Language of document : ECLI:EU:C:2005:654

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 27ης Οκτωβρίου 2005 1(1)

Υπόθεση C-212/04

Κωνσταντίνος Αδενέλερ κ.λπ.

[αίτηση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ελλάδα) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Υποχρέωση σύμφωνης προς οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου πριν από την πάροδο της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου (οδηγία 1999/70) – Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα – Αντικειμενικοί λόγοι – Μέτρα προς αποφυγή καταχρήσεως»





I –    Εισαγωγή

1.        Στην παρούσα υπόθεση είναι υπό κρίση η χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από εργοδότες του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα. Ένα ελληνικό δικαστήριο, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ζητεί, με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, να μάθει ποιες είναι οι απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου γι’ αυτές τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Εν προκειμένω, τίθεται ειδικότερα το ζήτημα ποια είναι τα αναγκαία μέτρα προς αποτροπή καταχρήσεως στην περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

2.        Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως το Δικαστήριο καλείται, εξάλλου, να αποφανθεί επί ενός ζητήματος αρχής: Από ποιο χρονικό σημείο υποχρεούνται τα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο σύμφωνα με οδηγία;

II – Νομικό πλαίσιο

 Κοινοτικό δίκαιο

3.        Το κοινοτικού δικαίου πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως είναι η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (2) (στο εξής: οδηγία 1999/70). Η εν λόγω οδηγία υλοποιεί τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου (στο εξής επίσης: συμφωνία-πλαίσιο) η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 μεταξύ τριών διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP) και επισυνάπτεται ως παράρτημα στην οδηγία.

4.        Η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου εμπνέεεται, αφενός, από τη σκέψη ότι «οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων» (3). Ωστόσο, η συμφωνία-πλαίσιο αναγνωρίζει συγχρόνως ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου «αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες που μπορεί να εξυπηρετεί και τους εργοδότες και τους εργαζομένους» (4).

5.        Κατά συνέπεια, η ρήτρα της 1 ορίζει τον σκοπό της συμφωνίας-πλαισίου ως ακολούθως:

«Σκοπός της παρούσας συμφωνίας-πλαισίου είναι:

α)      η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης·

β)      η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.»

6.        Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου αφορά τα μέτρα προς αποφυγή καταχρήσεως σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου:

«1.      Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)      αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας·

β)      τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου·

γ)      τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

2.      Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α)      θεωρούνται “διαδοχικές”·

β)      χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.»

7.        Τέλος, η ρήτρα 8, παράγραφος 3, της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει:

«Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία.»

8.        Η οδηγία 1999/70 αφήνει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να ορίσουν, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία ή/και τις εθνικές τους πρακτικές, τους όρους που χρησιμοποιούνται στη συμφωνία-πλαίσιο χωρίς να ορίζονται επακριβώς, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι οι σχετικοί ορισμοί συνάδουν προς την οδηγία-πλαίσιο (5). Κατ’ αυτόν τον τρόπο σκοπείται να ληφθούν υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχιακής φύσεως (6).

9.        Το άρθρο της 3 ορίζει ότι η οδηγία 1999/70 αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ήτοι στις 10 Ιουλίου 1999.

10.      Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 1999/70, τα κράτη μέλη υποχρεούνται «[να θέσουν] σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για να συμμορφωθούν με την [εν λόγω] οδηγία το αργότερο στις 10 Ιουλίου 2001» ή να διασφαλίσουν, το αργότερο κατά την ημερομηνία αυτή, «ότι οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα μέσω συμφωνίας». Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν, εάν είναι απαραίτητο και ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους προκειμένου να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερες δυσχέρειες ή η υλοποίηση με συλλογική σύμβαση, να έχουν στη διάθεσή τους πρόσθετο χρόνο ενός έτους κατ’ ανώτατο όριο προς συμμόρφωση με την οδηγία. Όπως ανακοίνωσε η Επιτροπή, η εν λόγω προθεσμία παρατάθηκε στην περίπτωση της Ελλάδας κατά ένα έτος, μέχρι τις 10 Ιουλίου 2002.

 Εθνικό δίκαιο

11.      Από πλευράς ελληνικού δικαίου, ασκούν επιρροή, αφενός, οι διατάξεις του νόμου 2190/1994 και, αφετέρου, τα προεδρικά διατάγματα που εκδόθηκαν για τη μεταφορά της οδηγίας 1999/70 στο εθνικό δίκαιο.

Ο νόμος 2190/1994

12.      Το άρθρο 21 του νόμου 2190/1994 (7) ορίζει ότι:

«[…] Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα […] επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών. […] Η μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρη […]»

Το προεδρικό διάταγμα 81/2003

13.      Το Π.Δ. 81/2003 (8), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 2 Απριλίου 2003, έχει ως αντικείμενο «Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου», εφαρμόσθηκε δε αρχικώς, σύμφωνα με το άρθρο του 2, παράγραφος 1, «στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου». Ωστόσο, με το μεταγενέστερο Π.Δ. 180/2004, της 23ης Αυγούστου 2004 (9), το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων περιορίστηκε στις σχέσεις εργασίας του ιδιωτικού τομέα (10).

14.      Το άρθρο 5 του Π.Δ. 81/2003, όπως ίσχυε αρχικώς, περιελάμβανε τους ακόλουθους «Κανόνες προστασίας των εργαζομένων και αποφυγής καταστρατηγήσεων σε βάρος τους»:

«1.      Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο.

α)      Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως:

[…] Αν η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.

[…]

3.      Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να συντρέχει ένας από τους λόγους της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των δύο ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), χωρίς να συντρέχει ένας από τους λόγους της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης.

4.      “Διαδοχικές” θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) εργάσιμων ημερών.

5.      Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος.»

15.      Με το Π.Δ. 180/2004 το προπαρατεθέν άρθρο 5 του Π.Δ. 81/2003 αντικαταστάθηκε ως εξής (11):

«1.      Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως:

Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή εάν η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός, ή […]

3.      Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διαστημάτων των δύο ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης.

4.      “Διαδοχικές” θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου «ίδιου εργοδότη» περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου.

5.      Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος.»

Το προεδρικό διάταγμα 164/2004

16.      Τέλος, με το Π.Δ. 164/2004 (12), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 19 Ιουλίου 2004, θεσπίζονται ιδιαίτερες ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα. Το άρθρο του 2, παράγραφος 1, ορίζει ως εξής το πεδίο εφαρμογής του διατάγματος:

«Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας.»

17.      Ως προς το επιτρεπτό διαδοχικών συμβάσεων στον δημόσιο τομέα, το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις:

«1.      Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

2.      Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης.

[…]

4.      Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου.»

18.      Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίζουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«1.      Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β)      Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α΄ να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. […]

γ)      Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ)      Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

[…]

5.      Στις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδαφίου α΄, της παραγράφου 1, του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης.»

III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης

19.      Οι αρχικώς 18 ενάγοντες της κύριας δίκης (13), μεταξύ των οποίων ο Κ. Αδενέλερ, απασχολούνταν στον εναγόμενο της κύριας δίκης, Ελληvικό Οργαvισμό Γάλακτoς (ΕΛΟΓ). Ο ΕΛΟΓ είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο, κατά τις εφαρμοζόμενες ελληνικές διατάξεις, ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (14). Σκοπός του ΕΛΟΓ είναι η διαχείριση των ποσοστώσεων γάλακτος στην ελληνική επικράτεια και εν προκειμένω, ιδίως, η τήρηση των προβλεπομένων για την Ελλάδα ανωτάτων ποσοτήτων.

20.      Ο ΕΛΟΓ και έκαστος των εναγόντων της κύριας δίκης είχαν συνάψει σειρά συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που ήταν όλες ορισμένου χρόνου. Τούτο ισχύει τόσο για την εκάστοτε αρχική σύμβαση εργασίας όσο και γι’ αυτές που επακολούθησαν.

21.      Η σχέση εργασίας ορισμένων από τους ενάγοντες συνεστήθη για πρώτη φορά πριν από τις 10 Ιουλίου 2001, ήτοι πριν από τη λήξη της κανονικώς ταχθείσας προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας 1999/70 στο εσωτερικό δίκαιο. Με τους λοιπούς ενάγοντες ο ΕΛΟΓ συνήψε, εν πάση περιπτώσει, τις πρώτες συμβάσεις εργασίας πριν από την εκπνοή της παραταθείσας προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στις 10 Ιουλίου 2002. Όλες οι συμβάσεις, τόσο οι αρχικές όσο και οι επόμενες, συνάπτονταν εκάστοτε για διάρκεια οκτώ μηνών, ενώ μεταξύ των συμβάσεων παρεμβαλλόταν, κατά περίπτωση, χρονικό διάστημα 22 ημερών έως σχεδόν ένδεκα μηνών. Έκαστος των εναγόντων είχε εξακολουθήσει να απασχολείται στο ίδιο αντικείμενο (τεχνικός εργαστηρίου, γραμματέας, κτηνίατρος κ.λπ.) που είχε απασχοληθεί και βάσει της αρχικής του συμβάσεως εργασίας.

22.      Στις 2 Απριλίου 2003, οπότε άρχισε να ισχύει το Π.Δ. 81/2003, υφίστατο σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με έκαστο των εναγόντων. Όλες αυτές οι σχέσεις εργασίας έληξαν μεταξύ Ιουνίου και τέλος Αυγούστου 2003. Έκτοτε, άλλοι μεν από τους ενάγοντες είναι άνεργοι, άλλοι δε εξακολουθούν να απασχολούνται προσωρινά στον ΕΛΟΓ κατόπιν ασφαλιστικών μέτρων.

23.      Οι ενάγοντες στην κύρια δίκη προβάλλουν ότι η εργασία τους καλύπτει πάγια και διαρκή ανάγκη του εναγομένου και ότι, ως εκ τούτου, η επανειλημμένη σύναψη με αυτούς συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ήταν καταχρηστική. Επί της ουσίας ζητούν να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις τους εργασίας με τον ΕΛΟΓ είναι αορίστου χρόνου. Η αναγνώριση αυτή αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση περαιτέρω αξιώσεων των εναγόντων, όπως η αξίωση επαναπασχολήσεως και εισπράξεως οφειλομένων αποδοχών.

IV – Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

24.      Με την από 8 Απριλίου 2004 απόφασή του, όπως διορθώθηκε με την από 5 Ιουλίου 2004 απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (15) (στο εξής επίσης: το αιτούν δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

1)      Ο εθνικός δικαστής πρέπει να ερμηνεύει το εθνικό του Δίκαιο –στο μέτρο του δυνατού– σύμφωνα με οδηγία, η οποία μεταφέρθηκε εκπρόθεσμα στην εσωτερική έννομη τάξη από α) το χρονικό σημείο που τέθηκε σε ισχύ η οδηγία ή β) το χρονικό σημείο που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο ή γ) το χρονικό σημείο που τέθηκε σε ισχύ το εθνικό μέτρο προσαρμογής;

2)      Η ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι αντικειμενικό λόγο συνεχών ανανεώσεων ή κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να αποτελεί, εκτός από τους λόγους που συνδέονται με τη φύση, το είδος, τα χαρακτηριστικά της παρεχόμενης εργασίας ή άλλους παρεμφερείς λόγους, το ότι απλώς και μόνον η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη;

3)      α)     Η εθνική διάταξη και, συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 4, του Π.Δ. 81/2003, η οποία ορίζει ότι διαδοχικές συμβάσεις είναι εκείνες που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ημερών, είναι συμβατή με τη ρήτρα 5, παράγραφοι 1 και 2, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου;

β)      Η ρήτρα 5, παράγραφοι 1 και 2, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου μπορεί να ερμηνευθεί με την έννοια ότι ο εργαζόμενος συνδέεται κατά τεκμήριο με τον εργοδότη του με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον όταν συντρέχει η προϋπόθεση που ορίζει η εθνική διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 4, του Π.Δ. 81/2003;

4)      Είναι συμβατή με την αρχή της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου και τον σκοπό της ρήτρας 5, παράγραφοι 1 και 2, σε συνδυασμό με τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου η απαγόρευση μετατροπής διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου από την εθνική διάταξη του άρθρου 21 του νόμου 2190/1994, οι οποίες συνάπτονται βέβαια ως ορισμένου χρόνου για την κάλυψη εκτάκτων ή εποχικών αναγκών του εργοδότη, αλλά με σκοπό να καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του;

25.      Οι ενάγοντες της κύριας δίκης, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή διατύπωσαν γραπτώς και προφορικώς τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ ο ΕΛΟΓ εκπροσωπήθηκε μόνον κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

V –    Εκτίμηση

 Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων

26.      Τόσο η Ελληνική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή θέτουν υπό αμφισβήτηση, με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων.

Επί του πρώτου ερωτήματος: Το κρίσιμο για τη νομική εκτίμηση χρονικό σημείο

27.      Κατ’ αρχάς, η Επιτροπή θέτει υπό αμφισβήτηση τη λυσιτέλεια του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, με το οποίο ζητείται να προσδιορισθεί από ποιο χρονικό σημείο υφίσταται υποχρέωση σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Η Επιτροπή στηρίζει τους ενδοιασμούς της στο γεγονός ότι η ισχύς των επίδικων συμβάσεων εργασίας όλων των εναγόντων της κύριας δίκης έληξε μετά την έκδοση του Π.Δ. 81/2003, ήτοι όταν είχε παρέλθει η ταχθείσα για την Ελλάδα προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας και είχε επίσης θεσπισθεί εθνική ρύθμιση για τη μεταφορά της οδηγίας 1999/70 στην εθνική έννομη τάξη. Επομένως, η Επιτροπή φαίνεται να δέχεται κατά βάση ότι η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης δεν εξαρτάται από την υφισταμένη σε προγενέστερα χρονικά σημεία νομική κατάσταση και, ότι, ως εκ τούτου, παρέλκει επίσης το ερώτημα εάν υπάρχει υποχρέωση σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας αναφερομένη σε προγενέστερα χρονικά σημεία.

28.      Κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Η εκ μέρους του Δικαστηρίου απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον εφόσον προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή όταν το ζήτημα είναι αορίστου ή υποθετικού χαρακτήρα (16).

29.      Στην παρούσα υπόθεση κάθε άλλο παρά πρόδηλον είναι ότι, για την επίλυση της διαφοράς, κρίσιμο είναι το μεταγενέστερο χρονικό σημείο, στο οποίο αναφέρθηκε η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, μόνον το αιτούν δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί ποιο είναι, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, το κρίσιμο χρονικό σημείο για την εκτίμηση της νομιμότητας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (το χρονικό σημείο της συνάψεως ή της λήξεως της συμβάσεως) και ποιες είναι, εν προκειμένω, οι κρίσιμες διατάξεις (το Π.Δ. 81/2003 ή άλλες διατάξεις του εθνικού δικαίου). Εν προκειμένω, το εθνικό δικαστήριο δεν αποκλείεται να καταλήξει ότι η νομιμότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου πρέπει να εκτιμηθεί, για κάθε περίπτωση, με βάση τη νομική κατάσταση που υφίστατο κατά το χρονικό σημείο της συνάψεώς τους. Όπως είναι γνωστό, το χρονικό αυτό σημείο τοποθετείται οπωσδήποτε πριν από τη λήξη της ταχθείσας για την Ελλάδα προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 1999/70, ήτοι πριν από τις 10 Ιουλίου 2002.

30.      Ειδικότερα, σύμφωνα με τους μη αμφισβητηθέντες ισχυρισμούς των εναγόντων της κύριας δίκης, ορισμένοι τουλάχιστον από αυτούς είχαν συνάψει την πρώτη καθώς και τη δεύτερη σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν από την παρέλευση της ταχθείσας για την Ελλάδα προθεσμίας μεταφοράς, ήτοι πριν από την προμνημονευθείσα ημερομηνία της 10ης Ιουλίου 2002 (17). Επομένως, προεχόντως για τις συμβάσεις αυτές, μπορεί να έχει καθοριστική σημασία το ζήτημα εάν το επ’ αυτών εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο έπρεπε, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας, να ερμηνευθεί σύμφωνα με την οδηγία και τη συμφωνία-πλαίσιο ή όχι.

31.      Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα από ποιο χρονικό σημείο γεννάται υποχρέωση σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου δεν είναι προδήλως αλυσιτελές. Ως εκ τούτου, οι αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς τη λυσιτέλεια του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος δεν πείθουν.

Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος: Η μεταγενέστερη μεταβολή της εθνικής νομοθεσίας

32.      Με το δεύτερο και τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να μάθει εάν η συμφωνία-πλαίσιο για εργασία ορισμένου χρόνου μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει ορισμούς του αντικειμενικού λόγου και της «διαδοχικότητας», όπως είναι αυτοί που υιοθέτησε ο Έλληνας νομοθέτης με το Π.Δ. 81/2003. Η Ελληνική Κυβέρνηση δηλώνει συναφώς, με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις της, ότι, μετά την έκδοση των Π.Δ. 164/2004 και 180/2004, που περιλαμβάνουν ειδικές ρυθμίσεις για τον δημόσιο τομέα, το Π.Δ. 81/2003 δεν μπορεί πλέον να τύχει εφαρμογής στη διαφορά της κύριας δίκης, οπότε τα ερωτήματα που αφορούν την εν λόγω διάταξη στερούνται σημασίας για την επίλυση της διαφοράς. Επομένως, η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη λυσιτέλεια του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.

33.      Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι το άρθρο 234 ΕΚ χορηγεί στο Δικαστήριο αρμοδιότητα να ερμηνεύει το κοινοτικό δίκαιο και ότι, επομένως, οι τροποποιήσεις της εθνικής νομοθεσίας που επέρχονται μετά την προδικαστική παραπομπή δεν μπορούν να επηρεάσουν την ερμηνεία αυτή (18).

34.      Εξάλλου, από την προεκτεθείσα νομολογία προκύπτει ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει εάν υπάρχει ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να αποφανθεί (19)· το Δικαστήριο τότε μόνον μπορεί να απορρίψει τα υποβληθέντα ερωτήματα όταν αυτά είναι προδήλως αλυσιτελή (20).

35.      Εν προκειμένω, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Κυβέρνηση, ουδόλως είναι πρόδηλον ότι όλοι (21) οι ενάγοντες της κύριας δίκης εμπίπτουν στις πρόσφατα θεσπισθείσες, με το Π.Δ. 164/2004, ειδικές διατάξεις για τον δημόσιο τομέα και ότι, ως εκ τούτου, οι προϊσχύσασες διατάξεις, ήτοι αυτές του Π.Δ. 81/2003 όπως ίσχυε το 2003, δεν μπορούν πλέον να τύχουν εφαρμογής επί των ενδιαφερομένων.

36.      Είναι μεν αληθές ότι οι ρυθμίσεις του Π.Δ. 164/2004 έχουν αναδρομική ισχύ, καθόσον, κατά ρητή πρόβλεψη, καταλαμβάνουν επίσης ορισμένες σχέσεις εργασίας που υφίσταντο κατά τη διετία πριν από την έναρξη ισχύος του. Ωστόσο, για να εμπίπτει στις ρυθμίσεις του διατάγματος, μια σύμβαση εργασίας έπρεπε να είναι ενεργή κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του, ήτοι στις 19 Ιουλίου 2004, ή να έχει λήξει κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την ημερομηνία αυτή (22). Εν τούτοις, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο, οι συμβάσεις όλων των εναγόντων της κύριας δίκης έληξαν πριν από την ως άνω ημερομηνία, ήτοι μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου 2003.

37.      Ομοίως, δεν είναι πρόδηλον ότι το Π.Δ. 180/2004 περιορίζει αναδρομικώς το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 81/2003 στις σχέσεις εργασίας του ιδιωτικού τομέα. Εν πάση περιπτώσει, το Π.Δ. 180/2004 δεν περιλαμβάνει ρητή διάταξη με τέτοιο περιεχόμενο. Αντιθέτως, οι αντίστοιχες τροποποιητικές διατάξεις φαίνεται να τέθηκαν σε ισχύ μόλις τον Αύγουστο του 2004 (23).

38.      Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, από την προφορική διαδικασία προέκυψε ότι οι διάδικοι δεν συμφωνούν ως προς την κατά χρόνο εφαρμογή των οικείων διατάξεων του ελληνικού δικαίου.

39.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προκύπτει, εν πάση περιπτώσει, προδήλως ότι το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα δεν έχουν καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.

Επί του τετάρτου ερωτήματος: Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου

40.      Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα έχει ως αντικείμενο τις συνέπειες, οι οποίες, κατά τη συμφωνία-πλαίσιο για εργασία ορισμένου χρόνου, απορρέουν από την καταχρηστική εφαρμογή του άρθρου 21 του νόμου 2190/1994 κατά τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα. Η Ελληνική Κυβέρνηση διευκρινίζει συναφώς ότι, κατά την άποψή της, η εν λόγω διάταξη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου. Συγκεκριμένα, η μεν συμφωνία-πλαίσιο αποσκοπεί στην αποτροπή της καταχρήσεως από τη σύναψη πολλών διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, το δε άρθρο 21 του νόμου 2190/1994 αφορά μόνον την αρχική σύναψη συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Ελληνική Κυβέρνηση θέτει και πάλι εν αμφιβόλω τη λυσιτέλεια του προδικαστικού ερωτήματος.

41.      Ωστόσο, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Κυβέρνηση, ουδόλως είναι πρόδηλον ότι το άρθρο 21 του νόμου 2190/1994 δεν επηρεάζει –τουλάχιστον εμμέσως– τη νομιμότητα των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή απαγορεύει, εν πάση περιπτώσει, την παράταση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή τη σύναψη νέων μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις. Επομένως, μπορεί να συναχθεί εξ αντιδιαστολής ότι επιτρέπεται η σύναψη νέων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις. Κατά συνέπεια, όπως υποστήριξαν οι ενάγοντες της κύριας δίκης χωρίς να αντικρουστούν, στην πράξη το άρθρο 21 του νόμου 2190/1994 χρησιμοποιήθηκε ως βάση, επί σειρά ετών, στον δημόσιο τομέα για τη σύναψη οκτάμηνων συμβάσεων εργασίας, μεταξύ των οποίων μεσολαβούσε εκάστοτε χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, του ιδίου εργοδότη με τον ίδιο εργαζόμενο. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ερμηνεία της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου μπορεί να είναι χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο και αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως. Επομένως, ούτε ως προς το σημείο αυτό υπάρχουν αμφιβολίες για το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.

 Β – Το χρονικό σημείο από το οποίο γεννάται η υποχρέωση σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου (πρώτο ερώτημα)

42.      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει από ποιο χρονικό σημείο έχει υποχρέωση να ερμηνεύει το εθνικό του δίκαιο σύμφωνα με την οδηγία. Παραθέτει συναφώς τρία ενδεχόμενα, ήτοι όχι μόνον το χρονικό σημείο από το οποίο παρήλθε η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο ή αυτό της θέσεως σε ισχύ των (μεταγενέστερων) εθνικών μέτρων προσαρμογής, αλλά και, ρητώς, το προγενέστερο αυτών χρονικό σημείο, κατά το οποίο τέθηκε σε ισχύ η οδηγία. Πράγματι, για ορισμένους τουλάχιστον από τους ενάγοντες της κύριας δίκης, έχει σημασία ο χρόνος προ της παρελεύσεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο (24).

43.      Η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι οι εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τις οδηγίες (25). Επομένως, εφόσον το εθνικό δίκαιο παρέχει τη δυνατότητα σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας, επί παραδείγματι καθόσον οι οικείες διατάξεις περιλαμβάνουν γενικές ρήτρες ή αόριστες νομικές έννοιες, ο εθνικός δικαστής πρέπει να εξαντλήσει υπέρ του κοινοτικού δικαίου κάθε δυνατότητα («περιθώριο εκτιμήσεως») που του παρέχει το εθνικό του δίκαιο (26).

44.      Η υποχρέωση αυτή ισχύει, εν πάση περιπτώσει, μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο (27). Ουδέποτε ο εθνικός δικαστής έχει την ευχέρεια να αναμείνει αδρανής τη μεταφορά, ενδεχομένως εκπρόθεσμη, της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Πράγματι, η υποχρέωση σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας αφορά το σύνολο των διατάξεων του εθνικού δικαίου και δεν περιορίζεται στις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίστηκαν ειδικώς για τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο (28). Κατά συνέπεια, η υποχρέωση σύμφωνης προς τις οδηγίες ερμηνείας ισχύει πλήρως ακόμη και ανεξαρτήτως του εάν και πότε η οικεία οδηγία μεταφέρθηκε πράγματι στο εθνικό δίκαιο (29).

45.      Εξάλλου, όπως υποστήριξα με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Wippel (30), οι διατάξεις του εθνικού δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία και πριν από τη λήξη της προθεσμίαςγια τη μεταφορά της, και μάλιστα από το χρονικό σημείο από το οποίο τέθηκε σε ισχύ η οικεία οδηγία. Προς την άποψη αυτή συντάχθηκε προσφάτως και ο γενικός εισαγγελέας A. Tizzano στην υπόθεση Mangold (31). Η απόφαση Kolpinghuis Nijmegen (32) ερμηνεύεται επίσης εν μέρει υπ’ αυτό το πνεύμα (33) και, εν πάση περιπτώσει, δεν αποκλείει τη λύση που προτείνεται εν προκειμένω.

46.      Υπέρ της υποχρεώσεως των εθνικών δικαστηρίων να ερμηνεύουν το εσωτερικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς τις οδηγίες πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά τους συνηγορούν ιδίως οι ακόλουθοι λόγοι:

47.      Είναι αναμφισβήτητο ότι οι οδηγίες παράγουν έννομες συνέπειες από της θέσεώς τους σε ισχύ. Πράγματι, από το χρονικό αυτό σημείο και εξής, δεσμεύουν τα κράτη μέλη όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ).

48.      Το Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της πιστής συνεργασίας που καθιερώνεται με το άρθρο 10 ΕΚ, ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, πριν από την παρέλευση της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά το επιδιωκόμενο από την οδηγία αυτή αποτέλεσμα (απαγόρευση ματαιώσεως των σκοπών μιας οδηγίας) (34).

49.      Ωστόσο, από το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ΕΚ, δεν απορρέει μόνον αυτή η ειδική υποχρέωση παραλείψεως την οποία συνήγαγε το Δικαστήριο. Το άρθρο 10 ΕΚ, με το πρώτο εδάφιό του, δημιουργεί επίσης τη θετική υποχρέωση λήψεως κάθε γενικού ή ειδικού μέτρου, ήτοι να γίνεται ό,τι είναι αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλισθεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο (35). Στην περίπτωση οδηγιών που χρήζουν μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, αυτή η κοινοτικού δικαίου υποχρέωση, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, γεννάται από της θέσεως σε ισχύ των οδηγιών (36). Εν προκειμένω, η υποχρέωση λήψεως όλων των αναγκαίων μέτρων, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου από μια οδηγία αποτελέσματος, επιβάλλεται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους (37). Συνεπώς, οι σκοποί μιας οδηγίας, από την έναρξη της ισχύος της, δεσμεύουν ήδη και τη δικαστική εξουσία στα κράτη μέλη.

50.      Η ένταση της δεσμεύσεως των δικαστηρίων από το κοινοτικό δίκαιο προκύπτει και από το ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους ακόμη και τις νομικώς μη δεσμευτικές συστάσεις (38).

51.      Βεβαίως, το γεγονός ότι τα εθνικά δικαστήρια δεσμεύονται από τον σκοπό μιας οδηγίας δεν σημαίνει ότι αυτά υποχρεούνται, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, να μην εφαρμόζουν τις αντίθετες προς την οδηγία διατάξεις του εθνικού δικαίου (39). Ωστόσο, τέτοιο πρόβλημα δεν ανακύπτει όσον αφορά τη σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Συγκεκριμένα, εάν ο δικαστής ερμηνεύσει το εθνικό του δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία, οι αντίστοιχες διατάξεις δεν μένουν ανεφάρμοστες, αλλά, αντιθέτως, εφαρμόζονται (40).

52.      Εξάλλου, η αναγνώριση υποχρεώσεως για σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία του εθνικού δικαίου, από την έναρξη ισχύος της οικείας οδηγίας, δεν αντιβαίνει προς το γεγονός ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας και ότι, ως εκ τούτου, αυτά δεν υποχρεούνται να θεσπίσουν τις αναγκαίες για τη μεταφορά της οδηγίας νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής (41). Πράγματι, το γεγονός ότι μια οδηγία παρέχει προθεσμία στον εθνικό νομοθέτη και στην κανονιστικώς δρώσα εθνική διοίκηση ουδόλως σημαίνει ότι η δικαστική εξουσία δικαιούται και εκείνη να διεκδικήσει την ίδια μεταβατική περίοδο. Αντιθέτως, με την προθεσμία μεταφοράς σκοπείται να ληφθούν υπόψη μόνον οι τεχνικές δυσχέρειες που είναι σύμφυτες με την έκδοση κανόνων δικαίου (42), όπως, επί παραδείγματι, αυτές που μπορεί να ανακύψουν κατά την κοινοβουλευτική νομοθετική διαδικασία ή κατά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Τούτο καταδεικνύεται επίσης με την κρίσιμη εν προκειμένω οδηγία 1999/70, της οποίας το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, τάσσει μεν προθεσμία μεταφοράς που αφορά, κατά ρητή πρόβλεψη, μόνον την έκδοση των αναγκαίων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων καθώς και τις συμφωνίες των κοινωνικών εταίρων, ουδόλως όμως μεταθέτει, κατά τα λοιπά, την έναρξη ισχύος της οδηγίας. Επομένως, η εν λόγω προθεσμία μεταφοράς ουδόλως επηρεάζει τον δεσμευτικό χαρακτήρα της οδηγίας, από της ενάρξεως ισχύος της (43), όσον αφορά τους επιδιωκόμενους με αυτή σκοπούς.

53.      Εξίσου μικρός είναι ο κίνδυνος να προκαταλάβει ο εθνικός δικαστής τον εθνικό νομοθέτη ή την κανονιστικώς δρώσα εθνική διοίκηση ή να έλθει σε αντίθεση με αυτούς, εάν ερμηνεύσει το ισχύον εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της. Πράγματι, όπως εξέθεσα, ο επιδιωκόμενος με την οδηγία σκοπός δεσμεύει και τα δικαστήρια στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, και μάλιστα από το χρονικό σημείο που τίθεται σε ισχύ η οδηγία. Επομένως, εάν ο εθνικός δικαστής, ερμηνεύοντας το ισχύον δίκαιο, μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού της οδηγίας πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της, δεν σφετερίζεται τις αρμοδιότητες του εθνικού νομοθέτη ή της κανονιστικώς δρώσας εθνικής διοικήσεως, αλλά εφαρμόζει απλώς το θεσπιζόμενο από αυτούς δίκαιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο εθνικός δικαστής εκπληρώνει το πρωταρχικό του καθήκον και συγχρόνως συμβάλλει στη συμμόρφωση του οικείου κράτους μέλους προς τις κοινοτικού δικαίου υποχρεώσεις του. Βεβαίως, παραμένει ακέραιη η υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη και της κανονιστικώς δρώσας εθνικής διοικήσεως να υλοποιήσουν τον σκοπό της οδηγίας, θεσπίζοντας εμπροθέσμως νέες διατάξεις, εφόσον παρίσταται ανάγκη (44).

54.      Συνεπώς, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η ακόλουθη απάντηση:

Ο εθνικός δικαστής πρέπει να ερμηνεύει το σύνολο του εθνικού του δικαίου, στο μέτρο του δυνατού, υπό το φως του γράμματος και του σκοπού μιας οδηγίας από το χρονικό σημείο θέσεως σε ισχύ της εν λόγω οδηγίας, προς επίτευξη αποτελέσματος που συνάδει προς τον επιδιωκόμενο με την οδηγία αυτή σκοπό.

 Γ – Επί του αντικειμενικού λόγου για τη χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (δεύτερο ερώτημα)

55.      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να μάθει ποιοι λόγοι μπορούν να αποτελέσουν αντικειμενικούς λόγους, κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, δυναμένους να δικαιολογήσουν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, ερωτά εάν, απλώς και μόνον το γεγονός ότι η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου, μπορεί να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου. Τέτοια διάταξη περιλαμβάνεται στο απόσπασμα του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του Π.Δ. 81/2003, όπως ίσχυε το 2003, το οποίο κοινοποιήθηκε από το αιτούν δικαστήριο.

56.      Η έννοια του αντικειμενικού λόγου δεν προσδιορίζεται στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, και μάλιστα στη ρήτρα της 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄. Κατά συνέπεια, στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους καταλείπεται ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να εξειδικεύσουν το περιεχόμενο αυτής της έννοιας, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες σε κάθε κράτος μέλος, τομέα και επάγγελμα (45). Ωστόσο, κατά την εξειδίκευση του περιεχομένου της έννοιας, τα κράτη μέλη και οι κοινωνικοί εταίροι δεσμεύονται, δυνάμει του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, από τους στόχους της οδηγίας και της συνημμένης σε αυτή συμφωνίας-πλαισίου. Εξάλλου, η ίδια η οδηγία 1999/70, με τη 17η αιτιολογική σκέψη της, θέτει ως προϋπόθεση ότι οι χρησιμοποιούμενοι στο εθνικό δίκαιο ορισμοί συνάδουν κατά το περιεχόμενο προς τη συμφωνία-πλαίσιο.

57.      Βεβαίως, η συμφωνία-πλαίσιο αναγνωρίζει ρητώς ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχολήσεως σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες, που μπορεί να εξυπηρετεί και τους εργοδότες και τους εργαζομένους (46). Ως εκ τούτου, η συμφωνία-πλαίσιο και η οδηγία δεν αποκλείουν εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες επιτρέπουν τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες, ή ακόμη και την επιβάλλουν ρητώς, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών ενός συγκεκριμένου τομέα όπως οι δημόσιες υπηρεσίες (47). Στις περιπτώσεις αυτές, ο αντικειμενικός λόγος για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου έγκειται ακριβώς στις ιδιαίτερες συνθήκες οι οποίες θεωρείται ότι αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχολήσεως στον οικείο τομέα, επάγγελμα ή δραστηριότητα (48). Πέραν αυτού, αντικειμενικό λόγο μπορεί επίσης να αποτελέσει, επί παραδείγματι, η προσπάθεια επανεντάξεως ορισμένων κοινωνικών ομάδων –όπως είναι οι μακροχρονίως άνεργοι ή οι άνεργοι που έχουν υπερβεί ορισμένη ηλικία– στον επαγγελματικό βίο.

58.      Ωστόσο, μία ρύθμιση όπως αυτή του υπό κρίση αποσπάσματος του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του Π.Δ. 81/2003 αποτελεί πλήρως αόριστη διάταξη η οποία παραπέμπει σε οποιοδήποτε εθνικό νόμο και οποιαδήποτε εθνική κανονιστική πράξη που επιβάλλει τη σύναψη συμβάσεως ορισμένου χρόνου. Επομένως, με αυτή τη διάταξη, τεκμαίρεται η συνδρομή αντικειμενικού λόγου ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας νόμος ή μια κανονιστική πράξη προβλέπει με πολύ γενικούς όρους τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, χωρίς όμως να προκύπτει από το γράμμα ή τουλάχιστον από το πνεύμα και τον σκοπό καθώς και το πλαίσιο της αντίστοιχης ρυθμίσεως ποια είναι ακριβώς τα χαρακτηριστικά των οικείων τομέων, επαγγελμάτων, δραστηριοτήτων ή προσώπων, τα οποία δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

59.      Μια τόσο ευρεία και αόριστη ρύθμιση προσφέρεται κατ’ εξοχήν για καταχρήσεις και, επομένως, δεν συνάδει προς τους σκοπούς της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου. Πράγματι, ο εκεί προβλεπόμενος καθορισμός αντικειμενικών λόγων, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αποσκοπεί ακριβώς στην αποτροπή του ενδεχομένου να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικώς οι συμβάσεις αυτού του είδους· ο σκοπός αυτός εκφράζεται σαφώς στη ρήτρα 1, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου και αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ευκρίνεια στην εισαγωγική φράση της ρήτρας της 5, παράγραφος 1 (49). Ωστόσο, όσο γενικότερη είναι μια διάταξη που ορίζει αντικειμενικό λόγο, τόσο λιγότερο προσφέρεται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού της συμφωνίας-πλαισίου και τόσο ευχερέστερο καθίσταται να παρακαμφθεί η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως γενική μορφή εργασιακών σχέσεων (50).

60.      Εν κατακλείδι, προκύπτει, επομένως, ότι αντικειμενικός λόγος, κατά την έννοια της ρήτρας 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται μόνον εάν προκύπτει σαφώς από το γράμμα ή, τουλάχιστον, από το πνεύμα και τον σκοπό καθώς και από το πλαίσιο της αντίστοιχης ρυθμίσεως ποια είναι ακριβώς τα χαρακτηριστικά των οικείων κλάδων, επαγγελμάτων, δραστηριοτήτων ή προσώπων, τα οποία δικαιολογούν τη χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Ως εκ τούτου, δεν αρκεί απλώς και μόνον το γεγονός ότι η σύναψη συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από εθνική νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη.

61.      Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου προσήκει η ακόλουθη απάντηση:

Το γεγονός ότι απλώς και μόνον η σύναψη συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από εθνική νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου.

 Δ – Επί των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (τρίτο ερώτημα)

62.      Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα έχει ως αντικείμενο, στο πρώτο σκέλος του, τον ορισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας. Το δεύτερο σκέλος του αφορά την προβληματική της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Επί της ερμηνείας της έννοιας «διαδοχικές» [ερώτημα 3α)]

63.      Με το πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματός του [ερώτημα 3α)], το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο εάν η ρήτρα 5, παράγραφοι 1 και 2, της συμφωνίας-πλαισίου αποκλείει εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 5, παράγραφος 4, του Π.Δ. 81/2003, όπως ίσχυε το 2003, κατά την οποία οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας είναι διαδοχικές εάν, μεταξύ άλλων, δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ημερών (51).

64.      Η έννοια της «διαδοχικότητας» είναι μια από τις καίριες νομικές έννοιες στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου. Πράγματι, η εν λόγω συμφωνία-πλαίσιο και, επομένως, η οδηγία 1999/70 δεν επιδιώκει πρωτίστως να παρεμποδίσει τη σύναψη μεμονωμένων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά έχει ως κύριο σκοπό, εκτός από τη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου, την αποτροπή του ενδεχομένου καταχρήσεως από τη διαδοχή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (αλυσίδα συμβάσεων εργασίας) (52). Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος να καταστρατηγηθεί η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία ορίστηκε από τους κοινωνικούς εταίρους ως η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων (53), ελλοχεύει κατ’ εξοχήν στην περίπτωση πολλών διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, ως εκ τούτου, ανακύπτει η περί καταχρήσεως προβληματική. Εξάλλου, γι’ αυτό η ρήτρα 5, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου επιτάσσει ρητώς να ληφθούν μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

65.      Εντούτοις, η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου δεν περιλαμβάνει η ίδια ορισμό της έννοιας «διαδοχικές», αλλά καταλείπει στα κράτη μέλη την εξειδίκευση του περιεχομένου της. Εν προκειμένω, η ρήτρα 5, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου επιτρέπει στα κράτη μέλη να μη θεσπίσουν καμία σχετική ρύθμιση, καθόσον προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη […] καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου […] θεωρούνται διαδοχικές» (54). Εντούτοις, εάν ένα κράτος μέλος αποφασίσει να δώσει τον ορισμό αυτής της έννοιας, δεν έχει πλήρη ελευθερία επ’ αυτού, αλλά δεσμεύεται, δυνάμει του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, από τον στόχο της οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου, πράγμα που διευκρινίζει εξάλλου ρητώς η 17η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70.

66.      Ως εκ τούτου, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η ρήτρα 5, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του σκοπού της οδηγίας ο οποίος συνίσταται στην αποτελεσματική αποτροπή καταχρήσεων. Πράγματι, σύμφωνα με τη ρήτρα 5, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου, τα κράτη μέλη δεν καλούνται απλώς, αλλά ρητώς υποχρεούνται να λάβουν σχετικά μέτρα.

67.      Δεν συνάδει προς τον ως άνω σκοπό της οδηγίας να ορισθεί η έννοια της διαδοχικότητας τόσο στενά ώστε να μην καλύπτει σημαντικό αριθμό συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου οι οποίες συνήφθησαν η μία κατόπιν της άλλης αδιαλείπτως, με αποτέλεσμα ο υιοθετούμενος ορισμός να καθίσταται στην πράξη κενός περιεχομένου. Πράγματι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι εν λόγω συμβάσεις θα εξαιρούνταν στην πράξη από το πεδίο εφαρμογής των εθνικών μέτρων προστασίας από την καταχρηστική χρήση σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ο δε επιδιωκόμενος με την οδηγία σκοπός προστασίας των εργαζομένων θα καθίστατο ανέφικτος.

68.      Μια ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 5, παράγραφος 3, του Π.Δ. 81/2003, όπως ίσχυε το 2003, προκαλεί ακριβώς τέτοιες ανησυχίες. Συγκεκριμένα, εάν ως «διαδοχικές» θεωρούνται μόνον οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των είκοσι εργάσιμων ημερών, είναι εύκολο να καταστρατηγηθεί η σκοπούμενη με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου προστασία των εργαζομένων από την καταχρηστική χρήση των συμβάσεων αυτών. Προς τούτο, αρκεί απλώς να παρέρχονται κάθε φορά 21 εργάσιμες ημέρες πριν από τη σύναψη νέας συμβάσεως με τον ίδιο εργαζόμενο. Το αιτούν δικαστήριο, η Επιτροπή και οι ενάγοντες της κύριας δίκης ορθώς τόνισαν το σημείο αυτό. Μια τόσο βραχεία και ανελαστική προθεσμία παρέχει τη δυνατότητα συνεχούς απασχολήσεως ενός εργαζομένου επί σειρά ετών, με βραχείες διακοπές 21 εργάσιμων ημερών εκάστοτε, χωρίς να μπορούν να τύχουν εφαρμογής, επί των περιπτώσεων αυτών, οι εθνικές διατάξεις για την αποφυγή καταχρήσεως. Εν τέλει, θα ήταν δυνατόν να ενθαρρυνθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο η καταχρηστική χρήση των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

69.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, μια ρύθμιση που χαρακτηρίζει ως «διαδοχικές» μόνον τις συμβάσεις εργασίας, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από των 20 εργάσιμων ημερών, δεν συνάδει προς τον προστατευτικό σκοπό της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου και προς τον σκοπό της οδηγίας 1999/70.

70.      Ειρήσθω εν παρόδω ότι μια τέτοια διάταξη μπορεί να αντιβαίνει και προς άλλες ασκούσες επιρροή διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, μια ρύθμιση, η οποία επιτρέπει την επ’ αόριστο απασχόληση εργαζομένου με ετήσια διακοπή 21 εργάσιμων ημερών εκάστοτε, μπορεί να έχει ως συνέπεια στην πράξη τη δημιουργία σχέσεων εργασίας με διάρκεια, χωρίς όμως την παροχή ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, ιδίως σε κράτη μέλη ή τομείς όπου είναι σύνηθες η ετήσια άδεια να λαμβάνεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, σε συγκεκριμένο μήνα, επί παραδείγματι τον Αύγουστο. Η πρακτική αυτή αντιβαίνει όμως και προς το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (55). Συγκεκριμένα, δυνάμει της οδηγίας αυτής, «τα κράτη μέλη [υποχρεούνται να] θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων». Το Δικαστήριο θεωρεί το δικαίωμα αυτό για ετήσια άδεια κάθε εργαζομένου ως ιδιαίτερης σημασίας αρχή του κοινοτικού δικαίου, από την οποία δεν χωρεί εξαίρεση (56).

71.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, προκύπτει εν κατακλείδι ότι:

Η ρήτρα 5, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου αποκλείει εθνική διάταξη η οποία ορίζει ότι είναι διαδοχικές οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας εάν, μεταξύ άλλων, δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 εργάσιμων ημερών.

Επί της μετατροπής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου [ερώτημα 3β)]

72.      Ενώ το πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, το οποίο ήδη πραγματεύθηκα, είχε ως αντικείμενο την αποτροπή της καταχρηστικής χρήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, το δεύτερο σκέλος του [ερώτημα 3β)] αφορά την κύρωση αυτής της καταχρηστικής χρήσεως. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να μάθει εάν η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου επιτρέπει να λογίζονται μετατραπείσες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μεταξύ των οικείων συμβάσεων μεσολαβεί χρονικό διάστημα το πολύ 20 εργάσιμων ημερών. Η ρύθμιση αυτή απορρέει από το άρθρο 5, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4, του Π.Δ. 81/2003, όπως ίσχυε το 2003.

73.      Συναφώς, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η επισήμανση ότι η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου καταλείπει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών την κύρωση της καταχρηστικής χρήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η μόνη διάταξη επ’ αυτού είναι η της ρήτρας 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου, η οποία ναι μεν προβάλλει, ως παράδειγμα, τη μετατροπή της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, πλην όμως δεν την επιβάλλει με κανένα τρόπο. Πράγματι, μόνον όταν χρειάζεται τα κράτη μέλη καθορίζουν υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

74.      Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη υποχρεούνται βεβαίως, δυνάμει της ρήτρας 5, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, δεν προβλέπεται υποχρέωση μετατροπής των εν λόγω συμβάσεων εργασίας σε αορίστου χρόνου ως κύρωση καταχρηστικής χρήσεως· πράγματι, η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου προβλέπει τη μετατροπή αυτή μόνον ως δυνατότητα (57).

75.      Επομένως, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το εάν και ποια κύρωση θα επιβάλουν για την καταχρηστική χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Εάν ένα κράτος μέλος επιτύχει να αποτρέψει εκ των προτέρων την καταχρηστική χρήση τέτοιων συμβάσεων, θεσπίζοντας, επί παραδείγματι, ρυθμίσεις που εμποδίζουν να ανακύψουν τέτοιες περιπτώσεις, καθίσταται αντιληπτό ότι παρέλκει εν γένει η πρόβλεψη κυρώσεων. Η μόνη υποχρέωση την οποία προβλέπει η οδηγία –πέραν της βελτιώσεως της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου– συνίσταται στην επιδίωξη να αποτραπεί αποτελεσματικά η κατάχρηση που μπορεί να ανακύψει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

76.      Επίσης, η φύση και οι λεπτομέρειες των ενδεχομένων κυρώσεων δεν ορίζονται στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου. Το γεγονός ότι μνημονεύεται ειδικώς, ως δυνατότητα, η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου δεν αποκλείει άλλες ρυθμίσεις, όπως, επί παραδείγματι, την επιδίκαση αποζημιώσεως στους εργαζομένους που θίγονται (58).

77.      Εάν η κύρωση καθεαυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, αυτά έχουν, κατά μείζονα λόγο, την ελευθερία να καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιβάλλεται η συγκεκριμένη κύρωση. Εάν επιλέξουν τη μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, η μετατροπή αυτή δεν χωρεί κατ’ ανάγκη σε κάθε περίπτωση, αλλά μπορεί να περιορίζεται στις προφανέστερες περιπτώσεις καταχρηστικής χρήσεως.

78.      Σε αυτό το πλαίσιο, δεν χωρεί αντίρρηση να θεωρηθεί ότι υφίσταται σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μόνον εάν το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε εκάστοτε μεταξύ των πολλών, διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ήταν πολύ μικρό και δεν υπερέβαινε τις 20 εργάσιμες ημέρες (βλ. συναφώς το άρθρο 5, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4, του Π.Δ. 81/2003, όπως ίσχυε το 2003). Η ρήτρα 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου δεν αποκλείει μια τέτοια ρύθμιση.

79.      Επομένως, η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου θέτει διαφορετικής εντάσεως επιταγές αναλόγως του εάν πρόκειται για ρυθμίσεις προς αποτροπή της καταχρήσεως ή ρυθμίσεις επιβάλλουσες κυρώσεις για την κατάχρηση. Οι επιταγές ως προς την αποτροπή καταχρηστικής χρήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο του πρώτου σκέλους του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος [ερώτημα 3α)], είναι εντονότερες από τις επιταγές που αφορούν τις –εν πάση περιπτώσει, μη υποχρεωτικές– κυρώσεις για την εν λόγω καταχρηστική χρήση, που αποτέλεσαν αντικείμενο του δευτέρου σκέλους του ερωτήματος αυτού [ερώτημα 3β)]. Συνεπώς, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου επιτρέπει επίσης να εφαρμοσθεί η ειδική κύρωση της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου αποκλειστικώς και μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε εκάστοτε μεταξύ των συμβάσεων δεν υπερέβαινε τις 20 εργάσιμες ημέρες, στις δε λοιπές περιπτώσεις να μη θεωρηθεί ότι επήλθε η μετατροπή αυτή. Αντιθέτως, όσον αφορά την αποτροπή της καταχρήσεως, η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου –όπως καταδείχθηκε ανωτέρω– δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνιστούν όντως κατάχρηση μόνον οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί μικρό χρονικό διάστημα 20 εργάσιμων ημερών το πολύ· διαφορετικά, ο προστατευτικός σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου θα ματαιωνόταν σε μεγάλο βαθμό (59).

80.      Ειρήσθω εν παρόδω ότι η χωρούσα σε ορισμένες μόνον περιπτώσεις μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου δεν αντιβαίνει προς την απαγόρευση μεταβολής επί τα χείρω (60) η οποία απορρέει από τη ρήτρα 8, παράγραφος 3, της συμφωνίας-πλαισίου. Συγκεκριμένα, σε σύγκριση με την ακολουθούμενη μέχρι τώρα πρακτική στην Ελλάδα, η κατάσταση των εργαζομένων που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα δεν επιδεινώνεται, αλλά μάλλον βελτιώνεται, εφόσον το Π.Δ 81/2003, όπως ίσχυε αρχικώς, ή, εφεξής, το Π.Δ 164/2004, καθιστά δυνατή, τουλάχιστο για συγκεκριμένες ομάδες, τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου.

81.      Βεβαίως, κατά την άποψη των εναγόντων της κύριας δίκης, η ισχύουσα μέχρι τούδε νομοθεσία στην Ελλάδα θα καθιστούσε δυνατή τη μετατροπή πολύ μεγαλύτερου αριθμού συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου· παραπέμπουν συναφώς στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920. Ωστόσο, από την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία δεν προέκυψε αναμφισβητήτως εάν έγινε ποτέ εφαρμογή της διατάξεως αυτής στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα. Ειδικότερα, από την προφορική διαδικασία προέκυψε μάλλον ότι οι σχετικές περιπτώσεις –εάν υπήρξαν– ήταν μεμονωμένες και δεν αποτελούν πάγια πρακτική. Εντούτοις, το ζήτημα εάν η μεταφορά της οδηγίας 1999/70 συνεπάγεται επί τα χείρω μεταβολή όσον αφορά την προστασία των εργαζομένων πρέπει να κριθεί βάσει των πραγματικών δεδομένων και όχι βάσει θεωρητικολογιών. Συνεπώς, το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο παρέχει, κατόπιν της οδηγίας 1999/70, ρητώς τη δυνατότητα μετατροπής συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, μολονότι και πάλι μόνο σε ορισμένες και όχι σε όλες τις περιπτώσεις, πρέπει να θεωρηθεί όχι ως υποβάθμιση, αλλά μάλλον ως βελτίωση, του επιπέδου προστασίας που παρέχεται στους οικείους εργαζομένους, κατά την έννοια της ρήτρας 8, παράγραφος 3, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου.

82.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει εν κατακλείδι ότι:

Η ρήτρα 5, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταχρηστικώς συναφθείσες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται ως αορίστου χρόνου, στις λοιπές δε περιπτώσεις όχι.

 Ε – Επί των ιδιαιτεροτήτων του δημόσιου τομέα: Η απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου (τέταρτο ερώτημα)

83.      Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να μάθει εάν η ρήτρα 5, παράγραφοι 1 και 2, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου αποκλείει εθνική ρύθμιση με την οποία απαγορεύεται νομοθετικώς, στον δημόσιο τομέα, η μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου και μάλιστα ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία παρακάμφθηκαν καταχρηστικώς οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη χρήση τέτοιων συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

84.      Όπως προαναφέρθηκε (61), η ρήτρα 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου καταλείπει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών το ζήτημα εάν πρέπει, κατ’ αρχήν, να προβλεφθεί η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου και, ενδεχομένως, υπό ποιες προϋποθέσεις. Η συμφωνία-πλαίσιο δεν απαιτεί να προβλέπεται ως κύρωση για κάθε καταχρηστικώς συναφθείσα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η μετατροπή της σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Επομένως, ακόμη και εάν, στην παρούσα υπόθεση, είχαν παρακαμφθεί καταχρηστικώς (62) οι νόμιμοι περιορισμοί στη χρήση ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η συμφωνία-πλαίσιο δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη να προβλέπεται μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου. Συγκεκριμένα, η ίδια η συμφωνία-πλαίσιο αναγνωρίζει ρητώς ότι «για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής [των γενικών αρχών και των ελάχιστων απαιτήσεων σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου] πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων» (63).

85.      Εν προκειμένω, διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο ιδίως οι διατυπούμενες στην εθνική νομοθεσία –κατ’ εξοχήν δε, στο ελληνικό Σύνταγμα (64)– γενικές αρχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου, οι οποίες έχουν ως βάση το πρότυπο του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου. Ισχύει κατ’ αρχήν σύστημα οργανικών θέσεων, η δε πρόσβαση σε θέση δημοσίου υπαλλήλου αποτελεί αντικείμενο συγκεκριμένης νόμιμης διαδικασίας. Πέραν τούτου, στον ελληνικό δημόσιο τομέα, η χρήση συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου –οι οποίες κατά κανόνα συνάπτονται μόνο για ορισμένο χρόνο– υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς εκ του νόμου, η δε μετατροπή αυτών των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου κατ’ αρχήν απαγορεύεται.

86.      Αυτή η εκ του νόμου απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, η οποία περιλαμβάνεται κατ’ εξοχήν σε διάταξη όπως το άρθρο 21 του νόμου 2190/1994, μπορεί να δικαιολογηθεί από τον σκοπό αποτροπής της καταστρατηγήσεως των γενικών αρχών του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου οι οποίες προαναφέρθηκαν (65). Κατά συνέπεια, η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου δεν αποκλείει αυτήν την απαγόρευση, εκτός εάν, επί παραδείγματι, ίσχυε κατά τρόπο που συνεπάγεται διάκριση ή εάν άλλως πως προσέκρουε στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχουν στοιχεία δυνάμενα να συνηγορήσουν υπέρ της εκδοχής αυτής.

87.      Ανεξαρτήτως των προεκτεθέντων, είναι αυτονόητο ότι το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται να ερμηνεύσει το σύνολο του εθνικού του δικαίου κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία, ώστε να επιτύχει, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, αποτέλεσμα που να ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν περισσότερο προς τους σκοπούς της οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου (66). Επομένως, το αιτούν δικαστήριο, εάν κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η χρήση των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπήρξε καταχρηστική στις περιπτώσεις που εκκρεμούν ενώπιόν του, θα έπρεπε να εξετάσει εάν η εθνική του νομοθεσία προβλέπει συναφώς, –ή, εν πάση περιπτώσει, εάν, ερμηνευομένη υπό το φως της οδηγίας, επιτρέπει– κυρώσεις άλλες από τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας σε αορίστου χρόνου. Μια τέτοια κύρωση θα μπορούσε να συνίσταται, επί παραδείγματι, σε επιδίκαση αποζημιώσεως προς τους θιγέντες.

88.      Τέλος, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η ακόλουθη απάντηση:

Η ρήτρα 5, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου δεν αποκλείει την απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου εντός του δημόσιου τομέα, μάλιστα δε και στην περίπτωση καταχρηστικής παρακάμψεως των νομίμων προϋποθέσεων για την προσφυγή σε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

VI – Πρόταση

89.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης:

1)      Ο εθνικός δικαστής πρέπει να ερμηνεύει το σύνολο του εθνικού του δικαίου, στο μέτρο του δυνατού, υπό το φως του γράμματος και τον σκοπό μιας οδηγίας από το χρονικό σημείο που η εν λόγω οδηγία τέθηκε σε ισχύ, προς επίτευξη αποτελέσματος που συνάδει προς τον επιδιωκόμενο με την οδηγία αυτή σκοπό.

2)      Το γεγονός ότι απλώς και μόνον η σύναψη συμβάσεως εργασίας για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από εθνική νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του παραρτήματος της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CΕS, την UNICE και το CEEP.

3)      α)     Η ρήτρα 5, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, στοιχείο α΄, του παραρτήματος της οδηγίας 1999/70, αποκλείει εθνική διάταξη η οποία ορίζει ότι είναι διαδοχικές οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας εάν, μεταξύ άλλων, δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 εργάσιμων ημερών.

β)      Η ρήτρα 5, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, στοιχείο β΄, του παραρτήματος της οδηγίας 1999/70, δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταχρηστικώς συναφθείσες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται ως αορίστου χρόνου, στις λοιπές δε περιπτώσεις όχι.

4)      Η ρήτρα 5, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, στοιχείο β΄, του παραρτήματος της οδηγίας 1999/70, δεν αποκλείει την απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου εντός του δημόσιου τομέα, μάλιστα δε και στην περίπτωση καταχρηστικής παρακάμψεως των νομίμων προϋποθέσεων για την προσφυγή σε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2 – ΕΕ L 175, σ. 43.


3 – Δεύτερη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου· βλ. επίσης τη γενική παρατήρηση 6 της ίδιας συμφωνίας.


4 – Σημείο 8 των γενικών παρατηρήσεων στη συμφωνία-πλαίσιο· βλ. επίσης τη δεύτερη παράγραφο του προοιμίου της.


5 – 17η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70.


6 – Σημείο 10 των γενικών παρατηρήσεων στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου· βλ. επίσης την τρίτη παράγραφο του προοιμίου της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου.


7 – ΦΕΚ A΄ 28, της 3ης Μαρτίου 1994.


8 – ΦΕΚ A΄ 77, της 2ας Απριλίου 2003.


9 – ΦΕΚ A΄ 160, της 23ης Αυγούστου 2004. Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, το Π.Δ. 180/2004 άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον δεν οριζόταν διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του.


10 – Βλ. το άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004.


11 – Βλ. το άρθρο 3 του Π.Δ. 180/2004.


12 – ΦΕΚ A΄ 134, της 19ης Απριλίου 2004. Σύμφωνα με το άρθρο του 12, παράγραφος 1, το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον δεν οριζόταν διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του.


13 – Εν τω μεταξύ, τρεις απ’ αυτούς τους ενάγοντες παραιτήθηκαν από την αγωγή τους.


14 – Άρθρο 51, παράγραφος 1, του νόμου 1892/1990 (ΦΕΚ A΄ 101).


15 – Πρόκειται για πρωτοβάθμιο δικαστήριο.


16 – Βλ. αντί πολλών τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 2005, C-17/03, Vereniging voor Energie, Milieu en Water κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 34) και της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψεις 59 έως 61).


17 – Βλ. τα σημεία 51 και 52 του δικογράφου των εναγόντων της κύριας δίκης, σύμφωνα με τα οποία οι μισοί σχεδόν ενδιαφερόμενοι είχαν συνάψει τις πρώτες οκτάμηνες συμβάσεις τους πριν από τις 10 Ιουλίου 2001 και για ορισμένους απ’ αυτούς η δεύτερη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ακολούθησε μόλις 22 ημέρες μετά τη λήξη της πρώτης.


18 – Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-83/92, Pierrel κ.λπ. κατά Ministero della Sanità (Συλλογή 1993, σ. I-6419, σκέψη 32). Βλ. επίσης, υπ’ αυτό το πνεύμα, την απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-194/94, CIA Security International (Συλλογή 1996, σ. I-2201, σκέψη 20)


19 – Απόφαση CIA Security International (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 20).


20 – Βλ. ανωτέρω σημείο 28 και την υποσημείωση 16 στις παρούσες προτάσεις.


21 – Η Ελληνική Κυβέρνηση αναγνωρίζει και η ίδια, στο σημείο 16 των γραπτών παρατηρήσεών της, ότι μόνον εννέα από τους δεκαοκτώ ενάγοντες της κύριας δίκης πληρούν τις προϋποθέσεις του Π.Δ. 164/2004 για τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας τους, που ήταν αρχικώς ορισμένου χρόνου, σε αορίστου χρόνου. Επίσης, από τις δηλώσεις του ΕΛΟΓ κατά την προφορική διαδικασία προκύπτει ότι δεν μπορούν να επωφεληθούν όλοι οι ενάγοντες της κύριας δίκης από τις μεταβατικές διατάξεις του Π.Δ. 164/2004.


22 – Βλ. τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφοι 1 και 5, του Π.Δ. 164/2004.


23 – Βλ. συναφώς την υποσημείωση 9 ανωτέρω.


24 – Πρόκειται για εκείνους τους ενάγοντες, των οποίων η πρώτη και η δεύτερη σύμβαση εργασίας με τον ΕΛΟΓ είχαν συναφθεί πριν από την παρέλευση της ταχθείσας στην Ελλάδα προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας, ήτοι πριν από τις 10 Ιουλίου 2002 (βλ. συναφώς τα σημεία 29 και 30 στις παρούσες προτάσεις).


25 – Αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, C-14/83, Von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 26) και της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-397/01 έως C-403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. Ι-8835, σκέψεις 113 και 114). Βλ. επίσης, επί αποφάσεως-πλαισίου, την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουνίου 2005, C-105/03, Pupino (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, ιδίως τη σκέψη 34).


26 – Υπ’ αυτό το πνεύμα βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση Colson και Kamann (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σημείο 28, τελευταία περίοδος).


27 – Τούτο απορρέει, μεταξύ άλλων, από τις αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. I-4135, σκέψη 8) και της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. I-3325, σκέψη 26): Αμφότερες οι αποφάσεις εκδόθηκαν επί υποθέσεων, στις οποίες η οικεία οδηγία δεν είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας (σκέψη 4 της αποφάσεως Marleasing και σκέψη 8 της αποφάσεως Faccini Dori). Βλ. εξάλλου και την πιο πρόσφατη απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C-456/98, Centrosteel (Συλλογή 2000, σ. I-6007, σκέψεις 16 και 17).


28 – Απόφαση Pfeiffer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψεις 115, 118 και 119)· υπό το αυτό πνεύμα, η απόφαση Pupino (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 47, τελευταία περίοδος).


29 – Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι ενδεχομένως νομίζει το αιτούν δικαστήριο, το πρώτο του ερώτημα έχει σημασία όχι μόνο στην περίπτωση που μια οδηγία «έχει μεταφερθεί εκπροθέσμως στην εσωτερική έννομη τάξη», αλλά εν γένει για όλες τις οδηγίες, περιλαμβανομένων και εκείνων που μεταφέρθηκαν εμπροθέσμως.


30 – Προτάσεις της 18ης Μαΐου 2004 στην υπόθεση C-313/02, Wippel (απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2004, Συλλογή 2004, σ. Ι-9483, σημεία 58 έως 63).


31 – Προτάσεις της 30ής Ιουνίου 2005, C-144/04, Mangold (μη δημοσιευθείσες ακόμη στη Συλλογή, σημεία 115 και 120). Ομοίως, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon της 14ης Νοεμβρίου 1989 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-177/88 και C-179/88, Dekker κ.λπ. (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, Συλλογή 1990, σ. I-3941, σημείο 11) και της 29ης Μαΐου 1991 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-87/90, C-88/90 και C-89/90, Verholen κ.λπ. (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, Συλλογή 1991, σ. I-3757, σημείο 15, στο τέλος). Προς την ίδια άποψη τείνει επίσης ο γενικός εισαγγελέας F. Jacobs (προτάσεις της 24ης Απριλίου 1997 στην υπόθεση C-129/96, Inter-Environnement Wallonie, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Συλλογή 1997, σ. I-7411, σημεία 29 και επ.)· οι προτάσεις του της 25ης Ιουνίου 1992 στην υπόθεση C-156/91, Hansa Fleisch (απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1992, Συλλογή 1992, σ. I-5567, σημεία 23 και 24) προχωρούν λιγότερο προς αυτήν την κατεύθυνση.


32 – Απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Kolpinghuis Nijmegen (Συλλογή 1987, σ. 3969, σκέψη 15, τελευταία περίοδος).


33 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Darmon στην υπόθεση Verholen κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σημείο 15, στο τέλος)· βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger της 20ής Ιουνίου 1995, C-5/94, Hedley Lomas (απόφαση της 23ης Μαΐου 1996, Συλλογή 1996, σ. I-2553, σημείο 64).


34 – Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. I-7411, σκέψη 45).


35 – Απόφαση Pfeiffer (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 110).


36 – Υπ’ αυτό το πνεύμα ήδη η απόφαση Inter-Environnement Wallonie (παρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψεις 40 έως 42).


37 – Απόφαση της 2ας Ιουνίου 2005, C-15/04, Koppensteiner (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 33), καθώς και αποφάσεις Pfeiffer (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 110), Faccini Dori (παρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 26), Kolpinghuis Nijmegen (παρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 12) και von Colson και Kamann (παρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 26).


38 – Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989, 322/88, Grimaldi (Συλλογή 1989, σ. 4407, σκέψη 18). Σε αυτήν παραπέμπει επίσης ο γενικός εισαγγελέας A. Tizzano με τις προτάσεις του επί της υποθέσεως Mangold (παρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σημείο 117).


39 – Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-157/02, Rieser (Συλλογή 2004, σ. I-1477, σκέψεις 67 και 69), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano επί της υποθέσεως Mangold (παρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σημείο 110).


40 – Βλ. ήδη το σημείο 60 και την υποσημείωση 41 στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Wippel (παρατεθείσα στην υποσημείωση 30).


41 – Απόφαση Inter-Environnement Wallonie (παρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψεις 43 και 45).


42 – Βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, τις αποφάσεις Rieser (παρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 68) και Inter-Environnement Wallonie (παρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 43).


43 – Όσον αφορά την προκειμένη υπόθεση, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η οδηγία 1999/70 τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο της 3, στις 10 Ιουλίου 1999.


44 – Κατά πάγια νομολογία, η μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτεί, κατ’ ανάγκη, την κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων αυτής σε ρητή και ειδική νομική διάταξη, αλλά μπορεί να γίνει και σε ένα γενικό πλαίσιο. Ωστόσο, είναι απαραίτητο το συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο να εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται βάσει του δικαίου αυτού να είναι αρκούντως ακριβής και σαφής, οι δε δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν τον πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ., επί παραδείγματι, τις αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, C-168/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2004, σ. I-8227, σκέψη 36, της 28ης Απριλίου 2005, C-410/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 60, καθώς και της 16ης Ιουνίου 2005, C-456/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 51).


45 – Βλ. επίσης το σημείο 10 των γενικών παρατηρήσεων στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου καθώς και την τρίτη παράγραφο του προοιμίου της.


46 – Σημείο 8 των γενικών παρατηρήσεων στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου· βλ. επίσης τη δεύτερη παράγραφο του προοιμίου της.


47 – Βλ. συναφώς τις απόψεις μου επί του τετάρτου ερωτήματος, ιδίως το σημείο 85 στις παρούσες προτάσεις.


48 – Υπ’ αυτή την έννοια τεκμαίρεται, επί παραδείγματι, στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του Π.Δ. 81/2003, η ύπαρξη αντικειμενικού λόγου για ορισμένους κλάδους που απαριθμούνται εκεί.


49 – Βλ. επίσης το σημείο 7 των γενικών παρατηρήσεων στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου.


50 – Βλ. τη δεύτερη παράγραφο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, καθώς και το σημείο 6 των γενικών παρατηρήσεών της (βλ. συναφώς το σημείο 4 στις παρούσες προτάσεις).


51 – Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, του Π.Δ. 81/2003, όπως ίσχυε το 2003, οι 20 αυτές ημέρες νοούνται ως εργάσιμες. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο, με το προδικαστικό ερώτημα, παραπέμπει ρητώς στη διάταξη αυτή, εφεξής γίνεται λόγος για εργάσιμες ημέρες.


52 – Βλ. ιδίως τις ρήτρες 1, στοιχείο β΄, και 5 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου.


53 – Βλ. τη δεύτερη παράγραφο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, καθώς και το σημείο 6 των γενικών παρατηρήσεών της (συναφές το σημείο 4 στις παρούσες προτάσεις).


54 – Η υπογράμμιση δική μου.


55 – ΕΕ L 299, σ. 9. Η οδηγία αυτή κωδικοποίησε την προϊσχύσασα οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ L 307, σ. 18), η οποία περιελάμβανε διάταξη με το ίδιο περιεχόμενο.


56 – Αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2001, C-173/99, BECTU (Συλλογή 2001, σ. I-4881, σκέψη 43) και της 18ης Μαρτίου 2004, C-342/01, Merino Gómez (Συλλογή 2004, σ. I-2605, σκέψη 29).


57 – Υπ’ αυτό το πνεύμα και οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, C-53/04 και C-180/04, Marruso κ.λπ. και Vasallo (μη δημοσιευθείσες ακόμη στη Συλλογή, σημείο 30).


58 – Ρύθμιση με αυτό το περιεχόμενο εξέδωσε, επί παραδείγματι, η Ιταλία για τις συμβάσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα. Βλ. συναφώς τις εκκρεμείς ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεις C‑53/04 και C-180/04, Marruso κ.λπ. και Vasallo. Επί του ζητήματος εάν δικαιολογούνται διαφορετικές κυρώσεις στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro επί των υποθέσεων αυτών (παρατεθείσες στην υποσημείωση 57, σημεία 27 έως 49).


59 – Βλ. συναφώς τις απόψεις μου επί του ερωτήματος 3α), σημεία 63 έως 71 στις παρούσες προτάσεις.


60 – Σχετικά με την απαγόρευση μεταβολής επί τα χείρω, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano επί της υποθέσεως Mangold (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σημεία 43 έως 78).


61 – Βλ. σχετικά τις απόψεις μου επί του ερωτήματος 3β), σημεία 72 επ. στις παρούσες προτάσεις.


62 – Η διαπίστωση καταχρηστικής εφαρμογής προϋποθέτει την ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου, καθώς και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, πράγμα που ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του αιτούντος δικαστηρίου (βλ. τις αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 2004, C-284/02, Sass, Συλλογή 2004, σ. Ι-11143, σκέψη 55, και της 9ης Ιουνίου 2005, C-211/03, C-299/03 και C-316/03 έως C-318/03, HLH Warenvertrieb, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 96).


63 – Υπ’ αυτό το πνεύμα η τρίτη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου· βλ. επίσης το σημείο 10 στις γενικές παρατηρήσεις της.


64 – Άρθρο 103 του ελληνικού Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε στις 16 Απριλίου 2001. Τη διάταξη αυτήν επικαλούνται, με το δικόγραφό τους, οι ενάγοντες της κύριας δίκης.


65 – Βλ. επίσης σχετικώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro επί των υποθέσεων C-53/04 και C-180/04 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 57, σημεία 42 και 43).


66 – Όσον αφορά την υποχρέωση σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου, βλ. τις απόψεις μου επί του πρώτου ερωτήματος, σημεία 42 επ. στις παρούσες προτάσεις.