Language of document : ECLI:EU:C:2014:43

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NIILO JÄÄSKINEN

της 30ής Ιανουαρίου 2014 (1)

Υπόθεση C-438/12

Irmengard Weber

κατά

Mechthilde Weber

[αίτηση του Oberlandesgericht München (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής απόφασης]

«Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις — Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 — Άρθρο 22, σημείο 1 — Αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία — Διαφορές σχετικές με εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων — Ζήτημα αν περιλαμβάνεται το δικαίωμα προαίρεσης για αγορά ακινήτου — Άρθρο 27, παράγραφος 1 — Εκκρεμοδικία — Έννοια των αγωγών που “έχουν ασκηθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων” — Έννοια των αγωγών που “έχουν ασκηθεί με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία” — Επιβολή κύρωσης για κατάχρηση του δικαιώματος άσκησης αγωγής — Συνδυασμός των άρθρων 22, σημείο 1, και 27, παράγραφος 1 — Άρθρο 28, παράγραφος 1 — Συνάφεια — Κριτήρια εκτίμησης ενόψει αναστολής της διαδικασίας — Συνδυασμός των άρθρων 27 και 28 — Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας»





I –    Εισαγωγή

1.        Η αίτηση προδικαστικής απόφασης που έχει υποβάλει το Oberlandesgericht München (Γερμανία) αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2), και ειδικότερα των άρθρων 22, σημείο 1 (3), 27, παράγραφος 1 (4), και 28, παράγραφος 1 (5). Το Δικαστήριο καλείται συνεπώς να αποφανθεί επί της ερμηνείας του κανόνα περί αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, καθώς και των κανόνων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω κανονισμό σχετικά με την εκκρεμοδικία και τη συνάφεια.

2.        Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να διευκρινίσω ότι είναι σκόπιμο, κατά τη γνώμη μου, τα διάφορα ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο να μην εξεταστούν με τη σειρά που τα έχει υποβάλει το αιτούν δικαστήριο, αλλά με άλλη σειρά, που να ανταποκρίνεται περισσότερο στη λογική και στην οικονομία του κανονισμού 44/2001.

3.        Καταρχάς το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί αν το άρθρο 22, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που αφορούν τα επίδικα εμπράγματα δικαιώματα, έχει εφαρμογή στις αγωγές με τις οποίες ζητείται να αναγνωριστεί ότι δεν έχει ασκηθεί εγκύρως ένα δικαίωμα προαίρεσης για αγορά ακινήτου (6).

4.        Με ένα άλλο ερώτημα (7), το οποίο έχει σχέση με το προηγούμενο σημείο, τίθεται το ζήτημα αν, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς μπορεί να λάβει υπόψη, προκειμένου να μην αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία, το γεγονός ότι, κατά την άποψή του, το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς δεν είναι το δικαστήριο που έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 22, σημείο 1, του ίδιου αυτού κανονισμού και ότι συνεπώς η απόφαση που θα εκδώσει ενδεχομένως το δικαστήριο αυτό δεν θα αναγνωριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, στα άλλα κράτη μέλη (8).

5.        Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν εμπίπτουν στον κανόνα της εκκρεμοδικίας του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001 δύο δίκες που εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, όταν στη μία δίκη δύο πρόσωπα έχουν εναχθεί από τρίτο πρόσωπο και στην άλλη δίκη τα δύο αυτά πρόσωπα είναι αντίδικοι μεταξύ τους και, επιπλέον, αντικείμενο των δικών αυτών είναι αγωγές που στηρίζονται σε διαφορετικούς ισχυρισμούς, αλλά για να εκδοθεί απόφαση σε καθεμία από τις δίκες πρέπει να επιλυθεί προκαταρκτικά το ίδιο νομικό ζήτημα (9).

6.        Το Δικαστήριο καλείται επίσης να διευκρινίσει αν το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς υποχρεούται, στο πλαίσιο της απόφασης αναστολής της διαδικασίας, την οποία οφείλει να λάβει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, όχι μόνο να εξετάσει την αιτίαση του ενός διαδίκου ότι η άσκηση από τον αντίδικο της αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς είναι καταχρηστική, αλλά και να διασφαλίσει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του ενάγοντος της δεύτερης δίκης, και, σε περίπτωση που έχει την υποχρέωση αυτή, ποιες είναι οι συνέπειες που πρέπει να συναχθούν (10).

7.        Εξάλλου, το Δικαστήριο καλείται να διασαφηνίσει αν το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς πρέπει, πριν να έχει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, το οποίο αφορά τις συναφείς αγωγές που εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, να έχει αποφανθεί ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, του ίδιου αυτού κανονισμού, το οποίο αφορά τις περιπτώσεις εκκρεμοδικίας, δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση (11).

8.        Τέλος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ποια είναι τα κριτήρια που μπορεί να λάβει υπόψη, στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, με δεδομένο ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η αναστολή της διαδικασίας είναι προαιρετική σε περίπτωση συνάφειας (12).

II – Η διαφορά της υπόθεσης της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

9.        Αντίδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι η I. Weber και η M. Weber, δύο αδελφές προχωρημένης ηλικίας, οι οποίες είναι συγκύριες, κατά τα έξι δέκατα και κατά τα τέσσερα δέκατα αντίστοιχα, ενός ακινήτου στο Μόναχο (Γερμανία). Κατόπιν συμβολαιογραφικού εγγράφου της 20ής Δεκεμβρίου 1971, καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο υπέρ της I. Weber, σύμφωνα με το άρθρο 1094, παράγραφος 1, του γερμανικού Αστικού Κώδικα (13) (Bürgerliches Gesetzbuch, στο εξής: BGB), δικαίωμα προαίρεσης για την αγορά του εν λόγω ακινήτου.

10.      Με σύμβαση της 28ης Οκτωβρίου 2009, η οποία καταρτίστηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, η M. Weber πώλησε το ποσοστό συγκυριότητάς της επί του ακινήτου, δηλαδή τα τέσσερα δέκατα της κυριότητας, στην εταιρία γερμανικού δικαίου Z. GbR, ένας από τους διαχειριστές της οποίας είναι ο γιος της, ονόματι P. F. Calmetta, δικηγόρος εγκατεστημένος στο Μιλάνο (Ιταλία). Σύμφωνα με μια ρήτρα της εν λόγω σύμβασης, η M. Weber θα είχε δικαίωμα υπαναχώρησης μέχρι τις 28 Μαρτίου 2010, για την άσκηση του οποίου προβλέπονταν ορισμένες προϋποθέσεις.

11.      Η I. Weber, την οποία ενημέρωσε ο συμβολαιογράφος που είχε καταρτίσει την εν λόγω σύμβαση στο Μόναχο, άσκησε, με έγγραφο της 18ης Δεκεμβρίου 2009, το δικαίωμα προαίρεσης επί του ποσοστού αυτού, δυνάμει των άρθρων 463 και 464 του BGB (14).

12.      Στις 25 Φεβρουαρίου 2010, με σύναψη που συνήφθη ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, η I. και η M. Weber αναγνώρισαν εκ νέου την έγκυρη άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης και συμφώνησαν για τη μεταβίβαση της κυριότητας στην I. Weber, με το ίδιο τίμημα που είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση πώλησης που είχε υπογραφεί από την M. Weber και την εταιρία Z. GbR. Οι ενδιαφερόμενες προφανώς ζήτησαν από τον συμβολαιογράφο να μην καταχωρίσει στο κτηματολόγιο αυτή τη μεταβίβαση κυριότητας προτού η M. Weber παραιτηθεί από το δικαίωμα υπαναχώρησης που είχε βάσει της σύμβασης της 28ης Οκτωβρίου 2009, σύμφωνα με το άρθρο 873, παράγραφος 1, του BGB (15) και με το άρθρο 19 του νόμου για την τήρηση του κτηματολογίου (Grundbuchordnung) (16). Στις 2 Μαρτίου 2010 η I. Weber κατέβαλε το τίμημα που είχε συμφωνηθεί, δηλαδή 4 εκατομμύρια ευρώ. Με δήλωση περιεχόμενη σε έγγραφο της 15ης Μαρτίου 2010 η M. Weber άσκησε το εν λόγω δικαίωμα υπαναχώρησης.

13.      Με δικόγραφο της 29ης Μαρτίου 2010, το οποίο επιδόθηκε στην I. Weber στις 11 Μαΐου 2010, η εταιρία Z. GbR άσκησε αγωγή ενώπιον του Tribunale ordinario di Milano (Πρωτοδικείου Μιλάνου) κατά της I. και της M. Weber και ζήτησε από το δικαστήριο αυτό να αναγνωρίσει αφενός ότι η άσκηση από την I. Weber του δικαιώματος προαίρεσης ήταν άκυρη και αφετέρου ότι η σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ της M. Weber και της εν λόγω εταιρίας εξακολουθούσε να ισχύει.

14.      Στις 15 Ιουλίου 2010 η I. Weber άσκησε ενώπιον του Landgericht München I αγωγή κατά της Μ. Weber, με αίτημα να υποχρεωθεί η εναγόμενη να δηλώσει ότι συναινεί για την καταχώριση στο κτηματολόγιο της μεταβίβασης των τεσσάρων δεκάτων της κυριότητας του ακινήτου που της ανήκαν (17). Η Μ. Weber πρόβαλε κατά της αγωγής την ένσταση της εκκρεμοδικίας, λόγω της δίκης που εκκρεμούσε ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου.

15.      Με διατάξεις της 1ης Απριλίου 2011 και της 23ης Αυγούστου 2011, το Landgericht München I ανέστειλε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 και, επικουρικά, του άρθρου 28, παράγραφοι 1 και 3, του ίδιου αυτού κανονισμού, την ενώπιόν του διαδικασία λόγω της δίκης που εκκρεμούσε ενώπιον του Tribunale ordinario di Milano, που ήταν το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο.

16.      Η I. Weber άσκησε έφεση ενώπιον του Oberlandesgericht München. Με απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2012, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Οκτωβρίου 2012, το εν λόγω δικαστήριο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, διευκρινίζοντας πάντως ότι θεωρούσε ότι το Landgericht München I είχε ενεργήσει ορθώς:

«1)      Εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 27 του κανονισμού [44/2001] ακόμη και οι περιπτώσεις στις οποίες, στη μία δίκη, δύο διάδικοι έχουν εναχθεί από τρίτο πρόσωπο, ενώ στην άλλη δίκη οι ίδιοι διάδικοι είναι αντίδικοι μεταξύ τους; Υφίσταται σε αυτή την περίπτωση δίκη “μεταξύ των ίδιων διαδίκων” ή πρέπει τα αιτήματα που έχει διατυπώσει στην πρώτη δίκη ο τρίτος κατά των εναγομένων να εξεταστούν χωριστά, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος για δίκη “μεταξύ των ίδιων διαδίκων”;

2)      Υφίσταται αγωγή “με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία” υπό την έννοια του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001, όταν τα αγωγικά αιτήματα και οι αγωγικοί ισχυρισμοί είναι μεν διαφορετικά σε κάθε δίκη, πλην όμως:

α)      για να εκδοθεί απόφαση σε καθεμία από τις δίκες πρέπει να επιλυθεί το ίδιο προκαταρκτικό ζήτημα, ή

β)      στο πλαίσιο της εξέτασης ενός επικουρικού αιτήματος στη μία δίκη ζητείται η αναγνώριση έννομης σχέσης της οποίας η ύπαρξη αποτελεί προκαταρκτικό ζήτημα στην άλλη δίκη;

3)      Συνιστά αγωγή με αντικείμενο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου υπό την έννοια του άρθρου 22, [σημείο] 1, του κανονισμού 44/2001 η αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος δεν άσκησε εγκύρως το εμπράγματο δικαίωμα προαίρεσης για την αγορά ακινήτου στη Γερμανία, δικαίωμα που αναμφισβήτητα είχε ο εναγόμενος κατά το γερμανικό δίκαιο;

4)      Οφείλει το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς να ελέγξει, στο πλαίσιο της κατ’ άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 απόφασής του και πριν το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς εκδώσει απόφαση για το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας, εάν το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς δεν έχει δικαιοδοσία λόγω του άρθρου 22, [σημείο] 1, του κανονισμού 44/2001, στον βαθμό που, κατά το άρθρο 35, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, η έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς θα είχε ως συνέπεια να μην μπορεί να αναγνωριστεί η απόφαση του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς; Καθίσταται το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ανεφάρμοστο για το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς, όταν το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς δεν έχει δικαιοδοσία λόγω του άρθρου 22, [σημείο] 1, του κανονισμού 44/2001;

5)      Οφείλει το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς να εξετάσει, στο πλαίσιο της κατ’ άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 απόφασής του και πριν το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς εκδώσει απόφαση για το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας, την αιτίαση ενός από τους διαδίκους ότι η άσκηση από τον άλλο διάδικο αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς είναι καταχρηστική; Καθίσταται το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ανεφάρμοστο για το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς, όταν το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι η άσκηση της αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς ήταν καταχρηστική;

6)      Συνιστά προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 να έχει αποφανθεί προηγουμένως το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εφαρμόζεται το άρθρο 27, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού;

7)      Επιτρέπεται, στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, να λαμβάνονται υπόψη:

α)      ότι, βάσει των στατιστικών, στο κράτος μέλος του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς η δίκη έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια απ’ ό,τι στο κράτος μέλος του δικαστηρίου που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς,

β)      ότι, κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο του κράτους μέλους του δικαστηρίου που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς,

γ)      η ηλικία ενός από τους διαδίκους,

δ)      οι προοπτικές ευδοκίμησης της αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς;

8)      Πρέπει στο πλαίσιο της ερμηνείας και της εφαρμογής των άρθρων 27 και 28 του κανονισμού 44/2001, πέραν του σκοπού που συνίσταται στην αποτροπή της έκδοσης ασύμβατων και αντιφατικών αποφάσεων, να λαμβάνεται υπόψη και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του ενάγοντος της δεύτερης δίκης;»

17.      Από τα στοιχεία που προστέθηκαν αργότερα στη δικογραφία προκύπτει ότι το Tribunale ordinario di Milano, με απόφαση της 23ης Μαΐου 2013, αποφάνθηκε ότι διεθνή δικαιοδοσία για τις αγωγές της εταιρίας Z. GbR κατά των I. και M. Weber δεν είχε το ίδιο, αλλά τα γερμανικά δικαστήρια.

18.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η I. Weber, η M. Weber, η Γερμανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ελβετική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Οκτωβρίου 2013 αγόρευσαν μόνο οι εκπρόσωποι της I. Weber και της M. Weber, καθώς και της Επιτροπής.

III – Ανάλυση

19.      Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να υπενθυμίσω ότι, στον βαθμό που ο κανονισμός 44/2001 αντικαθιστά τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (18), η ερμηνεία που έχει δώσει το Δικαστήριο σχετικά με τις διατάξεις της σύμβασης αυτής ισχύει και για τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, όταν οι διατάξεις των πράξεων αυτών μπορούν να χαρακτηριστούν ως ισοδύναμες (19). Εν προκειμένω θεωρώ δεδομένη την ισοδυναμία αυτή για όλες τις διατάξεις τις οποίες αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα, αφού τα άρθρα 22, σημείο 1, 27, παράγραφος 1, και 28, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού όχι μόνο αντιστοιχούν σε διατάξεις της Σύμβασης των Βρυξελλών (20), αλλά και έχουν την ίδια σχεδόν διατύπωση (21).

20.      Εξάλλου, θα ήθελα να επισημάνω ότι θεωρώ αναγκαίο να εξεταστούν τα προδικαστικά ερωτήματα καθ’ ομάδες και με διαφορετική σειρά από τη σειρά με την οποία τα διατύπωσε το αιτούν δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα, θα αρχίσω την ανάλυση με το τρίτο ερώτημα, το οποίο αφορά τη βάση της αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, πριν συνεχίσω την ανάλυσή μου με το τέταρτο ερώτημα, με το οποίο ζητείται η διασαφήνιση των αποτελεσμάτων της διάταξης αυτής από την άποψη του κανόνα της εκκρεμοδικίας, τον οποίο θέτει το άρθρο 27 του ίδιου αυτού κανονισμού. Η σειρά αυτή μου φαίνεται λογική, διότι, κατά τη γνώμη μου, όταν ένα εθνικό δικαστήριο έχει τέτοια αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, δεν είναι δυνατόν να θεωρείται υποχρεωμένο να εξετάζει αν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της εκκρεμοδικίας, τις οποίες αφορούν τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα (22), σε σχέση με τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί ως δεύτερο δικαστήριο. Θεωρώ δηλαδή ότι στην περίπτωση αυτή κανένα δικαστήριο άλλου κράτους μέλους δεν μπορεί νομίμως να έχει συντρέχουσα διεθνή δικαιοδοσία.

 Α –      Επί της ερμηνείας του άρθρου 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 και του συνδυασμού της διάταξης αυτής με το άρθρο 27 του ίδιου αυτού κανονισμού

1.      Επί του ζητήματος αν το εμπράγματο δικαίωμα προαίρεσης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανόνα περί αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας τον οποίο προβλέπει το άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 (τρίτο ερώτημα)

21.      Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν, όπως δέχεται το ίδιο, μια αγωγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος δεν άσκησε εγκύρως το εμπράγματο δικαίωμα προαίρεσης, το οποίο υφίσταται κατά το ουσιαστικό δίκαιο κράτους μέλους σε σχέση με ακίνητο ευρισκόμενο στο ίδιο αυτό κράτος μέλος, συνιστά αγωγή με αντικείμενο ένα από τα «εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου» στα οποία αναφέρεται το άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα αυτό, για την αγωγή αυτή θα υπάρχει η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή υπέρ των «δικαστηρίων του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου».

22.      Το αιτούν δικαστήριο θέτει συγκεκριμένα το ερώτημα αν η αγωγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της άσκησης ενός δικαιώματος προαίρεσης σχετικά με ακίνητο ευρισκόμενο στη Γερμανία, όπως είναι η αγωγή που άσκησε η εταιρία Z. GbR ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού, πράγμα που θα σήμαινε ότι τα γερμανικά δικαστήρια έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωση αυτή.

23.      Θα ήθελα να επισημάνω ότι η M. Weber ισχυρίζεται ότι το προδικαστικό αυτό ερώτημα είναι απαράδεκτο, επειδή η αγωγή για την αναγκαστική καταχώριση στο κτηματολόγιο, η οποία ασκήθηκε ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου, αφενός δεν αφορά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, υπό την έννοια του άρθρου 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, και αφετέρου δεν ασκεί καμία επιρροή επί της απόφασης αναστολής της διαδικασίας που θα μπορούσε να λάβει το αιτούν δικαστήριο κατ’ εφαρμογή των άρθρων 27 και 28 του εν λόγω κανονισμού (23).

24.      Από πάγια νομολογία προκύπτει πάντως ότι η απόρριψη από το Δικαστήριο αίτησης προδικαστικής απόφασης είναι δυνατή μόνο όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (24).

25.      Αυτό όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αν ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που έχει υποβάλει το Oberlandesgericht München και από τα οποία προκύπτει ότι η αγωγή που έχει ασκηθεί παράλληλα ενώπιον ιταλικού δικαστηρίου αφορά το κύρος της άσκησης από την I. Weber του δικαιώματος προαίρεσης που είχε επί ενός ακινήτου (25), ενώ η αγωγή που εκκρεμεί στη Γερμανία προϋποθέτει την εξέταση του σημείου αυτού ως προκαταρκτικού ζητήματος. Αφού το δικαστήριο αυτό έχει εκθέσει προσηκόντως τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το προδικαστικό ερώτημά του και αφού η απάντηση στο ερώτημα αυτό του είναι απαραίτητη για να εκδώσει την απόφασή του επί της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του, η αίτηση προδικαστικής απόφασης πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.

26.      Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία τη σχετική με το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, της Σύμβασης των Βρυξελλών (26), το κριτήριο για την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, δηλαδή μια διαδικασία «σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων», πρέπει να διαμορφωθεί ως αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, η φράση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται με αναφορά, αφενός, στους σκοπούς και στο σύστημα του κανονισμού αυτού και, αφετέρου, στις γενικές αρχές που συνάγονται από το σύνολο των εθνικών νομικών συστημάτων (27). Συναφώς θα ήθελα να τονίσω ότι η αρχή της δωσιδικίας του ακινήτου είναι κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας που γίνεται ευρύτατα αποδεκτός, κατ’ εφαρμογή διατάξεων τόσο του εθνικού όσο και του διεθνούς δικαίου, σχετικά με τις διασυνοριακές διαφορές που έχουν ως αντικείμενο εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων.

27.      Από τελολογική άποψη θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο απονέμεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το ακίνητο (28) έγκειται στη διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, καθόσον τα δικαστήρια αυτά είναι, λόγω της γεωγραφικής τους εγγύτητας, τα πιο ενδεδειγμένα για την επίλυση των διαφορών των σχετικών με δικαιώματα επί του ακινήτου αυτού (29), όπως έχει επανειλημμένα δεχτεί το Δικαστήριο σε σχέση με τη Σύμβαση των Βρυξελλών (30).

28.      Από συστημική άποψη, είναι επίσης βέβαιο ότι το περιεχόμενο του κανόνα περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας που περιέχεται στο άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 δεν μπορεί να διευρυνθεί κατά τρόπο που να ερμηνεύεται ευρύτερα απ’ όσο απαιτούν οι σκοποί του (31). Ο λόγος έγκειται στο ότι η διάταξη αυτή εισάγει μια εξαίρεση όχι μόνο από τον γενικό κανόνα για τη διεθνή δικαιοδοσία, τον οποίο θέτει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού —πράγμα που σημαίνει ότι ο εναγόμενος δεν έχει τη δυνατότητα να αξιώσει να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του, αν το επίμαχο ακίνητο δεν βρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος—, αλλά και από τους κανόνες του εν λόγω κανονισμού για τις ειδικές δικαιοδοσίες —πράγμα που αφαιρεί από τους διαδίκους τις προβλεπόμενες στον κανονισμό δυνατότητες επιλογής του αρμόδιου δικαστηρίου (32).

29.      Με δεδομένο αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της νομολογίας της σχετικής με το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, της Σύμβασης των Βρυξελλών, έχει ερμηνεύσει στενά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001. Ο κανόνας αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας «σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων», τον οποίο θέτει το εν λόγω άρθρο, ορίστηκε κατά τρόπο που «[να μην] περιλαμβάνονται όλες οι αγωγές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, αλλά μόνον οι αγωγές εκείνες οι οποίες, αφενός, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Συμβάσεως [ή του εν λόγω κανονισμού] και, αφετέρου, περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών με τις οποίες επιδιώκεται ο καθορισμός της εκτάσεως, της υφής, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ’ αυτών, καθώς και η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομιών που συνδέονται με τον τίτλο τους» (33).

30.      Επιπλέον, από τη νομολογία (34) προκύπτει ότι, για να έχει εφαρμογή το άρθρο 16, σημείο 1, της Σύμβασης των Βρυξελλών, δεν αρκεί η αγωγή να αφορά ένα εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ή να έχει σχέση με ακίνητο, αλλά η αγωγή πρέπει να στηρίζεται σε εμπράγματο δικαίωμα και όχι σε ενοχικό (35). Η διαφορά μεταξύ ενός εμπράγματου και ενός ενοχικού δικαιώματος είναι ότι το πρώτο, το οποίο έχει αποκτηθεί επί ενσώματου αγαθού, παράγει αποτελέσματα έναντι πάντων, ενώ το δεύτερο μπορεί να ασκηθεί μόνο έναντι του οφειλέτη. Τα δεδομένα αυτά ισχύουν και για το άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001.

31.      Εν προκειμένω θεωρώ ότι η αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι δεν έχει ασκηθεί εγκύρως ένα δικαίωμα προαίρεσης για την αγορά ακινήτου, το οποίο έχει καταχωριστεί στο κτηματολόγιο, όπως είναι η αγωγή που άσκησε η εταιρία Z. GbR ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου, του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της τελευταίας αυτής διάταξης. Συγκεκριμένα, η αγωγή αυτή στηρίζεται στην ύπαρξη ενός «δικαιώματος προτίμησης» που αφορά ακίνητο (36) και αποσκοπεί στον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων erga omnes που μπορεί να έχει για τον κάτοχο του δικαιώματος η άσκηση του δικαιώματος αυτού, όσον αφορά τη μεταβίβαση της κυριότητας, και ειδικότερα έναντι ενός τρίτου αγοραστή. Πρόκειται συνεπώς για δικαίωμα αφενός εμπράγματο και όχι ενοχικό και αφετέρου επί ακινήτου. Θεωρώ ότι η ορθότητα της ερμηνείας αυτής επιβεβαιώνεται από τους λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης στους οποίους στηρίζεται το εν λόγω άρθρο 22, σημείο 1.

32.      Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι η αγωγή που έχει ως αντικείμενο την έγκυρη ή μη άσκηση ενός δικαιώματος προαίρεσης επί ακινήτου, όπως η αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου πριν η παρούσα υπόθεση υποβληθεί στην κρίση του αιτούντος δικαστηρίου, καλύπτεται από την έννοια της αγωγής «σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001.

2.      Επί των συνεπειών που θα είχε για την ενδεχόμενη αναστολή της διαδικασίας λόγω εκκρεμοδικίας η ύπαρξη αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας του δεύτερου επιληφθέντος δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 (τέταρτο ερώτημα)

33.      Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αφορά κατ’ ουσία τη σχέση μεταξύ του άρθρου 22, σημείο 1, και του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, και ειδικότερα το ζήτημα αν το πρώτο από τα άρθρα αυτά επιτρέπει παρεκκλίσεις από το δεύτερο. Το Δικαστήριο καλείται συγκεκριμένα να αποφανθεί αν, όταν εκκρεμούν δύο παράλληλες διαδικασίες σε δυο διαφορετικά κράτη μέλη, το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δεύτερο πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι, κατά την άποψή του, η απόφαση που θα εκδώσει ενδεχομένως το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο δεν θα αναγνωριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, στα άλλα κράτη μέλη, επειδή δεν θα έχει τηρηθεί η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία την οποία προβλέπει σχετικά με τις υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων το άρθρο 22, σημείο 1.

34.      Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Η καταφατική αυτή απάντηση μου φαίνεται επιβεβλημένη καταρχάς λόγω της διατύπωσης του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001, το οποίο αποτελεί κατά γράμμα επανάληψη του άρθρου 21 της Σύμβασης των Βρυξελλών. Η διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης υπέστη σημαντικές μεταβολές, οι οποίες πρέπει οπωσδήποτε να ληφθούν υπόψη. Πριν από την τροποποίηση που επήλθε το 1989 (37), το εν λόγω άρθρο 21 ήταν διατυπωμένο κατά τρόπο που το δεύτερο δικαστήριο που επιλαμβανόταν της υπόθεσης είχε την ευχέρεια να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία —και όχι την υποχρέωση να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας— μόνο στην περίπτωση που αμφισβητούνταν η δικαιοδοσία του άλλου δικαστηρίου.

35.      Ο μηχανισμός που ισχύει σήμερα λειτουργεί αντίστροφα, αφού το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δεύτερο έχει αντίθετα την υποχρέωση να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία «μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο». Η διεθνής αυτή δικαιοδοσία όμως δεν πρόκειται, εξ ορισμού, να διαπιστωθεί ποτέ, αν το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δεύτερο είναι το μόνο δικαστήριο που έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία λόγω του αντικειμένου της διαφοράς, όπως είναι η δικαιοδοσία που απονέμεται από το άρθρο 22, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού και η οποία αναγκαστικά υπερισχύει (38).

36.      Θεωρώ ότι η ανάλυση αυτή δεν προσκρούει στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 21 της Σύμβασης των Βρυξελλών. Συγκεκριμένα, στην απόφαση Overseas Union Insurance κ.λπ. (39) περιέχεται μια παρεμπίπτουσα κρίση του Δικαστηρίου η οποία, ερμηνευόμενη εκ του εναντίου, θα μπορούσε να σημαίνει ότι, αν το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο είχε αποκλειστική δικαιοδοσία προβλεπόμενη από τη Σύμβαση, και συγκεκριμένα από το άρθρο 16 της Σύμβασης αυτής (που αντιστοιχεί στο άρθρο 22 του κανονισμού 44/2001), το δικαστήριο αυτό θα είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του την έλλειψη δικαιοδοσίας του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου. Για την ακρίβεια, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται δεύτερο περιορίζεται στην εξέταση της δικής του δικαιοδοσίας, η οποία είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποκλειστική, όπως τονίστηκε στην ίδια εκείνη υπόθεση από τον γενικό εισαγγελέα W. Van Gerven (40).

37.      Η λύση αυτή, η οποία επελέγη σε σχέση με το αρχικό κείμενο του εν λόγω άρθρου 21, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ισχύσει κατά μείζονα λόγο σε σχέση με το άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001, το γράμμα του οποίου είναι ακόμη σαφέστερο ως προς την ανάγκη οριστικής διαπίστωσης της δικαιοδοσίας του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου πριν συναχθούν όλες οι συνέπειες της εκκρεμοδικίας.

38.      Θα ήθελα να προσθέσω ότι η ανάλυση αυτή συμβιβάζεται, πιστεύω, με τη μεταγενέστερη νομολογία. Το Δικαστήριο, με την απόφαση Gasser (41), η οποία αφορούσε το τροποποιημένο κείμενο του άρθρου 21 της Σύμβασης των Βρυξελλών, αποφάνθηκε ότι ο δικονομικός κανόνας που περιέχεται στο άρθρο αυτό «στηρίζεται επί της χρονολογικής σειράς κατά την οποία επελήφθησαν της υποθέσεως τα συγκεκριμένα δικαστήρια». Το Δικαστήριο κατέληξε ότι το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο, η διεθνής δικαιοδοσία του οποίου προβάλλεται βάσει ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας, οφείλει εντούτοις, για λόγους ασφάλειας δικαίου, να αναστείλει τη διαδικασία, μέχρι να διαπιστώσει το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του (42).

39.      Η υπόθεση εκείνη πάντως αφορούσε την ειδική περίπτωση αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας βασιζόμενης σε σύμβαση περί διεθνούς δικαιοδοσίας, την οποία οι διάδικοι διατηρούν πάντοτε τη δυνατότητα να μην επικαλεστούν ή της οποίας το κύρος μπορεί να αμφισβητηθεί (43), και όχι σε δικαιοδοσία που να έχει άμεση σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς, όπως συμβαίνει με τις υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κατά το άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001.

40.      Όταν όμως αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία βάσει της παραπάνω διάταξης έχει μόνο το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δεύτερο (44), θα ήταν άσκοπο, κατά την άποψή μου, να αναστείλει το δικαστήριο αυτό την ενώπιόν του διαδικασία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 1, του ίδιου αυτού κανονισμού, μέχρι να εκδώσει απόφαση το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο, αφού το πρώτο αυτό δικαστήριο δεν μπορεί εγκύρως να κρίνει ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία και να αποφανθεί επομένως επί της ουσίας της παράλληλης υπόθεσης. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα ενθάρρυνε την άσκηση αγωγών που θα λειτουργούσαν ως «τορπίλη», καθόσον θα μπορούσαν να ασκούνται —αθέμιτα— πρώτα σε κάποιο κράτος μέλος με μόνο σκοπό την καταστρατήγηση της αποκλειστικής δικαιοδοσίας μάλιστα των δικαστηρίων ενός άλλου κράτους μέλους, δηλαδή του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το ακίνητο που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς.

41.      Το σύστημα στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 συνηγορεί σαφώς υπέρ της ερμηνείας που προτείνω. Πράγματι, το άρθρο 25 του ίδιου αυτού κανονισμού επιβάλλει σε όλα τα δικαστήρια των κρατών μελών, με μόνη εξαίρεση τα δικαστήρια του τόπου στον οποίο βρίσκεται το ακίνητο, να διαπιστώνουν την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας τους, τα εμπράγματα δικαιώματα επί του οποίου αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς (45). Επιπλέον, σύμφωνα με τα άρθρα 35, παράγραφος 1, και 45, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, είναι βέβαιο ότι η απόφαση που θα εκδιδόταν από το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο κατά παράβαση του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας τον οποίο προβλέπει το εν λόγω άρθρο 22, σημείο 1, δεν θα αναγνωριζόταν ούτε θα εκτελούνταν στα άλλα κράτη μέλη. Αν το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο, το οποίο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, ανέστελλε, υπό τις συνθήκες αυτές, την ενώπιόν του διαδικασία, το αποτέλεσμα θα ήταν απλώς και μόνο ανώφελη απώλεια χρόνου και δεν θα ανταποκρινόταν συνεπώς στην ανάγκη ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

42.      Για να μη στερηθεί όμως ο μηχανισμός του εν λόγω άρθρου 27, παράγραφος 1, την πρακτική αποτελεσματικότητά του, φρονώ ότι οι περιπτώσεις στις οποίες το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο πρέπει να διαπιστώνει την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία του, παρά την προτεραιότητα που έχει καταρχήν το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο, πρέπει να είναι περιορισμένες, και συγκεκριμένα πρέπει να πρόκειται μόνο για τις περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατή μια αξιόπιστη πρόβλεψη σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεση, χωρίς κίνδυνο αντιφατικών αποφάσεων. Συμφωνώ με την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Ελβετική Κυβέρνηση ότι η πρόβλεψη αυτή είναι δυνατή όταν οι ένδικες διαφορές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό δεν πρόκειται να θιγεί ο σκοπός του κανονισμού 44/2001, και πιο συγκεκριμένα του άρθρου 27, δηλαδή ο σκοπός αποφυγής της παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και της συνακόλουθης έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων (46), αφού η πιθανότητα έκδοσης τέτοιων αποφάσεων είναι, στην περίπτωση αυτή, ιδιαίτερα μικρή.

43.      Επομένως, προτείνω να δοθεί καταφατική απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, αφού στις περιπτώσεις που είναι παρόμοιες με την περίπτωση που αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης δεν υπάρχουν δύο δικαστήρια που να έχουν συγχρόνως διεθνή δικαιοδοσία, άρα δεν υπάρχει σύγκρουση δικαιοδοσιών που να πρέπει να επιλυθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 44/2001 που ρυθμίζουν την εκκρεμοδικία.

 Β –      Επί της ερμηνείας του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001

44.      Τα τέσσερα άλλα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 (47) θα εξεταστούν ως ενιαία ομάδα, και συγκεκριμένα θα εξεταστούν καταρχάς (1) οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να υπάρχει εκκρεμοδικία κατά την έννοια της διάταξης αυτής και στη συνέχεια (2) οι συνέπειες από την ενδεχόμενη ύπαρξη εκκρεμοδικίας.

45.      Αν το Δικαστήριο, όπως του προτείνω, καταλήξει ότι εν προκειμένω αποκλείεται η ύπαρξη εκκρεμοδικίας, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, λόγω της προτεραιότητας που έχει η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων της τοποθεσίας του ακινήτου, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 22, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, τότε δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί καμία απάντηση στα ερωτήματα αυτά. Κατά συνέπεια, οι παρατηρήσεις τις οποίες θα αναπτύξω παρακάτω σχετικά με τα ερωτήματα αυτά διατυπώνονται επικουρικά και μόνο.

1.      Επί των προϋποθέσεων της ύπαρξης εκκρεμοδικίας κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001

46.      Τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες γίνεται δεκτό ότι υπάρχει εκκρεμοδικία κατά το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001. Το Δικαστήριο οφείλει ειδικότερα να προσδιορίσει την έννοια των φράσεων: α) «αγωγές […] μεταξύ των ίδιων διαδίκων» και β) «αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία», στις οποίες δεν δίδεται κανείς ορισμός με την εν λόγω διάταξη.

47.      Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να υπενθυμίσω ότι οι δύο αυτές φράσεις πρέπει να οριστούν αυτοτελώς, δηλαδή ανεξάρτητα από τις έννοιες που χρησιμοποιούνται σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη (48).

48.      Κατά την άποψή μου, στο πλαίσιο της ερμηνείας των διατάξεων του κανονισμού 44/2001 που αφορούν την εκκρεμοδικία, θα πρέπει, για να δοθεί αποφατικός ορισμός της εκκρεμοδικίας, να ληφθεί υπόψη η λύση στην οποία κατέληξε το Δικαστήριο στην απόφαση Tatry, η οποία αφορούσε την ερμηνεία της παράλληλης έννοιας της συνάφειας, η οποία καλύπτει «όλες τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει κίνδυνος αλληλοσυγκρουόμενων λύσεων, ακόμη και αν είναι δυνατή η αυτοτελής εκτέλεση καθεμιάς αποφάσεως και οι έννομες συνέπειές τους δεν αλληλοαναιρούνται» (49). Από τα παραπάνω συνάγω ότι η εκκρεμοδικία αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες δεν θα ήταν δυνατή η αυτοτελής εκτέλεση των μελλοντικών αποφάσεων και οι έννομες συνέπειές τους αλληλοαναιρούνται. Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο λόγος ύπαρξης της υποχρέωσης του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί δεύτερο να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου (50).

49.      Θα ήθελα να προσθέσω, σχετικά με την ερμηνεία αυτή, ότι θα πρέπει επίσης να συναχθούν οι ενδεδειγμένες συνέπειες από το γεγονός ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν έχει εναρμονίσει ούτε τα υποκειμενικά ούτε τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου των αποφάσεων που εκδίδονται σε αστικές υποθέσεις. Επομένως, η εφαρμογή των διατάξεων για την εκκρεμοδικία δεν είναι εύκολη, διότι η εκκρεμοδικία αποτελεί στην πραγματικότητα, κατ’ εμέ, μια μορφή πρόωρου δεδικασμένου της απόφασης που θα λάμβανε το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο. Επιπλέον, η εκτέλεση της υποχρέωσης αναστολής της διαδικασίας, την οποία προβλέπει το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, δεν μπορεί να προϋποθέτει ότι το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο γνωρίζει τις ιδιαιτερότητες των διατάξεων του αστικού δικαίου ή της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος μέλος του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί πρώτο της διαφοράς. Φρονώ ότι το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο πρέπει να μπορεί να λάβει την απόφασή του κατόπιν τεχνικής μάλλον εξέτασης των εισαγωγικών εγγράφων της διαδικασίας που εκκρεμεί παράλληλα.

 α)     Επί της ερμηνείας της φράσης «μεταξύ των ίδιων διαδίκων» του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 (πρώτο ερώτημα)

50.      Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο θέτει στο Δικαστήριο το ζήτημα αν μπορούν να θεωρηθούν ως δίκες «μεταξύ των ίδιων διαδίκων», πράγμα που αποτελεί ένα από τα κριτήρια για την εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, δύο παράλληλες δίκες στις οποίες αμφότερα τα εμπλεκόμενα σε αμφότερες τις δίκες αυτές πρόσωπα είναι εναγόμενα τη μία φορά, ενώ στην άλλη δίκη το ένα πρόσωπο είναι ο ενάγων και το άλλο ο εναγόμενος.

51.      Το Δικαστήριο, το οποίο έχει κληθεί στο παρελθόν να ορίσει τη φράση αυτή στο πλαίσιο της ερμηνείας της Σύμβασης των Βρυξελλών, αποφάνθηκε ότι «για την εξακρίβωση του αν οι διάδικοι είναι οι ίδιοι δεν έχει σημασία η θέση την οποία κατέχουν στις δύο δίκες, καθώς ο ενάγων της πρώτης μπορεί να είναι εναγόμενος στη δεύτερη» (51) ή αντίστροφα. Η αντιστροφή της δικονομικής θέσης που κατέχουν οι διάδικοι είναι συνεπώς απολύτως δυνατή από τη μία παράλληλη δίκη στην άλλη.

52.      Έχει γίνει επίσης δεκτό ότι υπάρχει εκκρεμοδικία στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν ταυτίζονται πλήρως, αλλά μόνο εν μέρει, υπό την προϋπόθεση ότι «ένας τουλάχιστον από τους ενάγοντες και ένας τουλάχιστον από τους εναγομένους της χρονικά προγενέστερης δίκης περιλαμβάνονται επίσης μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων της δεύτερης δίκης, ή αντίστροφα» (52).

53.      Επιπλέον, το Δικαστήριο, βάσει μιας ιδιαίτερα ευρείας αντίληψης για το κριτήριο αυτό, εξέθεσε, στην απόφαση Drouot assurances, ότι η εφαρμογή των διατάξεων για την εκκρεμοδικία ενδέχεται ενίοτε να είναι αναγκαία, ακόμη και όταν οι διάδικοι δεν ταυτίζονται πλήρως σε αμφότερες τις δίκες, εφόσον τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων ταυτίζονται και είναι αδιαχώριστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να πρέπει να θεωρηθούν ως ένας και ο αυτός διάδικος, αφού η «απόφαση κατά του ενός [θα] αποτελεί δεδικασμένο έναντι του άλλου» (53).

54.      Είμαι πάντως της γνώμης ότι η απόφαση αυτή θα πρέπει να καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας ή παρόμοιες καταστάσεις, στις οποίες δεν υπάρχει, από νομική άποψη, καμία αμφιβολία για το ότι τα συμφέροντα των διαδίκων ταυτίζονται και είναι αδιαχώριστα. Το δεύτερο επιλαμβανόμενο δικαστήριο δεν υποχρεούται, κατά κανόνα, να εξετάζει αν πληρούνται τα κριτήρια αυτά, με δεδομένο ότι αυτό θα προϋπέθετε την ακρόαση όλων των διαδίκων της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου ή τη διεξαγωγή της κατάλληλης αποδεικτικής διαδικασίας.

55.      Αν δεν τεθεί το όριο αυτό, η εφαρμογή της νομολογίας αυτής θα ενείχε, κατ’ εμέ, τον κίνδυνο να οδηγήσει σε αρνησιδικία, διότι μια διαφορά που εκκρεμεί κατά ενός διαδίκου σε ένα πρώτο κράτος μέλος θα μπορούσε να εμποδίσει την κίνηση και περάτωση οποιασδήποτε διαδικασίας κατά άλλου προσώπου σε δεύτερο κράτος μέλος, ακόμη και αν η απόφαση που εκδίδεται στην πρώτη υπόθεση δεν είναι εκτελεστή κατά του εναγομένου της δεύτερης υπόθεσης στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος (54). Συναφώς υπενθυμίζεται ότι τα δικαιώματα που έχουν κατοχυρωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (55), και με το άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (56) αποτελούν ατομικά δικαιώματα που υφίστανται ανεξάρτητα από το αν τα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου φυσικού ή νομικού προσώπου είναι αδιαχώριστα από ή ταυτίζονται με τα συμφέροντα άλλου προσώπου. Αφού τα πρόσωπα αυτά είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ακόμη και αν έχουν κοινά συμφέροντα, οι πολίτες δεν επιτρέπεται να στερούνται νομίμως τη δυνατότητα να επιδιώκουν την εκδίκαση της αγωγής τους χωρίς καμία καθυστέρηση οφειλόμενη στο ότι ένας άλλος πολίτης έχει εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους.

56.      Όσον αφορά ειδικότερα την περίπτωση την οποία αφορά η υπό εξέταση υπόθεση, από το γράμμα του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 προκύπτει σαφώς, κατά τη γνώμη μου, ότι, για να πρόκειται για τους ίδιους διαδίκους, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, πρέπει οι ενδιαφερόμενοι να είναι αντίδικοι σε αμφότερες τις δίκες που εκκρεμούν παράλληλα (57). Η απαίτηση αυτή αντανακλά άλλωστε την κλασική αντίληψη που επικρατεί στο αστικό δικονομικό δίκαιο και η οποία στηρίζεται στην ύπαρξη δυικών δικονομικών σχέσεων μεταξύ ενός ενάγοντος και ενός εναγομένου που υποβάλλουν αιτήματα και ανταιτήματα ο ένας κατά του άλλου.

57.      Μολονότι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας η θέση που κατέχουν οι διάδικοι στις παράλληλες δίκες μπορεί να είναι αντίστροφη, εντούτοις από κανένα στοιχείο του γράμματος της διάταξης αυτής δεν συνάγεται ότι η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις στις οποίες, όπως εν προκειμένω, οι διάδικοι είναι αμφότεροι ενάγοντες ή εναγόμενοι στην πρώτη δίκη, ενώ στη δεύτερη ο ένας είναι ενάγων και ο άλλος εναγόμενος.

58.      Φρονώ ότι, αν εφαρμοζόταν στην παραπάνω περιγραφείσα περίπτωση ο κανόνας περί αναστολής τον οποίο προβλέπει το εν λόγω άρθρο 27, παράγραφος 1, θα διακυβευόταν η αποτελεσματική ένδικη προστασία των διαδίκων και θα θίγονταν κυρίως τα δικαιώματα άμυνας του διαδίκου που έχει τη θέση εναγομένου στην πρώτη δίκη. Ο διάδικος αυτός δεν θα μπορεί συγκεκριμένα να προασπίσει αποτελεσματικά τα συμφέροντά του ενώπιον του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου κατά του διαδίκου που έχει επίσης τη θέση εναγομένου, και όχι αντιδίκου, στη δίκη αυτή.

59.      Επιπλέον, κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε προβλήματα από την άποψη του δεδικασμένου και της εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδιδόταν από το πρώτο δικαστήριο, υπέρ του ενός των εναγομένων και σε βάρος του άλλου. Σε περίπτωση συνδυασμού μιας τριαδικής σχέσης (ο Α κατά του Β και του Γ) και μιας δυικής σχέσης (ο Β κατά του Γ), δεν βλέπω για ποιο λόγο οι παράλληλα εκδιδόμενες αποφάσεις δεν θα μπορούσαν να εκτελούνται αυτοτελώς και πώς θα υπήρχε ο κίνδυνος να αναιρούνται αμοιβαίως τα έννομα αποτελέσματά τους, με δεδομένο ότι οι δικαστικές αποφάσεις στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις δεν παράγουν αποτελέσματα erga omnes, δηλαδή πέρα από τα αποτελέσματα που παράγουν για την έννομη σχέση που υφίσταται μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου.

60.      Η ερμηνεία που προτείνω είναι συμβατή με τον βασικό σκοπό του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή της έκδοσης αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες δεν θα μπορούσαν συνεπώς να εκτελεστούν σε άλλο κράτος μέλος (58), αφού δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος όταν συντρέχουν περιστάσεις όπως οι περιστάσεις της υπό εξέταση υπόθεσης. Πράγματι, η απόφαση που θα εξέδιδε ένα γερμανικό δικαστήριο σε σχέση με την M. Weber δεν θα είχε ισχύ δεδικασμένου, άρα δεν θα ήταν δεσμευτική, έναντι της εταιρίας Z. GbR στην Ιταλία και το ίδιο θα συνέβαινε στη Γερμανία με την απόφαση που θα εξέδιδε το ιταλικό δικαστήριο, που είναι το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο. Επιπλέον, τα συμφέροντα της M. Weber, η οποία κατέχει τη θέση του οφειλέτη σε σχέση με το δικαίωμα προαίρεσης, δεν ταυτίζονται με τα συμφέροντα της εταιρίας αυτής, η οποία είναι ο αγοραστής του ακινήτου που αφορά το δικαίωμα αυτό.

61.      Για όλους αυτούς τους λόγους, διαφωνώ με την πρόταση του αιτούντος δικαστηρίου και συμφωνώ με την άποψη που υποστηρίζουν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, πλην της M. Weber (59), ότι δηλαδή δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι αγωγές που έχουν τα χαρακτηριστικά των αγωγών που έχουν ασκηθεί εν προκειμένω ενώπιον αφενός του ιταλικού και αφετέρου του γερμανικού δικαστηρίου έχουν ασκηθεί «μεταξύ των ίδιων διαδίκων», κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001. Επομένως, αν το Δικαστήριο αποφασίσει να δώσει απάντηση στο πρώτο ερώτημα, προτείνω η απάντηση αυτή να είναι αρνητική.

 β)     Επί της ερμηνείας της φράσης «ίδιο αντικείμενο και ίδια αιτία» του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 (δεύτερο ερώτημα)

62.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα αν δύο δίκες έχουν «το ίδιο αντικείμενο», κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, όταν αφορούν μεν αγωγές με διαφορετικά αιτήματα και διαφορετικούς ισχυρισμούς, αλλά είτε για να εκδοθεί απόφαση σε καθεμία από τις δύο αυτές παράλληλες δίκες πρέπει να επιλυθεί το ίδιο προκαταρκτικό ζήτημα είτε στη μία δίκη υποβάλλεται, ως επικουρικό αίτημα, το αίτημα αναγνώρισης μιας έννομης σχέσης της οποίας η ύπαρξη αποτελεί προκαταρκτικό ζήτημα στην άλλη δίκη.

63.      Διευκρινίζω ότι το ζήτημα τίθεται εν προκειμένω μόνο σε σχέση με τον συνδυασμό μεταξύ του πρώτου αιτήματος που έχει υποβληθεί ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου, δηλαδή του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, και του αιτήματος που έχει υποβληθεί ενώπιον του γερμανικού δικαστηρίου, δηλαδή του δεύτερου επιληφθέντος δικαστηρίου.

64.      Θα ήθελα να προσθέσω ότι στο ερώτημα αυτό δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση, ιδίως αν στο πρώτο ερώτημα δοθεί, όπως προτείνω, αρνητική απάντηση, αφού το εν λόγω άρθρο 27 ορίζει ρητά ότι τα κριτήρια που προβλέπει πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς, οπότε η μη πλήρωση ενός από τα κριτήρια αυτά αρκεί για να γίνει δεκτό ότι ο κανόνας της εκκρεμοδικίας που προβλέπει το άρθρο αυτό δεν έχει εφαρμογή στην οικεία περίπτωση. Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα αν πρόκειται για την ίδια αιτία και το ίδιο αντικείμενο δεν μπορεί να εκτιμάται ανεξάρτητα από το ζήτημα αν οι διάδικοι είναι ίδιοι. Η αιτία και το αντικείμενο αφορούν το αντικειμενικό πεδίο αφενός των αγωγών και αφετέρου του δεδικασμένου της μέλλουσας να εκδοθεί απόφασης. Όταν πρόκειται για ένδικες διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001, δεν είναι δυνατόν το αντικειμενικό αυτό πεδίο να εκτείνεται πέραν του υποκειμενικού πεδίου μιας δίκης (60).

65.      Επομένως, για λόγους πληρότητας και μόνο θα ήθελα καταρχάς να τονίσω ότι το Δικαστήριο, με την προπαρατεθείσα απόφαση Gubisch Maschinenfabrik (61), αποφάνθηκε ότι, «έστω κι αν η γερμανική απόδοση του άρθρου 21» της Σύμβασης των Βρυξελλών, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001, «δεν διακρίνει ρητώς μεταξύ των εννοιών “αντικείμενο” και “αιτία”, η εν λόγω διάταξη πρέπει να νοηθεί όπως και στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις, οι οποίες, όλες, προβαίνουν στη διάκριση αυτή» (62). Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, παρά το γεγονός ότι το διατυπωμένο στα γερμανικά δεύτερο ερώτημα δεν κάνει την παραπάνω διάκριση, πρέπει η απάντηση στο ερώτημα αυτό να αφορά όχι μόνο την έννοια του αντικειμένου, αλλά και την έννοια της αιτίας.

66.      Υπενθυμίζω ότι, κατά τη νομολογία, η έννοια «αιτία» «καλύπτει την πραγματική και τη νομική βάση της αγωγής», ενώ η έννοια «αντικείμενο» «συνίσταται στον σκοπό της αγωγής» (63), δηλαδή στην επιδιωκόμενη έκβαση της δίκης. Επιπλέον, το Δικαστήριο, με βάση την τελολογική αυτή προσέγγιση, δέχτηκε ότι ταύτιση του αντικειμένου δεν υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες οι αγωγές που έχουν ασκηθεί στις δύο παράλληλες δίκες έχουν την ίδια διατύπωση (64). Το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι, για να εξακριβώνεται αν δύο αγωγές έχουν το ίδιο αντικείμενο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα αιτήματα των εναγόντων σε καθεμία από τις δίκες αυτές και όχι τα μέσα άμυνας που προβάλλει ο εναγόμενος (65).

67.      Όσον αφορά το ειδικότερο πρόβλημα που τίθεται εν προκειμένω, θα ήθελα να επισημάνω ευθύς εξαρχής ότι το γεγονός ότι σε αμφότερες τις παράλληλες δίκες ανακύπτει το ίδιο προκαταρκτικό ζήτημα δεν έχει αποφασιστική σημασία, κατά τη γνώμη μου, προκειμένου να εξακριβωθεί αν οι δίκες αυτές έχουν την ίδια αιτία και το ίδιο αντικείμενο (66). Θεωρώ ότι το ζήτημα αν πρόκειται για την ίδια αιτία και το ίδιο αντικείμενο πρέπει να εξετάζεται με γνώμονα κυρίως τα αποτελέσματα που θα μπορούσε να έχει η μελλοντική απόφαση του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου. Επομένως, πρέπει να τίθεται το ερώτημα αν ο εναγόμενος της πρώτης δίκης εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για τη δεύτερη δίκη, αν τα αιτήματά του στην πρώτη δίκη γίνουν δεκτά ή απορριφθούν. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξετάζεται ποια είναι η επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια και σε ποια βάση η απόφαση στην πρώτη δίκη μπορεί να δημιουργεί αντικειμενικό δεδικασμένο για τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του δεύτερου επιληφθέντος δικαστηρίου.

68.      Στο σημείο αυτό αρκεί η διαπίστωση ότι ο χαρακτηρισμός ενός ζητήματος ως «προκαταρκτικού» θα έπρεπε καταρχήν να αποκλείει τη σχετική έννομη σχέση από το πεδίο εφαρμογής της έννοιας «αντικείμενο της αγωγής» του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001, αφού ο σκοπός της δίκης δεν μπορεί να συνίσταται μόνο στην επίλυση του ζητήματος αυτού, το οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιλύσει προηγουμένως για να είναι σε θέση είτε να απορρίψει είτε να δεχτεί το αίτημα του ενάγοντος. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν το προκαταρκτικό ζήτημα αποτελεί επίσης προκαταρκτικό αίτημα στην άλλη δίκη ή έστω αίτημα που υποβάλλεται επικουρικά.

69.      Συναφώς υπενθυμίζω ότι εν προκειμένω η αγωγή που έχει ασκηθεί ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου αφορά κυρίως την ακυρότητα και το ανενεργό της άσκησης από την I. Weber του δικαιώματος προαίρεσης, λόγω της μη αποδοχής από την I. Weber όλων των όρων της σύμβασης που υπογράφηκε μεταξύ της εταιρίας Z. GbR και της M. Weber, και ειδικότερα του δικαιώματος υπαναχώρησης που είχε η M. Weber. Επιπλέον, η εταιρία Z. GbR ζήτησε επικουρικά να αναγνωριστεί ότι η I. Weber δεσμευόταν από τους συμβατικούς όρους που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της εταιρίας αυτής και της M. Weber, μεταξύ των οποίων καταλεγόταν και το εν λόγω δικαίωμα υπαναχώρησης. Αντίθετα, αντικείμενο της αγωγής που εκκρεμεί ενώπιον του γερμανικού δικαστηρίου είναι να υποχρεωθεί η M. Weber να δηλώσει ότι συναινεί για την καταχώριση στο κτηματολόγιο της I. Weber ως κύριας των τεσσάρων δεκάτων της κυριότητας του ακινήτου που της ανήκαν.

70.      Από καθαρά τυπική άποψη, δεν υπάρχει συνεπώς ταύτιση αντικειμένου μεταξύ των δύο αυτών δικών ούτε κίνδυνος έκδοσης ασύμβατων μεταξύ τους αποφάσεων. Εντούτοις, υπάρχει αλληλεπικάλυψη μεταξύ του επικουρικού αιτήματος της αγωγής που έχει ασκηθεί στην Ιταλία και των λόγων της αγωγής που έχει ασκηθεί στη Γερμανία, όσον αφορά το ζήτημα αν η συμβατική ρήτρα για το δικαίωμα υπαναχώρησης της M. Weber μπορεί να αντιταχθεί κατά της I. Weber. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι τα αντικείμενα των δύο αυτών αγωγών ταυτίζονται κατά το σημείο αυτό σε επαρκή βαθμό, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων που έχουν διαμορφωθεί με την προπαρατεθείσα νομολογία, κατά την οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το πρόβλημα που αποτελεί το «κέντρο» των δύο παράλληλων δικών (67), δηλαδή εν προκειμένω το κύρος της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος προαίρεσης.

71.      Αντίθετα, όσον αφορά την αιτία, νομίζω ότι οι δύο διαφορές αφορούν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, αλλά ότι οι δύο αγωγές, όπως άλλωστε υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, έλκουν την προέλευσή τους από δύο διαφορετικές νομικές πράξεις. Συγκεκριμένα, η αγωγή της εταιρίας Z. GbR ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου βασιζόταν στη σύμβαση που είχε συνάψει η εταιρία αυτή με την M. Weber στις 28 Οκτωβρίου 2009, ενώ η αγωγή της I. Weber ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων βασίζεται στη συμφωνία που είχε συνάψει η ίδια με την M. Weber κατόπιν της άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης. Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, αν και η αίτηση προδικαστικής απόφασης δεν διευκρινίζει τις νομικές διατάξεις στις οποίες στηρίζονται τα αιτήματα που προβάλλει η εταιρία Z. GbR ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου (68), τα αιτήματα αυτά έχουν διατυπωθεί πάντως κατά τρόπο που να αφορούν συμβατικές σχέσεις. Αντίθετα, η διαφορά στη δίκη που εκκρεμεί στη Γερμανία στηρίζεται στο άρθρο 464 του BGB (69) και έλκει την προέλευσή της από ένα εμπράγματο δικαίωμα προαίρεσης. Με δεδομένο τον ορισμό της έννοιας «αιτία» τον οποίο έχει δώσει το Δικαστήριο (70), ότι δηλαδή η αιτία καλύπτει τόσο τα πραγματικά περιστατικά όσο και τον νομικό κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αγωγή, νομίζω ότι εν προκειμένω δεν πρόκειται για την ίδια αιτία σε αμφότερες τις δίκες, αφού η επίμαχη νομική πράξη στη δεύτερη δίκη είναι αυτοτελής έναντι της σύμβασης της οποίας γίνεται επίκληση στην πρώτη δίκη και οι κανόνες δικαίου των οποίων γίνεται επίκληση στις δύο δίκες δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, οι ίδιοι.

72.      Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ιδιαίτερα το γεγονός ότι, αν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001 διευρυνθεί υπερβολικά, θα δημιουργηθούν δυσκολίες οριοθέτησης του άρθρου αυτού έναντι του άρθρου 28 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο μάλιστα ενδέχεται να χάσει την πρακτική αποτελεσματικότητά του, με δεδομένο ότι η τελευταία αυτή διάταξη προορίζεται κανονικά να συμπληρώνει την προηγούμενη στις περιπτώσεις στις οποίες ο παραλληλισμός μεταξύ των δικών είναι λιγότερο άμεσος (71). Θα επανέλθω στο ζήτημα της σχέσης μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων, όταν θα ασχοληθώ με την απάντηση στο έκτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.

73.      Κατά συνέπεια, προτείνω, επικουρικά, να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.

2.      Επί των στοιχείων που πρέπει να εξετάσει το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο κατά την εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001

74.      Το πέμπτο ερώτημα και το πρώτο σκέλος του όγδοου ερωτήματος αφορούν, αμφότερα, τα αποτελέσματα της αποδεδειγμένης ύπαρξης εκκρεμοδικίας, και ειδικότερα τα στοιχεία που πρέπει να λάβει υπόψη του το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο ενόψει της απόφασης που καλείται να λάβει για την αναστολή της διαδικασίας κατά το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001. Τα εν λόγω ερωτήματα αφορούν το ζήτημα αν το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δεύτερο είναι υποχρεωμένο, πριν αναστείλει τη διαδικασία δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001: α) αφενός να εξετάσει την αιτίαση ενός διαδίκου ότι η χρονικά προγενέστερη άσκηση από τον αντίδικο αγωγής ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους είναι καταχρηστική και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα αυτό, να προσδιορίσει τις συνέπειες της καταχρηστικής αυτής άσκησης και β) αφετέρου να λάβει υπόψη του το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του ενάγοντος της δεύτερης δίκης.

75.      Διευκρινίζω ότι δεν θα χρειαστεί να δοθεί απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα, αν το Δικαστήριο καταλήξει, όπως του προτείνω, να απαντήσει στα προηγούμενα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου ότι το εν λόγω άρθρο 27 δεν έχει εφαρμογή όταν συντρέχουν περιστάσεις όπως αυτές της προκείμενης υπόθεσης.

 α)     Σχετικά με το ζήτημα αν η άσκηση αγωγής πρώτα ενώπιον άλλου δικαστηρίου συνιστά κατάχρηση δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος (πέμπτο ερώτημα)

76.      Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να τονίσω ότι νομίζω ότι το πέμπτο ερώτημα είναι υποθετικής φύσης. Συγκεκριμένα, αφορά την περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων που έχει ασκήσει την αγωγή ενώπιον του δεύτερου επιληφθέντος δικαστηρίου θα ισχυριζόταν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ότι η προγενέστερη άσκηση από τον αντίδικο («από τον άλλο διάδικο», κατά τη διατύπωση του εν λόγω ερωτήματος) αγωγής ενώπιον άλλου δικαστηρίου ήταν καταχρηστική, και μάλιστα πριν το τελευταίο αυτό δικαστήριο αποφανθεί σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία του.

77.      Όπως όμως αντιτείνει η M. Weber, η παράλληλη διαδικασία που εκκρεμεί στην Ιταλία δεν κινήθηκε με δική της πρωτοβουλία, αλλά από την εταιρία Z. GbR, η οποία δεν είναι διάδικος στη δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και στην οποία αντίδικοι είναι η I. Weber και η M. Weber. Σύμφωνα με πάγια νομολογία (72), αφού η απάντηση που θα έδινε ενδεχομένως το Δικαστήριο στο ερώτημα αυτό είναι προδήλως αλυσιτελής για την επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη (73) και επομένως δεν θα ήταν χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο ενόψει της έκδοσης απόφασης για αναστολή της ενώπιόν του διαδικασίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001, θεωρώ ότι το ερώτημα αυτό είναι απαράδεκτο.

78.      Εντούτοις, για να καλύψω την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα κρίνει αναγκαίο να αποφανθεί επί του ερωτήματος αυτού, θα διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις επικουρικά.

79.      Υπέρ της καταφατικής απάντησης (74) θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η κατά προτεραιότητα απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας σε ορισμένο δικαστήριο με βάση αποκλειστικά και μόνο ένα χρονολογικό κριτήριο, όπως προβλέπεται από το άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001, ευνοεί τελικά τον διάδικο που αποδείχθηκε ταχύτερος ως προς την άσκηση αγωγής ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους. Είναι όμως γνωστό τοις πάσι ότι υπάρχει κίνδυνος άσκησης αγωγών που λειτουργούν ως «τορπίλες» και με τις οποίες οι κακόπιστοι διάδικοι ασκούν το ταχύτερο δυνατό το δικαίωμά τους να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, με μόνο σκοπό την καταστρατήγηση των συνήθων κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας, κυρίως του κανόνα ότι δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του εναγομένου, ή με σκοπό απλώς και μόνο την καθυστέρηση της διαδικασίας (75). Η I. Weber υποστηρίζει ότι αυτό συμβαίνει εν προκειμένω (76).

80.      Συμφωνώ πάντως με την Επιτροπή ότι η ενδεχόμενη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη εκ μέρους του ενάγοντος που άσκησε πρώτος αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους δεν αποτελεί στοιχείο που το δεύτερο επιλαμβανόμενο δικαστήριο μπορεί ή μάλιστα οφείλει να λάβει υπόψη, όταν διαπιστώνει την ύπαρξη εκκρεμοδικίας κατά την έννοια του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001.

81.      Πράγματι, όπως έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο, όταν προβάλλεται συγκεκριμένα ο ισχυρισμός περί παρελκυστικής τακτικής του ενάγοντος της πρώτης δίκης, θα αντέβαινε προφανώς στο γράμμα, στην οικονομία και στον σκοπό της Σύμβασης των Βρυξελλών η ερμηνεία του άρθρου 21 της Σύμβασης αυτής (που αντιστοιχεί στο άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001) κατά τρόπο που να αποκλείεται η εφαρμογή του στην περίπτωση που το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο ανήκει σε συμβαλλόμενο κράτος (ή σε κράτος μέλος) στα δικαστήρια του οποίου σημειώνονται, κατά κανόνα, υπερβολικά μεγάλες καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων (77).

82.      Η στενή αυτή ερμηνεία θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να επεκταθεί κατά τρόπο που να καλύπτει μια αιτίαση όπως αυτή που αφορά την κατάχρηση του δικαιώματος άσκησης της πρώτης αγωγής, αν ληφθούν υπόψη αφενός το γράμμα του εν λόγω άρθρου 27 (78), το οποίο δεν θέτει άλλες απαιτήσεις πέρα από την εξακρίβωση του ότι οι διάδικοι είναι ίδιοι και η αιτία και το αντικείμενο είναι ίδια, και αφετέρου η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην ισοδυναμία των νομικών συστημάτων των κρατών μελών, στην οποία κυρίως στηρίζεται η διάταξη αυτή (79). Η εξακρίβωση αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι είναι αντικειμενική και δεν εξαρτάται από την εκτίμηση της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

83.      Κατά συνέπεια, προτείνω επικουρικά, εφόσον δοθεί απάντηση στο πέμπτο ερώτημα, να δοθεί η απάντηση ότι, κατά την εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δεύτερο δεν είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη την αιτίαση του ενάγοντος ότι η άσκηση από τον αντίδικο αγωγής πρώτα ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους ήταν καταχρηστική.

 β)     Σχετικά με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του ενάγοντος της δεύτερης δίκης (πρώτο σκέλος του όγδοου ερωτήματος)

84.      Το πρώτο σκέλος του όγδοου ερωτήματος αφορά κατ’ ουσία το ζήτημα αν το άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δεύτερο είναι υποχρεωμένο, όταν καλείται να εφαρμόσει το εν λόγω άρθρο, να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τον σκοπό που συνίσταται στην αποτροπή της έκδοσης ασύμβατων ή αντιφατικών αποφάσεων (80), αλλά και το «δικαίωμα δικαστικής προστασίας» ή το «δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη» (81) του προσώπου που έχει ασκήσει την αγωγή στη δίκη που εκκρεμεί ενώπιόν του.

85.      Φρονώ ότι η απάντηση πρέπει να αφορά μόνο την ερμηνεία της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 27, έστω και αν το ερώτημα αυτό δεν κάνει τη διευκρίνιση αυτή. Συγκεκριμένα, η προκείμενη υπόθεση αφορά την περίπτωση αναστολής της διαδικασίας από το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο (82), ενώ η παράγραφος 2 του ίδιου αυτού άρθρου αφορά την περίπτωση στην οποία το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο διαπιστώνει την έλλειψη δικαιοδοσίας του αφού έχει διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου.

86.      Θα ήθελα να επισημάνω ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, η προστασία του δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη δεν επιτρέπει παρέκκλιση από τον κανόνα που ισχύει σε περίπτωση εκκρεμοδικίας. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, αυτό θα ήταν αντίθετο προς μια βασική αρχή του κανονισμού 44/2001 (83), ότι δηλαδή στους πολίτες παρέχεται ισοδύναμη προστασία σε όλα τα κράτη μέλη (84), εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (85), πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

87.      Εγώ πάντως θεωρώ ότι η παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών της δυνατότητας να λαμβάνουν υπόψη in concreto το δικαίωμα του ενάγοντος να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι καθαυτό σύμφωνο με το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (86) που κατοχυρώνουν τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη (87). Διευκρινίζω ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα «πραγματικής προσφυγής» και «αμερόληπτου δικαστηρίου», κατά την έννοια αυτού του άρθρου του Χάρτη, πρέπει να προστατεύονται ακόμη και στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 (88).

88.      Εντούτοις, καμία ερμηνεία του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, έστω και με γνώμονα τον Χάρτη, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του περιεχομένου του εν λόγω άρθρου. Το άρθρο αυτό είναι διάταξη τεχνικού καθαρά χαρακτήρα (89), της οποίας η εφαρμογή δεν θα έπρεπε κανονικά να δημιουργεί κανένα πρόβλημα από την άποψη του άρθρου 47 του Χάρτη, αφού οι διάδικοι της δίκης ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί δεύτερο έχουν εξ ορισμού το δικαίωμα, αφού πρόκειται για τα νομικά συστήματα των κρατών μελών, να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη και την εγγύηση ότι η δίκη τους ενώπιον του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου θα είναι δίκαιη.

89.      Όπως τονίζει η Επιτροπή, όταν συντρέχουν οι περιοριστικές προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο 27, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται δεύτερο είναι υποχρεωμένο να αναστείλει τη διαδικασία, ακόμη και αυτεπάγγελτα, χωρίς μάλιστα να μπορεί να λάβει υπόψη του άλλα στοιχεία, όπως είναι η αποτελεσματικότητα της προσφυγής του ενάγοντος στη δικαιοσύνη. Το δικαστήριο αυτό δεν έχει συναφώς περιθώρια εκτίμησης, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με την εξουσία που του απονέμει το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.

90.      Επομένως, προτείνω, επικουρικά, να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο σκέλος του όγδοου ερωτήματος.

 Γ –      Επί της ερμηνείας του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001

91.      Τα τρία προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 (90) θα εξεταστούν ως ενιαία ομάδα, και συγκεκριμένα θα εξεταστούν καταρχάς (1) το ζήτημα αν η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού και στη συνέχεια (2) το ζήτημα ποια στοιχεία μπορεί να λαμβάνει υπόψη του το δεύτερο επιλαμβανόμενο δικαστήριο, όταν ασκεί την εξουσία που του απονέμει σε περίπτωση συνάφειας το εν λόγω άρθρο 28 ενόψει της εκτίμησης της σκοπιμότητας αναστολής της ενώπιόν του διαδικασίας.

1.      Επί της σχέσης μεταξύ των άρθρων 27, παράγραφος 1, και 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 (έκτο ερώτημα)

92.      Με το έκτο ερώτημα τίθεται κατ’ ουσία το ζήτημα αν το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς, για να μπορεί να εφαρμόσει το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 —που αφορά την αναστολή της διαδικασίας στις περιπτώσεις συνάφειας—, πρέπει να έχει εξακριβώσει ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, του ίδιου αυτού κανονισμού —που αφορά την αναστολή της διαδικασίας στις περιπτώσεις εκκρεμοδικίας—, δεν έχει εφαρμογή για τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του ή, αντίθετα, μπορεί να επιλέξει απευθείας την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 28 χωρίς να ελέγξει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 27 (91).

93.      Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση στο έκτο αυτό ερώτημα θα είναι αναγκαία στην περίπτωση μόνο που, αντίθετα από ό,τι προτείνω, το Δικαστήριο δώσει στα τέσσερα πρώτα προδικαστικά ερωτήματα την απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001 έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, λόγω του ότι πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο, την ίδια αιτία και τους ίδιους διαδίκους και παρά το ενδεχόμενο να έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δεύτερο, και ότι συνεπώς ενδέχεται να υπάρξει σύγκρουση των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ίδιου αυτού κανονισμού.

94.      Θεωρώ ότι πρέπει να προσδιοριστεί η λογική σχέση που υπάρχει μεταξύ των διατάξεων αυτών, αν όχι η ιεραρχική τους σχέση, ώστε να αναγνωριστεί ότι, με δεδομένες τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ τους, το εν λόγω άρθρο 27 έχει προτεραιότητα εφαρμογής έναντι του άρθρου 28 (92).

95.      Πρώτον, οι σκοποί των εν λόγω άρθρων διαφέρουν κάπως. Αμφότερα τα εν λόγω άρθρα περιλαμβάνουν βέβαια διατάξεις που αποσκοπούν στην αποφυγή, κατά το δυνατόν, της έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων σε διάφορα κράτη μέλη σε σχέση με την ίδια διαφορά (93). Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει πάντως ότι η έννοια της ασυμβίβαστης απόφασης είναι λιγότερο αυστηρή στο πλαίσιο του άρθρου 28 του κανονισμού 44/2001 (94) από ό,τι του άρθρου 27 του ίδιου αυτού κανονισμού, αφού το άρθρο 28 αποσκοπεί απλώς στη βελτίωση του συντονισμού της άσκησης των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων εντός των διαφόρων κρατών μελών (95).

96.      Δεύτερον, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών έχουν διαφορές μεταξύ τους. Ενώ για την εφαρμογή του άρθρου 27 απαιτείται, ειδικότερα, η σωρευτική συνδρομή των προϋποθέσεων ταύτισης διαδίκων, αιτίας και αντικειμένου, οι απαιτήσεις για την εφαρμογή του άρθρου 28 είναι λιγότερο αυστηρές. Επομένως, αν δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της εκκρεμοδικίας κατά την έννοια του άρθρου 27, δύο αγωγές που έχουν πάντως αρκετά στενή σχέση μεταξύ τους ενδέχεται να εμπίπτουν στις διατάξεις περί συνάφειας, εφόσον ανταποκρίνονται και στα άλλα κριτήρια του άρθρου 28, παράγραφος 3 (96).

97.      Τρίτον, τα αποτελέσματα της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001 διαφέρουν πολύ από τα αποτελέσματα της παραγράφου 1 του άρθρου 28, μολονότι αμφότερες οι διατάξεις αυτές πραγματεύονται την αναστολή της διαδικασίας (97). Συγκεκριμένα, το δεύτερο επιλαμβανόμενο δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια στην περίπτωση συνάφειας των αγωγών (98), καθόσον στην περίπτωση αυτή είναι ελεύθερο να μη διαπιστώσει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του και να μην αναστείλει τη διαδικασία, ενώ δεν έχει αυτή την ευχέρεια στην περίπτωση εκκρεμοδικίας, όπου είναι υποχρεωτική η αναστολή της διαδικασίας, ακόμη και αν κανείς από τους διαδίκους δεν έχει προβάλει την ένσταση εκκρεμοδικίας.

98.      Επιπλέον, θα ήθελα να τονίσω ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με την προπαρατεθείσα απόφαση Tatry, ότι το ζήτημα που είχε υποβληθεί στην κρίση του σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22 της Σύμβασης των Βρυξελλών (που αντιστοιχεί στο άρθρο 28 του κανονισμού 44/2001) «ανακύπτει προφανώς μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών [που αντιστοιχεί στο άρθρο 27 του κανονισμού αυτού]» (99). Από τα παραπάνω συνάγω ότι υπάρχει σχέση προτεραιότητας μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων, δηλαδή ότι το άρθρο 28 δεν εφαρμόζεται παρά μόνο όταν δεν μπορεί να εφαρμοστεί το εν λόγω άρθρο 27 (100).

99.      Κατά συνέπεια, στο έκτο ερώτημα προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι η εφαρμογή του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 προϋποθέτει πράγματι ότι το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δεύτερο έχει εξακριβώσει προηγουμένως ότι στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 27, παράγραφος 1, του ίδιου αυτού κανονισμού.

100. Διευκρινίζω πάντως, λαμβάνοντας υπόψη τη διατύπωση του ερωτήματος αυτού (101), ότι δεν θεωρώ αναγκαίο να έχει εκδώσει το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο ρητή απόφαση με την οποία να έχει αποφανθεί ότι το άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001 δεν έχει εφαρμογή στην ενώπιόν του εκκρεμή υπόθεση. Αρκεί το δικαστήριο αυτό να έχει προβεί σε συστηματική εξακρίβωση της δυνατότητας εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 27 πριν αποφασίσει την αναστολή της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 28 του κανονισμού αυτού.

2.      Επί των στοιχείων που πρέπει να εξετάζει το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001

101. Με το έβδομο ερώτημα και το δεύτερο σκέλος του όγδοου ερωτήματος υποβάλλεται κατ’ ουσία στο Δικαστήριο το ζήτημα των κριτηρίων που θα μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο, όταν ασκεί την ευχέρεια αναστολής της διαδικασίας, την οποία του παρέχει το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, όταν ένα άλλο δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί συναφούς διαφοράς. Ενώ το ένα από τα ερωτήματα αυτά αναφέρει διάφορα συγκυριακά στοιχεία (α), το άλλο αφορά το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του ενάγοντος της δεύτερης δίκης (β).

 α)     Επί της εξέτασης, σε περίπτωση αναστολής της διαδικασίας λόγω συνάφειας, περιστάσεων που προσιδιάζουν στις εκκρεμείς διαφορές (έβδομο ερώτημα)

102. Στο έβδομο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο απαριθμεί τέσσερις παράγοντες, σχετικά με τους οποίους διερωτάται αν θα μπορούσαν (και όχι αν θα έπρεπε) να είναι κρίσιμοι ενόψει της απόφασης του δεύτερου επιληφθέντος δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία ή αντίθετα να εκδώσει το ίδιο απόφαση επί της διαφοράς, όταν πρόκειται για συναφείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 (102).

103. Η διατύπωση της εν λόγω παραγράφου 1 δεν περιέχει κανένα στοιχείο απάντησης. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η βούληση του νομοθέτη ήταν να μην απαριθμήσει τέτοια στοιχεία. Φρονώ ότι έτσι παρέχεται στο δικαστήριο αυτό διακριτική εξουσία, την οποία βέβαια το εν λόγω δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τηρώντας οπωσδήποτε τον σκοπό του άρθρου 28 του κανονισμού αυτού, ο οποίος συνίσταται, με δεδομένη την ανάγκη ορθής απονομής της δικαιοσύνης εντός της Ένωσης, στην αποφυγή της παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης από δικαστήρια διαφόρων κρατών μελών και του συνακόλουθου ενδεχομένου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (103).

104. Κατά τη γνώμη μου, το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δεύτερο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη όλες τις συγκεκριμένες περιστάσεις με βάση τις οποίες θα μπορεί να εξακριβώνει αν είναι σκόπιμη η αναστολή της διαδικασίας στην υπόθεση που έχει υποβληθεί στην κρίση του (104). Δεν θα ήταν πάντως δυνατόν να λεχθεί εδώ ποιο κριτήριο εκτίμησης είναι ενδεδειγμένο εν απολύτω, εκτός οποιουδήποτε συγκεκριμένου πλαισίου, αφού ένα στοιχείο που είναι ενδεχομένως κρίσιμο σε μια υπόθεση δεν θα είναι οπωσδήποτε κρίσιμο σε μια άλλη.

105. Θα ήθελα να προσθέσω ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει αν θεωρεί ότι καθένα από τα κριτήρια τα οποία αφορά το ερώτημά του προς το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνεται υπόψη αυτοτελώς, δηλαδή ότι αρκεί από μόνο του. Κατά την άποψή μου όμως, κανένα από τα κριτήρια αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνο του αποφασιστικό. Το δεύτερο επιλαμβανόμενο δικαστήριο πρέπει μάλλον να προβαίνει σε στάθμιση όλων των στοιχείων που συνηγορούν υπέρ ή κατά της αναστολής της ενώπιόν του διαδικασίας πριν λάβει απόφαση σχετικά με την αναστολή αυτή.

106. Ανεξάρτητα από τη θέση που θα λάβει το Δικαστήριο σχετικά με τα τέσσερα κριτήρια που απαριθμούνται στο έβδομο αυτό ερώτημα, η απαρίθμηση αυτή στην οποία προβαίνει το αιτούν δικαστήριο στο εν λόγω ερώτημα δεν είναι περιοριστική. Υπάρχουν πολλά άλλα στοιχεία εκτίμησης που θα ήταν ενδεδειγμένο να ληφθούν υπόψη ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται στη γερμανική θεωρία την οποία παρέθεσε συναφώς η I. Weber (105) ή οι ενδείξεις τις οποίες ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας C.O. Lenz χωρίς καμία πρόθεση πληρότητας (106).

107. Το πρώτο από τα κριτήρια που απαριθμούνται στην αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά το γεγονός ότι το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο έχει την έδρα του σε κράτος μέλος στο οποίο οι δίκες έχουν στατιστικά πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από ό,τι στο κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα του το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο. Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια γενική αξιολόγηση του δικαστικού συστήματος ενός άλλου κράτους μέλους δεν μπορεί να επιτρέπει παρέκκλιση από την εφαρμογή του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 (107), αν ληφθεί υπόψη η αρχή της ισοδυναμίας των συστημάτων των κρατών μελών, στην οποία βασίζεται ο κανονισμός αυτός.

108. Αντίθετα, στην περίπτωση που το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο διαπιστώσει in concreto ότι η διαδικασία που κινήθηκε προηγουμένως σε άλλο κράτος μέλος έχει προδήλως υπερβολική διάρκεια, το δικαστήριο αυτό θα ήταν θεμιτό να συναγάγει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα ήταν σκόπιμη η αναστολή της διαδικασίας λόγω συνάφειας. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει δεχτεί, κατ’ αναλογία, όσον αφορά τον κανονισμό 2201/2003, ότι το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει την εξέταση της αγωγής ή προσφυγής που έχει ασκηθεί ενώπιόν του, εφόσον έχει παρέλθει μια εύλογη προθεσμία αναμονής των απαντήσεων στα ερωτήματά του (108).

109. Το δεύτερο κριτήριο στο οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο αφορά την περίπτωση κατά την οποία το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο κρίνει ότι στην ένδικη διαφορά πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα του το δικαστήριο αυτό. Νομίζω όμως ότι το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο δεν επιτρέπεται να αποφαίνεται ούτε σε σχέση με τον προσδιορισμό του δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί επί της ουσίας της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου ούτε επί της ικανότητας του δικαστηρίου αυτού να εφαρμόσει τις σχετικές διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (109).

110. Το τρίτο κριτήριο, το οποίο το αιτούν δικαστήριο αναφέρει προφανώς λόγω της σεβάσμιας ηλικίας των δύο αντιδίκων στην υπόθεση της κύριας δίκης, έχει σχέση με την ηλικία ενός από τους διαδίκους. Νομίζω ότι είναι προφανές ότι το ατομικό αυτό στοιχείο δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 έχουν, χωρίς καμία σχεδόν εξαίρεση, μη προσωπικό χαρακτήρα (110).

111. Το τέταρτο και τελευταίο κριτήριο που αναφέρεται στο έβδομο προδικαστικό ερώτημα αφορά τις προοπτικές ευδοκίμησης της αγωγής ενώπιον του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου. Είμαι αντίθετος με την ιδέα να έχει το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο τη δυνατότητα να προδικάζει την έκβαση της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον άλλου δικαστηρίου. Δεδομένου ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν θα έχει γνώση των ισχυρισμών που έχουν προβάλει οι διάδικοι στην πρώτη δίκη προς στήριξη των αιτημάτων τους ούτε των αποδεικτικών μέσων στα οποία στηρίζονται οι ισχυρισμοί αυτοί, η ύπαρξη της δυνατότητας αυτής θα πρόσβαλλε την αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και το θεμελιώδες δικαίωμα για δίκαιη δίκη.

 β)     Επί της εξέτασης, σε περίπτωση αναστολής της διαδικασίας λόγω συνάφειας, του ενδεχομένου προσβολής του δικαιώματος δικαστικής προστασίας ενός διαδίκου (δεύτερο σκέλος του όγδοου ερωτήματος)

112. Με το δεύτερο σκέλος του όγδοου ερωτήματος καλείται το Δικαστήριο να κρίνει αν το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο μπορεί ή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την προστασία του δικαιώματος του προσώπου που έχει ασκήσει την αγωγή ενώπιόν του να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη, όταν πρόκειται να εφαρμόσει το άρθρο 28 του κανονισμού 44/2001, δηλαδή όταν υπάρχει συνάφεια μεταξύ της εκκρεμούς ενώπιόν του αγωγής και μιας αγωγής που εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους.

113. Θεωρώ, όπως ακριβώς και σε σχέση με το πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού, ότι, με βάση τα στοιχεία της υπό κρίση υπόθεσης, αν και το αιτούν δικαστήριο δεν έχει διευκρινίσει το αντικείμενο του ερωτήματός του, η απάντηση πρέπει να περιοριστεί στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 28. Κατά συνέπεια, η μόνη περίπτωση που θα εξεταστεί εδώ θα είναι η περίπτωση κατά την οποία το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο προτίθεται να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και όχι να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του (111).

114. Κατά την άποψή μου, η προστασία του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος μπορεί να έχει σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001. Συγκεκριμένα, αντίθετα από ό,τι ισχύει για το άρθρο 27, παράγραφος 1, του ίδιου αυτού κανονισμού, το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο έχει, κατά την εφαρμογή αυτή, διακριτική ευχέρεια, βάσει της οποίας μπορεί να διασφαλίσει, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη (112), ότι το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη που έχει ο ενάγων της ενώπιόν του δίκης δεν θα υποστεί σοβαρή προσβολή, αν το δικαστήριο αυτό αποφασίσει να αναστείλει τη διαδικασία. Κατά συνέπεια, στο δεύτερο αυτό σκέλος του όγδοου ερωτήματος πρέπει, κατ’ εμέ, να δοθεί καταφατική απάντηση.

IV – Πρόταση

115. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Oberlandesgericht München:

1)      Κυρίως:

–        Απάντηση στο τρίτο ερώτημα: Το άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι εμπίπτει στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία που προβλέπει η διάταξη αυτή για τις «υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων» η αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος δεν άσκησε εγκύρως το εμπράγματο δικαίωμα προαίρεσης που είχε για την αγορά ακινήτου.

–        Απάντηση στο τέταρτο ερώτημα: Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς οφείλει να ελέγχει αν έχει το ίδιο αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 22, σημείο 1, του κανονισμού αυτού, πράγμα που θα συνεπαγόταν ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, η απόφαση που θα εξέδιδε ενδεχομένως το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο αυτό δεν θα μπορούσε να αναγνωριστεί.

–        Απάντηση στο έβδομο ερώτημα: Το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει η διάταξη αυτή, ορισμένα στοιχεία όπως είναι: το γεγονός ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς έχει την έδρα του σε κράτος μέλος στο οποίο οι δίκες, βάσει στατιστικών και όχι in concreto, έχουν πολύ μεγαλύτερη διάρκεια απ’ ό,τι στο κράτος μέλος του δικαστηρίου που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς ή το γεγονός ότι, κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο του κράτους μέλους του δικαστηρίου αυτού ή η ηλικία ενός από τους διαδίκους ή οι προοπτικές ευδοκίμησης της αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς.

–        Απάντηση στο δεύτερο σκέλος του όγδοου ερωτήματος: Το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς έχει την υποχρέωση, στο πλαίσιο της απόφασης αναστολής της διαδικασίας που λαμβάνει κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής, να λαμβάνει υπόψη το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του ενάγοντος που έχει ασκήσει την αγωγή ενώπιόν του.

–        Παρέλκει η απάντηση στα λοιπά ερωτήματα.

2)      Επικουρικώς:

–        Απάντηση στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα: Η φράση «αγωγές […] μεταξύ των ίδιων διαδίκων» του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι δεν καλύπτει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες στη μία δίκη οι δύο διάδικοι έχουν τη θέση εναγομένου, ενώ στη δεύτερη δίκη ο ένας από τους διαδίκους αυτούς είναι ενάγων και ο άλλος είναι εναγόμενος. Η φράση «αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία» του ίδιου αυτού άρθρου έχει την έννοια ότι δεν καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία υποβάλλονται διαφορετικά αιτήματα και προβάλλονται διαφορετικοί ισχυρισμοί σε καθεμία από τις ένδικες διαφορές, έστω και αν τίθεται σε αμφότερες το ίδιο προκαταρκτικό ζήτημα.

–        Απάντηση στο πέμπτο ερώτημα: Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάσει, ενόψει της έκδοσης απόφασης βάσει της διάταξης αυτής, την αιτίαση ενός από τους διαδίκους ότι η άσκηση από τον αντίδικο αγωγής ενώπιον του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου αποτελούσε κατάχρηση δικαιώματος.

–        Απάντηση στο έκτο ερώτημα: Τα άρθρα 27, παράγραφος 1, και 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχουν την έννοια ότι η εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης προϋποθέτει ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο έχει εξακριβώσει προηγουμένως ότι στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του δεν έχει εφαρμογή η πρώτη από τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις.

–        Απάντηση στο πρώτο σκέλος του όγδοου ερωτήματος: Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς δεν έχει την υποχρέωση, στο πλαίσιο της απόφασης αναστολής της διαδικασίας που λαμβάνει κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής, να λαμβάνει υπόψη το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του ενάγοντος που έχει ασκήσει την αγωγή ενώπιόν του.


1 –      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 –      ΕΕ L 12, σ. 1.


3 –      Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν: σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων […], τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου».


4 –      Από την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 27 προκύπτει ότι, «αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο, εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπάγγελτα την διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο». Η φράση την οποία έχω υπογραμμίσει περιέχει τις δύο έννοιες των οποίων ζητείται ειδικότερα η ερμηνεία εν προκειμένω.


5 –      Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 28, «όταν συναφείς αγωγές εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί μπορεί να αναστείλει την εκδίκαση». Η παράγραφος 3 του ίδιου αυτού άρθρου διευκρινίζει ότι «είναι συναφείς, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, αγωγές που συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά, ώστε να υπάρχει συμφέρον να εξετασθούν και να εκδικασθούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων αν τυχόν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά».


6 –      Βλ. το τρίτο προδικαστικό ερώτημα.


7 –      Βλ. το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.


8 –      Το κεφάλαιο III, τμήμα 1, του κανονισμού 44/2001 ρυθμίζει την αναγνώριση στα κράτη μέλη των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος. Στο ίδιο αυτό τμήμα, το άρθρο 34, σημείο 3, προβλέπει ότι μια απόφαση δεν αναγνωρίζεται, μεταξύ άλλων, αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων στο κράτος αναγνώρισης. Το άρθρο 35, παράγραφος 1, προσθέτει ότι το ίδιο ισχύει «αν έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των τμημάτων 3, 4 και 6 του κεφαλαίου II […]», πράγμα που περιλαμβάνει την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων.


9 – Βλ. το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.


10 –      Βλ. το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα και το πρώτο μέρος του όγδοου προδικαστικού ερωτήματος.


11 –      Βλ. το έκτο προδικαστικό ερώτημα.


12 –      Βλ. το έβδομο προδικαστικό ερώτημα και το δεύτερο μέρος του όγδοου προδικαστικού ερωτήματος.


13 –      Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «βάρος του ακινήτου συνιστά και το δικαίωμα προαίρεσης που αποκτά ο ενδιαφερόμενος από τον κύριο του ακινήτου για την αγορά του ακινήτου αυτού».


14 –      Το άρθρο 463 του BGB προβλέπει ότι «όποιος έχει αποκτήσει δικαίωμα προαίρεσης για την αγορά ορισμένου πράγματος μπορεί να το ασκήσει όταν ο παραχωρήσας το δικαίωμα αυτό συνάπτει με τρίτον σύμβαση πώλησης με αντικείμενο το ίδιο πράγμα». Το άρθρο 464 του BGB ορίζει τα εξής: «Το δικαίωμα προαίρεσης για αγορά ασκείται με δήλωση βούλησης προς τον παραχωρήσαντα. Η δήλωση βούλησης δεν υπόκειται στον τύπο που απαιτείται για τη σύμβαση πώλησης. […] Η άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης για αγορά επιφέρει τη σύναψη της σύμβασης πώλησης μεταξύ του δικαιούχου και του παραχωρήσαντος σύμφωνα με τους όρους που έχει συμφωνήσει ο εν λόγω παραχωρήσας με τον τρίτο».


15 –      Κατά τη διάταξη αυτή, «για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου […] απαιτείται η συμφωνία του δικαιούχου και του άλλου μέρους για την έναρξη των αποτελεσμάτων της έννομης μεταβολής και η καταχώριση της έννομης μεταβολής στο κτηματολόγιο, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά».


16 –      Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι «η καταχώριση πραγματοποιείται όταν δηλώνει ότι συναινεί εκείνος του οποίου το δικαίωμα μεταβάλλεται από την καταχώριση αυτή».


17 –      Προς στήριξη της αγωγής της, η I. Weber ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα υπαναχώρησης που είχε συμφωνηθεί μεταξύ της εταιρίας Z. GbR και της M. Weber δεν παρήγε αποτελέσματα έναντι αυτής και δεν συγκαταλεγόταν στις συμβατικές ρήτρες οι οποίες, με την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης, θα αποκτούσαν ισχύ έναντί της.


18 –      ΕΕ 1982, L 388, σ. 1. Η σύμβαση αυτή έχει τροποποιηθεί με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).


19 –      Βλ, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, C-478/12, Maletic (σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


20 –      Συγκεκριμένα, στα άρθρα 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, 21, παράγραφος 1, και 22, παράγραφος 1, της Σύμβασης των Βρυξελλών.


21 –      Βλ. αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2012, C-133/11, Folien Fischer και Fofitec (σκέψεις 31 και 32), και της 3ης Οκτωβρίου 2013, C-386/12, Schneider (σκέψη 21), όσον αφορά τα άρθρα 27 και 22 αντιστοίχως του κανονισμού 44/2001.


22 –      Δηλαδή: ίδιοι διάδικοι, ίδιο αντικείμενο και ίδια αιτία.


23 –      Η M. Weber στηρίζει τον ισχυρισμό της στο επιχείρημα ότι η διαδικασία που έχει κινηθεί στην Ιταλία δεν αφορά εμπράγματο δικαίωμα, αλλά τις υποχρεώσεις που απορρέουν για την εταιρία Z. GbR και για την ίδια από τη σύμβαση που συνήφθη στις 28 Οκτωβρίου 2009. Η M. Weber προσθέτει ότι το προκαταρκτικό ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί στην ίδια αυτή διαδικασία, δηλαδή το ζήτημα αν η I. Weber άσκησε εγκύρως το δικαίωμα προαίρεσης που είχε, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής εν λόγω άρθρου 22, σημείο 1, αφού δεν αμφισβητούνται ούτε η ύπαρξη του δικαιώματος αυτού ούτε οι ειδικότερες αξιώσεις που απορρέουν από αυτό.


24 –      Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, C-332/11, ProRail (σκέψη 31).


25 –      Σύμφωνα με την αίτηση προδικαστικής απόφασης, «με το πρώτο κύριο αίτημά της, η Z. GbR ζήτησε από το Πρωτοδικείο Μιλάνου “να διαπιστώσει ότι το δικαίωμα προαιρέσεως της Ι. [Weber] δεν ασκήθηκε εγκύρως και δεν έχει παραγάγει έννομα αποτελέσματα και να αναγνωρίσει ότι η Ι. [Weber] ουδέποτε αποδέχθηκε εξ ολοκλήρου τους συμβατικούς όρους της πρώτης συμβάσεως μεταξύ της Z. GbR και της M. [Weber] —άρα ούτε τον όρο σχετικά με το δικαίωμα υπαναχωρήσεως του πωλητή”».


26 –      Βλ. τη διάταξη της 5ης Απριλίου 2001, C-518/99, Gaillard (Συλλογή 2001, σ. I—2771, σκέψη 13), όπου διευκρινίζεται ότι ο αυτοτελής αυτός ορισμός διασφαλίζει, στο μέτρο του δυνατού, την ισότητα και την ομοιομορφία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση των Βρυξελλών για τα συμβαλλόμενα κράτη και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, καθώς και την απόφαση της 18ης Μαΐου 2006, C-343/04, ČEZ (Συλλογή 2006, σ. I—4557, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


27 –      Βλ., κατ’ αναλογία, την προπαρατεθείσα απόφαση Schneider (σκέψη 18), όπου επρόκειτο για την έννοια «αστικές ή εμπορικές υποθέσεις» του κανονισμού 44/2001.


28 –      Τονίζω ότι, κατά το άρθρο 22 του κανονισμού 44/2001, δικαιοδοσία δεν έχει μόνο το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, αλλά όλα τα δικαστήρια του οικείου κράτους μέλους.


29 –      O P. Jenard, στην έκθεσή του σχετικά με τη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1986, C 298, σ. 29, και συγκεκριμένα σ. 63), τόνισε ότι «οι διαφορές αυτές προκαλούν, πράγματι συχνά, ελέγχους, έρευνες, πραγματογνωμοσύνες που πρέπει να διεξαχθούν επιτόπου. Επιπλέον, οι υποθέσεις αυτές κατά ένα μέρος διέπονται από συνήθειες που γενικά γίνονται δεκτές μόνο από τα δικαστήρια του τόπου ή της χώρας όπου κείται το ακίνητο». Προσθέτω ότι σε πολλά κράτη μέλη τα εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων πρέπει, για να μπορούν να αντιτάσσονται έναντι τρίτων, να έχουν καταχωριστεί στο κτηματολόγιο ή σε άλλο δημόσιο βιβλίο για το οποίο να ισχύει τεκμήριο αξιοπιστίας και του οποίου η τήρηση ανατίθεται ορισμένες φορές στα δικαστήρια του τόπου στον οποίο βρίσκεται το ακίνητο και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι αποφάσεις των εν λόγω δικαστηρίων, εφόσον επηρεάζουν τα καταχωρισμένα αυτά δικαιώματα, πρέπει να διαβιβάζονται αυτεπαγγέλτως για να καταχωριστούν.


30 –      Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση ČEZ (σκέψεις 28 και 29, καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


31 –      Βλ. την προπαρατεθείσα διάταξη Gaillard (σκέψη 14), την απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2005, C-73/04, Klein (Συλλογή 2005, σ. I—8667, σκέψη 15), και την προπαρατεθείσα απόφαση ČEZ (σκέψη 26, καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


32 –      Το άρθρο 23, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας […] δεν παράγουν αποτελέσματα, […] αν τα δικαστήρια, τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22».


33 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Schneider (σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία σχετικά με τη Σύμβαση των Βρυξελλών).


34 –      Βλ. ιδίως απόφαση της 17ης Μαΐου 1994, C-294/92, Webb (Συλλογή 1994, σ. I—1717, σκέψη 14), και προπαρατεθείσα διάταξη Gaillard (σκέψεις 16 και 17, καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


35 –      Εκτός από την εξαίρεση που προβλέπει το εν λόγω σημείο 1 για τις μισθώσεις ακινήτων.


36 –      Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο P. Schlosser, στην έκθεσή του σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο Πρωτόκολλο για την ερμηνεία της από το Δικαστήριο (ΕΕ 1986, C 298, σ. 99), ανέφερε, μεταξύ των εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων που προβλέπονταν στα αρχικά κράτη μέλη, και συγκεκριμένα στη Γερμανία, «τα δικαιώματα προτιμήσεως» (βλ. σημείο 166 της έκθεσης).


37 –      Με τη Σύμβαση της 26ης Μαΐου 1989 σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 285, σ. 1).


38 –      Βλ. επ’ αυτού, Gaudemet—Tallon, H., CompétenceetexécutiondesjugementsenEurope, LGDJ, Παρίσι, 4η έκδοση, 2010, σημείο 338—1, καθώς και Magnus, U., και Mankowski, P. (επιμέλεια), EuropeanCommentariesonPrivateInternationalLaw, BrusselsIRegulation, Sellier, Μόναχο, 2η έκδοση, 2012, σ. 478 επ., σημεία 5 και 10, και σ. 496, σημείο 55.


39 –      Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1991, C-351/89 (Συλλογή 1991, σ. I—3317), στη σκέψη 26 της οποίας εκτίθενται τα εξής: «Με την επιφύλαξη της περιπτώσεως κατά την οποία το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο διαθέτει αποκλειστική δικαιοδοσία προβλεπόμενη από τη Σύμβαση και ιδίως από το άρθρο 16 […], το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο έχει μόνο τη δυνατότητα να αναστείλει τη διαδικασία» (η υπογράμμιση δική μου). Μολονότι δεν ετίθετο ζήτημα αποκλειστικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που είχε επιληφθεί δεύτερο στην υπόθεση εκείνη (βλ. σκέψη 21 της απόφασης στην εν λόγω υπόθεση), το ενδεχόμενο αυτό εξετάστηκε εντούτοις από το Δικαστήριο, όπως άλλωστε και από τον γενικό εισαγγελέα W. Van Gerven (βλ. σημείο 9 των προτάσεών του στην υπόθεση εκείνη).


40 –      Όπ.π., σκέψεις 21, 25 και 26 της εν λόγω απόφασης και σημείο 13 των εν λόγω προτάσεων.


41 –      Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2003, C-116/02 (Συλλογή 2003, σ. I—14693, σκέψη 47).


42 –      Βλ. σκέψεις 41 έως 54 της εν λόγω απόφασης· ας σημειωθεί ότι ο γενικός εισαγγελέας P. Léger είχε προτείνει διαφορετική λύση (βλ. σημεία 57 επ. των προτάσεών του στην υπόθεση εκείνη).


43 –      Σκέψεις 49 έως 51 της ίδιας απόφασης.


44 –      Αντίθετα, το άρθρο 29 του κανονισμού 44/2001, το οποίο έχει εφαρμογή τόσο στην περίπτωση εκκρεμοδικίας όσο και στην περίπτωση συνάφειας, προβλέπει ότι «όταν περισσότερα δικαστήρια έχουναποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, η διαπίστωση της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας γίνεται υπέρ του δικαστηρίου που έχει πρώτο επιληφθεί» (η υπογράμμιση δική μου).


45 –      Κατά το εν λόγω άρθρο 25, «το δικαστήριο κράτους μέλους διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, εφόσον καλείται να κρίνει, ως κύριο ζήτημα, διαφορά για την οποία δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22».


46 –      Ο σκοπός αυτός διακηρύσσεται στην αιτιολογική σκέψη 15 του εν λόγω κανονισμού.


47 –      Δηλαδή το πρώτο, το δεύτερο, το πέμπτο και το όγδοο προδικαστικό ερώτημα.


48 –      Αυτό προκύπτει από τη νομολογία για την ερμηνεία του άρθρου 21 της Σύμβασης των Βρυξελλών, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001, όπως η νομολογία αυτή έχει διαμορφωθεί, μεταξύ άλλων, με τις αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 1987, 144/86, Gubisch Maschinenfabrik (Συλλογή 1987, σ. 4861, σκέψη 11), και της 19ης Μαΐου 1998, C-351/96, Drouot assurances (Συλλογή 1998, σ. I—3075, σκέψη 16).


49 –      Απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1994, C-406/92 (Συλλογή 1994, σ. I—5439, σκέψη 53).


50 –      Συμφωνώ με την Ελβετική Κυβέρνηση ότι οι κανόνες για την εκκρεμοδικία αποσκοπούν στην πρόληψη του κινδύνου έκδοσης «ρητά αντιφατικών αποφάσεων», δηλαδή αποφάσεων που θα είναι τελείως ασύμβατες μεταξύ τους στο στάδιο της εκτέλεσης.


51 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Tatry (σκέψη 31), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στην υπόθεση εκείνη (σημεία 14 και 20).


52 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Tatry (σκέψεις 29 και 34). Στην περίπτωση αυτή το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο έχει την υποχρέωση να διαπιστώσει την έλλειψη δικαιοδοσίας του μόνο εφόσον οι διάδικοι στην ενώπιόν του δίκη είναι επίσης διάδικοι στη δίκη που έχει κινηθεί προηγουμένως και η ενώπιόν του δίκη μπορεί να συνεχιστεί μεταξύ των λοιπών διαδίκων.


53 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Drouot assurances (σκέψεις 19 και 23).


54 –      Για παράδειγμα, τα συμφέροντα μιας εταιρίας και της θυγατρικής της, το κεφάλαιο της οποίας ανήκει εξ ολοκλήρου στην εταιρία αυτή, ενδέχεται να είναι αδιαχώριστα και να ταυτίζονται σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η απόφαση που εκδίδεται κατά της εταιρίας αυτής σε ένα κράτος μέλος είναι εκτελεστή κατά της θυγατρικής της στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η θυγατρική αυτή.


55 –      Στο εξής: ΕΣΔΑ. Το «δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης» που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 6 περιλαμβάνει τη δυνατότητα προσφυγής σε δικαστήριο, και μάλιστα εντός εύλογης προθεσμίας, το δικαίωμα για δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας, ιδίως ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία, και το δικαίωμα για διεξαγωγή της διαδικασίας κατ’ αντιμωλία (παράγραφος 1), καθώς και το τεκμήριο αθωότητας (παράγραφος 2) και τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου (παράγραφος 3). Το άρθρο 13 προστατεύει το «δικαίωμα πραγματικής προσφυγής».


56 –      Στο εξής: Χάρτης. Το πρώτο και το δεύτερο αυτό εδάφιο αφορούν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και το δικαίωμα για πρόσβαση σε αμερόληπτο δικαστήριο αντίστοιχα, ενώ το τρίτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 47 αφορά τη δικαστική αρωγή. Σχετικά με το ιστορικό και το περιεχόμενο της διάταξης αυτής, βλ. τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17) και, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2007, C-432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I—2271, σκέψη 37), και της 18ης Μαρτίου 2010, C-317/08 έως C-320/08, Alassini κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I—2213, σκέψη 61).


57 –      Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τη διατύπωση της διάταξης αυτής όχι μόνο στα γαλλικά («entre les mêmes parties», δηλαδή «μεταξύ των ίδιων διαδίκων»), αλλά, όπως τονίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, από τη διατύπωσή της και στις άλλες γλώσσες, π.χ. στα γερμανικά («zwischen denselben Parteien»), στα ισπανικά («entre las mismas partes»), στα αγγλικά («between the same parties»), στα ιταλικά («tra le stesse parti»), στα ολλανδικά («tussen dezelfde partijen»), στα πορτογαλικά («entre as mesmas partes») και στα φινλανδικά («samojen asianosaisten välillä») (η υπογράμμιση δική μου).


58 –      Βλ., ιδίως, τις αιτιολογικές σκέψεις 10 και 15 του κανονισμού αυτού, καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση Drouot assurances (σκέψη 17).


59 –      Διευκρινίζω ότι η M. Weber υποστηρίζει ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα δεν είναι λυσιτελές για την εφαρμογή του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001 στην προκείμενη περίπτωση.


60 –      Με άλλα λόγια, θα ήταν παράλογο να τίθεται το ερώτημα αν η αγωγή του Α κατά του Β έχει το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 27 του εν λόγω κανονισμού, με την αγωγή του Γ κατά του Δ.


61 –      Βλ. σκέψη 14 της εν λόγω απόφασης.


62 –      Αντίθετα από το γαλλικό (μεταξύ άλλων) κείμενο της διάταξης, το οποίο κάνει ρητή διάκριση μεταξύ της αιτίας και του αντικειμένου των αγωγών, το γερμανικό κείμενο είναι διατυπωμένο ως εξής: «Klagen wegen desselben Anspruchs», πράγμα που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «αγωγές οι οποίες στηρίζονται στις ίδιες αξιώσεις». Το γερμανικό κείμενο δεν αποτελεί πάντως μεμονωμένη περίπτωση, αφού και το αγγλικό κείμενο χρησιμοποιεί μια διατύπωση που δεν κάνει καμία διάκριση («proceedings involving the same cause of action»). Συναφώς, βλ. Magnus, U., και Mankowski, P., όπ.π., σ. 502 επ.


63 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Tatry (σκέψεις 39 και 41) και απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, C-39/02, Mærsk Olie & Gas (Συλλογή 2004, σ. I—9657, σκέψεις 35 και 38).


64 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Gubisch Maschinenfabrik (σκέψεις 15 επ.). Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι, αφού η αγωγή για την εκτέλεση της σύμβασης που έχει ασκηθεί σε ένα κράτος μέλος έχει ως σκοπό να καταστήσει τη σύμβαση αποτελεσματική και αφού η αγωγή για την ακύρωση και τη λύση της ίδιας σύμβασης που έχει ασκηθεί σε άλλο κράτος μέλος έχει ακριβώς ως σκοπό να τη στερήσει από κάθε αποτελεσματικότητα, η δεσμευτική ισχύς της σύμβασης αυτής βρίσκεται επομένως στο «κέντρο» των δύο αυτών παράλληλων δικών, και μάλιστα η δεύτερη αγωγή μπορεί να θεωρηθεί ως μέσο άμυνας κατά της πρώτης.


65 –      Απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-111/01, Gantner Electronic (Συλλογή 2003, σ. I—4207, σκέψη 32).


66 –      Για παράδειγμα, το ίδιο προκαταρκτικό ζήτημα σχετικά με την εξουσία αντιπροσώπευσης ενός εντολοδόχου θα μπορούσε να τίθεται σε δίκες που αφορούν συμβάσεις πώλησης που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.


67 – Βλ. παραπάνω την υποσημείωση 64.


68 –      Ούτε η απόφαση που εκδόθηκε από το Tribunale ordinario di Milano στις 23 Μαΐου 2013 και αποτελεί πλέον μέρος της δικογραφίας στην προκείμενη υπόθεση διευκρινίζει τη νομική βάση των αιτημάτων που είχαν υποβληθεί στο εν λόγω δικαστήριο.


69 –      Η εν λόγω διάταξη παρατέθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 14.


70 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Tatry (σκέψη 39). Ειδικότερα, με την προπαρατεθείσα απόφαση Gubisch Maschinenfabrik, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι δύο παράλληλες διαφορές βασίζονταν στην ίδια αιτία, διότι βασίζονταν στην «ίδια συμβατική σχέση» (βλ. σκέψη 15).


71 –      Βλ., όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των άρθρων 21 και 22 της Σύμβασης των Βρυξελλών, Boularbah, H., «La notion de “mêmes parties”, condition de la litispendance communautaire», Journaldestribunaux, 1998, αριθ. τεύχους 37, σ. 774 επ., και ιδίως σ. 776.


72 –      Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 24ης Απριλίου 2012, C-571/10, Kamberaj (σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


73 –      Επισημαίνω ότι και η Ελβετική Κυβέρνηση τόνισε ότι η αίτηση προδικαστικής απόφασης δεν περιέχει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει αν και κατά πόσον υπάρχει εν προκειμένω κατάχρηση του δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη.


74 –      Υπέρ της άποψης αυτής, κατά την οποία επιτρέπεται παρέκκλιση από τον κανόνα της αναστολής της διαδικασίας, τον οποίο προβλέπει το εν λόγω άρθρο 27, όταν η εξέλιξη των γεγονότων δείχνει ότι ένας διάδικος τον επικαλείται καταχρηστικά, η Ελβετική Κυβέρνηση προβάλλει το επιχείρημα ότι το ελβετικό Bundesgericht έχει ήδη εκδώσει απόφαση με τέτοιο περιεχόμενο (απόφαση της 6ης Ιουλίου 2007, 4A_143/2007, E), η οποία αφορούσε την αντίστοιχη διάταξη της Σύμβασης για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία υπογράφηκε στο Λουγκάνο στις 16 Σεπτεμβρίου 1988 (ΕΕ L 319, σ. 9).


75 –      Σχετικά με τον κίνδυνο τέτοιας παρελκυστικής τακτικής κατά τη δίκη, βλ. Magnus, U., και Mankowski, P., όπ.π., σ. 483 επ., σημεία 17 και 18.


76 –      Η I. Weber υποστηρίζει ότι η εταιρία Z. GbR άσκησε την αγωγή της στην Ιταλία λόγω της μακράς διάρκειας των δικών στο κράτος μέλος αυτό, ώστε αφενός να ματαιώσει την εκ μέρους της νόμιμη απόκτηση του ποσοστού συγκυριότητας που κατείχε η M. Weber επί του ακινήτου που βρίσκεται στη Γερμανία και αφετέρου να την αποθαρρύνει από την περαιτέρω προάσπιση των δικαιωμάτων της, λόγω ιδίως της προχωρημένης ηλικίας της. Κατά την I. Weber, λίγο πριν ασκηθεί η αγωγή αυτή στην Ιταλία, η M. Weber, η οποία είναι και αυτή εναγόμενη ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου, μετοίκησε στο Μιλάνο, όπου βρίσκεται το δικηγορικό γραφείο του γιου της, ο οποίος είναι ένας από τους διαχειριστές της εταιρίας Z. GbR.


77 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Gasser (σκέψεις 70 και 73).


78 –      Όπ.π. (σκέψη 71).


79 –      Όπ.π. (σκέψη 72).


80 –      Αυτός ακριβώς είναι ο ο πρωταρχικός σκοπός του άρθρου αυτού (βλ. παραπάνω το σημείο 42).


81 –      Αυτή θα ήταν η κατά λέξη μετάφραση του όρου που χρησιμοποιείται στο σκεπτικό της απόφασης περί παραπομπής που αφορά το εν λόγω ερώτημα.


82 –      Βλ. παραπάνω το σημείο 15.


83 –      Βλ., ιδίως, την αιτιολογική σκέψη 16 του εν λόγω κανονισμού.


84 –      Το δικαστήριο αυτό διευκρινίζει ότι η αρχή αυτή είναι αναμφισβήτητη, έστω και αν, στην πραγματικότητα, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, πράγμα που ήταν γνωστό κατά τον χρόνο έκδοσης του κανονισμού 44/2001 και εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα.


85 –      Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ορισμένες ακραίες καταστάσεις, στις οποίες οι εργασίες του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς αναστέλλονται λόγω π.χ. πολέμου ή φυσικών καταστροφών, των οποίων οι συνέπειες έχουν διάρκεια και εμποδίζουν τη λειτουργία της δικαιοσύνης.


86 – Σχετικά με την έννοια αυτή, βλ., μεταξύ άλλων, Prechal, S., και Widdershoven, R., «Redefining the Relationship between “Rewe—effectiveness” and Effective Judicial Protection», Review of European Administrative Law, 2011, τόμος 4, αριθ. 2, σ. 31.


87 – Βλ. παραπάνω το σημείο 55. Νομίζω ότι σημασία εν προκειμένω έχουν ιδιαίτερα δύο πτυχές του δικαιώματος αυτού: πρώτον, το αποτέλεσμα της εκκρεμοδικίας θα μπορούσε να δημιουργήσει εμπόδια στην πρόσβαση του ενάγοντος της δεύτερης δίκης στη δικαιοσύνη και, δεύτερον, η μακρά διάρκεια της πρώτης δίκης θα μπορούσε να οδηγήσει σε προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη.


88 –      Βλ., όσον αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας, την απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, C-292/10, G (σκέψεις 47 επ.). Βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, την απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-491/10 PPU, Aguirre Zarraga (Συλλογή 2010, σ. I—14247, σκέψεις 59 επ.), η οποία αφορούσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2201/2003 [του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 (EE L 338, σ. 1)] και με την οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό αυτό συστήματα αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος στηρίζονται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με το γεγονός ότι οι εθνικές νομοθεσίες τους είναι σε θέση να παρέχουν ισοδύναμη και αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδιαίτερα από τον Χάρτη.


89 –      Πράγματι, το άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001 οργανώνει απλώς την κατανομή της δικαιοδοσίας μεταξύ των δικαστηρίων κρατών μελών στην κρίση των οποίων έχουν υποβληθεί συγχρόνως ίδιες διαφορές. Βλ., κατ’ αναλογία, την προπαρατεθείσα απόφαση Gasser, όπου το Δικαστήριο, το οποίο καλούνταν να ερμηνεύσει το άρθρο 21 της Σύμβασης των Βρυξελλών (που αντιστοιχεί στο εν λόγω άρθρο 27) ενόψει ιδίως της τήρησης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (σκέψεις 59 επ.), επικέντρωσε την απάντησή του στην οικονομία της Σύμβασης αυτής και στους σκοπούς της, καθώς και στην αμοιβαία εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν τα συμβαλλόμενα κράτη στα νομικά τους συστήματα και στις δικαστικές αρχές τους (σκέψεις 70 επ.). Βλ. επίσης, Magnus, U., και Mankowski, P., όπ.π., σ. 487 επ.


90 –      Δηλαδή το έκτο, το έβδομο και το όγδοο προδικαστικό ερώτημα.


91 –      Η I. Weber εκθέτει ότι ο λόγος για την υποβολή του ερωτήματος αυτού είναι ότι το Landgericht München I αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία δύο φορές, την πρώτη φορά βάσει του άρθρου 27, παράγραφος 1, και στη συνέχεια βάσει του άρθρου 28, παράγραφοι 1 και 3, και διευκρινίζει ότι η διόρθωση αυτή οφείλεται στο Oberlandesgericht München.


92 –      Επ’ αυτού η I. Weber και η Ελβετική Κυβέρνηση παραθέτουν την ανάλυση του εν λόγω άρθρου 28 στη γερμανική νομική θεωρία [Rauscher, T., και Leible, S., EuropäischesZivilprozeß—undKollisionsrechtEuZPR/EuIPR, Kommentar, BrüsselI—VO, LugÜbk 2007, Sellier, Μόναχο, 2011· Hüßtege, R., στο: Thomas, H., και Putzo, H. (επιμ.), Zivilprozessordnung, Kommentar, Beck, Μόναχο, 32η έκδοση, 2011], καθώς και στην ελβετική θεωρία [Bucher, A., Loisurledroitinternationalprivé/ConventiondeLugano, Helbing Lichtenhahn, Βασιλεία, 2011· Mabillard, R., στο: Oetiker, C., και Weibel, T. (επιμ.), Lugano Übereinkommen, Helbing Lichtenhahn, Βασιλεία, 2011].


93 –      Βλ. σ. 13 της παρατεθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 29 έκθεσης Jenard, όσον αφορά τις αντίστοιχες διατάξεις της Σύμβασης των Βρυξελλών, καθώς και την αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 44/2001.


94 –      Στην προπαρατεθείσα απόφαση Tatry (σκέψη 53), η οποία αφορούσε το άρθρο 22 της Σύμβασης των Βρυξελλών, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι «η ερμηνεία [της έννοιας της συνάφειας] πρέπει να είναι ευρεία και να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει κίνδυνος αλληλοσυγκρουόμενων λύσεων, ακόμη και αν είναι δυνατή η αυτοτελής εκτέλεση καθεμιάς αποφάσεως και οι έννομες συνέπειές τους δεν αλληλοαναιρούνται». Βλ. επίσης την απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C-539/03, Roche Nederland κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I—6535, σκέψη 22).


95 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Tatry (σκέψη 55) και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στην υπόθεση εκείνη (σημείο 28).


96 –      Η διάταξη αυτή παρατέθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 5.


97 –      Υπενθυμίζω ότι το αντικείμενο του υπό εξέταση προδικαστικού ερωτήματος δεν καλύπτει τις παραγράφους 2 των εν λόγω άρθρων, οι οποίες αφορούν την αναγνώριση από το δεύτερο επιλαμβανόμενο δικαστήριο της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του.


98 –      Επ’ αυτού βλ. τα στοιχεία που εξέθεσα παραπάνω για την απάντηση στο έβδομο προδικαστικό ερώτημα.


99 –      Σκέψεις 49 και 50 της απόφασης (η υπογράμμιση δική μου).


100 –      Κατά τους Cadiet, L., Jeuland, E. και Amrani—Mekki, S. (επιμ.), Droitprocessuelcivildel’Unioneuropéenne, LexisNexis, Παρίσι, 2011, σημείο 129, η συνάφεια αποτελεί «ένα είδος ατελούς εκκρεμοδικίας», αφού «οι προϋποθέσεις για τη διαπίστωση συνάφειας είναι λιγότερο αυστηρές από ό,τι οι προϋποθέσεις για τη διαπίστωση εκκρεμοδικίας. Το ίδιο επομένως ισχύει και για τα αποτελέσματά τους».


101 –      Το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα αν το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο πρέπει «να έχει αποφανθεί».


102 –      Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της διακριτικής αυτής ευχέρειας και της εξακρίβωσης της καταρχήν ύπαρξης συνάφειας, η οποία πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων για τη στενή σχέση μεταξύ των παράλληλων αγωγών τα οποία ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού.


103 –      Βλ. αφενός τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Tatry (σκέψη 55) και Overseas Union Insurance κ.λπ. (σκέψη 16), που αφορούσαν τον σκοπό του άρθρου 22 της Σύμβασης των Βρυξελλών, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 28 του κανονισμού 44/2001, και αφετέρου την αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού αυτού.


104 –      Βλ. σημείο 75 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα C. O. Lenz στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1994, C-129/92, Owens Bank (Συλλογή 1994, σ. I—117), που αφορούσε το άρθρο 22 της εν λόγω σύμβασης.


105 –      Η I. Weber αναφέρει τα συμφέροντα, τη συμπεριφορά και τα ελατήρια των διαδίκων, το πόσο στενή είναι η σχέση μεταξύ των αγωγών, το στάδιο και τη διάρκεια της συγκεκριμένης διαδικασίας, τις πιθανότητες ευδοκίμησης της αγωγής, την αρχή της οικονομίας της δίκης σε σχέση με την ευχέρεια, το κόστος και την εγγύτητα της διεξαγωγής των αποδείξεων, την ύπαρξη ενδεχομένως διεθνούς δικαιοδοσίας του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου και τη δυνατότητα αναγνώρισης.


106 –      Συγκεκριμένα: «ο βαθμός της συνάφειας και του κινδύνου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων», «η φάση στην οποία βρίσκεται κάθε διαδικασία» και «η εγγύτητα των δικαστηρίων προς τα πραγματικά περιστατικά» (βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα C. O. Lenz στην προπαρατεθείσα υπόθεση Owens Bank, σημείο 76). Τα κριτήρια αυτά αντιστοιχούν στα κριτήρια που δέχτηκε ο νομοθέτης κατά την αναμόρφωση του κανονισμού 44/2001, αλλά μόνον όσον αφορά παράλληλες διαδικασίες που εκκρεμούν σε ένα κράτος μέλος και σε ένα τρίτο κράτος. Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 23 και 24 και τα άρθρα 33 (σχετικά με την εκκρεμοδικία) και 34 (σχετικά με τη συνάφεια) του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351, σ. 1), οι βασικές διατάξεις του οποίου θα αρχίσουν να εφαρμόζονται από τις 10 Ιανουαρίου 2015.


107 –      Στην προπαρατεθείσα απόφαση Gasser (σκέψεις 70 επ.) το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, αλλά σε σχέση με τη διάταξη της Σύμβασης των Βρυξελλών που αντιστοιχεί στο άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001, δηλαδή σε σχέση με την εκκρεμοδικία και όχι τη συνάφεια.


108 –      Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, C-296/10, Purrucker (Συλλογή 2010, σ. I—11163, σκέψεις 82 και 83).


109 –      Βλ., κατ’ αναλογία, σε σχέση με την άρνηση εφαρμογής της θεωρίας του forum non conveniens σε περίπτωση εκκρεμοδικίας εμπίπτουσας στη Σύμβαση των Βρυξελλών, τα σημεία 78 και 181 της έκθεσης Schlosser, η οποία αναφέρθηκε παραπάνω στην υποσημείωση 36.


110 –      Μια εξαίρεση θα ήταν π.χ. η περίπτωση των αγωγών που ασκούνται σε σχέση με το ηθικό δικαίωμα του δημιουργού επί του έργου του.


111 –      Συγκεκριμένα, η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού αφορά τη δυνατότητα διαπίστωσης της μη ύπαρξης διεθνούς δικαιοδοσίας, κατόπιν αίτησης ενός από τους διαδίκους, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διαπιστωθεί ότι το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία για τις συναφείς αγωγές και ότι το δίκαιό του επιτρέπει την ένωση των υποθέσεων.


112 –      Βλ. επίσης το σημείο 87 των προτάσεών μου.