Language of document : ECLI:EU:C:2007:595

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 11ης Οκτωβρίου 2007 (*)

«Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Άρθρο 6, σημείο 1 – Ειδικές δικαιοδοσίες – Περισσότεροι του ενός εναγόμενοι – Νομικές βάσεις των αγωγών – Κατάχρηση – Πιθανότητα να γίνει δεκτή η αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ένας από τους εναγομένους έχει την κατοικία του»

Στην υπόθεση C‑98/06,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει των άρθρων 68 ΕΚ και 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Högsta domstolen (Σουηδία) με απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Φεβρουαρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης

Freeport plc

κατά

Olle Arnoldsson,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, U. Lõhmus, J. Klučka (εισηγητή), P. Lindh και A. Arabadjiev, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi

γραμματέας: R. Grass

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Freeport plc, εκπροσωπούμενη από τους M. Tagaeus και C. Björndal, advokater,

–        ο O. Arnoldsson, εκπροσωπούμενος από τον A. Bengtsson, advokat,

–        η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους L. Parpala και V. Bottka και A.-M. Rouchaud-Joët,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαΐου 2007,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας βρετανικού δικαίου Freeport plc (στο εξής: Freeport) και του Ο. Arnoldsson, καθόσον ο τελευταίος αυτός άσκησε κατά της εν λόγω εταιρίας αγωγή ενώπιον δικαστηρίου άλλου από αυτό της έδρας της.

 Το νομικό πλαίσιο

3        Στη δεύτερη, ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001 ορίζονται τα εξής:

«2)      Ορισμένες διαφορές μεταξύ των εθνικών κανόνων για τη δικαιοδοσία και την αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων δυσχεραίνουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Είναι ουσιώδης η θέσπιση διατάξεων σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και σχετικά με την απλούστευση των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών που δεσμεύονται από τον ανά χείρας κανονισμό.

[…]

11)      Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.

12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.

[…]

15)      Για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβίβαστων αποφάσεων σε δύο κράτη μέλη. […]»

4        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο II, τμήμα 1, αυτού, υπό τον τίτλο «Γενικές διατάξεις», προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

5        Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ίδιου κανονισμού, που περιλαμβάνεται επίσης στο εν λόγω κεφάλαιο II, τμήμα 1:

«1.      Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.

2.      Δεν εφαρμόζονται σε βάρος τους ιδίως οι εθνικοί κανόνες δικαιοδοσίας που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.»

6        Το άρθρο 5 του κανονισμού 44/2001, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του ίδιου κεφαλαίου II, υπό τον τίτλο «Ειδικές δικαιοδοσίες», ορίζει ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

7        Επιπλέον, το άρθρο 6, σημεία 1 και 2, του ίδιου κανονισμού, που περιλαμβάνεται επίσης στο εν λόγω τμήμα 2, προβλέπει τα εξής:

«Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί:

1)      αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασή τους·

2)      αν πρόκειται για προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή ή άλλη προσεπίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της κύριας δίκης, εκτός αν μόνος σκοπός τους ήταν να απομακρύνουν τον εγγυητή ή τον προσεπικαλούμενο από το δικαστήριο που θα είχε διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωσή τους.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

8        Η εταιρία με την οποία συνεργαζόταν ο O. Arnoldsson έθεσε σε εφαρμογή, από το 1996 και μετά, σχέδια ανάπτυξης εμπορικών κέντρων τύπου «καταστήματα εργοστασίων» σε διάφορα μέρη στην Ευρώπη. Η Freeport αγόρασε από την εταιρία αυτή διάφορα από τα εν λόγω σχέδια, μεταξύ άλλων το πιο προχωρημένο από αυτά, ήτοι το σχέδιο της Kungsbacka (Σουηδία).

9        Κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης, στις 11 Αυγούστου 1999, μεταξύ του O. Arnoldsson και του γενικού διευθυντή της Freeport, συνήφθη προφορική συμφωνία μεταξύ αυτών σύμφωνα με την οποία ο πρώτος θα ελάμβανε προσωπικώς μια προμήθεια «ολοκλήρωσης» 500 000 λιρών στερλινών (GBP) κατά την έναρξη λειτουργίας του καταστήματος εργοστασίου στην Kungsbacka.

10      Με έγγραφη δέσμευση της 27ης Αυγούστου 1999, η Freeport επιβεβαίωσε την εν λόγω προφορική συμφωνία, προσθέτοντας ωστόσο τρεις όρους για την καταβολή της προμήθειας. Ο Ο. Arnoldsson δέχθηκε τους όρους αυτούς, ο ένας από τους οποίος προέβλεπε ότι η πληρωμή προς αυτόν θα πραγματοποιηθεί από την εταιρία που θα καταστεί κύριος της εγκατάστασης στην Kungsbacka. Μετά από νέες διαπραγματεύσεις, η Freeport απέστειλε στον O. Arnoldsson έγγραφη επιβεβαίωση, με ημερομηνία 13 Σεπτεμβρίου 1999, της συναφθείσας με αυτόν συμφωνίας (στο εξής: συμφωνία).

11      Το κατάστημα εργοστασίου στην Kungsbacka, που εγκαινιάστηκε στις 15 Νοεμβρίου 2001, ανήκει κατά κυριότητα στην εταιρία σουηδικού δικαίου Freeport Leisure (Sweden) AB (στο εξής: Freeport AB), η οποία και το διαχειρίζεται. Η εταιρία αυτή ανήκει σε θυγατρική εταιρία της Freeport, η οποία ελέγχει τη Freeport AB κατά 100 %.

12      Ο O. Arnoldsson ζήτησε τόσο από τη Freeport AB όσο και από τη Freeport την καταβολή της προμήθειας την οποία είχε συμφωνήσει με την τελευταία αυτή εταιρία. Η Freeport AB απέρριψε το αίτημα, με το αιτιολογικό ότι δεν μετείχε στη συμφωνία και ότι εξάλλου δεν υφίστατο κατά την ημερομηνία συνάψεως της συμφωνίας αυτής.

13      Ο O. Arnoldsson, δεδομένου ότι το αίτημά του δεν ικανοποιήθηκε, άσκησε στις 5 Φεβρουαρίου 2003, ενώπιον του Göteborgs tingsrätt, αγωγή προκειμένου να υποχρεωθούν εις ολόκληρο οι δύο αυτές εταιρίες να του καταβάλουν το ποσόν των 500 000 GBP, ή το ισότιμο ποσό σε σουηδικό νόμισμα, πλέον τόκων.

14      Για να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου αυτού έναντι της Freeport, ο O. Arnoldsson στήριξε την αγωγή του στο άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001.

15      Η Freeport προέβαλε έναν ισχυρισμό αντλούμενο από το γεγονός ότι δεν είναι εγκατεστημένη στη Σουηδία και ότι δεν υφίσταται επαρκώς στενή σχέση μεταξύ των αγωγών για να δικαιολογηθεί η αρμοδιότητα του Göteborgs tingsrätt κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Συναφώς, η Freeport υποστήριξε ότι η αγωγή που στρεφόταν κατ’ αυτής είχε συμβατικό έρεισμα, ενώ η αγωγή που στρεφόταν κατά της Freeport AB βασιζόταν σε αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, λόγω της ελλείψεως συμβατικής σχέσεως μεταξύ του O. Arnoldsson και της εν λόγω εταιρίας. Η ως άνω διαφορά των νομικών βάσεων των αγωγών που εστρέφοντο κατά της Freeport AB και της Freeport είχε ως αποτέλεσμα να αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, καθόσον ουδεμία σχέση συναφείας μπορούσε να αποδειχθεί μεταξύ των δύο αγωγών.

16      Η ένσταση απαραδέκτου απορρίφθηκε από το Göteborgs tingsrätt.

17      Η Freeport άσκησε έφεση ενώπιον του Hovrätten för Västra Sverige, το οποίο απέρριψε την έφεσή της.

18      Η εταιρία αυτή άσκησε εν συνεχεία αναίρεση ενώπιον του Högsta domstolen το οποίο αναφέρει, με την περί παραπομπής απόφασή του, ότι το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 189/87, Καλφέλης (Συλλογή 1988, σ. 5565), ότι ένα δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα, βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), για την εκδίκαση του κεφαλαίου μιας αγωγής που βασίζεται σε αδικοπραξία δεν είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των λοιπών κεφαλαίων της ίδιας αγωγής που έχουν μη αδικοπρακτικό έρεισμα. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν το συμπέρασμα, με τη σκέψη 50 της απόφασης της 27ης Οκτωβρίου 1998, C‑51/97, Réunion européenne κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑6511), ότι δύο κεφάλαια της ίδιας αγωγής αποζημιώσεως, στρεφόμενα κατά διαφορετικών εναγομένων και στηριζόμενα το ένα σε ευθύνη εκ συμβάσεως και το άλλο σε ευθύνη εξ αδικοπραξίας, δεν μπορούν να θεωρηθούν συναφή μεταξύ τους. Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί έτσι να εξακριβώσει αν η βάση της αγωγής έναντι της Freeport AB είναι συμβατικής φύσεως, μολονότι η δέσμευση της εταιρίας αυτής δεν ανελήφθη ούτε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της ούτε από τον εντολοδόχο της.

19      Το ίδιο αυτό δικαστήριο τονίζει περαιτέρω ότι, με τις σκέψεις 8 και 9 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Καλφέλης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξαίρεση που διαλαμβάνεται στο άρθρο 6, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, με την οποία εισάγεται παρέκκλιση από την αρχή της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του εναγομένου, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω αυτή καθ’ εαυτήν την ύπαρξη της αρχής αυτής, επιτρέποντας, μεταξύ άλλων, στον ενάγοντα να ασκεί αγωγή στρεφόμενη κατά πλειόνων εναγομένων με μοναδικό σκοπό να αποκλείσει έναν από αυτούς από τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο ο τελευταίος αυτός κατοικεί. Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ωστόσο ότι, ναι μεν το άρθρο 6, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 αφορά ρητώς μια τέτοια κατάσταση, πλην όμως τούτο δεν ισχύει για το σημείο 1 του ίδιου αυτού άρθρου. Διερωτάται με ποιον τρόπο πρέπει να ερμηνευθεί συναφώς το εν λόγω σημείο 1.

20      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται περαιτέρω σχετικά με το αν η πιθανότητα να γίνει δεκτή η αγωγή που ασκήθηκε κατά του εναγομένου ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του πρέπει να εκτιμάται κατ’ άλλο τρόπο όταν εξετάζεται το ζήτημα του κινδύνου των ασυμβιβάστων λύσεων που διαλαμβάνεται στο άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, η Freeport ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων. Κατ’ αυτήν, στο σουηδικό δίκαιο, οι συμβάσεις δεν μπορούν να υποχρεώσουν σε πληρωμή τους τρίτους, εν προκειμένω τη Freeport AB. Η Freeport συμπέρανε από αυτό ότι η αγωγή που στρέφεται κατά της Freeport AB στερείται νομικής βάσεως και ασκήθηκε με μοναδικό σκοπό να μπορέσει η Freeport να εναχθεί ενώπιον σουηδικού δικαστηρίου.

21      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Högsta domstolen αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει μια αγωγή, η οποία στηρίζεται σε προβαλλόμενη υποχρέωση πληρωμής μιας ανωνύμου εταιρίας κατόπιν αναληφθείσας δεσμεύσεως, να θεωρηθεί ότι αφορά ενοχή εκ συμβάσεως για την εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού […] 44/2001 […] ακόμη και αν ο αναλαβών τη δέσμευση δεν ήταν κατά το χρονικό εκείνο σημείο ούτε νόμιμος αντιπρόσωπος ούτε εντολοδόχος της εταιρίας;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, αποτελεί προϋπόθεση για τη δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 6, σημείο 1, πλέον των ρητώς προβλεπομένων στο άρθρο αυτό προϋποθέσεων, το να μην έχει ασκηθεί η αγωγή κατά του εναγομένου που κατοικεί στο κράτος της έδρας του δικαστηρίου με μοναδικό σκοπό να εκδικαστεί η αγωγή κατά άλλου εναγομένου από δικαστήριο διαφορετικό από εκείνο που θα ήταν άλλως αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή αυτή;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, πρέπει η πιθανότητα να ευδοκιμήσει η αγωγή κατά του εναγομένου που κατοικεί στο κράτος της έδρας του δικαστηρίου να λαμβάνεται κατ’ άλλο τρόπο υπόψη για να κριθεί αν υφίσταται ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που διαλαμβάνεται στο άρθρο 6, σημείο 1;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

22      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η βάση αγωγής που στηρίζεται σε υποχρέωση πληρωμής, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος βαρύνει μια ανώνυμη εταιρία και προκύπτει από ανάληψη δεσμεύσεως, είναι συμβατικής φύσεως, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, έστω και αν το πρόσωπο που ανέλαβε τη δέσμευση δεν ήταν ούτε ο νόμιμος εκπρόσωπος ούτε ο εντολοδόχος της εν λόγω εταιρίας.

 Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο

23      Τόσο οι διάδικοι της κύριας δίκης όσο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπενθυμίζουν ότι η έννοια των διαφορών εκ συμβάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αφορώσα μια κατάσταση στην οποία δεν υφίσταται καμία ελευθέρως αναληφθείσα από συμβαλλόμενο δέσμευση έναντι άλλου συμβαλλομένου. Παραπέμπουν επί του σημείου αυτού στη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, του οποίου οι διατάξεις είναι κατ’ ουσίαν πανομοιότυπες με αυτές του κανονισμού 44/2001 (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1992, C‑26/91, Handte, Συλλογή 1992, σ. I‑3967, σκέψη 15· προπαρατεθείσα απόφαση Réunion européenne κ.λπ., σκέψη 17, και της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑334/00, Tacconi, Συλλογή 2002, σ. I‑7357, σκέψη 23).

24      Από την υπενθύμιση αυτή, η Freeport αντλεί το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ της Freeport AB και του O. Arnoldsson, καθόσον η πρώτη δεν ανέλαβε δέσμευση έναντι του δευτέρου. Η Freeport AB υποστηρίζει ότι ουδείς νόμιμος εκπρόσωπος ή εντολοδόχος της Freeport AB ανέλαβε οποιαδήποτε δέσμευση έναντι του εν λόγω προσώπου και ότι, επιπλέον, η εταιρία αυτή δεν επικύρωσε τη συμφωνία για την καταβολή του οφειλομένου ποσού.

25      Ο O. Arnoldsson δέχεται ότι, κατά την ημερομηνία συνάψεως της συμφωνίας, καμία εταιρία δεν ήταν κύριος του καταστήματος του εργοστασίου στην Kungsbacka, το οποίο δεν είχε ακόμη αρχίσει να λειτουργεί. Διευκρινίζει ότι, κατά την ίδια ημερομηνία, δεν μπορούσε να υπάρχει νόμιμος εκπρόσωπος ή εντολοδόχος που να μπορεί να εκπροσωπήσει τη Freeport AB. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι, αφενός, η Freeport συνήψε τη συμφωνία τόσο για λογαριασμό της όσο και για λογαριασμό της μέλλουσας εταιρίας που θα είχε την κυριότητα του εν λόγω καταστήματος και, αφετέρου, δυνάμει της συμφωνίας αυτής, η Freeport έδωσε εντολή στην μέλλουσα εταιρία, ήτοι στη Freeport AB, να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό στον O. Arnoldsson. Επιπλέον, εντασσόμενη στον όμιλο Freeport, η Freeport AB αποδέχθηκε την υποχρέωση πληρωμής που υπέχει.

26      Επομένως, ο O. Arnoldsson φρονεί ότι η περιλαμβανόμενη στη συμφωνία υποχρέωση, την οποία αποδέχθηκε ελευθέρως η Freeport AB, δεν είναι βεβαίως μη συμβατικής φύσεως, αλλά εντάσσεται, ωστόσο, σε μια συμβατική σχέση. Έτσι, συμπεραίνει, για την εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, η αγωγή που ασκήθηκε τόσο κατά της Freeport AB όσο και κατά της Freeport αποτελεί αγωγή στηριζόμενη σε συμβατική ευθύνη.

27      Η Επιτροπή φρονεί ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει την έννομη σχέση που υφίσταται μεταξύ της Freeport AB και του O. Arnoldsson, προκειμένου να καθοριστεί αν η σχέση αυτή μπορεί να θεωρηθεί συμβατική. Το δικαστήριο αυτό θα μπορούσε να στηριχθεί σε όλα τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά στοιχεία της υποθέσεως της κύριας δίκης για να καθορίσει αν η Freeport αποτελούσε, κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμφωνίας, τον νόμιμο εκπρόσωπο ή τον εντολοδόχο της Freeport AB.

28      Ωστόσο, η Επιτροπή φρονεί ότι το πρώτο υποβληθέν ερώτημα δεν έχει σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, οπότε περιττεύει η απάντηση στο ερώτημα αυτό.

29      Συγκεκριμένα, κατ’ αυτήν, με το εν λόγω ερώτημα ερωτάται αν το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 μπορεί να ερμηνευθεί υπό το φως των όσων κρίθηκαν με τη σκέψη 50 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Réunion européenne κ.λπ. Το πραγματικό όμως και νομικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης είναι απολύτως διαφορετικό από αυτό της ως άνω αποφάσεως. Συγκεκριμένα, αντίθετα προς την απόφαση αυτή, όπου η αγωγή της κύριας δίκης είχε ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους στο οποίο δεν κατοικούσε κανένας από τους εναγομένους, η υπό κρίση διαφορά της κύριας δίκης αφορά την εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, καθόσον ο O. Arnoldsson άσκησε την αγωγή του ενώπιον του σουηδικού δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα της η Freeport AB. Κατά την Επιτροπή, η σκέψη 50 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Réunion européenne κ.λπ. δεν αποτελεί παρά υπενθύμιση του γενικού κανόνα σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύονται στενά οι εξαιρέσεις από την αρχή της διεθνούς δικαιοδοσίας που στηρίζεται στην κατοικία του εναγομένου.

30      Σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε ότι είναι αναγκαίο να δώσει απάντηση στο πρώτο υποβληθέν ερώτημα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η διαφορά μεταξύ μιας αγωγής που έχει συμβατική βάση και μιας αγωγής που στηρίζεται σε ευθύνη εξ αδικοπραξίας δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη από το εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της προϋποθέσεως που αφορά την ύπαρξη βαθμού συναφείας μεταξύ των αγωγών που να δικαιολογεί το ότι αυτές πρέπει να εξετασθούν και να εκδικασθούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες αν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά.

 Απάντηση του Δικαστηρίου

31      Κατά πάγια νομολογία, απόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας με τα εθνικά δικαστήρια που θεσπίζει το άρθρο 234 της Συνθήκης, να δώσει στο αιτούν δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, αν χρειάζεται, τα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, C‑210/04, FCE Bank, Συλλογή 2006, σ. I‑2803, σκέψη 21 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

32      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η βάση μιας αγωγής, όπως αυτή που άσκησε ο O. Arnoldsson κατά της Freeport AB, είναι συμβατικής φύσεως, καθόσον το δικαστήριο αυτό λαμβάνει ως αφετηρία την παραδοχή ότι το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 έχει εφαρμογή μόνο σε περίπτωση ταυτότητας των νομικών βάσεων των αγωγών που ασκήθηκαν κατά των διαφόρων εναγομένων ενώπιον των δικαστηρίων της κατοικίας ενός εξ αυτών.

33      Πρέπει κατά συνέπεια να εξεταστεί αν η παραδοχή αυτή συνάδει με τον κανονισμό 44/2001, αναλύοντας, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα αν το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού αυτού έχει εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία οι αγωγές που ασκήθηκαν κατά πλειόνων εναγομένων ενώπιον των δικαστηρίων της κατοικίας ενός εξ αυτών έχουν διαφορετικές νομικές βάσεις.

34      Συναφώς, η δικαιοδοσία που προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 44/2001, ήτοι η δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η κατοικία ή η έδρα του εναγομένου, αποτελεί γενική αρχή, μόνο δε κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός περιοριστικώς αριθμούμενες περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εναγόμενος μπορεί ή οφείλει, αναλόγως της περιπτώσεως, να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους (βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C‑103/05, Reisch Montage, Συλλογή 2006, σ. I‑6827, σημείο 22 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35      Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, οι εν λόγω κανόνες ειδικής δικαιοδοσίας χρήζουν στενής ερμηνείας, η οποία δεν πρέπει να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει ο κανονισμός 44/2001 (προπαρατεθείσα απόφαση Reisch Montage, σκέψη 23 και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

36      Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001, οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, η δε δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο κριτήριο συνδέσεως.

37      Όσον αφορά την ειδική δικαιοδοσία που προβλέπει το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, αν υπάρχουν πλείονες εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι «υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν ταυτοχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασή τους».

38      Από το γράμμα του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 δεν προκύπτει ότι η ταυτότητα των νομικών βάσεων των αγωγών που ασκήθηκαν κατά των διαφόρων εναγομένων συγκαταλέγεται μεταξύ των προϋποθέσεων που προβλέπονται για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής.

39      Όπως έχει κριθεί σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, πρέπει να εξετασθεί αν υφίσταται μεταξύ των διαφόρων αγωγών, που ασκήθηκαν από τον ίδιο εναγόμενο κατά διαφόρων εναγομένων, δεσμός συναφείας τέτοιος ώστε να υπάρχει συμφέρον να κριθούν από κοινού προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες αν οι υποθέσεις εκρίνοντο χωριστά (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Καλφέλης, σκέψη 13).

40      Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι, για να μπορέσουν ορισμένες αποφάσεις να θεωρηθούν αντιφατικές, δεν αρκεί να υπάρχει απόκλιση όσον αφορά τη λύση της διαφοράς, αλλά πρέπει επίσης η απόκλιση αυτή να εντάσσεται στο πλαίσιο της ίδιας πραγματικής και νομικής καταστάσεως (απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C‑539/03, Roche Nederland κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I‑6535, σκέψη 26).

41      Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει την ύπαρξη του δεσμού συναφείας μεταξύ των διαφόρων αγωγών που ασκήθηκαν ενώπιόν του, ήτοι του κινδύνου ασυμβίβαστων αποφάσεων αν οι εν λόγω αγωγές εκδικάζονταν χωριστά και, συναφώς, να λάβει υπόψη όλα τα αναγκαία στοιχεία της δικογραφίας, πράγμα που μπορεί, ενδεχομένως και χωρίς τούτο να είναι αναγκαίο για την εκτίμηση, να το οδηγήσει στο να λάβει υπόψη τις νομικές βάσεις των αγωγών που ασκήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού.

42      Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω από την ανάγνωση της σκέψεως 50 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Réunion européenne κ.λπ.

43      Όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, η εν λόγω απόφαση έχει διαφορετικό πραγματικό και νομικό πλαίσιο από αυτό της διαφοράς της κύριας δίκης. Πρώτον, κρίσιμο ζήτημα της αποφάσεως αυτής ήταν η εφαρμογή του άρθρου 5, σημεία 1 και 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και όχι του άρθρου 6, σημείου 1, της ίδιας Συμβάσεως.

44      Δεύτερον, η εν λόγω απόφαση, αντίθετα προς την υπό κρίση υπόθεση, αφορούσε την σώρευση μιας ειδικής δικαιοδοσίας στηριζομένης στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών προς εκδίκαση μιας αγωγής που στηριζόταν σε ευθύνη εξ αδικοπραξίας και μιας άλλης ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση μιας αγωγής που είχε συμβατική βάση, για τον λόγο ότι υφίστατο συνάφεια μεταξύ των δύο αγωγών. Με άλλα λόγια, η προπαρατεθείσα απόφαση Réunion européenne κ.λπ. αφορά μια αγωγή η οποία ασκήθηκε ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους στο οποίο κανένας από τους εναγομένους της κύριας δίκης δεν είχε την κατοικία του, ενώ, στη διαφορά της κύριας δίκης, η αγωγή ασκήθηκε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο ο ένας από τους εναγομένους έχει την έδρα του.

45      Στο πλαίσιο του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το Δικαστήριο έκρινε ότι δύο κεφάλαια της ίδιας αγωγής αποζημιώσεως, στρεφόμενα κατά διαφορετικών εναγομένων και στηριζόμενα το ένα σε ευθύνη εκ συμβάσεως και το άλλο σε ευθύνη εξ αδικοπραξίας, δεν μπορούν να θεωρηθούν συναφή μεταξύ τους (προπαρατεθείσα απόφαση Réunion européenne κ.λπ., σκέψη 50).

46      Αν γινόταν δεκτό ότι μια δικαιοδοσία στηριζόμενη στο άρθρο 5 του κανονισμού 44/2001, που αποτελεί ειδική δικαιοδοσία αφορώσα περιπτώσεις περιοριστικά αριθμούμενες, μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για την εκδίκαση άλλων αγωγών, τούτο θα έθιγε την οικονομία του εν λόγω κανονισμού. Αντιθέτως, όταν η δικαιοδοσία του δικαστηρίου στηρίζεται στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, όπως συμβαίνει στη διαφορά της κύριας δίκης, η ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του ίδιου κανονισμού καθίσταται δυνατή αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής, οι οποίες μνημονεύονται στις σκέψεις 39 και 40 της παρούσας αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαία η ταυτότητα των νομικών βάσεων των ασκηθεισών αγωγών.

47      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι το γεγονός ότι οι αγωγές που ασκήθηκαν κατά πλειόνων εναγομένων έχουν διαφορετικές νομικές βάσεις δεν εμποδίζει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

48      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 προϋποθέτει ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε κατά πλειόνων εναγομένων με μοναδικό σκοπό να αποκλεισθεί ο ένας εξ αυτών από το δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί.

 Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο

49      Ο O. Arnoldsson και η Επιτροπή έχουν τη γνώμη ότι η ειδική δικαιοδοσία του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 δεν εξαρτάται, αντιθέτως προς εκείνη του σημείου 2 του ιδίου άρθρου, από την προϋπόθεση ότι η αγωγή δεν πρέπει να έχει ασκηθεί με μοναδικό σκοπό να αποκλεισθεί ένας εναγόμενος από τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου της κατοικίας του. Συγκεκριμένα, φρονούν, κατ’ ουσίαν, ότι η προϋπόθεση του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, που αφορά την ύπαρξη συναφείας μεταξύ των αγωγών, είναι επαρκώς αυστηρή ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος καταστρατηγήσεως των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας.

50      Αντιθέτως, η Freeport φρονεί ότι ο κίνδυνος αυτός δικαιολογεί το να εξαρτάται η εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 από την ίδια προϋπόθεση με αυτή που διαλαμβάνεται στο σημείο 2 του ίδιου άρθρου. Αφενός, η τελευταία αυτή προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η κατάχρηση των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που θεσπίζει ο εν λόγω κανονισμός, αποτελεί γενική αρχή η οποία πρέπει επίσης να τηρείται κατά την εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού. Αφετέρου, η εφαρμογή της προϋποθέσεως αυτής δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, από την αρχή της ασφαλείας δικαίου και από την απαίτηση να μη θίγεται η αρχή σύμφωνα με την οποία ένας εναγόμενος δεν μπορεί να εναχθεί παρά μόνον ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του.

 Απάντηση του Δικαστηρίου

51      Όπως σαφώς τόνισε το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 δεν προβλέπει ρητώς, αντιθέτως προς το σημείο 2 του ίδιου άρθρου, την περίπτωση ασκήσεως της αγωγής με μοναδικό σκοπό τον αποκλεισμό του εναγομένου από το δικαστήριό του. Η Επιτροπή ανέφερε συναφώς ότι, στο πλαίσιο μιας τροποποιήσεως της Συμβάσεως των Βρυξελλών, τα κράτη μέλη είχαν αρνηθεί να επαναλάβουν την διαλαμβανόμενη στο εν λόγω σημείο 2 περίπτωση και στο άρθρο 6, σημείο 1, θεωρώντας ότι η γενική προϋπόθεση της υπάρξεως συναφείας ήταν πιο αντικειμενική.

52      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Καλφέλης, το Δικαστήριο, αφού ανέφερε την περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή κατά πλειόνων εναγομένων με μοναδικό σκοπό να αποσπάσει έναν από αυτούς από τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του, κατέληξε ότι για να αποκλεισθεί μια τέτοια δυνατότητα είναι αναγκαίο να υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ των αγωγών που ασκήθηκαν κατά εκάστου των εναγομένων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανόνας του άρθρου 6, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών εφαρμόζεται όταν οι ασκούμενες κατά των διαφόρων εναγομένων αγωγές είναι συναφείς κατά τον χρόνο ασκήσεώς τους, όταν δηλαδή υπάρχει συμφέρον να εξεταστούν και να κριθούν από κοινού προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες αν οι υποθέσεις εκρίνοντο χωριστά.

53      Έτσι, η απαίτηση αυτή περί συναφείας δεν προέκυπτε από το γράμμα του άρθρου 6, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αλλά το Δικαστήριο συνήγαγε από τη διάταξη αυτή προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η εξαίρεση από την αρχή της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους κατοικίας του εναγομένου που προβλέπει η εν λόγω διάταξη να μπορέσει να θέσει εν αμφιβόλω αυτήν καθ’ εαυτήν την ύπαρξη της εν λόγω αρχής (προπαρατεθείσα απόφαση Καλφέλης, σκέψη 8). Η απαίτηση αυτή, που επιβεβαιώθηκε κατόπιν με την προπαρατεθείσα απόφαση Réunion européenne κ.λπ. (σκέψη 48), καθιερώθηκε ρητώς στο πλαίσιο της διατυπώσεως του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, που διαδέχθηκε τη Σύμβαση των Βρυξελλών (προπαρατεθείσα απόφαση Roche Nederland κ.λπ., σκέψη 21).

54      Υπό τις συνθήκες αυτές, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 εφαρμόζεται όταν οι αγωγές που ασκήθηκαν κατά των διάφόρων εναγομένων είναι συναφείς κατά την άσκησή τους, ήτοι όταν υπάρχει συμφέρον να εξετασθούν και να εκδικασθούν από κοινού προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες αν οι υποθέσεις εκρίνοντο χωριστά, χωρίς να είναι επιπλέον αναγκαίο να αποδειχθεί αυτοτελώς ότι οι αγωγές δεν ασκήθηκαν με μοναδικό σκοπό να αποκλεισθεί ένας από τους εναγόμενους από τα δικαστήρια του κράτους μέλους της κατοικίας του.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

55      Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η πιθανότητα να γίνει δεκτή η αγωγή που ασκήθηκε κατά του εναγομένου ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους της κατοικίας του έχει σημασία για την εξέταση του ζητήματος του κινδύνου ασυμβίβαστων λύσεων που διαλαμβάνεται στο άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001.

56      Ωστόσο, από τα όσα εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε με βάση την παραδοχή ότι, για να υπάρχει συνάφεια μεταξύ διαφόρων αγωγών, αυτές πρέπει να έχουν την ίδια νομική βάση. Σε αυτό συγκεκριμένα το πλαίσιο η Freeport ισχυρίσθηκε ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, καθόσον, κατά το σουηδικό δίκαιο, οι συμβάσεις δεν μπορούν να υποχρεώσουν τους τρίτους να προβούν σε πληρωμή και, κατά συνέπεια, η αγωγή που ασκήθηκε κατά της Freeport AB στερείται νομικής βάσεως.

57      Σύμφωνα όμως με την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 μπορεί να εφαρμοσθεί στην περίπτωση κατά την οποία οι αγωγές που στρέφονται κατά των διαφόρων εναγομένων έχουν διαφορετικές νομικές βάσεις.

58      Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως αυτής, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

59      Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι το γεγονός ότι οι αγωγές που ασκήθηκαν κατά πλειόνων εναγομένων έχουν διαφορετικές νομικές βάσεις δεν εμποδίζει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής.

2)      Το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 εφαρμόζεται όταν οι αγωγές που ασκήθηκαν κατά των διαφόρων εναγομένων είναι συναφείς κατά την άσκησή τους, ήτοι όταν υπάρχει συμφέρον να εξετασθούν και να εκδικασθούν από κοινού προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες αν οι υποθέσεις εκρίνοντο χωριστά, χωρίς να είναι επιπλέον αναγκαίο να αποδειχθεί αυτοτελώς ότι οι αγωγές δεν ασκήθηκαν με μοναδικό σκοπό να αποκλεισθεί ένας από τους εναγομένους από τα δικαστήρια του κράτους μέλους της κατοικίας του.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.