Language of document : ECLI:EU:C:2013:195

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PAOLO MENGOZZI

της 21ης Μαρτίου 2013 (1)

Υπόθεση C‑657/11

Belgian Electronic Sorting Technology NV

κατά

Bert Peelaers

Visys NV

[αίτηση του Hof van Cassatie (Βέλγιο)

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Οδηγίες 84/450/ΕΟΚ και 2006/114/ΕΚ – Παραπλανητική και συγκριτική διαφήμιση – Έννοια της διαφημίσεως – Καταχώριση και χρήση ονόματος τομέα – Χρήση μεταετικετών (metatags)»





1.        Η ψηφιακή επανάσταση που συνετελέσθη τις τελευταίες δύο δεκαετίες με την έλευση και, εν συνεχεία, την ανάπτυξη του διαδικτύου έχει μεταβάλει άρδην τον τρόπο προωθήσεως και εμπορίας των προϊόντων και των υπηρεσιών που προσφέρουν οι επιχειρήσεις. Εντός του μεταβαλλόμενου αυτού πλαισίου ανακύπτουν όλο και πιο συχνά διαφορές που αφορούν καταστάσεις συνδεόμενες με τη χρήση του διαδικτύου εκ μέρους των επιχειρήσεων για εμπορικούς σκοπούς. Η εξέλιξη του γραπτού δικαίου αδυνατεί, ωστόσο, να ακολουθήσει τον ρυθμό της τεχνολογικής προόδου. Ως εκ τούτου, για την επίλυση τέτοιων διαφορών, οι οποίες έχουν εξάλλου επανειλημμένως υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου (2), είναι συχνά αναγκαία η προσφυγή σε παραδοσιακές νομικές έννοιες, ενίοτε αποτυπούμενες αυτουσίως σε πράξεις της Ένωσης, οι οποίες δεν είχαν συλληφθεί αρχικώς για να εφαρμόζονται στο πλαίσιο υποθέσεων σχετικών με τη χρήση του διαδικτύου. Τέτοιου είδους ένδικες διαφορές δύνανται, εκ του λόγου τούτου, να εγείρουν ζητήματα σχετικά με το εύρος και το περιεχόμενο των εν λόγω παραδοσιακών νομικών εννοιών.

2.        Η διαφορά στο πλαίσιο της οποίας το Hof van Cassatie (Βέλγιο) υπέβαλε στο Δικαστήριο την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αποτελεί τυπικό παράδειγμα αυτού του είδους υποθέσεων. Στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με τη χρήση του διαδικτύου για εμπορικούς σκοπούς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «διαφήμιση» κατά το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου (3) και το αντίστοιχό του άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2006/114/ΕΚ (4), με την οποία κωδικοποιήθηκε η οδηγία 84/450 (5), προκειμένου να αποσαφηνισθεί αν αυτό καλύπτει, αφενός, την καταχώριση και τη χρήση ονόματος τομέα και, αφετέρου, τη χρήση μεταετικετών (metatags) στον κώδικα πηγής ιστότοπου.

3.        Είναι ενδεχομένως χρήσιμο να αποσαφηνισθεί καταρχάς το σημασιολογικό περιεχόμενο των όρων «όνομα τομέα» και «μεταετικέτες».

4.        Το όνομα τομέα είναι ένας συνδυασμός γραμμάτων και αριθμών ο οποίος αντιστοιχεί μονοσήμαντα σε μία ή περισσότερες αλφαριθμητικές διευθύνσεις του διαδικτύου (6), οι οποίες με τη σειρά τους σχηματίζονται από αριθμούς και τελείες που μπορούν να αναγνωρίζουν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή διακομιστή (server) συνδεδεμένο με το διαδίκτυο. Πιο απλά, το όνομα τομέα αποτελεί απλουστευμένη και προσβάσιμη μορφή αλφαριθμητικής διευθύνσεως η οποία αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο ιστότοπο.

5.        Οι μεταετικέτες είναι, αντιθέτως, λέξεις κωδικοποιημένες στον κώδικα πηγής (7) ιστότοπου. Οι μεταετικέτες δεν είναι ορατές στην ιστοσελίδα και χρησιμεύουν στην περιγραφή του περιεχομένου της. Όταν πραγματοποιείται ηλεκτρονική αναζήτηση μέσω μηχανής αναζητήσεως, οι μεταετικέτες ανιχνεύονται και αναγιγνώσκονται από τη μηχανή αναζητήσεως και επηρεάζουν τη διαμόρφωση της σειράς εμφανίσεως των διαφόρων ιστότοπων που αναγνωρίζονται από τη μηχανή αναζητήσεως ως οι αντιστοιχούντες στο λήμμα που αναζήτησε ο χρήστης. Υφίστανται κατ’ αρχήν δύο είδη μεταετικετών: οι «μεταετικέτες περιγραφής» (meta description tags), οι οποίες περιγράφουν το περιεχόμενο ιστότοπου, και οι «μεταετικέτες λέξεων-κλειδιών» (key words metatags), οι οποίες συνίστανται σε σειρά λέξεων-κλειδιών που αναφέρονται στο περιεχόμενο του ιστότοπου. Η εκκρεμής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά αφορά τις μεταετικέτες λέξεων-κλειδιών.

I –    Νομοθεσία

6.        Το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 84/450, η διάταξη του οποίου επαναλαμβάνεται αυτολεξεί στο άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2006/114, ορίζει:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοείται ως:

1)      “διαφήμιση”: κάθε ανακοίνωση που γίνεται στα πλαίσια εμπορικής, βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, με στόχο την προώθηση της προμήθειας αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων […]».

7.        Το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (8) ορίζει:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

στ)      “εμπορικές επικοινωνίες”: όλες οι μορφές επικοινωνίας που αποσκοπούν να προωθήσουν, άμεσα ή έμμεσα, αγαθά, υπηρεσίες ή την εικόνα μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού ή ενός προσώπου που ασκεί εμπορική, βιομηχανική ή βιοτεχνική δραστηριότητα ή νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα. Δεν συνιστούν καθ’ εαυτό εμπορική επικοινωνία:

 –      τα στοιχεία που επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση στη δραστηριότητα της εν λόγω επιχείρησης, του οργανισμού ή του προσώπου, ιδίως το όνομα του τομέα ή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, […]».

II – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και προδικαστικά ερωτήματα

8.        Η Belgian Electronic Sorting Technology NV, γνωστή και ως NV BEST (στο εξής: BEST), και η Visys NV (στο εξής: Visys), αντιστοίχως αναιρεσείουσα και δεύτερη αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, είναι εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παραγωγής και πωλήσεως συστημάτων διαλογής με τεχνολογία laser.

9.        Την 3η Ιανουαρίου 2007 ο Bert Peelaers (στο εξής: Β. Peelaers), ιδρυτής εταίρος της Visys και πρώτος αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης, προέβη στην καταχώριση του ονόματος τομέα «www.bestlasersorter.com», που αντιστοιχεί σε ιστότοπο του οποίου το περιεχόμενο, όπως και το περιεχόμενο του ιστότοπου στον οποίο αντιστοιχεί το όνομα τομέα «www.lasersorter.com», είναι πανομοιότυπο με εκείνο ιστότοπων που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από τη Visys με τα ονόματα τομέα «www.visys.be» και «www.visysglobal.be».

10.      Την 4η Απριλίου 2008 η BEST καταχώρισε στο γραφείο σημάτων της Μπενελούξ εικονιστικό σήμα αποτελούμενο από τον όρο «BEST» για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 7, 9, 40 και 42 του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών για τον σκοπό της καταχωρίσεως των σημάτων.

11.      Την 23η Απριλίου 2008 βεβαιώθηκε από δικαστικό επιμελητή ότι η εισαγωγή των όρων «Best Laser Sorter» στη μηχανή αναζητήσεως του ιστότοπου «www.google.be» εμφάνιζε ως δεύτερο αποτέλεσμα, αμέσως μετά τον ιστότοπο της BEST, διαδικτυακό σύνδεσμο με τον ιστότοπο της Visys. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η Visys χρησιμοποιούσε ως μεταετικέτες (metatags) για τους ιστότοπούς της όρους όπως «Helius sorter, LS9000, Genius sorter, Best+Helius, Best+Genius, Best nv», οι οποίοι παρέπεμπαν στην ταυτότητα της BEST ή αντιστοιχούσαν σε ονομασίες προϊόντων που η ίδια εμπορευόταν.

12.      Θεωρώντας ότι η καταχώριση και η χρήση του ονόματος τομέα «www.bestlasersorter.com», καθώς και η χρήση μεταετικετών που αντιστοιχούσαν στις ονομασίες των προϊόντων της συνεπάγονταν ιδιοποίηση του σήματος και της εμπορικής επωνυμίας της και στοιχειοθετούσαν, μεταξύ άλλων, παράβαση των διατάξεων περί παραπλανητικής και συγκριτικής διαφημίσεως (9), την 30ή Απριλίου 2008 η BEST άσκησε κατά του B. Peelaers και της Visys αγωγή με αίτημα την παύση των εν λόγω συμπεριφορών. Οι εναγόμενοι άσκησαν ανταγωγή, με αίτημα την ακύρωση του σήματος «BEST».

13.      Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τόσο τα αγωγικά αιτήματα όσο και την ανταγωγή, πλην του αιτήματος της BEST για αναγνώριση της χρήσεως των εν λόγω μεταετικετών ως πράξεως που συνιστά παράβαση της νομοθεσίας περί συγκριτικής και παραπλανητικής διαφημίσεως. Αντιθέτως, το εφετείο απέρριψε στο σύνολό τους τα αιτήματα της BEST και έκανε δεκτά τα αιτήματα των B. Peelaers και της Visys, ακυρώνοντας την καταχώριση του σήματος BEST λόγω ελλείψεως διακριτικού χαρακτήρα.

14.      Επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως, το αιτούν δικαστήριο με απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2011 απέρριψε τους λόγους αναιρέσεως που προέβαλε η BEST, πλην του λόγου που αντλείτο από παράβαση των διατάξεων περί παραπλανητικής και συγκριτικής διαφημίσεως, ως προς τον οποίο το εν λόγω δικαστήριο έκρινε αναγκαία την αναστολή της ενώπιόν του διαδικασίας και την υποβολή στο Δικαστήριο του ακόλουθου προδικαστικού ερωτήματος:

«Πρέπει το σημασιολογικό περιεχόμενο του όρου “διαφήμιση” του άρθρου 2 της οδηγίας 84/450 […] και του άρθρου 2 της οδηγίας 2006/114 […] να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνον, αφενός, την καταχώριση και τη χρησιμοποίηση ονόματος τομέα και, αφετέρου, τη χρήση μεταετικετών (metatags) στα μεταδεδομένα ενός ιστότοπου;»

III – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

15.      Η [απόφαση] περί παραπομπής περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 21η Δεκεμβρίου 2011. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η BEST, ο B. Peelaers και η Visys, η Βελγική Κυβέρνηση, η Εσθονική Κυβέρνηση, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη την 24η Ιανουαρίου 2013, παρενέβησαν η BEST, ο B. Peelaaers και η Visys, καθώς και η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.

IV – Νομική ανάλυση

A –    Επί του αιτήματος περί αυτεπάγγελτης παροχής, εκ μέρους του Δικαστηρίου, απαντήσεων επί ορισμένων προδικαστικών ερωτημάτων

16.      Επιβάλλεται εκ προοιμίου η επισήμανση ότι το προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως αφορά αποκλειστικώς την ερμηνεία της έννοιας της διαφημίσεως κατά τις οδηγίες 84/450 και 2006/114.

17.      Φρονώ, ως εκ τούτου, ότι πρέπει να απορριφθεί το –υποβληθέν εκ νέου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση– αίτημα της BEST, η οποία ζητεί συγκεκριμένα από το Δικαστήριο να απαντήσει αυτεπαγγέλτως επί ορισμένων προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν τα σήματα, των οποίων η υποβολή στο Δικαστήριο δεν κρίθηκε αναγκαία από το αιτούν δικαστήριο, παρά το σχετικό αίτημα της BEST.

18.      Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, αρμόδιο να καθορίσει το αντικείμενο των ερωτημάτων που προτίθεται να υποβάλει στο Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς το αιτούν δικαστήριο. Απόκειται στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και καλείται να αναλάβει την ευθύνη της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως να αξιολογήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις εκάστης υποθέσεως, αφενός, κατά πόσον η προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως και, αφετέρου, τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, παρέλκει η εκ μέρους του Δικαστηρίου εξέταση ερωτημάτων προταθέντων από τους διαδίκους τα οποία υπερβαίνουν τα όρια του ερωτήματος που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο (10), κατά μείζονα λόγο όταν προκύπτει ότι το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε ρητώς το αίτημα περί υποβολής των ερωτημάτων αυτών στο Δικαστήριο (11).

B –    Επί του προδικαστικού ερωτήματος

19.      Το προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως αναλύεται σε τρία σκέλη. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, συγκεκριμένα, αν στην έννοια του όρου «διαφήμιση» των οδηγιών 84/450 και 2006/114 εμπίπτουν, πρώτον, η καταχώριση ονόματος τομέα, δεύτερον, η χρήση ονόματος τομέα και, τρίτον, η χρήση μεταετικετών στους κώδικες πηγής των ιστότοπων.

20.      Προ της λεπτομερούς αναλύσεως των διαφόρων σκελών του προδικαστικού ερωτήματος κρίνονται αναγκαίες ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις περί της έννοιας της διαφημίσεως όπως αυτή ορίζεται από τις δύο προαναφερθείσες οδηγίες.

1.      Επί του σημασιολογικού περιεχομένου του όρου «διαφήμιση» των οδηγιών 84/450 και 2006/114

α)       Επί της σκοπιμότητας διασταλτικής ερμηνείας του όρου «διαφήμιση» των οδηγιών 84/450 και 2006/114

21.      Κατά το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 84/450, όπως άλλωστε και κατά το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2006/114, ως διαφήμιση νοείται «κάθε ανακοίνωση που γίνεται στα πλαίσια εμπορικής, βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, με στόχο την προώθηση της προμήθειας αγαθών ή υπηρεσιών».

22.      Είναι σαφές ότι οι δύο οδηγίες παρέχουν έναν ιδιαιτέρως ευρύ ορισμό της διαφημίσεως, η οποία μπορεί να λάβει, ως εκ τούτου, ποικίλες μορφές (12), μη δυνάμενες να προσδιορισθούν επακριβώς εκ των προτέρων. Υπό το πρίσμα αυτό και λαμβανομένου υπόψη του εν λόγω ορισμού, σειρά συλλογισμών οδηγεί, κατά την άποψή μου, στην υιοθέτηση της προσεγγίσεως που προτάθηκε από ορισμένους εκ των παρεμβαινόντων, κατά την οποία κρίνεται σκόπιμη η διασταλτική ερμηνεία της έννοιας «διαφήμιση».

23.      Πρώτον, φρονώ ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση υπαγορεύεται από τη γραμματική ερμηνεία του εν λόγω ιδιαιτέρως ευρέος ορισμού που περιλαμβάνεται στις δύο οδηγίες. Συγκεκριμένα η διατύπωση του ορισμού και, ειδικότερα, η γενική αναφορά σε «κάθε ανακοίνωση» καθιστά σαφή, κατά την άποψή μου, τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να μην επιβάλει εκ των προτέρων περιορισμούς στον κύκλο των ανακοινώσεων που εμπίπτουν στο εννοιολογικό εύρος του όρου «διαφήμιση», όπως αυτός νοείται κατά την εν λόγω διάταξη, πλην της προϋποθέσεως να λαμβάνει πράγματι χώρα ανακοίνωση. Το στοιχείο, εξάλλου, ότι ο ορισμός δεν εξειδικεύει τη μορφή υπό την οποία πρέπει να πραγματοποιείται η εν λόγω ανακοίνωση συνεπάγεται ότι ο ορισμός καλύπτει οιαδήποτε μέθοδο ανακοινώσεως.

24.      Δεύτερον, η διασταλτική ερμηνεία της έννοιας «διαφήμιση» συνιστά, κατά την άποψή μου, την προσέγγιση που υπηρετεί αποτελεσματικότερα τους επιδιωκόμενους από τις εν λόγω οδηγίες σκοπούς και, ειδικότερα, τους επιμέρους σκοπούς να διασφαλισθεί η ανάπτυξη ανόθευτου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, καθώς και η δυνατότητα των καταναλωτών να επιλέγουν ελεύθερα και μετά λόγου γνώσεως (13). Συναφώς, με βρίσκουν σύμφωνο οι παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία ενδεχόμενη συσταλτική ερμηνεία της έννοιας «διαφήμιση» θα ενείχε τον κίνδυνο να παραμείνουν εκτός του πεδίου εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας ορισμένες μορφές διαφημιστικών ανακοινώσεων λιγότερο ευδιάκριτες, πλην όμως εν δυνάμει πιο παραπλανητικές για τους καταναλωτές. Εξάλλου, η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να συμπεριλάβει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/114 όλες τις πιθανές μορφές διαφημίσεως προκύπτει ρητώς από την όγδοη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, κατά την οποία «η έννοια της συγκριτικής διαφήμισης καλό είναι να είναι ευρεία, ώστε να καλύπτει όλους τους τρόπους συγκριτικής διαφήμισης».

25.      Τρίτον, μια διασταλτική ερμηνεία της έννοιας «διαφήμιση» είναι συνεπής και με την προσέγγιση που έχει υιοθετήσει συναφώς το Δικαστήριο, τόσο σε σχέση με τη συγκριτική διαφήμιση, ως προς την οποία το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι ο ευρύς ορισμός που περιέχεται στις οδηγίες καθιστά δυνατή την κάλυψη όλων των μορφών τέτοιας διαφημίσεως (14), όσο και σε σχέση με τον τρόπο μεταδόσεως του διαφημιστικού μηνύματος (15).

26.      Βάσει αυτής ακριβώς της συλλογιστικής θα προχωρήσω στη λεπτομερή ανάλυση των επιμέρους στοιχείων που συνθέτουν την έννοια «διαφήμιση» κατά τον προπαρατεθέντα με τα σημεία 6 και 21 ορισμό.

β)       Επί των επιμέρους στοιχείων που συνθέτουν την έννοια «διαφήμιση»

27.      Από τον ορισμό των άρθρων 2, σημείο 1, και 2, στοιχείο α΄, αντιστοίχως των οδηγιών 84/450 και 2006/114 προκύπτει ότι προκειμένου να υφίσταται διαφήμιση πρέπει να συντρέχουν τρεις ουσιώδεις προϋποθέσεις: πρώτον, πρέπει να υφίσταται οιασδήποτε μορφής «ανακοίνωση», δεύτερον, η εν λόγω ανακοίνωση πρέπει να «γίνεται [στο πλαίσιο] εμπορικής, βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας» και, τρίτον, ειδικός σκοπός της ανακοινώσεως πρέπει να είναι η «προώθηση της προμήθειας αγαθών ή υπηρεσιών».

28.      Ενώ, όμως, το δεύτερο και το τρίτο στοιχείο του εν λόγω ορισμού δεν φαίνεται να αποτελούν πηγή ιδιαίτερων ερμηνευτικών προβλημάτων, η ερμηνεία του πρώτου στοιχείου, ήτοι η ύπαρξη οιασδήποτε μορφής «ανακοινώσεως» αποτελεί, κατά την άποψή μου, τον πυρήνα του ζητήματος που εγείρει η υπό κρίση υπόθεση.

29.      Ειδικώς ως προς το πρώτο αυτό συστατικό στοιχείο του ορισμού της διαφημίσεως κρίνεται εκ προοιμίου αναγκαία μια ορολογικού χαρακτήρα διευκρίνιση. Επιβάλλεται, ειδικότερα, η επισήμανση ότι ως προς το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού δεν υφίσταται ακριβής αντιστοιχία, από γλωσσικής απόψεως, μεταξύ των διατυπώσεων της οδηγίας στις διάφορες επίσημες γλώσσες. Ενώ δηλαδή στην ιταλική γλώσσα γίνεται λόγος για «qualsiasi forma di messaggio» [οιαδήποτε μορφή μηνύματος], στο γαλλικό και στο ισπανικό κείμενο απαντούν αντιστοίχως οι φράσεις «toute forme de communication» και «toda forma de comunicación», ενώ στην αγγλική γίνεται λόγος για «the making of a representation in any form» και στη γερμανική για «jede Äußerung».

30.      Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, οι κανόνες του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο λαμβανομένων υπόψη των διατυπώσεών τους σε όλες τις γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (16). Σε περίπτωση αποκλίσεων μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων διατάξεως, η οικεία διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί μέρος (17).

31.      Ανεξαρτήτως των ποικίλων λεπτών διαφοροποιήσεων που ενδεχομένως παρουσιάζουν οι χρησιμοποιούμενοι στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις όροι, είναι, κατά την άποψή μου, σαφές ότι αυτοί αναφέρονται στο σύνολό τους στη γενική ιδέα της επικοινωνίας, υπό την έννοια της μεταδόσεως σημείων και πληροφοριών από ένα πρόσωπο σε άλλο (18). Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη της εν γένει οικονομίας και των σκοπών των οδηγιών 84/450 και 2006/114, φρονώ ότι επιβάλλεται η ερμηνεία του επίμαχου όρου με παραπομπή στη γενική έννοια της επικοινωνίας, η οποία χρησιμοποιείται εξάλλου ρητώς στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις (19).

32.      Στην επιστήμη της επικοινωνίας, η έννοια «επικοινωνία» δύναται τυπικώς να αναλυθεί σε διάφορα επιμέρους στοιχεία (20), μεταξύ των οποίων καταλέγονται εν γένει τα ακόλουθα: i) ο πομπός, ήτοι το σύστημα (αντικείμενο ή πρόσωπο) που μεταδίδει το μήνυμα· ii) ο δέκτης, ήτοι ο παραλήπτης της πληροφορίας· iii) ο δίαυλος, ήτοι το μέσο διά του οποίου εκπέμπεται ή λαμβάνεται το μήνυμα· iv) ο τυπικός κώδικας, ήτοι το σύστημα σημείων που καθιστά δυνατή τη δραστηριότητα της επικοινωνίας· v) το επικοινωνιακό πλαίσιο, ήτοι το καταστασιακό περιβάλλον στο οποίο εντάσσεται (και στο οποίο αναφέρεται) η επικοινωνιακή πράξη και, τέλος, vi) αυτό καθ’ εαυτό το μήνυμα, ήτοι το περιεχόμενο όσων επικοινωνούνται.

33.      Μια προσέγγιση βασισμένη σε έναν τέτοιο ορισμό της έννοιας της επικοινωνίας δύναται, κατά την άποψή μου, να αποτελέσει και το σημείο αφετηρίας για την εξέταση του ζητήματος εάν οι τρεις περιπτώσεις που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δύνανται να υπαχθούν στο πρώτο συνθετικό στοιχείο του ορισμού της διαφημίσεως, ήτοι εάν αυτές εμπίπτουν στην έννοια «κάθε ανακοίνωση» κατά τις ανωτέρω οδηγίες.

34.      Αντιθέτως, όσον αφορά ειδικώς το δεύτερο στοιχείο του εν λόγω ορισμού, ήτοι την πραγματοποίηση της ανακοινώσεως στο πλαίσιο της ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, επισημαίνεται ότι η αναφορά της διατάξεως σε «ανακοίνωση που γίνεται» [στην ιταλική: «diffusa» (= μεταδίδεται)] υποδηλώνει ότι η ανακοίνωση αυτή πρέπει να απευθύνεται κατά τρόπο γενικό στο κοινό με μέσα μεταδόσεως πρόσφορα να τη μεταφέρουν σε αόριστο αριθμό προσώπων, στοιχείο το οποίο αποκλείει τις μορφές διαπροσωπικής επικοινωνίας (21).

35.      Όσον αφορά, τέλος, το τρίτο στοιχείο, ήτοι τον σκοπό προωθήσεως, επισημαίνεται ότι η προαναφερθείσα διάταξη ουδόλως απαιτεί να προκύπτει ο εν λόγω σκοπός κατά τρόπο ευθύ και άμεσο από την ανακοίνωση· συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει η ανακοίνωση ρητή αναφορά στα αγαθά ή στις υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενο της διαφημιστικής προωθήσεως. Φρονώ, ως εκ τούτου, ότι στο σημασιολογικό περιεχόμενο του όρου «διαφήμιση» δύνανται να περιληφθούν και περιπτώσεις έμμεσης προωθήσεως αγαθών και υπηρεσιών. Συνεπώς, η οδηγία δεν θα εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις διαφημίσεως προϊόντος ή εμπορικού σήματος [κατά τις οποίες επίκεντρο του μηνύματος είναι η εικόνα (image) του προσφερόμενου προϊόντος ή της προσφερόμενης υπηρεσίας ή του σήματος μέσω του οποίου αυτά διατίθενται στην αγορά], αλλά και στις περιπτώσεις της αποκαλούμενης «θεσμικής διαφημίσεως» ή «διαφημίσεως κύρους», ήτοι της διαφημίσεως η οποία, έχοντας ως επίκεντρο την εικόνα της επιχειρήσεως, στοχεύει στην προώθηση της εταιρίας αυτής καθ’ εαυτήν, προσβλέποντας επομένως εμμέσως στην αύξηση της ζητήσεως των προϊόντων και των υπηρεσιών της.

γ)       Επί της σχέσεως μεταξύ της έννοιας «διαφήμιση» των οδηγιών 84/450 και 2006/114 και της έννοιας «εμπορική επικοινωνία» της οδηγίας 2000/31

36.      Φρονώ, τέλος, ότι, στο πλαίσιο των προκαταρκτικών αυτών παρατηρήσεων, επιβάλλεται μια σύντομη αναφορά στο επιχείρημα που προβλήθηκε από την Επιτροπή, καθώς και από τη Visys και τον B. Peelaers, και αφορά τη σχέση μεταξύ της έννοιας «διαφήμιση» των οδηγιών 84/450 και 2006/114 και της έννοιας «εμπορική επικοινωνία» της οδηγίας 2000/31.

37.      Συγκεκριμένα, εκκινώντας από τη διαπίστωση ότι, κατά τον ορισμό της εμπορικής επικοινωνίας του άρθρου 2, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 2000/31, «[δ]εν συνιστούν καθ’ εαυτό εμπορική επικοινωνία [...] τα στοιχεία που επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση στη δραστηριότητα [...] επιχείρησης [...], ιδίως το όνομα του τομέα [...]», η Επιτροπή και οι αναιρεσίβλητοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η ίδια προσέγγιση πρέπει να υιοθετηθεί mutatis mutandis και για την έννοια «διαφήμιση» των οδηγιών 84/450 και 2006/114, της οποίας ο ορισμός είναι σχεδόν πανομοιότυπος με εκείνον της «εμπορικής επικοινωνίας» της οδηγίας 2000/31. Συνεπώς, κατά τους ανωτέρω, ο αποκλεισμός των ονομάτων τομέα από το σημασιολογικό περιεχόμενο του όρου «εμπορική επικοινωνία» συνεπάγεται αυτομάτως τον αποκλεισμό των ονομάτων τομέα από το πεδίο εφαρμογής της έννοιας «διαφήμιση» και, ως εκ τούτου, στο πρώτο και στο δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.

38.      Δεν συμμερίζομαι την προσέγγιση αυτή.

39.      Συναφώς, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η επισήμανση ότι οι οδηγίες 84/450 και 2006/114, αφενός, και η οδηγία 2000/31, αφετέρου, εκδόθηκαν για την επίτευξη διαφορετικών σκοπών (22) και, συνεπώς, οι ορισμοί που περιέχονται στις οδηγίες 84/450 και 2006/114 δεν δύνανται κατ’ ανάγκην να τυγχάνουν αυτόματης εφαρμογής στο σύστημα της οδηγίας 2000/31.

40.      Ειδικότερα, κατά το άρθρο της 1, η οδηγία 2006/114 σκοπεί ειδικώς στην προστασία των εμπορευομένων έναντι της παραπλανητικής διαφημίσεως και των αθέμιτων συνεπειών της, καθώς και στον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση. Εξάλλου, από την τέταρτη, την έκτη, την όγδοη και την ένατη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, καθώς και από το άρθρο 1 της οδηγίας 84/450, η οποία, όπως επισημάνθηκε, κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2006/114, προκύπτει ότι η ρύθμιση περί παραπλανητικής και συγκριτικής διαφημίσεως έχει επίσης ως σκοπό τη διασφάλιση του συμφέροντος και της ελευθερίας επιλογής των καταναλωτών, η οποία θα κινδύνευε να περιορισθεί ή να φαλκιδευθεί από αθέμιτες μορφές διαφημίσεως. Η εν λόγω ρύθμιση σκοπεί εξάλλου στην εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της ενιαίας αγοράς μέσω της αποσοβήσεως των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού εντός αυτής (23).

41.      Όσον αφορά την οδηγία 2000/31, από το άρθρο της 1 προκύπτει ότι αυτή έχει ως σκοπό να συμβάλει στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, διασφαλίζοντας την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας εντός των κρατών μελών.

42.      Ειδικότερα, η εισαχθείσα με την οδηγία 2000/31 ρύθμιση περί εμπορικών επικοινωνιών σκοπεί στην προαγωγή της διαφάνειας των δραστηριοτήτων που ασκούν οι επιχειρήσεις στον τομέα των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, προς όφελος των καταναλωτών και προς διασφάλιση της νομιμότητας των συναλλαγών (24). Προς τούτο, η εν λόγω οδηγία προβλέπει ορισμένα στοιχεία τα οποία οι ηλεκτρονικές εμπορικές επικοινωνίες πρέπει κατ’ ανάγκην να περιέχουν (25) και περιλαμβάνει διατάξεις που αφορούν τις μη ζητηθείσες εμπορικές επικοινωνίες και σκοπούν στην προστασία των παραληπτών των εν λόγω επικοινωνιών και στην αποφυγή διαταράξεως της λειτουργίας των διαδραστικών δικτύων (26), καθώς και διατάξεις που σκοπούν στην εξασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων για τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα (27).

43.      Εξάλλου, τόσο από το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/31 όσο και από το άρθρο 2 των οδηγιών 84/450 και 2006/114 προκύπτει ότι οι περιλαμβανόμενοι σε αυτές ορισμοί ισχύουν αποκλειστικώς για τους σκοπούς των αντίστοιχων οδηγιών. Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι δεν αποκλείεται η δυνατότητα αξιοποιήσεως του ορισμού έννοιας που περιλαμβάνεται σε μια οδηγία για την ερμηνεία έννοιας οριζόμενης από άλλη οδηγία, φρονώ ότι αυτό δεν μπορεί να γίνεται κατά τρόπο αυτόματο. Επιβάλλεται επίσης η επισήμανση ότι, μολονότι ο περιλαμβανόμενος στις δύο οδηγίες ορισμός των δύο εννοιών παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες, εκάστη των δύο εννοιών αντιστοιχίζεται με διαφορετικό όρο: πρόκειται, αφενός, για τη «διαφήμιση» και, αφετέρου, για τις «εμπορικές επικοινωνίες». Είναι εύλογος ο συλλογισμός ότι εάν ο νομοθέτης της Ένωσης θεωρούσε ότι το περιεχόμενο των δύο εννοιών ταυτίζεται, θα είχε προνοήσει για τη μονοσήμαντη αντιστοίχισή τους με τον ίδιο όρο.

44.      Τέλος, επιβάλλεται εν πάση περιπτώσει η διαπίστωση ότι ο ορισμός της έννοιας «εμπορική επικοινωνία» της οδηγίας 2000/31 δεν αποκλείει, καθόσον χρησιμοποιεί τη διατύπωση «καθ’ εαυτό», το ενδεχόμενο τα ονόματα τομέα να λαμβάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις τη μορφή ανακοινώσεως η οποία συνιστά εμπορική επικοινωνία (28).

45.      Βάσει της εν λόγω συλλογιστικής, φρονώ ότι το γεγονός ότι το άρθρο 2, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 2000/31 ορίζει ότι τα ονόματα τομέα δεν αποτελούν, αυτά καθ’ εαυτά, εμπορική επικοινωνία δεν αποκλείει αυτομάτως τα τελευταία από το σημασιολογικό περιεχόμενο του όρου «διαφήμιση» των οδηγιών 84/450 και 2006/114.

2.      Επί των τριών σκελών του προδικαστικού ερωτήματος

46.      Με γνώμονα τα ανωτέρω θα επιχειρηθεί η ανάλυση των τριών σκελών στα οποία διαρθρώνεται το προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλει στο Δικαστήριο το αιτούν δικαστήριο.

α)       Επί της καταχωρίσεως ονόματος τομέα

47.      Με το πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί εάν η καταχώριση ονόματος τομέα δύναται να συνιστά «διαφήμιση» κατά την έννοια των οδηγιών 84/450 και 2006/114.

48.      Επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι η καταχώριση ονόματος τομέα αποτελεί κατ’ ουσίαν διαδικαστική πράξη διά της οποίας ένα πρόσωπο ζητεί από τον οργανισμό που είναι αρμόδιος για τη διαχείριση των ονομάτων τομέα, ο οποίος είναι κατά κανόνα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (29), την καταχώριση ονόματος τομέα που το ίδιο έχει επιλέξει και προτίθεται κατά τεκμήριο να χρησιμοποιεί. Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις καταχωρίσεως (30) και καταβάλλεται το σχετικό αντίτιμο, ο εν λόγω οργανισμός δεσμεύεται συμβατικώς να εμφανίζει το συγκεκριμένο όνομα τομέα στη βάση δεδομένων του και να συνδέει τους χρήστες του διαδικτύου που πληκτρολογούν το εν λόγω όνομα τομέα αποκλειστικώς με τη διεύθυνση IP που έχει υποδείξει ο κάτοχος του ονόματος τομέα (31).

49.      Επιβάλλεται επίσης η επισήμανση ότι η καταχώριση και μόνον ενός ονόματος τομέα δεν σημαίνει ότι το όνομα αυτό θα χρησιμοποιηθεί εν συνεχεία πράγματι για τη δημιουργία ιστότοπου· τουναντίον, το καταχωρισμένο όνομα τομέα μπορεί να παραμείνει ανενεργό ακόμη και επ’ αόριστον.

50.      Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι, κατά την άποψή μου, πρόδηλο ότι η τέλεση διαδικαστικής πράξεως όπως η μόλις περιγραφείσα δεν συνιστά μετάδοση ανακοινώσεως με σκοπό προωθήσεως. Συνεπώς, αυτή δεν δύναται, κατά την άποψή μου, να περιληφθεί στο σημασιολογικό περιεχόμενο του όρου «διαφήμιση» των οδηγιών 84/450 και 2006/114.

β)       Επί της χρήσεως του ονόματος τομέα

51.      Με το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν η χρήση του ονόματος τομέα δύναται να συνιστά «διαφήμιση» κατά την έννοια των οδηγιών 84/450 και 2006/114.

52.      Το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει τι ακριβώς εννοεί με τον όρο «χρήση» του ονόματος τομέα. Εντούτοις, επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι, όπως προκύπτει εξάλλου από τις δηλώσεις στις οποίες προέβησαν ορισμένοι εκ των παρεμβαινόντων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ένα όνομα τομέα δύναται να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπους αρκετά διαφορετικούς.

53.      Ο πρώτος και πλέον προφανής τρόπος χρήσεως ενός ονόματος τομέα συνίσταται στη δημιουργία και στην πραγματική δημοσίευση στο διαδίκτυο ιστότοπου ο οποίος είναι προσβάσιμος μέσω της διευθύνσεως IP που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο όνομα τομέα. Ο εν λόγω τρόπος χρήσεως του ονόματος τομέα παρουσιάζει ενδεχομένως ενδιαφέρον στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, καθόσον η Visys χρησιμοποίησε πράγματι ονόματα τομέα που παραπέμπουν στην επωνυμία του ανταγωνιστή της, δημοσιεύοντας στο διαδίκτυο ιστότοπους στις διευθύνσεις που αντιστοιχούν στα εν λόγω ονόματα τομέα.

54.      Ανεξαρτήτως, όμως, της υπάρξεως ή μη σχέσεως μεταξύ του εν λόγω τρόπου χρήσεως του ονόματος τομέα και του σκοπού προωθήσεως της παροχής αγαθών ή υπηρεσιών, σχέσεως η οποία πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση, φρονώ ότι, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν η πραγματική δημοσίευση ιστότοπου στη διεύθυνση που αντιστοιχεί στο όνομα τομέα δύναται ή όχι να συνιστά μορφή διαφημίσεως, επιβάλλεται να εξετασθεί εάν η εν λόγω δημοσίευση στο διαδίκτυο δύναται ή όχι να συνιστά μετάδοση ανακοινώσεως κατά τον περιλαμβανόμενο στις οδηγίες 84/450 και 2006/114 ορισμό της διαφημίσεως.

55.      Φρονώ ότι σημείο αφετηρίας προς τούτο δύναται να αποτελέσει η προσέγγιση που προτάθηκε ανωτέρω, με τα σημεία 32 και 33 των προτάσεων, βάσει της οποίας θα πρέπει να εξακριβωθεί εάν συντρέχουν ή όχι τα θεωρούμενα ως τυπικά στοιχεία μιας επικοινωνίας. Στην περίπτωση δημοσιεύσεως ιστότοπου, εκτιμώ ότι είναι δυνατή η αναγνώριση ενός πομπού, ήτοι του προσώπου το οποίο δημοσιεύει τον ιστότοπο στη διεύθυνση που αντιστοιχεί στο όνομα τομέα, ενός δέκτη, ήτοι του χρήστη που συνδέεται με τον ιστότοπο εισάγοντας το όνομα τομέα στον φυλλομετρητή, καθώς και ενός μηνύματος, ήτοι του περιεχομένου του ιστότοπου, το οποίο δύναται ή όχι να έχει προωθητικό σκοπό, σύμφωνα με τις επισημάνσεις που έγιναν ανωτέρω, με το σημείο 35 των προτάσεων. Ο δίαυλος που χρησιμοποιείται για τη διαβίβαση του μηνύματος είναι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που συνδέεται με το διαδίκτυο. Ο τυπικός κώδικας αποτελείται από γραπτά, οπτικά ή ηχητικά σημεία που χρησιμοποιούνται για τη διαβίβαση του μηνύματος μέσω του διαδικτύου. Το επικοινωνιακό πλαίσιο διαμορφώνεται σε συνάρτηση με την εκάστοτε κατάσταση.

56.      Εξάλλου, η δημοσίευση ιστότοπου συνιστά αναμφιβόλως τρόπο διαβιβάσεως του περιεχόμενου σε αυτό μηνύματος η οποία απευθύνεται κατά τρόπο γενικό στο κοινό και είναι πρόσφορη να μεταφέρει το μήνυμα σε αόριστο αριθμό προσώπων. Συνεπώς, πληρούται και η προϋπόθεση της «μεταδόσεως» για την οποία έγινε λόγος με το σημείο 34.

57.      Η προεκτεθείσα συλλογιστική οδηγεί, κατά την άποψή μου, στο συμπέρασμα ότι η δημοσίευση ιστότοπου στη διεύθυνση που αντιστοιχεί στο όνομα τομέα συνιστά τρόπο χρήσεως του ονόματος τομέα ο οποίος συνεπάγεται ανακοίνωση κατά την έννοια των οδηγιών 84/450 και 2006/114. Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω ανακοίνωση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας με σκοπό την προώθηση αγαθών ή υπηρεσιών, αυτή θα συνιστά «διαφήμιση» κατά την έννοια των εν λόγω οδηγιών.

58.      Πέραν τούτου, εκτιμώ ότι είναι θεωρητικώς δυνατοί και άλλοι τρόποι χρήσεως ενός ονόματος τομέα οι οποίοι μπορούν ομοίως, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να συνιστούν μορφές διαφημίσεως.

59.      Επί παραδείγματι, το όνομα τομέα χρησιμοποιείται συχνά από τις επιχειρήσεις στο πλαίσιο διαφημιστικών ανακοινώσεων οι οποίες πραγματοποιούνται με παραδοσιακούς τρόπους, όπως τηλεοπτικά διαφημιστικά μηνύματα, αφίσες, διαφημιστικές καταχωρίσεις σε περιοδικές εκδόσεις, με σκοπό να παραπέμψουν το κοινό στον ιστότοπο της επιχειρήσεως (ή, πιο συγκεκριμένα, στην ιστοσελίδα του προϊόντος ή της υπηρεσίας). Με τον τρόπο αυτόν, ο καταναλωτής ενημερώνεται για τη δυνατότητα αποκτήσεως πρόσθετων πληροφοριών, ενδεχομένως προωθητικού χαρακτήρα, οι οποίες συμπληρώνουν και διευρύνουν το διαφημιστικό μήνυμα ή στοχεύουν στην προώθηση της εικόνας της επιχειρήσεως και, συνεπώς, εμμέσως των προϊόντων και των υπηρεσιών της (32). Φρονώ ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, το όνομα τομέα χρησιμοποιείται στο πλαίσιο μορφών επικοινωνίας οι οποίες συνιστούν αναμφιβόλως διαφήμιση.

60.      Εντούτοις, είναι ακόμη πιθανό προωθητικό χαρακτήρα stricto sensu να έχει το ίδιο το όνομα τομέα, οσάκις, επί παραδείγματι, αυτό εμπερικλείει στοιχεία εγκωμιαστικά των προσφερόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών. Η περίπτωση του ιστότοπου www.bestlasersorter.com, ανεξαρτήτως των ζητημάτων που συνδέονται με το εμπορικό σήμα και την επωνυμία του ανταγωνιστή, αποτελεί, κατά την άποψή μου, ένα αρκετά χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του είδους, καθόσον αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι η σύνδεση με τον συγκεκριμένο ιστότοπο εγγυάται στον χρήστη την εξεύρεση των καλύτερων συστημάτων διαλογής με τεχνολογία laser. Επομένως, αναλόγως του τρόπου χρήσεώς του, ένα τέτοιο όνομα τομέα δύναται να συνιστά αφεαυτού διαφημιστικό μήνυμα.

61.      Επί παραδείγματι, προκειμένου ειδικώς για την υπόθεση της κυρίας δίκης, φρονώ ότι η εισαγωγή στη βάση δεδομένων μηχανής αναζητήσεως ενός ονόματος τομέα το οποίο εμφανίζει χαρακτηριστικά που λειτουργούν προωθητικώς για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της επιχειρήσεως και το οποίο χρησιμοποιείται πράγματι στο διαδίκτυο δύναται να συνιστά διαφημιστική ανακοίνωση. Συγκεκριμένα, κατά την αναζήτηση μέσω της μηχανής αναζητήσεως εκ μέρους του χρήστη του διαδικτύου, το όνομα τομέα που εισήχθη από τον κάτοχό του στη βάση δεδομένων της εν λόγω μηχανής αναζητήσεως θα εμφανίζεται ρητώς στην οθόνη. Μια τέτοια χρήση του ονόματος τομέα συνιστά μετάδοση ανακοινώσεως, η οποία, λαμβανομένου υπόψη του εγγενούς στο εν λόγω όνομα τομέα σκοπού προωθήσεως, έχει διαφημιστικό χαρακτήρα.

62.      Αποτελεί, εντούτοις, έργο του αιτούντος δικαστηρίου να εξακριβώσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της υποθέσεως της ενώπιόν του εκκρεμούς δίκης, εάν η χρήση εν προκειμένω του ονόματος τομέα συνιστά ή όχι ανακοίνωση με σκοπό την προώθηση αγαθών ή υπηρεσιών και αν, επομένως, αυτή εμπίπτει ή όχι στην κατά τις οδηγίες 84/450 και 2006/114 έννοια της διαφημίσεως.

γ)       Επί της χρήσεως μεταετικετών

63.      Με το τρίτο και τελευταίο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν η χρήση μεταετικετών στον κώδικα πηγής ιστότοπου δύναται να συνιστά διαφήμιση κατά την έννοια των οδηγιών 84/450 και 2006/114.

64.      Κρίνεται σκόπιμη η υπόμνηση ότι οι μεταετικέτες αποτελούν κατ’ ουσίαν λέξεις-κλειδιά οι οποίες εισάγονται από τον κύριο ενός ιστότοπου στον κώδικα προγραμματισμού της ιστοσελίδας με σκοπό τη συνοπτική περιγραφή του περιεχομένου της. Οι μεταετικέτες αναγνωρίζονται από τις μηχανές αναζητήσεως όταν ο χρήστης του διαδικτύου τις εισάγει κατά την έρευνα που πραγματοποιεί μέσω της αντίστοιχης μηχανής αναζητήσεως. Με τον τρόπο αυτόν, οι εν λόγω λέξεις-κλειδιά επηρεάζουν τα αποτελέσματα της αναζητήσεως, συμβάλλοντας στη βελτίωση της σειράς κατατάξεως και της ορατότητας του συγκεκριμένου ιστότοπου στον κατάλογο των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από την αναζήτηση. Οι μεταετικέτες δεν είναι εντούτοις ορατές στον χρήστη.

65.      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου επιβάλλεται να εξακριβωθεί εάν η χρήση μεταετικετών συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά ανακοινώσεως η οποία μεταδίδεται στο πλαίσιο της ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, με σκοπό την προώθηση αγαθών ή υπηρεσιών κατά τον προαναφερθέντα με τα σημεία 6 και 23 ορισμό της διαφημίσεως.

66.      Ακριβώς όπως και στην περίπτωση της χρήσεως του ονόματος τομέα, φρονώ ότι, προκειμένου να εξακριβωθεί η συνδρομή του πρώτου συστατικού στοιχείου του περιλαμβανόμενου στις οδηγίες ορισμού της διαφημίσεως, ήτοι η ύπαρξη οιασδήποτε μορφής ανακοινώσεως, δύναται να υιοθετηθεί η προσέγγιση που αναπτύχθηκε ανωτέρω, με τα σημεία 32 και 33 των προτάσεων, ήτοι να εξετασθεί εάν εν προκειμένω συντρέχουν ή όχι τα θεωρούμενα ως τυπικά στοιχεία της έννοιας της επικοινωνίας.

67.      Στην περίπτωση της χρήσεως μεταετικετών, είναι, κατά την άποψή μου, δυνατή η αναγνώριση της υπάρξεως ενός πομπού, ήτοι του προσώπου που εισάγει τη λέξη-κλειδί στον κώδικα πηγής. Το πρόσωπο αυτό εισάγει τη λέξη-κλειδί που αντιστοιχεί στη μεταετικέτα με τον συγκεκριμένο σκοπό να αναγνωρίζεται αυτή από τις μηχανές αναζητήσεως και, συνεπώς, να επηρεάζει τα αποτελέσματα των αναζητήσεων στις οποίες προβαίνουν οι χρήστες των εν λόγω μηχανών αναζητήσεως.

68.      Πιο σύνθετο εμφανίζεται το ζήτημα αν, στην περίπτωση αυτή, είναι η δυνατή η αναγνώριση της υπάρξεως δέκτη που λαμβάνει πληροφορία και αν η λέξη-κλειδί που χρησιμοποιείται ως μεταετικέτα δύναται να συνιστά μήνυμα που μεταδίδεται στον εν λόγω δέκτη. Τούτο δε διότι ο χρήστης που προβαίνει στην αναζήτηση μέσω της μηχανής αναζητήσεως δεν έχει άμεση γνώση της λέξεως-κλειδιού που αντιστοιχεί στη μεταετικέτα. Η λέξη-κλειδί αναγνωρίζεται αποκλειστικώς από τη μηχανή αναζητήσεως και δεν κοινοποιείται απευθείας στον δέκτη.

69.      Υπό το πρίσμα αυτό, κατ’ εφαρμογήν της προταθείσας με τα σημεία 22 έως 25 διασταλτικής ερμηνείας της έννοιας «ανακοίνωση», δύναται, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτό ότι ο χρήστης του διαδικτύου που προβαίνει σε αναζήτηση μέσω μηχανής αναζητήσεως είναι παραλήπτης, κατά τρόπο έμμεσο και μέσω της ίδιας της μηχανής αναζητήσεως, πληροφορίας η οποία συνίσταται στη μεταετικέτα λέξη-κλειδί. Το μήνυμα που ο πομπός επιθυμεί να μεταδώσει στον δέκτη μέσω της μεταετικέτας και το οποίο ο εν λόγω δέκτης λαμβάνει μέσω της μηχανής αναζητήσεως συνίσταται στην πληροφορία ότι η ιστοσελίδα στον κώδικα πηγής της οποίας είναι ενσωματωμένη η μεταετικέτα περιέχει δεδομένα και πληροφορίες συναφή με τη λέξη-κλειδί και ότι, συνεπώς, η εν λόγω ιστοσελίδα παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον χρήστη-δέκτη που πραγματοποιεί την αναζήτηση μέσω της μηχανής αναζητήσεως. Πρόκειται ασφαλώς για μορφή έμμεσης επικοινωνίας η οποία όμως δύναται, κατά την άποψή μου, να θεωρηθεί μορφή επικοινωνίας.

70.      Ως προς τα λοιπά στοιχεία της έννοιας της επικοινωνίας για τα οποία έγινε λόγος με το σημείο 32 των προτάσεων, επισημαίνεται ότι ο δίαυλος συνίσταται και εν προκειμένω στον συνδεδεμένο με το διαδίκτυο ηλεκτρονικό υπολογιστή και στο λογισμικό της μηχανής αναζητήσεως. Ο τυπικός κώδικας είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται για την εισαγωγή της λέξεως-κλειδιού, ενώ το επικοινωνιακό πλαίσιο εξαρτάται και εν προκειμένω από τις περιστάσεις της εκάστοτε περιπτώσεως και, κυρίως, από την πραγματοποιούμενη αναζήτηση. Ομοίως, πληρούται, κατά την άποψή μου, και η προϋπόθεση της μεταδόσεως, καθώς η εισαγωγή μεταετικέτας στον κώδικα πηγής ιστοσελίδας, στον βαθμό κατά τον οποίο θεωρείται μορφή επικοινωνίας, απευθύνεται σε αόριστο αριθμό προσώπων, ήτοι σε όλους όσοι πρόκειται να προβούν σε έρευνα μέσω της μηχανής αναζητήσεως βάσει της λέξεως-κλειδιού που αντιστοιχεί στη μεταετικέτα.

71.      Κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω προσεγγίσεως, φρονώ ότι, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί ότι η ενσωμάτωση μεταετικετών στον κώδικα πηγής ιστοσελίδας λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας και με σκοπό την προώθηση αγαθών ή υπηρεσιών, αυτή θα αποτελεί πράξη δυνάμενη να συνιστά μορφή διαφημίσεως κατά την έννοια των οδηγιών 84/450 και 2006/114. Αποτελεί, εντούτοις, και σε αυτήν την περίπτωση, έργο του αιτούντος δικαστηρίου να εξακριβώσει, εξετάζοντας τις ειδικές περιστάσεις της υποθέσεως της ενώπιόν του εκκρεμούς δίκης, εάν τούτο συμβαίνει ή όχι εν προκειμένω.

V –    Πρόταση

72.      Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο υποβληθέν από το Hof van Cassatie προδικαστικό ερώτημα την ακόλουθη απάντηση:

«Η καταχώριση ονόματος τομέα δεν συνιστά διαφήμιση κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση, και του άρθρου 2 της οδηγίας 2006/114/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση.

Η χρήση του ονόματος τομέα και η χρήση μεταετικετών στον κώδικα πηγής ιστότοπου δύναται να συνιστά διαφήμιση κατά την έννοια των εν λόγω οδηγιών. Αποτελεί, εντούτοις, έργο του αιτούντος δικαστηρίου να εξακριβώσει αν συντρέχουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη διαφημίσεως, όπως αυτές προκύπτουν από τον περιλαμβανόμενο στις εν λόγω οδηγίες ορισμό της διαφημίσεως.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2 – Εκ της πλούσιας νομολογίας βλ. αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2010, C-236/08 έως C-238/08, Google France και Google (Συλλογή 2010, σ.  I-2417), της 12ης Ιουλίου 2011, C-324/09, L’Oréal κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. Ι-6011), και της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, C-323/09, Interflora και Interflora British Unit (Συλλογή 2011, σ. Ι-8625).


3–      Οδηγία 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση (ΕΕ L 250, σ. 17).


4–      Οδηγία 2006/114/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση (κωδικοποίηση) (ΕΕ L 376, σ. 21).


5–      Βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2006/114.


6 – Οι εν λόγω αλφαριθμητικές διευθύνσεις αποκαλούνται εν γένει διευθύνσεις IP (εκ του αγγλικού όρου Internet Protocol address) και αποτελούνται από μια σειρά αριθμών η οποία ταυτοποιεί μονοσήμαντα μια συσκευή (host) συνδεδεμένη με δίκτυο πληροφορικής το οποίο χρησιμοποιεί το Internet Protocol ως πρωτόκολλο επικοινωνίας.


7 – Με τον όρο «κώδικας πηγής» [source code] νοείται γραπτό κείμενο το οποίο συνίσταται σε σύνολο εντολών γλώσσας προγραμματισμού οι οποίες, προκειμένου να εκτελεσθούν, πρέπει να μεταγλωττισθούν. Προκειμένου για τους ιστότοπους, οι εν λόγω κώδικες πηγής είναι εν γένει γραμμένοι σε γλώσσα HTML, ήτοι στη γλώσσα που χρησιμοποιείται συνήθως για την κωδικοποίηση και μορφοποίηση υπερκειμενικών εγγράφων διαθέσιμων στο διαδίκτυο.


8–      Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο· ΕΕ L 178, σ. 1).


9 – Η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση εθνική ρύθμιση επί της οποίας στηρίζονται τα αρχικά αγωγικά αιτήματα είναι ο νόμος της 14ης Ιουλίου 1991 περί εμπορικών πρακτικών και περί ενημερώσεως και προστασίας του καταναλωτή (Handelspraktijkenwet), ο οποίος είχε ως αντικείμενο τη μεταφορά της οδηγίας 84/450 στη βελγική έννομη τάξη.


10 – Βλ. απόφαση της 6ης Ιουλίου 2006, C-154/05, Kersbergen-Lap και Dams‑Schipper (Συλλογή 2006, σ. I-6249, σκέψεις 22 και 23).


11–      Βλ., σχετικώς, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 247/86, Alsatel Novasam (Συλλογή 1988, σ. 5987, σκέψεις 7 και 8).


12 – Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-112/99, Toshiba Europe (Συλλογή 2001, σ. I-7945, σκέψη 28).


13 – Βλ., συναφώς, την τρίτη, την τέταρτη και την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2006/114.


14 – Βλ., σε σχέση ειδικώς με τη συγκριτική διαφήμιση, πέραν της προπαρατεθείσας με την υποσημείωση 12 αποφάσεως Toshiba, τις αποφάσεις της 8ης Απριλίου 2003, C-44/01, Pippig Augenoptik (Συλλογή 2003, σ. I-3095, σκέψη 35), και της 19ης Απριλίου 2007, C-381/05, De Landtsheer Emmanuel (Συλλογή 2007, σ. I-3115, σκέψη 16).


15 – Ήδη με την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1993, C-68/92, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1993, σ. I-5881, σκέψη 16), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, καθόσον η διαφήμιση συνίσταται στη μετάδοση μηνύματος προοριζόμενου να πληροφορήσει τους καταναλωτές για την ύπαρξη και τις ιδιότητες προϊόντος ή υπηρεσίας, με σκοπό την αύξηση των πωλήσεων, η εν λόγω μετάδοση δύναται να τελείται και με διαφορετικά μέσα και όχι μόνο διά του λόγου, γραπτώς ή με εικόνες, διά του Τύπου ή των μέσων ενημερώσεως. Συναφώς, βλ. επίσης το σημείο 55 των προτάσεων που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Υ. Bot τη 13η Ιανουαρίου 2011 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση C-530/09, Inter-Mark Group (Συλλογή 2011, σ. I‑10675).


16 – Βλ. αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C‑449/93, Rockfon (Συλλογή 1995, σ. I‑4291, σκέψη 28), της 2ας Απριλίου 1998, C‑296/95, EMU Tabac κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑1605, σκέψη 36), καθώς και της 8ης Δεκεμβρίου 2005, C‑280/04, Jyske Finans (Συλλογή 2005, σ. I‑10683, σκέψη 31).


17–      Βλ., ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, C-558/11, Kurcums Metal (σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ. επίσης αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2000, C‑437/97, EKW και Wein & Co (Συλλογή 2000, σ. I‑1157, σκέψη 42), και της 1ης Απριλίου 2004, C‑1/02, Borgmann (Συλλογή 2004, σ. I‑3219, σκέψη 25).


18 – Ήδη η ετυμολογία του όρου «επικοινωνία» στην ιταλική, ήτοι του όρου «comunicazione» [από το λατινικό «cum» (= «con, ήτοι «συν, με»), και «munire» (= «legare, costruire», ήτοι «συνδέω, κατασκευάζω»), αλλά και «comunico» (= «rendo partecipe», ήτοι «καθιστώ κοινωνό»), παραπέμπει στην ιδέα της μεταδόσεως πληροφοριών.


19 – Επί παραδείγματι, πέραν των προαναφερθεισών αποδόσεων στη γαλλική και στην ισπανική, στην πορτογαλική απόδοση απαντά επίσης η διατύπωση «qualquer forma de comunicação».


20 – Σκαπανεύς της εν λόγω προσεγγίσεως υπήρξε, ήδη στα τέλη της δεκαετία του ’40, ο Harold D. Lasswell, με το έργο του «The Structure and Functions of Communication in Society» (Νέα Υόρκη, 1948). Κατά το μοντέλο του Lasswell, γνωστό ως μοντέλο των «5 W», το οποίο εν συνεχεία υιοθετήθηκε και εξελίχθηκε από άλλους συγγραφείς, κάθε επικοινωνιακό συμβάν δύναται να περιγραφεί μέσω της απαντήσεως στην ακόλουθη ερώτηση: «Who says What in What channel to Whom With what effects?», ήτοι «Ποιος λέει τι σε ποιον με ποιον τρόπο και με ποιο σκοπό;».


21 – Εντούτοις, επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι η έννοια της μεταδόσεως δεν απαντά σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις των οδηγιών.


22 – Κατά την άποψή μου, η διαπίστωση αυτή αποκλείει την υποστηριχθείσα από ορισμένους εκ των παρεμβαινόντων ύπαρξη σχέσεως lex generalis και lex specialis [γενικού και ειδικού νόμου] μεταξύ των εν λόγω οδηγιών.


23–      Βλ. τη δεύτερη, την τρίτη και την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2006/114.


24–      Βλ. την εικοστή ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/31/ΕΚ. Συναφώς βλ., επίσης, την προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 2 απόφαση L’Oréal κ.λπ.


25–      Βλ. άρθρο 6 της οδηγίας 2000/31.


26 – Βλ. άρθρο 7, καθώς και τριακοστή και τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/31.


27 – Βλ. άρθρο 8, καθώς και τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/31.


28 – Από την πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση της οδηγίας 2000/31 [COM(1998) 586 τελικό, σ. 11], την οποία μνημονεύει η ίδια η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, προκύπτει εξάλλου ότι το εν λόγω όργανο θεωρούσε ότι μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις η αναφορά των ονομάτων τομέα δεν θα έπρεπε να συνιστά εμπορική επικοινωνία. Τούτο δεν αποκλείει, επομένως, το ενδεχόμενο, σε άλλες περιπτώσεις, τα ονόματα τομέα να μπορούν να θεωρούνται πράγματι εμπορική επικοινωνία.


29 – Επί παραδείγματι, αρμόδιος για τη χορήγηση ονομάτων τομέα ανωτάτου επιπέδου γενικού χαρακτήρα (όπως .com ή .org) είναι ο Internet Corporation for Assigned Names and Numbers (ICANN), ο οποίος είναι ιδιωτικός οργανισμός. Τα ονόματα τομέα ανωτάτου επιπέδου .eu χορηγούνται, αντιθέτως, από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό EURid (European Registry for Internet Domains) κατά τους όρους που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 733/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 2002, για την υλοποίηση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου (ΕΕ L 113, σ. 1).


30 – Εν γένει, ο αρμόδιος για την καταχώριση οργανισμός εγκρίνει ή αρνείται την καταχώριση με μόνο κριτήριο τη διαθεσιμότητα του ζητούμενου ονόματος τομέα, χωρίς να προβλέπονται κατά κανόνα έλεγχοι ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιώματος του αιτούντος σε σχέση με το επιλεχθέν όνομα.


31–      Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 6.


32 – Για την έννοια της θεσμικής διαφημίσεως, βλ., ανωτέρω, σημείο 35 των προτάσεων.