Language of document : ECLI:EU:C:2020:390

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 28ης Μαΐου 2020(1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C597/18 P, C598/18 P, C603/18 P και C604/18 P

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

κατά

Dr. K. Chrysostomides & Co. LLC,

και των λοιπών διαδίκων των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα I (2),

Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ)

Ευρωομάδας,

Ευρωπαϊκής Ένωσης (C597/18 P)

και

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

κατά

Ελένης Παυλικκά Μπουρδούβαλη,

και των λοιπών διαδίκων των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα IΙ (3),

Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ),

Ευρωομάδας,

Ευρωπαϊκής Ένωσης (C598/18 P)

και

Dr. K. Chrysostomides & Co. LLC,

και οι λοιποί διάδικοι των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα I (C603/18 P),

Ελένη Παυλικκά Μπουρδούβαλη,

και οι λοιποί διάδικοι των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα IΙ

(C604/18 P)

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ),

Ευρωομάδας,

Ευρωπαϊκής Ένωσης (C603/18 P και C604/18 P)

«Αίτηση αναιρέσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Οικονομική και νομισματική πολιτική – Πρόγραμμα στήριξης σταθερότητας της Κύπρου – Ευρωομάδα – Νομική φύση – Αρμοδιότητα των δικαστηρίων της Ένωσης»






1.        Ποια είναι η νομική φύση της Ευρωομάδας; Ποια είναι η θέση του οργανισμού αυτού στο περίπλοκο συνταγματικό πλαίσιο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (στο εξής: ΟΝΕ); Μπορεί η Ευρωομάδα να χαρακτηριστεί ως «θεσμικό όργανο» κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ; Έχουν, κατά συνέπεια, τα δικαστήρια της Ένωσης αρμοδιότητα να επιληφθούν αγωγών αποζημιώσεως που ασκούνται, βάσει της διάταξης αυτής, κατά της Ευρωομάδας, για τυχόν ζημίες που προκλήθηκαν από φερόμενες ζημιογόνους πράξεις του οργανισμού αυτού;

2.        Αυτά είναι τα ερωτήματα που εξετάζονται στις παρούσες προτάσεις οι οποίες αφορούν δύο αιτήσεις αναιρέσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (4), υποστηριζόμενο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατά δύο αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις) (5), με τις οποίες αυτό απέρριψε τις ενστάσεις απαραδέκτου που το Συμβούλιο είχε προβάλει σχετικά με αγωγές αποζημιώσεως που είχαν ασκηθεί, μεταξύ άλλων, κατά της Ευρωομάδας.

3.        Οι υποθέσεις που αποτελούν αντικείμενο των δύο πιο πάνω αιτήσεων αναιρέσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο, στις οποίες, κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, επικεντρώνονται οι παρούσες προτάσεις, συνεκδικάζονται με δύο άλλες υποθέσεις σχετικές με αιτήσεις αναιρέσεως (6) τις οποίες καταθέτες ή μέτοχοι δύο κυπριακών τραπεζών (οι οποίοι μνημονεύονται στα παραρτήματα I και II, στο εξής: πρωτοδίκως ενάγοντες) κατέθεσαν και αυτοί κατά των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων. Οι πρωτοδίκως ενάγοντες ζητούν την αναίρεση των εν λόγω αποφάσεων κατά το μέρος που το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις αγωγές αποζημιώσεως που είχαν ασκήσει κατά του Συμβουλίου, της Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και της Ευρωομάδας για τις ζημίες που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν λόγω σειράς πράξεών τους, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων δηλώσεων της Ευρωομάδας (7).

4.        Οι υπό κρίση υποθέσεις έχουν αναμφίβολα συνταγματική σημασία. Παρέχουν στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποσαφηνίσει τη νομική φύση της Ευρωομάδας, οργανισμού ο οποίος ασφαλώς ασκεί σημαντική πολιτική επιρροή, αλλά, στο ευρωπαϊκό συνταγματικό/θεσμικό σύστημα, είναι ίσως εκείνος που έχει συζητηθεί περισσότερο και είναι το λιγότερο εύκολο να προσδιοριστεί το πλαίσιο στο οποίο αυτός ανήκει.

I.      Το νομικό πλαίσιο

5.        Το άρθρο 137 ΣΛΕΕ ορίζει ότι «[ο]ι ειδικές ρυθμίσεις για τις συνόδους των Υπουργών των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ, καθορίζονται στο Πρωτόκολλο για την Ευρωομάδα».

6.        Το πρωτόκολλο αριθ. 14 σχετικά με την Ευρωομάδα, το οποίο αποτελεί παράρτημα της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: πρωτόκολλο αριθ. 14), αναφέρει, στο προοίμιό του, ότι «ΤΑ ΥΨΗΛΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ, ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να ευνοήσουν τις προϋποθέσεις μιας ισχυρότερης οικονομικής μεγέθυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, προς τούτο, να αναπτύξουν διαρκώς στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών στη ζώνη του ευρώ, ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της ανάγκης να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για έναν ενισχυμένο διάλογο μεταξύ των κρατών μελών τα οποία έχουν ως νόμισμα το ευρώ, εν αναμονή της υιοθέτησης του ευρώ από όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης, ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ επί των […] διατάξεων» των άρθρων 1 και 2 του εν λόγω πρωτοκόλλου.

7.        Το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 14 ορίζει ότι «[ο]ι Υπουργοί των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ πραγματοποιούν άτυπες συναντήσεις μεταξύ τους. Οι συναντήσεις αυτές λαμβάνουν χώρα, ανάλογα με τις ανάγκες, για να συζητούνται τα θέματα που συνδέονται με τις ιδιαίτερες ευθύνες τις οποίες συνυπέχουν στο θέμα του ενιαίου νομίσματος. Η Επιτροπή συμμετέχει στις συναντήσεις αυτές. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καλείται να συμμετέχει σε αυτές τις συναντήσεις, οι οποίες προετοιμάζονται από τους αντιπροσώπους των υπουργών οικονομικών των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ και της Επιτροπής».

8.        Το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 14 ορίζει ότι «[ο]ι υπουργοί των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ εκλέγουν ανά δυόμισι έτη πρόεδρο, με πλειοψηφία των εν λόγω κρατών μελών».

II.    Τα πραγματικά περιστατικά

9.        Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται με ακρίβεια στις σκέψεις 10 έως 46 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων στις οποίες παραπέμπω για περισσότερες λεπτομέρειες.

10.      Για τους σκοπούς των παρουσών προτάσεων αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση που εκδηλώθηκε το 2011, ορισμένες τράπεζες με έδρα την Κύπρο, συμπεριλαμβανομένων της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου και της Τράπεζας Κύπρου, αντιμετώπισαν το 2012 σοβαρές χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες.

11.      Παρεμβαίνοντας προς στήριξη του τραπεζικού της συστήματος, η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε, τον Ιούνιο του 2012, στον πρόεδρο της Ευρωομάδας αίτηση χρηματοπιστωτικής συνδρομής, η οποία οδήγησε στη διαπραγμάτευση μνημονίου συναντίληψης, στο πλαίσιο προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής, μεταξύ της Επιτροπής, σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), και των κυπριακών αρχών.

12.      Το εν λόγω μνημόνιο συναντίληψης εγκρίθηκε, στις 24 Απριλίου 2013, από το συμβούλιο διοικητών του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), υπεγράφη στις 26 Απριλίου 2013 και κυρώθηκε στις 30 Απριλίου 2013 από την κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων.

13.      Στις 25 Απριλίου 2013 το Συμβούλιο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, την απόφαση 2013/236 που απευθύνεται στην Κυπριακή Δημοκρατία σχετικά με ειδικά μέτρα για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης (8).

14.      Τόσο πριν από την έγκριση του μνημονίου συναντίληψης όσο και μετά την υπογραφή και την κύρωσή του, η Ευρωομάδα προέβη σε διάφορες δημόσιες δηλώσεις σχετικά με τη χρηματοπιστωτική συνδρομή προς την Κυπριακή Δημοκρατία.

15.      Ειδικότερα, με δήλωση της 25ης Μαρτίου 2013, η Ευρωομάδα ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, την επίτευξη συμφωνίας όσον αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μελλοντικού προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής το οποίο είχε τη στήριξη όλων των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ, καθώς και της Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. Με δήλωση της 13ης Μαΐου 2013, η Ευρωομάδα χαιρέτισε την απόφαση του Συμβουλίου διοικητών του ΕΜΣ να εγκρίνει την πρώτη δόση της συνδρομής και επιβεβαίωσε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έλαβε τα μέτρα που είχαν συμφωνηθεί με το μνημόνιο συναντίληψης της 26ης Απριλίου 2013. Με δήλωση της 13ης Σεπτεμβρίου 2013, η Ευρωομάδα, μεταξύ άλλων, εξέφρασε την ικανοποίησή της, αφενός, για τα αποτελέσματα της πρώτης αποστολής παρακολούθησης από μέρους της Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ και, αφετέρου, για την έξοδο της Τράπεζας Κύπρου από τη διαδικασία εξυγίανσης.

III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

16.      Με δικόγραφα που κατέθεσαν στο Γενικό Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 20 Δεκεμβρίου 2013 (υπόθεση T‑680/13) και την 1η Δεκεμβρίου 2014 (υπόθεση T‑786/14), οι πρωτοδίκως ενάγοντες άσκησαν τις αγωγές αποζημιώσεως που μνημονεύονται στο σημείο 3 των παρουσών προτάσεων, μεταξύ άλλων κατά της Ευρωομάδας.

17.      Στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η ΕΚΤ προέβαλαν, με χωριστά δικόγραφα (9), ενστάσεις απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

18.      Με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις αγωγές των πρωτοδίκως εναγόντων και τους καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα.

IV.    Τα αιτήματα των διαδίκων

19.      Στις υποθέσεις C‑597/18 P και C‑598/18 P, στις οποίες επικεντρώνονται οι παρούσες προτάσεις, το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει τα μέρη των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων στα οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις απαραδέκτου που είχε προβάλει σχετικά με τις αγωγές αποζημιώσεως που είχαν ασκηθεί κατά της Ευρωομάδας και να καταδικάσει τους πρωτοδίκως ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα.

20.      Στις ως άνω υποθέσεις, οι πρωτοδίκως ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο και να το καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.

21.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να κάνει δεκτές τις αιτήσεις αναιρέσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο και να καταδικάσει τους πρωτοδίκως ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα τόσο στον πρώτο βαθμό όσο και στην αναιρετική δίκη.

22.      Η Δημοκρατία της Φινλανδίας, στην οποία, με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 2019, επετράπη να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου, ζητεί από το Δικαστήριο να κάνει δεκτές τις αιτήσεις αναιρέσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο και να αναιρέσει τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις κατά το μέρος που με αυτές κρίθηκαν παραδεκτές οι αγωγές αποζημιώσεως που οι πρωτοδίκως ενάγοντες είχαν ασκήσει κατά της Ευρωομάδας.

V.      Ανάλυση των αιτήσεων αναιρέσεως

23.      Οι αιτήσεις αναιρέσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο, στις οποίες, όπως προεκτέθηκε, επικεντρώνονται οι παρούσες προτάσεις, βάλλουν κατά της συλλογιστικής του Γενικού Δικαστηρίου στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις (αντιστοίχως, στις σκέψεις 106 έως 114 της απόφασης στην υπόθεση T‑680/13 και στις σκέψεις 102 έως 110 της απόφασης στην υπόθεση T‑786/14) και του συνακόλουθου συμπεράσματος ότι η Ευρωομάδα πρέπει να χαρακτηριστεί ως «θεσμικό όργανο» κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, με αποτέλεσμα να μπορούν να καταλογιστούν στην Ένωση οι ζημιογόνοι πράξεις της Ευρωομάδας.

1.      Η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου στο επίμαχο μέρος των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων

24.      Στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, κατ’ αρχάς, ότι, κατά τη νομολογία, ο όρος «θεσμικά όργανα» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ καλύπτει όχι μόνον τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που απαριθμούνται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, ΣΕΕ, αλλά και κάθε άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης που ιδρύθηκε με τις Συνθήκες και προορίζεται να συμβάλει στην υλοποίηση των στόχων της Ένωσης (10).

25.      Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι το Δικαστήριο εκτίμησε, στην απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Μαλλής κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C‑105/15 P έως C‑109/15 P, EU:C:2016:702, στο εξής: απόφαση Μαλλής· βλ., ειδικότερα, σκέψη 61), ότι η Ευρωομάδα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «όργανο ή οργανισμός της Ένωσης» κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορεί αυτή να χαρακτηριστεί ως «θεσμικό όργανο» κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι από τη νομολογία προκύπτει, αφενός, ότι η προσφυγή ακυρώσεως και η αγωγή αποζημιώσεως είναι διακριτά και αυτοτελή ένδικα βοηθήματα, τα οποία έχουν διαφορετικές λειτουργίες, και, αφετέρου, ότι, προκειμένου η ζημιογόνος πράξη ή συμπεριφορά να μπορεί να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, δεν απαιτείται να μπορεί επίσης να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ (11).

26.      Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτών ότι ο προσδιορισμός των οντοτήτων της Ένωσης που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «θεσμικά όργανα» κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ πρέπει να πραγματοποιείται βάσει κριτηρίων που προσιδιάζουν στη διάταξη αυτή, διαφορετικών από εκείνα που προσιδιάζουν στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ. Συνεπώς, κατά το Γενικό Δικαστήριο, προς τούτο, έχει σημασία να διαπιστωθεί αν η οντότητα της Ένωσης στην οποία είναι καταλογιστέα η επικρινόμενη πράξη ή συμπεριφορά συστάθηκε με τις Συνθήκες και προορίζεται να συμβάλει στην υλοποίηση των στόχων της Ένωσης (12).

27.      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον το άρθρο 137 ΣΛΕΕ και το πρωτόκολλο αριθ. 14 προβλέπουν την ύπαρξη, τη σύνθεση, τον τρόπο συνεδρίασης και τα καθήκοντα της Ευρωομάδας, ο οργανισμός αυτός πρέπει να θεωρηθεί οργανισμός της Ένωσης ο οποίος ιδρύθηκε τυπικώς με τις Συνθήκες και προορίζεται να συμβάλει στην υλοποίηση των στόχων της. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε ότι οι πράξεις και οι συμπεριφορές της Ευρωομάδας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται από το δίκαιο της Ένωσης είναι καταλογιστέες στην Ένωση (13).

28.      Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οποιαδήποτε αντίθετη λύση θα προσέκρουε στην αρχή της «Ένωσης δικαίου», καθόσον θα καθιστούσε δυνατή τη σύσταση, εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, οργανισμών των οποίων οι πράξεις και οι συμπεριφορές δεν μπορούν να θεμελιώσουν ευθύνη της Ένωσης (14).

2.      Συνοπτική έκθεση των επιχειρημάτων των διαδίκων

29.      Με τις αιτήσεις αναιρέσεως που κατέθεσε, το Συμβούλιο προβάλλει έναν και μόνο λόγο αναιρέσεως και υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις ότι οι πράξεις της Ευρωομάδας μπορούν να στοιχειοθετήσουν εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης στηρίζεται σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο.

30.      Κατ’ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως την προαναφερθείσα απόφαση Μαλλής και τη νομολογία που μνημονεύεται στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις. Συγκεκριμένα, κατά το Συμβούλιο, ουδόλως προκύπτει από αυτήν ότι η απλώς και μόνον μνεία της Ευρωομάδας στις Συνθήκες επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η τελευταία πρέπει να θεωρηθεί «θεσμικό όργανο» κατά την έννοια του άρθρου 340 ΣΛΕΕ. Το άρθρο 137 ΣΛΕΕ και το πρωτόκολλο αριθ. 14 απλά αναγνωρίζουν, και δεν ιδρύουν, την Ευρωομάδα, την οποία ίδρυσε το 1997 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

31.      Το Γενικό Δικαστήριο δεν μπόρεσε να διαπιστώσει ούτε ότι η Ευρωομάδα έχει νομική προσωπικότητα ούτε, εναλλακτικώς, ότι έχει αρμοδιότητες που της ανατίθενται από τις Συνθήκες, όπως επιτάσσει η νομολογία στην οποία παρέπεμψε. Η απλώς και μόνον ύπαρξη διατάξεων σχετικών με την ύπαρξη της Ευρωομάδας και τους διαδικαστικούς κανόνες μιας άτυπης συνάντησης δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ανατέθηκαν αρμοδιότητες. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε επίσης την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ.

32.      Τέλος, η έλλειψη αρμοδιότητας των δικαστηρίων της Ένωσης να επιληφθούν αγωγών αποζημιώσεως που ασκούνται κατά της Ευρωομάδας δεν θέτει προβλήματα όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας καθόσον οι ιδιώτες διαθέτουν άλλες δυνατότητες δικαστικού ελέγχου. Πρώτον, η Επιτροπή μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τον παράνομο χαρακτήρα των πράξεων του ΕΜΣ σχετικά με τις οποίες άσκησε εξουσίες (15). Δεύτερον, οι ιδιώτες μπορούν να προσφύγουν στα εθνικά δικαστήρια για να εξασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων τους. Τρίτον, τα δικαστήρια της Ένωσης έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν τις πράξεις του Συμβουλίου που προηγούνται και προμηνύουν την αιρεσιμότητα του ΕΜΣ (16).

33.      Η Επιτροπή, παρεμβαίνουσα υπέρ του Συμβουλίου, θεωρεί, πρώτον, ότι η Ευρωομάδα δεν εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 340 ΣΛΕΕ, καθόσον αποτελεί άτυπη συνάντηση των υπουργών των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ και, επομένως, δεν είναι μέρος του θεσμικού πλαισίου της Ένωσης. Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 263 και 340 ΣΛΕΕ έχουν το ίδιο προσωπικό πεδίο εφαρμογής. Κατά το εν λόγω θεσμικό όργανο, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να στηρίξει τη συλλογιστική του σε νομολογιακά προηγούμενα κατά τα οποία οργανισμός του οποίου οι πράξεις δεν μπορούν να προσβληθούν βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ μπορεί, αντιθέτως, να εναχθεί με αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 340 ΣΛΕΕ.

34.      Η Φινλανδική Κυβέρνηση, παρεμβαίνουσα και αυτή υπέρ του Συμβουλίου, υποστηρίζει ότι, μολονότι οι Συνθήκες αναγνωρίζουν την ύπαρξη της Ευρωομάδας, η απλώς και μόνον μνεία της δεν αρκεί για να αναγάγει την Ευρωομάδα σε «θεσμικό όργανο» της Ένωσης.

35.      Οι πρωτοδίκως ενάγοντες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι η προαναφερθείσα απόφαση Μαλλής δεν ασκεί επιρροή καθόσον αφορούσε προσφυγή ακυρώσεως και όχι αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης. Κατ’ αυτούς, από τη νομολογία προκύπτει ότι το παραδεκτό της αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχει ο οργανισμός εξουσία έκδοσης δεσμευτικών πράξεων. Η μη αναγνώριση ευθύνης της Ένωσης για τις πράξεις που εκδίδει η Ευρωομάδα ισοδυναμεί με προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Δεύτερον, οι πρωτοδίκως ενάγοντες αμφισβητούν το επιχείρημα ότι η Ευρωομάδα δεν ιδρύθηκε με τις Συνθήκες. Συγκεκριμένα, η ύπαρξή της επισημοποιήθηκε από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, με το άρθρο 137 ΣΛΕΕ και με το πρωτόκολλο αριθ. 14. Τρίτον, η Ευρωομάδα δεν είναι απλά ένα άτυπο forum συζήτησης, αλλά διαθέτει αρμοδιότητες που αφορούν την κατάρτιση της οικονομικής και της δημοσιονομικής πολιτικής της Ένωσης. Τέλος, οι πρωτοδίκως ενάγοντες αμφισβητούν ότι οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν εναλλακτικά ένδικα βοηθήματα προκειμένου να εξασφαλίσουν δικαστική προστασία, και τούτο κυρίως για δύο λόγους. Η ευθύνη της Επιτροπής κατά την άσκηση των εξουσιών της δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ευθύνη της Ευρωομάδας. Επιπλέον, η δυνατότητα άσκησης ενδίκου βοηθήματος ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν είναι ικανοποιητική εναλλακτική λύση για τους ιδιώτες, διότι ενώπιον των δικαστηρίων αυτών μπορούν να προσβληθούν μόνον οι πράξεις που είναι καταλογιστέες στις εθνικές αρχές και όχι επίσης οι πράξεις τις οποίες εκδίδουν οντότητες που συστάθηκαν με τις Συνθήκες.

3.      Νομική ανάλυση

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

36.      Οι αιτήσεις αναιρέσεως που κατέθεσε το Συμβούλιο εγείρουν το ζήτημα της δυνατότητας χαρακτηρισμού της Ευρωομάδας ως «θεσμικού οργάνου» κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και, κατά συνέπεια, το ζήτημα της αρμοδιότητας των δικαστηρίων της Ένωσης να επιληφθούν αγωγών αποζημιώσεως που ασκούνται κατά του οργανισμού αυτού, βάσει της εν λόγω διάταξης, για τυχόν ζημίες που προκλήθηκαν από φερόμενες ζημιογόνους πράξεις του.

37.      Όσον αφορά τις αγωγές λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η Ένωση υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τις ζημίες που προξενούν τα θεσμικά της όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

38.      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, θεμελιώνεται όταν συντρέχουν σωρευτικά ορισμένες προϋποθέσεις σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο θεσμικό όργανο της Ένωσης συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του θεσμικού οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας (17).

39.      Από τη νομολογία προκύπτει ότι η έννοια του «θεσμικού οργάνου» κατά το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ είναι ευρύτερη από εκείνη που χρησιμοποιείται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Πράγματι, ο όρος «θεσμικό όργανο» ο οποίος χρησιμοποιείται στο άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει μόνον τα κατά κυριολεξία θεσμικά όργανα της Ένωσης, τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, ΣΕΕ, αλλά καλύπτει επίσης, λαμβανομένου υπόψη του συστήματος εξωσυμβατικής ευθύνης το οποίο κατοχυρώνεται στις Συνθήκες, κάθε άλλον οργανισμό της Ένωσης που ιδρύθηκε με τις Συνθήκες και προορίζεται να συμβάλει στην υλοποίηση των στόχων της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι πράξεις στις οποίες προβαίνουν οι οργανισμοί αυτοί κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται από το δίκαιο της Ένωσης είναι καταλογιστέες στην Ένωση, σύμφωνα με τις κοινές στα κράτη μέλη γενικές αρχές στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ (18).

40.      Προκειμένου να εξακριβωθεί αν η Ευρωομάδα μπορεί να χαρακτηριστεί ως «θεσμικό όργανο της Ένωσης» κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ώστε οι ζημιογόνοι συνέπειες των πράξεών της να μπορούν να καταλογιστούν στην Ένωση, πρέπει να γίνουν κατανοητές η νομική φύση του οργανισμού αυτού και η θέση του στο θεσμικό πλαίσιο της ΟΝΕ. Για τον σκοπό αυτόν, θα αναλύσω κατ’ αρχάς τη συνταγματική διάρθρωση της ΟΝΕ, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου (υπό 2). Εν συνεχεία, θα εξετάσω την Ευρωομάδα αυτή καθεαυτήν με αναφορά στην ίδρυσή της, στα καθήκοντά της και στην in concreto λειτουργία της (υπό 3). Τα στοιχεία που θα προκύψουν από την ανάλυση αυτή θα καταστήσουν δυνατούς τον καθορισμό της νομικής φύσης της Ευρωομάδας και τον συνταγματικό χαρακτηρισμό της (υπό 4). Τέλος, θα εκθέσω ορισμένες εκτιμήσεις σχετικά με τις απαιτήσεις που συνδέονται με τον σεβασμό της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (υπό 5).

2.      Η συνταγματική διάρθρωση της ΟΝΕ

41.      Εξαρχής η ΟΝΕ χαρακτηριζόταν από «ασύμμετρη» συνταγματική διάρθρωση σε σχέση με τα δύο στοιχεία που την απαρτίζουν, ήτοι τη νομισματική πολιτική και την οικονομική πολιτική (19). Η ασυμμετρία αυτή αφορούσε τόσο την κατανομή των αρμοδιοτήτων όσο και, συνακόλουθα, αυτή ταύτη τη συνταγματική και θεσμική διάρθρωση.

42.      Συγκεκριμένα, όσον αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων, μολονότι, από τη μια πλευρά, στην Ένωση έχει παρασχεθεί αποκλειστική αρμοδιότητα στον τομέα της νομισματικής πολιτικής για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ (20), από την άλλη πλευρά, ο έλεγχος των οικονομικών πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων της δημοσιονομικής και της φορολογικής πολιτικής, παραμένει αρμοδιότητα των κρατών μελών.

43.      Ελλείψει παροχής γενικής αρμοδιότητας μέσω πραγματικής και γνήσιας μεταβίβασης εξουσιών, όπως συνέβη με τη νομισματική πολιτική, στον τομέα της οικονομικής πολιτικής η Ένωση περιορίζεται να ασκεί –κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του τρίτου μέρους, τίτλος VIII, κεφάλαιο 1, της ΣΛΕΕ– μόνον εξουσίες συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών (21), καθώς και μόνο για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, δυνάμει ειδικών διατάξεων που έχουν εφαρμογή σε αυτά, εξουσίες συντονισμού και εποπτείας της δημοσιονομικής πειθαρχίας και κατάρτισης κατευθυντήριων γραμμών οικονομικής πολιτικής (22).

44.      Αυτή η ασυμμετρία στην κατανομή των αρμοδιοτήτων εντός της ΟΝΕ είχε ως αποτέλεσμα αντίστοιχη ασυμμετρία στη συνταγματική και θεσμική οργάνωση της ΟΝΕ, με συνέπεια η ΟΝΕ να έχει δική της θεσμική ισορροπία.

45.      Συγκεκριμένα, ενώ για την άσκηση των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης στον τομέα της νομισματικής πολιτικής οι Συνθήκες προβλέπουν θεσμικό πλαίσιο το οποίο απαρτίζεται από την ΕΚΤ και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (23), όσον αφορά την οικονομική πολιτική το συνολικό πλαίσιο είναι πιο περίπλοκο.

46.      Πράγματι, ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών πραγματοποιείται σε πλαίσιο στο οποίο κατ’ ανάγκην συνυπάρχουν τρία διαφορετικά επιχειρησιακά επίπεδα: το εθνικό, το ενωσιακό και το διακυβερνητικό.

47.      Σε εθνικό επίπεδο, ασκείται η οικονομική και φορολογική πολιτική η οποία παραμένει αρμοδιότητα των κρατών μελών. Σε ενωσιακό επίπεδο, πραγματοποιείται ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και, για τις χώρες της ζώνης του ευρώ, ασκούνται οι προαναφερθείσες εξουσίες εποπτείας. Όσο για το διακυβερνητικό επίπεδο, το επίπεδο αυτό πάντοτε αποτελούσε μια από τις προτιμώμενες οδούς για την ανάπτυξη της οικονομικής ολοκλήρωσης μεταξύ κρατών και ακόμη και σήμερα συνιστά μια παράλληλη πορεία η οποία ενίοτε επικαλύπτεται με την πορεία της Ένωσης.

48.      Η προεκτεθείσα περιπλοκότητα της συνταγματικής διάρθρωσης της ΟΝΕ επιτάθηκε περαιτέρω κατόπιν των μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Συγκεκριμένα, η Ένωση και τα κράτη μέλη παρενέβησαν μέσω σειράς μέτρων προσαρμογής, τα οποία ελήφθησαν τόσο εντός όσο και εκτός του θεσμικού και νομικού πλαισίου της Ένωσης.

49.      Ενώ στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης ελήφθησαν διάφορα μέτρα με σκοπό την πρόληψη νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης (24), εκτός του θεσμικού και νομικού πλαισίου της Ένωσης τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ ενίσχυσαν σημαντικά τη συνεργασία, σε διακυβερνητικό επίπεδο, ειδικότερα με τη σύναψη, στις 2 Φεβρουαρίου 2012, της Συνθήκης για τη θέσπιση του ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας (στο εξής: Συνθήκη για τον ΕΜΣ) και, στις 2 Μαρτίου 2012, της Συνθήκης για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην οικονομική και νομισματική ένωση (στο εξής: δημοσιονομικό σύμφωνο).

50.      Τα εν λόγω μέτρα και, συνακόλουθα, η εφαρμογή τους, μολονότι βρίσκονται σε επίπεδα που από νομικής και θεσμικής απόψεως είναι διαφορετικά, ήτοι, αφενός, στο ενωσιακό επίπεδο και, αφετέρου, στο διακυβερνητικό επίπεδο εκτός του νομικού πλαισίου της Ένωσης, παρά ταύτα εντάσσονται σε κοινό συνολικό πλαίσιο και συνδέονται στενά μεταξύ τους.

51.      Η έντονη διασύνδεση μεταξύ μέτρων που λαμβάνονται στο ενωσιακό επίπεδο και μέτρων που λαμβάνονται στο διακυβερνητικό επίπεδο είχε ως αποτέλεσμα να αναδειχθούν στο πλαίσιο της ΟΝΕ μορφές συνεργασίας –που άλλωστε είχαν αρχίσει να εμφανίζονται πριν από την κρίση– οι οποίες, ευρισκόμενες στο μεταίχμιο μεταξύ των δύο επιπέδων, μπορούν να προσδιοριστούν μεθοδολογικά ως «ημιδιακυβερνητικές». Συγκεκριμένα, πρόκειται για συνεργασία διακυβερνητικού χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι λαμβάνει χώρα εκτός του νομικού και θεσμικού πλαισίου της Ένωσης. Εντούτοις, η συνεργασία αυτή έχει έντονα στοιχεία σύνδεσης και αλληλεξάρτησης τόσο με το δίκαιο όσο και με το θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης.

52.      Συγκεκριμένα, από νομικής απόψεως, υφίσταται ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ των πράξεων που εκδίδει η Ένωση και των Συνθηκών που συνάπτουν τα κράτη μέλη σε διακυβερνητικό επίπεδο, υπό την έννοια ότι, αφενός, η υποχρέωση κράτους μέλους να μετέχει σε τέτοιες Συνθήκες απορρέει ευθέως από το καθεστώς του στο δίκαιο της Ένωσης (25) και, αφετέρου, οι πράξεις αυτές περιέχουν διασταυρούμενες νομοθετικές παραπομπές (26).

53.      Από θεσμικής απόψεως, αυτές οι μορφές συνεργασίας χαρακτηρίζονται από υψηλό επίπεδο συμμετοχής των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στις δράσεις διακυβερνητικού χαρακτήρα και το αντίστροφο. Συγκεκριμένα, για παράδειγμα, η Επιτροπή και η ΕΚΤ ασκούν σημαντικά καθήκοντα στο πλαίσιο της Συνθήκης για τον ΕΜΣ (27), ενώ η Επιτροπή έχει έντονη ανάμειξη στην εφαρμογή των διατάξεων του δημοσιονομικού συμφώνου (28).

54.      Συνεπώς, σε μια κατάσταση αυτού του είδους, η οποία από συνταγματικής και νομικής απόψεως είναι περίπλοκη και αποτελεί το πλαίσιο πολλών διασυνδέσεων, μπορεί να είναι αρκετά δυσχερής ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ δράσεων που αναλαμβάνονται σε διακυβερνητικό επίπεδο και δράσεων που αναλαμβάνονται σε ενωσιακό επίπεδο και, επομένως, επίσης μεταξύ οργανισμών διακυβερνητικού χαρακτήρα και οργάνων της Ένωσης.

55.      Τα τελευταία χρόνια, το Δικαστήριο επανειλημμένως κλήθηκε, σε σειρά υποθέσεων που ανέκυψαν σε καταστάσεις συνδεόμενες με τη χρηματοπιστωτική κρίση, να εξετάσει ζητήματα που συνδέονται με τη συνταγματική διάρθρωση της ΟΝΕ. Στη νομολογία του, το Δικαστήριο επιδίωξε πάντοτε να διατηρήσει τη λεπτή συνταγματική και θεσμική ισορροπία που απορρέει από τις επιλογές των κρατών μελών.

56.      Συγκεκριμένα, στην απόφαση Pringle (29), η ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε ότι η Συνθήκη για τον ΕΜΣ είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης. Ειδικότερα, στην καθοριστική αυτή υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, στους τομείς που δεν υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, να αναθέτουν στα θεσμικά της όργανα καθήκοντα όπως ο συντονισμός κοινής δράσης την οποία τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν εκτός του πλαισίου της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι τα καθήκοντα αυτά δεν αλλοιώνουν τις αρμοδιότητες τις οποίες οι Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ αναθέτουν στα εν λόγω θεσμικά όργανα (30).

57.      Καθοριστικές είναι εν συνεχεία οι αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Ledra (31) και Μαλλής (32), στο ίδιο πραγματικό πλαίσιο σχετικά με την κυπριακή χρηματοπιστωτική και τραπεζική κρίση με εκείνο των υποθέσεων των οποίων επελήφθη το Γενικό Δικαστήριο και επί των οποίων εκδόθηκαν οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις.

58.      Ειδικότερα, στην απόφαση Ledra, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το γεγονός ότι τα καθήκοντα που ανατέθηκαν στην Επιτροπή και στην ΕΚΤ στο πλαίσιο της Συνθήκης για τον ΕΜΣ δεν συνεπάγονται ιδία εξουσία λήψης αποφάσεων και δεσμεύουν μόνον τον ΕΜΣ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να εναχθούν τα εν λόγω θεσμικά όργανα ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης προκειμένου να αποκαταστήσουν τις ζημίες που προκλήθηκαν από παράνομη συμπεριφορά τους κατά την άσκηση των καθηκόντων αυτών. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν ενεργεί σε διακυβερνητικό πλαίσιο εντός των ορίων της Συνθήκης για τον ΕΜΣ, η Επιτροπή διατηρεί τον ρόλο της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, ο οποίος προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ (33).

59.      Στην απόφαση Μαλλής, αντιθέτως, οι αναιρεσείοντες είχαν ασκήσει πρωτοδίκως προσφυγή με αίτημα την ακύρωση ακριβώς της δήλωσης της Ευρωομάδας της 25ης Μαρτίου 2013, στην οποία στηρίζονται, μεταξύ άλλων, οι αγωγές αποζημιώσεως των πρωτοδίκως εναγόντων στις υποθέσεις που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο και επί των οποίων εκδόθηκαν οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι η δήλωση αυτή δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κοινή απόφαση της Επιτροπής και της ΕΚΤ και ότι το γεγονός ότι τα δύο αυτά θεσμικά όργανα της Ένωσης μετέχουν στις συνεδριάσεις της Ευρωομάδας δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα των δηλώσεων της τελευταίας, και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτές αποτελούν έκφραση της εξουσίας λήψης αποφάσεων των δύο αυτών θεσμικών οργάνων της Ένωσης (34).

60.      Όσον αφορά ειδικά την Ευρωομάδα, στη σκέψη 61 της απόφασης Μαλλής, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «όχι μόνον ο χαρακτηρισμός “άτυπη” απαντά στο γράμμα του πρωτοκόλλου αριθ. 14 […], αλλά επίσης η Ευρωομάδα δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των διαφόρων συνθέσεων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης […] [(35)]», και ότι, επομένως, «η Ευρωομάδα δεν είναι δυνατόν ούτε να εξομοιωθεί με σύνθεση του Συμβουλίου ούτε να χαρακτηρισθεί ως όργανο ή οργανισμός της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ».

61.      Ακριβώς αυτή η περίπλοκη συνταγματική διάρθρωση της ΟΝΕ, ολοκληρωθείσα με τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, είναι το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να τοποθετηθεί η Ευρωομάδα.

3.      Η Ευρωομάδα

1)      Η ίδρυση της Ευρωομάδας και οι λόγοι για τη δημιουργία της

62.      Η Ευρωομάδα ιδρύθηκε επισήμως κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Λουξεμβούργο η οποία διεξήχθη στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 1997 (36). Στο ψήφισμα που εκδόθηκε με την ευκαιρία αυτή, αφότου υπενθύμισε ότι «το Συμβούλιο ECOFIN είναι το κεντρικό όργανο συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών με εξουσία λήψεως αποφάσεων στους συναφείς τομείς» και ότι «[η] δεσπόζουσα αυτή θέση του Συμβουλίου ECOFIN στη διαδικασία συντονισμού και λήψεως αποφάσεων σε οικονομικά θέματα ενδυναμώνει την ενότητα και τη συνοχή της [Ένωσης]», το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε ότι «[ο]ι υπουργοί των κρατών που συμμετέχουν στη ζώνη του ευρώ μπορούν να συναντώνται ατύπως για να συζητούν θέματα που συνδέονται με τις κοινές συγκεκριμένες αρμοδιότητές τους, όσον αφορά το ενιαίο νόμισμα» και ότι «[η] Επιτροπή, και, όταν ενδείκνυται, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα […] θα καλούνται να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις».

63.      Ο λόγος που υπαγόρευσε την ίδρυση της Ευρωομάδας έγκειται στη διττή απαίτηση η οποία ανέκυψε κατόπιν της εισαγωγής του ευρώ για τα κράτη μέλη της Ένωσης που υιοθέτησαν το ενιαίο νόμισμα. Πρόκειται, αφενός, για την απαίτηση βελτίωσης της αποτελεσματικότητας του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών αυτών, πρωτίστως, αλλά όχι μόνο, από μακροοικονομικής απόψεως· και, αφετέρου, για την απαίτηση σύνδεσης της νομισματικής και της οικονομικής πολιτικής.

64.      Εντούτοις, καθόσον το Συμβούλιο, ως θεσμικό όργανο της Ένωσης απαρτιζόμενο από εκπροσώπους όλων των κρατών μελών, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε αυτές τις απαιτήσεις ενισχυμένου συντονισμού και σύνδεσης –οι οποίες είναι αναγκαίες μόνο για ορισμένα κράτη μέλη της Ένωσης– και προκειμένου να μην επηρεαστεί η προβλεπόμενη από τις Συνθήκες θεσμική διάσταση και να μην μειωθεί ο ρόλος του ίδιου του Συμβουλίου ως θεσμικού οργάνου, προκρίθηκε η προσέγγιση της δημιουργίας ενός αποκλειστικού forum, διακυβερνητικής φύσεως, για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, ώστε αυτά να μπορούν, σε επίπεδο υπουργών οικονομικών, να ανταλλάσσουν απόψεις επί ζητημάτων σχετικών με τα συμφέροντά τους, τα οποία πλέον συνδέονται στενά μεταξύ τους λόγω της εισαγωγής του ενιαίου νομίσματος. Επομένως, εξαρχής, η ίδρυση της Ευρωομάδας αντικατόπτριζε τη βούληση των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ να εξετάζουν μεταξύ τους τα ζητήματα που αφορούν ειδικά τα κράτη αυτά (και, συνεπώς, δεν αφορούν τα άλλα κράτη μέλη) και, προς τούτο, να συναντώνται, ατύπως και εκτός του Συμβουλίου, για να συντονίζουν και να εναρμονίζουν τις θέσεις τους, χωρίς όμως να θέτουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα του Συμβουλίου, ως υπομόχλιου της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στον τομέα της οικονομικής πολιτικής στο ενωσιακό επίπεδο, ούτε την ανεξαρτησία της ΕΚΤ.

65.      Επομένως, μολονότι σχεδιάστηκε ως διακυβερνητικό όργανο συντονισμού μεταξύ ενός καθαρά εθνικού και ενός κοινοτικού επιπέδου, η Ευρωομάδα απέκτησε αμέσως μεγάλη πολιτική σημασία, με αποτέλεσμα να καταστεί το πρωταρχικό σημείο αναφοράς για τον οικονομικό συντονισμό στη ζώνη του ευρώ.

66.      Η Ευρωομάδα συνεδρίασε για πρώτη φορά στο Λουξεμβούργο στις 4 Ιουνίου 1998. Κατά τα πρώτα έτη της ύπαρξής της, ενεργούσε σε ένα είδος νομικής γκρίζας ζώνης, μολονότι οι άτυπες εργασίες της αποτέλεσαν σταδιακά αντικείμενο ορισμένων μέτρων οργανωτικού χαρακτήρα με σκοπό να διαρθρωθούν οι δραστηριότητές της και να αποκτήσει πιο αυστηρό χαρακτήρα ο οργανισμός αυτός, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργία του. Συναφώς, μπορούν να αναφερθούν, για παράδειγμα, η δυνατότητα δημοσίευσης δηλώσεων ή ανακοινωθέντων, όταν κρίνεται σκόπιμο (37), ή η απόφαση, το 2004, να οριστεί μόνιμος πρόεδρος με θητεία δύο ετών (38).

2)      Η Ευρωομάδα κατόπιν της Συνθήκης της Λισσαβώνας: σύνθεση και λειτουργία

67.      Μόνο με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας η Ευρωομάδα αναγνωρίστηκε σε επίπεδο πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, και ειδικότερα στο άρθρο 137 ΣΛΕΕ και στο πρωτόκολλο αριθ. 14.

68.      Το άρθρο 137 ΣΛΕΕ απλά παραπέμπει στο πρωτόκολλο αριθ. 14 όσον αφορά τις ειδικές ρυθμίσεις για τις συναντήσεις των υπουργών των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ.

69.      Αντιθέτως, το περιεχόμενο του πρωτοκόλλου αριθ. 14 είναι πιο ουσιαστικό. Κατ’ αρχάς, στο προοίμιό του, υπενθυμίζει τον σκοπό δημιουργίας ευνοϊκών προϋποθέσεων για ισχυρότερη οικονομική μεγέθυνση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συναφή απαίτηση ανάπτυξης διαρκώς στενότερου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών στη ζώνη του ευρώ και, κατά συνέπεια, πρόβλεψης ειδικών διατάξεων για ενισχυμένο διάλογο μεταξύ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ εν αναμονή της υιοθέτησης του ευρώ από όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης. Εν συνεχεία, στο άρθρο του 1, το πρωτόκολλο αυτό μνημονεύει τη σύνθεση της Ευρωομάδας, επισημαίνοντας τον άτυπο χαρακτήρα της, καθώς και τον σκοπό των συναντήσεων, προβλέπει δε τη συμμετοχή της Επιτροπής και της ΕΚΤ· στο άρθρο του 2, αναφέρει την εκλογή του προέδρου της Ευρωομάδας.

70.      Πάντως, η Ευρωομάδα μνημονεύεται όχι μόνον στο επίπεδο του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης αλλά και σε άλλες πράξεις, τόσο του παράγωγου δικαίου της Ένωσης όσο και εκτός του νομικού πλαισίου της Ένωσης.

71.      Συγκεκριμένα, στο επίπεδο του παράγωγου δικαίου της Ένωσης, η Ευρωομάδα μνημονεύεται στον κανονισμό 473/2013 (39) και στον κανονισμό για τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό (40). Στο επίπεδο των πράξεων που εκδίδονται σε διακυβερνητικό πλαίσιο, η Ευρωομάδα ή ο πρόεδρός της μνημονεύονται τόσο στο δημοσιονομικό σύμφωνο (41) όσο και στη Συνθήκη για τον ΕΜΣ (42).

72.      Όσον αφορά τη σύνθεσή της, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 14, η Ευρωομάδα απαρτίζεται από τους υπουργούς (43) των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ (44).

73.      Κατά το άρθρο 1, τρίτη περίοδος, του πρωτοκόλλου αριθ. 14, η Επιτροπή μετέχει στις συναντήσεις της Ευρωομάδας. Επομένως, με την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου αριθ. 14, η συμμετοχή της Επιτροπής κατέστη υποχρεωτική, εν αντιθέσει προς ό,τι ίσχυε προηγουμένως, όπου η Επιτροπή μετείχε στις συναντήσεις της Ευρωομάδας μόνον κατόπιν πρόκλησης, μολονότι, στην πράξη, η συμμετοχή της ήταν συστηματική (45).

74.      Κατά το άρθρο 1, τέταρτη περίοδος, του πρωτοκόλλου αριθ. 14, η ΕΚΤ, αντιθέτως, «καλείται» να μετάσχει στις συναντήσεις αυτές. Επομένως, όσον αφορά το συγκεκριμένο θεσμικό όργανο, η Συνθήκη της Λισσαβώνας δεν μετέβαλε τον προαιρετικό χαρακτήρα της συμμετοχής –ο οποίος συνδέεται με τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας της ΕΚΤ (46)–, αλλά κατέστησε υποχρεωτική μόνο την πρόσκληση στις συναντήσεις (47).

75.      Στην πράξη, όταν είναι σκόπιμο, καλούνται να μετάσχουν στις συναντήσεις επίσης ο διευθύνων σύμβουλος του ΕΜΣ και, στις συζητήσεις σχετικά με τα οικονομικά προγράμματα στα οποία αυτό μετέχει, το ΔΝΤ (48).

76.      Το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 14 ορίζει ότι οι υπουργοί των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ εκλέγουν, με πλειοψηφία των εν λόγω κρατών μελών, ανά δυόμισι έτη, πρόεδρο (49), ο οποίος είναι, τρόπον τινά, το πρόσωπο της Ευρωομάδας προς τα έξω (50).

77.      Η Ευρωομάδα συνεδριάζει συνήθως μία φορά τον μήνα την παραμονή της συνόδου του Συμβουλίου ECOFIN, αλλά, αν απαιτείται, μπορούν να πραγματοποιηθούν περισσότερες συναντήσεις. Όπως διευκρινίστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ευρωομάδα δεν διαθέτει δική της γραμματεία, αλλά λαμβάνει μεταβαλλόμενη διοικητική στήριξη, όσον αφορά τις υλικοτεχνικές ανάγκες της λειτουργίας της, από τη γραμματεία του Συμβουλίου ή, ενδεχομένως, τη γραμματεία της Επιτροπής. Η προετοιμασία των εργασιών της Ευρωομάδας λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της «ομάδας εργασίας της Ευρωομάδας» (Eurogroup Working Group), η οποία είναι προπαρασκευαστικό όργανο απαρτιζόμενο από εκπροσώπους των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, της Επιτροπής και της ΕΚΤ.

78.      Όσον αφορά το αντικείμενο των συναντήσεων, όπως εκτίθεται στο άρθρο 1, δεύτερη περίοδος, του πρωτοκόλλου αριθ. 14, οι υπουργοί των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ πραγματοποιούν συναντήσεις «για να συζητούνται τα θέματα που συνδέονται με τις ιδιαίτερες ευθύνες τις οποίες συνυπέχουν στο θέμα του ενιαίου νομίσματος» για την επίτευξη του σκοπού, ο οποίος μνημονεύεται στο προοίμιο του πρωτοκόλλου αυτού, «να αναπτύξουν διαρκώς στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών στη ζώνη του ευρώ» με πλαίσιο έναν «ενισχυμένο διάλογο μεταξύ των [εν λόγω] κρατών μελών».

79.      Όπως επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ευρωομάδα μπορεί να συζητεί τόσο ζητήματα που εμπίπτουν στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης όσο και ζητήματα που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο αυτό.

80.      Συγκεκριμένα, για παράδειγμα, προδήλως εμπίπτουν στο πεδίο του δικαίου της Ένωσης οι συζητήσεις εντός της Ευρωομάδας όσον αφορά τα σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη ή η εξέταση των γνωμών της Επιτροπής σχετικά με τα εν λόγω σχέδια και η εξέταση της δημοσιονομικής κατάστασης και των προοπτικών στο σύνολο της ζώνης του ευρώ με βάση τη γενική εκτίμηση της Επιτροπής, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 473/2013. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τις συζητήσεις σχετικά με την έκθεση με θέμα την εκτέλεση των καθηκόντων της ΕΚΤ όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 20, παράγραφοι 2, 3, 4 και 6, του κανονισμού για τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό (51).

81.      Αντιθέτως, εμπίπτουν σε διακυβερνητικό νομικό πλαίσιο και, επομένως, δεν εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, για παράδειγμα, οι δραστηριότητες που ασκεί η Ευρωομάδα σχετικά με τις συνόδους κορυφής για το ευρώ (Euro summit), οι οποίες προβλέπονται στο δημοσιονομικό σύμφωνο (52).

82.      Εν πάση περιπτώσει, υπάρχει υψηλός βαθμός ευελιξίας όσον αφορά το αντικείμενο των συναντήσεων, δεδομένου ότι η Ευρωομάδα είναι ελεύθερη να συζητεί κάθε θέμα το οποίο, έχοντας αντίκτυπο στην οικονομική κατάσταση στη ζώνη του ευρώ, απαιτεί συντονισμό των κρατών μελών στον τομέα αυτόν.

83.      Τα αποτελέσματα της συνάντησης παρουσιάζονται στο κοινό από τον πρόεδρο της Ευρωομάδας σε συνέντευξη Τύπου. Η Ευρωομάδα μπορεί επίσης να προβαίνει σε γραπτές δημόσιες δηλώσεις. Με τις δηλώσεις, προφορικές ή γραπτές, γνωστοποιείται το αποτέλεσμα της άτυπης πολιτικής συμφωνίας η οποία επιτεύχθηκε ως προς τα ζητήματα που συζητήθηκαν εντός της Ευρωομάδας.

3)      Ο άτυπος χαρακτήρας της Ευρωομάδας

84.      Βασικό γνώρισμα της Ευρωομάδας είναι ο άτυπος χαρακτήρας της, απαίτηση την οποία ήδη ανέφερε το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 1997 και επανέλαβε επί λέξει το άρθρο 1, πρώτη περίοδος, του πρωτοκόλλου αριθ. 14.

85.      Ο ρητός χαρακτηρισμός των συναντήσεων της Ευρωομάδας ως «άτυπων» αντιστοιχεί στη βούληση να χαρακτηρίζεται ο οργανισμός αυτός ως ένα εμπιστευτικό και ευέλικτο forum πολιτικής συζήτησης, με περιορισμένη συμμετοχή (53), προκειμένου να δημιουργηθούν ιδιαίτερες συνθήκες οι οποίες, διευκολύνοντας τις συζητήσεις μεταξύ των υπουργών, συμβάλλουν αποφασιστικά στην εξομάλυνση των διαφορών και στην άρση δυνητικών συγκρούσεων και, επομένως, ευνοούν την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας.

86.      Ο λόγος της πρόβλεψης του άτυπου χαρακτήρα ανάγεται στη διττή απαίτηση που εκτέθηκε στα σημεία 63 έως 65 των παρουσών προτάσεων, η οποία συνδέεται με τη ratio της δημιουργίας και της ίδιας της ύπαρξης της Ευρωομάδας. Αφενός, ο άτυπος χαρακτήρας λαμβάνει υπόψη επιταγές που συνδέονται με τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών της ζώνης του ευρώ και άλλων κρατών μελών και με τη βούληση να μην μειωθεί η εξουσία του Συμβουλίου ECOFIN, το οποίο είναι υπομόχλιο της εξουσίας λήψης αποφάσεων στο ενωσιακό επίπεδο όσον αφορά τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Για τον λόγο αυτόν, η Ευρωομάδα, ως άτυπος οργανισμός, σχεδιάστηκε χωρίς δική της εξουσία λήψης αποφάσεων, όπως άλλωστε επιβεβαίωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Μαλλής (54). Αφετέρου, ο άτυπος χαρακτήρας ανταποκρίνεται στο μέλημα να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία της ΕΚΤ από την πολιτική εξουσία, και ειδικότερα από τα κράτη μέλη. Επομένως, ο άτυπος χαρακτήρας κατέστη προϋπόθεση για τον διάλογο μεταξύ αρχών αρμόδιων για τη νομισματική πολιτική και αρχών αρμόδιων για την οικονομική πολιτική στην ΟΝΕ.

87.      Εξάλλου, ζητήματα όπως η φορολογική ή η δημοσιονομική στρατηγική ή οι προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης δεν απαιτούν πάντοτε την άμεση λήψη αποφάσεων, αλλά μάλλον συνεπάγονται τακτικό διάλογο και συνεχή ανταλλαγή απόψεων ώστε κάθε υπουργός να μπορεί να αναλύσει διεξοδικά, με πλήρη εμπιστευτικότητα, την κατάσταση στο δικό του κράτος μέλος, ιδίως εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, και, κατά συνέπεια, τις ενδεχόμενες επιλογές που έχει στη διάθεσή του.

88.      Πάντως, η Ευρωομάδα ασκεί σημαντική επιρροή σε όλα τα επίπεδα της διακυβέρνησης της ΟΝΕ, όπως άλλωστε αποδείχθηκε πρόσφατα (55): σε ενωσιακό επίπεδο, καθόσον μπορεί να καθορίσει τις διασκέψεις του Συμβουλίου ECOFIN μέσω συντονισμένης θέσης των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ εντός του Συμβουλίου αυτού· στο επίπεδο αυτό, η Ευρωομάδα διαδραματίζει επίσης πολύ σημαντικό πολιτικό ρόλο στους τομείς που μνημονεύθηκαν στο σημείο 80 των παρουσών προτάσεων· σε εθνικό επίπεδο, μέσω της δυνατότητας συντονισμού μέτρων ή παρεμβάσεων που αποφασίζονται σε εθνικό επίπεδο από τα επιμέρους κράτη μέλη· και σε διακυβερνητικό επίπεδο, για παράδειγμα, στο μέτρο που οι υπουργοί που μετέχουν στην Ευρωομάδα είναι επίσης τα μέλη του συμβουλίου διοικητών του ΕΜΣ (56).

89.      Εντούτοις, η επιρροή που ασκεί η Ευρωομάδα παραμένει αμιγώς πολιτική. Συγκεκριμένα, ως οργανισμός με άτυπο χαρακτήρα, η Ευρωομάδα όχι μόνον δεν διαθέτει δικές της αρμοδιότητες, αλλά και δεν έχει οποιαδήποτε εξουσία επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη υλοποίησης από τα μέλη της των συμφωνηθέντων πολιτικών στόχων. Οι υπουργοί που μετέχουν στις συναντήσεις είναι πάντοτε ελεύθεροι, από νομικής απόψεως, να αποστασιοποιηθούν, στα ενωσιακά, εθνικά ή διακυβερνητικά όργανα λήψης αποφάσεων, από τις πολιτικές συμφωνίες που επιτεύχθηκαν εντός της Ευρωομάδας. Η ικανότητα της Ευρωομάδας να επηρεάζει την οικονομική διακυβέρνηση εξαρτάται από την ικανότητά της να επιτύχει οικειοθελή σεβασμό των κοινών θέσεων. Με άλλα λόγια, το αποτέλεσμα των συζητήσεων εντός της Ευρωομάδας πρέπει να είναι πραγματικά προϊόν συναίνεσης (57).

90.      Επιπλέον, η έλλειψη δικών της αρμοδιοτήτων σημαίνει ότι οι πολιτικές συμφωνίες που επιτυγχάνονται εντός της Ευρωομάδας θα υλοποιούνται κατ’ ανάγκην μέσω πράξεων που θα εκδίδονται σε άλλα πλαίσια, είτε θα πρόκειται για πράξεις της Ένωσης, είτε των κρατών μελών, είτε διακυβερνητικών οργάνων που βρίσκονται εκτός του νομικού πλαισίου της Ένωσης, όπως ο ΕΜΣ.

4.      Επί της νομικής φύσης της Ευρωομάδας

91.      Ποια είναι η νομική φύση της Ευρωομάδας στο περίπλοκο συνταγματικό πλαίσιο που προεκτέθηκε, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της όπως αυτά εκτέθηκαν στην προηγούμενη ενότητα;

92.      Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, οι σχετικές διατάξεις των Συνθηκών πρέπει να αναλυθούν υπό το πρίσμα του ρόλου που η Ευρωομάδα διαδραματίζει εντός της ιδιαίτερης συνταγματικής διάρθρωσης της ΟΝΕ. Συναφώς, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η Ευρωομάδα ιδρύθηκε ως οργανισμός διακυβερνητικού χαρακτήρα εκτός του θεσμικού και νομικού πλαισίου της Ένωσης (58), σκοπός της ερμηνείας των σχετικών διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης θα είναι να εξακριβωθεί αν η Συνθήκη της Λισσαβώνας απλώς και μόνον αναγνώρισε τον οργανισμό αυτόν ή είχε σκοπό να μεταβάλει τη νομική φύση του, με αποτέλεσμα ότι, εφόσον πλέον θα εντάσσεται στο θεσμικό και νομικό πλαίσιο της Ένωσης, η Ευρωομάδα θα μπορεί να θεωρηθεί θεσμικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

93.      Συναφώς, από γραμματικής απόψεως, επισημαίνεται ότι τόσο το άρθρο 137 ΣΛΕΕ όσο και οι διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 14, αφενός, διατήρησαν την ονομασία του οργανισμού ως «ομάδας» –χωρίς, επομένως, να τον χαρακτηρίσουν ως «συμβούλιο» ή «επιτροπή»– και προ πάντων, αφετέρου, ρητώς κάνουν λόγο για συναντήσεις των «υπουργών των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ» οι οποίες είναι «άτυπες» (59). Η διατύπωση αυτή επαναλαμβάνει σχεδόν επί λέξει τη χρησιμοποιηθείσα στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 1997 (60).

94.      Πέραν του χαρακτηρισμού των συναντήσεων ως «άτυπων», ο οποίος συνδέεται με την ειδική λειτουργία της Ευρωομάδας, στην οποία θα επανέλθω σε λίγο (61), θεωρώ ότι η ρητή μνεία των υπουργών των κρατών μελών δείχνει ότι, όταν λαμβάνουν μέρος στις συναντήσεις της Ευρωομάδας, οι μετέχοντες ενεργούν υπό την εθνική ιδιότητά τους ως υπουργών.

95.      Κατ’ εμέ, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από την επόμενη περίοδο της διάταξης αυτής, κατά την οποία αντικείμενο των συναντήσεων είναι να συζητούνται «τα θέματα που συνδέονται με τις ιδιαίτερες ευθύνες τις οποίες συνυπέχουν στο θέμα του ενιαίου νομίσματος». Η χρήση της διατύπωσης αυτής δείχνει σαφέστατα ότι οι ευθύνες που αποτελούν αντικείμενο των συναντήσεων παραμένουν ευθύνες των επιμέρους υπουργών, λόγω των αρμοδιοτήτων τους σε εθνικό επίπεδο, και δεν μεταβιβάζονται στον οργανισμό εντός του οποίου αυτοί συναντώνται, έστω και αν οι ευθύνες αυτές, οι οποίες έχουν ανατεθεί σε κάθε μετέχοντα σε εθνικό επίπεδο, επικαλύπτονται μεταξύ τους λόγω της δημιουργίας του ενιαίου νομίσματος.

96.      Πάντως, η γραμματική ερμηνεία, η οποία αυτή καθεαυτήν ασφαλώς δεν είναι καθοριστική σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, αναδεικνύει την πρόθεση των συντακτών της Συνθήκης της Λισσαβώνας να λάβουν υπόψη την ύπαρξη της Ευρωομάδας ως forum συζήτησης σε διακυβερνητικό επίπεδο και όχι να την ιδρύσουν ως αυτοτελή οργανισμό της Ένωσης.

97.      Η ερμηνεία αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται, από συστηματικής απόψεως (62), από αντιπαραβολή της διατύπωσης που χρησιμοποιείται στο άρθρο 137 ΣΛΕΕ και στο πρωτόκολλο αριθ. 14 με εκείνη που χρησιμοποιείται σε άλλες διατάξεις των Συνθηκών. Συγκεκριμένα, πρώτον, η διατύπωση που χρησιμοποιείται ως προς την Ευρωομάδα διαφέρει εμφανώς από εκείνη που χρησιμοποιείται για τη σύνθεση του Συμβουλίου στο άρθρο 16, παράγραφος 2, ΣΕΕ, κατά το οποίο «το Συμβούλιο απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους σε υπουργικό επίπεδο» (63). Επομένως, η διάταξη που αφορά το Συμβούλιο αναφέρεται όχι στους υπουργούς που ενεργούν υπό την εθνική τους ιδιότητα, αλλά στο Συμβούλιο ως θεσμικό όργανο της Ένωσης απαρτιζόμενο από εκπροσώπους κάθε κράτους μέλους στους κόλπους του.

98.      Δεύτερον, οι όροι που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 137 ΣΛΕΕ και στο πρωτόκολλο αριθ. 14 διαφέρουν εμφανώς επίσης από εκείνους που χρησιμοποιούνται στα άρθρα 136, παράγραφος 2, και 138, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, τα οποία αφορούν τις διασκέψεις σχετικά με μέτρα που αφορούν μόνον τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ (64). Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές ορίζουν ότι «δικαίωμα ψήφου έχουν μόνο τα μέλη του Συμβουλίου που εκπροσωπούν κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ» (65). Τους ίδιους όρους χρησιμοποιεί, επιπλέον, το άρθρο 15 του κανονισμού 472/2013 και το ίδιο πνεύμα έχει το άρθρο 139, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου.

99.      Κατά την άποψή μου, η χρήση τόσο διαφορετικών διατυπώσεων επιβεβαιώνει ότι, όταν οι συντάκτες της Συνθήκης της Λισσαβώνας θέλησαν να αναφερθούν στους εκπροσώπους των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ οι οποίοι ενεργούν εντός θεσμικού ή άλλου οργάνου της Ένωσης, χρησιμοποίησαν όρους διαφορετικούς από εκείνους που χρησιμοποίησαν όσον αφορά την Ευρωομάδα.

100. Επιπλέον, από ιστορικής απόψεως, από την ανάγνωση των εγγράφων της Συνέλευσης για το μέλλον της Ευρώπης στην οποία ανάγονται οι επίμαχες διατάξεις δεν προκύπτει βούληση ένταξης της Ευρωομάδας στο θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης, αλλά προκύπτουν στοιχεία περί του αντιθέτου (66).

101. Από τελολογικής απόψεως, από την προεκτεθείσα ανάλυση του ιστορικού και της λειτουργίας της Ευρωομάδας εντός της συνταγματικής διάρθρωσης της ΟΝΕ προκύπτει ότι η μνεία της Ευρωομάδας στο άρθρο 137 ΣΛΕΕ και στο πρωτόκολλο αριθ. 14 αποσκοπεί στην επίσημη αναγνώριση οντότητας που προηγουμένως υφίστατο εκτός του θεσμικού πλαισίου της Ένωσης. Επιπλέον, μέσω της αναγνώρισης αυτής εξουσιοδοτήθηκαν, ρητώς με διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου, να μετέχουν στον οργανισμό αυτόν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, και ειδικά η Επιτροπή, της οποίας η συμμετοχή κατέστη υποχρεωτική, και η ΕΚΤ, της οποίας η πρόσκληση κατέστη υποχρεωτική. Εξάλλου, η αναγνώριση αυτή, ελλείψει συγκρότησης αυτοτελούς οργάνου λήψης αποφάσεων για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, παρέσχε τη δυνατότητα, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις των άλλων κρατών μελών, να μη μειωθεί ο βασικός ρόλος του Συμβουλίου στον τομέα του οικονομικού συντονισμού.

102. Ο χαρακτήρας της Ευρωομάδας ως οργανισμού ευρισκόμενου εκτός του νομικού πλαισίου της Ένωσης παρέχει σε αυτήν τη δυνατότητα να διατηρήσει την άτυπη φύση της, η οποία είναι ουσιώδες προαπαιτούμενο για τη λειτουργία της. Συγκεκριμένα, η άτυπη φύση της παρέχει στην Ευρωομάδα τη δυνατότητα να λειτουργεί ως forum πολιτικής συζήτησης, στο οποίο μπορούν να συγκεραστούν περίπλοκα συμφέροντα και, επομένως, να αναδειχθούν συμβιβασμοί μεταξύ των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ.

103. Η Ευρωομάδα λειτουργεί, όπως ήδη υπογραμμίστηκε, ως όργανο συντονισμού, ως «γέφυρα» μεταξύ των διαφόρων επιπέδων στα οποία διενεργείται η διακυβέρνηση της ΟΝΕ, ήτοι του εθνικού και του ενωσιακού επιπέδου, όπου ο συντονισμός πραγματοποιείται in concreto μέσω της συμμετοχής στις συνεδριάσεις της Επιτροπής και της ΕΚΤ, και του διακυβερνητικού επιπέδου, το οποίο βρίσκεται εκτός του νομικού πλαισίου της Ένωσης.

104. Ειδικότερα, η υποχρεωτική συμμετοχή της Επιτροπής, η οποία διατηρεί τον ρόλο της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, όπως προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ (67), έχει σκοπό, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες σε αυτό το forum συζήτησης διεξάγονται κατά τρόπο συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης με το οποίο αυτές συνδέονται. Επιπλέον, δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχείρισης των κρατών μελών, η Επιτροπή υποχρεούται να τηρεί ουδέτερη στάση και είναι σε θέση να παρέχει καλύτερη συνολική επισκόπηση των εγγενών προβλημάτων στη ζώνη του ευρώ και πιο ισορροπημένο διάλογο μεταξύ των διάφορων εμπλεκόμενων μερών (68). Όσον αφορά τη συμμετοχή της ΕΚΤ, η συμμετοχή αυτή ανταποκρίνεται στην προαναφερθείσα απαίτηση διασφάλισης σύνδεσης μεταξύ της οικονομικής πολιτικής και της νομισματικής πολιτικής εντός της ΟΝΕ (69), με σεβασμό της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ.

105. Κατ’ εμέ, η διαπίστωση του χαρακτήρα της Ευρωομάδας ως οργανισμού ευρισκόμενου εκτός του θεσμικού πλαισίου της Ένωσης δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι ο οργανισμός αυτός μνημονεύεται σε διατάξεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις αυτές δεν ανατίθενται συγκεκριμένες εξουσίες στην Ευρωομάδα, αλλά παρέχεται σε αυτήν η δυνατότητα να λαμβάνει πληροφορίες και να διεξάγει ενημερωμένες συζητήσεις σχετικά με ζητήματα που αφορούν τις οικονομικές πολιτικές στη ζώνη του ευρώ ή που έχουν σημασία σχετικά με το ενιαίο νόμισμα. Ασφαλώς, οι διατάξεις αυτές εντάσσουν την Ευρωομάδα σε μηχανισμούς εποπτείας (oversight) και ευθύνης (accountablity) που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, αλλά, σε συνοχή με την ημιδιακυβερνητική προσέγγιση που μνημονεύθηκε στα σημεία 51 έως 53 των παρουσών προτάσεων, ανταποκρίνονται στην απαίτηση σύνδεσης των αρμοδιοτήτων της Ένωσης με τις οικονομικές πολιτικές που παραμένουν αρμοδιότητα των κρατών μελών.

106. Εν κατακλείδι, κατά την άποψή μου, από όλες τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι η Ευρωομάδα πρέπει να θεωρηθεί οργανισμός που αποτελεί ιδιαίτερη έκφραση μιας μορφής διακυβερνητισμού η οποία υπάρχει στη συνταγματική διάρθρωση της ΟΝΕ (70). Ο οργανισμός αυτός, ο οποίος δημιουργήθηκε ως αμιγώς διακυβερνητικός, στο περίπλοκο πλαίσιο του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών εντός της ΟΝΕ, επιτελεί λειτουργία σύνδεσης μεταξύ της κρατικής σφαίρας και της σφαίρας της Ένωσης. Η Συνθήκη της Λισσαβώνας αναγνώρισε την ύπαρξη αυτού του ευρισκόμενου εκτός του νομικού πλαισίου της Ένωσης οργανισμού και επισημοποίησε τη συμμετοχή της Επιτροπής και της ΕΚΤ στις εργασίες του, αλλά δεν είχε την πρόθεση να μεταβάλει τη νομική φύση του, η οποία συνδέεται στενά με τον ρόλο του ως «γέφυρας» μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης.

107. Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, εφόσον η Ευρωομάδα είναι οργανισμός ο οποίος βρίσκεται εκτός του θεσμικού και νομικού πλαισίου της Ένωσης, τα δικαστήρια της Ένωσης δεν είναι αρμόδια να επιληφθούν αγωγών αποζημιώσεως που ασκούνται κατά του οργανισμού αυτού, βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, για τυχόν ζημίες προκληθείσες από φερόμενες ζημιογόνους πράξεις της Ευρωομάδας. Ως εκ τούτου, εφόσον στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε την αρμοδιότητα αυτή, οι αποφάσεις αυτές πάσχουν πλάνη περί το δίκαιο και πρέπει να αναιρεθούν κατά το μέρος που αναγνωρίζουν στα δικαστήρια της Ένωσης αρμοδιότητα να επιληφθούν αγωγών αποζημιώσεως που ασκούνται κατά της Ευρωομάδας.

108. Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από τις παρατηρήσεις σχετικά με την αρχή του κράτους δικαίου (ή της Ένωσης δικαίου, κατά τη διατύπωση του Γενικού Δικαστηρίου) όσον αφορά απαιτήσεις που συνδέονται με τον σεβασμό της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Θα εξετάσω το ζήτημα αυτό στην ακόλουθη ενότητα.

5.      Επί της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας

109. Στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η μη αναγνώριση της Ευρωομάδας ως οντότητας της Ένωσης θα προσέκρουε στην αρχή της «Ένωσης δικαίου», καθόσον θα καθιστούσε δυνατή τη σύσταση, εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, οργανισμών των οποίων οι πράξεις και οι συμπεριφορές δεν μπορούν να θεμελιώσουν ευθύνη της Ένωσης (71).

110. Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης απορρέουσα από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, η οποία καθιερώθηκε με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και τώρα διατυπώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (72).

111. Το συμπέρασμα σχετικά με τη νομική φύση της Ευρωομάδας, το οποίο αποκλείει τον χαρακτηρισμό της ως θεσμικού οργάνου κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν θίγει την πλήρη εφαρμογή της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και δεν προσκρούει στην αντίληψη περί «Ένωσης δικαίου». Συγκεκριμένα, η δικαστική προστασία των ιδιωτών διασφαλίζεται καθόσον αυτοί μπορούν να ασκήσουν αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης κατά των θεσμικών οργάνων για τις πράξεις και τις συμπεριφορές με τις οποίες εφαρμόζονται και αναπτύσσονται τα συμπεράσματα της Ευρωομάδας.

112. Όπως εκτέθηκε στο σημείο 90 των παρουσών προτάσεων, οι πολιτικές συμφωνίες που επιτυγχάνονται εντός της Ευρωομάδας, ελλείψει ρητών αρμοδιοτήτων της, συγκεκριμενοποιούνται και εφαρμόζονται μέσω πράξεων και δραστηριοτήτων άλλων οργανισμών, είτε της Ένωσης είτε ευρισκόμενων εκτός του νομικού πλαισίου της Ένωσης. Επομένως, η δραστηριότητα της Ευρωομάδας προηγείται της υιοθέτησης συμπεριφορών δυναμένων να αποδοθούν σε διάφορους οργανισμούς. Η Ευρωομάδα παρεμβαίνει σε ένα στάδιο, αναμφίβολα σημαντικό, μιας ευρύτερης διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

113. Το γεγονός ότι η Ευρωομάδα δεν πρέπει να χαρακτηριστεί ως «θεσμικό όργανο» κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν αποκλείει την ευθύνη της Ένωσης, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στο σημείο 38 των παρουσών προτάσεων, για τις πράξεις με τις οποίες το Συμβούλιο και η Επιτροπή εφάρμοσαν τις αποφάσεις της Ευρωομάδας. Οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν αγωγή, βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν, κατά των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, συνήθως του Συμβουλίου, που εφαρμόζουν τις συμφωνίες που συνήφθησαν εντός της Ευρωομάδας.

114. Επομένως, ειδικά όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, οι πρωτοδίκως ενάγοντες μπορούσαν κατ’ αρχάς να ασκήσουν αγωγή κατά του Συμβουλίου με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που απέρρευσε από την έκδοση της απόφασης 2013/236 (τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένα μέτρα που προβλέπονται σε αυτήν) καθώς και κατά του Συμβουλίου και της ΕΚΤ για την εξέταση της εφαρμογής του προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής για την Κύπρο, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της απόφασης αυτής (73).

115. Επιπλέον, δυνάμει των αρχών που εκτίθενται στην απόφαση Ledra, οι πρωτοδίκως ενάγοντες μπορούσαν να ασκήσουν αγωγή κατά της Επιτροπής και της ΕΚΤ για την αποκατάσταση της ζημίας που ενδεχομένως υπέστησαν από φερόμενες παράνομες συμπεριφορές των οργάνων αυτών κατά τη διαπραγμάτευση και την υπογραφή του μνημονίου συναντίληψης της 26ης Απριλίου 2013 (74).

116. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στους πρωτοδίκως ενάγοντες διασφαλιζόταν η δυνατότητα να ασκήσουν αγωγή για την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν λόγω της εκτέλεσης του αποκαλούμενου από αυτούς «σχεδίου δράσης που καθορίστηκε» στη δήλωση της Ευρωομάδας της 25ης Μαρτίου 2013 (75).

117. Όσον αφορά αυτή τη δυνατότητα προστασίας, ελάχιστα θα προσέθετε μια αγωγή αποζημιώσεως κατά της Ευρωομάδας. Αν ήταν παραδεκτή βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, θα είχε εντούτοις ως σκοπό τον καταλογισμό στην Ένωση ενδεχόμενων ζημιογόνων συμπεριφορών που φέρεται ότι επέδειξε ο οργανισμός αυτός. Συγκεκριμένα, ασφαλώς η Ευρωομάδα δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα (76), ενώ η Ένωση είναι η μόνη οντότητα, μαζί με την ΕΚΤ (77), η οποία έχει δική της νομική προσωπικότητα. Κατά συνέπεια, τυχόν ζημία προκληθείσα από συμπεριφορές της Ευρωομάδας θα ήταν καταλογιστέα στην Ένωση. Το αποτέλεσμα αυτό δεν μεταβάλλεται αν η Ένωση μπορεί, όπως υπογράμμισα, να κληθεί να λογοδοτήσει για τις συμπεριφορές του Συμβουλίου και της Επιτροπής με τις οποίες εφαρμόστηκαν οι αποφάσεις της Ευρωομάδας.

118. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η συμμετοχή της Επιτροπής στις συναντήσεις της Ευρωομάδας.

119. Συναφώς, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν προσβολή δικαιωμάτων των ιδιωτών, η οποία πρέπει να απορρέει από κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου έχοντος ως σκοπό την παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες (78), μπορεί να καταλογιστεί σε θεσμικό όργανο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί επακριβώς η συμπεριφορά που καταλογίζεται στο εν λόγω θεσμικό όργανο η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην προσβολή αυτή. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν, στην αλυσίδα των γεγονότων, τυχόν απόφαση του συγκεκριμένου θεσμικού οργάνου να ενεργήσει διαφορετικά μπορούσε να αποτρέψει την εν λόγω προσβολή.

120. Όσον αφορά ειδικά τις δηλώσεις της Ευρωομάδας, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι δηλώσεις του είδους αυτού, με τις οποίες γνωστοποιούνται τα αποτελέσματα των συζητήσεων που πραγματοποιήθηκαν εντός της Ευρωομάδας και οι πολιτικές συμφωνίες που επιτεύχθηκαν εκεί, δεν αποτελούν έκφραση της εξουσίας λήψης αποφάσεων της Επιτροπής (79) και, επομένως, αυτές καθεαυτές, δεν μπορούν να καταλογιστούν στο εν λόγω θεσμικό όργανο.

121. Εντούτοις, το Δικαστήριο εξέθεσε επίσης ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η Επιτροπή ««προάγει το κοινό συμφέρον της Ένωσης» και «επιβλέπει την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης»» (80) και ότι διατηρεί τον ρόλο του θεματοφύλακα των Συνθηκών, όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, ακόμη και όταν ενεργεί εκτός του νομικού πλαισίου της Ένωσης (81).

122. Συναφώς, επισημαίνεται ότι σκοπός των συναντήσεων της Ευρωομάδας είναι να καταστήσουν δυνατό τον διαρκώς στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών στη ζώνη του ευρώ. Μέσω της συμμετοχής της στις συναντήσεις αυτές, η οποία κατέστη υποχρεωτική από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η Επιτροπή συμβάλλει σημαντικά στις συζητήσεις που διεξάγονται εντός της Ευρωομάδας και στις δραστηριότητές της. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι, μέσω της συμμετοχής της στις συναντήσεις εντός του οργανισμού αυτού, η Επιτροπή προάγει το κοινό συμφέρον της Ένωσης (82).

123. Υπό τις περιστάσεις αυτές, όταν η Επιτροπή μετέχει στις συναντήσεις της Ευρωομάδας, δεν μπορεί να συμβάλει, με τη συμπεριφορά της, σε παράβαση των κανόνων της Ένωσης (83).

124. Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι, ακόμη και όταν ενεργούν εκτός του πλαισίου της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης οφείλουν εντούτοις να τηρούν σχολαστικά το δίκαιο της Ένωσης και εξακολουθεί να έχει εφαρμογή επ’ αυτών ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (84).

125. Η υποχρεωτική συμμετοχή της Επιτροπής στις συναντήσεις της Ευρωομάδας, στο πλαίσιο της οποίας διατηρεί τον προαναφερθέντα ρόλο του θεματοφύλακα των Συνθηκών, όπως προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, και οι λειτουργίες που εκεί επιτελεί παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ελέγχει τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως με τον Χάρτη, της άσκησης των δραστηριοτήτων της Ευρωομάδας (85).

126. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν αποκλείεται, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να μπορούν να θεωρηθούν καταλογιστέες στην Επιτροπή οι ζημιογόνοι συνέπειες που απορρέουν από τυχόν αδράνειά της να ελέγξει τη συμβατότητα των αποφάσεων της Ευρωομάδας με το δίκαιο της Ένωσης (86). Αυτό προσθέτει ένα περαιτέρω επίπεδο αποτελεσματικότητας στη δικαστική προστασία που διασφαλίζεται στους ιδιώτες.

6.      Καταληκτικές εκτιμήσεις

127. Από την ως άνω ανάλυση προκύπτει ότι, κατά την άποψή μου, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι είναι αρμόδιο να επιληφθεί των αγωγών αποζημιώσεως που ασκήθηκαν, βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατά της Ευρωομάδας. Ως εκ τούτου, οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις πρέπει να αναιρεθούν κατά το μέρος που αναγνωρίζουν στο Γενικό Δικαστήριο τέτοια αρμοδιότητα.

128. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι, σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η διαφορά είναι, ως προς τη συγκεκριμένη πτυχή της, ώριμη προς εκδίκαση ώστε το Δικαστήριο να αποφανθεί οριστικά επ’ αυτής. Συγκεκριμένα, από τα συμπεράσματα που εκτέθηκαν στα σημεία 106 και 107 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι πρέπει να γίνουν δεκτές οι ενστάσεις απαραδέκτου που το Συμβούλιο προέβαλε πρωτοδίκως σχετικά με την Ευρωομάδα.

129. Τέλος, όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, αν το Δικαστήριο συμμεριστεί τις εκτιμήσεις μου, οι πρωτοδίκως ενάγοντες θα ηττηθούν στις υποθέσεις C‑597/18 P και C‑598/18 P και θα πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα στις δύο αυτές υποθέσεις, ενώ η Δημοκρατία της Φινλανδίας θα φέρει τα δικαστικά έξοδά της (87).

VI.    Πρόταση

130. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1)      Αναιρεί τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Ιουλίου 2018, K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (T‑680/13, EU:T:2018:486), και Μπουρδούβαλη κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑786/14, EU:T:2018:487), κατά το μέρος που απορρίπτουν τις ενστάσεις απαραδέκτου που το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέβαλε όσον αφορά την Ευρωομάδα.

2)      Οι αγωγές που άσκησαν πρωτοδίκως η K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. και η Ε. Μπουρδούβαλη κ.λπ. είναι απαράδεκτες κατά το μέρος που στρέφονται κατά της Ευρωομάδας.

3)      Καταδικάζει την K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. και την Ε. Μπουρδούβαλη κ.λπ. στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης στις υποθέσεις C‑597/18 P και C‑598/18 P.

4)      Η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2      Ο κατάλογος των λοιπών διαδίκων παρατίθεται μόνο σε παράρτημα του κειμένου που κοινοποιήθηκε στους διαδίκους.


3      Ο κατάλογος των λοιπών διαδίκων παρατίθεται μόνο σε παράρτημα του κειμένου που κοινοποιήθηκε στους διαδίκους.


4      Συμβούλιο κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. (C‑597/18 P) και Συμβούλιο κατά Μπουρδούβαλη κ.λπ. (C‑598/18 P).


5      Αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2018, K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (T‑680/13, EU:T:2018:486), και Μπουρδούβαλη κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (T‑786/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:487).


6      K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C‑603/18 P) και Μπουρδούβαλη κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C‑604/18 P).


7      Βλ., λεπτομερώς, σκέψεις 75 έως 79 και 71 έως 75 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, αντιστοίχως, στις υποθέσεις T‑680/13 και T‑786/14.


8      ΕΕ 2013, L 141, σ. 32.


9      Βλ. σκέψεις 50 έως 55 των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.


10      Σκέψεις 106 (υπόθεση T‑680/13) και 102 (υπόθεση T‑786/14) των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.


11      Σκέψεις 107 έως 110 (υπόθεση T‑680/13) και 103 έως 106 (υπόθεση T‑786/14) των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.


12      Σκέψεις 111 και 112 (υπόθεση T‑680/13) καθώς και 107 και 108 (υπόθεση T‑786/14) των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων. Βλ. νομολογία που μνημονεύεται στην υποσημείωση 18 των παρουσών προτάσεων.


13      Σκέψεις 113 (υπόθεση T‑680/13) και 109 (υπόθεση T‑786/14) των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.


14      Σκέψεις 114 (υπόθεση T‑680/13) και 110 (υπόθεση T‑786/14) των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.


15      Το Συμβούλιο παραπέμπει στις σκέψεις 56 έως 60 της απόφασης της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:701· στο εξής: απόφαση Ledra).


16      Tο Συμβούλιο παραπέμπει στον κανονισμό (ΕΕ) 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ τα οποία αντιμετωπίζουν ή απειλούνται με σοβαρές δυσκολίες αναφορικά με τη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα (ΕΕ 2013, L 140, σ. 1), και ιδίως στο άρθρο του 7.


17      Απόφαση Ledra, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.


18      Πρβλ. απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1992, SGEEM και Etroy κατά ΕΤΕπ (C‑370/89, EU:C:1992:482, σκέψεις 12 έως 16), και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 2002, Lamberts κατά Διαμεσολαβητή (T‑209/00, EU:T:2002:94, σκέψη 49), επικυρωθείσα από το Δικαστήριο στην απόφαση της 23ης Μαρτίου 2004, Διαμεσολαβητής κατά Lamberts (C‑234/02 P, EU:C:2004:174).


19      Η πρόβλεψη ασύμμετρης διάρθρωσης της ΟΝΕ περιέχεται ήδη στη λεγόμενη έκθεση Delors (Έκθεση για την οικονομική και νομισματική ένωση στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα), η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 12 Απριλίου 1989 και της οποίας τις υποδείξεις υιοθέτησε κατ’ ουσίαν η σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που διεξήχθη στη Μαδρίτη στις 26 και 27 Ιουνίου 1989, όπου αποφασίστηκε η έναρξη της υλοποίησης της ΟΝΕ σε τρία στάδια (βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, σημεία 16, 17 και 19 της έκθεσης αυτής).


20      Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.


21      Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.


22      Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και τρίτο μέρος, τίτλος VIII, κεφάλαιο 4, ΣΛΕΕ.


23      Βλ., συναφώς, τρίτο μέρος, τίτλος VIII, κεφάλαιο 2, ΣΛΕΕ, έκτο μέρος, τίτλος I, κεφάλαιο 1, τμήμα 6, ΣΛΕΕ, καθώς και πρωτόκολλο αριθ. 4 για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Συναφώς, βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Cruz Villalón στην υπόθεση Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:7, σημεία 107 επ.).


24      Πρόκειται για δύο σειρές μέτρων: πρώτον, τα μέτρα που ελήφθησαν το 2011 στο πλαίσιο του λεγόμενου «Six-pack» («εξάπτυχου») (για περισσότερες λεπτομέρειες και παραπομπές, βλ. έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Memo/11/898 της 12ης Δεκεμβρίου 2011)· δεύτερον, η μεταρρύθμιση που εγκρίθηκε το 2013 και αποκαλείται «Two-pack» («δίπτυχο»), η οποία έχει ως σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής ολοκλήρωσης και της σύγκλισης μεταξύ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ [κανονισμός 472/2013, ο οποίος μνημονεύεται στην υποσημείωση 16 των παρουσών προτάσεων, και κανονισμός (ΕΕ) 473/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, σχετικά με κοινές διατάξεις για την παρακολούθηση και την εκτίμηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων και τη διασφάλιση της διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ (ΕΕ 2013, L 140, σ. 11)]. Τα μέτρα αυτά αποτελούν επί του παρόντος αντικείμενο επανεξέτασης και συζήτησης (βλ. δελτίο Τύπου της Επιτροπής της 5ης Φεβρουαρίου 2020, IP/20/170).


25      Βλ., για παράδειγμα, σημείο 7 του προοιμίου της Συνθήκης για τον ΕΜΣ.


26      Βλ., για παράδειγμα, άρθρο 13, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τον ΕΜΣ και άρθρο 2 του δημοσιονομικού συμφώνου, τα οποία αναγνώρισαν την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης. Αντιστρόφως, βλ., για παράδειγμα, κανονισμό 472/2013 ο οποίος παραπέμπει επανειλημμένως στη Συνθήκη για τον ΕΜΣ.


27      Βλ., συναφώς, σκέψεις 156 και 157 της απόφασης της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle (C‑370/12, EU:C:2012:756· στο εξής: απόφαση Pringle), στην οποία το Δικαστήριο απαριθμεί, με τις αντίστοιχες νομοθετικές παραπομπές, τα καθήκοντα που η Συνθήκη για τον ΕΜΣ αναθέτει στην Επιτροπή και στην ΕΚΤ.


28      Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 2, άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, άρθρα 6, 7, 8 και άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 4, του δημοσιονομικού συμφώνου.


29      Βλ. υποσημείωση 27 των παρουσών προτάσεων.


30      Βλ., ειδικότερα, σκέψεις 55 έως 70 και 155 έως 169.


31      Βλ. υποσημείωση 15 των παρουσών προτάσεων.


32      Βλ. σημείο 25 των παρουσών προτάσεων.


33      Σκέψεις 53 έως 60 και, ιδίως, σκέψη 59.


34      Βλ. σκέψεις 57 και 60 της απόφασης Μαλλής.


35      Οι οποίες εκτίθενται στο παράρτημα I του εσωτερικού κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την απόφαση 2009/937/ΕΕ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 325, σ. 35), και των οποίων ο κατάλογος προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 6, ΣΕΕ.


36      Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1997, για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών κατά το τρίτο στάδιο της ΟΝΕ και για τα άρθρα 109 και 109 Β της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1998, C 35, σ. 1· στο εξής: ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 1997, βλ., ιδίως, σημείο 6).


37      Η πρώτη δήλωση της Ευρωομάδας δημοσιεύθηκε στις 8 Μαΐου 2000 (βλ. Agence Europe, 7712, 8/9 Μαΐου 2000, σ. 9).


38      Αρχικά, την προεδρία της Ευρωομάδας αναλάμβανε εκ περιτροπής η προεδρία του Συμβουλίου, εκτός όταν την προεδρία είχε χώρα η οποία δεν μετείχε στη ζώνη του ευρώ, οπότε την προεδρία της Ευρωομάδας αναλάμβανε η πρώτη χώρα της ζώνης του ευρώ που θα αναλάμβανε την προεδρία του Συμβουλίου.


39      Βλ. υποσημείωση 24 των παρουσών προτάσεων. Βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 16, 23 και 34 καθώς και άρθρο 6, παράγραφος 1, άρθρο 7, παράγραφοι 3 και 5, άρθρο 8, παράγραφος 1, και, όσον αφορά τον πρόεδρο της Ευρωομάδας, άρθρο 15, παράγραφος 1. Ο κανονισμός 472/2013 μνημονεύει την ομάδα εργασίας της Ευρωομάδας και τον πρόεδρό της (βλ. σημείο 77 των παρουσών προτάσεων).


40      Βλ. άρθρο 20, παράγραφοι 2, 3 και 6, του κανονισμού (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 2013, L 287, σ. 63).


41      Βλ., ιδίως, άρθρο 12, παράγραφος 4, με το οποίο ανατίθεται στην Ευρωομάδα η μέριμνα για την προετοιμασία και τη συνέχεια των συνόδων κορυφής για το ευρώ (Euro summit) και επισημαίνεται ότι ο πρόεδρος της Ευρωομάδας μπορεί να προσκαλείται να μετέχει προς τούτο στις συνόδους κορυφής για το ευρώ.


42      Βλ., συναφώς, σημείο 11 του προοιμίου, καθώς και άρθρο 5, παράγραφος 2, το οποίο προβλέπει ότι το συμβούλιο διοικητών μπορεί να αποφασίσει να προεδρεύει αυτού ο πρόεδρος της Ευρωομάδας, και παράγραφοι 3 και 7, στοιχείο βʹ.


43      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως εκτίθεται αναλυτικότερα κατωτέρω στο σημείο 97 των παρουσών προτάσεων, το γράμμα τόσο του άρθρου 137 ΣΛΕΕ όσο και του άρθρου 1, πρώτη περίοδος, του πρωτοκόλλου αριθ. 14 διαφέρει από εκείνο του άρθρου 16, παράγραφος 2, ΣΕΕ, σχετικά με τη σύνθεση του Συμβουλίου, το οποίο προβλέπει την εκπροσώπηση κάθε κράτους μέλους σε «υπουργικό επίπεδο». Αυτή η διαφορά στη διατύπωση συνεπάγεται ότι, λόγω του «αποκλειστικού χαρακτήρα» της Ευρωομάδας, εν αντιθέσει προς το Συμβούλιο, μόνον οι ίδιοι οι υπουργοί, και όχι επίσης οι υφυπουργοί, μπορούν να μετέχουν στις συναντήσεις εντός του οργάνου αυτού. Μολονότι τούτο δεν διευκρινίζεται, γενικά μετέχουν σε αυτές, λόγω αρμοδιότητας, οι υπουργοί οικονομικών των κρατών με νόμισμα το ευρώ.


44      Εντούτοις, από τον διαδικτυακό τόπο της Ευρωομάδας (https://www.consilium.europa.eu/el/council-eu/eurogroup) προκύπτει ότι, στην πράξη, αυτή μπορεί να συνεδριάζει με τη λεγόμενη «διευρυμένη σύνθεση», με τη συμμετοχή στις συζητήσεις επίσης των υπουργών των άλλων κρατών μελών.


45      Συνήθως μετέχει στην Ευρωομάδα το μέλος της Επιτροπής το οποίο είναι αρμόδιο για τα οικονομικά και νομισματικά θέματα και για το ευρώ, συνοδευόμενο από τον γενικό διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Επιτροπής.


46      Ο προαιρετικός χαρακτήρας της συμμετοχής της ΕΚΤ οφείλεται στην απαίτηση να παρέχεται σε αυτήν η δυνατότητα να εκτιμά αν ενδεχόμενη συμμετοχή σε συγκεκριμένη συνάντηση είναι συμβατή με την ανεξαρτησία της. Στην πράξη, η ΕΚΤ μετέχει πάντοτε στις συναντήσεις της Ευρωομάδας. Συνήθως, στις συναντήσεις της Ευρωομάδας μετέχει ο πρόεδρος της ΕΚΤ, ο οποίος όμως δύναται, βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της ΕΚΤ (πρωτόκολλο αριθ. 4 των Συνθηκών), να ορίσει αντιπρόσωπο.


47      Συγκεκριμένα, το πρωτόκολλο αριθ. 14 δεν περιέχει πλέον τη φράση «όταν ενδείκνυται», η οποία υπήρχε στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 1997.


48      Όπως προκύπτει από τον διαδικτυακό τόπο της Ευρωομάδας, ο οποίος μνημονεύεται στην υποσημείωση 44 των παρουσών προτάσεων.


49      Ο πρόεδρος εκλέγεται με απλή πλειοψηφία των εχόντων δικαίωμα ψήφου (των υπουργών κάθε κράτους μέλους με νόμισμα το ευρώ) και, επομένως, όχι των μετεχόντων.


50      Ούτε το πρωτόκολλο αριθ. 14 ούτε οποιοδήποτε άλλο δημόσιο επίσημο έγγραφο προσδιορίζει ειδικά τα καθήκοντα του προέδρου της Ευρωομάδας. Ωστόσο, από τον διαδικτυακό τόπο της Ευρωομάδας προκύπτει ότι ο πρόεδρός της έχει τα ακόλουθα καθήκοντα: προεδρεύει των συναντήσεων της Ευρωομάδας και καταρτίζει την ημερήσια διάταξη αυτών· καταρτίζει το μακροπρόθεσμο πρόγραμμα εργασίας της Ευρωομάδας· παρουσιάζει τα αποτελέσματα των συζητήσεων της Ευρωομάδας στο κοινό και στους υπουργούς των χωρών της ΕΕ που δεν είναι μέλη της ζώνης του ευρώ· εκπροσωπεί την Ευρωομάδα σε διεθνείς συνόδους (όπως, για παράδειγμα, στην ομάδα G7)· ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις προτεραιότητες της Ευρωομάδας (βλ. διαδικτυακό τόπο της Ευρωομάδας, ο οποίος μνημονεύεται στην υποσημείωση 44 των παρουσών προτάσεων). Κατά το προαναφερθέν άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συνθήκης για τον ΕΜΣ, ο πρόεδρος της Ευρωομάδας μπορεί επίσης να εκλεγεί πρόεδρος του συμβουλίου διοικητών του ΕΜΣ, αν αυτό αποφασίσουν τα μέλη του συμβουλίου διοικητών.


51      Βλ. υποσημείωση 40 των παρουσών προτάσεων.


52      Βλ. υποσημείωση 41 των παρουσών προτάσεων.


53      Στην πράξη, στις συναντήσεις της Ευρωομάδας μετέχουν μόνον οι υπουργοί, το μέλος της Επιτροπής και ο πρόεδρος της ΕΚΤ, καθώς και ένας μόνον συνεργάτης, με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός των μετεχόντων να είναι πολύ πιο περιορισμένος (περίπου σαράντα άτομα) σε σχέση με τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου ECOFIN στις οποίες μπορεί να παρίστανται περισσότερα από 150 άτομα.


54      Βλ. σημείο 60 των παρουσών προτάσεων.


55      Πρόσφατα, ακριβώς στην Ευρωομάδα ανατέθηκε το καθήκον επεξεργασίας των στρατηγικών για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της επιδημίας του COVID‑19. Βλ. κοινή δήλωση των μελών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 26ης Μαρτίου 2020, σημείο 14.


56      Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τον ΕΜΣ.


57      Για ενδιαφέρουσα ανάλυση της in concreto λειτουργίας της Ευρωομάδας, με ειδική μνεία του άτυπου χαρακτήρα των συναντήσεων, βλ. Uwe Puetter, The Eurogroup, How a secretive circle of finance ministers shape European governance, Μάντσεστερ, 2006. Συναφώς, βλ., ιδίως, σ. 5.


58      Όπως εκτέθηκε στο σημείο 62 των παρουσών προτάσεων, η Ευρωομάδα όντως ιδρύθηκε μέσω πράξης η οποία δεν εντάσσεται στο σύστημα των πηγών του δικαίου της Ένωσης, από ένα όργανο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο, κατά την ίδρυσή της, βρισκόταν εκτός του θεσμικού πλαισίου της Ένωσης.


59      Βλ., ειδικότερα, άρθρο 1, πρώτη περίοδος, του πρωτοκόλλου αριθ. 14.


60      Η πιο σημαντική γλωσσική διαφορά αφορά την αντικατάσταση των όρων, στην απόδοση στην ιταλική γλώσσα, «i ministri […] possono riunirsi» («οι Υπουργοί […] μπορούν να συναντηθούν») με τη χρήση ενεστώτα «i ministri […] si riuniscono» («οι Υπουργοί […] συναντώνται»). Εντούτοις, από γραμματικής απόψεως, η τροποποίηση αυτή, κατά την άποψή μου, μάλλον επιβεβαιώνει την ερμηνεία που προτείνεται στα επόμενα σημεία των παρουσών προτάσεων, κατά την οποία το πρωτόκολλο αριθ. 14 δεν επιτρέπει στους υπουργούς των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ να συναντώνται, αλλά λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι πραγματοποιούν συναντήσεις. Η απόδοση στην ιταλική γλώσσα αντιστοιχεί σε αυτές στη γαλλική, στη γερμανική, στην ολλανδική και στην πορτογαλική γλώσσα. Η απόδοση στην ισπανική γλώσσα χρησιμοποιεί μέλλοντα χρόνο «mantendrán». Αντιθέτως, η απόδοση στην αγγλική γλώσσα είναι πιο διφορούμενη, διότι αντικαθιστά τους όρους «may meet» με τους όρους «shall meet». Πάντως, ο όρος «shall», o οποίος εν γένει δείχνει μια υποχρέωση, φαίνεται να αναφέρεται στον άτυπο χαρακτήρα της συνάντησης («shall meet informally»), ο οποίος, όπως είδαμε, είναι βασικό γνώρισμα της Ευρωομάδας (βλ. σημεία 84 επ. των παρουσών προτάσεων).


61      Βλ. σημείο 102 των παρουσών προτάσεων.


62      Από συστηματικής απόψεως, μπορεί επίσης να παρατηρηθεί, ως στοιχείο που αυτό καθεαυτό δεν είναι καθοριστικό, αλλά είναι ενδεικτικό, ότι η Ευρωομάδα μνημονεύεται στις Συνθήκες όχι μεταξύ των θεσμικών οργάνων αλλά στο κεφάλαιο που περιέχει τις ειδικές διατάξεις για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ και σε ειδικό πρωτόκολλο.


63      Η υπογράμμιση δική μου.


64      Το άρθρο 136, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αφορά τις διασκέψεις σχετικά με μέτρα που αφορούν μόνον τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, τα οποία μνημονεύονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Το άρθρο 138, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αφορά τις διασκέψεις σχετικά με μέτρα που λαμβάνονται, βάσει του άρθρου 2 του άρθρου αυτού, για την εξασφάλιση, για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, ενιαίας εκπροσώπησης στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών και διασκέψεων.


65      Η υπογράμμιση δική μου.


66      Βλ., για παράδειγμα, «Κοινή γαλλογερμανική εισήγηση σχετικά με την οικονομική διακυβέρνηση» (CONV 470/02) με την οποία προτείνεται, αφενός, να «αναγνωριστεί η ύπαρξη της Ευρωομάδας, σε πρωτόκολλο που αποτελεί παράρτημα της Συνθήκης» (η υπογράμμιση δική μου) και, αφετέρου, να συγκροτηθεί Συμβούλιο ECOFIN για τη ζώνη του ευρώ απαρτιζόμενο μόνον από εκπροσώπους των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, όπως ήδη είχε προτείνει η Επιτροπή (βλ. CONV 391/02). Η δεύτερη αυτή πρόταση, η οποία, κατ’ ουσίαν, θα είχε δημιουργήσει εντός της Ένωσης ένα ad hoc όργανο διαβούλευσης για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, δεν έγινε δεκτή.


67      Βλ., κατ’ αναλογίαν, σκέψη 59 της προαναφερθείσας απόφασης Ledra.


68      Ως όργανο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την άσκηση της εποπτείας, η Επιτροπή διαδραματίζει επίσης ρόλο συγκεφαλαίωσης των κοινών οικονομικών εξελίξεων και είναι ιδιαιτέρως κατάλληλο όργανο να προτείνει την κοινή διάγνωση όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της ζώνης του ευρώ. Η Επιτροπή διαβουλεύεται με την Ευρωομάδα για κάθε σημαντική απόφαση η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητά της στον τομέα της ΟΝΕ.


69      Βλ. σημεία 63 έως 68 των παρουσών προτάσεων.


70      Ασφαλώς η Ευρωομάδα δεν αποτελεί έκφραση μιας μορφής ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών, δεδομένου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 20 ΣΕΕ και 326 έως 334 ΣΛΕΕ, ούτε φαίνεται να μπορεί να συγκριθεί με άλλες μορφές συνεργασίας κατά το παρελθόν, όπως η συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων στο πλαίσιο της Συνθήκης του Μάαστριχτ.


71      Σκέψεις 114 (υπόθεση T‑680/13) και 110 (υπόθεση T‑786/14) των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.


72      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑619/18, EU:C:2019:531, σκέψη 49).


73      Βλ. σκέψεις 192 και 198 (υπόθεση T‑680/13) καθώς και 191 και 197 (υπόθεση T‑786/14) των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.


74      Βλ. σκέψεις 201 και 203 (υπόθεση T‑680/13) καθώς και 200 και 202 (υπόθεση T‑786/14) των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων και εκεί μνημονευόμενες σκέψεις της απόφασης Ledra.


75      Βλ. σημείο 20 της αιτήσεως αναιρέσεως που οι πρωτοδίκως ενάγοντες κατέθεσαν στην υπόθεση C‑603/18 P.


76      Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Μαλλής κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C‑105/15 P έως C‑109/15 P, EU:C:2016:294, σημείο 63).


77      Βλ. άρθρο 47 ΣΕΕ και άρθρο 282, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.


78      Βλ. απόφαση Ledra, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη πάγια νομολογία.


79      Βλ. απόφαση Μαλλής, σκέψη 57.


80      Βλ. απόφαση Pringle, σκέψη 163, και απόφαση Ledra, σκέψη 57.


81      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Ledra, σκέψη 59.


82      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Pringle, σκέψη 164.


83      Βλ., συναφώς, σημείο 69 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:290).


84      Βλ. απόφαση Ledra, σκέψη 67, και σημεία 69 και 85 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Ledra Advertising κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C‑8/15 P έως C‑10/15 P, EU:C:2016:290). Βλ., επίσης, σημείο 176 της γνώμης της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Pringle (C‑370/12, EU:C:2012:675).


85      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Pringle, σκέψη 164. Συναφώς, πρέπει όμως να επισημανθεί ότι, εν αντιθέσει προς τη Συνθήκη για τον ΕΜΣ, της οποίας το άρθρο 13, παράγραφοι 3 και 4, αναθέτει στην Επιτροπή συγκεκριμένα καθήκοντα και, επομένως, εξουσία (καθήκον) να σταματήσει ολόκληρη τη διαδικασία υιοθέτησης της ενδεχομένως ζημιογόνου συμπεριφοράς [βλ. σκέψεις 58 και 59 της απόφασης Ledra και σημείο 82 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Μαλλής κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ (C‑105/15 P έως C‑109/15 P, EU:C:2016:294)], η Επιτροπή δεν διαθέτει ανάλογες εξουσίες στο πλαίσιο της Ευρωομάδας.


86      Βλ., κατ’ αναλογίαν, σκέψη 64 της απόφασης Ledra.


87      Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, το άρθρο 138, παράγραφος 1, και το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τα δύο τελευταία άρθρα εφαρμόζονται στις αναιρετικές δίκες δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού.