Language of document : ECLI:EU:F:2013:58

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(τρίτο τμήμα)

της 8ης Μαΐου 2013

Υπόθεση F‑87/12

Geoffroy Alsteens

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Έκτακτος υπάλληλος — Ανανέωση της συμβάσεως — Μερική ακύρωση — Τροποποίηση»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο G. Alsteens ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της «αποφάσεως της [Ευρωπαϊκής] Επιτροπής της 18ης Νοεμβρίου 2011, καθόσον περιορίζει τη διάρκεια της παρατάσεως της συμβάσεώς [του] εκτάκτου υπαλλήλου έως τις 31 Μαρτίου 2012».

Απόφαση:      Η προσφυγή απορρίπτεται ως προδήλως απαράδεκτη. Ο G. Alsteens φέρει τα δικαστικά έξοδά του, καθώς και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Περίληψη

1.      Υπαλληλικές προσφυγές — Έκτακτοι υπάλληλοι — Λόγοι — Προσφυγή βάλλουσα κατά αποφάσεως περί ανανεώσεως συμβάσεως ορισμένου χρόνου — Λόγος αντλούμενος από τη σιωπηρή απόφαση περί μη μετατροπής της συμβάσεως σε σύμβαση αορίστου χρόνου — Παραδεκτό

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 1· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρα 8 και 46)

2.      Υπαλληλικές προσφυγές — Αντικείμενο — Μερική ακύρωση — Σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου — Αναπόσπαστος χαρακτήρας της διατάξεως σχετικά με τη διάρκεια της απασχολήσεως — Απαράδεκτο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)

1.      Επιτρέπεται σε έκτακτο υπάλληλο να ζητήσει από τον δικαστή της Ένωσης την ακύρωση της συμβάσεώς του, εμπροθέσμως και κατά το πέρας της διαδικασίας της προηγούμενης διοικητικής ενστάσεως, ιδίως εάν φρονεί ότι ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως αυτής είναι εσφαλμένος. Πράγματι, από το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, το οποίο εφαρμόζεται στους εκτάκτους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 46 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, προκύπτει ότι οι υπαλληλικές υποθέσεως συνιστούν υποθέσεις ελέγχου της νομιμότητας. Στο πλαίσιο αυτό, απόκειται στον δικαστή να ακυρώσει την απόφαση της οποίας διαπιστώνει τον παράνομο χαρακτήρα.

Το ίδιο ισχύει για απόφαση περί ανανεώσεως συμβάσεως ορισμένου χρόνου, καθόσον εκφράζει την άρνηση του οικείου θεσμικού οργάνου να προσφέρει στον ενδιαφερόμενο σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου αόριστου χρόνου ή, τουλάχιστον, μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνη που εγκρίθηκε, ο δε τελευταίος υποστηρίζει, βάσει ιδίως του άρθρου 8 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, ότι θα έπρεπε να του έχει προσφερθεί ευνοϊκότερη σύμβαση.

(βλ. σκέψεις 10 έως 12)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: απόφαση Castagnoli κατά Επιτροπής, 329/85, EU:C:1987:352, σκέψεις 10 έως 12, και διάταξη Giubilini κατά Επιτροπής, 289/87, EU:C:1988:168, σκέψεις 8 έως 12

ΓΔΕΕ: διάταξη Dubigh και Zaur-Gora κατά Επιτροπής, T‑375/00, EU:T:2001:181, σκέψη 24

ΔΔΔΕΕ: απόφαση Davids κατά Επιτροπής, F‑105/11, EU:F:2012:84, σκέψη 56

2.      Η μερική ακύρωση πράξεως του δικαίου της Ένωσης είναι δυνατή μόνον όταν τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση μπορούν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη πράξη. Αυτή η απαίτηση περί δυνατότητας διαχωρισμού δεν πληρούται όταν η μερική ακύρωση πράξεως θα είχε ως αποτέλεσμα να μεταβληθεί η ουσία της πράξεως αυτής.

Στο πλαίσιο αυτό, η διάρκεια της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου είναι ακριβώς ένα στοιχείο που δεν μπορεί να αποσπαστεί από την ίδια τη σύμβαση, καθόσον καθορίζει τον χαρακτήρα της και καθόσον οριοθετεί την περίοδο κατά την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται από αμοιβαίες υποχρεώσεις. Ως εκ τούτου, η ακύρωση τμήματος της αποφάσεως του θεσμικού οργάνου σχετικά με την περίοδο απασχολήσεως ενός εκτάκτου υπαλλήλου θα μετέβαλλε τον χαρακτήρα της συμβάσεως και, επομένως, το ίδιο το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής. Τέτοια αιτήματα περί ακυρώσεως αποσκοπούν στην πραγματικότητα στην τροποποίηση της εν λόγω αποφάσεως και είναι, συνεπώς, προδήλως απαράδεκτα.

(βλ. σκέψεις 14 έως 16)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: αποφάσεις Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens, C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 38, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑68/94 και C‑30/95, EU:C:1998:148, σκέψεις 256 έως 258, και Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑244/03, EU:C:2005:299, σκέψεις 12 έως 14

ΓΔΕΕ: απόφαση SIV κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑68/89, T-77/89 και T‑78/89, EU:T:1992:38, σκέψη 320