τη Vialto πριν απευθύνει τη σύστασή της προς τη CFCU, ο τύπος αυτός τηρήθηκε εν προκειμένω από την OLAF, ως υπηρεσία της Επιτροπής η οποία ήταν υπεύθυνη για τη σύσταση.

116    Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, χωρίς να παραμορφώσει τα πραγματικά περιστατικά, ότι η Επιτροπή είχε απλώς καλέσει τη CFCU να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, διατυπώνοντας ενδεικτικώς συστάσεις επί του ζητήματος. Συνεπώς, η θέση την οποία έλαβε η Επιτροπή έναντι της Vialto δεν ήταν δεσμευτική για τη CFCU. Το ότι η Επιτροπή χρηματοδοτούσε το έργο δεν σημαίνει ότι η θέση της αυτή ήταν αυτομάτως και δεσμευτική.

117    Τρίτον, από την απόφαση της 4ης Απριλίου 2019, OZ κατά ΕΤΕπ (C‑558/17 P, EU:C:2019:289), συνάγεται ότι η ακρόαση ενώπιον του οργάνου που απευθύνει τη σύσταση έχει επικουρικό χαρακτήρα, ενώ η έμφαση δίδεται στο όργανο το οποίο αποφασίζει. Επιπλέον, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη αφορούσε διαφορετική κατάσταση από αυτήν της υπό κρίση υποθέσεως, καθότι, στην πρώτη υπόθεση, το όργανο που απηύθυνε τη σύσταση και το όργανο που αποφάσιζε ανήκαν στην ίδια διοικητική δομή.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

118    Όσον αφορά την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη συγκεκριμένη σκέψη, ότι η ΓΔ «Διεύρυνση» δεν υπείχε υποχρέωση να ακούσει τη Vialto πριν η CFCU εκδώσει την απόφασή της περί αποβολής της Vialto από την επίμαχη σύμβαση, επειδή η CFCU έλαβε την απόφαση αυτή χωρίς να δεσμεύεται από σχετική τοποθέτηση της ΓΔ «Διεύρυνση».

119    Η Vialto βάλλει κατά του ως άνω συμπεράσματος, ισχυριζόμενη ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η CFCU έλαβε την εν λόγω απόφαση χωρίς να δεσμεύεται από σχετική τοποθέτηση της ΓΔ «Διεύρυνση», η τελευταία όφειλε να ακούσει τη Vialto πριν λάβει θέση κατ’ αυτόν τον τρόπο.

120    Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι το δικαίωμα της χρηστής διοίκησης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση προτού ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του.

121    Το δικαίωμα ακροάσεως διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να καθιστά γνωστή, λυσιτελώς και αποτελεσματικώς, την άποψή του κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του (απόφαση της 4ης Ιουνίου 2020, ΕΥΕΔ κατά De Loecker, C‑187/19 P, EU:C:2020:444, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

122    Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι το δικαίωμα ακροάσεως ανήκει στα δικαιώματα άμυνας και ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία έχει εφαρμογή ακόμη και αν δεν υφίσταται συναφώς ειδική κανονιστική ρύθμιση. Η εν λόγω αρχή επιτάσσει να παρέχεται στους αποδέκτες αποφάσεων οι οποίες επηρεάζουν ουσιωδώς τα συμφέροντά τους η δυνατότητα να γνωστοποιούν λυσιτελώς την άποψή τους επί των εις βάρος τους στοιχείων στα οποία στηρίχθηκαν οι αποφάσεις (πρβλ. απόφαση της 14ης Ιουνίου 2016, Marchiani κατά Κοινοβουλίου, C‑566/14 P, EU:C:2016:437, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

123    Επιπλέον, όπως υπενθύμισε ο γενικός εισαγγελέας με τη σκέψη 121 των προτάσεών του, η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, στα οποία ανήκει και το δικαίωμα ακροάσεως, πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, Solvay κατά Επιτροπής, C‑110/10 P, EU:C:2011:687, σκέψη 63).

124    Όσον αφορά τη θέση που έλαβε εν προκειμένω η ΓΔ «Διεύρυνση», επισημαίνεται ότι, ασφαλώς, το άρθρο 10 του κανονισμού 718/2007 προβλέπει ότι, βάσει των γενικών αρχών που διέπουν την υλοποίηση της προενταξιακής βοήθειας, η Επιτροπή αναθέτει στη δικαιούχο χώρα την αποκεντρωμένη διαχείριση ορισμένων ενεργειών, η οποία καλύπτει τουλάχιστον τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών, τη σύναψη συμβάσεων και τις πληρωμές. Επίσης, από το άρθρο 21, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι η δικαιούχος χώρα ορίζει επιχειρησιακή δομή ανά συνιστώσα ή πρόγραμμα ΜΠΒ. Εξάλλου, από το άρθρο 28 του εν λόγω κανονισμού καθίσταται σαφές ότι η επιχειρησιακή δομή είναι φορέας ή σύνολο φορέων της Διοίκησης της δικαιούχου χώρας και είναι επιφορτισμένη με τη διαχείριση και την υλοποίηση της βοήθειας κατά τρόπο που να συνάδει με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, αναλαμβάνει δε ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτό, τις διαδικασίες πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών, τις διαδικασίες παροχής επιχορηγήσεων και, στη συνέχεια, τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων (πρβλ. διάταξη της 4ης Ιουλίου 2013, Διαδικασία Σύμβουλοι Επιχειρήσεων κατά Επιτροπής κ.λπ., C‑520/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:457, σκέψη 32).

125    Επομένως, οι δημόσιες συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται από τρίτες χώρες και είναι επιλέξιμες για βοήθεια στο πλαίσιο του ΜΠΒ, ως υποκείμενες στην αρχή της αποκεντρωμένης διαχείρισης, παραμένουν εθνικές δημόσιες συμβάσεις και οι επιχειρήσεις που υποβάλλουν προσφορά για τις συμβάσεις αυτές, όπως και οι ανάδοχοι, έχουν έννομες σχέσεις μόνο με το τρίτο κράτος το οποίο είναι υπεύθυνο για τη σύμβαση (πρβλ. διάταξη της 4ης Ιουλίου 2013, Διαδικασία Σύμβουλοι Επιχειρήσεων κατά Επιτροπής κ.λπ., C‑520/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:457, σκέψη 34).

126    Εντούτοις, όπως ορίζεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 718/2007, η Επιτροπή διατηρεί την τελική ευθύνη για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού και είναι, ως εκ τούτου, αρμόδια για τον καθορισμό των ποσών που αποκλείονται ενδεχομένως από τη χρηματοδότηση της Ένωσης.

127    Λαμβανομένου επομένως υπόψη του ότι η Επιτροπή έχει την τελική ευθύνη για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού, διαπιστώνεται ότι επιστολή με την οποία το θεσμικό όργανο συστήνει στη CFCU να μη συνεργαστεί με τη Vialto αναφέροντας ότι, εν πάση περιπτώσει, τα ποσά που καταβλήθηκαν στην τελευταία δεν είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι ενδέχεται, στην πράξη, να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην απόφαση της CFCU ως προς τα μέτρα τα οποία θα πρέπει να ληφθούν έναντι της Vialto σε σχέση με την επίμαχη σύμβαση, επηρεάζοντας τη Vialto δυσμενώς και υπερβαίνοντας, σε όχι αμελητέο βαθμό, τον αναμενόμενο αντίκτυπο μιας απλής σύστασης.

128    Συνεπώς, η θέση που έλαβε η Επιτροπή μπορούσε να έχει, για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση, τέτοιες συνέπειες, ώστε έπρεπε να της δοθεί η δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις επί της συμπεριφοράς που της προσήφθη και επί των μέτρων που επρόκειτο να ληφθούν έναντί της σε σχέση με την επίμαχη σύμβαση, προτού η Επιτροπή τοποθετηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο επί των ως άνω ζητημάτων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2001, Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, C‑315/99 P, EU:C:2001:391, σκέψη 29).

129    Η θέση της Επιτροπής μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως ατομικό μέτρο εις βάρος της Vialto, κατά την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

130    Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν υπείχε υποχρέωση να ακούσει τη Vialto πριν η CFCU εκδώσει την απόφασή της περί αποβολής της Vialto από την επίμαχη σύμβαση.

131    Πάντως, από τις σκέψεις 121 και 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, για να απορρίψει το επιχείρημα της Vialto περί προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως από την Επιτροπή, στηρίχθηκε επίσης στο γεγονός ότι η Vialto είχε εν προκειμένω υποβάλει παρατηρήσεις στην OLAF.

132    Διαπιστώνεται συναφώς ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να συναγάγει από το γεγονός αυτό ότι η υποχρέωσή της να ακούσει τον ενδιαφερόμενο έχει εκπληρωθεί.

133    Ειδικότερα, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2013, η OLAF καταρτίζει, κατά το πέρας της έρευνας, έκθεση έρευνας συνοδευόμενη από συστάσεις του γενικού διευθυντή της ως προς την ανάγκη λήψης μέτρων σε συνέχεια της έρευνας. Το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού διευκρινίζει ότι οι εκθέσεις και οι συστάσεις που συντάσσονται μετά από εξωτερική έρευνα, όπως και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο, διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις εξωτερικές έρευνες, καθώς και, εφόσον είναι αναγκαίο, στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής.

134    Από το γράμμα και την οικονομία των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι η αρχή στην οποία απευθύνονται οι συστάσεις αυτές οφείλει να προχωρήσει σε δικό της έλεγχο και να ακούσει τον ενδιαφερόμενο πριν εκδώσει βλαπτική απόφαση εις βάρος του.

135    Στο πλαίσιο αυτό, ούτε οι οργανωτικοί δεσμοί οι οποίοι υφίστανται μεταξύ της OLAF και της Επιτροπής μπορούν να απαλλάξουν το θεσμικό όργανο από μια τέτοια υποχρέωση, με βάση το σκεπτικό ότι είχε ήδη ακούσει τη Vialto στον βαθμό που η τελευταία είχε υποβάλει τις παρατηρήσεις της στους υπαλλήλους της OLAF.

136    Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτήν ως αβάσιμη η αιτίαση της Vialto ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως.

 Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

137    Το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει.

138    Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να στοιχειοθετηθεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, απαιτείται να συντρέχει ένα σύνολο προϋποθέσεων, ήτοι ο παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς που προσάπτεται στο θεσμικό όργανο της Ένωσης, το υποστατό της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του θεσμικού οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας (απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Dalli κατά Επιτροπής, C‑615/19 P, EU:C:2021:133, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

139    Εν προκειμένω, η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση όσον αφορά την πρώτη εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων, η οποία αναφέρεται στη συμπεριφορά της Επιτροπής.

140    Πράγματι, από το σκεπτικό που εκτέθηκε στο πλαίσιο της ανάλυσης του τρίτου λόγου αναιρέσεως τον οποίο προέβαλε η Vialto προς στήριξη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ότι η Vialto απέδειξε ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο συνιστά κανόνα δικαίου που έχει ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων τους ιδιώτες.

141    Ως προς τον χαρακτηρισμό της προσβολής αυτής ως κατάφωρης παραβίασης, η Vialto ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ουδεμία διακριτική ευχέρεια διέθετε να απαιτήσει την αποβολή της Vialto από το έργο, χωρίς να της παράσχει τη δυνατότητα να ακουστεί και να ασκήσει τα δικαιώματα άμυνάς της.

142    Επ’ αυτού πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν το θεσμικό όργανο της Ένωσης διαθέτει ουσιωδώς περιορισμένο, ή και ανύπαρκτο, περιθώριο εκτιμήσεως, η απλή παραβίαση του δικαίου της Ένωσης μπορεί να αρκεί προς απόδειξη της ύπαρξης κατάφωρης παραβίασης του δικαίου αυτού, ικανής να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Printeos, C‑301/19 P, EU:C:2021:39, σκέψη 103 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

143    Όπως προκύπτει δε από το σκεπτικό που εκτέθηκε στο πλαίσιο της ανάλυσης του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή όφειλε να ακούσει τη Vialto πριν γνωστοποιήσει στη CFCU τη θέση της επί των μέτρων που έπρεπε να ληφθούν έναντι της Vialto σε σχέση με την επίμαχη σύμβαση, όπερ σημαίνει ότι το θεσμικό όργανο δεν διέθετε συναφώς κανένα περιθώριο εκτιμήσεως.

144    Κατά τα λοιπά, η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση.

145    Τούτο διότι οι λοιπές προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης δεν εξετάστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο.

146    Εξάλλου, από τις σκέψεις 25 και 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Vialto τροποποίησε σημαντικά τη θέση της αναφορικά με την έκταση της ζημίας την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη.

147    Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει με επαρκή βεβαιότητα επί του υποστατού της ζημίας και επί της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως από την Επιτροπή και της προβαλλόμενης ζημίας.

148    Κατά συνέπεια, η διαφορά πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί σχετικά.

 Επί των δικαστικών εξόδων

149    Δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Ιουνίου 2019, Vialto Consulting κατά Επιτροπής (T617/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:446), κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτήν ως αβάσιμη η αιτίαση της Vialto Consulting Kft. ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως.

2)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.

3)      Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά, αφενός, την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και της προβαλλόμενης ζημίας, και, αφετέρου, το υποστατό της ζημίας.

4)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Lenaerts

Bay Larsen

Bonichot

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Οκτωβρίου 2021.

Ο Γραμματέας

 

Ο Πρόεδρος

A. Calot Escobar

 

K. Lenaerts


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.