Language of document : ECLI:EU:C:2021:436

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 3ης Ιουνίου 2021 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ‑Τουρκίας – Απόφαση 1/80 – Άρθρα 6 και 7 – Νόμιμη απασχόληση – Άρθρο 9 – Πρόσβαση των τέκνων Τούρκου εργαζομένου στην εκπαίδευση – Δικαίωμα διαμονής – Άρνηση αναγνωρίσεως»

Στην υπόθεση C‑194/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Düsseldorf (διοικητικό πρωτοδικείο Ντίσελντορφ, Γερμανία) με απόφαση της 7ης Μαΐου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Μαΐου 2020, στο πλαίσιο της δίκης

BY,

CX,

FU,

DW,

EV

κατά

Stadt Duisburg,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, και C. Toader, δικαστή,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Nymann‑Lindegren και M. Jespersen και από την M. Wolff,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman και M. A. M. De Ree,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους B.‑R. Killmann και D. Martin,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την ανάπτυξη της συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 7 της εν λόγω αποφάσεως. Το Συμβούλιο Συνδέσεως συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα από την Τουρκική Δημοκρατία, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου, και η οποία συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των BY, CX, FU, DW και EV, Τούρκων υπηκόων, και, αφετέρου, του Stadt Duisburg (Δήμου του Duisburg, Γερμανία) σχετικά με την απόρριψη από τον Δήμο της αιτήσεως των Τούρκων υπηκόων για τη χορήγηση άδειας διαμονής.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 1/80:

«[Εκτιμώντας] ότι, στον κοινωνικό τομέα, οι ανωτέρω σκέψεις οδηγούν στη βελτίωση, στα πλαίσια των διεθνών υποχρεώσεων καθενός των Μερών, του καθεστώτος το[υ] οποίο[υ] απολαύουν οι εργαζόμενοι και τα μέλη των οικογενειών τους σε σχέση με το καθεστώς που θεσπίζει η απόφαση αριθ. 2/76 του Συμβουλίου Συνδέσεως[, της 20ής Δεκεμβρίου 1976, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως]· ότι πρέπει εξάλλου να εφαρμοστούν οι διατάξεις οι σχετικές με την κοινωνική ασφάλιση καθώς και οι διατάξεις που αφορούν τις ανταλλαγές των νέων εργαζομένων.»

4        Τα άρθρα 6, 7 και 9 της αποφάσεως 1/80 περιλαμβάνονται στο τιτλοφορούμενο «Ζητήματα σχετικά με την απασχόληση και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων» τμήμα 1 του κεφαλαίου II της ως άνω αποφάσεως, το οποίο αφορά τις «κοινωνικές διατάξεις».

5        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 ορίζει τα εξής:

«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7 περί ελεύθερης προσβάσεως των μελών της οικογενείας του στην απασχόληση, ο Τούρκος εργαζόμενος που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους:

–        εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος, δικαιούται, εντός αυτού του κράτους μέλους, ανανεώσεως της ισχύουσας αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη, αν εξακολουθεί να κατέχει θέση εργασίας·

–        εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τρία έτη, και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούται να αποδεχθεί, κατ’ επιλογήν του, άλλη προσφορά εργασίας, στο ίδιο επάγγελμα, που του γίνεται υπό συνήθεις συνθήκες από άλλον εργοδότη και έχει καταγραφεί από τις υπηρεσίες απασχολήσεως του οικείου κράτους μέλους·

–        εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τέσσερα έτη, έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του εντός αυτού του κράτους μέλους.»

6        Το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως ορίζει τα εξής:

«Τα μέλη της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, στα οποία έχει επιτραπεί να ζήσουν μαζί του,

–        εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί τρία τουλάχιστον έτη και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους μισθωτούς των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούνται να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά εργασίας·

–        εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί πέντε τουλάχιστον έτη, έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα.»

7        Το άρθρο 9 της εν λόγω αποφάσεως έχει ως εξής:

«Τα τουρκικής ιθαγένειας τέκνα, τα oπoία κατοικούν νομίμως εντός κράτους μέλους της Κοινότητας με τους γονείς τους, oι oπoίoι απασχoλoύνται ή έχoυν απασχoληθεί νoμίμως στo κράτoς αυτό, γίνoνται δεκτά εντός αυτoύ τoυ κράτoυς μέλoυς στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ίδιων κριτηρίων απoδoχής ως πρoς την κατάρτιση πoυ ισχύoυν για τα τέκνα των υπηκόων αυτoύ τoυ κράτoυς μέλoυς. Δικαιoύνται να απoλαύoυν, εντός αυτoύ τoυ κράτoυς μέλoυς, των ωφελημάτων πoυ πρoβλέπoνται στoν τoμέα αυτόν από την εθνική νoμoθεσία.»

 Το γερμανικό δίκαιο

8        Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του Gesetz über den Aufenthalt, die Erwerbstätigkeit und die Integration von Ausländern im Bundesgebiet (νόμου περί διαμονής, απασχολήσεως και εντάξεως των αλλοδαπών στην ομοσπονδιακή επικράτεια), της 30ής Ιουλίου 2004 (BGBl. 2004 I, σ. 1950), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προβλέπει τα εξής:

«Αλλοδαπός ο οποίος έχει δικαίωμα διαμονής κατ’ εφαρμογήν της [Συμφωνίας Συνδέσεως] υποχρεούται να αποδεικνύει την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού διά της κατοχής άδειας διαμονής, εφόσον δεν διαθέτει άδεια εγκαταστάσεως ή άδεια μόνιμης διαμονής εντός της Ένωσης. Η άδεια διαμονής χορηγείται κατόπιν αιτήσεως.»

9        Το άρθρο 50, παράγραφος 1, του νόμου ορίζει τα εξής:

«Ο αλλοδαπός υποχρεούται να εγκαταλείψει τη χώρα εάν δεν κατέχει ή δεν κατέχει πλέον τον αναγκαίο τίτλο διαμονής και δεν έχει ή δεν έχει πλέον δικαίωμα διαμονής σύμφωνα με τη [Συμφωνία Συνδέσεως].»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10      Οι BY, CX, DW, EV και FU είναι Τούρκοι υπήκοοι. Η CX είναι η σύζυγος του BY και οι δυο τους είναι οι γονείς των DW, EV και FU.

11      Ο BY εισήλθε στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στις 5 Σεπτεμβρίου 2015 με θεώρηση εισόδου. Στις 4 Νοεμβρίου 2015, ο Δήμος του Duisburg του χορήγησε άδεια διαμονής για την άσκηση ανεξάρτητης δραστηριότητας, με ισχύ μέχρι τις 27 Μαρτίου 2017.

12      Στις 19 Φεβρουαρίου 2016, οι CX, DW, EV και FU έλαβαν άδεια για οικογενειακή επανένωση με τον BY στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και, στις 20 Απριλίου 2016, τους χορηγήθηκαν, βάσει του εθνικού δικαίου, άδειες διαμονής οι οποίες ίσχυαν έως τις 27 Μαρτίου 2017.

13      Η CX άσκησε έμμισθη δραστηριότητα, πρώτον, από την 1η Φεβρουαρίου έως τις 30 Απριλίου 2016, δεύτερον, από τις 15 Νοεμβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017, τρίτον, από την 1η Ιανουαρίου έως τις 15 Ιανουαρίου 2018 και, τέλος, τέταρτον, από την 1η Αυγούστου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2018.

14      Κατά τη λήξη της ισχύος των αδειών διαμονής τους, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υπέβαλαν στον Δήμο του Duisburg αίτηση για την ανανέωση της ισχύος των εν λόγω αδειών ή για τη χορήγηση νέων αδειών διαμονής. Ο Δήμος του Duisburg απέρριψε το σχετικό αίτημα, με αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 2019.

15      Στις 22 Μαρτίου 2019, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης άσκησαν προσφυγή κατά των ως άνω αποφάσεων ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι του Verwaltungsgericht Düsseldorf (διοικητικού πρωτοδικείου Ντίσελντορφ, Γερμανία), ισχυριζόμενοι, κατ’ ουσίαν, ότι μπορούσαν να επικαλεστούν δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80. Κατ’ αυτούς, η ως άνω διάταξη παρέχει στα τέκνα τουρκικής ιθαγενείας όχι μόνο δικαίωμα πρόσβασης στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση, αλλά και δικαίωμα διαμονής. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι προκειμένου να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων αυτών, οι γονείς που έχουν το δικαίωμα επιμέλειας των τέκνων πρέπει οπωσδήποτε να απολαύουν δικαιώματος διαμονής.

16      Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει μεν ότι οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης δεν έχουν αποκτήσει δικαίωμα βάσει των άρθρων 6 και 7 της αποφάσεως 1/80, διερωτάται όμως, κατ’ ουσίαν, αν το δικαίωμα προσβάσεως στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της εν λόγω αποφάσεως συνεπάγεται αυτοτελές δικαίωμα διαμονής των τέκνων τουρκικής ιθαγενείας και, κατ’ επέκταση, δικαίωμα διαμονής των γονέων οι οποίοι ασκούν πράγματι την επιμέλεια των τέκνων αυτών. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί υπό ποιες προϋποθέσεις χορηγείται δικαίωμα διαμονής βάσει της διατάξεως αυτής.

17      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht Düsseldorf (διοικητικό πρωτοδικείο Ντίσελντορφ) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Περιλαμβάνεται στο δικαίωμα το οποίο παρέχεται με το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της [αποφάσεως 1/80] στα τέκνα τουρκικής ιθαγενείας και το δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

α)      Προϋποθέτει το κατά το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως δικαίωμα διαμονής ότι οι γονείς των υποκείμενων στη διάταξη αυτή τέκνων τουρκικής ιθαγενείας έχουν ήδη αποκτήσει δικαιώματα από το άρθρο 6, παράγραφος 1, [της αποφάσεως 1/80] ή από το άρθρο 7 της [εν λόγω αποφάσεως];

β)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο [δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ], πρέπει η έννοια της “νόμιμης απασχολήσεως” στο άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως να ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο όπως και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της [εν λόγω αποφάσεως];

γ)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο [δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ], μπορεί να αναγνωρισθεί δικαίωμα διαμονής σε τέκνα τουρκικής ιθαγενείας κατά το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ευθύς μετά τη συμπλήρωση (μόνον) τριών μηνών νόμιμης απασχολήσεως ενός από τους γονείς στο κράτος μέλος υποδοχής;

δ)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο [δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ], απορρέει από το δικαίωμα διαμονής των τέκνων τουρκικής ιθαγενείας, χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις, και δικαίωμα διαμονής υπέρ ενός ή υπέρ αμφοτέρων των εχόντων δικαίωμα επιμελείας γονέων;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

18      Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι είναι δυνατή η επίκλησή του από τέκνα τουρκικής ιθαγενείας των οποίων οι γονείς δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 της αποφάσεως και ότι συνεπάγεται, ενδεχομένως, την ύπαρξη αυτοτελούς δικαιώματος διαμονής υπέρ των εν λόγω τέκνων εντός του κράτους μέλους υποδοχής καθώς και, κατ’ επέκταση, υπέρ των γονέων που ασκούν πράγματι την επιμέλειά τους. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί υπό ποιες προϋποθέσεις χορηγείται δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80.

19      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 θεσπίζει, υπέρ των τουρκικής ιθαγενείας τέκνων που κατοικούν νομίμως σε κράτος μέλος με τους γονείς τους οι οποίοι απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί νομίμως στο κράτος αυτό, το δικαίωμα να γίνονται δεκτά σ’ αυτό το κράτος μέλος στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ίδιων κριτηρίων αποδοχής, ως προς την απαιτούμενη κατάρτιση, με αυτά που ισχύουν για τα τέκνα των υπηκόων του κράτους μέλους (απόφαση της 7ης Ιουλίου 2005, Gürol, C‑374/03, EU:C:2005:435, σκέψη 22).

20      Πράγματι, η συγκεκριμένη διάταξη θεσπίζει υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των τέκνων τουρκικής ιθαγενείας και των τέκνων των υπηκόων του κράτους μέλους υποδοχής όσον αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση εντός του εν λόγω κράτους μέλους (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2005, Gürol, C‑374/03, EU:C:2005:435, σκέψη 23).

21      Η κτήση όμως των προβλεπόμενων στην εν λόγω διάταξη δικαιωμάτων, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της, εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς, και συγκεκριμένα, αφενός, τα τέκνα τουρκικής ιθαγενείας να διαμένουν νομίμως στο κράτος μέλος υποδοχής με τους γονείς τους και, αφετέρου, οι γονείς τους να απασχολούνται ή να απασχολήθηκαν νομίμως εντός του εν λόγω κράτους μέλους.

22      Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα τουρκικής ιθαγενείας τέκνα Τούρκων υπηκόων οι οποίοι δεν ασκούν ή δεν έχουν ασκήσει έμμισθη δραστηριότητα στο κράτος μέλος υποδοχής ή οι οποίοι εργάστηκαν νομίμως για χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους στο εν λόγω κράτος μέλος μπορούν να επικαλεστούν το δικαίωμα προσβάσεως στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση δυνάμει του άρθρου 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80.

23      Συναφώς, βάσει της πρώτης προϋποθέσεως, απαιτείται τα τέκνα τουρκικής ιθαγενείας να διαμένουν νομίμως στο κράτος μέλος υποδοχής με τους γονείς τους προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση εντός του εν λόγω κράτους μέλους.

24      Η δεύτερη προϋπόθεση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο ένας από τους γονείς πρέπει να ασκεί ή να έχει ασκήσει έμμισθη δραστηριότητα στο κράτος μέλος υποδοχής, τηρουμένων των διατάξεων της αποφάσεως 1/80 σχετικά με την απασχόληση, ήτοι των άρθρων 6 και 7 της αποφάσεως.

25      Πράγματι, κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη της, η απόφαση 1/80 αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη βελτίωση, στον κοινωνικό τομέα, του καθεστώτος του οποίου απολαύουν οι Τούρκοι εργαζόμενοι και τα μέλη των οικογενειών τους. Ειδικότερα, τα άρθρα 6, 7 και 9 της αποφάσεως περιλαμβάνονται στο τμήμα 1 του τιτλοφορούμενου «Κοινωνικές διατάξεις» κεφαλαίου II της αποφάσεως, το οποίο αφορά τα ζητήματα σχετικά με την απασχόληση και την ελεύθερη κυκλοφορία των Τούρκων εργαζομένων.

26      Κατά πρώτον, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 απαριθμεί τις κύριες προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η άσκηση έμμισθης δραστηριότητας από Τούρκους υπηκόους οι οποίοι είναι ενταγμένοι στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, προκειμένου να έχουν δικαίωμα χορηγήσεως και ανανεώσεως της άδειας εργασίας. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι ο ενδιαφερόμενος είναι Τούρκος εργαζόμενος εντός κράτους μέλους, ότι είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής και ότι εργάστηκε νομίμως για ορισμένο χρονικό διάστημα (απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, Güzeli, C‑4/05, EU:C:2006:670, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα ανανεώσεως της άδειας εργασίας του προκειμένου να συνεχίσει να ασκεί έμμισθη δραστηριότητα στον ίδιο εργοδότη μετά από ένα έτος νόμιμης απασχολήσεως (πρβλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Gülbahce, C‑268/11, EU:C:2012:695, σκέψεις 37 και 45).

28      Ομοίως, η απαίτηση ο Τούρκος εργαζόμενος να είναι ενταγμένος στη «νόμιμη αγορά εργασίας», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, προϋποθέτει σταθερή και όχι πρόσκαιρη θέση στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους και, ως εκ τούτου, επιβάλλει να υπάρχει μη αμφισβητούμενο δικαίωμα διαμονής (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Gülbahce, C‑268/11, EU:C:2012:695, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29      Κατά δεύτερον, κατά το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, για την κτήση αυτοτελούς δικαιώματος προσβάσεως στην αγορά εργασίας απαιτείται να πληρούνται σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα, πρώτον, ο ενδιαφερόμενος να θεωρείται μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής, δεύτερον, οι αρμόδιες αρχές του ως άνω κράτους μέλους να έχουν επιτρέψει στο πρόσωπο αυτό να ζήσει μαζί με τον εν λόγω εργαζόμενο και, τρίτον, ο ενδιαφερόμενος να διαμένει νομίμως στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους επί ορισμένο χρονικό διάστημα (πρβλ. απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Dülger, C‑451/11, EU:C:2012:504, σκέψη 29).

30      Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται ότι τα τουρκικής ιθαγενείας τέκνα των οποίων κανένας από τους γονείς δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 της αποφάσεως 1/80, οι οποίες υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 26 έως 29 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορούν να επικαλούνται το δικαίωμα προσβάσεως στη γενική εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση που προβλέπεται στο άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80.

31      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι δεν μπορούν να επικαλούνται το άρθρο αυτό τα τέκνα τουρκικής ιθαγενείας των οποίων οι γονείς δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 της αποφάσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

32      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, για την ανάπτυξη της συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, έχει την έννοια ότι δεν μπορούν να επικαλούνται το άρθρο αυτό τα τέκνα τουρκικής ιθαγενείας των οποίων οι γονείς δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 της αποφάσεως.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.