Language of document : ECLI:EU:C:2018:929

Υπόθεση C-713/17

Ahmad Shah Ayubi

κατά

Bezirkshauptmannschaft Linz-Land

[αίτηση του Landesverwaltungsgericht Oberösterreich
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2011/95/ΕΕ – Κανόνες που αφορούν το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας – Καθεστώς πρόσφυγα – Άρθρο 29 – Κοινωνική αρωγή – Διαφορετική μεταχείριση – Πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα προσωρινής διαμονής»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα)
της 21ης Νοεμβρίου 2018

1.        Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Πολιτική ασύλου – Καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας – Οδηγία 2011/95 – Κοινωνική προστασία – Εθνική ρύθμιση η οποία χορηγεί, στους πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα προσωρινής διαμονής σε ορισμένο κράτος μέλος, παροχές κοινωνικής αρωγής χαμηλότερες από αυτές που χορηγούνται στους υπηκόους του συγκεκριμένου κράτους μέλους και στους πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος – Δεν επιτρέπεται

(Οδηγία 2011/95 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 29)

2.        Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Πολιτική ασύλου – Καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας – Οδηγία 2011/95 – Κοινωνική προστασία – Εθνική ρύθμιση η οποία χορηγεί, στους πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα προσωρινής διαμονής σε ορισμένο κράτος μέλος, παροχές κοινωνικής αρωγής χαμηλότερες από αυτές που χορηγούνται στους υπηκόους του συγκεκριμένου κράτους μέλους και στους πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος –Δυνατότητα προβολής, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης

(Οδηγία 2011/95 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 29)

1.      Το άρθρο 29 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία προβλέπει ότι οι πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα προσωρινής διαμονής σε ορισμένο κράτος μέλος λαμβάνουν παροχές κοινωνικής αρωγής χαμηλότερες από αυτές που χορηγούνται στους υπηκόους του συγκεκριμένου κράτους μέλους και στους πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος.

Πρέπει να υπογραμμιστεί, συναφώς, ότι το γεγονός ότι το άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει τη χορήγηση, στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, της «αναγκαίας» κοινωνικής αρωγής δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε πρόθεση να επιτρέψει στα κράτη μέλη να χορηγούν στους πρόσφυγες τα ποσά των κοινωνικών παροχών που θεωρούν επαρκή για την κάλυψη των αναγκών τους, αλλά υπολείπονται των ποσών των κοινωνικών παροχών που χορηγούνται στους ημεδαπούς. Επομένως, το επίπεδο των κοινωνικών παροχών που χορηγεί στους πρόσφυγες το κράτος μέλος το οποίο τους έχει χορηγήσει το καθεστώς αυτό είτε για ορισμένο είτε για αόριστο χρόνο πρέπει να είναι το ίδιο με το επίπεδο που παρέχεται στους υπηκόους αυτού του κράτους μέλους (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, Alo και Osso, C‑443/14 και C-444/14, EU:C:2016:127, σκέψεις 48 και 50). Η αρχή της εθνικής μεταχειρίσεως που ισχύει, συνεπώς, για τους πρόσφυγες δεν μπορεί να κλονιστεί από το άρθρο 24 της οδηγίας 2011/95, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν στους πρόσφυγες άδεια διαμονής περιορισμένης διάρκειας, ενδεχομένως τριετούς.

Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το επιχείρημα ότι μια ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη συνάδει προς το άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95, στο μέτρο που οι πρόσφυγες οι οποίοι διαμένουν επί πολλά έτη σ’ ένα κράτος μέλος βρίσκονται σε διαφορετική αντικειμενικά κατάσταση από αυτή των προσφύγων οι οποίοι εισήλθαν πρόσφατα σ’ αυτό το κράτος μέλος και χρήζουν συγκεκριμένης σημαντικότερης αρωγής.

(βλ. σκέψεις 21, 25, 26, 30, 35, διατακτ. 1)

2.      Ένας πρόσφυγας μπορεί να προβάλει, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ότι μια διάταξη όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν συνάδει προς το άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95, ώστε να μην ισχύσει ο περιορισμός των δικαιωμάτων του που απορρέει από τη ρύθμιση αυτή.

Μολονότι είναι αληθές ότι το άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95 παρέχει στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό του επιπέδου κοινωνικής αρωγής που κρίνουν αναγκαίο, παραμένει εντούτοις γεγονός ότι η διάταξη αυτή επιβάλλει απερίφραστα σε κάθε κράτος μέλος την υποχρέωση επίτευξης συγκεκριμένου και απαλλαγμένου αιρέσεων αποτελέσματος, το οποίο συνίσταται στη διασφάλιση, για κάθε πρόσφυγα στον οποίο παρέχεται προστασία, κοινωνικής αρωγής όμοιας με αυτήν που προβλέπεται για τους υπηκόους του.

(βλ. σκέψεις 38, 41, διατακτ. 2)