Language of document : ECLI:EU:C:2019:361

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 2ας Μαΐου 2019 (1)

Υπόθεση C70/18

Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid

κατά

A

B

P

[αίτηση του Raad van State
(Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ/Τουρκίας – Ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων – Εργαζόμενοι – Κανόνες “standstill” – Απόφαση 1/80 – Άρθρο 13 – Νέοι περιορισμοί – Απαγόρευση – Βιομετρικά δεδομένα των Τούρκων υπηκόων – Χορήγηση των δεδομένων αυτών σε τρίτους – Επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος – Πρόληψη και καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και περί τα έγγραφα – Αναγκαίος και αναλογικός χαρακτήρας – Πρόληψη, εντοπισμός και διερεύνηση αξιόποινων πράξεων – Αβέβαιο και έμμεσο αποτέλεσμα»






1.        Η παρούσα προδικαστική παραπομπή εγείρει το ζήτημα αν η υποχρέωση που επιβάλλεται στους Τούρκους εργαζομένους, όταν εισέρχονται στην ολλανδική επικράτεια για την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας, και στα μέλη της οικογένειας των Τούρκων εργαζομένων οι οποίοι βρίσκονται ήδη στην εν λόγω επικράτεια, τα οποία επιθυμούν την επανένωση με αυτούς, να παράσχουν δέκα δακτυλικά αποτυπώματα και εικόνα προσώπου λόγω καταχωρίσεως των βιομετρικών αυτών δεδομένων στο αρχείο αλλοδαπών υπηκόων με σκοπό είτε την επαλήθευση της γνησιότητας των εγγράφων και της ταυτότητας του κατόχου τους είτε την αναγνώριση των δραστών αξιόποινων πράξεων, συνιστά περιορισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 7 της αποφάσεως 2/76 (2), της 20ής Δεκεμβρίου 1976, την οποία εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως (στο εξής: απόφαση 2/76), το οποίο συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε, στις 12 Σεπτεμβρίου 1963, στην Άγκυρα από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου, και συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (3) (στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως) και –ιδίως– από το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 (4) του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, όσον αφορά την προώθηση της συνδέσεως (στο εξής: απόφαση 1/80).

I.      Το νομικό πλαίσιο

2.        Το επίμαχο στην κύρια δίκη εθνικό σύστημα μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.

3.        Κατά την ολλανδική νομοθεσία, οι υπήκοοι τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των Τούρκων υπηκόων, που επιθυμούν να παραμείνουν στις Κάτω Χώρες για διάστημα άνω των 90 ημερών βάσει συνήθους άδειας διαμονής, οφείλουν, κατ’ αρχήν, να κατέχουν άδεια προσωρινής διαμονής κατά την είσοδό τους στο έδαφος της χώρας. Η άδεια αυτή εκδίδεται από τις προξενικές και διπλωματικές αρχές των Κάτω Χωρών. Για την απόκτηση άδειας προσωρινής διαμονής, εκτός από την τήρηση των ουσιαστικών όρων, οι αιτούντες οφείλουν να «συνεργάζονται για τη συγκέντρωση στοιχείων με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς [τους]» (5).

4.        Ο νόμος περί αλλοδαπών παρέσχε στις ολλανδικές αρχές την εξουσία να συλλέγουν και να επεξεργάζονται βιομετρικά δεδομένα των υπηκόων τρίτων κρατών. Μεταξύ άλλων, το άρθρο 106a του νόμου αυτού προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι μπορούν να ληφθούν και να τύχουν επεξεργασίας η εικόνα του προσώπου και εικόνα των δέκα δακτυλικών αποτυπωμάτων αλλοδαπού, προκειμένου να εξακριβωθεί η ταυτότητά του για τους σκοπούς εφαρμογής του εν λόγω νόμου. Οι εν λόγω εικόνες συγκρίνονται άμεσα με τις εικόνες που περιλαμβάνονται στο αρχείο αλλοδαπών υπηκόων και στη συνέχεια αποθηκεύονται σε αυτό.

5.        Το άρθρο 107 του νόμου προβλέπει τη δημιουργία αρχείου αλλοδαπών υπηκόων το οποίο περιέχει τα βιομετρικά δεδομένα που ορίζονται στο άρθρο 106a του νόμου αυτού και διευκρινίζει ότι τα δεδομένα αυτά τυγχάνουν επεξεργασίας για τους σκοπούς της εφαρμογής του εν λόγω νόμου (6) καθώς και του εντοπισμού αξιόποινων πράξεων και ασκήσεως ποινικών διώξεων (7). Η διάθεση των βιομετρικών δεδομένων των υπηκόων τρίτων κρατών με σκοπό τον εντοπισμό ποινικών αδικημάτων και ασκήσεως ποινικών διώξεων υπόκειται στους όρους του άρθρου 107, παράγραφος 6, του νόμου περί αλλοδαπών. Κατά συνέπεια, πρέπει να είναι δυνατή η λήψη μέτρου προσωρινής κρατήσεως για το επίμαχο αδίκημα (8) και η άδεια εξετάσεως του αρχείου αλλοδαπών υπηκόων πρέπει να δίδεται εγγράφως από τον ανακριτή κατόπιν αιτήσεως της εισαγγελικής αρχής, όταν υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι ο ύποπτος είναι υπήκοος τρίτου κράτους (9) ή όταν το μέτρο αυτό εξυπηρετεί την έρευνα, στην περίπτωση που η προκαταρκτική έρευνα δεν προχωρεί ή στην περίπτωση που είναι αναγκαία η ταχεία επίτευξη αποτελεσμάτων για τη διαφώτιση της έρευνας (10). Ο ύποπτος πρέπει, άλλωστε, να εγείρει σοβαρές ανησυχίες.

6.        Τα βιομετρικά δεδομένα διατηρούνται για χρονικό διάστημα πέντε ετών μετά την απόρριψη της αιτήσεως για χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής, την αναχώρηση από τις Κάτω Χώρες κατά τη λήξη νόμιμης διαμονής ή την άρση της ισχύος απαγορεύσεως εισόδου ή κηρύξεως προσώπου ως ανεπιθύμητου. Συνεπώς, τα δεδομένα καταστρέφονται μετά την εν λόγω περίοδο ή πριν από τη λήξη της, σε περίπτωση πολιτογραφήσεως του υπηκόου τρίτου κράτους (11).

7.        Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η εξουσία λήψεως, επεξεργασίας και διατηρήσεως των βιομετρικών δεδομένων στο αρχείο αλλοδαπών υπηκόων μπορεί να ασκηθεί έναντι των υπηκόων τρίτων κρατών οι οποίοι επιθυμούν να λάβουν άδεια διαμονής στις Κάτω Χώρες διαρκείας άνω των 90 ημερών ή οι οποίοι διαμένουν παράνομα στο κράτος μέλος αυτό.

II.    Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

8.        Ο B είναι Τούρκος υπήκοος, γεννηθείς το 1982, του οποίου η σύζυγος, P (12), έχει τόσο την ολλανδική όσο και την τουρκική ιθαγένεια. Στις 17 Φεβρουαρίου 2014, η P υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής για τον Β με σκοπό την οικογενειακή επανένωση. Μετά την αρχική απόρριψη της αιτήσεως, ο staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Υφυπουργός Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, στο εξής: Υφυπουργός) χορήγησε τελικώς την άδεια που ζητήθηκε, με απόφαση της 4ης Απριλίου 2014, θέτοντας ως όρο για τη χορήγηση αυτή την παροχή των βιομετρικών δεδομένων του B. Ο Β συναίνεσε στη λήψη των εν λόγω δεδομένων, αλλά, στη συνέχεια, άσκησε, στις 2 Μαΐου 2014, από κοινού με την P, διοικητική προσφυγή κατά της λήψεως και της επεξεργασίας των βιομετρικών δεδομένων της, στο πλαίσιο της οποίας ο B και η P υποστήριξαν ότι η υποχρέωση παροχής των βιομετρικών δεδομένων του ήταν αντίθετη προς το άρθρο 7 της αποφάσεως 2/76 και το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80. Στις 23 Δεκεμβρίου 2014, ο Υφυπουργός απέρριψε το επιχείρημα ότι η υποχρέωση αυτή συνιστά νέο περιορισμό υπό την έννοια των διατάξεων αυτών, καθόσον η υποχρέωση συνεργασίας στην καταχώριση των δεδομένων για σκοπούς ταυτοποιήσεως απορρέει ήδη από τη νομοθεσία του 1965. Μολονότι είναι αληθές ότι η λήψη και η επεξεργασία των δεδομένων αντιβαίνουν στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (13), η προσβολή αυτή δικαιολογείται από θεμιτό σκοπό. Ο Υφυπουργός έκρινε ότι η λήψη και η επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων δεν ήταν αντίθετη ούτε στο άρθρο 9 της Συμφωνίας Συνδέσεως (14). Αντίθετα προς την περίπτωση των πολιτών της Ένωσης, η άδεια διαμονής των Τούρκων υπηκόων κατά την πρώτη είσοδο στη χώρα δεν έχει δηλωτικό αλλά συστατικό χαρακτήρα, πράγμα που δικαιολογεί το γεγονός ότι τα βιομετρικά δεδομένα των πολιτών της Ένωσης δεν συλλέγονται ούτε αποθηκεύονται. Εξάλλου, ο Υφυπουργός τόνισε ότι τα διαβατήρια των υπηκόων της Ένωσης περιείχαν βιομετρικά δεδομένα.

9.        Ο A είναι Τούρκος υπήκοος γεννηθείς το 1966, ο οποίος εργάζεται από την 1η Δεκεμβρίου 2013 επί πέντε έτη ως οδηγός διεθνών μεταφορών. Στις 15 Νοεμβρίου 2013, το πρόσωπο αναφοράς του A –δηλαδή ο εργοδότης του– υπέβαλε αίτηση για την έκδοση άδειας προσωρινής διαμονής για τον Α με σκοπό την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας. Στις 28 Μαρτίου 2014, ο Υφυπουργός δέχθηκε την αίτηση αυτή. Εντούτοις, η απόφαση περί χορηγήσεως προέβλεπε ότι η άδεια που ζητήθηκε θα χορηγούνταν μετά την παροχή των βιομετρικών δεδομένων του Α. Αφού συνεργάστηκε στη λήψη των εν λόγω δεδομένων, ο A άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της λήψεως και επεξεργασίας των βιομετρικών του δεδομένων. Ο Υφυπουργός αποφάνθηκε επί της προσφυγής αυτής στις 6 Ιανουαρίου 2015, υιοθετώντας την ίδια θέση με αυτή που εκτίθεται στην απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2014, με την οποία απέρριψε τη διοικητική προσφυγή της Β και του P.

10.      Ο A, αφενός, και ο B και η P, αφετέρου, άσκησαν προσφυγή κατά των δύο ως άνω αποφάσεων του Υφυπουργού ενώπιον του rechtbank den Haag (πρωτοδικείου Χάγης, Κάτω Χώρες), το οποίο εξέδωσε αμφότερες τις αποφάσεις του στις 3 Φεβρουαρίου 2016. Το rechtbank den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) έκρινε κατ’ αρχάς ότι η υποχρέωση συνεργασίας στη λήψη και στην επεξεργασία των βιομετρικών δεδομένων, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της χορηγήσεως άδειας προσωρινής διαμονής, συνιστούσε τυπική προϋπόθεση για την είσοδο στο ολλανδικό έδαφος και, ως τέτοια, νέα προϋπόθεση όσον αφορά τα εν λόγω δεδομένα. Έκρινε, στη συνέχεια, ότι ο σκοπός που επιδιώκεται με την υποχρέωση αυτή, δηλαδή η πρόληψη και η καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα, ήταν θεμιτός. Συναφώς, το rechtbank den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) έκρινε ότι ο Υφυπουργός δεν είχε επαρκώς αποδείξει την ανάγκη να τυγχάνουν τα βιομετρικά δεδομένα επεξεργασίας στο αρχείο αλλοδαπών υπηκόων που προβλέπεται στο άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου περί αλλοδαπών. Κατά το δικαστήριο αυτό, δεν αποδείχθηκε ότι οι Τούρκοι υπήκοοι χρησιμοποιούσαν πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα ή γνήσια έγγραφα που χορηγούνται βάσει πλαστών εγγράφων σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τους άλλους υπηκόους τρίτων κρατών. Το επιχείρημα ότι η δημιουργία ενός τέτοιου αρχείου είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι ο κάτοχος του ταξιδιωτικού εγγράφου –το οποίο ήδη περιέχει βιομετρικά δεδομένα– δεν είχε ήδη υποβάλει αίτηση με άλλη ταυτότητα δεν έγινε δεκτό, λόγω του ότι η κατάσταση των Τούρκων υπηκόων δεν διαφέρει συναφώς από αυτή των πολιτών της Ένωσης που δεν έχουν την ολλανδική ιθαγένεια ως προς τους οποίους η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει, ωστόσο, την καταγραφή των βιομετρικών δεδομένων σε κεντρικό αρχείο. Τέλος, το rechtbank den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) έκρινε ότι η διάθεση βιομετρικών δεδομένων για τον εντοπισμό των δραστών αξιόποινων πράξεων βαίνει πέρα του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού. Το πρωτοδικείο Χάγης έκρινε ότι η υποχρέωση συνεργασίας στη λήψη των βιομετρικών δεδομένων και συναινέσεως στην επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων στο κεντρικό αρχείο, δυνάμει του άρθρου 107 του νόμου περί αλλοδαπών, συνιστούσε νέο περιορισμό, απαγορευόμενο από το άρθρο 7 της αποφάσεως 2/76 και το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80.

11.      Ο Υφυπουργός άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και υποστηρίζει ότι η συλλογή και η επεξεργασία των βιομετρικών δεδομένων σε αρχείο υπηκόων τρίτων κρατών είναι αναγκαία για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού της προλήψεως και της καταπολεμήσεως των περιπτώσεων απάτης περί την ταυτότητα. Ο εντοπισμός μέσω της συγκρίσεως των δέκα δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι πιο αξιόπιστος και η περίοδος διατηρήσεως των δεδομένων είναι αναγκαία και αναλογική σε σχέση με τον σκοπό της αξιόπιστης αποδείξεως της ταυτότητας των αλλοδαπών υπηκόων. Η εξουσία επεξεργασίας των βιομετρικών δεδομένων είναι χρονικά περιορισμένη και λήγει, κατά τον Υφυπουργό, την 1η Μαρτίου 2021. Όσον αφορά τη διάθεση των βιομετρικών δεδομένων με σκοπό τον εντοπισμό δραστών αξιόποινων πράξεων, αυτή εξυπηρετεί, κατά τον Υφυπουργό, τον θεμιτό σκοπό της διατηρήσεως της δημόσιας τάξης και είναι αναλογική.

12.      Το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει ως αφετηρία την παραδοχή ότι η εξουσία λήψεως και επεξεργασίας βιομετρικών δεδομένων Τούρκων υπηκόων συνιστά νέο περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 7 της αποφάσεως 2/76 και του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80. Στηριζόμενο, ιδίως, στην απόφαση Caner Genc (15), κατά την οποία απαγορεύεται νέος περιορισμός εκτός εάν αυτός δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, είναι κατάλληλος να διασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού και δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξή του, το δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, ως προς τον αναγκαίο και αναλογικό χαρακτήρα της λήψεως και επεξεργασίας των βιομετρικών δεδομένων. Αφενός, αμφισβητεί την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της συγκροτήσεως αρχείου αλλοδαπών υπηκόων στο οποίο διατηρούνται τα βιομετρικά δεδομένα για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Αφετέρου, διερωτάται κατά πόσον το γεγονός ότι το αρχείο μπορεί να τεθεί στη διάθεση των αστυνομικών αρχών στο πλαίσιο προσδιορισμού της ταυτότητας του δράστη αξιόποινης πράξης δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού σε σχέση με την ποινική καταστολή.

13.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και, με απόφαση που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Φεβρουαρίου 2018, υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      α)      Πρέπει, αντιστοίχως, το άρθρο 7 της αποφάσεως 2/76 και το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι διατάξεις αυτές δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει γενικώς την επεξεργασία και διατήρηση βιομετρικών δεδομένων υπηκόων τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων Τούρκων υπηκόων, εντός αρχείου κατά την έννοια του [άρθρου 2, στοιχεία αʹ και βʹ], της [οδηγίας 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (16), επειδή η εθνική αυτή ρύθμιση δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού, ήτοι του σκοπού της προλήψεως και της καταπολεμήσεως της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα;

β)      Έχει συναφώς σημασία το γεγονός ότι ο χρόνος διατηρήσεως των βιομετρικών δεδομένων συνδέεται με τη διάρκεια της νόμιμης και/ή παράνομης διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των Τούρκων υπηκόων;

2)      Πρέπει, αντιστοίχως, το άρθρο 7 της [αποφάσεως 2/76] και το άρθρο 13 της [αποφάσεως 1/80] να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι εθνική ρύθμιση δεν συνιστά περιορισμό κατά τις διατάξεις αυτές όταν οι συνέπειες της ρυθμίσεως αυτής για την πρόσβαση στην απασχόληση, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, είναι υπερβολικά αβέβαιες και έμμεσες ώστε να μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη εμποδίου στην πρόσβαση αυτή;

3)      α)      Αν στο δεύτερο ερώτημα δοθεί η απάντηση ότι εθνική ρύθμιση που επιτρέπει τη διάθεση σε τρίτους των βιομετρικών δεδομένων υπηκόων τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων Τούρκων υπηκόων, τα οποία περιέχονται σε αρχείο, με σκοπό την πρόληψη, εντοπισμό και διερεύνηση –τρομοκρατικών ή άλλων– αξιόποινων πράξεων συνιστά νέο περιορισμό, πρέπει τότε το άρθρο 52, παράγραφος 1, του [Χάρτη], σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε μια τέτοια εθνική ρύθμιση;

β)      Έχει συναφώς σημασία το γεγονός ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας κατά τον χρόνο συλλήψεώς του ως υπόπτου τελέσεως αξιόποινης πράξεως φέρει μαζί του έγγραφο διαμονής στο οποίο είναι ενσωματωμένα τα βιομετρικά του δεδομένα;»

14.      Στην παρούσα υπόθεση γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Α, η Ολλανδική και η Δανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

15.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 17 Ιανουαρίου 2019, ο A, η Ολλανδική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.

III. Ανάλυση

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

16.      Επιθυμώ να αναλύσω σε πρώτο στάδιο τρεις σειρές προκαταρκτικών παρατηρήσεων.

17.      Πρώτον, τόσο το άρθρο 7 της αποφάσεως 2/76 όσο και το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 περιέχουν μη αμφίσημη ρήτρα «standstill» (ρήτρα διατηρήσεως της ισχύουσας καταστάσεως) ως προς την επιβολή νέων περιορισμών σχετικά με την πρόσβαση στην απασχόληση των εργαζομένων οι οποίοι νομίμως διαμένουν και εργάζονται στο έδαφος των συμβαλλομένων κρατών (17). Οι ρήτρες αυτές απαγορεύουν, επομένως, εν γένει, τη λήψη οποιουδήποτε νέου εσωτερικού μέτρου που έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να υπόκειται η εκ μέρους Τούρκου υπηκόου άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στην εθνική επικράτεια σε όρους πιο περιοριστικούς από εκείνους που ίσχυαν ως προς αυτόν κατά τον χρόνο που τέθηκαν σε ισχύ οι εν λόγω αποφάσεις όσον αφορά το οικείο κράτος μέλος (18). Το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι το άρθρο 7 της αποφάσεως 2/76 εφαρμόζεται ratione temporis στα εθνικά μέτρα που ελήφθησαν κατά την περίοδο από τις 20 Δεκεμβρίου 1976 έως τις 30 Νοεμβρίου 1980 και ότι, όσον αφορά το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80, αυτό εφαρμόζεται ratione temporis στα εθνικά μέτρα που ελήφθησαν από 1ης Δεκεμβρίου 1980 (19). Επειδή το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς απορρέει από νόμους και διατάγματα που θεσπίσθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή, η εξέτασή του εμπίπτει μόνο στο χρονικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80, θα αναλύσω δε το εν λόγω καθεστώς αποκλειστικώς υπό το πρίσμα της εν λόγω διατάξεως.

18.      Δεύτερον, παρατηρώ ότι το Δικαστήριο δεν επελήφθη του ζητήματος κατά πόσον το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς συνιστά ή όχι νέο περιορισμό από χρονολογική σκοπιά ούτε του ζητήματος αν το καθεστώς αυτό εξυπηρετεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Πρόκειται για τα δύο πρώτα στάδια του ελέγχου που διεξάγει το Δικαστήριο, για να καθορίσει αν υφίσταται νέος περιορισμός, συμβατός προς το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 (20). Μόνον το ζήτημα της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας υποβάλλεται στο Δικαστήριο. Μολονότι δεσμευόμαστε, φυσικά, από τα ερωτήματα που μας υποβάλλονται, διατυπώνω, εντούτοις, επιφυλάξεις ως προς τον ισχυρισμό ότι η υποχρέωση συνεργασίας όσον αφορά τη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων συνιστά per se νέο περιορισμό. Συναφώς, από τον φάκελο προκύπτει ότι, από το 1965, μπορούσαν να ληφθούν βιομετρικά δεδομένα εάν, κατά την άποψη του αρμοδίου για την επιτήρηση των συνόρων ή για τον έλεγχο των αλλοδαπών υπαλλήλου, αυτό φαινόταν να δικαιολογείται για θεμιτούς λόγους (21). Υπό τις συνθήκες αυτές, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις που απορρέουν από την τροποποιηθείσα το 2013 εκδοχή του νόμου περί αλλοδαπών και υποχρεώνουν ιδίως τους Τούρκους εργαζομένους και τα μέλη των οικογενειών τους να συνεργάζονται κατά τη λήψη των δέκα δακτυλικών αποτυπωμάτων και της εικόνας του προσώπου τους δεν νοούνται, κατά κυριολεξία, ως νέος περιορισμός, αλλά μάλλον ως νέα τεχνολογική εξέλιξη της απαιτήσεως ταυτοποιήσεως που υφίστατο ήδη στο ολλανδικό δίκαιο πριν από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως 1/80. Συνεπώς, θα μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη ενός τέτοιου περιορισμού.

19.      Εντούτοις, δεν μπορεί να αποσιωπηθεί το γεγονός ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς δεν επιβάλλει απλώς τη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων, αλλά προβλέπει και την επεξεργασία τους σε αρχείο το οποίο μπορούν να συμβουλευθούν τρίτοι για διαφόρους σκοπούς καθώς και τη διατήρησή τους για χρονική περίοδο που μπορεί να αποδειχθεί πολύ μακρά. Η νέα τεχνολογική εξέλιξη την οποία ανέφερα προηγουμένως είχε ως αποτέλεσμα πιθανή προσβολή των δικαιωμάτων των Τούρκων εργαζομένων η οποία δικαιολογεί το ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς θεωρείται ότι εμπίπτει στην έννοια του «νέου περιορισμού» σε σχέση με την έκταση της υποχρεώσεως που επιβλήθηκε το 1965.

20.      Εξάλλου, είναι σκόπιμη η υπόμνηση ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει ότι το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 απαγορεύει την εισαγωγή στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών, από της ενάρξεως ισχύος της αποφάσεως 1/80, οποιουδήποτε νέου περιορισμού στην άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, περιλαμβανομένων και όσων αφορούν τις ουσιαστικές και/ή τις διαδικαστικές προϋποθέσεις για την πρώτη είσοδο στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού Τούρκων υπηκόων που επιθυμούν να κάνουν χρήση αυτής της ελευθερίας (22), όπως φαίνεται ότι είναι η περίπτωση του A. Εκ πρώτης όψεως, το επίμαχο στη διαφορά της κύριας δίκης καθεστώς φαίνεται, συνεπώς, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ratione materiae του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80 (23).

21.      Τρίτον, παρατηρώ ότι το αιτούν δικαστήριο ήδη διαπίστωσε την ύπαρξη δύο επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος, εκ των οποίων ο ένας αποσκοπεί στην πρόληψη και την καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και περί τα έγγραφα και ο άλλος αποσκοπεί στην πρόληψη, εντοπισμό και διερεύνηση αξιόποινων πράξεων. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο. Πράγματι, η καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα συνδέεται με τον σκοπό της καταπολεμήσεως της παράνομης εισόδου και διαμονής, μάλιστα δε και με τον σκοπό αποτελεσματικής διαχειρίσεως των μεταναστευτικών ροών, που έχουν ήδη χαρακτηριστεί από το Δικαστήριο ως επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος (24). Η πρόληψη, ο εντοπισμός και η διερεύνηση αξιόποινων πράξεων, μολονότι δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί –εξ όσων γνωρίζω– ως επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της Συμφωνίας Συνδέσεως, πρέπει να θεωρηθούν ως απόρροια της διατηρήσεως της δημόσιας τάξεως, η οποία μπορεί να δικαιολογήσει νέο περιορισμό βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 (25) και συνιστά, συναφώς, σκοπό που μπορεί θεμιτώς να επιδιωχθεί.

22.      Τούτων λεχθέντων, αρχίζω την ανάλυση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.

2.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

23.      Με το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς το οποίο προβλέπει την επεξεργασία και τη διατήρηση των βιομετρικών δεδομένων των υπηκόων τρίτων χωρών, περιλαμβανομένων των Τούρκων εργαζομένων και των μελών της οικογένειάς τους, για τον σκοπό της προλήψεως και της καταπολεμήσεως της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον, στο πλαίσιο αυτό, η διάρκεια της διατηρήσεως είναι στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Το διακύβευμα του ερωτήματος αυτού είναι να καθοριστεί αν ο νέος περιορισμός, ο οποίος συνίσταται στην επιβολή στους ενδιαφερόμενους Τούρκους υπηκόους της υποχρεώσεως να συνεργάζονται για τη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων τους, ώστε στη συνέχεια αυτά να καταχωρίζονται και να τυγχάνουν επεξεργασίας στο αρχείο αλλοδαπών υπηκόων, δικαιολογείται κατά την έννοια του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80.

24.      Κατ’ ουσίαν, τα κύρια χαρακτηριστικά του επίμαχου στην κύρια δίκη καθεστώτος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Οι υπήκοοι τρίτων κρατών υποχρεούνται, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις (26), να συνεργάζονται για τη λήψη των δέκα δακτυλικών αποτυπωμάτων τους καθώς και της φωτογραφίας του προσώπου, εφόσον πρόκειται να τους χορηγηθεί άδεια προσωρινής διαμονής. Η άδεια αυτή λαμβάνει τη μορφή αυτοκόλλητης ετικέτας που επικολλάται στο έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο. Το αυτοκόλλητο περιέχει τα βιομετρικά δεδομένα του κατόχου του. Δύο δακτυλικά αποτυπώματα αποθηκεύονται στην άδεια διαμονής που εκδίδεται κατά τον χρόνο άφιξης του ενδιαφερομένου προσώπου στην ολλανδική επικράτεια. Επιπλέον, το σύνολο των συλλεγέντων δεδομένων καταχωρίζονται στο βιομετρικό μητρώο των αλλοδαπών που συνιστά τμήμα του αρχείου αλλοδαπών υπηκόων. Το αρχείο, συμπεριλαμβανομένου του μητρώου, δεν μπορεί να εξετάζεται παρά μόνον από συνεργάτες που έχουν ειδική εξουσιοδότηση προς τούτο από τις αρχές που συμμετέχουν στην εφαρμογή της εθνικής πολιτικής αλλοδαπών, δηλαδή, κατ’ αρχήν, το προσωπικό των διπλωματικών και προξενικών θέσεων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Όσον αφορά τις αρχές υποδοχής, αυτές περιορίζονται στη διενέργεια ελέγχων, συμβουλευόμενες ενδεχομένως το αρχείο. Η σύσταση του αρχείου αυτού, ως προς το βιομετρικό τμήμα του, ανταποκρίνεται στην απαίτηση να επιβεβαιώνεται όχι μόνον η αληθής ταυτότητα του προσώπου που κατέχει και παρουσιάζει το ταξιδιωτικό έγγραφο αλλά και η αντιστοιχία μεταξύ του κατόχου της άδειας προσωρινής διαμονής και του προσώπου που υπέβαλε τη σχετική αίτηση. Άλλωστε, η σύγκριση των δεδομένων του αιτούντος με τα δεδομένα που έχουν ήδη καταχωρισθεί στο αρχείο παρέχει τη δυνατότητα στις αρχές να βεβαιωθούν ότι ο αιτών δεν έχει ήδη υποβάλει αίτηση με άλλη ταυτότητα ούτε έχει ήδη διαμείνει παρανόμως στην ολλανδική επικράτεια. Τα δεδομένα διατηρούνται στο αρχείο για περίοδο πέντε ετών μετά την απόρριψη της αιτήσεως, την αναχώρηση του ενδιαφερομένου προσώπου κατά τη λήξη νόμιμης διαμονής ή την άρση της ισχύος απαγορεύσεως εισόδου ή κηρύξεως προσώπου ως ανεπιθύμητου. Τα βιομετρικά δεδομένα καταστρέφονται αμέσως σε περίπτωση πολιτογραφήσεως του ενδιαφερομένου προσώπου. Η σχετικά μακρά διάρκεια διατηρήσεως εξηγείται υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου σκοπού της καταπολεμήσεως των αλλαγών ταυτότητας, δεδομένου ότι μια τέτοια αλλαγή μπορεί να προκύψει αφότου το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θέσει τέρμα στη διαμονή του στην ολλανδική επικράτεια.

25.      Για να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η επισήμανση ότι τα βιομετρικά δεδομένα είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των οποίων η χρήση και η επεξεργασία πρέπει να ρυθμίζονται. Ως ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα προστατεύονται από το άρθρο 8 του Χάρτη. Ο ρόλος τους στην ταυτοποίηση των προσώπων έχει ήδη αναγνωριστεί στη νομολογία του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι τα δακτυλικά αποτυπώματα εμπίπτουν στην έννοια των «προσωπικών δεδομένων», στο μέτρο που περιέχουν αντικειμενικώς εξατομικευμένες πληροφορίες σχετικά με φυσικά πρόσωπα και καθιστούν δυνατή την εξακρίβωση της ταυτότητάς τους (27). Ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε τη χρησιμοποίηση αυτού του τύπου δεδομένων με σκοπό την καθιέρωση της ταυτότητας των πολιτών της Ένωσης (28) ή των υπηκόων τρίτων κρατών (29). Εξάλλου, επειδή η δράση των εθνικών αρχών συνίσταται στη λήψη και τη διατήρηση δακτυλικών αποτυπωμάτων στην αυτοκόλλητη ετικέτα και στο κεντρικό αρχείο αλλοδαπών υπηκόων, πρέπει να θεωρείται ότι συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων η οποία επίσης αποτελεί αντικείμενο ρυθμίσεως (30).

26.      Προσβολή του δικαιώματος προστασίας των προσωπικών δεδομένων μπορεί να συνιστά κάθε επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων από τρίτον (31). Οι παρεκκλίσεις από την προστασία των προσωπικών δεδομένων και οι περιορισμοί της πρέπει να λαμβάνουν χώρα εντός των αυστηρώς αναγκαίων ορίων (32). Επομένως, υπό το φως των σκέψεων αυτών πρέπει να εκτιμηθεί ο αναγκαίος και αναλογικός χαρακτήρας του επίμαχου στην κύρια δίκη καθεστώτος. Προς τούτο, θα πρέπει να εξεταστούν η ανάγκη συλλογής και αποθηκεύσεως για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, η φύση των δεδομένων, η ποσότητά τους καθώς και η χρονική διάρκεια της διατηρήσεως και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατή η εξέταση τους εντός του αρχείου.

27.      Όπως ήδη ανέφερα, είναι απολύτως θεμιτό για ένα κράτος μέλος να επιδιώκει να επιβεβαιώνει, μέσω του καθορισμού των προϋποθέσεων εισόδου στην επικράτειά του, την αληθή ταυτότητα του αιτούντος άδεια προσωρινής διαμονής. Η αποθήκευση δύο δακτυλικών αποτυπωμάτων στην αυτοκόλλητη ετικέτα παρέχει τη δυνατότητα διασφαλίσεως του ότι ο κάτοχος της εν λόγω ετικέτας είναι όντως το πρόσωπο στο οποίο πράγματι χορηγήθηκε η άδεια αυτή. Όσον αφορά την καταχώριση των βιομετρικών δεδομένων των αιτούντων στο κεντρικό αρχείο αλλοδαπών υπηκόων, αυτό μου φαίνεται αναγκαίο στο μέτρο που η Ολλανδική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη στην κατεύθυνση αυτή από τις άλλες Κυβερνήσεις που παρενέβησαν στο πλαίσιο της παρούσας προδικαστικής διαδικασίας, αναφέρθηκε στην ανάγκη καταπολεμήσεως των απατηλών χρήσεων της ταυτότητας, πράγμα που ενδεχομένως απαιτεί να διασφαλιστεί ότι ο αιτών δεν έχει ήδη υποβάλει αίτηση με διαφορετική ταυτότητα, μέσω της αντιπαραβολής των δακτυλικών του αποτυπωμάτων με αυτά που έχουν καταχωριστεί.

28.      Η φύση των δεδομένων που συγκεντρώνονται είναι προδήλως συνεπής προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, λαμβανομένης υπόψη της εγγενούς σχέσεως μεταξύ των βιομετρικών δεδομένων και της ταυτότητας των προσώπων.

29.      Η ποσότητα των δεδομένων δεν φαίνεται υπερβολική. Ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε, άλλωστε, να υποβάλει στους αιτούντες θεώρηση την υποχρέωση να παρέχουν τα δέκα δακτυλικά τους αποτυπώματα καθώς και φωτογραφία προσώπου (33). Τα δεδομένα αυτά αποτελούν επίσης το αντικείμενο επεξεργασίας στο σύστημα πληροφοριών για τις θεωρήσεις (34), σκοπός του οποίου είναι η βελτίωση της εφαρμογής της κοινής πολιτικής θεωρήσεων και η καταπολέμηση της απάτης.

30.      Η διάρκεια διατηρήσεως πρέπει, βεβαίως, να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό της αναλογικότητας του νέου περιορισμού, υπό την έννοια του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η εν λόγω χρονική διάρκεια πρέπει πάντοτε να ανταποκρίνεται σε αντικειμενικά κριτήρια, που να αποδεικνύουν τη σχέση μεταξύ των προς διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του επιδιωκόμενου σκοπού (35). Η Ολλανδική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η χρονική διάρκεια της διατηρήσεως θα είναι, στην πράξη, πολύ συχνά μεγαλύτερη των πέντε ετών, αφού η περίοδος διατηρήσεως συνδέεται με τη διάρκεια της παραμονής στις Κάτω Χώρες. Ωστόσο, φαίνεται ότι η περίοδος αυτή καθορίζεται με βάση τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η απαίτηση να επιβεβαιώνεται η ταυτότητα του αιτούντος άδεια προσωρινής διαμονής δεν εξαφανίζεται αμέσως μόλις ο ενδιαφερόμενος εισέλθει στην ολλανδική επικράτεια ή μόλις αναχωρήσει από τη χώρα αυτή. Η εν λόγω ταυτότητα θα μπορεί ακόμη να ελέγχεται όταν το δικαίωμα διαμονής του επανεξετάζεται ή παγιώνεται. Ομοίως, η καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα ή περί των πολλαπλών ταυτοτήτων μπορεί να δικαιολογήσει μακροχρόνια διατήρηση των βιομετρικών δεδομένων στο αρχείο αλλοδαπών υπηκόων. Αυτό μπορεί, άλλωστε, να λειτουργήσει προς όφελος των υπηκόων τρίτων χωρών που βρίσκονται ήδη στην ολλανδική επικράτεια, σε περίπτωση που υποβληθεί αίτηση για χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής εξ ονόματός τους, και, ως εκ τούτου, βάσει πλαστής ταυτότητας. Το προξενικό προσωπικό θα μπορούσε, για παράδειγμα, να διαπιστώσει ότι στη δηλωθείσα ταυτότητα αντιστοιχούν βιομετρικά δεδομένα που έχουν ήδη συλλεγεί. Η Επιτροπή λυσιτελώς επισήμανε συναφώς ότι η πρότασή της περί τροποποιήσεως του κανονισμού VIS προβλέπει ότι η διάρκεια διατηρήσεως των δεδομένων σχετικά με τους αιτούντες θεώρηση, θεωρήσεις μακράς διαρκείας και άδειες διαμονής παρατείνεται σε πέντε έτη από τη λήξη της ισχύος των εγγράφων αυτών (36).

31.      Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες προβλέπεται η εξέταση του αρχείου συνάδουν με τη λειτουργία του και τον επιδιωκόμενο σκοπό, εφόσον μόνο το προσωπικό των προξενικών και διπλωματικών θέσεων είναι εξουσιοδοτημένο να τροφοδοτεί και να συμβουλεύεται το αρχείο, πάντοτε με σκοπό την επαλήθευση της ταυτότητας του αιτούντος και της απουσίας υποκλοπής ταυτότητας ή απάτης περί την ταυτότητα. Οι αρχές υποδοχής θα μπορούν να το συμβουλεύονται μόνον για τους ίδιους αυτούς σκοπούς.

32.      Επομένως, από την εξέταση του επίμαχου στην κύρια δίκη καθεστώτος δεν προέκυψε κανένας λόγος ικανός να θέσει υπό αμφισβήτηση τον αναγκαίο και αναλογικό χαρακτήρα του νέου περιορισμού υπό το πρίσμα του σκοπού της καταπολεμήσεως της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα.

33.      Επομένως, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στο επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς, το οποίο υποχρεώνει τους Τούρκους εργαζομένους οι οποίοι επιθυμούν να εισέλθουν στην ολλανδική επικράτεια για να ασκήσουν εκεί μισθωτή δραστηριότητα και στα μέλη της οικογένειας των ευρισκομένων ήδη στο έδαφος αυτό Τούρκων εργαζομένων τα οποία επιθυμούν την επανένωση με αυτούς, προκειμένου να λάβουν άδεια προσωρινής διαμονής στις Κάτω Χώρες για διαμονή διάρκειας άνω των 90 ημερών, η οποία είναι αναγκαία για την είσοδο στην ολλανδική επικράτεια, να συνεργάζονται κατά τη λήψη των δέκα δακτυλικών τους αποτυπωμάτων και φωτογραφίας προσώπου, προς τον σκοπό αποθηκεύσεως και επεξεργασίας τους σε αρχείο αλλοδαπών υπηκόων, το οποίο μπορεί να εξετάζεται από το προσωπικό των προξενικών και διπλωματικών αρχών και των αρχών υποδοχής με σκοπό την πρόληψη και την καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα και ενώ τα δεδομένα αυτά θα διατηρούνται για χρονική περίοδο πέντε ετών μετά την απόρριψη της αιτήσεως άδειας προσωρινής διαμονής, την αναχώρηση από τις Κάτω Χώρες κατά τη λήξη νόμιμης διαμονής ή την άρση ισχύος απαγορεύσεως εισόδου ή κηρύξεως προσώπου ως ανεπιθύμητου.

3.      Επί του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

34.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα που απηύθυνε στο Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία ενδέχεται να μην εμπίπτει στην έννοια του «νέου περιορισμού» κατά το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80, στο μέτρο που το αποτέλεσμά της για την πρόσβαση στην απασχόληση των Τούρκων υπηκόων ήταν υπερβολικά αβέβαιο και έμμεσο ώστε να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρχε εμπόδιο στην πρόσβαση αυτή. Παρά τη γενική του διατύπωση, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό υποβάλλεται υπό το πρίσμα της δεύτερης λειτουργίας του αρχείου των αλλοδαπών υπηκόων, δηλαδή αυτής που επιδιώκει τον σκοπό της προλήψεως, εντοπισμού και διερευνήσεως των αξιόποινων πράξεων.

35.      Όπως ήδη υπενθύμισα, η ρήτρα «standstill» του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80 απαγορεύει γενικώς τη θέσπιση οποιουδήποτε νέου μέτρου που θα είχε ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να υπόκειται η εκ μέρους Τούρκου υπηκόου άσκηση οικονομικής ελευθερίας στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους σε όρους πιο περιοριστικούς από αυτούς που ίσχυαν κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της εν λόγω αποφάσεως. Επομένως, σε περίπτωση που ο νέος περιορισμός μπορεί να επηρεάσει την ελευθερία του A να ασκήσει μισθωτή δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες θα πρέπει να απορριφθεί η εφαρμογή του επίμαχου στην κύρια δίκη εθνικού καθεστώτος. Εξάλλου, η απόφαση της P να εγκατασταθεί και, ιδίως, να παραμείνει στις Κάτω Χώρες υπό την ιδιότητα της εργαζομένης από την Τουρκία θα μπορούσε επίσης να επηρεαστεί αρνητικά εάν η εθνική νομοθεσία καθιστούσε δυσχερή ή αδύνατη την οικογενειακή επανένωση με τον B, ούτως ώστε η P να υποχρεωθεί να επιλέξει μεταξύ της δραστηριότητάς της στις Κάτω Χώρες και της οικογενειακής ζωής της στην Τουρκία (37). Επομένως, το ερώτημα εν προκειμένω είναι αν μόνη η δυνατότητα της χρησιμοποιήσεως των βιομετρικών δεδομένων των Τούρκων υπηκόων –εργαζομένων ή μελών της οικογένειας των εργαζομένων– για ποινικούς σκοπούς είναι ικανή να επηρεάσει την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας από τους εν λόγω εργαζομένους και συνιστά, ως εκ τούτου, σαφώς «νέο περιορισμό», κατά την έννοια του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80, στην άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας από τους εν λόγω Τούρκους εργαζομένους.

36.      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τόσο από το γράμμα της Συμφωνίας Συνδέσεως όσο και από τον σκοπό της αποφάσεως 1/80 συνάγεται ότι οι αρχές που γίνονται αποδεκτές στο πλαίσιο των άρθρων 45 και 46 ΣΛΕΕ πρέπει να εφαρμόζονται, στο μέτρο του δυνατού, στους Τούρκους υπηκόους που απολαύουν των δικαιωμάτων τα οποία αναγνωρίζει η απόφαση αυτή (38). Επομένως, η νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την έννοια του «εμποδίου της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων της Ένωσης» πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία προκειμένου να καθοριστεί αν το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς, καθόσον προβλέπει ότι τα βιομετρικά δεδομένα που συλλέγονται από τους Τούρκους υπηκόους κατά τον χρόνο εκδόσεως της άδειας προσωρινής διαμονής, προκειμένου να ασκήσουν μισθωτή δραστηριότητα στην ολλανδική επικράτεια ή να επανασυνδεθούν στην επικράτεια αυτή με Τούρκο εργαζόμενο που ήδη βρίσκεται εκεί, θα μπορούν να εξεταστούν με σκοπό τον εντοπισμό δραστών αξιόποινων πράξεων, μπορεί να επηρεάσει την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας από τους ενδιαφερομένους Τούρκους υπηκόους.

37.      Το αιτούν δικαστήριο καθώς και η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλέστηκαν, ιδίως, την απόφαση Graf (39). Από την απόφαση αυτή, η οποία αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων της Ένωσης, προκύπτει ότι, εάν το περιοριστικό αποτέλεσμα ενός εθνικού μέτρου φαίνεται υπερβολικά αβέβαιο και έμμεσο, δεν θεωρείται ότι εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων (40).

38.      Πάντως, το γεγονός της διάθεσης, στο αρχείο αλλοδαπών υπηκόων, των βιομετρικών δεδομένων του A ή τ B προκειμένου να διευκολυνθεί ο εντοπισμός υπόπτων αξιόποινων πράξεων είναι υπερβολικά αβέβαιο και έμμεσο ώστε να συνιστά περιορισμό στην άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των Τούρκων εργαζομένων.

39.      Το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς, καθόσον προβλέπει τη διάθεση των βιομετρικών δεδομένων των Τούρκων εργαζομένων και των μελών της οικογένειάς τους με σκοπό τον εντοπισμό δραστών αξιόποινων πράξεων, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ικανό να εμποδίσει ή να αποθαρρύνει τους εν λόγω εργαζομένους από το να παραμείνουν και να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα στην επικράτεια των Κάτω Χωρών, διότι η εν λόγω διάθεση εξαρτάται από μια σειρά από μελλοντικά και υποθετικά γεγονότα, ήτοι α) το γεγονός ότι υπάρχουν υπόνοιες διαπράξεως αξιόποινης πράξεως για την καταστολή της οποίας είναι δυνατή η αναζήτηση στο αρχείου αλλοδαπών υπηκόων ή το γεγονός ότι το συμφέρον της έρευνας απαιτεί την εξέταση του αρχείου, β) το γεγονός ότι υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ο δράστης της αξιόποινης πράξεως είναι υπήκοος τρίτων κρατών, γ) το γεγονός ότι η συμπεριφορά του εν λόγω αλλοδαπού είναι πηγή σοβαρών ανησυχιών και, τέλος, δ) το γεγονός ότι η εν λόγω έρευνα ζητείται από την εισαγγελία και επιτρέπεται από τον δικαστή (41).

40.      Επομένως, δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ ότι η P θα αποθαρρυνόταν από τη διαμονή και εργασία στις Κάτω Χώρες λόγω του ότι τα βιομετρικά δεδομένα του συζύγου της θα τεθούν ενδεχομένως στη διάθεση των αρμόδιων αρχών στην περίπτωση που θα υπήρχαν σοβαρές υπόνοιες ότι αυτός είχε συμμετάσχει στη διάπραξη αξιόποινης πράξεως ή ότι ο A θα ήταν διατεθειμένος να παραιτηθεί από τη δραστηριότητα του οδηγού διεθνών μεταφορών για τον λόγο αυτόν. Ο ισχυρισμός της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους που συμμετείχαν στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ότι το αρχείο αλλοδαπών υπηκόων εξετάζεται για ποινικούς λόγους 10 έως 30 φορές ετησίως επιβεβαιώνει, κατά τη γνώμη μου, το εντελώς αβέβαιο και έμμεσο αποτέλεσμα μιας τέτοιας εξετάσεως για την άσκηση της οικονομικής ελευθερίας που απολαύουν οι Τούρκοι εργαζόμενοι. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, ότι τα δεδομένα των προσφευγόντων της κύριας δίκης δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας.

41.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς, στο μέτρο που επιτρέπει τη διάθεση σε τρίτους βιομετρικών δεδομένων των Τούρκων εργαζομένων και των μελών της οικογένειάς τους που περιέχονται σε αρχείο με σκοπό την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων δεν συνιστά νέο περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80 λόγω του υπερβολικά αβέβαιου και έμμεσου αποτελέσματος που έχει για την πρόσβαση των εν λόγω εργαζομένων στην απασχόληση.

42.      Εφόσον το τρίτο προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται στο Δικαστήριο στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει, κατά τη γνώμη μου, η εξέτασή του.

IV.    Πρόταση

43.      Υπό το πρίσμα του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) ως εξής:

1)      Το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, όσον αφορά την προώθηση της συνδέσεως, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στο επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς, το οποίο υποχρεώνει τους Τούρκους εργαζομένους οι οποίοι επιθυμούν να εισέλθουν στην ολλανδική επικράτεια για να ασκήσουν εκεί μισθωτή δραστηριότητα και στα μέλη της οικογένειας των ευρισκομένων ήδη στην επικράτεια αυτή Τούρκων εργαζομένων τα οποία επιθυμούν την επανένωσή τους με αυτούς, προκειμένου να λάβουν άδεια προσωρινής διαμονής στις Κάτω Χώρες για διαμονή διάρκειας άνω των 90 ημερών, η οποία είναι αναγκαία για την είσοδο στην ολλανδική επικράτεια, να συνεργάζονται κατά τη λήψη των δέκα δακτυλικών τους αποτυπωμάτων και φωτογραφίας προσώπου, προς τον σκοπό αποθηκεύσεως και επεξεργασίας τους σε αρχείο αλλοδαπών υπηκόων, το οποίο μπορεί να εξετάζεται από το προσωπικό των προξενικών και διπλωματικών αρχών και των αρχών υποδοχής με σκοπό την πρόληψη και την καταπολέμηση της απάτης περί την ταυτότητα και τα έγγραφα και ενώ τα δεδομένα αυτά θα διατηρούνται για χρονική περίοδο πέντε ετών μετά την απόρριψη της αιτήσεως άδειας προσωρινής διαμονής, την αναχώρηση από τις Κάτω Χώρες κατά τη λήξη νόμιμης διαμονής ή την άρση ισχύος απαγορεύσεως εισόδου ή κηρύξεως προσώπου ως ανεπιθύμητου.

2)      Το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς, στο μέτρο που επιτρέπει τη διάθεση σε τρίτους βιομετρικών δεδομένων των Τούρκων εργαζομένων και των μελών της οικογένειάς τους που περιέχονται σε αρχείο με σκοπό την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων, δεν συνιστά νέο περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 13 της αποφάσεως 1/80 λόγω του υπερβολικά αβέβαιου και έμμεσου αποτελέσματος που έχει για την πρόσβαση των εν λόγω εργαζομένων στην απασχόληση.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Η διάταξη αυτή ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη της Κοινότητας και η Τουρκία δεν δύνανται να επιβάλουν στους εργαζομένους που διαμένουν και απασχολούνται νομίμως στο έδαφός τους νέους περιορισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση».


3      ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48.


4      Κατά τη διάταξη αυτή, «[τ]α κράτη μέλη της Κοινότητας και η Τουρκία δεν μπορούν να θεσπίσουν νέους περιορισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση των εργαζομένων και των μελών των οικογενειών τους που διαμένουν και απασχολούνται νομίμως στο έδαφός τους».


5      Άρθρο 54, παράγραφος 1, στοιχείο c, του Vreemdelingenwet 2000 (νόμου του 2000 περί αλλοδαπών), όπως τροποποιήθηκε με τον Wet van 11 december 2013 tot wijziging van de Vreemdelingenwet 2000 in verband met de uitbreiding van het gebruik van biometrische kenmerken in de vreemdelingenketen in verband met het verbeteren van de identiteitsvaststelling van de vreemdeling (νόμο της 11ης Δεκεμβρίου 2013 για την τροποποίηση του νόμου του 2000 περί αλλοδαπών, όσον αφορά τη διευρυμένη χρήση βιομετρικών αναγνωριστικών στοιχείων στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων οργάνων στον τομέα των αλλοδαπών με σκοπό τη βελτίωση της ταυτοποιήσεως αλλοδαπού υπηκόου, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2014, Stb. 2014, αριθ. 2, στο εξής: νόμος περί αλλοδαπών).


6      Άρθρο 107, παράγραφος 2, του νόμου περί αλλοδαπών.


7      Άρθρο 107, παράγραφος 5, του νόμου περί αλλοδαπών.


8      Αυτό ισχύει, κατ’ αρχήν, για κάθε αξιόποινη πράξη που επισύρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τεσσάρων ετών, για τις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται στον ολλανδικό ποινικό κώδικα και τους ειδικούς νόμους.


9      Άρθρο 107, παράγραφος 6, στοιχείο a, του νόμου περί αλλοδαπών.


10      Άρθρο 107, παράγραφος 6, στοιχείο b, του νόμου περί αλλοδαπών.


11      Άρθρο 107, παράγραφος 9, του νόμου περί αλλοδαπών. Βλ. και άρθρο 8.35 του Vreemdelingenbesluit 2000 (διατάγματος του 2000 περί αλλοδαπών).


12      Στο μέτρο που η αίτηση οικογενειακής επανένωσης φαίνεται να στηρίζεται στις διατάξεις της αποφάσεως 1/80, τεκμαίρεται ότι η P έχει την ιδιότητα εργαζομένης από την Τουρκία, κατά την έννοια της εν λόγω αποφάσεως, που βρίσκεται ήδη στην ολλανδική επικράτεια. Πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι η δραστηριότητα της P είναι μισθωτή δραστηριότητα.


13      Στο εξής: Χάρτης.


14      Κατά τη διάταξη αυτή, «[τ]α συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι, στο πεδίο εφαρμογής της Συμφωνίας και υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων οι οποίες θα ηδύναντο να θεσπισθούν σύμφωνα με το άρθρο 8, κάθε διάκριση που βασίζεται στην ιθαγένεια απαγορεύεται, σύμφωνα με την αρχή η οποία εκτίθεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητος».


15      Απόφαση της 12ης Απριλίου 2016 (C‑561/14, EU:C:2016:247, σκέψη 51).


16      ΕΕ 1995, L 281, σ. 31.


17      Βλ. απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Yön (C‑123/17, EU:C:2018:632, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


18      Βλ. απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Yön (C‑123/17, EU:C:2018:632, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


19      Βλ. απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Yön (C‑123/17, EU:C:2018:632, σκέψεις 40 έως 48).


20      Προς υπενθύμιση του ελέγχου αυτού, βλ. σημείο 12 των παρουσών προτάσεων.


21      Βλ. σκέψη 7 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως η οποία παραθέτει τον Vreemdelingenwet 1965 (νόμο του 1965 περί αλλοδαπών) και το Vreemdelingenbesluit 1966 (διάταγμα του 1966 περί αλλοδαπών).


22      Βλ. αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2010, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑92/07, EU:C:2010:228, σκέψη 49), και της 7ης Νοεμβρίου 2013, Demir (C‑225/12, EU:C:2013:725, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


23      Συναφώς, υπενθυμίζω ότι τα προδικαστικά ερωτήματα των οποίων επελήφθη το Δικαστήριο αφορούν αποκλειστικά τη συμβατότητα του επίμαχου καθεστώτος με το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80, εξαιρουμένου του ζητήματος της συμβατότητας με το άρθρο 9 της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, που επικαλείται ο Υφυπουργός στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ. σημείο 8 των παρουσών προτάσεων).


24      Βλ., αντιστοίχως, αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2013, Demir (C‑225/12, EU:C:2013:725, σκέψη 41), της 29ης Μαρτίου 2017, Tekdemir (C‑652/15, EU:C:2017:239, σκέψη 39), καθώς και της 7ης Αυγούστου 2018, Yön (C‑123/17, EU:C:2018:632, σκέψη 77).


25      Κατά το οποίο «[ο]ι διατάξεις του παρόντος τμήματος εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας».


26      Από τον φάκελο προκύπτει ότι η υποχρέωση λήψεως δακτυλικών αποτυπωμάτων δεν επιβάλλεται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών ούτε σε πρόσωπα που δεν είναι από φυσικής απόψεως σε θέση να συμμορφωθούν με την υποχρέωση αυτή.


27      Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Schwarz (C‑291/12, EU:C:2013:670, σκέψη 27).


28      Βλ., μεταξύ άλλων, κανονισμό (ΕΚ) 2252/2004 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με την καθιέρωση προτύπων για τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και τη χρήση βιομετρικών στοιχείων στα διαβατήρια και τα ταξιδιωτικά έγγραφα των κρατών μελών (ΕΕ 2004, L 385, σ. 1).


29      Βλ., μεταξύ άλλων, κανονισμό (ΕΚ) 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη θέσπιση κοινοτικού κώδικα θεωρήσεων (κώδικας θεωρήσεων) (ΕΕ 2009, L 243, σ. 1).


30      Βλ. άρθρο 8, παράγραφος 2, του Χάρτη.


31      Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Schwarz (C‑291/12, EU:C:2013:670, σκέψη 25).


32      Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Tele2 Sverige και Watson κ.λπ. (C‑203/15 και C‑698/15, EU:C:2016:970, σκέψη 96).


33      Βλ. άρθρο 13 του κώδικα θεωρήσεων.


34      Βλ. κανονισμό (ΕΚ) 767/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας (κανονισμός VIS) (ΕΕ 2008, L 218, σ. 60).


35      Βλ. γνώμη 1/15 (Συμφωνία PNR ΕΕ-Καναδά), της 26ης Ιουλίου 2017 (EU:C:2017:592, σκέψη 191 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


36      Βλ. προτεινόμενο άρθρο 23 της προτάσεως κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 767/2008, του κανονισμού (ΕΚ) 810/2009, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2226, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, του κανονισμού XX/2018 [κανονισμού για τη διαλειτουργικότητα] και της απόφασης 2004/512/ΕΚ και για την κατάργηση της απόφασης 2008/663/ΔΕΥ του Συμβουλίου [COM(2018) 302 τελικό, Βρυξέλλες, 16 Μαΐου 2018].


37      Βλ. αποφάσεις της 12ης Απριλίου 2016, Genc (C‑561/14, EU:C:2016:247, σκέψεις 39 και 40), καθώς και της 29ης Μαρτίου 2017, Tekdemir (C‑652/15, EU:C:2017:239, σκέψη 31). Βλ., επίσης, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Ucar και Kilic (C‑508/15 και C‑509/15, EU:C:2016:986, σκέψη 68). Βλ., όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της ελευθερίας εγκαταστάσεως των Τούρκων εργαζομένων και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η οικογενειακή επανένωση, αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 2014, Dogan (C‑138/13, EU:C:2014:2066, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία και σκέψη 35), και της 7ης Αυγούστου 2018, Yön (C‑123/17, EU:C:2018:632, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


38      Βλ. αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 1995, Bozkurt (C‑434/93, EU:C:1995:168, σκέψη 20), της 10ης Φεβρουαρίου 2000, Nazli (C‑340/97, EU:C:2000:77, σκέψεις 50 και 54), της 19ης Νοεμβρίου 2002, Kurz (C‑188/00, EU:C:2002:694, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθώς και της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Ziebell (C‑371/08, EU:C:2011:809, σκέψεις 52, 58 και 66).


39      Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000 (C‑190/98, EU:C:2000:49).


40      Βλ. απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, Graf (C‑190/98, EU:C:2000:49, σκέψεις 23 έως 25). Βλ. και απόφαση της 13ης Μαρτίου 2019, Gemeinsamer Betriebsrat EurothermenResort Bad Schallerbach (C‑437/17, EU:C:2019:193, σκέψη 40).


41      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, Graf (C‑190/98, EU:C:2000:49, σκέψη 24)