Language of document : ECLI:EU:C:2018:750

Υπόθεση C-51/17

OTP Bank Nyrt. και OTP Faktoring Követeléskezelő Zrt.

κατά

Teréz Ilyés και Emil Kiss

(αίτηση του Fővárosi Ítélőtábla
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 1, παράγραφος 2 – Νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου – Άρθρο 3, παράγραφος 1 – Έννοια της φράσης “ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης” – Ρήτρα ενταχθείσα στη σύμβαση μετά τη σύναψή της, έπειτα από παρέμβαση του εθνικού νομοθέτη – Άρθρο 4, παράγραφος 2 – Σαφής και κατανοητή διατύπωση ρήτρας – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Αυτεπάγγελτη εξέταση από τον εθνικό δικαστή του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας – Σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα η οποία συνάφθηκε μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα)
της 20ής Σεπτεμβρίου 2018

1.        Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13 – Καταχρηστική ρήτρα κατά την έννοια του άρθρου 3 – Ρήτρα που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης – Έννοια – Ρήτρα τροποποιηθείσα με εθνική διάταξη θεσπισθείσα μετά τη σύναψη της σύμβασης με σκοπό να θεραπεύσει άκυρη ρήτρα – Εμπίπτει

(Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 1)

2.        Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13 – Πεδίο εφαρμογής – Αποκλεισμός των συμβατικών ρητρών οι οποίες απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου – Ρήτρα επιβάλλουσα συναλλαγματική ισοτιμία, η οποία θεσπίστηκε μετά τη σύναψη σύμβασης με σκοπό να θεραπεύσει άκυρη ρήτρα της σύμβασης – Μη εφαρμογή της οδηγίας – Ρήτρα περί του συναλλαγματικού κινδύνου μη καλυπτόμενη από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις  – Εφαρμογή της οδηγίας

(Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 2)

3.        Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13 – Πεδίο εφαρμογής – Ρήτρες με τις οποίες καθορίζεται το κύριο αντικείμενο της σύμβασης ή οι οποίες αφορούν το τίμημα και την αμοιβή και τις υπηρεσίες ή τα αγαθά που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα – Ρήτρα περί του συναλλαγματικού κινδύνου ενταχθείσα σε σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα – Εμπίπτει – Προϋποθέσεις – Πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις περί σαφούς και κατανοητής διατύπωσης – Επίπεδο των απαιτούμενων πληροφοριών – Περιεχόμενο

(Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 2)

4.        Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13 – Πεδίο εφαρμογής – Ρήτρες με τις οποίες καθορίζεται το κύριο αντικείμενο της σύμβασης ή οι οποίες αφορούν το τίμημα και την αμοιβή και τις υπηρεσίες ή τα αγαθά που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα – Ρήτρα περί του συναλλαγματικού κινδύνου ενταχθείσα σε σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα – Εμπίπτει – Προϋποθέσεις – Πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις περί σαφούς και κατανοητής διατύπωσης – Χρονικό σημείο που λαμβάνεται υπόψη για να εκτιμηθεί η εκτέλεση της υποχρέωσης αυτής – Σύναψη της σύμβασης – Συνέπειες της ακύρωσης ορισμένων ρητρών από τον εθνικό νομοθέτη σε μεταγενέστερο χρόνο – Δεν υφίστανται

(Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 2)

5.        Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13 – Υποχρέωση του εθνικού δικαστή να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση που έχει υποβληθεί στην κρίση του – Περιεχόμενο

(Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου, άρθρα 6 § 1 και 7 § 1)

1.      H φράση «ρήτρα που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης» του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά ιδίως συμβατική ρήτρα που τροποποιήθηκε από εθνική νομοθετική διάταξη αναγκαστικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά τη σύναψη σύμβασης με καταναλωτή, με σκοπό να θεραπεύσει άκυρη ρήτρα περιλαμβανόμενη στην εν λόγω σύμβαση.

Εν προκειμένω, εκ του γεγονότος ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης οι επίμαχες ρήτρες επιβλήθηκαν από τον εθνικό νομοθέτη, καθίσταται προφανές ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν προέβησαν σε ατομική διαπραγμάτευση.

(βλ. σκέψεις 48, 49 και διατακτ. 1)

2.      Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής δεν καλύπτει τις ρήτρες που απηχούν αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του εθνικού δικαίου, οι οποίες θεσπίστηκαν μετά τη σύναψη σύμβασης δανείου συναφθείσας με καταναλωτή προκειμένου να θεραπευτεί άκυρη ρήτρα της σύμβασης, επιβάλλοντας την συναλλαγματική ισοτιμία που καθορίζεται από την εθνική τράπεζα. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται στους όρους που διαλαμβάνονται στις συναπτόμενες μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή συμβάσεις οι οποίοι καθορίζονται από την εθνική νομοθεσία (βλ., συναφώς, διάταξη της 7ης Δεκεμβρίου 2017, Woonhaven Antwerpen, C-446/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:954, σκέψη 31).

Παρά ταύτα, ρήτρα περί του συναλλαγματικού κινδύνου, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αποκλείεται από το εν λόγω πεδίο εφαρμογής δυνάμει της ως άνω διάταξης. Πράγματι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 54 της παρούσας απόφασης, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Επομένως, το γεγονός ότι ορισμένες ρήτρες οι οποίες απηχούν νομοθετικές διατάξεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής δεν συνεπάγεται ότι το κύρος άλλων ρητρών οι οποίες περιέχονται στην ίδια σύμβαση και δεν προβλέπονται από νομοθετικές διατάξεις δεν μπορεί πλέον να ελεγχθεί από το εθνικό δικαστήριο υπό το πρίσμα της εν λόγω οδηγίας.

Για τις συμβατικές ρήτρες που ρυθμίζουν το ζήτημα του συναλλαγματικού κινδύνου και οι οποίες δεν καλύπτονται από αυτές τις νομοθετικές τροποποιήσεις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τέτοιες ρήτρες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 και εξαιρούνται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας μόνον εφόσον το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο κρίνει, κατόπιν κατά περίπτωση εξέτασης, ότι έχουν διατυπωθεί από τον επαγγελματία κατά τρόπο σαφή και κατανοητό (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ., C-186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 43).

Εξάλλου, το γεγονός ότι οι όροι περί της διαφοράς της συναλλαγματικής ισοτιμίας αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεν αποκλείει οι απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 6, παράγραφος 1, και από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως αυτή υπομνήσθηκε στις σκέψεις 32 έως 34 της απόφασης της 31ης Μαΐου 2018, Sziber (C-483/16, EU:C:2018:367), να συνεχίζουν να έχουν εφαρμογή για όλα τα λοιπά ζητήματα που καλύπτονται από την οδηγία αυτή και, ιδίως, για όλους τους δικονομικούς κανόνες που διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων που οι διάδικοι αντλούν από την εν λόγω οδηγία.

(βλ. σκέψεις 63, 66, 68-70, και διατακτ. 2)

3.      Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι συμβατικές ρήτρες πρέπει να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό υποχρεώνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Συναφώς, η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι ρήτρα περί του συναλλαγματικού κινδύνου πρέπει να γίνεται κατανοητή από τον καταναλωτή τόσο από τυπική και γραμματική άποψη όσο και ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενό της, υπό την έννοια ότι ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος, δύναται όχι μόνο να γνωρίζει το ενδεχόμενο υποτίμησης του εθνικού νομίσματος έναντι του ξένου νομίσματος στο οποίο έχει συνομολογηθεί το δάνειο, αλλά επίσης να αξιολογεί τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις.

(βλ. σκέψη 78, και διατακτ. 3)

4.      Το άρθρο 4 της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι απαιτεί να αξιολογείται ο σαφής και κατανοητός χαρακτήρας των συμβατικών ρητρών σε συνάρτηση, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, με όλες τις περιστάσεις που περιέβαλαν τη σύναψή της, καθώς και με όλες τις άλλες ρήτρες της σύμβασης, μολονότι ορισμένες από τις ρήτρες αυτές κηρύχθηκαν ή θεωρήθηκαν καταχρηστικές και, ως εκ τούτου, άκυρες από τον εθνικό νομοθέτη σε μεταγενέστερο χρόνο.

Από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προκύπτει ότι, οσάκις η εν λόγω ρήτρα αφορά τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης, προκειμένου να εκτιμηθεί εάν η οικεία ρήτρα είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, όλες οι περιλαμβανόμενες στη σύμβαση ρήτρες κατά τον χρόνο της σύναψής της, δεδομένου ότι αυτό ακριβώς είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο καταναλωτής αποφασίζει αν επιθυμεί να δεσμευτεί συμβατικώς με επαγγελματία, προσχωρώντας στους όρους που έχει διατυπώσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας.

(βλ. σκέψεις 80, 83 και διατακτ. 4)

5.      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει προβληθεί από τον ενάγοντα καταναλωτή, τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία.

Η ανωτέρω υποχρέωση που υπέχει ο εθνικός δικαστής πρέπει να θεωρείται απαραίτητη προς διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας των καταναλωτών, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του μη αμελητέου κινδύνου να αγνοούν οι ίδιοι τα δικαιώματα τους ή να συναντούν δυσχέρειες κατά την άσκησή τους (βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Μαΐου 2018, Karel de Grote – Hogeschool Katholieke Hogeschool Antwerpen, C-147/16, EU:C:2018:320, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

(βλ. σκέψεις 88, 91 και διατακτ. 5)