Language of document : ECLI:EU:C:2016:259

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MELCHIOR WATHELET

της 14ης Απριλίου 2016 (1)

Υπόθεση C‑115/15

Secretary of State for the Home Department

κατά

NA

[αίτηση του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) (Ηνωμένο Βασίλειο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή — Άρθρα 20 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ — Άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38 — Διαζύγιο — Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπηκόου τρίτης χώρας έχοντος την επιμέλεια ανήλικων τέκνων υπηκόων άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1612/68»





I –    Εισαγωγή

1.        Το κεντρικό ζήτημα της υπό κρίση υποθέσεως είναι εάν υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος διέμενε σε κράτος μέλος με πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως σύζυγος αυτού, δύναται να εξακολουθήσει να διαμένει στο εν λόγω κράτος παρά την οριστική εγκατάλειψη, εκ μέρους του πολίτη της Ένωσης, του εν λόγω κράτους και τη μετέπειτα κίνηση της διαδικασίας για την έκδοση διαζυγίου.

2.        Tο εν λόγω ζήτημα απασχόλησε ήδη το Δικαστήριο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476). Εντούτοις, εν αντιθέσει προς την πρώτη αυτή υπόθεση, στην υπό κρίση υπόθεση η αναχώρηση του συζύγου και το μετέπειτα διαζύγιο λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο ενδοοικογενειακής βίας. Μολονότι, όμως, το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (2), καλύπτει αυτήν την περίπτωση, το Δικαστήριο δεν είχε μέχρι τούδε την ευκαιρία να ερμηνεύσει την εν λόγω διάταξη.

3.        Η παρουσία στο έδαφος της χώρας υποδοχής δύο τέκνων καρπών της ενώσεως πολίτη της Ένωσης με υπήκοο τρίτης χώρας παρέχει επίσης στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποσαφηνίσει τα αξιολογικά κριτήρια που τυγχάνουν εφαρμογής κατά τον έλεγχο της «στερήσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων», έλεγχο ο οποίος ανάγεται στη νομολογιακή θέση που διαμορφώθηκε με την απόφαση Ruiz Zambrano (C‑34/09, EU:C:2011:124).

II – Το νομικό πλαίσιο

 A —      Η Συνθήκη ΛΕΕ

4.        Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ καθιερώνει την ιθαγένεια της Ένωσης και ορίζει ότι πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα κράτους μέλους. Δυνάμει της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, οι πολίτες της Ένωσης έχουν, μεταξύ άλλων, «το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών». Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το δικαίωμα αυτό ασκείται «υπό τους όρους και εντός των ορίων που ορίζονται από τις Συνθήκες και από τα μέτρα που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους».

5.        Το άρθρο 21 ΣΛΕΕ διευκρινίζει εντούτοις ότι, μολονότι κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, το δικαίωμα αυτό ασκείται «υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους».

 Β —      Η οδηγία 2004/38

6.        Κατά την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2004/38, «[θ]α πρέπει να παρέχεται νομική προστασία στα μέλη της οικογένειας σε περίπτωση θανάτου του πολίτη της Ένωσης, διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή λήξης της καταχωρισμένης σχέσης. Ως εκ τούτου, με βάση την αρχή του σεβασμού του οικογενειακού βίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, υπό ορισμένες δε συνθήκες προς αποφυγή καταχρήσεως, θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα τα οποία θα εξασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις αυτές, τα μέλη της οικογένειας τα οποία διαμένουν ήδη στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής διατηρούν το δικαίωμα διαμονής τους αποκλειστικά σε προσωπική βάση».

7.        Το άρθρο 7 της οδηγίας 2004/38, το οποίο ρυθμίζει το δικαίωμα διαμονής διάρκειας άνω των τριών μηνών, ορίζει:

«1.      Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον:

α)      είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής, ή

β)      διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής[·] […]

[…]

2.       Το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εκτείνεται στα μέλη της οικογένειας τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, όταν συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν, στο κράτος μέλος υποδοχής, τον πολίτη της Ένωσης και εφόσον ο εν λόγω πολίτης πληροί τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία α[ʹ], β[ʹ] ή γ[ʹ].

[…]»

8.        Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38:

«Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, το διαζύγιο, η ακύρωση του γάμου ή η λήξη της καταχωρισμένης συμβίωσης κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2[,] παράγραφος 2[,] στοιχείο β[ʹ][,] δεν συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)      αν ο γάμος ή η καταχωρισμένη συμβίωση διήρκεσε, έως την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή τη λήξη της καταχωρισμένης συμβίωσης […], τρία έτη τουλάχιστον, εκ των οποίων το ένα έτος στο κράτος μέλος υποδοχής, ή

β)      αν η επιμέλεια των τέκνων του πολίτη της Ένωσης έχει ανατεθεί στο (στη) σύζυγο ή στο (στη) σύντροφο που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους βάσει συμφωνίας μεταξύ των συζύγων ή των συντρόφων κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2[,] παράγραφος 2[,] στοιχείο β[ʹ], ή με δικαστική απόφαση, ή

γ)      αν τούτο υπαγορεύεται από ιδιαιτέρως δυσχερείς καταστάσεις, όπως σε περίπτωση που το μέλος της οικογένειας κατέστη θύμα οικογενειακής βίας ενόσω υφίστατο ο γάμος ή η καταχωρισμένη συμβίωση, ή

δ)      αν ο (η) σύζυγος ή ο (η) σύντροφος που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους απολαύει, βάσει συμφωνίας μεταξύ των συζύγων ή των συντρόφων κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2[,] παράγραφος 2[,] στοιχείο β[ʹ], ή με δικαστική απόφαση, του δικαιώματος επικοινωνίας με ανήλικο τέκνο, υπό τον όρο ότι το δικαστήριο έκρινε ότι οι επισκέψεις πρέπει να πραγματοποιούνται στο κράτος μέλος υποδοχής και για όσο διάστημα απαιτείται.

Πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, το δικαίωμα διαμονής των ενδιαφερομένων εξακολουθεί να τελεί υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να αποδείξουν ότι είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί ή ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τους ίδιους και τα μέλη της οικογένειάς τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, και ότι έχουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής, ή ότι είναι μέλη της ήδη συσταθείσας στο κράτος μέλος υποδοχής οικογένειας ενός προσώπου το οποίο πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Η έννοια των “επαρκών πόρων” ορίζεται στο άρθρο 8[,] παράγραφος [4].

Τα εν λόγω μέλη της οικογένειας διατηρούν το δικαίωμα διαμονής αποκλειστικά σε προσωπική βάση.»

9.        Tο άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 ορίζει, τέλος, ότι οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι έχουν διαμείνει νομίμως επί πέντε συναπτά έτη στο κράτος μέλος υποδοχής αποκτούν το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτειά του. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, ο κανόνας «εφαρμόζεται και στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους και τα οποία έχουν διαμείνει νομίμως με τον πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών».

 Γ —      Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68

10.      Κατά το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος (3), «[τ]α τέκνα του υπηκόου [κ]ράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου [κ]ράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του [κ]ράτους, εφ’ όσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτειά του».

III – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης

11.      Η NA είναι Πακιστανή υπήκοος. Τον Σεπτέμβριο του 2003 συνήψε γάμο με τον KA στο Καράτσι (Πακιστάν). Ο τελευταίος, αφού μετέβη στη Γερμανία όπου και διέμεινε, απέκτησε τη γερμανική υπηκοότητα.

12.      Τον Μάρτιο του 2004 το ζεύγος μετοίκησε στο Ηνωμένο Βασίλειο και την 7η Νοεμβρίου 2005 η NA απέκτησε άδεια διαμονής με ισχύ έως την 21η Σεπτεμβρίου 2009.

13.      Οι σχέσεις των δύο συζύγων εκτραχύνθηκαν, ωστόσο, σε βαθμό τέτοιο ώστε η NA να υπάρξει κατ’ επανάληψη θύμα ενδοοικογενειακής βίας. Κατόπιν επιθέσεως εις βάρος της NA (η οποία ήταν τότε έγκυος άνω των πέντε μηνών), τον Οκτώβριο του 2006 ο KA εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη. Τον Δεκέμβριο του 2006 ο KA εγκατέλειψε οριστικώς το Ηνωμένο Βασίλειο και επέστρεψε στο Πακιστάν.

14.      Ενόσω διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο KA εργαζόταν είτε ως μισθωτός είτε ως μη μισθωτός. Την 5η Δεκεμβρίου 2006 ο KA ζήτησε από τις βρετανικές αρχές να ανακαλέσουν την άδεια διαμονής της NA για τον λόγο ότι ο ίδιος είχε εγκατασταθεί μονίμως στο Πακιστάν. Ο ΚΑ ζήτησε να ενημερωθεί για την ακύρωση της αδείας διαμονής της ΝΑ.

15.      Ο ΚΑ ισχυρίσθηκε ότι διεζεύχθη τη NA μέσω «talaq» (4) που εκδόθηκε στο Καράτσι τη 13η Μαρτίου 2007. Τον Σεπτέμβριο του 2008 η NA κίνησε διαδικασία διαζυγίου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου εκδόθηκε την 4η Αυγούστου 2009 και η επιμέλεια των δύο τέκνων του ζεύγους, ΜΑ και ΙΑ, ανετέθη στη NA.

16.      Η MA γεννήθηκε τη 14η Νοεμβρίου 2005, ενώ η IA την 3η Φεβρουαρίου 2007. Αμφότερες έχουν τη γερμανική ιθαγένεια και φοιτούν σε σχολεία του Ηνωμένου Βασιλείου, αντιστοίχως, από τον Ιανουάριο του 2009 και από τον Σεπτέμβριο του 2010.

17.      Η NA υπέβαλε αίτηση χορηγήσεως άδειας μόνιμης διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία απερρίφθη.

18.      Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως η NA άσκησε προσφυγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή. Εντούτοις, την 22α Φεβρουαρίου 2013 το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber) [Ανώτερο Δικαστήριο (Τμήμα Μεταναστεύσεως και Ασύλου)], μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση.

19.      Το εν λόγω δικαστήριο επικύρωσε κατ’ αρχάς τη διαπίστωση ότι η NA δεν απήλαυε πλέον του δικαιώματός της διαμονής βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 για τον λόγο ότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως του διαζυγίου, ο KA δεν ασκούσε πλέον στο Ηνωμένο Βασίλειο τα εκ των Συνθηκών δικαιώματά του.

20.      Το ίδιο δικαστήριο έκρινε εντούτοις ότι η ΝΑ είχε δικαίωμα διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος δυνάμει, αφενός, του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, κατ’ εφαρμογήν των αρχών που συνάγονται από την απόφαση Ruiz Zambrano (C‑34/09, EU:C:2011:124), και, αφετέρου, του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68.

21.      Τέλος, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η άρνηση αναγνωρίσεως στη NA δικαιώματος διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο θα υποχρέωνε τα τέκνα της, MA και IA, να εγκαταλείψουν μαζί της το εν λόγω κράτος μέλος καθώς η NA έχει την αποκλειστική επιμέλεια αυτών, το Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber), εκτιμώντας ότι η επικείμενη απομάκρυνση της MA και της IA από το Ηνωμένο Βασίλειο θα προσέβαλλε τα δικαιώματα που αυτές αντλούν από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπεγράφη στη Ρώμη την 4η Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), έκανε δεκτό το ασκηθέν από τη NA ένδικο μέσο βάσει της εν λόγω διατάξεως.

22.      H NA άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως καθό μέρος αφορά τη μη αναγνώριση δικαιώματος διαμονής βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38. Οι βρετανικές αρχές άσκησαν ομοίως έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως καθό μέρος αφορά το δικαίωμα διαμονής της NA βάσει, αφενός, του άρθρου 20 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68. Αντιθέτως, το σχετικό με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ κεφάλαιο της εν λόγω αποφάσεως δεν προσεβλήθη.

23.      Στο πλαίσιο αυτό, με δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν, αντιστοίχως, τη 17η Ιουλίου 2014 και την 25η Φεβρουαρίου 2015 το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) [Εφετείο (Αγγλία και Ουαλία) (τμήμα αστικών υποθέσεων)] αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα.

IV – Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

24.      Με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 6η Μαρτίου 2015, το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει πρώην σύζυγος πολίτη της Ένωσης, υπήκοος τρίτης χώρας, να είναι σε θέση να αποδείξει ότι ο πρώην σύζυγος πολίτης της Ένωσης ασκούσε δικαιώματα που απορρέουν από τ[ις] Συνθήκ[ες] στο κράτος μέλος υποδοχής κατά τη στιγμή του διαζυγίου τους, προκειμένου να διατηρήσει δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38;

2)      Έχει πολίτης της Ένωσης δικαίωμα διαμονής κατά το δίκαιο της Ένωσης σε κράτος μέλος υποδοχής δυνάμει των άρθρων 20 [ΣΛΕΕ] και 21 ΣΛΕΕ, σε περίπτωση που το μόνο κράτος εντός της Ένωσης στο οποίο ο πολίτης δικαιούται να διαμείνει είναι το κράτος της ιθαγένειάς του, αλλά το αρμόδιο δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η μετοίκηση του πολίτη από το κράτος μέλος υποδοχής στο κράτος της ιθαγένειάς του θα συνιστούσε προσβολή των δικαιωμάτων του που απορρέουν από το άρθρο 8 [της] ΕΣΔΑ ή το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης (στο εξής: Χάρτης);

3)      Εάν ο πολίτης της Ένωσης περί του οποίου γίνεται λόγος στο [δεύτερο ερώτημα] είναι τέκνο, έχει ο γονέας που ασκεί την αποκλειστική επιμέλεια του τέκνου αυτού παράγωγο δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, εφόσον το τέκνο θα έπρεπε να συνοδεύσει τον γονέα κατά την απομάκρυνση του γονέως από το κράτος μέλος υποδοχής;

4.      Έχει τέκνο δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής κατά το άρθρο 12 του κανονισμού […] 1612/68 (νυν άρθρο 10 του κανονισμού [(ΕΕ) 492/2011, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης (ΕΕ L 141, σ. 1)]), εάν ο πατέρας του τέκνου, πολίτης της Ένωσης που εργάστηκε στο κράτος μέλος υποδοχής, έπαυσε να διαμένει στο κράτος μέλος υποδοχής, πριν από την έναρξη της σχολικής εκπαιδεύσεως του τέκνου στο εν λόγω κράτος;»

25.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η NA, το Aire Centre, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Δανική Κυβέρνηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η NA, το Aire Centre, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υπέβαλαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη τη 18η Φεβρουαρίου 2016.

V –    Ανάλυση

 Α —      Επί της φερόμενης ως υποθετικής φύσεως των προδικαστικών ερωτημάτων

26.      Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι υποθετικής φύσεως και αλυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς, καθώς υπέρ της ΝΑ και των τέκνων της έχει ήδη αναγνωρισθεί δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο επί τη βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η αναγνώριση αυτή καθιστά υποθετικού χαρακτήρα τα υποβληθέντα ερωτήματα στο σύνολό τους.

27.      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στον εθνικό δικαστή, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησομένης αποφάσεως, να αξιολογήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της ενώπιόν του εκκρεμούς υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για την εν συνεχεία έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που το ίδιο υποβάλλει στο Δικαστήριο (5).

28.      Κατά τη νομολογία αυτή, «για τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο, εντός του κανονιστικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει το Δικαστήριο, ισχύει τεκμήριο λυσιτέλειας» (6).

29.      Εν προκειμένω, δεν προκύπτει κατά τρόπο πρόδηλο ότι το πρόβλημα το οποίο ήγειρε τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι αμιγώς υποθετικό.

30.      Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο οι απαντήσεις που το Δικαστήριο θα παράσχει επί των διαφόρων υποβληθέντων σε αυτό ερωτημάτων να καθορίσουν αν η NA δικαιούται ορισμένες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως και παροχές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα τις οποίες επί του παρόντος στερείται λόγω του περιορισμένου χαρακτήρα των δικαιωμάτων που αντλούνται από δικαίωμα διαμονής θεμελιωμένο στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (7). Δικαίωμα διαμονής το οποίο θα θεμελιωνόταν απευθείας στο δίκαιο της Ένωσης θα ηδύνατο, αν μη τι άλλο, να παράσχει στη NA αυξημένο επίπεδο ασφάλειας δικαίου (8).

31.      Υπό τις συνθήκες αυτές προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει παραδεκτά τα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα.

 Β —      Εισαγωγικές παρατηρήσεις επί του άρθρου 16 της οδηγίας 2004/38

32.      Το αιτούν δικαστήριο περιόρισε τα ερωτήματά του στην ερμηνεία των άρθρων 20 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ, του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 και του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68.

33.      Εντούτοις, κατά το παρελθόν το Δικαστήριο διευκρίνισε —μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο υποθέσεως σχετικής με το δικαίωμα διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας άμεσου ανιόντος ανήλικων πολιτών της Ένωσης— ότι το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που ενδέχεται να είναι λυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή μη σχετικής μνείας στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου (9).

34.      Εν προκειμένω, με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Επιτροπή διερωτάται περί της δυνατότητας αναγνωρίσεως στη NA δικαιώματος μόνιμης διαμονής επί τη βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, τούτο δε από τον Μάρτιο του 2009.

35.      Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, το μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης το οποίο δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους έχει δικαίωμα διαμονής διάρκειας άνω των τριών μηνών όταν συνοδεύει ή μεταβαίνει για να συναντήσει στο κράτος μέλος υποδοχής τον πολίτη της Ένωσης και εφόσον ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης πληροί τους όρους του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας 2004/38 (10).

36.      Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, εάν η διαμονή «με τον πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής» διαρκεί νομίμως «για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών», το μέλος της οικογένειας του εν λόγω πολίτη της Ένωσης, το οποίο δεν έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους, αποκτά δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος.

37.      Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η NA αφίχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά του συζύγου της, KA, πολίτη της Ένωσης, τον Μάρτιο του 2004. Δεν αμφισβητείται εξάλλου ότι, έως την αναχώρησή του τον Δεκέμβριο του 2006, ο ΚΑ εργαζόταν ως μισθωτός ή μη μισθωτός. Συνεπώς, έως το χρονικό εκείνο σημείο, η NA ηδύνατο να αξιώσει δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38.

38.      Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η NA είχε την αποκλειστική επιμέλεια των δύο τέκνων της (το πρώτο εκ των οποίων γεννήθηκε πριν ο KA εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη), τα οποία, ως Γερμανίδες υπήκοοι, είναι πολίτες της Ένωσης.

39.      Επομένως, βάσει των αρχών που το Δικαστήριο διαμόρφωσε με την απόφαση Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639), η NA εξακολούθησε, άνευ διακοπής, να απολαύει του παρεπόμενου δικαιώματος διαμονής μέσω των τέκνων της (11). Συγκεκριμένα, κατά το Δικαστήριο, οι προϋποθέσεις που η οδηγία 2004/38 επιβάλλει προκειμένου τέκνο, πολίτης της Ένωσης, να απολαύει δικαιώματος διαμονής στο έδαφος κράτους μέλους του οποίου δεν έχει την ιθαγένεια πληρούνται εφόσον κάποιος (όχι κατ’ ανάγκην το ίδιο το τέκνο, αλλά, εν προκειμένω, ο ένας εκ των γονέων του) είναι σε θέση να αποδείξει ότι πληροί τις οικονομικές προϋποθέσεις και τους λοιπούς όρους που απαιτούνται προκειμένου πολίτης της Ένωσης που δεν ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα να μπορεί να απολαύει δικαιώματος διαμονής σε άλλο κράτος μέλος (12).

40.      Κατά το Δικαστήριο, υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και η οδηγία 2004/38 «απονέμουν […] στον μικρής ηλικίας ανήλικο υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος διαθέτει τη δέουσα υγειονομική ασφάλιση και συντηρείται από γονέα, υπήκοο τρίτου κράτους, του οποίου οι πόροι επαρκούν ώστε να μην επιβαρύνει ο πρώτος τα δημόσια οικονομικά του κράτους μέλους υποδοχής, δικαίωμα διαμονής αόριστης διάρκειας στο έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους. Στην περίπτωση αυτή, οι ίδιες αυτές διατάξεις επιτρέπουν στον γονέα που έχει πράγματι την επιμέλεια του υπηκόου αυτού να διαμένει μαζί του στο κράτος μέλος υποδοχής» (13).

41.      Από τις εξηγήσεις που ο εκπρόσωπος της NA παρέσχε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Φεβρουαρίου 2016 συνάγεται ότι η προϋπόθεση των «επαρκών πόρων» δεν πληρούται εν προκειμένω. Αποτελεί εντούτοις έργο του αιτούντος δικαστηρίου να ελέγξει εάν η εν λόγω προϋπόθεση επληρούτο κατά το διάστημα μεταξύ του χρονικού σημείου κατά το οποίο ο σύζυγος της ΝΑ εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο και του Μαρτίου του 2009, όταν η NA συμπλήρωνε πέντε έτη διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει «νόμιμη διαμονή» της NA επί πέντε συναπτά έτη, η ΝΑ θα έχει αποκτήσει κατά το χρονικό εκείνο σημείο δικαίωμα μόνιμης διαμονής δυνάμει του άρθρου 16 της οδηγίας 2004/38.

42.      Εν αντιθέσει βεβαίως προς τις πραγματικές περιστάσεις των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639) και Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645), το παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής της NA δεν θα συνδέεται ενδεχομένως με το δικαίωμα διαμονής ενός και μόνον πολίτη της Ένωσης (του τέκνου της). Το δικαίωμά της θα εκπορεύεται από το δικαίωμα διαμονής του συζύγου της και θα επιβιώνει μέσω του δικαιώματος διαμονής των τέκνων της.

43.      Συναφώς, είναι αληθές ότι το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 εφαρμόζεται στα «μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους και τα οποία έχουν διαμείνει νομίμως με τον πολίτη της Ένωσης» (14), στοιχείο που θα μπορούσε να σημαίνει ότι το προβαλλόμενο παρεπόμενο δικαίωμα πρέπει να εκπορεύεται από το ίδιο πρόσωπο.

44.      Εντούτοις, η συν τω χρόνω διαδοχή διαφόρων βάσεων συνδέσεως με την ιθαγένεια της Ένωσης —πολλώ δε μάλλον εντός της αυτής οικογενειακής μονάδας— δεν είναι, κατά την άποψή μου, ικανή, αυτή καθ’ εαυτήν, να θέσει εν αμφιβόλω την πραγματική ύπαρξη νόμιμης διαμονής επί πέντε συναπτά έτη. Η νόμιμη συνεχής πενταετής διαμονή αποτελεί τη βασική προϋπόθεση από την οποία το εν λόγω άρθρο 16 εξαρτά την αναγνώριση δικαιώματος μόνιμης διαμονής.

45.      Δεν θα ήταν πράγματι παράδοξο να μην απαιτείται μεν από τον υπήκοο τρίτης χώρας να εξακολουθεί να συμβιώνει (15), ήτοι να διάγει «πραγματικό κοινό συζυγικό βίο» (16), με τον πολίτη της Ένωσης, αλλά, παράλληλα, να μη γίνεται δεκτό ότι ο σύνδεσμός του με την ιθαγένεια της Ένωσης —εισιτήριο για το δικαίωμα διαμονής— μπορεί να συνεχίζεται αδιαλείπτως μέσω άλλου προσώπου, εν προκειμένω του τέκνου ή των τέκνων του;

46.      Συνεπώς, γραμματική ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 θα ήταν, κατά την άποψή μου, υπέρμετρα αυστηρή, τούτο δε ενώ, κατά το Δικαστήριο, το πλαίσιο και οι επιδιωκόμενοι από την οδηγία 2004/38 σκοποί αποκλείουν τη στενή ερμηνεία των διατάξεών της (17).

47.      Επισημαίνεται επαλλήλως ότι, στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης και εφόσον πράγματι η ΝΑ διέθετε επαρκείς πόρους ώστε η πρωτότοκη κόρη της να μην επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά του κράτους μέλους υποδοχής, το διάστημα των πέντε ετών συμπληρώθηκε ομοίως, κατά την άποψή μου, τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2010, δεδομένου ότι η MA γεννήθηκε τη 14η Νοεμβρίου 2005.

 Γ —      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

48.      Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας, πρώην σύζυγος πολίτη της Ένωσης, πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι ο πρώην σύζυγός του ασκούσε τα αντλούμενα από τις Συνθήκες δικαιώματά του εντός του κράτους μέλους υποδοχής κατά τον χρόνο του διαζυγίου προκειμένου να μπορεί να διατηρήσει δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38.

49.      Το άρθρο 13 της οδηγίας 2004/38 ρυθμίζει τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειας σε περίπτωση διαζυγίου, ακυρώσεως του γάμου ή λήξεως της καταχωρισμένης συμβιώσεως (στο εξής: σε περίπτωση διαζυγίου).

50.      Η εν λόγω διάταξη έχει αποτελέσει μέχρι τούδε αντικείμενο μίας μόνον αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως (18). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την περίπτωση του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38. Το ανακύψαν στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως ερώτημα ήταν, συγκεκριμένα, εάν υπήκοος τρίτης χώρας διαζευχθείς από πολίτη της Ένωσης, των οποίων ο γάμος είχε διαρκέσει τουλάχιστον τρία έτη προ της ενάρξεως της διαδικασίας διαζυγίου, εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα έτος εντός του κράτους μέλους υποδοχής, ηδύνατο να εξακολουθήσει να απολαύει του δικαιώματος διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος, παρά το γεγονός ότι ο σύζυγος πολίτης της Ένωσης είχε εγκαταλείψει το κράτος αυτό προ της εκδόσεως του διαζυγίου.

51.      Με την απόφασή του το Δικαστήριο έκρινε ότι «το δικαίωμα διαμονής του συζύγου του πολίτη της Ένωσης, ο οποίος είναι υπήκοος τρίτης χώρας, μπορεί να διατηρηθεί μόνον, βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, εάν το κράτος μέλος διαμονής του εν λόγω υπηκόου αποτελεί “το κράτος μέλος υποδοχής” σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 3, της οδηγίας 2004/38, κατά την έναρξη της διαδικασίας [εκδόσεως διαζυγίου]» (19).

52.      Εν προκειμένω, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της καταστάσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38, ήτοι επί της δυνατότητας των μελών οικογένειας πολίτη της Ένωσης τα οποία δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους να διατηρήσουν σε περίπτωση διαζυγίου το δικαίωμα διαμονής, «αν τούτο υπαγορεύεται από ιδιαιτέρως δυσχερείς καταστάσεις, όπως σε περίπτωση που το μέλος της οικογένειας κατέστη θύμα οικογενειακής βίας».

53.      Στο πλαίσιο αυτής της καταστάσεως, πρέπει ο πολίτης της Ένωσης, σύζυγος υπηκόου τρίτης χώρας, να έχει διαμείνει στο κράτος μέλος υποδοχής έως την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως διαζυγίου προκειμένου η υπήκοος τρίτης χώρας να μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμά της διαμονής;

1.      Το ερμηνευτικό πλαίσιο που απορρέει από την απόφαση Singh κ.λπ.

54.      Με την απόφαση Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476) το Δικαστήριο απεφάνθη ότι αίτηση διαζυγίου μεταγενέστερη της αναχωρήσεως του συζύγου, πολίτη της Ένωσης, δεν δύναται να επάγεται αναβίωση του δικαιώματος διαμονής του ετέρου συζύγου, υπηκόου τρίτης χώρας, «καθόσον το άρθρο 13 της οδηγίας 2004/38 αναφέρεται μόνον σε “διατήρηση” υφιστάμενου δικαιώματος διαμονής» (20).

55.      Βάσει συνδυασμένης ερμηνείας των άρθρων 12 και 13 της οδηγίας 2004/38, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας παύει να απολαύει του παρεπόμενου δικαιώματός του διαμονής όταν ο σύζυγός του, πολίτης της Ένωσης, εγκαταλείπει το κράτος μέλος στο οποίο διαμένουν προκειμένου να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα (21).

56.      Το Δικαστήριο έκρινε εντούτοις ότι το δικαίωμα διαμονής του συζύγου του πολίτη της Ένωσης, υπηκόου τρίτης χώρας, δύναται να διατηρηθεί, επί τη βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, αν το κράτος μέλος στο οποίο ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας διαμένει είναι το «κράτος μέλος υποδοχής», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 3, της οδηγίας 2004/38, κατά την έναρξη της διαδικασίας εκδόσεως διαζυγίου (22).

57.      Οι τρεις αυτές σκέψεις της αποφάσεως Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476) καθιστούν σαφή τη λογική που διέπει την ερμηνεία του άρθρου 13 της οδηγίας 2004/38.

58.      Η αρχή είναι η απώλεια του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης τα οποία δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους στην περίπτωση κατά την οποία ο πολίτης της Ένωσης με τον οποίο συναρτάται το δικαίωμα διαμονής εγκαταλείπει το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής. Εντούτοις, ορισμένες καταστάσεις που δύνανται να ανακύψουν στο πλαίσιο διαδικασίας διαζυγίου, ακυρώσεως του γάμου ή λήξεως της καταχωρισμένης συμβιώσεως καθιστούν δυνατή τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειας.

59.      Πράγματι, όπως προκύπτει με σαφήνεια από την απόφαση Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476), δεν είναι το διαζύγιο, η ακύρωση του γάμου ή η λήξη της καταχωρισμένης συμβιώσεως αυτά καθ’ εαυτά που καθιστούν δυνατή τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειας, αλλά οι συγκεκριμένες καταστάσεις που προβλέπονται λεπτομερώς από το άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/38.

60.      Επισημαίνεται συναφώς ότι ήδη με τα σχόλιά της επί του άρθρου 13 της προτάσεως που οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας 2004/38 η Επιτροπή παρουσίαζε τις διάφορες προβλεπόμενες καταστάσεις ως «εναλλακτικές προϋποθέσεις» (23), στοιχείο που σημαίνει ότι η συνδρομή έστω και μίας εξ αυτών αρκεί για τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής.

61.      Συνεπώς, οι καταστάσεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/38 πρέπει να αντιμετωπίζονται ως βάσεις επί των οποίων δύναται να θεμελιωθεί η διατήρηση του δικαιώματος διαμονής του υπηκόου τρίτης χώρας, συζύγου πολίτη της Ένωσης.

62.      Εάν ο εν λόγω σύζυγος, πολίτης της Ένωσης, εγκαταλείψει το κράτος μέλος υποδοχής προ της πραγματώσεως κάποιας εκ των καταστάσεων αυτών, το άρθρο 13 δεν δύναται να έχει ως αποτέλεσμα τη «διατήρηση» του δικαιώματος διαμονής, δικαιώματος το οποίο έχει στην πραγματικότητα ήδη απολεσθεί. Αντιθέτως, στην περίπτωση κατά την οποία η κατ’ άρθρο 12, παράγραφος 3, αναχώρηση λαμβάνει χώρα κατόπιν κάποιου εκ των περιστατικών —και όχι του διαζυγίου stricto sensu— το οποίο δικαιολογεί τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, η μεταγενέστερη αναχώρηση του πολίτη της Ένωσης ουδεμία επιρροή ασκεί.

2.      Η περίπτωση των «ιδιαιτέρως δυσχερών καταστάσεων» του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38

63.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης επιβάλλεται η συνεκτίμηση όχι μόνον του γράμματός της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και των σκοπών που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (24).

64.      Το γράμμα του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38 δεν καθιστά, αυτό καθ’ εαυτό, δυνατή την παροχή λυσιτελούς απαντήσεως επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.

65.      Επισημαίνεται εντούτοις ότι, εν αντιθέσει προς τις λοιπές περιπτώσεις που διαλαμβάνονται στο εν λόγω πρώτο εδάφιο της ανωτέρω διατάξεως, η κατάσταση πραγμάτων που δικαιολογεί διατήρηση του δικαιώματος διαμονής επί τη βάσει του στοιχείου γʹ αυτής ορίζεται με αναφορά σε συμβάντα του απώτερου παρελθόντος.

66.      Συγκεκριμένα, το άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38 εφαρμόζεται επί ενδοοικογενειακής βίας «ενόσω υφίστατο ο γάμος ή η καταχωρισμένη συμβίωση». Επομένως, υφίσταται κατ’ ανάγκην χρονική απόσταση μεταξύ της ενδοοικογενειακής βίας, συνθήκης που ενεργοποιεί τη διάταξη, και του διαζυγίου.

67.      Διάφορα, εξάλλου, στοιχεία καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη της Ένωσης σκοπού.

68.      Αφενός, η αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2004/38 αναφέρεται ρητώς στην αναγκαιότητα «να παρέχεται νομική προστασία στα μέλη της οικογένειας σε περίπτωση […] διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή λήξης της καταχωρισμένης σχέσης».

69.      Αφετέρου, με τις εξηγήσεις της επί της προτάσεως που οδήγησε στην υιοθέτηση του άρθρου 13 της οδηγίας 2004/38, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι «[η] διάταξη στοχεύει στο να κατοχυρωθεί μέχρι ενός σημείου νομικά η θέση των προσώπων αυτών, των οποίων το δικαίωμα διαμονής απορρέει από τον οικογενειακό δεσμό που αντιπροσωπεύει ο γάμος και τα οποία, ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να πέσουν θύματα εκβιασμού σε σχέση με το διαζύγιο» (25).

70.      Εκτιμώ ότι ένας τέτοιος κίνδυνος «εκβιασμού σε σχέση με το διαζύγιο» ή παραιτήσεως από διαζύγιο ενδημεί σε πλαίσια ενδοοικογενειακής βίας. Συγκεκριμένα, η απώλεια, εκ μέρους του υπηκόου τρίτης χώρας, συζύγου πολίτη της Ένωσης, του παρεπόμενου δικαιώματος διαμονής σε περίπτωση αναχωρήσεως του πολίτη της Ένωσης θα μπορούσε να χρησιμοποιείται ως μέσο πιέσεως για ματαίωση του διαζυγίου, ενώ τέτοιες περιστάσεις είναι ούτως ή άλλως ικανές να αποδυναμώσουν ψυχολογικώς το θύμα και, εν πάση περιπτώσει, να του εμποιήσουν φόβο έναντι του δράστη της βίας.

71.      Η προϋπόθεση περί πραγματικής παρουσίας του συζύγου, πολίτη της Ένωσης, στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής έως την έκδοση του διαζυγίου ή, τουλάχιστον, έως την έναρξη της ένδικης διαδικασίας διαζυγίου θα μπορούσε ομοίως να διακυβεύει την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38, δεδομένου του κινδύνου επιβολής ποινικών κυρώσεων για πράξεις που στοιχειοθετούν αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας.

72.      Συγκεκριμένα, δεν αποκλείεται ο αυτουργός τέτοιων πράξεων να επιδιώκει να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο οι εν λόγω πράξεις διεπράχθησαν προκειμένου να διαφύγει ενδεχόμενη καταδίκη, στερώντας de facto από τον υπήκοο τρίτης χώρας το παρεπόμενο δικαίωμά του διαμονής. Η κίνηση διαδικασίας διαζυγίου λόγω ενδοοικογενειακής βίας θα μπορούσε να οδηγήσει ταυτοχρόνως στην καταγγελία των πράξεων ενώπιον των δικαστικών αρχών.

73.      Μια ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38 η οποία θα απαιτούσε από τον υπήκοο τρίτης χώρας, ως προϋπόθεση για την εκ μέρους του διατήρηση δικαιώματος διαμονής, να αποδείξει ότι ο πρώην σύζυγος του ασκούσε τα αντλούμενα από τις Συνθήκες δικαιώματα στο κράτος μέλος υποδοχής κατά τον χρόνο του διαζυγίου θα ήταν, επομένως, προδήλως αντίθετη προς τον επιδιωκόμενο από την εν λόγω διάταξη σκοπό έννομης προστασίας.

74.      Τέλος, όπως έχει ήδη υπομνησθεί, «[λ]αμβανομένων υπόψη του πλαισίου και των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία 2004/38, οι διατάξεις της δεν πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά και, εν πάση περιπτώσει, κατά τρόπο που να στερούνται την πρακτική αποτελεσματικότητά τους» (26).

75.      Ερμηνεία προαπαιτούσα την παρουσία του συζύγου, πολίτη της Ένωσης, στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής έως την έναρξη της διαδικασίας διαζυγίου όχι μόνο θα ήταν περιοριστική, αλλά επιπλέον θα κατέλυε την πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διατάξεως, η οποία συνίσταται στη μετατροπή του παρεπόμενου δικαιώματος διαμονής μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης σε προσωπικό δικαίωμα διαμονής υπό ιδιαίτερες περιστάσεις που κρίνονται άξιες προστασίας.

76.      Πράγματι, εφόσον η ιδιότητα του θύματος ενδοοικογενειακής βίας εκρίθη από τον νομοθέτη της Ένωσης ως συνθήκη δικαιολογούσα τη μετατροπή παρεπόμενου δικαιώματος σε προσωπικό δικαίωμα, η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος δεν δύναται να εξαρτάται αποκλειστικώς από τη βούληση του δράστη των πράξεων να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.

3.      Επιμέρους συμπέρασμα

77.      Ακόμη και συνδυαστικώς ερμηνευόμενα, τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας 2004/38 δεν επιτρέπουν τη θεώρηση του διαζυγίου, της ακυρώσεως του γάμου ή της λήξεως της καταχωρισμένης συμβιώσεως, αυτών καθ’ εαυτά, ως βάσεων επί των οποίων δύναται να θεμελιωθεί η διατήρηση του δικαιώματος διαμονής.

78.      Οι συγκεκριμένες αυτές καταστάσεις, οι οποίες μνημονεύονται στον τίτλο του άρθρου 13 της οδηγίας 2004/38, συνιστούν απλώς ένα πλαίσιο εντός του οποίου δύνανται να ανακύψουν οι περιπτώσεις της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, οι οποίες συνεπάγονται τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής του υπηκόου τρίτης χώρας, συζύγου πολίτη της Ένωσης, αν και μόνον αν ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης εξακολουθεί να βρίσκεται στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή.

79.      Όσον αφορά, ειδικότερα, την περίπτωση της ενδοοικογενειακής βίας η οποία προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38, η τελεολογική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως συνεπάγεται τη θεώρηση της ενδοοικογενειακής βίας ως στοιχείου που ενεργοποιεί τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής του υπηκόου τρίτης χώρας, συζύγου πολίτη της Ένωσης.

80.      Οιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα κατέλυε την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38, ήτοι την εξασφάλιση έννομης προστασίας στο θύμα της βίας· η προτεινόμενη ερμηνεία είναι, εξάλλου, σύμφωνη με το γράμμα της επίμαχης διατάξεως.

81.      Τέλος, ο κίνδυνος καταχρήσεως για τον οποίο γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2004/38 προλαμβάνεται επαρκώς μέσω του επιβαλλόμενου από το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, όρου, βάσει του οποίου το δικαίωμα διαμονής των διαλαμβανόμενων στο πρώτο εδάφιο προσώπων «εξακολουθεί να τελεί υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να αποδείξουν ότι είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί ή ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τους ίδιους και τα μέλη της οικογένειάς τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, και ότι έχουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής, ή ότι είναι μέλη της ήδη συσταθείσας στο κράτος μέλος υποδοχής οικογένειας ενός προσώπου το οποίο πληροί αυτές τις προϋποθέσεις».

82.      Συνεπώς, κατόπιν της προηγηθείσας αναλύσεως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος την απάντηση ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το διαζύγιο έπεται περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, το άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38 δεν εξαρτά την εκ μέρους υπηκόου τρίτης χώρας, συζύγου πολίτη της Ένωσης, διατήρηση προσωπικού δικαιώματος διαμονής, δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, από τον όρο ότι, κατά τον χρόνο του διαζυγίου, ο έτερος σύζυγος, πολίτης της Ένωσης, διαμένει στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής συμφώνως προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

 Δ —      Επί του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

83.      Με το δεύτερο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν προσκρούει στο άρθρο 20 ΣΛΕΕ και/ή στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ η άρνηση κράτους μέλους να αναγνωρίσει σε πολίτη της Ένωσης δικαίωμα διαμονής στο έδαφός του οσάκις έχει κριθεί από αρμόδιο δικαστήριο ότι η απομάκρυνση του εν λόγω πολίτη στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια θα αντέκειτο προς το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 7 του Χάρτη.

84.      Το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά την ίδια κατάσταση, σε σχέση όμως με υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος είναι ο γονέας που έχει την αποκλειστική επιμέλεια του πολίτη της Ένωσης.

85.      Τα ανωτέρω ερωτήματα αποτέλεσαν αντικείμενο κοινής πραγματεύσεως από το σύνολο των μερών που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, πλην της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Εκτιμώ ομοίως ότι τα δύο αυτά ερωτήματα δύνανται να εξετασθούν από κοινού με γνώμονα την απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645).

86.      Συγκεκριμένα, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση αφορούσε παρεμφερή κατάσταση, ήτοι τέκνα πολίτες της Ένωσης γεννηθέντα σε κράτος μέλος του οποίου δεν είχαν την ιθαγένεια από πατέρα πολίτη της Ένωσης και μητέρα υπήκοο τρίτης χώρας. Με την εν λόγω απόφασή του το Δικαστήριο επέλεξε να εξετάσει κατά προτεραιότητα το ζήτημα υπό το πρίσμα του άρθρου 21 ΣΛΕΕ, παρά το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο είχε περιορίσει το ερώτημά του στην ερμηνεία του άρθρου 20 ΣΛΕΕ (27).

1.      Η απορρέουσα από την απόφαση Alokpa και Moudoulou νομολογιακή θέση περί του άρθρου 21 ΣΛΕΕ

87.      Με την απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645) το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, προκειμένου περί καταστάσεως στο πλαίσιο της οποίας πολίτης της Ένωσης είχε γεννηθεί στο κράτος μέλος υποδοχής και δεν είχε ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας, οι όροι «διαθέτουν […] επαρκείς πόρους», οι οποίοι περιλαμβάνονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 και από τους οποίους εξαρτάται η νομιμότητα διαμονής διάρκειας άνω των τριών μηνών, «έπρεπε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αρκεί οι πολίτες της Ένωσης να έχουν στη διάθεσή τους τέτοιους πόρους, χωρίς η διάταξη αυτή να επιβάλλει την παραμικρή υποχρέωση σχετικά με την προέλευση των πόρων αυτών, τους οποίους θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να παρέχει ο υπήκοος τρίτης χώρας γονέας των εν λόγω πολιτών πολύ μικρής ηλικίας» (28).

88.      Η εν λόγω διαπίστωση αποτέλεσε τη βάση πάγιας νομολογίας κατά την οποία «το άρθρο 21 ΣΛΕΕ και η οδηγία 2004/38 παρέχουν ασφαλώς δικαίωμα διαμονής εντός του κράτους μέλους υποδοχής στον πολύ μικρής ηλικίας ανήλικο υπήκοο άλλου κράτους μέλους ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, αλλά επίσης επιτρέπουν και στον γονέα που έχει πράγματι την επιμέλεια του υπηκόου αυτού να διαμένει μαζί του στο κράτος μέλος υποδοχής» (29).

89.      Συγκεκριμένα, «η απόφαση να μην επιτραπεί στον γονέα, υπήκοο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, ο οποίος έχει πράγματι την επιμέλεια ανήλικου πολίτη της Ένωσης, να διαμείνει με τον πολίτη αυτόν εντός του κράτους μέλους υποδοχής θα αφαιρούσε από το δικαίωμα διαμονής του τελευταίου κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, δεδομένου ότι η άσκηση του δικαιώματος διαμονής από τέκνο πολύ μικρής ηλικίας συνεπάγεται αναγκαστικά ότι το τέκνο αυτό έχει δικαίωμα να συνοδεύεται από το πρόσωπο που έχει πράγματι την επιμέλειά του και, συνεπώς, ότι το πρόσωπο αυτό έχει δικαίωμα να διαμένει μαζί με το τέκνο εντός του κράτους μέλους υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαμονής αυτής» (30).

90.      Δεδομένου ότι το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης είναι παρεμφερές, δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο αποκλίσεως από την πάγια αυτή νομολογία, συνεπεία της οποίας απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν τα τέκνα της ΝA πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 και απολαύουν, ως εκ τούτου, δικαιώματος διαμονής εντός του κράτους μέλους υποδοχής βάσει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ (31).

91.      Το εν λόγω δικαστήριο καλείται, «[ε]ιδικότερα, […] να ελέγξει αν τα εν λόγω τέκνα διαθέτουν, τα ίδια ή μέσω της μητέρας τους, επαρκείς πόρους και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38» (32).

92.      Το Δικαστήριο έκρινε ότι, στην αντίθετη περίπτωση, η μη αναγνώριση σε υπήκοο τρίτης χώρας δικαιώματος διαμονής, παρά το γεγονός ότι αυτός έχει την αποκλειστική επιμέλεια τέκνων νεαρής ηλικίας, πολιτών της Ένωσης, που διαμένουν μαζί του σε κράτος μέλος του οποίου δεν έχουν την ιθαγένεια, δεν αντιβαίνει στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ (33).

93.      Ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 7 του Χάρτη (και/ή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ) δεν ασκεί, κατά την άποψή μου, επιρροή επί της εν λόγω συλλογιστικής, καθώς η τελευταία αφορά ειδικώς το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 21 ΣΛΕΕ «υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους», όπως είναι το άρθρο 7 της οδηγίας 2004/38 (34).

2.      Η απορρέουσα από την απόφαση Alokpa και Moudoulou νομολογιακή θέση περί του άρθρου 20 ΣΛΕΕ

94.      Ενώ το άρθρο 21 ΣΛΕΕ δεν επιτρέπει, ανεπιφυλάκτως, τη θεμελίωση δικαιώματος διαμονής του υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος έχει την αποκλειστική επιμέλεια ανήλικων τέκνων πολιτών της Ένωσης, το Δικαστήριο αναγνώρισε στο άρθρο 20 ΣΛΕΕ αυτοτελές περιεχόμενο.

95.      Συγκεκριμένα, με την απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645) το Δικαστήριο επισήμανε ρητώς ότι το εθνικό δικαστήριο όφειλε, βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, «επιπλέον να ελέγξει αν, παρά ταύτα, θα μπορούσε, κατ’ εξαίρεση, να […] παρασχεθεί [στην υπήκοο τρίτης χώρας] δικαίωμα διαμονής, προκειμένου να μην θιγεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της ιθαγένειας της Ένωσης την οποία έχουν τα τέκνα [της εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας η οποία έχει την αποκλειστική επιμέλειά τους], δεδομένου ότι η συνέπεια της αποφάσεως αυτής θα ήταν να υποχρεωθούν, εκ των πραγμάτων, τα προαναφερθέντα τέκνα να αποχωρήσουν από το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του, στερούμενα έτσι της δυνατότητας να ασκούν αποτελεσματικά, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τα δικαιώματα που τους παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης» (35).

96.      Στην πραγματικότητα, η εν λόγω απόφαση προλείανε το έδαφος για τη νομολογιακή θέση που διαμορφώθηκε με την απόφαση Ruiz Zambrano (C‑34/09, EU:C:2011:124), όπως αυτή επιβεβαιώθηκε και συγκεκριμενοποιήθηκε με σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων (36).

97.      Από την εν λόγω νομολογία προκύπτει ότι επιβάλλεται η αναγνώριση δικαιώματος διαμονής επί τη βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ σε υπήκοο τρίτης χώρας, γονέα πολίτη της Ένωσης, υπό τον όρο ότι η μη αναγνώριση του δικαιώματος αυτού στερεί από τον εν λόγω πολίτη τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων του ως πολίτη της Ένωσης, υποχρεώνοντάς τον να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης εν όλω.

98.      Το κριτήριο της «στερήσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων» είναι σαφώς καθορισμένο ήδη από της αποφάσεως Dereci κ.λπ. (C‑256/11, EU:C:2011:734) (37). Το ζήτημα που ανακύπτει είναι η αξιολόγησή του: η υποχρέωση εγκαταλείψεως του εδάφους της Ένωσης πρέπει να αντιμετωπίζεται νομικώς ή να εξετάζεται in concreto, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστάσεων;

3.      Τα κριτήρια αξιολογήσεως της υποχρεώσεως εγκαταλείψεως του εδάφους της Ένωσης εν όλω

99.      Ως Γερμανίδες υπήκοοι, τα δύο τέκνα της ΝA έχουν σαφώς το δικαίωμα να ζουν στη Γερμανία. Συνεπώς, εάν τα εν λόγω τέκνα έπρεπε να εγκαταλείψουν την επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου για να εγκατασταθούν στη Γερμανία, η μητέρα αυτών θα είχε παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος, συμφώνως προς τις απορρέουσες από την απόφαση Ruiz Zambrano (C‑34/09, EU:C:2011:124) αρχές (38).

100. Πράγματι, σε αντίθετη περίπτωση, η MA και η IA θα ήταν υποχρεωμένες να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης προκειμένου να ακολουθήσουν τη μητέρα τους, κατά πάσα πιθανότητα στο Πακιστάν, ενδεχόμενο που θα στερούσε από αυτές τη δυνατότητα να απολαύουν πράγματι, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που πηγάζουν από την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.

101. Παρεμφερής ήταν η περίπτωση της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645).

102. Στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως η A. D. Alokpa διετείνετο ότι, εάν οι λουξεμβουργιανές αρχές αρνούνταν να της αναγνωρίσουν δικαίωμα διαμονής ενώ αυτή διέμενε στο εν λόγω κράτος μέλος με τα τέκνα της, γαλλικής υπηκοότητας, δεν θα είχε τη δυνατότητα να μεταβεί και να διαμείνει μαζί τους στη Γαλλία και η ίδια θα ήταν, επομένως, υποχρεωμένη να επιστρέψει στο Τόγκο.

103. Κατά τον γενικό εισαγγελέα P. Mengozzi, επεβάλλετο, επομένως, «να ελεγχθεί αν η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής θα είχε ως αποτέλεσμα, κατά την έννοια της […] νομολογίας Ruiz Zambrano και Dereci κ.λπ., να υποχρεώσει, στην πράξη, πολίτες της Ένωσης να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό της, αφαιρώντας τους τη δυνατότητα να ασκούν, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τα δικαιώματα που απορρέουν από την εν λόγω ιδιότητα» (39).

104. Με την απόφασή του επί της συγκεκριμένης υποθέσεως το Δικαστήριο, συντασσόμενο με την άποψη του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi, έκρινε ότι «η A. D. Alokpa, ως μητέρα των Jarel και Eja Moudoulou και ως ασκούσα μόνη της την επιμέλεια των τέκνων αυτών από της γεννήσεώς τους, θα μπορούσε να αποκτήσει [παρεπόμενο] δικαίωμα προκειμένου να τα συνοδεύσει και να διαμείνει μαζί τους εντός της γαλλικής επικράτειας» (40).

105. Το Δικαστήριο κατέληξε, ως εκ τούτου, στο συμπέρασμα ότι «καταρχήν, η απόφαση των λουξεμβουργιανών αρχών να μην παράσχουν στην A. D. Alokpa δικαίωμα διαμονής δεν θα έπρεπε να έχει ως συνέπεια να υποχρεωθούν τα τέκνα αυτής να αποχωρήσουν από το έδαφος της Ένωσης στο σύνολό του» (41). Με την ίδια σκέψη το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι στο αιτούν δικαστήριο απόκειται, «[ε]ντούτοις, […] να ελέγξει αν, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της διαφοράς της κύριας δίκης, συντρέχει πράγματι τέτοια περίπτωση» (42).

106. Η τελευταία αυτή επισήμανση είναι, κατά την άποψή μου, ουσιώδης. Η επισήμανση αυτή έχει νόημα μόνον εάν ο έλεγχος του κριτηρίου της «στερήσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων» δεν αποτελεί ζήτημα αμιγώς νομικό.

107. Πράγματι, η νομική —ήτοι θεωρητική— δυνατότητα των τέκνων, πολιτών της Ένωσης, και του γονέα υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος έχει την αποκλειστική επιμέλειά τους να διαμένουν στο έδαφος του κράτους μέλους του οποίου τα εν λόγω τέκνα είναι υπήκοοι αναγνωρίσθηκε από το Δικαστήριο.

108. Το Δικαστήριο επιφορτίζει, όμως, ρητώς τον εθνικό δικαστή με το καθήκον να εξακριβώσει αν, «λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της διαφοράς της κύριας δίκης» (43), η εκ μέρους του κράτους μέλους υποδοχής άρνηση αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής στον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας ηδύνατο ή όχι να έχει ως συνέπεια να υποχρεωθούν τα τέκνα αυτού να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ένωσης εν όλω.

109. Από την εν λόγω διευκρίνιση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι περιστάσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι, αφενός, κατ’ ανάγκην πραγματικής φύσεως (44) και, αφετέρου, ικανές να διακυβεύσουν τη θεωρητική δυνατότητα του υπηκόου τρίτης χώρας να μην υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης εν όλω. Άλλως ειπείν η απορρέουσα από την απόφαση Ruiz Zambrano (C‑34/09, EU:C:2011:124) αρχή θα μπορούσε να «ενεργοποιηθεί εκ νέου» έναντι του κράτους του οποίου τα τέκνα έχουν την ιθαγένεια (45).

110. Αυτός ο πραγματικής φύσεως έλεγχος του κριτηρίου της «στερήσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων» συνάδει με τη λογική που πρέπει να διέπει τη θεώρηση της ιθαγένειας της Ένωσης.

111. Συγκεκριμένα, όπως έχει κατ’ επανάληψη επισημάνει το Δικαστήριο, η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης προορίζεται να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών (46). Η ιδιότητα αυτή δεν δύναται, επομένως, να μετατρέπεται σε επιταγή χωρίς αντίκρισμα. Όπως τόνισε προσφάτως ο γενικός εισαγγελέας Μ. Szpunar, «[η] αναγνώριση στους υπηκόους των κρατών μελών της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης δημιουργεί προσδοκίες, ενώ, παράλληλα, πλαισιώνεται από δικαιώματα και υποχρεώσεις» (47).

112. Ενώ το δικαίωμα κυκλοφορίας και εγκαταστάσεως μνημονεύεται ρητώς ως δικαίωμα του πολίτη της Ένωσης στα άρθρα 20 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ, καθώς και στο άρθρο 45 του Χάρτη, δεν δύναται να μην αναγνωρισθεί στον εν λόγω πολίτη το γεγονός ότι έχει ενδεχομένως αναπτύξει με κράτος μέλος άλλο από το δικό του πραγματικό και διαρκή δεσμό σημαντικότερο ή ουσιωδέστερο εκείνου που τον συνδέει με το κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια.

113. Το δίκαιο της Ένωσης δύναται να προσδώσει ουσιαστικό περιεχόμενο στην έννοια της ιθαγένειας μόνον εφόσον συναρτήσει την προστασία της με τον δεσμό με συγκεκριμένο τόπο, με την εδραίωση σε συγκεκριμένη επικράτεια και την ενσωμάτωση όχι μόνο στη διοικητική και οικονομική ζωή της χώρας υποδοχής, αλλά ομοίως στην κοινωνική και πολιτιστική της ζωή (48).

114. Άλλως ειπείν, η δυνατότητα υπηκόου τρίτης χώρας και των τέκνων του, πολιτών της Ένωσης, να εγκατασταθούν στο κράτος μέλος της ιθαγένειας των εν λόγω τέκνων δεν δύναται να υποστηρίζεται μόνο θεωρητικώς (49).

115. Εν προκειμένω, φαίνεται αποδεδειγμένο ότι, καίτοι γερμανικής ιθαγένειας, τα τέκνα της NA δεν διατηρούν κανέναν δεσμό με το εν λόγω κράτος μέλος στο οποίο ουδέποτε έζησαν και του οποίου δεν γνωρίζουν τη γλώσσα. Το κράτος μέλος εντός του οποίου τα εν λόγω τέκνα δόμησαν την ιθαγένειά τους είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου γεννήθηκαν και όπου ξεκίνησαν τη σχολική τους εκπαίδευση.

116. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της η ίδια η Επιτροπή επισημαίνει ότι, μολονότι οι κόρες της NA απολαύουν, «ως Γερμανίδες υπήκοοι, ανεπιφύλακτου δικαιώματος διαμονής στη Γερμανία, δεν δύναται ευλόγως να αναμένεται από τις ίδιες ή από τη μητέρα τους να ζήσουν στην εν λόγω χώρα· επ’ αυτής δε της βάσεως τα εθνικά δικαστήρια έκριναν ότι αυτές δεν ηδύναντο να απομακρυνθούν από το Ηνωμένο Βασίλειο στη Γερμανία διότι τούτο θα συνιστούσε παραβίαση της ΕΣΔΑ» (50).

117. Εκτιμώ συνεπώς ότι, εφόσον τα στοιχεία αυτά επιβεβαιωθούν από το αιτούν δικαστήριο, το δικαστήριο αυτό οφείλει να αναγνωρίσει στη MA και στην IA δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο επί τη βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, περίπτωση κατά την οποία η ίδια η NA θα αποκτήσει εξ αντανακλάσεως παρεπόμενο δικαίωμα διαμονής. Πράγματι, ενδεχόμενη μη αναγνώριση του εν λόγω δικαιώματος στα τέκνα της ΝΑ θα στερούσε από αυτά τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που πηγάζουν από την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης. Πλην όμως, κατά την απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645), ένα τέτοιο ενδεχόμενο προσκρούει στο άρθρο 20 ΣΛΕΕ (51).

4.      Επί της σημασίας του άρθρου 7 του Χάρτη και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ

118. Στο πλαίσιο του δευτέρου ερωτήματός του το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι έχει κριθεί δικαστικώς ότι η απομάκρυνση πολιτών της Ένωσης, εν προκειμένω των τέκνων, από το κράτος μέλος υποδοχής στο κράτος μέλος της ιθαγένειάς τους θα προσέβαλλε τα δικαιώματα που αυτοί αντλούν από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 7 του Χάρτη.

119. Δύναται μια τέτοια διαπίστωση να ασκήσει επιρροή επί της απαντήσεως που θα δοθεί στο εν λόγω προδικαστικό ερώτημα;

120. Το ζήτημα της σημασίας του άρθρου 7 του Χάρτη και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ έχει ήδη απασχολήσει το Δικαστήριο. Με την απόφαση Dereci κ.λπ. (C‑256/11, EU:C:2011:734), το Δικαστήριο απεφάνθη συναφώς ότι, «αν […] το αιτούν δικαστήριο κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν του, ότι η κατάσταση στην οποία τελούν οι προσφεύγοντες εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης, θα πρέπει να εξετάσει αν η άρνηση χορήγησης στους προσφεύγοντες δικαιώματος διαμονής προσβάλλει το δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 7 του Χάρτη. Αντίθετα, αν κρίνει ότι η κατάσταση αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, θα πρέπει να προβεί στην εξέταση αυτή με γνώμονα το άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ» (52).

121. Το συμπέρασμα αυτό εγείρει προβληματισμό. Συγκεκριμένα, με την απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645) το Δικαστήριο αποφαίνεται ανενδοίαστα ότι «τα άρθρα 20 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε απόφαση κράτους μέλους να μην παράσχει σε υπήκοο τρίτης χώρας δικαίωμα διαμονής εντός της επικράτειάς του, μολονότι ο εν λόγω υπήκοος συντηρεί μόνος του τα πολύ μικρής ηλικίας τέκνα του, που είναι πολίτες της Ένωσης και διαμένουν μαζί με αυτόν στο εν λόγω κράτος μέλος από της γεννήσεώς τους, χωρίς να έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους αυτού και χωρίς να έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι πολίτες της Ένωσης αυτοί δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην οδηγία 2004/38 ή ότι η απόφαση αυτή δεν αφαιρεί από τους προαναφερθέντες πολίτες τη δυνατότητα να ασκούν αποτελεσματικά, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης» (53).

122. Εφόσον διάταξη της Συνθήκης δεν αποκλείει την εκ μέρους κράτους μέλους άρνηση αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής υπό τον όρον τηρήσεως ορισμένων προϋποθέσεων, εξ ορισμού η οικεία κατάσταση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως (54). Στην αντίθετη περίπτωση το Δικαστήριο θα έπρεπε να κρίνει εαυτό αναρμόδιο να απαντήσει επί του υποβληθέντος ερωτήματος.

123. Επομένως, είναι, κατά την άποψή μου, αναμφίβολο ότι τα ζητήματα που συνδέονται με την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ και η επιρροή που ασκεί η ιθαγένεια της Ένωσης επί του δικαιώματος διαμονής εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (55).

124. Συνεπώς, εφόσον το αιτούν δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απέλαση πολίτη της Ένωσης θα αντέκειτο στο άρθρο 7 του Χάρτη (ή στο ομόλογό του άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ), η εν λόγω εκτίμηση πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ και κατά τον έλεγχο του κριτηρίου της «στερήσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων».

125. Το γεγονός, εξάλλου, ότι το εθνικό δικαστήριο διέλαβε στη σχετική με την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ συλλογιστική του το άρθρο 7 του Χάρτη δεν είναι, κατά την άποψή μου, ικανό να επιφέρει διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, διεύρυνση η οποία θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 51, παράγραφος 2, του Χάρτη.

126. Πράγματι, η καθιερωθείσα με το άρθρο 20 ΣΛΕΕ ιθαγένεια της Ένωσης είναι αυτή που ενεργοποιεί την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων —και, ειδικότερα, εν προκειμένω, των δικαιωμάτων του άρθρου 7 του Χάρτη— και όχι το αντίστροφο (56).

5.      Επιμέρους συμπέρασμα

127. Λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσας συλλογιστικής, προτείνω να δοθεί επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου η απάντηση ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία των άρθρων 20 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ, κράτος μέλος δεν δύναται να αρνηθεί την αναγνώριση δικαιώματος διαμονής στο έδαφός του σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος έχει την αποκλειστική επιμέλεια τέκνων πολιτών της Ένωσης, τα οποία διαμένουν μαζί του στο εν λόγω κράτος μέλος από της γεννήσεώς τους, χωρίς να έχουν την ιθαγένεια του κράτους αυτού και χωρίς να έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, εφόσον οι εν λόγω πολίτες της Ένωσης πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2004/38 ή, σε αντίθετη περίπτωση, εφόσον η μη αναγνώριση του δικαιώματος διαμονής στερεί, στην πράξη, από τους πολίτες αυτούς τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που τους απονέμει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, στοιχείο που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς. Εφόσον έχει κριθεί δικαστικώς ότι η απέλαση των συγκεκριμένων πολιτών της Ένωσης θα αντέκειτο στο άρθρο 7 του Χάρτη ή στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη το στοιχείο αυτό.

 Ε —      Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

128. Με το τέταρτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί εάν, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, τέκνο και, κατά συνέπεια, ο γονέας που έχει την επιμέλειά του απολαύουν δικαιώματος διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, στην περίπτωση κατά την οποία ο έτερος γονέας ο οποίος είναι πολίτης της Ένωσης και έχει εργασθεί στο εν λόγω κράτος μέλος έπαυσε να διαμένει σε αυτό προ της ενάρξεως της σχολικής εκπαιδεύσεως του τέκνου στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

129. Η νομολογία του Δικαστηρίου υποδεικνύει την παροχή καταφατικής απαντήσεως επί του εν λόγω ερωτήματος.

130. Συγκεκριμένα, κατά το Δικαστήριο, «[τ]ο δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 στο τέκνο διακινούμενου εργαζόμενου να συνεχίσει, υπό τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις, τη σχολική του εκπαίδευση στο κράτος μέλος υποδοχής συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι το τέκνο αυτό έχει το δικαίωμα να συνοδεύεται από εκείνον που όντως έχει την επιμέλειά του και, κατά συνέπεια, ότι ο έχων την επιμέλεια πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διαμένει με το τέκνο στο εν λόγω κράτος μέλος κατά τη διάρκεια των σπουδών του. Το να μη χορηγηθεί άδεια διαμονής στον γονέα που όντως έχει την επιμέλεια του τέκνου το οποίο ασκεί το δικαίωμά του να συνεχίσει τη σχολική του εκπαίδευση στο κράτος μέλος υποδοχής θα έθιγε το δικαίωμα αυτό» (57).

131. Τα τέκνα υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος εργάζεται ή έχει εργασθεί στο κράτος μέλος υποδοχής και ο γονέας που έχει πράγματι την επιμέλεια αυτών δύνανται, επομένως, να επικαλεσθούν, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, δικαίωμα διαμονής επί τη βάσει και μόνον του άρθρου 12, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1612/68 (58).

132. Με την απόφαση Teixeira (C‑480/08, EU:C:2010:83) το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι «το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 έχει ειδικότερα ως σκοπό να εξασφαλίσει ότι τα τέκνα διακινούμενου εργαζομένου κράτους μέλους μπορούν, ακόμα και αν αυτός δεν ασκεί πλέον μισθωτή δραστηριότητα στο κράτος μέλος υποδοχής, να αρχίσουν και, ενδεχομένως, να ολοκληρώσουν τη σχολική τους εκπαίδευση στο εν λόγω κράτος μέλος» (59).

133. Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι, «[κ]ατά πάγια νομολογία, το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 απαιτεί αποκλειστικώς να έχει ζήσει το τέκνο με τους γονείς του ή με τον έναν εξ αυτών σε κράτος μέλος, ενόσω ένας τουλάχιστον από τους γονείς του κατοικούσε εκεί ως εργαζόμενος (απόφαση [Brown (197/86, EU:C:1988:323)], σκέψη 30, και απόφαση Gaal [(C‑7/94, EU:C:1995:118)], σκέψη 27)» (60).

134. Κατά τρόπον έτι σαφέστερο το Δικαστήριο απεφάνθη ότι «[τ]ο δικαίωμα του τέκνου να διαμείνει στο κράτος αυτό, προκειμένου να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του, δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, και, κατά συνέπεια, το δικαίωμα διαμονής του γονέα που έχει πράγματι την επιμέλεια του τέκνου αυτού δεν μπορούν επομένως να εξαρτώνται από την προϋπόθεση ένας εκ των γονέων του τέκνου να ασκούσε, κατά τον χρόνο που το τέκνο άρχισε να φοιτά, επαγγελματική δραστηριότητα ως διακινούμενος εργαζόμενος στο κράτος μέλος υποδοχής» (61).

135. Με την απόφαση Ibrahim και Secretary of State for the Home Department το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης, προκειμένου για περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των τέκνων είχε ξεκινήσει τη σχολική του εκπαίδευση αφότου ο γονέας πρώην διακινούμενος εργαζόμενος είχε εγκαταλείψει το κράτος μέλος υποδοχής, ότι «το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση δεν αφορά μόνον τα τέκνα των διακινούμενων εργαζομένων. Ισχύει και για τα τέκνα των πρώην διακινούμενων εργαζομένων» (62).

136. Συνεπώς, από την εν λόγω νομολογία συνάγεται αναμφιβόλως ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, τέκνο και, κατά συνέπεια, ο γονέας που έχει την επιμέλειά του απολαύουν δικαιώματος διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, στην περίπτωση κατά την οποία ο έτερος γονέας ο οποίος είναι πολίτης της Ένωσης και έχει εργασθεί στο εν λόγω κράτος μέλος έπαυσε να διαμένει σε αυτό προ της ενάρξεως της σχολικής εκπαιδεύσεως του τέκνου στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

137. Η εν λόγω ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 είναι, εξάλλου, σύμφωνη προς την αρχή ότι η συγκεκριμένη διάταξη «δεν μπορεί να ερμηνευθεί στενώς […] και, εν πάση περιπτώσει, δεν πρέπει να στερηθεί της πρακτικής τ[ης] αποτελεσματικότητας» (63).

138. Επισημαίνεται δε, διά παν ενδεχόμενο, ότι από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Alarape και Tijani (C‑529/11, EU:C:2013:290) προκύπτει ότι οι προμνησθείσες αρχές τυγχάνουν εφαρμογής ομοίως επί των υπηκόων τρίτων χωρών, ανιόντων πολιτών της Ένωσης.

VI – Πρόταση

139. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) προδικαστικά ερωτήματα ως ακολούθως:

1)      Στην περίπτωση κατά την οποία το διαζύγιο έπεται περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, το άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, δεν εξαρτά την εκ μέρους υπηκόου τρίτης χώρας, συζύγου πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διατήρηση προσωπικού δικαιώματος διαμονής, δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, από τον όρο ότι, κατά τον χρόνο του διαζυγίου, ο έτερος σύζυγος, πολίτης της Ένωσης, διαμένει στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής συμφώνως προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

2)      Κατ’ ορθή ερμηνεία των άρθρων 20 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ, κράτος μέλος δεν δύναται να αρνηθεί την αναγνώριση δικαιώματος διαμονής στο έδαφός του σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος έχει την αποκλειστική επιμέλεια τέκνων πολιτών της Ένωσης, τα οποία διαμένουν μαζί του στο εν λόγω κράτος μέλος από της γεννήσεώς τους, χωρίς να έχουν την ιθαγένεια του κράτους αυτού και χωρίς να έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, εφόσον οι εν λόγω πολίτες της Ένωσης πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2004/38 ή, σε αντίθετη περίπτωση, εφόσον η μη αναγνώριση δικαιώματος διαμονής στερεί, στην πράξη, από τους πολίτες αυτούς τη δυνατότητα να απολαύουν πράγματι, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που τους απονέμει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, στοιχείο που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς. Εφόσον έχει κριθεί δικαστικώς ότι η απέλαση των συγκεκριμένων πολιτών της Ένωσης θα αντέκειτο στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπεγράφη στη Ρώμη την 4η Νοεμβρίου 1950, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη το στοιχείο αυτό.

3)      Κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος, τέκνο και, κατά συνέπεια, ο γονέας που έχει την επιμέλειά του απολαύουν δικαιώματος διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, στην περίπτωση κατά την οποία ο έτερος γονέας ο οποίος είναι πολίτης της Ένωσης και έχει εργασθεί στο εν λόγω κράτος μέλος έπαυσε να διαμένει σε αυτό προ της ενάρξεως της σχολικής εκπαιδεύσεως του τέκνου στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.


1 —      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 —      ΕΕ L 158, σ. 77, και διορθωτικά ΕΕ 2004, L 229, σ. 35, και ΕΕ 2005, L 197, σ. 34.


3 —      ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.


4 —      Πρόκειται για μορφή διαζυγίου που επέρχεται με μονομερή δήλωση, η οποία είναι νόμιμη μεν κατά το πακιστανικό δίκαιο, πλην όμως δεν αναγνωρίζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο.


5 —      Βλ., συναφώς, απόφαση Trespa International (C‑248/07, EU:C:2008:607, σκέψη 32).


6 —      Απόφαση Wojciechowski (C‑408/14, EU:C:2015:591, σκέψη 32). Βλ. επίσης, αντί πολλών, αποφάσεις Pujante Rivera (C‑422/14, EU:C:2015:743, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και Trespa International (C‑248/07, EU:C:2008:607, σκέψη 33).


7 —      Βλ., συναφώς, τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η ΝΑ (σημείο 7).


8 —      Βλ., συναφώς, τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε το Aire Centre (σημείο 3).


9 —      Βλ., συναφώς, μεταξύ άλλων, απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 20).


10 —      Ήτοι εργάζεται ως μισθωτός ή μη μισθωτός στο κράτος μέλος υποδοχής ή διαθέτει επαρκείς πόρους για τον εαυτό του και τα μέλη της οικογενείας του, ούτως ώστε να μην επιβαρύνεται το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής ή, τέλος, παρακολουθεί κατά κύριο λόγο σπουδές (εφόσον πληροί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις επαρκών πόρων και ασφαλιστικής καλύψεως).


11 —      Απόφαση Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψεις 45 έως 47). Βλ., επίσης, απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 29).


12 —      Βλ., στο ίδιο πνεύμα, μεταξύ άλλων, αποφάσεις Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψεις 28 και 30, καθώς και σκέψεις 41 και 47), και Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 27).


13 —      Απόφαση Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψη 47). Η υπογράμμιση δική μου.


14 —       Η υπογράμμιση δική μου.


15 —      Βλ., συναφώς, αποφάσεις Diatta (267/83, EU:C:1985:67, σκέψεις 20 και 22), καθώς και Iida (C‑40/11, EU:C:2012:691, σκέψη 58).


16 —      Βλ., συναφώς, απόφαση Ogieriakhi (C‑244/13, EU:C:2014:2068, σκέψεις 36, 38 και 47).


17 —      Βλ., συναφώς, απόφαση Metock κ.λπ. (C‑127/08, EU:C:2008:449, σκέψη 84).


18 —      Απόφαση Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476).


19 —      Απόφαση Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476, σκέψη 61). Η υπογράμμιση δική μου.


20 —      Σκέψη 67.


21 —      Απόφαση Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476, σκέψη 62).


22 —      Απόφαση Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476, σκέψη 61).


23 —      Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών [COM(2001) 257 τελικό, EE C 270 E, σ. 150]. Η υπογράμμιση δική μου.


24 —      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Yaesu Europe (C‑433/08, EU:C:2009:750, σκέψη 24)· Brain Products (C‑219/11, EU:C:2012:742, σκέψη 13)· Koushkaki (C‑84/12, EU:C:2013:862, σκέψη 34), καθώς και Lanigan (C‑237/15 PPU, EU:C:2015:474, σκέψη 35).


25 —      Πρόταση οδηγίας COM(2001) 257 τελικό.


26 —      Απόφαση Metock κ.λπ. (C‑127/08, EU:C:2008:449, σκέψη 84).


27 —      Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψεις 20, 21 και 32).


28 —      Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 27), η οποία παραπέμπει στις σκέψεις 28 και 30 της αποφάσεως Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639).


29 —      Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 29), η οποία παραπέμπει στις σκέψεις 46 και 47 της αποφάσεως Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639).


30 —      Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


31 —      Βλ., συναφώς, απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


32 —      Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


33 —      Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 31 και διατακτικό).


34 —      Ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi διηρωτήθη ομοίως κατά πόσον οι διατάξεις του Χάρτη δύνανται να οδηγήσουν σε ελαστικότερη εφαρμογή ή ακόμη και αγνόηση των προϋποθέσεων του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, χάριν του κατοχυρούμενου από το άρθρο 7 του Χάρτη σεβασμού της οικογενειακής ζωής (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Alokpa και Moudoulou, C‑86/12, EU:C:2013:197, σημείο 34). Το συμπέρασμά του ήταν παρόμοιο του δικού μου, καθώς ο εν λόγω γενικός εισαγγελέας εξέφρασε την εκτίμηση ότι, «[ε]ντούτοις, η δυνατότητα αυτή δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, καθόσον θα οδηγούσε στη μη εφαρμογή των ορίων που θέτει το άρθρο 21 ΣΛΕΕ στο δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών» (σημείο 35)· ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi παρέπεμψε συναφώς στις προϋποθέσεις της οδηγίας 2004/38.


35 —      Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 33).


36 —      Βλ. αποφάσεις McCarthy (C‑434/09, EU:C:2011:277, σκέψη 47)· Dereci κ.λπ. (C‑256/11, EU:C:2011:734, σκέψεις 64, 66 και 67)· Iida (C‑40/11, EU:C:2012:691, σκέψη 71)· Ymeraga κ.λπ. (C‑87/12, EU:C:2013:291, σκέψη 36), καθώς και Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 32). Βλ., επίσης, την ανάλυση της εξελίξεως της εν λόγω νομολογίας στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Szpunar επί των υποθέσεων Rendón Marín και CS (C‑165/14 και C‑304/14, EU:C:2016:75).


37 —      Βλ., μεταξύ άλλων, Nic Shuibhne, N., «(Some of) The Kids Are All Right», CML Rev., 2012 (49), σ. 349 έως 380, και, ιδίως, σ. 362· Lenaerts, K., «The concept of EU citizenship in the case law of the European Court of Justice», ERA Forum, 2013, σ. 569 έως 583.


38 —      Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψεις 34 και 35).


39 —      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:197, σημείο 52).


40 —      Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 34).


41 —       Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 35). Η υπογράμμιση δική μου.


42 —      Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 35). Η υπογράμμιση δική μου.


43 —      Απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 35). Η υπογράμμιση δική μου.


44 —      Ήδη με την απόφαση Dereci κ.λπ. (C‑256/11, EU:C:2011:734) το Δικαστήριο είχε επισημάνει ότι αρμόδιο να εξακριβώσει κατά πόσον η μη αναγνώριση δικαιώματος διαμονής στον υπήκοο τρίτης χώρας συνεπαγόταν στέρηση της δυνατότητας πραγματικής απολαύσεως κατά το ουσιώδες μέρος τους των δικαιωμάτων που η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης απομένει στα μέλη της οικογένειας ήταν το εθνικό δικαστήριο. Απαντώντας σε ορισμένα επικριτικά σχόλια που διατυπώθηκαν συναφώς από μερίδα της θεωρίας, ο Koen Lenaerts επισημαίνει ότι το ζήτημα αν, στην περίπτωση κατά την οποία ο M. Dereci αναγκαζόταν να εγκαταλείψει την Αυστρία, τα τέκνα του θα ήταν υποχρεωμένα να τον ακολουθήσουν είναι «clearly a factual question» (Lenaerts, K., «The concept of EU citizenship in the case law of the European Court of Justice», ERA Forum, 2013, σ. 569 έως 583, και, ιδίως, σ. 575, υποσημείωση 32). Η διαπίστωση αυτή με βρίσκει εκ των πραγμάτων σύμφωνο.


45 —      Δανείζομαι την έκφραση από την Anne Rigaux (Rigaux, A., «Regroupement familial», Europe, Δεκέμβριος 2013, σχόλιο 499).


46 —      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Grzelczyk (C‑184/99, EU:C:2001:458, σκέψη 31)· D’Hoop (C‑224/98, EU:C:2002:432, σκέψη 28)· Baumbast και R (C‑413/99, EU:C:2002:493, σκέψη 82)· Garcia Avello (C‑148/02, EU:C:2003:539, σκέψη 22)· Ορφανόπουλος και Oliveri (C‑482/01 και C‑493/01, EU:C:2004:262, σκέψη 65)· Pusa (C‑224/02, EU:C:2004:273, σκέψη 16)· Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψη 25)· Bidar (C‑209/03, EU:C:2005:169, σκέψη 31)· Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑147/03, EU:C:2005:427, σκέψη 45)· Schempp (C‑403/03, EU:C:2005:446, σκέψη 15)· Ισπανία κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑145/04, EU:C:2006:543, σκέψη 74)· Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑50/06, EU:C:2007:325, σκέψη 32)· Huber (C‑524/06, EU:C:2008:724, σκέψη 69)· Rottmann (C‑135/08, EU:C:2010:104)· Prinz και Seeberger (C‑523/11 και C‑585/11, EU:C:2013:524, σκέψη 24), καθώς και Martens (C‑359/13, EU:C:2015:118, σκέψη 21).


47 —      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στις υποθέσεις Rendón Marín και CS (C‑165/14 και C‑304/14, EU:C:2016:75, σημείο 117).


48 —      Συναφώς βλ. Azoulai, L., «Le sujet des libertés de circuler», στο Dubout, É., και Maitrot de la Motte, A., L’unité des libertés de circulation — In varietate concordia?, Bruylant, 2013, σ. 385 έως 411, και, ιδίως, σ. 408.


49 —      Δανείζομαι την έκφραση από τον γενικό εισαγγελέα Μ. Szpunar (βλ. τις προτάσεις τους στις υποθέσεις Rendón Marín και CS, C‑165/14 και C‑304/14, EU:C:2016:75, υποσημείωση 109).


50 —      Βλ. σημείο 36 των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής.


51 —      Βλ., συναφώς, απόφαση Alokpa και Moudoulou (C‑86/12, EU:C:2013:645, σκέψη 36 και διατακτικό).


52 —      Σκέψη 72.


53 —      Σκέψη 36 και διατακτικό.


54 —      Βλ., συναφώς, Carlier, J.‑Y., «La libre circulation des personnes dans l’Union européenne», Journal de droit européen, 2014, σ. 167 έως 175, και, ιδίως, σ. 174. Την ίδια ερμηνεία υποστήριξε και η γενική εισαγγελέας Ε. Sharpston στις υποθέσεις O. κ.λπ. (C‑456/12 και C‑457/12, EU:C:2013:837). Συγκεκριμένα, κατά τη γενική εισαγγελέα Ε. Sharpston, «επιβάλλεται να εξεταστεί μια νομική κατάσταση υπό το πρίσμα του Χάρτη αν, αλλά μόνον αν, μια διάταξη του δικαίου της ΕΕ επιβάλλει υποχρέωση ενέργειας ή παράλειψης στο κράτος μέλος (είτε η εν λόγω υποχρέωση απορρέει από τις Συνθήκες είτε από το παράγωγο δίκαιο της ΕΕ)» (σημείο 61). Αυτή ακριβώς η περίπτωση συντρέχει εν προκειμένω με το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, καθώς το εν λόγω άρθρο εξαρτά τη δυνατότητα των κρατών μελών να αρνηθούν την αναγνώριση δικαιώματος διαμονής από ορισμένες προϋποθέσεις.


55 —      Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο γενικός εισαγγελέας Μ. Szpunar με τις προτάσεις τους στις υποθέσεις Rendón Marín και CS (C‑165/14 και C‑304/14, EU:C:2016:75, σημεία 119 και 120), ο οποίος δηλώνει «πεπεισμένος» ότι καταστάσεις που εντάσσονται στο πλαίσιο της νομολογίας που εγκαινιάσθηκε με τις αποφάσεις Zhu και Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639), Rottmann (C‑135/08, EU:C:2010:104), καθώς και Ruiz Zambrano (C‑34/09, EU:C:2011:124) εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, ο γενικός εισαγγελέας Μ. Szpunar εκκινεί από τη διαπίστωση ότι οι υπήκοοι των κρατών μελών απολαύουν της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης. «Επομένως, ως πολίτες της Ένωσης, τα τέκνα αυτά έχουν το δικαίωμα να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος της Ένωσης, οιοσδήποτε δε περιορισμός του εν λόγω δικαιώματός τους εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης» (σημείο 120).


56 —      Βλ., συναφώς, Kochenov, D., «The Right to Have What Rights? EU Citizenship in Need of Clarification», European Law Journal, τόμος 19, 2013, σ. 502 έως 516, και, ιδίως, σ. 511. Βλ. επίσης προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Ε. Sharpston στις υποθέσεις O. κ.λπ. (C‑456/12 και C‑457/12, EU:C:2013:837, σημεία 62 και 63).


57 —      Απόφαση Baumbast και R (C‑413/99, EU:C:2002:493, σκέψη 73). Βλ., επίσης, απόφαση Teixeira (C‑480/08, EU:C:2010:83, σκέψη 39).


58 —      Βλ., συναφώς, αποφάσεις Ibrahim και Secretary of State for the Home Department (C‑310/08, EU:C:2010:80, σκέψη 59)· Teixeira (C‑480/08, EU:C:2010:83, σκέψη 36), καθώς και Alarape και Tijani (C‑529/11, EU:C:2013:290, σκέψη 26).


59 —      Απόφαση Teixeira (C‑480/08, EU:C:2010:83, σκέψη 51). Η υπογράμμιση δική μου. Το Δικαστήριο παραπέμπει στη σκέψη 69 της αποφάσεως Baumbast και R (C‑413/99, EU:C:2002:493).


60 —      Απόφαση Teixeira (C‑480/08, EU:C:2010:83, σκέψη 52).


61 —      Απόφαση Teixeira (C‑480/08, EU:C:2010:83, σκέψη 74). Η υπογράμμιση δική μου.


62 —      Απόφαση Ibrahim και Secretary of State for the Home Department (C‑310/08, EU:C:2010:80, σκέψη 39). Η υπογράμμιση δική μου.


63 —      Απόφαση Baumbast και R (C‑413/99, EU:C:2002:493, σκέψη 74).