Language of document : ECLI:EU:C:2015:63

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 5ης Φεβρουαρίου 2015 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους — Άρθρο 45 ΣΛΕΕ — Κανονισμός (ΕΕ) 492/2011 — Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων — Πρόσβαση στην απασχόληση — Τοπική δημόσια υπηρεσία — Γλωσσικές γνώσεις — Τρόπος αποδείξεως»

Στην υπόθεση C‑317/14,

με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, η οποία ασκήθηκε στις 2 Ιουλίου 2014,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Enegren και D. Martin, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τις L. Van den Broeck, J. Van Holm και M. Jacobs,

καθού,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Rodin, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet και την M. Berger (εισηγήτρια), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επιβάλλοντας στους υποψηφίους για θέσεις σε τοπικές υπηρεσίες των γαλλόφωνων ή γερμανόφωνων περιφερειών, από τα διπλώματα ή τα πιστοποιητικά των οποίων δεν προκύπτει ότι ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στην οικεία γλώσσα, να αποκτήσουν το πιστοποιητικό που απονέμει το bureau de sélection dépendant du service public fédéral Personnel et Organisation [γραφείο επιλογής υπαγόμενο στην ομοσπονδιακή υπηρεσία Προσωπικό και Οργάνωση] (στο εξής: SELOR), κατόπιν συμμετοχής στις εξετάσεις που διοργανώνει ο εν λόγω οργανισμός, ως μοναδικό μέσο αποδείξεως των γλωσσικών γνώσεων για την πρόσβαση στις θέσεις αυτές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και τον κανονισμό (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης (EE L 141, σ. 1).

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

2        Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), αναφέρεται στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη που εξέδωσε η Επιτροπή στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό 492/2011 από τις 16 Ιουνίου 2011, ήτοι σε ημερομηνία μεταγενέστερη πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 492/2011 επαναλαμβάνει, ωστόσο, επακριβώς το άρθρο 3 του κανονισμού 1612/68 και προβλέπει:

«Στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, δεν εφαρμόζονται οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ή οι διοικητικές πρακτικές κράτους μέλους:

α)      οι οποίες περιορίζουν ή εξαρτούν από όρους, που δεν προβλέπονται για τους ημεδαπούς, τη ζήτηση και την προσφορά εργασίας, την πρόσληψη σε απασχόληση και την άσκησή της από τους αλλοδαπούς· ή

β)      οι οποίες, αν και εφαρμόζονται ανεξαρτήτως ιθαγενείας έχουν ως αποκλειστικό ή κύριο σκοπό ή αποτέλεσμα να αποκλείουν τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών από την προσφερόμενη απασχόληση.

Το πρώτο εδάφιο δεν αφορά τους όρους τους σχετικούς με τις απαιτούμενες γλωσσικές γνώσεις λόγω της φύσεως της προς πλήρωση θέσεως εργασίας.»

 Το βελγικό δίκαιο

3        Το Σύνταγμα ορίζει τέσσερις γλωσσικές περιφέρειες, δηλαδή τέσσερα διακριτά μέρη της εθνικής επικράτειας όπου εφαρμόζονται ενιαίοι κανόνες σχετικά με τη χρήση των γλωσσών, μεταξύ άλλων, στον διοικητικό τομέα. Πρόκειται για τη γαλλόφωνη περιφέρεια, την ολλανδόφωνη περιφέρεια, τη γερμανόφωνη περιφέρεια και τη δίγλωσση περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτευούσης.

4        Οι διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο III της εναρμονισμένης νομοθεσίας περί της χρήσεως των γλωσσών στον διοικητικό τομέα, της 18ης Ιουλίου 1966 (Moniteur belge της 2ας Αυγούστου 1966, σ. 7799, στο εξής: εναρμονισμένη νομοθεσία), οι οποίες τροποποιήθηκαν στη συνέχεια, διέπουν μεταξύ άλλων τη χρήση των γλωσσών σε θέσεις στις τοπικές υπηρεσίες, οι οποίες προσδιορίζονται από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 9 της νομοθεσίας αυτής ως τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στα οποία έχει παραχωρηθεί δημόσια υπηρεσία ή τα οποία είναι επιφορτισμένα με αποστολή ανατεθείσα από τον νόμο ή τις δημόσιες αρχές προς το γενικό συμφέρον και των οποίων η δραστηριότητα καλύπτει μόνον ένα δήμο.

5        Το τμήμα II της εναρμονισμένης νομοθεσίας αφορά την εφαρμογή της στη γαλλόφωνη, στην ολλανδόφωνη και στη γερμανόφωνη περιφέρεια. Συναφώς, το άρθρο 15, παράγραφος 1, αυτής ορίζει:

«Σε θέσεις σε τοπικές υπηρεσίες εγκατεστημένες στη γαλλόφωνη, στην ολλανδόφωνη ή τη γερμανόφωνη περιφέρεια, ουδείς μπορεί να διοριστεί ή προαχθεί σε οποιοδήποτε λειτούργημα ή θέση εργασίας αν δεν γνωρίζει τη γλώσσα της περιφέρειας.

Οι εξετάσεις εισόδου και προαγωγής διεξάγονται στην ίδια γλώσσα.

Ο υποψήφιος γίνεται δεκτός στην εξέταση μόνον όταν προκύπτει από τα απαιτούμενα διπλώματα ή πιστοποιητικά σπουδών ότι ολοκλήρωσε σπουδές στην προαναφερθείσα γλώσσα. Ελλείψει ενός τέτοιου διπλώματος ή πιστοποιητικού σπουδών, η γλωσσική γνώση πρέπει να αποδεικνύεται με εξέταση.

Αν για την ανάληψη της υπηρεσίας ή των καθηκόντων δεν απαιτούνται εισαγωγικές εξετάσεις, η απαιτούμενη γλωσσική γνώση αποδεικνύεται με τα αποδεικτικά μέσα που ορίζει συναφώς το εδάφιο 3.»

6        Στο κεφάλαιο VI της εναρμονισμένης νομοθεσίας, περί ειδικών διατάξεων, το άρθρο 53 αυτής προέβλεπε τα εξής κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας:

«Ο μόνιμος γραμματέας για τις προσλήψεις είναι ο μόνος αρμόδιος για τη χορήγηση πιστοποιητικών προς απόδειξη των γλωσσικών γνώσεων που απαιτούνται από τον νόμο της 2ας Αυγούστου 1963.»

7        Από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η μόνιμη γραμματεία για τις προσλήψεις είχε αντικατασταθεί από τη SELOR, η οποία είναι ο μόνος οργανισμός που μπορεί να εκδώσει τα οικεία πιστοποιητικά στους υποψηφίους οι οποίοι πέρασαν επιτυχώς τις εξετάσεις τις οποίες διοργανώνει η SELOR στις Βρυξέλλες.

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

8        Στις 22 Μαρτίου 2010, η Επιτροπή απηύθυνε προς το Βασίλειο του Βελγίου έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο επισήμαινε ότι η προβλεπόμενη στη βελγική νομοθεσία απαίτηση περί ενός αποκλειστικού αποδεικτικού μέσου προς απόδειξη των γλωσσικών γνώσεων, ως προαπαιτούμενο για την πρόσβαση στις προς πλήρωση θέσεις στις τοπικές δημόσιες υπηρεσίες των γαλλόφωνων, ολλανδόφωνων ή γερμανόφωνων περιφερειών, συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και τον κανονισμό 1612/68.

9        Οι αρχές της φλαμανδικής κοινότητας απάντησαν με έγγραφο της 19ης Ιουλίου 2010, εκφράζοντας την πρόθεσή τους να προσαρμόσουν τη φλαμανδική νομοθεσία σχετικά με τις απαιτήσεις των εργοδοτών του δημόσιου τομέα σε θέματα γλωσσικών γνώσεων σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

10      Με έγγραφο της 8ης Νοεμβρίου 2010, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν από το Βασίλειο του Βελγίου να τους αποστείλει σχέδιο νομοθετικής τροποποιήσεως καθώς και ακριβές και λεπτομερές χρονοδιάγραμμα εγκρίσεως. Με σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2010, οι αρχές της φλαμανδικής κοινότητας απέστειλαν προσχέδιο διατάγματος του οποίου η έκδοση προβλεπόταν τον Ιανουάριο του 2011.

11      Η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει απάντηση εκ μέρους του Βασιλείου του Βελγίου, του απηύθυνε, στις 20 Μαΐου 2011, αιτιολογημένη γνώμη καλώντας το να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη αυτής.

12      Το Βασίλειο του Βελγίου απάντησε με έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 2011, με το οποίο επιβεβαίωνε τη βούλησή του να προσαρμόσει το βελγικό δίκαιο σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, αλλά προέβαλε επίσης την πολυπλοκότητα του ζητήματος της χρήσεως των γλωσσών σε διοικητικά θέματα στο κράτος μέλος αυτό λόγω της υπάρξεως πολλών γλωσσικών περιφερειών και ιδιαιτεροτήτων που αφορούν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων ομοσπονδιακών οντοτήτων.

13      Με επιστολές της 27ης Μαρτίου, της 13ης Ιουλίου και της 17ης Οκτωβρίου 2012, η Επιτροπή ζήτησε από το Βασίλειο του Βελγίου συμπληρωματικές πληροφορίες επί της υφιστάμενης σε κάθε γλωσσική περιφέρεια καταστάσεως.

14      Απαντώντας στα αιτήματα αυτά, το εν λόγω κράτος μέλος διαβίβασε στην Επιτροπή σχέδιο εκτελεστικής αποφάσεως της φλαμανδικής κοινότητας καθώς και προσχέδιο διατάγματος και προσχέδιο εκτελεστικής αποφάσεως της γαλλικής κοινότητας.

15      Εν συνεχεία, η εκτελεστική απόφαση του διατάγματος της φλαμανδικής κοινότητας κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή. Η γαλλική κοινότητα απέστειλε επίσης στην Επιτροπή αντίγραφο του διατάγματος της 7ης Νοεμβρίου 2013, σχετικά με την απόδειξη των γλωσσικών γνώσεων που απαιτούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί χρήσεως γλωσσών στον διοικητικό τομέα. Ωστόσο, το διάταγμα αυτό έπρεπε να συμπληρωθεί περαιτέρω από εκτελεστική απόφαση. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν έλαβε καμία πληροφορία σχετικά με τη γερμανόφωνη περιφέρεια.

16      Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

17      Με έγγραφο της 18ης Δεκεμβρίου 2014, το οποίο περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Δεκεμβρίου 2014, το Βασίλειο του Βελγίου πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι διαβίβασε στην Επιτροπή την απόφαση της κυβερνήσεως της γαλλικής κοινότητας, της 22ας Οκτωβρίου 2014, για την εφαρμογή του διατάγματος της 7ης Νοεμβρίου 2013 περί του οποίου γίνεται λόγος στο σκέψη 15 της υπό κρίση αποφάσεως.

 Επί της προσφυγής

 Επιχειρήματα των διαδίκων

18      Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 492/2011, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να διαθέτουν τις απαιτούμενες γλωσσικές γνώσεις λόγω της φύσεως της προς πλήρωση θέσεως εργασίας.

19      Το θεσμικό αυτό όργανο υπογραμμίζει εντούτοις ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απαίτηση γλωσσικών γνώσεων πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο αναλογικό και χωρίς διακρίσεις. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, στην απόφασή του Angonese (C‑281/98, EU:C:2000:296), το Δικαστήριο έκρινε ότι τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση της υποχρεώσεως που επιβάλλει ο εργοδότης στους υποβάλλοντες αίτηση συμμετοχής σε διαγωνισμό για μελλοντικές προσλήψεις να αποδείξουν τις γλωσσικές γνώσεις τους προσκομίζοντας αποκλειστικώς ένα μόνον δίπλωμα, χορηγούμενο σε μία μόνον επαρχία κράτους μέλους.

20      Η Επιτροπή εκτιμά ότι η νομολογία αυτή μπορεί να μεταφερθεί στη βελγική ρύθμιση, καθόσον απαιτεί από έναν υποψήφιο, για να του επιτραπεί η συμμετοχή σε διαγωνισμό για μελλοντικές προσλήψεις, να αποδείξει τις γλωσσικές γνώσεις του προσκομίζοντας ένα μόνον δίπλωμα, χορηγούμενο αποκλειστικώς στο Βέλγιο.

21      Το Βασίλειο του Βελγίου δεν αμφισβητεί τη βασιμότητα της προσφυγής και απλώς προβάλλει την πρόοδο των νομοθετικών εργασιών που διεξάγονται για τη συμμόρφωση στην αιτίαση της Επιτροπής, διευκρινίζοντας ότι οι καθυστερήσεις οφείλονται στην πολύπλοκη δομή του κράτους μέλους αυτού.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

22      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το σύνολο των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ασκήσεως πάσης φύσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο έδαφος της Ένωσης από τους υπηκόους των κρατών μελών και απαγορεύει τα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να αποδειχθούν δυσμενή για τους υπηκόους αυτούς σε περίπτωση που θελήσουν να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Las, C‑202/11, EU:C:2013:239, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

23      Συνεπώς, αντιβαίνει στις διατάξεις αυτές, ειδικότερα δε στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ, οποιοδήποτε μέτρο το οποίο, έστω και αν εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, δύναται να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους υπηκόους της Ένωσης, των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνει η Συνθήκη (απόφαση Las, EU:C:2013:239, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

24      Ασφαλώς, το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 492/2011 αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να καθορίζουν τους σχετικούς με τις απαιτούμενες γλωσσικές γνώσεις λόγω της φύσεως της προς πλήρωση θέσεως εργασίας όρους.

25      Ωστόσο, η απαίτηση ορισμένου επιπέδου γνώσεως μιας γλώσσας σε σχέση με τη θέση εργασίας δεν μπορεί να θίγει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα μέτρα εφαρμογής του δικαιώματος αυτού δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να είναι δυσανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και ο τρόπος εφαρμογής τους δεν πρέπει να συνεπάγεται διακρίσεις σε βάρος των υπηκόων των λοιπών κρατών μελών (βλ., συναφώς, απόφαση Groener, C‑379/87, EU:C:1989:599, σκέψη 19).

26      Εν προκειμένω, αναγνωρίζεται ότι μπορεί να είναι θεμιτή η απαίτηση από έναν υποψήφιο σε διαγωνισμό που διοργανώνεται για την πλήρωση θέσεως σε τοπική υπηρεσία, δηλαδή σε οντότητα στην οποία έχει παραχωρηθεί δημόσια υπηρεσία ή είναι επιφορτισμένη με αποστολή γενικού συμφέροντος στο έδαφος μιας κοινότητας, να έχει επαρκές σε σχέση με την προς πλήρωση θέση επίπεδο γνώσεων της γλώσσας της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται η οικεία κοινότητα. Συγκεκριμένα, θεωρείται ότι θέση εργασίας σε τέτοιου είδους υπηρεσία απαιτεί ικανότητα επικοινωνίας με τις τοπικές διοικητικές αρχές καθώς και, ενδεχομένως, με το κοινό.

27      Στην περίπτωση αυτή, η κατοχή διπλώματος κατόπιν επιτυχίας στην εξέταση της γλώσσας μπορεί να αποτελεί κριτήριο αξιολογήσεως των γλωσσικών αυτών γνώσεων (βλ., συναφώς, απόφαση Angonese, EU:C:2000:296, σκέψη 44).

28      Ωστόσο, όπως προβλέπει η εναρμονισμένη νομοθεσία, η απαίτηση από υποψήφιο σε διαγωνισμό για μελλοντικές προσλήψεις να αποδείξει τις γλωσσικές του γνώσεις προσκομίζοντας ένα μόνον είδος πιστοποιητικού, χορηγούμενο μόνον από βελγικό οργανισμό επιφορτισμένο, για τον σκοπό αυτό, να διοργανώνει γλωσσικές εξετάσεις επί του βελγικού εδάφους, είναι, όσον αφορά τις επιταγές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, προφανώς δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

29      Συγκεκριμένα, η απαίτηση αυτή αποκλείει κάθε συνεκτίμηση του βαθμού γνώσεων οι οποίες μπορούν να τεκμαίρονται για τον κάτοχο διπλώματος αποκτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως και της διάρκειας των σπουδών που πιστοποιεί (βλ., συναφώς, απόφαση Angonese, EU:C:2000:296, σκέψη 44).

30      Επιπλέον, η απαίτηση αυτή, μολονότι εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων στους ημεδαπούς και στους υπηκόους άλλων κρατών μελών, στην πραγματικότητα θέτει σε δυσμενή θέση τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών οι οποίοι επιθυμούν να υποβάλλουν υποψηφιότητα για θέση εργασίας σε τοπική υπηρεσία του Βελγίου.

31      Συγκεκριμένα, η απαίτηση αυτή επιβάλλει στους ενδιαφερόμενους οι οποίοι κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη, ήτοι, κατά πλειονότητα στους υπηκόους των κρατών αυτών, να μεταβούν στο Βέλγιο με τον σκοπό και μόνον να υποβάλουν σε αξιολόγηση τις γνώσεις τους στο πλαίσιο εξετάσεως που είναι αναγκαία για τη χορήγηση του απαιτούμενου για την κατάθεση της υποψηφιότητάς τους πιστοποιητικού. Οι πρόσθετες δαπάνες τις οποίες συνεπάγεται η απαίτηση αυτή δύνανται να καθιστούν δυσχερέστερη την πρόσβαση στις επίμαχες θέσεις εργασίας (βλ., συναφώς, απόφαση Angonese, EU:C:2000:296, σκέψεις 38 και 39).

32      Το Βασίλειο του Βελγίου δεν επικαλέστηκε κανένα σκοπό, η επιδίωξη του οποίου να δύναται να δικαιολογήσει τα αποτελέσματα αυτά.

33      Καθόσον το Βασίλειο του Βελγίου διατείνεται ότι διεξάγονται νομοθετικές εργασίες για την προσαρμογή της επίμαχης εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως στις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης αλλά οι εν λόγω εργασίες πρέπει να ακολουθήσουν μακρές και πολύπλοκες διαδικασίες λόγω της δομής της χώρας αυτής, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις της εσωτερικής του έννομης τάξης, ακόμα και συνταγματικής ισχύος, για να δικαιολογήσει την παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C‑288/12, EU:C:2014:237, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

34      Προστίθεται ότι, εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους ως είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και οι εν συνεχεία επελθούσες μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C‑640/13, EU:C:2014:2457, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35      Υπό τις περιστάσεις αυτές, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επιβάλλοντας στους υποψηφίους για θέσεις σε τοπικές υπηρεσίες των γαλλόφωνων ή γερμανόφωνων περιφερειών, από διπλώματα ή πιστοποιητικά των οποίων δεν προκύπτει ότι ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στην οικεία γλώσσα, να αποδεικνύουν τις γλωσσικές τους γνώσεις μέσω ενός μόνον είδους πιστοποιητικού, χορηγούμενου αποκλειστικώς από έναν μόνο επίσημο βελγικό οργανισμό κατόπιν εξετάσεως την οποία διοργανώνει ο οργανισμός αυτός επί του βελγικού εδάφους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και τον κανονισμό 492/2011.

 Επί των δικαστικών εξόδων

36      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εφόσον η Επιτροπή προέβαλε τέτοιο αίτημα και το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, το τελευταίο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Το Βασίλειο του Βελγίου, επιβάλλοντας στους υποψηφίους για θέσεις σε τοπικές υπηρεσίες των γαλλόφωνων ή γερμανόφωνων περιφερειών, από διπλώματα ή πιστοποιητικά των οποίων δεν προκύπτει ότι ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στην οικεία γλώσσα, να αποδεικνύουν τις γλωσσικές τους γνώσεις μέσω ενός μόνον είδους πιστοποιητικού, χορηγούμενου αποκλειστικώς από έναν μόνο επίσημο βελγικό οργανισμό κατόπιν εξετάσεως την οποία διοργανώνει ο οργανισμός αυτός επί του βελγικού εδάφους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και τον κανονισμό (ΕΕ) 492/2011, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης.

2)      Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.