Language of document : ECLI:EU:T:1997:131

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 17ης Σεπτεμβρίου 1997 (1)

«Προσφυγή ακυρώσεως - Αναδρομική κατάργηση προσβαλλομένης πράξεως - Κατάργηση δίκης»

Στην υπόθεση T-26/97,

Antillean Rice Mills NV, εταιρία δικαίου των Ολλανδικών Αντιλλών, με έδρα το Bonaire (Ολλανδικές Αντίλλες), εκπροσωπούμενη από τους W. Knibbeler, δικηγόρο Αμστερνταμ, και K. J. Defares, δικηγόρο Ρότερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο M. Loesch, 11, rue Goethe,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον T. van Rijn, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 21/97 της Επιτροπής, της 8ης Ιανουαρίου 1997, για τη θέσπιση μέτρων διασφάλισης στην εισαγωγή ρυζιού καταγωγής υπερποντίων χωρών και εδαφών (ΕΕ L 5, σ. 24),

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, P. Lindh και J. D. Cooke, δικαστές,

γραμματέας: H. Jung

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1.
    Στις 8 Ιανουαρίου 1997 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 21/97, για τη θέσπιση μέτρων διασφάλισης στην εισαγωγή ρυζιού καταγωγής υπερποντίων χωρών και εδαφών (ΕΕ L 5, σ. 24, στο εξής: κανονισμός 21/97). Όπως όριζε το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, ο κανονισμός αυτός ίσχυε από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Απριλίου 1997.

2.
    Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Φεβρουαρίου 1997, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά του κανονισμού αυτού. Η εν λόγω προσφυγή πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό Τ-26/97.

3.
    Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε αυθημερόν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων βάσει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΚ. Η αίτηση αυτή πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό Τ-26/97 R και διαγράφηκε από το πρωτόκολλο του Πρωτοδικείου με διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου τη 20ής Μαρτίου 1997, η οποία επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

4.
    Προς στήριξη της προσφυγής της η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερεις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης και του άρθρου 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως 91/482/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΕ L 263, σ. 1, στο εξής: απόφαση ΥΧΕ). Ο δεύτερος λόγος στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ. Ο τρίτος λόγος στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 109, παράγραφος 2, της αποφάσεως ΥΧΕ. Ο τέταρτοςλόγος στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της επιμελημένης προετοιμασίας των πράξεων και του άρθρου 190 της Συνθήκης.

5.
    Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 7, του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 17 Φεβρουαρίου 1997 τον κανονισμό (ΕΚ) 304/97, για τη θέσπιση μέτρων διασφάλισης στην εισαγωγή ρυζιού καταγωγής υπερποντίων χωρών και εδαφών (ΕΕ L 51, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 304/97).

6.
    Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, ο κανονισμός αυτός καταργεί τον κανονισμό 21/97 της Επιτροπής. Ο εν λόγω κανονισμός ίσχυε, βάσει του άρθρου 8, δεύτερο εδάφιο, αναδρομικά από 1ης Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Απριλίου 1997, εκτός όσον αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α´, δεύτερη περίπτωση, που άρχιζε να ισχύει από της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, στις 21 Φεβρουαρίου 1997, ημερομηνία δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

7.
    Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Φεβρουαρίου 1997, η προσφεύγουσα ζήτησε την ακύρωση του κανονισμού αυτού. Η προσφυγή αυτή πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό Τ-41/97.

8.
    Η προσφεύγουσα προβάλλει, προς στήριξη της προσφυγής αυτής, τέσσερις λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι ταυτίζονται προς τους προβαλλόμενους στην υπόθεση Τ-26/97.

9.
    Με έγγραφο της 10ης Μαρτίου 1997, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Μαρτίου 1997, η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο να διαπιστώσει ότι η προσφυγή στην υπόθεση Τ-26/97 δεν είχε πλέον αντικείμενο, κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 304/97, υπογραμμίζοντας ότι ο εν λόγω κανονισμός είχε αναδρομική ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1997 και ότι κατάργησε τον κανονισμό 21/97.

10.
    Με έγγραφο της 17ης Μαρτίου 1997, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Μαρτίου 1997, η προσφεύγουσα αντιτάχθηκε στο αίτημα της Επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι δεν αποδεικνύεται ότι η διάταξη του κανονισμού 304/97, που καταργεί αναδρομικά τον κανονισμό 21/97, εκδόθηκε σύμφωνα με τους κανόνες του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ.

11.
    Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι από το από 10 Μαρτίου 1997 έγγραφο της Επιτροπής ανακύπτει ένα διαδικαστικό ζήτημα που πρέπει να διευκρινιστεί χωρίς προφορική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.

12.
    Στον βαθμό που το επιχείρημα της προσφεύγουσας πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι η προσφυγή Τ-26/97 δεν κατέστη άνευ αντικειμένου, καθόσον δεν είναι βέβαιον ότι ο κανονισμός 21/97 καταργήθηκε με τον κανονισμό 304/97, δεδομένουότι δεν αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εκδόθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το παράρτημα IV της αποφάσεως ΥΧΕ, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κανονισμός 304/97 αναφέρει ρητά στο άρθρο 1, παράγραφος 7, του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ ότι η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού διευκρινίζει ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρέπεμψε στο Συμβούλιο την απόφαση της Επιτροπής να εκδώσει τον κανονισμό 21/97, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 5, του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ, και ότι η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού υπενθυμίζει ότι το Συμβούλιο μπορεί να λάβει δυνάμει της παραγράφου 7 του ίδιου άρθρου διαφορετική απόφαση από εκείνη της Επιτροπής εντός της τασσόμενης προθεσμίας.

13.
    Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι δεν αποδεικνύεται ότι ο κανονισμός 304/97 εκδόθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το παράρτημα ΙV της αποφάσεως ΥΧΕ. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα δεν προέβαλε τον λόγο αυτό με το δικόγραφο της προσφυγής της στην υπόθεση Τ-41/97.

14.
    Στον βαθμό που το επιχείρημα της προσφεύγουσας πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι η προσφυγή Τ-26/97 δεν κατέστη άνευ αντικειμένου, καθόσον δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη η νομιμότητα της αναδρομικής καταργήσεως του κανονισμού 21/97 εκκρεμούσας της προσφυγής ακυρώσεως κατά του κανονισμού 304/97 ενώπιον του Πρωτοδικείου, οπότε ο κανονισμός 21/97 μπορεί κατά περίπτωση να ισχύσει εκ νέου μετά ενδεχόμενη ακύρωση του κανονισμού 304/97, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή, υποβάλλοντας αίτημα περί καταργήσεως της δίκης και ισχυριζόμενη ότι ο κανονισμός 21/97 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε αναδρομικά από τον κανονισμό 304/97, αναγνώρισε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο κανονισμός αυτός εξαφανίστηκε από την κοινοτική έννομη τάξη. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση ακυρώσεως από το Πρωτοδικείο του κανονισμού 304/97, η Επιτροπή δεν θα μπορεί πλέον να προβάλει τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 21/97 και να την επικαλεστεί ενώπιον της προσφεύγουσας.

15.
    Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η κατάργηση του κανονισμού 21/97 της Επιτροπής με τον κανονισμό 304/97 του Συμβουλίου παρέσχε στην προσφεύγουσα το αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε με την παρούσα προσφυγή, ήτοι την εξαφάνιση του κανονισμού 21/97 από την κοινοτική έννομη τάξη.

16.
    Επομένως, η παρούσα προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και η δίκη πρέπει να καταργηθεί.

Επί των δικαστικών εξόδων

17.
    Το άρθρο 87, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι, σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης, το Πρωτοδικείο κανονίζει τα δικαστικά έξοδα κατά την κρίση του. Δεν αμφισβητείται ότι ο κανονισμός 21/97 καταργήθηκε,ύστερα από την άσκηση της παρούσας προσφυγής, με απόφαση του Συμβουλίου ληφθείσα σύμφωνα με τη διαδικασία του παραρτήματος IV της αποφάσεως ΥΧΕ. Η κατάργηση αυτή δεν εξηγείται ούτε από σφάλμα της Επιτροπής ούτε από την αναγνώριση του βασίμου των λόγων που προέβαλε η προσφεύγουσα με το δικόγραφο της προσφυγή της, αλλά αποτελεί απλώς το αποτέλεσμα της ασκήσεως της εξουσίας λήψεως αποφάσεων που παρέχεται στο Συμβούλιο. Υπό τις περιστάσεις αυτές πρέπει να οριστεί ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των αφορώντων την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)

διατάσσει:

1)    Καταργείται η δίκη

2)    Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των αφορώντων την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

Λουξεμβούργο, 17 Σεπτεμβρίου 1997.

Ο Γραμματέας

Ο Πρόεδρος

H. Jung

K. Lenaerts


1: Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.