Language of document : ECLI:EU:C:2015:400

Υπόθεση C‑62/14

Peter Gauweiler κ.λπ.

κατά

Deutscher Bundestag

(αίτηση του Bundesverfassungsgericht
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή — Οικονομική και νομισματική πολιτική — Αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) σε σχέση με ορισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά των οριστικών νομισματικών συναλλαγών του Ευρωσυστήματος στις δευτερογενείς αγορές κρατικών ομολόγων — Άρθρα 119 ΣΛΕΕ και 127 ΣΛΕΕ — Αρμοδιότητες της ΕΚΤ και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών — Μηχανισμός μεταδόσεως της νομισματικής πολιτικής — Διατήρηση της σταθερότητας των τιμών — Αναλογικότητα — Άρθρο 123 ΣΛΕΕ — Απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδοτήσεως των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ»

Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 16ης Ιουνίου 2015

1.        Προδικαστικά ερωτήματα — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Όρια — Αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου — Αναγκαιότητα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος και λυσιτέλεια των υποβαλλόμενων ερωτημάτων — Εκτίμηση από το εθνικό δικαστήριο

(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

2.        Προδικαστικά ερωτήματα — Απόφαση του Δικαστηρίου — Αποτελέσματα

(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

3.        Προδικαστικά ερωτήματα — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Όρια — Ερωτήματα προδήλως άσχετα με την υπόθεση και υποθετικά ερωτήματα υποβαλλόμενα σε πλαίσιο που αποκλείει τη δυνατότητα να δοθεί χρήσιμη απάντηση — Αρμοδιότητα απαντήσεως σε ερωτήματα υποβληθέντα στο πλαίσιο διαδικασίας προκύπτουσας από προσφυγή προληπτικού χαρακτήρα την οποία επιτρέπει το εθνικό δίκαιο

(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

4.        Προδικαστικά ερωτήματα — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Όρια — Αίτημα περί ερμηνείας πράξεως γενικής ισχύος της Ένωσης που δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο μέτρων εφαρμογής στο εθνικό δίκαιο — Παραδεκτό της προσφυγής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου — Εμπίπτει

(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

5.        Οικονομική και νομισματική πολιτική — Νομισματική πολιτική — Πεδίο εφαρμογής — Πρόγραμμα αγοράς από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά — Εμπίπτει — Πρόγραμμα έχον ευνοϊκές συνέπειες για την επίτευξη των στόχων οικονομικής πολιτικής — Δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό του ως μέτρου νομισματικής πολιτικής

(Άρθρα 119 § 2 ΣΛΕΕ, 127 § 1 ΣΛΕΕ και 282 § 2 ΣΛΕΕ· πρωτόκολλο αριθ. 4 που προσαρτάται στις Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ, άρθρο 18 § 1)

6.        Οικονομική και νομισματική πολιτική — Νομισματική πολιτική — Εφαρμογή — Εξουσία εκτιμήσεως του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών — Δικαστικός έλεγχος — Όρια — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο

(Άρθρο 5 § 4 ΣΕΕ· άρθρα 119 § 2 ΣΛΕΕ και 127, εδ. 1, ΣΛΕΕ)

7.        Πράξεις των οργάνων — Αιτιολογία — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο — Εκτίμηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις

(Άρθρο 296 § 2 ΣΛΕΕ)

8.        Οικονομική και νομισματική πολιτική — Νομισματική πολιτική — Εφαρμογή — Πρόγραμμα αγοράς από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά — Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας — Δεν υφίσταται

(Άρθρο 5 § 4 ΣΕΕ· άρθρα 119 § 2 ΣΛΕΕ και 127 § 1 ΣΛΕΕ)

9.        Οικονομική και νομισματική πολιτική — Νομισματική πολιτική — Απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδοτήσεως — Πεδίο εφαρμογής — Πρόγραμμα αγοράς από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά — Δεν εμπίπτει — Προϋποθέσεις

(Άρθρο 123 § 1 ΣΛΕΕ· πρωτόκολλο αριθ. 4 που προσαρτάται στις Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ, άρθρα 18 § 1 και 33· κανονισμός 3603/93 του Συμβουλίου, αιτιολογική σκέψη 7)

10.      Οικονομική και νομισματική πολιτική — Νομισματική πολιτική — Απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδοτήσεως — Σκοπός — Παρότρυνση των κρατών μελών να ακολουθούν υγιή δημοσιονομική πολιτική

(Άρθρα 119 § 2 ΣΛΕΕ, 123 ΣΛΕΕ, 127 § 1 ΣΛΕΕ και 282 § 2 ΣΛΕΕ)

11.      Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα — Αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών — Υιοθέτηση προγράμματος αγοράς κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά — Εμπίπτει

(Άρθρα 119 ΣΛΕΕ, 123 § 1 ΣΛΕΕ και 127 §§ 1 και 2 ΣΛΕΕ· πρωτόκολλο αριθ. 4 που προσαρτάται στις Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ, άρθρα 17 έως 24)

1.        Στο πλαίσιο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφανθεί όταν το αιτούν δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την ερμηνεία του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να δίδει απαντήσεις αμιγώς συμβουλευτικού χαρακτήρα. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει πράξη περιλαμβανόμενη στο δίκαιο της Ένωσης προκειμένου να μπορέσει το αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί της εφαρμογής του εθνικού δικαίου, σε μια κατάσταση στην οποία το εθνικό δίκαιο δεν παραπέμπει ευθέως και ανεπιφυλάκτως στο δίκαιο της Ένωσης, αλλά απλώς χρησιμοποιεί ως πρότυπο πράξη περιλαμβανόμενη στο δίκαιο της Ένωσης και επαναλαμβάνει εν μέρει μόνον το περιεχόμενό της. Ωστόσο, τούτο δεν ισχύει όταν η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά ευθέως την ερμηνεία και την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, πράγμα που συνεπάγεται ότι η απόφαση του Δικαστηρίου έχει συγκεκριμένες συνέπειες για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

Συναφώς, το άρθρο 267 ΣΛΕΕ θεσπίζει διαδικασία άμεσης συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η οποία στηρίζεται στη σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση των επίμαχων πραγματικών περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, στο οποίο εναπόκειται να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο, ενώ το Δικαστήριο είναι αρμόδιο αποκλειστικώς να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους των νομοθετημάτων της Ένωσης, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που του εκθέτει ο εθνικός δικαστής. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία ή το κύρος κανόνα του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να απαντήσει.

Ως εκ τούτου, υπέρ των ερωτημάτων που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας. Η άρνηση του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος υποβληθέντος από εθνικό δικαστήριο είναι δυνατή μόνον αν προκύπτει προδήλως ότι η αιτούμενη ερμηνεία κανόνα του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.

(βλ. σκέψεις 12-15, 24, 25)

2.        Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψη 16)

3.        Όσον αφορά προδικαστική παραπομπή που αφορά το κύρος αποφάσεων  του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων, το γεγονός ότι το πρόγραμμα αυτό δεν τέθηκε σε εφαρμογή και ότι δεν θα μπορέσει να εφαρμοσθεί παρά μόνο μετά την έκδοση νέων νομικών πράξεων δεν καθιστά την προσφυγή της κύριας δίκης άνευ αντικειμένου, όταν το εθνικό δίκαιο επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την παροχή προληπτικής ένδικης προστασίας σε μια τέτοια κατάσταση. Καίτοι, όμως, είναι αληθές ότι η προσφυγή της κύριας δίκης, που αποσκοπεί στην πρόληψη της προσβολής απειλούμενων δικαιωμάτων, πρέπει οπωσδήποτε να στηρίζεται σε προβλέψεις εκ φύσεως αβέβαιες, γεγονός παραμένει ότι το εθνικό δίκαιο την επιτρέπει. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που, στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού, το γεγονός ότι οι επίδικες αποφάσεις δεν έχουν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή και ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν παρά μόνον μετά την έκδοση νέων νομικών πράξεων δεν μπορεί συνεπώς να οδηγήσει στη μη αναγνώριση του ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αντιστοιχεί σε μια αντικειμενική ανάγκη για την επίλυση των διαφορών των οποίων έχει επιληφθεί το εν λόγω δικαστήριο.

(βλ. σκέψεις 27, 28)

4.        Όταν, δυνάμει του εθνικού δικαίου, οι διάδικοι σε διαφορά στο πλαίσιο της οποίας έχει ζητηθεί από το Δικαστήριο η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μπορούν να ασκήσουν προσφυγή περί ελέγχου της νομιμότητας της προθέσεως ή της υποχρεώσεως του οικείου κράτους μέλους να συμμορφωθεί προς πράξη της Ένωσης, η δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων την ακυρότητα πράξεως της Ένωσης γενικής ισχύος δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση η εν λόγω πράξη να έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο μέτρων εφαρμογής βάσει του εθνικού δικαίου. Αρκεί συναφώς να εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου πραγματική διαφορά, στο πλαίσιο της οποίας να ανακύπτει παρεμπιπτόντως το ζήτημα του κύρους της εν λόγω πράξεως.

(βλ. σκέψη 29)

5.        Προκειμένου να καθοριστεί αν ένα μέτρο εμπίπτει στη νομισματική πολιτική, πρέπει να εξετάζονται κυρίως οι επιδιωκόμενοι με αυτό σκοποί. Σημασία έχουν επίσης τα μέσα που προβλέπονται για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

Εμπίπτει στον τομέα της νομισματικής πολιτικής ένα πρόγραμμα αγοράς από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση της ορθής μεταδόσεως της νομισματικής πολιτικής και του ενιαίου χαρακτήρα της εν λόγω πολιτικής. Πρώτον, αφενός, ο σκοπός της διασφαλίσεως του ενιαίου χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής συντελεί στην επίτευξη των σκοπών της πολιτικής αυτής, στον βαθμό που αυτή πρέπει, κατά το άρθρο 119, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, να είναι «ενιαία». Αφετέρου, ο σκοπός της διασφαλίσεως της ορθής μεταδόσεως της νομισματικής πολιτικής εξυπηρετεί, επίσης, τη διατήρηση του ενιαίου χαρακτήρα της εν λόγω πολιτικής και συμβάλλει στην υλοποίηση της κύριας επιδιώξεως που είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Η ανάλυση αυτή δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω εκ του γεγονότος ότι το εν λόγω πρόγραμμα δύναται ενδεχομένως να συντελεί επίσης στη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ, που εμπίπτει στην οικονομική πολιτική. Συγκεκριμένα, μέτρο νομισματικής πολιτικής δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μέτρο οικονομικής πολιτικής απλώς και μόνον επειδή ενδέχεται να έχει έμμεσες συνέπειες για τη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ.

Δεύτερον, από το άρθρο 18, παράγραφος 1, του Πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ς, που περιέχεται στο κεφάλαιο IV αυτού, προκύπτει σαφώς ότι, για την επίτευξη των σκοπών του ΕΣΚΤ και την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως αυτά προκύπτουν από το πρωτογενές δίκαιο, η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν, καταρχήν, να συναλλάσσονται στις χρηματαγορές, αγοράζοντας και πωλώντας με οριστικές πράξεις διαπραγματεύσιμους τίτλους, εκφρασμένους σε ευρώ. Όσον αφορά τον επιλεκτικό χαρακτήρα του προγράμματος αγοράς κρατικών ομολόγων, δεδομένου ότι το πρόγραμμα αυτό έχει ως σκοπό να διορθώσει τις διαταραχές του μηχανισμού μεταδόσεως της νομισματικής πολιτικής που προκλήθηκαν από την ειδική κατάσταση των κρατικών ομολόγων που εξέδωσαν ορισμένα κράτη μέλη, το γεγονός και μόνον ότι το εν λόγω πρόγραμμα περιορίζεται ειδικώς στα κρατικά αυτά ομόλογα δεν μπορεί να συνεπάγεται, αυτό καθαυτό, ότι τα μέσα που χρησιμοποιεί το ΕΣΚΤ δεν εμπίπτουν στη νομισματική πολιτική. Περαιτέρω, καμία διάταξη της Συνθήκης ΛΕΕ δεν επιβάλλει στο ΕΣΚΤ να παρεμβαίνει στις χρηματαγορές με γενικής ισχύος μέτρα εφαρμοζόμενα αναγκαστικά στο σύνολο των κρατών της ζώνης του ευρώ.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι η εφαρμογή ενός αγοράς κρατικών ομολόγων προγράμματος εξαρτάται από την πλήρη τήρηση των προγραμμάτων μακροοικονομικής προσαρμογής δεν δύναται να τροποποιήσει το συμπέρασμα αυτό. Βεβαίως, δεν αποκλείεται πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων που παρουσιάζει τέτοια χαρακτηριστικά να μπορεί να ενισχύσει, παρεμπιπτόντως, τα κίνητρα για την τήρηση των προγραμμάτων αυτών προσαρμογής και να ευνοήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε ορισμένο βαθμό, την επίτευξη των σκοπών οικονομικής πολιτικής που αυτά επιδιώκουν. Ωστόσο, τέτοιες έμμεσες συνέπειες δεν μπορούν να συνεπάγονται ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα πρέπει να εξομοιώνεται με μέτρο οικονομικής πολιτικής, στον βαθμό που από τα άρθρα 119, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 282, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη του σκοπού της σταθερότητας των τιμών, το ΕΣΚΤ στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Ένωση.

(βλ. σκέψεις 46-49, 51, 52, 54-59)

6.        Από τα άρθρα 119, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ, απορρέει ότι πρόγραμμα αγορών ομολόγων που εμπίπτει στη νομισματική πολιτική μπορεί εγκύρως να θεσπίζεται και να εφαρμόζεται μόνον εφόσον τα μέτρα που περιέχει είναι αναλογικά προς τους σκοπούς της πολιτικής αυτής. Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) καλείται, όταν εκπονεί και θέτει σε εφαρμογή πρόγραμμα πράξεων ανοικτής αγοράς, να προβεί σε επιλογές τεχνικής φύσεως και να πραγματοποιήσει προβλέψεις και σύνθετες εκτιμήσεις, πρέπει να αναγνωριστεί ότι έχει, στο πλαίσιο αυτό, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.

Τούτων δοθέντων, στις περιπτώσεις στις οποίες τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ο έλεγχος της τηρήσεως ορισμένων διαδικαστικών εγγυήσεων έχει θεμελιώδη σημασία. Μεταξύ των εγγυήσεων αυτών καταλέγεται η υποχρέωση του ΕΣΚΤ να εξετάζει, επιμελώς και αμερολήπτως, όλα τα συναφή στοιχεία της συγκεκριμένης καταστάσεως και να αιτιολογεί επαρκώς τις αποφάσεις του. Συναφώς, το γεγονός ότι αιτιολογημένη ανάλυση αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεων δεν αρκεί, αυτό καθαυτό, για να τεθεί εν αμφιβόλω το συμπέρασμα του Δικαστηρίου περί απουσίας πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως, διότι, με δεδομένα τον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα που έχουν συνήθως τα ζητήματα νομισματικής πολιτικής και την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως του ΕΣΚΤ, δεν μπορεί να απαιτείται από αυτό κάτι περισσότερο από την οικονομική τεχνογνωσία του και τα αναγκαία τεχνικά μέσα που διαθέτει για την πραγματοποίηση της ίδιας αυτής αναλύσεως με κάθε επιμέλεια και ακρίβεια.

(βλ. σκέψεις 66, 68, 69, 74, 75)

7.        Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψη 70)

8.        Η αγορά, στις δευτερογενείς αγορές, από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), ομολόγων των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ τα οποία παρουσίασαν έντονες διακυμάνσεις και ακραίες αποκλίσεις λόγω, ιδίως, υπερβολικών ασφαλίστρων κινδύνου που αποσκοπούσαν στην κάλυψη του κινδύνου διάλυσης της ζώνης του ευρώ δύναται να συμβάλει στη μείωση των επιτοκίων αυτών, διασκεδάζοντας τους αδικαιολόγητους φόβους διαλύσεως της ζώνης του ευρώ και, με τον τρόπο αυτό, να συντελέσει στην υποχώρηση ή και στην εξάλειψη των υπερβολικών ασφαλίστρων κινδύνου. 

Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΣΚΤ δύναται να εκτιμήσει ότι μια τέτοια εξέλιξη των επιτοκίων μπορεί να διευκολύνει τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής του ΕΣΚΤ και να διασφαλίσει τον ενιαίο χαρακτήρα της πολιτικής αυτής. Το ΕΣΚΤ μπορούσε συνεπώς εγκύρως να εκτιμήσει ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι ικανό να συμβάλει στην επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει το ΕΣΚΤ και, συνεπώς, στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν βαίνει προδήλως πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών αυτών μέτρου, εφόσον, μεταξύ άλλων, το πρόγραμμα αυτό επιτρέπει την αγορά κρατικών ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές μόνο στον βαθμό που αυτή είναι αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών του προγράμματος αυτού και οι σχετικές παρεμβάσεις θα παύσουν μόλις επιτευχθούν οι εν λόγω σκοποί.

Ένα τέτοιο πρόγραμμα αφορά, σε τελική ανάλυση, μόνο ένα περιορισμένο τμήμα κρατικών ομολόγων που έχουν εκδοθεί από τα κράτη της ζώνης του ευρώ, οπότε οι δεσμεύσεις που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δύναται να αναλάβει κατά την εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος είναι, εκ των πραγμάτων, οριοθετημένες και περιορισμένες. Υπό τις συνθήκες αυτές, συμπεραίνεται ότι πρόγραμμα του οποίου το μέγεθος είναι κατά τα ανωτέρω περιορισμένο θα μπορούσε εγκύρως να θεσπιστεί από το ΕΣΚΤ χωρίς να τεθεί ποσοτικός περιορισμός πριν από την εφαρμογή του, καθόσον ένας τέτοιος περιορισμός δύναται, εν πάση περιπτώσει, να αποδυναμώσει την αποτελεσματικότητα του προγράμματος αυτού. Επιβάλλεται εξάλλου η διαπίστωση ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα προσδιορίζει τα κράτη μέλη των οποίων τα ομόλογα μπορούν να αγορασθούν βάσει κριτηρίων συνδεομένων με τους επιδιωκόμενους σκοπούς και όχι κατόπιν αυθαίρετης επιλογής.

Περαιτέρω, το ΕΣΚΤ, σταθμίζοντας τα διάφορα εμπλεκόμενα συμφέροντα ενεργεί κατά τρόπο ώστε να αποφευχθεί όντως η πρόκληση, κατά την εφαρμογή του εξεταζόμενου προγράμματος, προβλημάτων προδήλως δυσανάλογων σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από αυτό σκοπούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

(βλ. σκέψεις 72, 76, 77, 80-82, 87, 88, 90-92)

9.        Από το γράμμα του άρθρου 123, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η διάταξη αυτή απαγορεύει οποιαδήποτε χρηματοπιστωτική συνδρομή του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) σε κράτος μέλος χωρίς ωστόσο να αποκλείει, γενικώς, την ευχέρεια του ΕΣΚΤ να επαναγοράζει από τους πιστωτές κράτους μέλους χρεόγραφα που αυτό έχει προηγουμένως εκδώσει. Έτσι, το άρθρο 18, παράγραφος 1, του Πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επιτρέπει στο ΕΣΚΤ, για την επίτευξη των σκοπών του και την εκτέλεση των καθηκόντων του, να συναλλάσσεται στις χρηματαγορές, μεταξύ άλλων, αγοράζοντας και πωλώντας με οριστικές πράξεις διαπραγματεύσιμους τίτλους, στους οποίους συγκαταλέγονται τα κρατικά ομόλογα, χωρίς να εξαρτά την άδεια αυτή από ειδικούς όρους, καθόσον άλλως θα παραγνωριζόταν ο ίδιος ο χαρακτήρας των πράξεων ανοικτής αγοράς.

Εντούτοις, το ΕΣΚΤ δεν μπορεί εγκύρως να αγοράζει κρατικά ομόλογα στις δευτερογενείς αγορές υπό συνθήκες που θα προσέδιδαν, πρακτικώς, στην παρέμβασή του αποτέλεσμα ισοδύναμο με εκείνο της απευθείας αγοράς κρατικών ομολόγων από τις αρχές και τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου των κρατών μελών, περιορίζοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως που επιβάλλει το άρθρο 123, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ωστόσο, όπως υπενθυμίζεται στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3603/93 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1993, για τον προσδιορισμό των εννοιών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των απαγορεύσεων που αναφέρονται στο άρθρο [123 ΣΛΕΕ] και στο άρθρο [125, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ], οι αγορές που πραγματοποιούνται στη δευτερογενή αγορά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη του σκοπού που επιδιώκεται με το άρθρο 123 ΣΛΕΕ. Εντεύθεν έπεται ότι, όταν η ΕΚΤ προβαίνει στην αγορά κρατικών ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές, πρέπει να συνοδεύει την παρέμβασή της με επαρκείς εγγυήσεις που να καθιστούν δυνατό τον συγκερασμό της παρεμβάσεώς της με την απαγόρευση νομισματικής χρηματοδοτήσεως που απορρέει από το άρθρο 123, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

Βεβαίως, όσον αφορά πρόγραμμα αγοράς από το ΕΣΚΤ κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, παρά την ύπαρξη εγγυήσεων που αποτρέπουν τον επηρεασμό των προϋποθέσεων εκδόσεως κρατικών ομολόγων από τη βεβαιότητα ότι τα ομόλογα αυτά θα επαναγοραστούν από το ΕΣΚΤ μετά την έκδοσή τους, η παρέμβαση του ΕΣΚΤ εξακολουθεί να μπορεί να ασκεί ορισμένη επιρροή στη λειτουργία των πρωτογενών και δευτερογενών αγορών του δημοσίου χρέους. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν είναι καθοριστικό διότι η επιρροή αυτή συνιστά αποτέλεσμα συμφυές των αγορών τίτλων στις δευτερογενείς αγορές τις οποίες επιτρέπει η Συνθήκη ΛΕΕ, αποτέλεσμα που είναι εν πάση περιπτώσει απαραίτητο για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική χρησιμοποίηση των αγορών αυτών στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής.

Επιπλέον, το γεγονός ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσε να εκθέσει την ΕΚΤ σε σημαντικό κίνδυνο ζημιών, ακόμη και αν αποδεικνυόταν, ουδόλως αποδυναμώνει τις συνοδεύουσες το πρόγραμμα εγγυήσεις προκειμένου να μην καταστεί ανενεργός ως προς τα οικεία κράτη μέλη η παρότρυνση για εφαρμογή υγιούς δημοσιονομικής πολιτικής. Περαιτέρω, μια κεντρική τράπεζα, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες, όπως οι πράξεις ανοικτής αγοράς, ενέχουν αναπόφευκτα για αυτήν έναν κίνδυνο ζημιών. Συναφώς, το άρθρο 33 του Πρωτοκόλλου περί του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ προβλέπει ακριβώς τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να κατανέμονται οι ζημίες της ΕΚΤ, χωρίς να ρυθμίζει ειδικώς τους κινδύνους τους οποίους αυτή επιτρέπεται να αναλαμβάνει για την επίτευξη των σκοπών της νομισματικής πολιτικής. Περαιτέρω, καίτοι η μη διεκδίκηση προνομιακής μεταχειρίσεως εκθέτει ενδεχομένως την ΕΚΤ στον κίνδυνο να πρέπει να υποστεί μια περικοπή αποφασισθείσα από τους λοιπούς πιστωτές του οικείου κράτους μέλους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πρόκειται για κίνδυνο εγγενή στην αγορά ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές, η οποία αποτελεί πράξη που έχει επιτραπεί από τους συντάκτες των Συνθηκών, χωρίς να έχει εξαρτηθεί από την αναγνώριση στην ΕΚΤ της ιδιότητας του προνομιούχου πιστωτή.

(βλ. σκέψεις 94-97, 101, 102, 107, 108, 123, 125, 126)

10.      Το άρθρο 123 ΣΛΕΕ σκοπεί στην παρότρυνση των κρατών μελών να ακολουθούν υγιή δημοσιονομική πολιτική αποφεύγοντας το ενδεχόμενο η νομισματική χρηματοδότηση των δημοσίων ελλειμμάτων ή η προνομιακή πρόσβαση των δημοσίων αρχών στις χρηματοπιστωτικές αγορές να οδηγήσουν σε υπερχρέωση ή σε υπερβολικά ελλείμματα των κρατών μελών. Ο σκοπός αυτός θα καταστρατηγούνταν αν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) ακολουθούσε ένα πρόγραμμα δυνάμενο να καταστήσει ανενεργή ως προς τα οικεία κράτη μέλη την παρότρυνση να ακολουθούν υγιή δημοσιονομική πολιτική. Συγκεκριμένα, εφόσον από τα άρθρα 119, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 282, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη του σκοπού της σταθερότητας των τιμών, το ΕΣΚΤ στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Ένωση, οι δράσεις που αναλαμβάνει το ΕΣΚΤ βάσει του άρθρου 123 ΣΛΕΕ δεν μπορούν να πλήττουν την αποτελεσματικότητα των πολιτικών αυτών καθιστώντας ανενεργή ως προς τα οικεία κράτη μέλη την παρότρυνση να ακολουθούν υγιή δημοσιονομική πολιτική.

Σε τελική ανάλυση, η εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής συνεπάγεται διαρκή παρέμβαση επί των επιτοκίων και των προϋποθέσεων αναχρηματοδοτήσεως των τραπεζών, πράγμα που, κατ’ ανάγκην, επηρεάζει τους όρους χρηματοδοτήσεως του δημοσίου ελλείμματος των κρατών μελών.

(βλ. σκέψεις 100, 109, 110)

11.      Τα άρθρα 119 ΣΛΕΕ, 123, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 127, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, καθώς και τα άρθρα 17 έως 24 του Πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) να υιοθετεί πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές.

(βλ. σκέψη 127 και διατακτ.)