Language of document : ECLI:EU:C:2022:242

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 31ης Μαρτίου 2022 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες – Συμβάσεις πίστωσης – Δάνειο που έχει συναφθεί σε ξένο νόμισμα και αποπληρώνεται σε εθνικό νόμισμα – Συμβατική ρήτρα βάσει της οποίας ο καταναλωτής φέρει τον συναλλαγματικό κίνδυνο – Καταχρηστικός χαρακτήρας ρήτρας που αφορά το κύριο αντικείμενο της σύμβασης – Αποτελέσματα – Ακυρότητα της σύμβασης – Σοβαρή ζημία για τον καταναλωτή – Πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 93/13 – Μη δεσμευτική γνωμοδότηση του ανώτατου δικαστηρίου – Δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν οι συμβαλλόμενοι σε δανειακή σύμβαση αν δεν είχε συναφθεί η σύμβαση αυτή»

Στην υπόθεση C‑472/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο Βουδαπέστης‑Πρωτευούσης, Ουγγαρία) με απόφαση της 28ης Αυγούστου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Σεπτεμβρίου 2020, στο πλαίσιο της δίκης

Lombard Pénzügyi és Lízing Zrt.

κατά

PN,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, N. Jääskinen (εισηγητή) και M. Safjan, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Lombard Pénzügyi és Lízing Zrt., εκπροσωπούμενη από τον Zs. Bohács, ügyvéd,

–        ο PN, εκπροσωπούμενος από τον L. Gönczi, ügyvéd,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Z. Fehér και την K. Szíjjártó,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις I. Rubene και Zs. Teleki, καθώς και από τους N. Ruiz García και L. Havas,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Lombard Pénzügyi és Lízing Zrt. (στο εξής: Lombard) και του PN σχετικά με τα έννομα αποτελέσματα συμβατικής ρήτρας που αφορά τον συναλλαγματικό κίνδυνο τον οποίο φέρει ο καταναλωτής στην περίπτωση σύμβασης πίστωσης που έχει συναφθεί σε ξένο νόμισμα αλλά πρέπει να αποπληρωθεί σε εθνικό νόμισμα.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Το άρθρο 4 της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

2.      Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»

4        Κατά το άρθρο 5, πρώτη περίοδος, της εν λόγω οδηγίας, «[σ]την περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο».

5        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»

6        Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»

7        Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.»

 Το ουγγρικό δίκαιο

8        Το άρθρο 209 του Polgári Törvénykönyvről szóló 1959. évi IV. törvény (νόμου IV του 1959, για τη θέσπιση Αστικού Κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: παλαιός Αστικός Κώδικας), όριζε τα εξής:

«(1)      Γενική συμβατική ρήτρα ή συμβατική ρήτρα η οποία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο σύμβασης που συνάπτεται με καταναλωτή είναι καταχρηστική εάν, αντιθέτως προς τις επιταγές της καλής πίστης και της ισότητας των συμβαλλομένων, ορίζει μονομερώς και άνευ δικαιολογητικής βάσης τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, όπως απορρέουν από τη σύμβαση, κατά τρόπον ώστε να περιάγει σε μειονεκτική θέση τον αντισυμβαλλόμενο του προσώπου το οποίο επιβάλλει την οικεία συμβατική ρήτρα.

(2)      Κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού ή μη χαρακτήρα ρήτρας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που συνέτρεχαν κατά τη σύναψη της σύμβασης και οι οποίες καθόρισαν τη σύναψή της, καθώς και η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και η σχέση της οικείας ρήτρας με άλλες ρήτρες της σύμβασης ή με άλλες συμβάσεις.

(3)      Με ειδική ρύθμιση μπορούν να καθορίζονται οι ρήτρες των καταναλωτικών συμβάσεων οι οποίες χαρακτηρίζονται καταχρηστικές ή οι ρήτρες οι οποίες θεωρούνται καταχρηστικές μέχρις αποδείξεως του εναντίου.

(4)      Είναι καταχρηστικός γενικός όρος συναλλαγών ή συμβατική ρήτρα η οποία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο σύμβασης συναπτόμενης με καταναλωτή εκ μόνου του λόγου ότι δεν έχει συνταχθεί κατά τρόπο σαφή ή κατανοητό.

(5)      Οι διατάξεις που σχετίζονται με τις καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες δεν εφαρμόζονται στους όρους της σύμβασης που ορίζουν την κύρια παροχή ούτε σε εκείνους που προσδιορίζουν την αντιστοιχία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτοί είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»

9        Κατά το άρθρο 209/A του παλαιού Αστικού Κώδικα:

«(1)      Ο θιγόμενος δύναται να προσβάλει τις καταχρηστικές ρήτρες που περιλαμβάνονται σε σύμβαση ως γενικοί συμβατικοί όροι.

(2)      Οι καταχρηστικές ρήτρες οι οποίες είτε περιλαμβάνονται ως γενικοί συμβατικοί όροι σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές είτε τίθενται από τον επαγγελματία μονομερώς, εκ των προτέρων και χωρίς ατομική διαπραγμάτευση, είναι άκυρες. Η ακυρότητα της σύμβασης μπορεί να προβληθεί μόνον προς το συμφέρον του καταναλωτή.»

10      Το άρθρο 237 του Κώδικα αυτού είχε ως εξής:

«(1)      Σε περίπτωση άκυρης σύμβασης, επιβάλλεται η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν τη σύναψη της σύμβασης.

(2)      Στην περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν τη σύναψη της σύμβασης, ο δικαστής μπορεί να κρίνει ότι η σύμβαση παράγει αποτελέσματα για το χρονικό διάστημα έως την έκδοση της απόφασής του. Επικύρωση άκυρης σύμβασης χωρεί στην περίπτωση κατά την οποία είναι δυνατή η εξάλειψη του λόγου ακύρωσης, ιδίως, σε περίπτωση ασυμμετρίας μεταξύ των παροχών των συμβαλλομένων στο πλαίσιο τοκογλυφικής σύμβασης, διά της εξάλειψης του δυσανάλογου οφέλους. Στις περιπτώσεις αυτές διατάσσεται η επιστροφή τυχόν αχρεωστήτως καταβληθείσας παροχής.»

11      Το άρθρο 203, παράγραφοι 4 και 5, του hitelintézetekről és a pénzügyi vállalkozásokról szóló 1996. évi CXII. törvény (νόμου CXII του 1996 σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, όριζε τα εξής:

«(4)      Σε περίπτωση συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές με τις οποίες χορηγείται πίστωση σε ξένο νόμισμα ή οι οποίες περιέχουν δικαίωμα αγοράς επί ακινήτων, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα οφείλει να εξηγεί στον πελάτη τον κίνδυνο που αναλαμβάνει στη δικαιοπραξία, ο δε πελάτης επιβεβαιώνει με την υπογραφή του ότι ενημερώθηκε.

(5)      Η δήλωση της παραγράφου 4 πρέπει να περιλαμβάνει:

a)      σε περίπτωση σύμβασης για τη χορήγησης πίστωσης σε ξένο νόμισμα, την ύπαρξη συναλλαγματικού κινδύνου καθώς και την επίδρασή του στο ύψος των δόσεων αποπληρωμής,

[…]».

12      Το άρθρο 1 του Kúriának a pénzügyi intézmények fogyasztói kölcsönszerződéseire vonatkozó jogegységi határozatával kapcsolatos egyes kérdések rendezéséről szóló 2014. évi XXXVIII. törvényben rögzített elszámolás szabályairól és egyes egyéb rendelkezésekről szóló 2014. évi XL. Törvény [νόμου XL του 2014 περί των κανόνων που διέπουν την εκκαθάριση λογαριασμών κατά τον νόμο XXXVIII του 2014 για τη ρύθμιση ορισμένων ζητημάτων σχετικά με την απόφαση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία) χάριν ομοιόμορφης ερμηνείας των διατάξεων του αστικού δικαίου για τις δανειακές συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και καταναλωτών και περί διαφόρων άλλων διατάξεων, στο εξής: νόμος DH2] προβλέπει τα ακόλουθα:

«Τα αποτελέσματα του παρόντος νόμο καλύπτουν τις δανειακές συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του (Kúriának a pénzügyi intézmények fogyasztói kölcsönszerződéseire vonatkozó jogegységi határozatával kapcsolatos egyes kérdések rendezéséről szóló 2014. évi XXXVIII. Törvény [νόμου XXXVIII του 2014 για τη ρύθμιση ορισμένων ζητημάτων σχετικά με την απόφαση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) χάριν ομοιόμορφης ερμηνείας των διατάξεων του αστικού δικαίου για τις δανειακές συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και καταναλωτών]).»

13      Το άρθρο 37 του νόμου DH2 ορίζει τα ακόλουθα:

«(1)      Όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, ο διάδικος δεν δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο να αναγνωρίσει την ακυρότητα της σύμβασης ή συγκεκριμένων συμβατικών ρητρών (στο εξής: μερική ακυρότητα) –ανεξαρτήτως του λόγου ακυρότητας τον οποίο προβάλλει– παρά μόνον αν ζητήσει επίσης να εφαρμοσθούν από το εν λόγω δικαστήριο οι έννομες συνέπειες της ακυρότητας, δηλαδή να αναγνωριστεί το κύρος ή η ισχύς της σύμβασης έως την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Άλλως, και εφόσον δεν γίνει χρήση της παρασχεθείσας στον διάδικο δυνατότητας θεραπείας των σχετικών ελλείψεων, το δικαστήριο δεν δύναται να κρίνει την ουσία της υπόθεσης. Αν διάδικος ζητήσει να καθορίσει το δικαστήριο τις έννομες συνέπειες της ολικής ή μερικής ακυρότητας, οφείλει επίσης να υποδείξει τις έννομες συνέπειες των οποίων την εφαρμογή ζητεί. Όσον αφορά την εφαρμογή των εννόμων συνεπειών, ο διάδικος πρέπει να υποβάλει ρητό και ποσοτικώς προσδιορισμένο αίτημα, το οποίο περιλαμβάνει την εκκαθάριση λογαριασμών μεταξύ των διαδίκων.

(2)      Ως προς τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου και λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της παραγράφου 1, πρέπει, βάσει των διατάξεων του άρθρου 239/A, παράγραφος 1, του [παλαιού Αστικού Κώδικα], ή του άρθρου 6:108, παράγραφος 2, του [Polgári törvénykönyvről szóló 2013. évi V. törvény (νόμου V του 2013 για τη θέσπιση Αστικού Κώδικα)], εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος νόμου, να απορριφθεί η αγωγή χωρίς κλήτευση των διαδίκων στις εκκρεμείς δίκες που κινήθηκαν για την αναγνώριση της ολικής ή μερικής ακυρότητας της σύμβασης ή να καταργηθεί η δίκη. Η αγωγή δεν απορρίπτεται χωρίς κλήτευση των διαδίκων ή η δίκη δεν καταργείται όταν ο διάδικος, πέραν του αιτήματος περί αναγνώρισης της ολικής ή μερικής ακυρότητας, έχει υποβάλει και άλλο αίτημα· στην περίπτωση αυτή, θεωρείται ότι δεν εμμένει στο αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας. Το ίδιο ισχύει επίσης για τις δίκες που επαναλαμβάνονται μετά το πέρας αναστολής.»

14      Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 1, του bíróságok szervezetéről és igazgatásáról szóló 1997. évi LXVI. Törvény (νόμου LXVI του 1997 περί της οργάνωσης και της δικαστικής διοίκησης), το μικτό τμήμα του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) ερμηνεύει τη νομολογία και γνωμοδοτεί επί των επίμαχων ζητημάτων εφαρμογής του δικαίου προκειμένου να διασφαλίζεται η ομοιομορφία της νομολογίας.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15      Στις 4 Δεκεμβρίου 2009, ο PN συνήψε με τη Lombard Finanszírozási Zrt. ατομική σύμβαση δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο για την αγορά οχήματος (στο εξής: επίμαχη δανειακή σύμβαση). Η σύμβαση αυτή είχε συνομολογηθεί σε ελβετικό φράγκο (CHF) και οι καταβλητέες μηνιαίες δόσεις μετατρέπονταν σε ουγγρικά φιορίνια (HUF).

16      Κατά τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης, ο PN υπέγραψε δήλωση γνωστοποίησης του κινδύνου. Στη δήλωση αυτή διευκρινιζόταν, αφενός, ότι ο καταναλωτής φέρει τον συναλλαγματικό κίνδυνο και, αφετέρου, ότι η μελλοντική εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι απρόβλεπτη. Ως εκ τούτου, οι μηνιαίες δόσεις καθορίζονταν σε ελβετικά φράγκα και στη συνέχεια μετατρέπονταν σε ουγγρικά φιορίνια, η δε συναλλαγματική διαφορά, υπολογιζόμενη κατά τη μετατροπή αυτή, έπρεπε να βαρύνει τον δανειολήπτη. Από το ίδιο έγγραφο προέκυπτε επίσης ότι, όταν η ισοτιμία προς το ουγγρικό φιορίνι κατά την ημερομηνία πληρωμής κυμαινόταν σε σχέση με τη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς που είχε καθοριστεί κατά τη σύναψη της συμβάσεως, η διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης και της τιμής αγοράς βάρυνε επίσης τον δανειολήπτη.

17      Στις 31 Αυγούστου 2010, κατόπιν λύσης με απορρόφηση της Lombard Finanszírozási Zrt., η Lombard τη διαδέχθηκε ως καθολικός διάδοχος. Κατά συνέπεια, το σύνολο των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων της Lombard Finanszírozási Zrt. μεταβιβάστηκε στη Lombard.

18      Τον Απρίλιο του 2015, έλαβε χώρα αναπροσαρμογή της δανειακής σύμβασης, κατόπιν εκκαθάρισης λογαριασμών, δυνάμει του νόμου DH2. Κατά το πέρας της εκκαθάρισης αυτής, ποσό 284 502 HUF (περίπου 800 ευρώ), το οποίο κρίθηκε ότι κατεβλήθη αχρεωστήτως στη δανείστρια, αφαιρέθηκε από το ποσό που όφειλε ο PN. Αντιθέτως, το ετήσιο επιτόκιο, ύψους 22,32 % πριν από την αναπροσαρμογή της επίμαχης δανειακής σύμβασης, παρέμεινε αμετάβλητο. Η εν λόγω εκκαθάριση απεστάλη στον PN, ο οποίος δεν προέβαλε αντιρρήσεις.

19      Δεδομένου ότι ο PN καθυστερούσε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων της επίμαχης δανειακής σύμβασης, η Lombard τον ενημέρωσε, στις 12 Αυγούστου 2015, ότι όφειλε το ποσό των 121 722 HUF (περίπου 342 ευρώ) ως ληξιπρόθεσμες οφειλές, διευκρινίζοντας ότι, σε περίπτωση μη πληρωμής, θα επακολουθούσε καταγγελία της σύμβασης με άμεση επέλευση των αποτελεσμάτων της. Ο PN δεν ικανοποίησε το αίτημα αυτό και, ως εκ τούτου, η Lombard κατήγγειλε μονομερώς την εν λόγω σύμβαση στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, καλώντας με εξώδικη όχληση τον PN να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο των 472 399 HUF (περίπου 1 320 ευρώ). Ο PN παρέλαβε την όχληση αυτή στις 15 Οκτωβρίου 2015.

20      Στη συνέχεια, η Lombard άσκησε αγωγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ζητώντας να αναγνωριστεί αναδρομικώς η ισχύς της επίμαχης δανειακής σύμβασης και να υποχρεωθεί ο PN να της καταβάλει το ποσό των 490 102 HUF (περίπου 1 370 ευρώ), για κεφάλαιο της συμβατικής απαίτησης και για τόκους υπερημερίας.

21      Ο PN προέβαλε τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της επίμαχης δανειακής σύμβασης, δυνάμει των οποίων φέρει εξ ολοκλήρου τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Αμφισβήτησε επίσης ότι η δήλωση γνωστοποίησης σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο ήταν σαφής και κατανοητή. Στο πλαίσιο ανταγωγής, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η Lombard να του καταβάλει ποσό 1 734 144 HUF (περίπου 4 870 ευρώ) ως αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω της ακυρότητας της σύμβασης.

22      Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέτασε, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες σύμβαση όπως η επίμαχη μπορεί να κηρυχθεί έγκυρη υπό το πρίσμα της γνωμοδότησης που εξέδωσε τον Ιούνιο του 2019 το συμβουλευτικό όργανο του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου) (στο εξής: γνωμοδότηση του Kúria). Κατά την εν λόγω γνωμοδότηση, όταν μια μη έγκυρη δανειακή σύμβαση κηρύσσεται έγκυρη, προσφέρονται στα δικαστήρια δύο λύσεις. Μπορούν να κηρύξουν τη σύμβαση έγκυρη κατά τρόπον ώστε να θεωρείται ότι έχει συνομολογηθεί σε ουγγρικά φιορίνια, με επιτόκιο αντίστοιχο προς το ύψος του επιτοκίου που ίσχυε για τις συναλλαγές σε ουγγρικά φιορίνια κατά την ημερομηνία σύναψης της εν λόγω σύμβασης, προσαυξημένο κατά το εφαρμοζόμενο περιθώριο κέρδους. Εναλλακτικά, μπορούν θεωρήσουν τη σύμβαση έγκυρη, θέτοντας ανώτατο όριο στη συναλλαγματική ισοτιμία μετατροπής του ξένου νομίσματος σε ουγγρικά φιορίνια, ενώ το επιτόκιο που καθορίζεται στη σύμβαση παραμένει αμετάβλητο μέχρι την ημερομηνία μετατροπής σε ουγγρικά φιορίνια.

23      Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε ότι, μολονότι η ρήτρα της επίμαχης δανειακής σύμβασης κατά την οποία ο PN φέρει τον συναλλαγματικό κίνδυνο είχε καταχρηστικό χαρακτήρα, εντούτοις, η σύμβαση αυτή έπρεπε να θεωρηθεί έγκυρη, αναδρομικώς από την ημερομηνία σύναψής της, αλλά συνομολογηθείσα, από την ίδια ημερομηνία, σε ουγγρικά φιορίνια. Επιπλέον, αποφάσισε ότι το ετήσιο επιτόκιο έπρεπε να καθοριστεί στο 23,07 %, με αφετηρία τον υπολογισμό που είχε πραγματοποιήσει η Lombard και ο οποίος βασιζόταν στη διαφορά μεταξύ του αρχικού ποσού του δανείου και του συνολικού ποσού των μηνιαίων δόσεων που είχε καταβάλει ο PN. Εν προκειμένω, το αρχικό ποσό του δανείου ήταν 1 417 500 HUF (περίπου 4 000 ευρώ) και προβλεπόταν ότι το συνολικό ποσό των μηνιαίων δόσεων που έπρεπε να καταβληθεί ανερχόταν σε 2 689 225 HUF (περίπου 7 600 ευρώ). Δεδομένου ότι ο PN κατέβαλε στην πράξη ποσό 3 151 644 HUF (περίπου 8 900 ευρώ), το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποχρέωσε τη Lombard, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, να επιστρέψει τη διαφορά μεταξύ των δύο τελευταίων ποσών, ήτοι 462 419 HUF (περίπου 1 300 ευρώ).

24      Η Lombard άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, Fővárosi Törvényszék (δικαστηρίου Βουδαπέστης‑Πρωτευούσης, Ουγγαρία), αμφισβητώντας τη διαπίστωση ότι η επίμαχη δανειακή σύμβαση έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε συνομολογηθεί, από την ημερομηνία σύναψής της, σε ουγγρικά φιορίνια. Ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η αναγνώριση του κύρους της σύμβασης δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την ανατροπή της συμβατικής ισορροπίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργείται ανισορροπία, στο πλαίσιο της έννομης σχέσης, μεταξύ των αντίστοιχων αξιών της παροχής και της αντιπαροχής. Επιπλέον, κατά τη Lombard, τέτοιες συμβάσεις, οι οποίες συνομολογούνται σε ξένο νόμισμα και μετακυλίουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο στους καταναλωτές, δεν μπορούν να κηρυχθούν παράνομες αυτές καθεαυτές.

25      Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς τις νομικές επιλογές που ανακύπτουν όταν μια σύμβαση, σε περίπτωση ακυρότητας ως προς το κύριο αντικείμενό της, αναγνωρίζεται ότι είναι έγκυρη ή ισχυρή μεταξύ των συμβαλλομένων.

26      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Fővárosi Törvényszék (δικαστήριο της Βουδαπέστης‑Πρωτευούσης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Εάν η καταχρηστική συμβατική ρήτρα αφορά το κύριο αντικείμενο της σύμβασης (ανεπαρκής ενημέρωση σχετικά με τη συναλλαγματική ισοτιμία), με αποτέλεσμα η σύμβαση να μην μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται, και δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, εγγυάται την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας [93/13] το γεγονός ότι, λόγω έλλειψης εθνικών συμπληρωματικών διατάξεων, παρέχει κατευθύνσεις όσον αφορά την αναγνώριση του κύρους ή της ισχύος της σύμβασης η γνωμοδότηση που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, η οποία, ωστόσο, δεν είναι δεσμευτική για τα κατώτερα δικαστήρια[;]

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, σε περίπτωση που η σύμβαση δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται λόγω της καταχρηστικής ρήτρας που αφορά το κύριο αντικείμενό της, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων και, επιπλέον, δεν μπορεί να εφαρμοστεί η προμνησθείσα γνωμοδότηση[;]

3)      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, όταν πρόκειται για αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση ακυρότητας όσον αφορά το κύριο αντικείμενο της σύμβασης σε τέτοιου είδους συμβάσεις, μπορεί ο νόμος να επιβάλει στον καταναλωτή την υποχρέωση να ασκήσει, μαζί με την αγωγή αυτήν, και αγωγή με αίτημα την αναγνώριση του κύρους ή της ισχύος της σύμβασης[;]

4)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, εάν δεν είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, μπορεί το κύρος ή η ισχύς των συμβάσεων να αναγνωριστεί με νομοθετική ρύθμιση εκ των υστέρων, προκειμένου να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ των συμβαλλομένων[;]»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

 Επί του παραδεκτού

27      Υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να προβεί σε χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου απαιτεί η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως να περιέχει έκθεση των λόγων που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και της σχέσης που κατά τη γνώμη του υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας (απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2020, Burgo Group, C‑92/19, EU:C:2020:733, σκέψη 38).

28      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής απόφασης να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο, τα οποία θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία ή το κύρος κανόνα του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει κατ’ αρχήν να απαντήσει, εκτός αν προκύπτει ότι η ερμηνεία την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, αν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη αν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στο εν λόγω ερώτημα (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Τράπεζα Πειραιώς, C‑243/20, EU:C:2021:1045, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29      Δεν αμφισβητείται επίσης ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, το εθνικό δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του εθνικού δικαίου, ενώ το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται αποκλειστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους νομοθετήματος της Ένωσης βάσει των πραγματικών περιστατικών που του εκθέτει το εθνικό δικαστήριο (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Τράπεζα Πειραιώς, C‑243/20, EU:C:2021:1045, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30      Εν προκειμένω, όπως υπογραμμίζει η Ουγγρική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και σχετικά με τη λυσιτέλεια του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης είναι, βεβαίως, λακωνικά.

31      Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Lombard άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, αμφισβητώντας, ειδικότερα, τον επαναχαρακτηρισμό της επίμαχης δανειακής σύμβασης ως σύμβασης συνομολογηθείσας σε ουγγρικά φιορίνια. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι ο εν λόγω επαναχαρακτηρισμός έγινε κατ’ εφαρμογήν της πρώτης λύσης που δόθηκε με τη γνωμοδότηση του Kúria.

32      Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, δεν προκύπτει προδήλως ότι είναι αλυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο αφορά τη δυνατότητα, υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13, εφαρμογής μιας τέτοιας γνωμοδότησης προκειμένου να προσδιοριστεί η προσέγγιση που πρέπει να ακολουθηθεί για να αναγνωριστεί το κύρος ή η ισχύς μιας σύμβασης όταν η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας που αφορά το κύριο αντικείμενό της.

33      Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.

 Επί της ουσίας

34      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν, κατ’ ορθή ερμηνεία της οδηγίας 93/13, η πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεών της μπορεί να διασφαλιστεί, ελλείψει εθνικού κανόνα ενδοτικού δικαίου που διέπει μια τέτοια περίπτωση, μέσω μη δεσμευτικής γνωμοδότησης του ανώτατου δικαστηρίου του οικείου κράτους μέλους με την οποία υποδεικνύεται στα κατώτερα δικαστήρια η προσέγγιση που πρέπει να ακολουθηθεί για να αναγνωριστεί το κύρος ή η ισχύς μιας σύμβασης μεταξύ των συμβαλλομένων, όταν η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας που αφορά το κύριο αντικείμενό της.

35      Πρέπει να υπομνησθεί εκ προοιμίου ότι, μολονότι από το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προκύπτει βεβαίως ότι τα κράτη μέλη, κατά τη μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή της μεθόδου και των μέσων για την εφαρμογή της, η ελευθερία αυτή ουδόλως απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητά της, σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο από αυτήν σκοπό (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Fashion ID, C‑40/17, EU:C:2019:629, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36      Όσον αφορά την οδηγία 93/13, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές (πρβλ. απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito, C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 68).

37      Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν αποκλείεται τα ανώτατα δικαστήρια κράτους μέλους να μπορούν, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους εναρμόνισης της ερμηνείας του δικαίου και για λόγους ασφάλειας δικαίου, να θεσπίσουν, τηρώντας την οδηγία 93/13, ορισμένα κριτήρια με γνώμονα τα οποία τα δικαστήρια κατώτερου βαθμού να μπορούν να εξετάζουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών (πρβλ. απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Banco Santander και Escobedo Cortés, C‑96/16 και C‑94/17, EU:C:2018:643, σκέψη 68).

38      Εξ αυτού προκύπτει επίσης ότι οι κατευθύνσεις που προέρχονται από τα εν λόγω ανώτατα δικαστήρια και περιέχουν τέτοια κριτήρια δεν μπορούν, εντούτοις, να έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζεται το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, αφενός, να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας 93/13, αφήνοντας ανεφάρμοστη, εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως, κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, συμπεριλαμβανομένης κάθε αντίθετης δικαιοδοτικής πρακτικής, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνισή της διά της νομοθετικής ή δικαστικής οδού ή μέσω οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας και, αφετέρου, να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Dunai, C‑118/17, EU:C:2019:207, σκέψη 61).

39      Το Δικαστήριο έχει κρίνει, ειδικότερα, ότι η οδηγία 93/13, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αντιτίθεται στη δυνατότητα ανώτατου δικαστηρίου κράτους μέλους να εκδίδει, προς εξασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας των κανόνων δικαίου, δεσμευτικές αποφάσεις με αντικείμενο τους λεπτομερείς κανόνες για τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας αυτής, υπό την προϋπόθεση οι εν λόγω αποφάσεις να μην εμποδίζουν το αρμόδιο δικαστήριο να εξασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων της οδηγίας αυτής και να παρέχει στον καταναλωτή δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος, με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων που μπορεί αυτός να αντλήσει από την εν λόγω οδηγία, ή να υποβάλλει στο πλαίσιο αυτό αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Dunai, C‑118/17, EU:C:2019:207, σκέψη 64).

40      Ωστόσο, η ύπαρξη μη δεσμευτικής γνωμοδότησης ανώτατου δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία επιτρέπει στα κατώτερα δικαστήρια, τα οποία καλούνται να την ακολουθήσουν, να αποκλίνουν ελεύθερα από αυτήν, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή να διασφαλίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 93/13, κατοχυρώνοντας την πλήρη προστασία των προσώπων που θίγονται από την καταχρηστική ρήτρα.

41      Βεβαίως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αν, μετά την απόφαση του εθνικού δικαστή να καταργηθεί καταχρηστική συμβατική ρήτρα, σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή έπρεπε κατ’ αρχήν να ακυρωθεί στο σύνολό της, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν αντιτίθεται στην κατάργηση από τον εθνικό δικαστή, κατ’ εφαρμογήν αρχών του δικαίου των συμβάσεων, της καταχρηστικής ρήτρας και στην υποκατάστασή της με εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου, σε περιπτώσεις στις οποίες η κήρυξη της καταχρηστικής ρήτρας ως ανίσχυρης θα υποχρέωνε τον εθνικό δικαστή να ακυρώσει τη σύμβαση στο σύνολό της, εκθέτοντας με τον τρόπο αυτόν τον καταναλωτή σε ιδιαιτέρως επιζήμιες συνέπειες, με αποτέλεσμα η ενέργεια αυτή να λειτουργεί ως τιμωρία του (απόφαση της 3ης Μαρτίου 2020, Gómez del Moral Guasch, C‑125/18, EU:C:2020:138, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Πάντως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μη δεσμευτική γνωμοδότηση ανώτατου δικαστηρίου κράτους μέλους, όπως η γνωμοδότηση του Kúria, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τέτοια εθνική διάταξη δικαίου ενδοτικού δικαίου η οποία καλείται να αντικαταστήσει ρήτρα δανειακής σύμβασης η οποία κρίθηκε καταχρηστική.

43      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι κατ’ ορθή ερμηνεία της οδηγίας 93/13, η πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεών της δεν μπορεί να διασφαλιστεί, ελλείψει εθνικού κανόνα ενδοτικού δικαίου που διέπει μια τέτοια περίπτωση, αποκλειστικά μέσω μη δεσμευτικής γνωμοδότησης του ανώτατου δικαστηρίου του οικείου κράτους μέλους με την οποία υποδεικνύεται στα κατώτερα δικαστήρια η προσέγγιση που πρέπει να ακολουθηθεί για να αναγνωριστεί το κύρος ή η ισχύς μιας σύμβασης μεταξύ των συμβαλλομένων, όταν η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας που αφορά το κύριο αντικείμενό της.

 Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

 Επί του παραδεκτού

44      Υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 27 έως 29 της παρούσας απόφασης, καθώς και των στοιχείων που εκτίθενται στη σκέψη 31 της παρούσας απόφασης, δεν προκύπτει προδήλως ότι στερείται σημασίας για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο αφορά τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν οι συμβαλλόμενοι σε δανειακή σύμβαση αν η σύμβαση αυτή δεν είχε συναφθεί, όταν η εν λόγω σύμβαση, λόγω της καταχρηστικής ρήτρας που αφορά το κύριο αντικείμενό της, δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται, οι συμβαλλόμενοι δεν καταλήγουν σε συμφωνία και επιπλέον δεν είναι υποχρεωτική η εφαρμογή της μη δεσμευτικής γνωμοδότησης που μνημονεύθηκε στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.

45      Επομένως, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.

 Επί της ουσίας

46      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, κατ’ ορθή ερμηνεία της οδηγίας 93/13, ο αρμόδιος εθνικός δικαστής δεν επιτρέπεται να αποφασίσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που θα βρίσκονταν οι συμβαλλόμενοι σε δανειακή σύμβαση αν η σύμβαση αυτή δεν είχε συναφθεί, διότι ρήτρα της εν λόγω σύμβασης που αφορά το κύριο αντικείμενό της πρέπει να κριθεί καταχρηστική δυνάμει της εν λόγω οδηγίας.

47      Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.

48      Εντούτοις, το άρθρο 8 της οδηγίας προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν ή να διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από αυτήν, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη Συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.

49      Ειδικότερα, στις σκέψεις 30 έως 35, 40 και 43 της απόφασης της 3ης Ιουνίου 2010, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid (C‑484/08, EU:C:2010:309), το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι οι ρήτρες του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 εμπίπτουν στον τομέα που διέπεται από αυτήν και ότι, κατά συνέπεια, το άρθρο 8 εφαρμόζεται επίσης και ως προς το άρθρο 4, παράγραφος 2, έκρινε ότι οι δύο αυτές διατάξεις δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχο του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών και εξασφαλίζει υψηλότερο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή σε σύγκριση με εκείνο που καθιερώνει η οδηγία.

50      Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι συμβατική ρήτρα η οποία κρίνεται καταχρηστική πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρείται ως ουδέποτε υπάρξασα, οπότε δεν δύναται να παράγει αποτελέσματα έναντι του καταναλωτή. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση με δικαστική απόφαση της καταχρηστικότητας μιας τέτοιας ρήτρας πρέπει κατ’ αρχήν να συνεπάγεται την αποκατάσταση της νομικής και πραγματικής κατάστασης στην οποία θα τελούσε ο καταναλωτής αν δεν υπήρχε η εν λόγω ρήτρα (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ., C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψη 61).

51      Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 τείνει να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία ικανή να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2012, Pereničová και Perenič, C‑453/10, EU:C:2012:144, σκέψη 28, και της 3ης Μαρτίου 2020, Gómez del Moral Guasch, C‑125/18, EU:C:2020:138, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

52      Όσον αφορά τις συνέπειες που έχει για το κύρος μιας σύμβασης η διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών της, υπογραμμίζεται ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, in fine, της οδηγίας 93/13, «η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες» (αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2012, Pereničová και Perenič, C‑453/10, EU:C:2012:144, σκέψη 29, και της 29ης Απριλίου 2021, Bank BPH, C‑19/20, EU:C:2021:341, σκέψη 53).

53      Στο πλαίσιο αυτό, τα εθνικά δικαστήρια που διαπιστώνουν ότι οι συμβατικές ρήτρες είναι καταχρηστικές οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, αφενός, να συνάγουν όλες τις απορρέουσες σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο συνέπειες, ώστε ο καταναλωτής να μη δεσμεύεται από τις εν λόγω ρήτρες, και, αφετέρου, να εκτιμούν κατά πόσον η οικεία σύμβαση μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες (διάταξη της 22ας Φεβρουαρίου 2018, ERSTE Bank Hungary, C‑126/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:107, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

54      Ειδικότερα, ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης με την οδηγία 93/13 είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και η κατ’ αρχήν διατήρηση σε ισχύ του συνόλου της σύμβασης, και δη χωρίς να ακυρώνονται όλες οι συμβάσεις οι οποίες περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2019, Dunai, C‑118/17, EU:C:2019:207, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, OTP Jelzálogbank κ.λπ., C‑932/19, EU:C:2021:673, σκέψη 40).

55      Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, μολονότι εναπόκειται στα κράτη μέλη, μέσω του εθνικού δικαίου τους, να καθορίζουν το λεπτομερές πλαίσιο για τη διαπίστωση της καταχρηστικότητας ρήτρας περιεχόμενης σε σύμβαση και για την υλοποίηση των συγκεκριμένων έννομων αποτελεσμάτων της διαπίστωσης αυτής, γεγονός παραμένει ότι η εν λόγω διαπίστωση πρέπει να καθιστά δυνατή την αποκατάσταση της νομικής και πραγματικής κατάστασης στην οποία θα τελούσε ο καταναλωτής ελλείψει της ως άνω καταχρηστικής ρήτρας, ιδίως διά της θεμελίωσης δικαιώματος προς επιστροφή του οφέλους που αποκόμισε αδικαιολογήτως εις βάρος του ο επαγγελματίας βάσει της εν λόγω καταχρηστικής ρήτρας (απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Sziber, C‑483/16, EU:C:2018:367, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

56      Εξάλλου, όταν ο εθνικός δικαστής κρίνει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί σύμβαση δανείου δεν μπορεί, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες και όταν στο εθνικό δίκαιο δεν υφίσταται διάταξη ενδοτικού δικαίου ή διάταξη εφαρμοστέα σε περίπτωση συμφωνίας των συμβαλλομένων η οποία να μπορεί να αντικαταστήσει τις εν λόγω ρήτρες, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το μέτρο που ο καταναλωτής δεν εξέφρασε την επιθυμία να διατηρηθούν σε ισχύ οι καταχρηστικές ρήτρες και η ακύρωση της σύμβασης θα τον εξέθετε σε ιδιαιτέρως επιζήμιες συνέπειες, το υψηλό επίπεδο προστασίας που πρέπει να παρέχεται βάσει της οδηγίας 93/13 επιτάσσει, προς τον σκοπό της αποκατάστασης πραγματικής ισορροπίας μεταξύ των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, τη λήψη εκ μέρους του δικαστή όλων των αναγκαίων μέτρων, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου του εσωτερικού δικαίου, προκειμένου να προστατευθεί ο καταναλωτής από τις ιδιαιτέρως επιζήμιες συνέπειες που θα μπορούσε να προκαλέσει εις βάρος του η ακύρωση της σύμβασης, μεταξύ άλλων και λόγω του αμέσως απαιτητού της αξίωσης του επαγγελματία (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2020, Banca B., C‑269/19, EU:C:2020:954, σκέψη 41).

57      Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, αν, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της δανειακής σύμβασης, το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι δεν είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν οι συμβαλλόμενοι σε δανειακή σύμβαση αν δεν είχε συναφθεί η σύμβαση αυτή, σε αυτό εναπόκειται να διασφαλίσει ότι ο καταναλωτής θα βρεθεί εν τέλει στην κατάσταση στην οποία θα τελούσε αν δεν είχε υπάρξει η ρήτρα που κρίθηκε καταχρηστική.

58      Σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, τα συμφέροντα του καταναλωτή θα μπορούσαν συγκεκριμένα να προστατευθούν, ιδίως, μέσω της επιστροφής σε αυτόν των ποσών που εισέπραξε αχρεωστήτως ο πιστωτικός φορέας βάσει της ρήτρας που κρίθηκε καταχρηστική, με την επιστροφή αυτή να λαμβάνει χώρα λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επαναχαρακτήρισε την επίμαχη δανειακή σύμβαση ως δανειακή σύμβαση συνομολογηθείσα σε ουγγρικά φιορίνια και, στη συνέχεια, καθόρισε το εφαρμοστέο επιτόκιο και υποχρέωσε τη Lombard να επιστρέψει το ποσό που αντιστοιχούσε σε τέτοιο αδικαιολόγητο πλουτισμό.

59      Εντούτοις, πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι εξουσίες του δικαστή δεν μπορούν να βαίνουν πέραν του απολύτως αναγκαίου για την αποκατάσταση της συμβατικής ισορροπίας μεταξύ των συμβαλλομένων και, επομένως, για την προστασία του καταναλωτή από τις ιδιαιτέρως επιζήμιες συνέπειες που θα μπορούσε να προκαλέσει η ακύρωση της επίμαχης δανειακής σύμβασης (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2020, Banca B., C‑269/19, EU:C:2020:954, σκέψη 44).

60      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία της οδηγίας 93/13, ο αρμόδιος εθνικός δικαστής επιτρέπεται να αποφασίσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που θα βρίσκονταν οι συμβαλλόμενοι σε δανειακή σύμβαση αν η σύμβαση αυτή δεν είχε συναφθεί, διότι ρήτρα της εν λόγω σύμβασης που αφορά το κύριο αντικείμενό της πρέπει να κριθεί καταχρηστική δυνάμει της ως άνω οδηγίας, εξυπακουομένου ότι, αν η επαναφορά αυτή αποδειχθεί αδύνατη, στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να διασφαλίσει ότι ο καταναλωτής θα βρεθεί εν τέλει στην κατάσταση στην οποία θα τελούσε αν δεν είχε υπάρξει η ρήτρα που κρίθηκε καταχρηστική.

 Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

61      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει στον καταναλωτή που ασκεί αγωγή με αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα του κύριου αντικειμένου της σύμβασης να υποβάλει συγχρόνως αίτημα για την αναγνώριση του κύρους ή της ισχύος μιας δανειακής σύμβασης.

62      Συναφώς, πρέπει να τονιστεί, αφενός, ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στη διαφορά της κύριας δίκης, ο καταναλωτής δεν είναι, όπως υπογράμμισε η Lombard με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ο ενάγων, αλλά ο εναγόμενος.

63      Αφετέρου, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι μια τέτοια δικονομική απαίτηση ισχύει ή εφαρμόστηκε στην ανταγωγή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το δε αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει σε ποιο βαθμό η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.

64      Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το αιτούν δικαστήριο, παραλείποντας να εκθέσει με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια τους λόγους που το οδήγησαν να υποβάλει το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, δεν συμμορφώθηκε προς την απαίτηση του άρθρου 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 27 της παρούσας απόφασης.

65      Υπό τις συνθήκες αυτές, το ως άνω ερώτημα είναι απαράδεκτο.

 Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος

66      Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που θα βρίσκονταν οι συμβαλλόμενοι αν η σύμβαση αυτή δεν είχε συναφθεί, για την οποία γίνεται λόγος στο πλαίσιο του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, το κύρος ή η ισχύς της επίμαχης δανειακής σύμβασης θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί με νομοθετική ρύθμιση εκ των υστέρων προκειμένου να διασφαλιστεί ισορροπία μεταξύ των συμβαλλομένων.

67      Όπως υπογράμμισε η Ουγγρική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι το αιτούν δικαστήριο δεν όρισε τι εννοεί με τη «νομοθετική ρύθμιση εκ των υστέρων» στην οποία αναφέρεται στο ερώτημα αυτό.

68      Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο ομοίως δεν αναφέρει σε ποιο βαθμό η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.

69      Κατά συνέπεια, για τον ίδιο λόγο με εκείνον που παρατέθηκε στη σκέψη 64 της παρούσας απόφασης, το ερώτημα αυτό είναι απαράδεκτο.

 Επί των δικαστικών εξόδων

70      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Κατ’ ορθή ερμηνεία της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, η πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεών της δεν μπορεί να διασφαλιστεί, ελλείψει εθνικού κανόνα ενδοτικού δικαίου που διέπει μια τέτοια περίπτωση, αποκλειστικά μέσω μη δεσμευτικής γνωμοδότησης του ανώτατου δικαστηρίου του οικείου κράτους μέλους με την οποία υποδεικνύεται στα κατώτερα δικαστήρια η προσέγγιση που πρέπει να ακολουθηθεί για να αναγνωριστεί το κύρος ή η ισχύς μιας σύμβασης μεταξύ των συμβαλλομένων, όταν η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας που αφορά το κύριο αντικείμενό της.

2)      Κατ’ ορθή ερμηνεία της οδηγίας 93/13, ο αρμόδιος εθνικός δικαστής επιτρέπεται να αποφασίσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που θα βρίσκονταν οι συμβαλλόμενοι σε δανειακή σύμβαση αν η σύμβαση αυτή δεν είχε συναφθεί, διότι ρήτρα της εν λόγω σύμβασης που αφορά το κύριο αντικείμενό της πρέπει να κριθεί καταχρηστική δυνάμει της ως άνω οδηγίας, εξυπακουομένου ότι, αν η επαναφορά αυτή αποδειχθεί αδύνατη, στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να διασφαλίσει ότι ο καταναλωτής θα βρεθεί εν τέλει στην κατάσταση στην οποία θα τελούσε αν δεν είχε υπάρξει η ρήτρα που κρίθηκε καταχρηστική.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.