Language of document : ECLI:EU:C:2021:380

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 12ης Μαΐου 2021 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Κρατικές ενισχύσεις – Ενίσχυση η οποία κρίθηκε παράνομη και μη συμβατή με την εσωτερική αγορά – Άρθρο 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Δυσμενείς καιρικές συνθήκες – Ζημίες που υπέστησαν οι γεωργοί – Αντισταθμιστικές ενισχύσεις – Υποχρέωση ανακτήσεως – Υποχρέωση ενημερώσεως – Μη εκπλήρωση»

Στην υπόθεση C‑11/20,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2020,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Α. Μπουχάγιαρ και Θ. Ραμόπουλο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τις Ε. Τσαούση, Ε. Λευθεριώτου και Α. Βασιλοπούλου,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, και N. Jääskinen, δικαστή,

γενικός εισαγγελέας: E. Tanchev

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί με την προσφυγή της από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως 2012/157/ΕΕ της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις αντισταθμιστικές ενισχύσεις που καταβλήθηκαν από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.) κατά τα έτη 2008 και 2009 (ΕΕ 2012, L 78, σ. 21), ή, εν πάση περιπτώσει, μη ενημερώνοντας επαρκώς την Επιτροπή για τα μέτρα που έλαβε, σύμφωνα με το άρθρο 4 της αποφάσεως αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 έως 4 της εν λόγω αποφάσεως και από τη Συνθήκη ΛΕΕ.

 Το νομικό πλαίσιο

2        Ο κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1), καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 [ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9). Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας των πραγματικών περιστατικών, ο κανονισμός 659/1999 εξακολουθεί να έχει εφαρμογή στην υπό κρίση διαφορά.

3        Η αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 659/1999 είχε ως εξής:

«[εκτιμώντας] ότι, στις περιπτώσεις παράνομων ενισχύσεων που δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, θα πρέπει να αποκαθίσταται αποτελεσματικός ανταγωνισμός· ότι, για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να ανακτάται αμελλητί η ενίσχυση, περιλαμβανομένων και των τόκων· ότι είναι σκόπιμο η ανάκτηση να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας· ότι η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εμποδίζοντας την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής· ότι, για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της απόφασης της Επιτροπής».

4        Το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 όριζε τα εξής:

«Με την επιφύλαξη απόφασης του Δικαστηρίου [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] κατ’ εφαρμογή του άρθρου [278 ΣΛΕΕ], η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό και σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που διαθέτουν στα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη της [νομοθεσίας της Ένωσης].»

 Το ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

5        Κατόπιν διαμαρτυριών μεγάλου αριθμού Ελλήνων παραγωγών γεωργικών προϊόντων τον Ιανουάριο του 2009, λόγω των ζημιών που είχαν υποστεί κατά το έτος 2008 εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών, η Ελληνική Δημοκρατία προέβλεψε την καταβολή από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ) αντισταθμιστικών ενισχύσεων ύψους 425 εκατομμυρίων ευρώ.

6        Στις 7 Δεκεμβρίου 2011 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2012/157, η οποία κοινοποιήθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία στις 8 Δεκεμβρίου 2011.

7        Το διατακτικό της αποφάσεως 2012/157 έχει ως εξής:

«Άρθρο 1

1.      Οι αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν από τον [ΕΛΓΑ] στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων στη διάρκεια των ετών 2008 και 2009 συνιστούν κρατικές ενισχύσεις.

2.      Οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν το 2008 στο πλαίσιο του συστήματος ειδικής υποχρεωτικής ασφάλισης είναι συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά σε ό,τι αφορά τις ενισχύσεις ύψους 349 493 652,03 ευρώ τις οποίες χορήγησε ο ΕΛ.Γ.Α. στους παραγωγούς για την αντιστάθμιση ζημιών στη φυτική τους παραγωγή καθώς και σε ό,τι αφορά τις ενισχύσεις για απώλειες στη φυτική παραγωγή που προξένησε η αρκούδα ύψους 91 500 ευρώ και σε ό,τι αφορά τις ενισχύσεις για διορθωτικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσιο των προαναφερομένων ενισχύσεων. Οι ενισχύσεις που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο ποσό των αντισταθμιστικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν το 2008 στο πλαίσιο του συστήματος ειδικής υποχρεωτικής ασφάλισης είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά.

3.      Οι [αντισταθμιστικές] ενισχύσεις ύψους 27 614 905 ευρώ που χορηγήθηκαν το 2009 δυνάμει της απόφασης αριθ. 262037 του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης της 30ής Ιανουαρίου 2009 είναι συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά.

Οι [αντισταθμιστικές] ενισχύσεις ύψους 387 404 547 ευρώ, που χορηγήθηκαν στους παραγωγούς σε ημερομηνίες προγενέστερες της 28ης Οκτωβρίου 2009, είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά με την επιφύλαξη των ενισχύσεων οι οποίες, κατά τον χρόνο χορήγησής τους, πληρούσαν όλους τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1535/2007 {της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2007, για την εφαρμογή των άρθρων [107 και 108 ΣΛΕΕ] στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (“de minimis”) στον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων (EE 2007, L 337, σ. 35)}.

Άρθρο 2

1.      Η [Ελληνική Δημοκρατία] λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση, από τους δικαιούχους, των ασυμβίβαστων ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 και που έχουν ήδη τεθεί στη διάθεσή τους παράνομα.

[...]

4.      Η ανάκτηση πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, στο μέτρο που επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 3

Η ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και 3 είναι άμεση και πραγματική. Η [Ελληνική Δημοκρατία] διασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 4

1.      Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η [Ελληνική Δημοκρατία] υποβάλλει στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)      το συνολικό ποσό (αρχικό κεφάλαιο και τόκοι ανάκτησης) που θα πρέπει να ανακτηθεί από κάθε δικαιούχο·

β)      λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχει ήδη λάβει ή προγραμματίσει ώστε να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση·

γ)      έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχουν κληθεί οι δικαιούχοι να επιστρέψουν την ενίσχυση.

2.      Η [Ελληνική Δημοκρατία] ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης έως την πλήρη ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και 3.

3.      Μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δύο μηνών που αναφέρεται στη παράγραφο 1, η [Ελληνική Δημοκρατία] υποβάλλει, με απλή αίτηση της Επιτροπής, έκθεση για τα μέτρα που έχει ήδη λάβει ή προγραμματίσει ώστε να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση. Η εν λόγω έκθεση παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ποσά της ενίσχυσης και τους τόκους που έχουν ήδη ανακτηθεί από τους δικαιούχους.

[...]»

8        Με προσφυγή που άσκησε στις 8 Φεβρουαρίου 2012 ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως 2012/157. Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία, η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε, βάσει των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής.

9        Στις 7 Μαρτίου 2012, απαντώντας σε σχετικό αίτημα των ελληνικών αρχών, η Επιτροπή δέχθηκε να καθυστερήσει η ανάκτηση της ενισχύσεως κατά δύο μήνες.

10      Στις 18 Ιουνίου 2012 ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου διέταξε, δυνάμει του άρθρου 105, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως 2012/157, κατά το μέρος που επέβαλλε στην Ελληνική Δημοκρατία να ανακτήσει τις μη συμβατές ενισχύσεις, προκειμένου να διατηρηθεί η τρέχουσα κατάσταση των πραγμάτων κατά τη λεπτομερέστερη εξέταση της αιτήσεως αναστολής. Με τη διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑52/12 R, EU:T:2012:447), ανεστάλη η εκτέλεση της αποφάσεως 2012/157, καθόσον υποχρέωνε την Ελληνική Δημοκρατία να ανακτήσει τα καταβληθέντα ποσά από τους λήπτες των μη συμβατών ενισχύσεων.

11      Στις 6 Ιουνίου 2013 η Ελληνική Δημοκρατία διαβίβασε στην Επιτροπή πλήρη κατάλογο των εν λόγω ληπτών και των επιμέρους ποσών της παράνομης ενισχύσεως.

12      Με την απόφαση της 16ης Ιουλίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑52/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:677), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως στο σύνολό της. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2014 η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως αυτής.

13      Με τη διάταξη της 3ης Δεκεμβρίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής (C‑431/14 P‑R, EU:C:2014:2418), ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης την αίτηση αναιρέσεως με απόφαση της 8ης Μαρτίου 2016, Ελλάδα κατά Επιτροπής (C‑431/14 P, EU:C:2016:145).

14      Με έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2015, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε να απαλλαγεί από την υποχρέωση ανακτήσεως των ενισχύσεων από τους γεωργούς που είχαν ήδη αποβιώσει, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις τους ήταν ατομικές και για αυτές δεν χωρεί κληρονομική διαδοχή. Στις 24 Φεβρουαρίου 2015 η Επιτροπή δέχθηκε το αίτημα αυτό. Εντούτοις, επέμεινε στην άμεση και αποτελεσματική ανάκτηση των μη συμβατών ενισχύσεων από τους λοιπούς γεωργούς.

15      Κατά τη σύσκεψη της 22ας Ιουνίου 2015 με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, οι ελληνικές αρχές ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να δρομολογήσουν νομοθετική μεταρρύθμιση για την τροποποίηση του εφαρμοστέου εθνικού νομικού πλαισίου περί ανάκτησης κρατικών ενισχύσεων. Με έγγραφο που πρωτοκολλήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2015, η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε σχέδιο για την ανάκτηση των μη συμβατών ενισχύσεων.

16      Την 1η Δεκεμβρίου 2015 οι ελληνικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή την πρόθεσή τους να υπαγάγουν μέρος των μη συμβατών ενισχύσεων στον κανόνα de minimis, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 1408/2013 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 [ΣΛΕΕ] στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας («de minimis») στον γεωργικό τομέα (ΕΕ 2013, L 352, σ. 9). Ενημέρωσαν επίσης την Επιτροπή ότι είχε κατατεθεί τροπολογία σε σχέδιο νόμου, βάσει της οποίας θα εκδιδόταν κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την ανάκτηση των μη συμβατών ενισχύσεων.

17      Την 1η Απριλίου 2016 η Ελληνική Δημοκρατία κοινοποίησε σχέδιο της κοινής υπουργικής αποφάσεως που προβλεπόταν στην τροπολογία αυτή. Στις 27 Απριλίου 2016 η Επιτροπή διατύπωσε τις παρατηρήσεις της επί του σχεδίου αυτού, διευκρινίζοντας ότι η κοινοποίηση αυτή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την υποχρέωση άμεσης και αποτελεσματικής ανακτήσεως όλων των μη συμβατών ενισχύσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 2012/157.

18      Η Επιτροπή απέστειλε νέα επιστολή στην Ελληνική Δημοκρατία στις 9 Αυγούστου 2016, με την οποία ζητούσε να διευκρινιστεί αν η κοινή υπουργική απόφαση είχε πλέον εκδοθεί και ζητούσε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την άμεση και αποτελεσματική ολοκλήρωση της επίμαχης ανακτήσεως, ειδάλλως θα εξέταζε το ενδεχόμενο λήψεως μέτρων βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν απάντησε, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή απέστειλε περισσότερα έγγραφα υπενθυμίσεως.

19      Κατά τη διάρκεια συσκέψεως που διεξήχθη στις 7 Νοεμβρίου 2019, η Ελληνική Δημοκρατία δήλωσε ότι δεν είχε ακόμη θεσπίσει το κανονιστικό πλαίσιο βάσει του οποίου θα πραγματοποιούνταν η ανάκτηση των επίμαχων μη συμβατών ενισχύσεων.

20      Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

 Επί της προσφυγής

21      Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει δύο αιτιάσεις με τις οποίες προβάλλεται, αντιστοίχως, μη τήρηση της προβλεπόμενης στα άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως 2012/157 υποχρεώσεως ανακτήσεως των μη συμβατών ενισχύσεων εντός της ταχθείσας προθεσμίας και παράβαση της υποχρεώσεως ενημερώσεως της Επιτροπής, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 4 της αποφάσεως αυτής, για τα μέτρα που ελήφθησαν κατ’ εφαρμογήν της.

22      Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την απόρριψη της προσφυγής στο σύνολό της ως αβάσιμης.

 Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παράλειψη ανακτήσεως των μη συμβατών ενισχύσεων

 Επιχειρήματα των διαδίκων

23      Με την πρώτη αιτίαση η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας του άρθρου 3 της αποφάσεως 2012/157, ήτοι στις 9 Απριλίου 2012, η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε εκτελέσει την απόφαση αυτή. Όσον αφορά το έγγραφο της 7ης Μαρτίου 2012, με το οποίο η Επιτροπή δέχθηκε το αίτημα των ελληνικών αρχών για δίμηνη καθυστέρηση της ανακτήσεως των ενισχύσεων, η Επιτροπή εκτιμά ότι, ελλείψει τυπικής αποφάσεως περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 2012/157, δεν ήταν δυνατόν να χορηγηθεί με το έγγραφο αυτό επίσημη παράταση της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 προθεσμίας ανακτήσεως. Κατά την Επιτροπή, ακόμη και αν υποτεθεί ότι με το εν λόγω έγγραφο χορήγησε δίμηνη παράταση της προθεσμίας για την εκτέλεση της αποφάσεως, η προθεσμία αυτή έληξε στις 11 Ιουνίου 2012.

24      Η Επιτροπή εκτιμά ότι καμία από τις δυσχέρειες που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως 2012/157, στο μέτρο που, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διοικητικές και πρακτικές δυσχέρειες τις οποίες συνεπάγεται ο μεγάλος αριθμός ληπτών των κρατικών ενισχύσεων δεν επαρκούν ώστε να θεωρηθεί ότι η ανάκτηση των ενισχύσεων αυτών είναι τεχνικώς αδύνατη.

25      Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, προς αντιμετώπιση των πρακτικών δυσχερειών, παρέσχε στην Ελληνική Δημοκρατία καθοδήγηση όσον αφορά τα πρακτικά ζητήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακτήσεως. Ωστόσο, οκτώ και πλέον έτη μετά την έκδοση της αποφάσεως 2012/157, οι ελληνικές αρχές δεν έχουν καν αποστείλει τις εθνικές διαταγές πληρωμής στους δικαιούχους των εν λόγω ενισχύσεων. Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία δεν κίνησε διαδικασία αφερεγγυότητας κατά των ληπτών ενισχύσεων που είναι αφερέγγυοι ή αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες ούτε ενέγραψε την απαίτησή της σχετικά με την ανάκτηση στον πίνακα κατάταξης των πιστωτών.

26      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι η Ελληνική Δημοκρατία θέσπισε το 2015 ένα απλούστερο εισπρακτικό σύστημα, το σύστημα αυτό δεν τέθηκε σε εφαρμογή. Εξάλλου, όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2019/316 της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1408/2013 (ΕΕ 2019, L 51 Ι, σ. 1), η Επιτροπή φρονεί ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αδρανεί επί σειρά ετών εν αναμονή της μελλοντικής εκδόσεως κανονισμού ο οποίος ίσως να αυξήσει τα ανώτατα όρια των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας. Εν πάση περιπτώσει, κατά την Επιτροπή, οι ελληνικές αρχές δεν εξήγησαν για ποιον λόγο, εδώ και τόσα χρόνια, δεν έχουν ανακτήσει έστω και μόνον τις ενισχύσεις πολύ μεγάλου ύψους που χορηγήθηκαν σε ορισμένους λήπτες, ενώ είναι αποδεδειγμένο ότι τα ποσά αυτά δεν πληρούν καμία από τις προϋποθέσεις σχετικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας.

27      Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται, πρώτον, ότι, τόσο κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως όσο και πριν από την υποβολή αυτή, βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως 2012/157, είτε στις 9 Απριλίου 2012 είτε στις 11 Ιουνίου 2012, δεδομένου ότι η εκτέλεση αυτή ήταν δυνατόν να της προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημία. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει σαφώς, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, από τις σκέψεις 43 έως 54 της διατάξεως του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑52/12 R, EU:T:2012:447).

28      Συναφώς, επισημαίνει ότι, για την εκτέλεση της αποφάσεως 2012/157, θα έπρεπε να κινητοποιηθεί επί μακρό χρονικό διάστημα ολόκληρος ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός της χώρας. Η κινητοποίηση αυτή θα συνεπαγόταν σημαντικό διοικητικό κόστος το οποίο θα επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό και θα προκαλούσε την υστέρηση σε δημόσια έσοδα που συνεπάγεται η υπερβολική απασχόληση των δημοσίων υπαλλήλων, των οποίων ο αριθμός είχε ήδη μειωθεί εξαιρετικά λόγω των περικοπών προσωπικού κατά τα πέντε προηγούμενα έτη.

29      Η Ελληνική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι, υπό τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες της οικονομικής συγκυρίας της χώρας, η ανάκτηση του ποσού των 424 724 942,97 ευρώ, από 725 541 περίπου γεωργούς, θα πυροδοτούσε πλήθος αντιδράσεων εκ μέρους του ήδη πληττόμενου από την κρίση γεωργικού πληθυσμού. Εκτιμά ότι από την επιστολή της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών της 24ης Σεπτεμβρίου 2014, καθώς και από τη διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑52/12 R, EU:T:2012:447), προκύπτει ότι αυτός ο κίνδυνος αντιδράσεως στους γεωργούς δεν ήταν ούτε αμιγώς υποθετικός ούτε θεωρητικός. Επιπλέον, η εκτέλεση της αποφάσεως 2012/157 θα είχε και σοβαρότατες οικονομικές επιπτώσεις για το εν λόγω κράτος μέλος σε περίοδο κρίσης και θα δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα στην πορεία ανόρθωσης της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.

30      Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία τονίζει ότι υιοθετήθηκε νομοθετική τροπολογία στο πλαίσιο εθνικής ρυθμίσεως, με την οποία προβλέφθηκε ειδική διαδικασία προκειμένου να αμβλυνθούν οι δυσχέρειες τις οποίες θα συνεπαγόταν η ανάκτηση των μη συμβατών ενισχύσεων. Με την τροπολογία αυτή καθιερώθηκε ένα απλούστερο σύστημα ανακτήσεως, το οποίο προβλέπει λιγότερα διαδικαστικά στάδια, ηλεκτρονικές διαδικασίες και δυνατότητα συμψηφισμού των προς ανάκτηση ποσών με άλλες οφειλές του Δημοσίου προς τους λήπτες των ενισχύσεων.

31      Εντούτοις, με το από 27 Απριλίου 2016 έγγραφό της, η Επιτροπή αρνήθηκε να εγκρίνει σχέδιο κοινής υπουργικής αποφάσεως σχετικής με την ανάκτηση ποσών άνω των 5 000 ευρώ. Συγκεκριμένα, η πλήρης αντίθεση την οποία εξέφρασε η Επιτροπή, τόσο όσον αφορά τις προβλεφθείσες λεπτομέρειες της διαδικασίας ανακτήσεως όσο και όσον αφορά τη νέα πρόταση κατά την οποία έπρεπε να γίνεται διάκριση με γνώμονα το προς ανάκτηση ποσό, εμπόδισε τη θέσπιση της αναγκαίας κανονιστικής ρυθμίσεως.

32      Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ήδη από τις αρχές του 2018, λόγω της διαδικασίας τροποποιήσεως του κανονισμού 1408/2013, κατέστη σαφές ότι η επικείμενη αύξηση του ανωτάτου ορίου των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας θα συντελούσε καίρια στην επίλυση των δυσχερειών στην υπό κρίση υπόθεση, στο μέτρο που θα μπορούσε να καλύψει οφειλές ύψους από 20 000 έως 25 000 ευρώ ανά δικαιούχο. Κατά συνέπεια, οι ελληνικές αρχές οφείλουν να προβούν, πριν από την εκπόνηση των διυπουργικών αποφάσεων, σε τομεακές αναλύσεις των χορηγηθεισών ενισχύσεων.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

33      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το κράτος μέλος το οποίο είναι αποδέκτης αποφάσεως με την οποία υποχρεούται να ανακτήσει παράνομες ενισχύσεις που κρίθηκαν μη συμβατές με την εσωτερική αγορά οφείλει, βάσει του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, να λάβει όλα τα προσήκοντα μέτρα για να διασφαλίσει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής. Το κράτος μέλος πρέπει να ανακτήσει πράγματι τα οφειλόμενα ποσά προκειμένου να εξαλείψει τη στρέβλωση του ανταγωνισμού που προκλήθηκε από το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο προέκυψε από τις ενισχύσεις αυτές (απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2018, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑363/16, EU:C:2018:12, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

34      Από το άρθρο 14, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 13 του κανονισμού αυτού, προκύπτει ότι η ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως που κρίθηκε μη συμβατή με την εσωτερική αγορά πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους, εφόσον αυτές καθιστούν δυνατή την άμεση και πραγματική εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα μέτρα που προβλέπουν τα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη του δικαίου της Ένωσης (απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2018, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑363/16, EU:C:2018:12, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35      Κατ’ αρχάς, προκειμένου να εκτιμηθεί αν, εν προκειμένω, συντρέχει παράβαση κατά το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, πρέπει να προσδιοριστεί η κρίσιμη ημερομηνία για την εκτίμηση της παραβάσεως.

36      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η ημερομηνία αναφοράς για την εφαρμογή του άρθρου 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ είναι η προβλεπόμενη στην απόφαση της οποίας η μη εκτέλεση αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς ή, ενδεχομένως, η ημερομηνία την οποία η Επιτροπή καθόρισε στη συνέχεια (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑37/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:90, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37      Εν προκειμένω, όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, ελλείψει τυπικής αποφάσεως περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 2012/157, δεν μπορούσε, με το έγγραφο της 7ης Μαρτίου 2012 με το οποίο η Επιτροπή δέχθηκε το αίτημα της Ελληνικής Δημοκρατίας για δίμηνη καθυστέρηση της ανακτήσεως των ενισχύσεων, να χορηγηθεί επισήμως παράταση της προθεσμίας ανακτήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3 της αποφάσεως αυτής, αρκεί η επισήμανση ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τη δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας που έχει ταχθεί για την ανάκτηση των ενισχύσεων, με έγγραφο απευθυνόμενο στο οικείο κράτος μέλος (πρβλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑232/05, EU:C:2006:651, σκέψεις 33 και 34).

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι η απόφαση 2012/157 κοινοποιήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2011, η τετράμηνη προθεσμία για την εκτέλεσή της έληξε στις 9 Απριλίου 2012, διότι η 8η Απριλίου 2012 ήταν Κυριακή. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της δίμηνης παρατάσεως η οποία απορρέει από το έγγραφο της Επιτροπής της 7ης Μαρτίου 2012, η προθεσμία που είχε ταχθεί στην Ελληνική Δημοκρατία για την ανάκτηση των παράνομων ενισχύσεων έληξε στις 11 Ιουνίου 2012, δεδομένου ότι η 9η Ιουνίου 2012 ήταν Σάββατο.

39      Δεν αμφισβητείται ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, η Ελληνική Δημοκρατία δεν ανέκτησε κανένα από τα καταβληθέντα ποσά των επίμαχων παράνομων ενισχύσεων. Μολονότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου για τη λήψη προσωρινών μέτρων οι οποίες μνημονεύθηκαν στη σκέψη 10 της παρούσας αποφάσεως, η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως 2012/157 διήρκεσε από τις 18 Ιουνίου 2012 έως τις 16 Ιουλίου 2014, εντούτοις η υποχρέωση ανακτήσεως των ενισχύσεων παρέμεινε εκτελεστή καθ’ όλο το διάστημα μετά τις 16 Ιουλίου 2014. Εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι, οκτώ και πλέον έτη μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, οι ελληνικές αρχές δεν την έχουν ακόμη εκτελέσει.

40      Ο μοναδικός αμυντικός ισχυρισμός τον οποίο δύναται να προβάλει το κράτος μέλος στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως που έχει ασκήσει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ είναι αυτός με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της εκδοθείσας από το εν λόγω θεσμικό όργανο αποφάσεως περί ανακτήσεως της επίμαχης ενισχύσεως (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑481/16, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:845, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, συναφώς, ότι βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως 2012/157, τόσο στις 9 Απριλίου 2012 όσο στις 11 Ιουνίου 2012, δεδομένου ότι η εκτέλεση αυτή θα μπορούσε να της προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημία.

42      Εντούτοις, καμία από τις δυσχέρειες που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να συνιστά απόλυτη αδυναμία.

43      Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει σαφώς ότι, αφενός, η προϋπόθεση περί υπάρξεως απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως δεν πληρούται οσάκις το καθού κράτος μέλος απλώς επικαλείται δυσχέρειες νομικής, πολιτικής ή πρακτικής φύσεως τις οποίες αντιμετώπισε κατά την εφαρμογή της οικείας αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε καμία ουσιαστική ενέργεια έναντι των οικείων επιχειρήσεων προς ανάκτηση της ενισχύσεως και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής οι οποίοι θα καθιστούσαν δυνατή την υπέρβαση των δυσχερειών αυτών, και ότι, αφετέρου, προβαλλόμενα εσωτερικά προβλήματα που τυχόν ανέκυψαν κατά την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση από το εν λόγω κράτος μέλος των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑481/16, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:845, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

44      Όσον αφορά, στο πλαίσιο αυτό, τις δυσχέρειες σχετικά με την ανάγκη κινητοποιήσεως ολόκληρου του εισπρακτικού μηχανισμού του κράτους μέλους, από την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας προκύπτει ότι αυτές οι διοικητικές ή τεχνικές δυσχέρειες συνδέονται με τον μεγάλο αριθμό των δικαιούχων. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι οι διοικητικής και πρακτικής φύσεως δυσχέρειες που συνεπάγεται ο μεγάλος αριθμός των δικαιούχων των ενισχύσεων δεν δικαιολογούν την κρίση ότι η ανάκτηση είναι τεχνικώς αδύνατη (απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C‑75/97, EU:C:1999:311, σκέψη 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

45      Οι εκτιμήσεις αυτές συνεπάγονται επίσης την απόρριψη του επιχειρήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι οφείλει να προβεί σε τομεακές αναλύσεις των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν, υπό το πρίσμα της αυξήσεως του ανωτάτου ορίου των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2019/316, κατά μείζονα λόγο διότι οι δυσχέρειες αυτές στερούνται σημασίας όσον αφορά την ανάκτηση των ενισχύσεων πολύ μεγάλου ύψους που χορηγήθηκαν σε ορισμένους δικαιούχους.

46      Επιπλέον, μολονότι η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι ισχύοντες κανόνες του εθνικού δικαίου δεν ήταν προσαρμοσμένοι στο μέγεθος της ανακτήσεως των επίμαχων ενισχύσεων, οι ελληνικές αρχές δήλωσαν ότι είχαν την πρόθεση να νομοθετήσουν, προς αντιμετώπιση της δυσχέρειας που σχετιζόταν με την ανάκτηση της ενίσχυσης από μεγάλο αριθμό ληπτών, μόλις κατά τη σύσκεψη της 22ας Ιουνίου 2015, ήτοι τρία έτη μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί στο εν λόγω κράτος μέλος για την εκτέλεση της αποφάσεως 2012/157 και σχεδόν ένα έτος μετά την απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας από το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν της οποίας αναβίωσε η υποχρέωση ανακτήσεως των παράνομων ενισχύσεων.

47      Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας κατά την οποία δεν εξέδωσε διυπουργική απόφαση για την ανάκτηση των παράνομων ενισχύσεων λόγω της αντιθέσεως της Επιτροπής, διευκρινίζεται ότι, με το έγγραφο της 27ης Απριλίου 2016, η Επιτροπή διατύπωσε επιφυλάξεις σχετικά με οποιοδήποτε αυθαίρετο όριο κάτω από το οποίο δεν θα πραγματοποιούνταν η ανάκτηση. Ουδόλως μπορεί να γίνει δεκτό ότι η παρατήρηση αυτή συνιστά εμπόδιο που κωλύει την Ελληνική Δημοκρατία να συνεχίσει την τροποποίηση του νομικού πλαισίου της με σκοπό τη διασφάλιση της εκτελέσεως της αποφάσεως 2012/157.

48      Όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας κατά το οποίο, από την ανάγνωση της διατάξεως ασφαλιστικών μέτρων του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑52/12 R, EU:T:2012:447), προκύπτει η απόλυτη αδυναμία της να εκτελέσει την απόφαση 2012/157 πριν από τις 18 Ιουνίου 2012, ήτοι ακόμη και πριν από την ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να ισχύει η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως 2012/157, επισημαίνεται ότι το διατακτικό της εν λόγω διατάξεως επιβάλλει την αναστολή εκτελέσεως ex nunc και δεν αναφέρεται σε αναδρομική ισχύ.

49      Όσον αφορά την επίκληση των κοινωνικών αναταραχών που θα προκαλούσε η ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το οικείο κράτος μέλος μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης μόνον αν αποδείξει συγκεκριμένα ότι η εκ μέρους του ενέργεια θα είχε για τη δημόσια τάξη συνέπειες στις οποίες δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει με τα μέσα που διαθέτει [απόφαση της 25ης Μαρτίου 2021, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Ειδικός φόρος κατανάλωσης επί των τσιγάρων), C‑856/19, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2021:253, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

50      Εν προκειμένω, όμως, οι ελληνικές αρχές απλώς και μόνον υποθέτουν ότι η ανάκτηση των ενισχύσεων θα προκαλούσε την έντονη αντίδραση των γεωργών και προσκομίζουν επιστολή μιας αντιπροσωπευτικής οργανώσεως στην οποία εκτίθεται η δύσκολη κατάσταση των οικείων επιχειρηματιών, τέτοια δε στοιχεία δεν αποδεικνύουν επαρκώς την ύπαρξη του κινδύνου τον οποίο επικαλούνται οι εν λόγω αρχές.

51      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν έλαβε, εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως 2012/157. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, με την οποία προβάλλεται παράβαση των άρθρων 2 και 3 της αποφάσεως αυτής.

 Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παράλειψη ενημερώσεως της Επιτροπής

 Επιχειρήματα των διαδίκων

52      Με τη δεύτερη αιτίασή της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν την ενημέρωσε επαρκώς για τα μέτρα που έλαβε προς εκτέλεση της αποφάσεως 2012/157.

53      Πρώτον, όσον αφορά την υποχρέωση ενημερώσεως σχετικά με το συνολικό ποσό των ενισχύσεων που πρέπει να ανακτηθεί από κάθε δικαιούχο και με τα μέτρα που ελήφθησαν για τη συμμόρφωση προς την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή επισημαίνει ειδικότερα ότι η δίμηνη προθεσμία έληξε στις 8 Φεβρουαρίου 2012, χωρίς η Ελληνική Δημοκρατία να της έχει παράσχει τις πληροφορίες αυτές.

54      Δεδομένου ότι το αίτημα των ελληνικών αρχών για δίμηνη καθυστέρηση της ανακτήσεως των ενισχύσεων διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 17 Φεβρουαρίου 2012, ήτοι μετά τη λήξη της εν λόγω δίμηνης προθεσμίας, η Ελληνική Δημοκρατία είχε ήδη παραβεί, κατά την Επιτροπή, την υποχρέωση ενημερώσεως που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2012/157. Κατά συνέπεια, το αίτημα αυτό και η επακόλουθη ανοχή της δίμηνης καθυστερήσεως εκ μέρους της Επιτροπής δεν θα μπορούσαν να καλύπτουν την υποχρέωση ενημερώσεως κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής, αλλά μόνον την υποχρέωση διαρκούς ενημερώσεως σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας ανακτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως.

55      Η Επιτροπή εκτιμά ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2012/157 ακολούθησε για κάποιον λόγο την παράταση της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 3 της αποφάσεως αυτής, δηλαδή ότι παρατάθηκε μέχρι τις 11 Ιουνίου 2012, είναι σαφές ότι κατά την ημερομηνία εκείνη οι ελληνικές αρχές δεν είχαν ακόμη παράσχει στην Επιτροπή τις επίμαχες πληροφορίες.

56      Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ελληνικές αρχές δεν την ενημέρωναν διαρκώς, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2012/157, σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που θα λαμβάνονταν για την πλήρη ανάκτηση των ενισχύσεων. Ενδεικτικώς, η επιστολή της 9ης Αυγούστου 2016, με την οποία η Επιτροπή ζητούσε ενημέρωση για την πρόοδο της ανακτήσεως αυτής, καθώς και τα έγγραφα υπενθυμίσεως της 20ής Δεκεμβρίου 2017, της 13ης Μαρτίου 2018, της 14ης Ιουνίου 2018, της 11ης Σεπτεμβρίου 2018, της 18ης Δεκεμβρίου 2018 και της 26ης Μαρτίου 2019 παρέμειναν αναπάντητα.

57      Η Ελληνική Δημοκρατία αντικρούει τα επιχειρήματα αυτά, υποστηρίζοντας ότι τηρούσε πάντοτε ενήμερη την Επιτροπή για τις εξελίξεις της υποθέσεως, με τακτική αλληλογραφία. Η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της πίνακες που περιείχαν όλα τα στοιχεία σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

58      Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2012/157 επιβάλλει στην Ελληνική Δημοκρατία την υποχρέωση να παράσχει, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως αυτής, ορισμένες πληροφορίες σχετικά με την ανάκτηση της ενισχύσεως.

59      Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 4 προβλέπουν την υποχρέωση του κράτους μέλους αυτού, αφενός, να ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εφαρμογή της αποφάσεως έως την πλήρη ανάκτηση της ενισχύσεως και, αφετέρου, μετά το διάστημα των δύο μηνών που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, να υποβάλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει ή προγραμματίσει προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση αυτή, καθώς και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ποσά ενισχύσεως που έχει ήδη ανακτήσει από τους δικαιούχους.

60      Δεδομένου ότι η απόφαση 2012/157 κοινοποιήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2011, η ανωτέρω δίμηνη προθεσμία έληξε στις 8 Φεβρουαρίου 2012.

61      Διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η Ελληνική Δημοκρατία απευθύνθηκε για πρώτη φορά στην Επιτροπή στις 17 Φεβρουαρίου 2012 και ζήτησε να καθυστερήσει η ανάκτηση κατά δύο μήνες.

62      Έστω και αν υποτεθεί ότι η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2012/157 παρατάθηκε κατά δύο μήνες λόγω της αποδοχής του εν λόγω αιτήματος από την Επιτροπή, ακόμη δε και ότι παρατάθηκε ακολουθώντας την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 3 της αποφάσεως αυτής, γεγονός παραμένει ότι οι ελληνικές αρχές και πάλι δεν είχαν παράσχει στην Επιτροπή τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ήτοι στις 9 Απριλίου 2012 ή στις 11 Ιουνίου του ίδιου έτους.

63      Άλλωστε, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την ημερομηνία περατώσεως της έγγραφης διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση, η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη κοινοποιήσει στην Επιτροπή τα έγγραφα που αποδείκνυαν ότι οι λήπτες της ενισχύσεως είχαν κληθεί να την επιστρέψουν.

64      Επιπλέον, οι ελληνικές αρχές δεν τηρούσαν την Επιτροπή διαρκώς ενήμερη, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2012/157, για την πρόοδο των εθνικών μέτρων που έπρεπε να ληφθούν για την πλήρη ανάκτηση των ενισχύσεων.

65      Πράγματι, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την πρόοδο της ανακτήσεως άρχισε στις 6 Ιουνίου 2013, ημερομηνία κατά την οποία το κράτος μέλος αυτό παρέσχε στην Επιτροπή πλήρη κατάλογο των ληπτών μη συμβατών ενισχύσεων και των επιμέρους ποσών των ενισχύσεων αυτών. Στη συνέχεια, κατά τη σύσκεψη της 22ας Ιουνίου 2015, οι ελληνικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή για την πρόθεσή τους να δρομολογήσουν νομοθετική μεταρρύθμιση.

66      Με έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 2015, οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν σχέδιο για την ανάκτηση των μη συμβατών ενισχύσεων και, με έγγραφο της 1ης Δεκεμβρίου 2015, πληροφόρησαν την Επιτροπή σχετικά με την πρόθεσή τους να υπαγάγουν ένα μέρος των μη συμβατών ενισχύσεων στον κανόνα de minimis. Με το έγγραφο της 1ης Απριλίου 2016, η Ελληνική Δημοκρατία κοινοποίησε σχέδιο της κοινής υπουργικής αποφάσεως σχετικά με την ανάκτηση των μη συμβατών ενισχύσεων.

67      Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι οι ελληνικές αρχές, μετά την από 24 Ιουνίου 2016 επιστολή τους, με την οποία γνωστοποίησαν ότι η κοινή υπουργική απόφαση που μνημονεύθηκε στη σκέψη 17 της παρούσας αποφάσεως δεν είχε ακόμη εκδοθεί, δεν παρέσχον καμία άλλη πληροφορία. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν απάντησε στην επιστολή της 9ης Αυγούστου 2016, με την οποία η Επιτροπή ζήτησε να ενημερωθεί για την πρόοδο της ανακτήσεως, ούτε στα έγγραφα υπενθυμίσεως της 20ής Δεκεμβρίου 2017, της 13ης Μαρτίου 2018, της 14ης Ιουνίου 2018, της 11ης Σεπτεμβρίου 2018, της 18ης Δεκεμβρίου 2018 και της 26ης Μαρτίου 2019.

68      Υπό τις συνθήκες αυτές, κρίνεται ότι στοιχειοθετείται η παράβαση της υποχρεώσεως ενημερώσεως της Επιτροπής σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως 2012/157.

69      Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως 2012/157 και μη ενημερώνοντας επαρκώς την Επιτροπή για τα μέτρα που έλαβε κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 έως 4 της εν λόγω αποφάσεως καθώς και από τη Συνθήκη ΛΕΕ.

 Επί των δικαστικών εξόδων

70      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.


Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως 2012/157/ΕΕ της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις αντισταθμιστικές ενισχύσεις που καταβλήθηκαν από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.) κατά τα έτη 2008 και 2009, και μη ενημερώνοντας επαρκώς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα μέτρα που έλαβε κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 έως 4 της εν λόγω αποφάσεως καθώς και από τη Συνθήκη ΛΕΕ.

2)      Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

Bay Larsen

Silva de Lapuerta

Jääskinen

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Μαΐου 2021.

Ο Γραμματέας

 

Ο Πρόεδρος του έκτου τμήματος

A. Calot Escobar

 

L. Bay Larsen


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.