Language of document :

Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Pécsi Törvényszék (Ουγγαρία) στις 15 Μαΐου 2015 – Hőszig Kft κατά Alstom Power Thermal Services

(Υπόθεση C-222/15)

Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική

Αιτούν δικαστήριο

Pécsi Törvényszék

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Ενάγουσα: Hőszig Kft

Εναγομένη: Alstom Power Thermal Services

Προδικαστικά ερωτήματα

Ι.    Ως προς τον κανονισμό (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) 1 [στο εξής: κανονισμός 593/2008]:

Δύναται εθνικό δικαστήριο κράτους μέλους να ερμηνεύσει την περιεχόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 593/2008 φράση «από τις περιστάσεις συνάγεται» υπό την έννοια ότι η εξέταση «των περιστάσεων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη» προκειμένου να διαπιστωθεί ο εύλογος χαρακτήρας της μη παροχής συναινέσεως σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας στην οποία το συμβαλλόμενο μέρος έχει τη συνήθη διαμονή του αναφέρεται στις περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση, το αντικείμενο της συμβάσεως και την εκτέλεσή της;

1.1.    Πρέπει το κατ’ άρθρο 10, παράγραφος 2, αποτέλεσμα που απορρέει από την περιγραφόμενη στο ανωτέρω σημείο 1 κατάσταση να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εάν γίνει δεκτό ότι από τις περιστάσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη, δεδομένης της επικλήσεως από ένα συμβαλλόμενο μέρος [του δικαίου της χώρας που έχει τη συνήθη διαμονή του], συνάγεται ότι η παροχή συναινέσεως για το εφαρμοστέο κατά την παράγραφο 1 δίκαιο δεν ήταν το λογικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του μέρους αυτού, το δικαστήριο οφείλει να εκτιμήσει την ύπαρξη και το κύρος της συμβατικής ρήτρας σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας στην οποία έχει τη συνήθη διαμονή του το συμβαλλόμενο μέρος που προέβη στην επίκληση αυτή;

Δύναται το δικαστήριο αυτού του κράτους μέλος να ερμηνεύσει τη διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 593/2008 υπό την έννοια ότι το δικαστήριο μπορεί να εκτιμά ελεύθερα, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των επίμαχων περιστάσεων της υποθέσεως, εάν, βάσει των περιστάσεων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, η παροχή συναινέσεως για το εφαρμοστέο κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, δίκαιο δεν ήταν το εύλογο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του συμβαλλόμενου μέρους;

Στην περίπτωση που, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 593/2008, ένα συμβαλλόμενο μέρος επικαλεστεί το δίκαιο της χώρας στην οποία έχει τη συνήθη διαμονή του προκειμένου να αποδείξει ότι δεν έχει παράσχει τη συναίνεσή του, οφείλει το δικαστήριο κράτους μέλους να λάβει υπόψη του το δίκαιο της χώρας της συνήθους διαμονής του μέρους αυτού προκειμένου να κρίνει εάν, λαμβανομένων υπόψη των προβαλλόμενων «περιστάσεων», η συναίνεση του μέρους αυτού για την εφαρμογή συγκεκριμένου δικαίου δεν αποτελούσε εύλογη συμπεριφορά κατά το δίκαιο αυτό;3.1    Στην περίπτωση αυτή, αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία δικαστηρίου κράτους μέλους κατά την οποία η εξέταση των «περιστάσεων» για τη διαπίστωση του ευλόγου χαρακτήρα της μη συναινέσεως αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση, το αντικείμενο της συμβάσεως και την εκτέλεσή της;ΙΙ.    Ως προς τον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (Βρυξέλλες Ι)  [στο εξής: κανονισμός 44/2001]:Είναι αντίθετη προς τη διάταξη του

άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ερμηνεία δικαστηρίου κράτους μέλους κατά την οποία απαιτείται ο ακριβής καθορισμός του αρμόδιου δικαστηρίου ή αρκεί, λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων στην αιτιολογική σκέψη 14 του εν λόγω κανονισμού απαιτήσεων, να συνάγεται σαφώς από τη σύμβαση η βού

ληση ή η πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών;4.1    Συνάδει προς τις απαιτήσεις του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ερμηνεία δικαστηρίου κράτους μέλους κατά την οποία μια ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβανόμ

ενη στους γενικούς όρους συναλλαγών, όπως αυτοί έχουν διατυπωθεί από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, και ορίζουσα τα δικαστήρια συγκεκριμένης πόλεως κράτους μέλους, εν προκειμένω του Παρισιού (Γαλλία), στην αποκλειστική και τελική δικαιοδοσία των οποίων υπάγονται οι αναφυόμενες ή σχετιζόμενες με το κύρος, την εκτέλεση ή την ακύρωση της παραγγελίας διαφορές που δεν μπόρεσαν να επ

ιλυθούν με φιλικό διακανονισμό μεταξύ των μερών είναι αρκούντως σαφής ώστε να συνάγεται σαφώς από τη διατύπωσή της, λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων στην αιτιολογική σκέψη 14 απαιτήσεων, η βούληση ή η πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών όσον αφορά το ορισθέν κράτος μέλος;

____________

1     ΕΕ L 177, σ. 6.     ΕΕ L 12, σ. 1.