Language of document : ECLI:EU:T:2017:631

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 19ης Σεπτεμβρίου 2017 (*)

«ΕΓΤΠΕ – Τμήμα προσανατολισμού – Μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής – Επιχειρησιακό πρόγραμμα – Νομική βάση – Μεταβατικές διατάξεις – Εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων κατόπιν της παρελεύσεως του χρονικού διαστήματος ισχύος του οικείου επιχειρησιακού προγράμματος – Παράβαση ουσιώδους τύπου – Παραβίαση της προθεσμίας εκδόσεως αποφάσεως – Δικαιώματα άμυνας – Δικαίωμα ακροάσεως – Ασφάλεια δικαίου – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Αρχή ne bis in idem – Αναλογικότητα»

Στην υπόθεση Τ-327/15,

Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Γ. Κανελλόπουλο και τις Ό. Τσιρκινίδου και Α.‑Ευ. Βασιλοπούλου,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την J. Aquilina και τον Δ. Τριανταφύλλου,

καθής,

με αντικείμενο αίτημα, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, περί ακυρώσεως της εκτελεστικής αποφάσεως C(2015) 1936 τελικό της Επιτροπής, της 25ης Μαρτίου 2015, για την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως στ[η συνδρομή] του ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Προσανατολισμού, [που είχε χορηγηθεί στο πλαίσιο] του επιχειρησιακού προγράμματος CCI αριθ. 2000GR061PO021 (Ελλάδα – Στόχος 1 – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Pelikánová, πρόεδρο, V. Valančius (εισηγητή) και U. Öberg, δικαστές,

γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Μαρτίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Με έγγραφο της 31ης Μαρτίου 2011, οι αρμόδιες αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας υπέβαλαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωση περατώσεως του επιχειρησιακού προγράμματος CCI αριθ. 2000GR061PO021 (Ελλάδα – Στόχος 1 – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου) (στο εξής: επίμαχο επιχειρησιακό πρόγραμμα) για το χρονικό διάστημα από το 2000 έως και το 2006, βάσει του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΕ 1999, L 161, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί. Η δήλωση αυτή, σκοπός της οποίας ήταν να τύχει η Ελληνική Δημοκρατία χρηματοδοτήσεως από την Ευρωπαϊκή Ένωση, συνοδευόταν, μεταξύ άλλων, από την τελική έκθεση εκτελέσεως του εν λόγω επιχειρησιακού προγράμματος, η οποία διαλαμβάνεται το άρθρο 37 του κανονισμού αυτού.

2        Με έγγραφο της 2ας Αυγούστου 2011, η Επιτροπή κάλεσε τις ελληνικές αρχές να της παράσχουν, εντός προθεσμίας δέκα ημερών, πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη δήλωση περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος και τους γνωστοποίησε ότι μπορούσε, κατόπιν της αξιολογήσεως του περιεχομένου της δηλώσεως αυτής, να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999. Οι ελληνικές αρχές παρέσχον τα στοιχεία που ζητήθηκαν με έγγραφο της 5ης Αυγούστου 2011.

3        Με έγγραφο της 24ης Μαΐου 2012, η Επιτροπή γνωστοποίησε στις ελληνικές αρχές ότι η τελική έκθεση εκτελέσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος είχε γίνει δεκτή.

4        Στις 3 Ιανουαρίου 2013 η Επιτροπή κάλεσε τις ελληνικές αρχές να απαντήσουν, εντός προθεσμίας δύο μηνών, εάν δέχονταν την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως συνολικού ύψους 94 465 089,65 ευρώ, που αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ του ποσού των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και του ποσού της οφειλομένης στο πλαίσιο του εν λόγω ταμείου συνεισφοράς όσον αφορά το επίμαχο επιχειρησιακό πρόγραμμα. Επισήμανε επίσης ότι, ελλείψει συμφωνίας εντός της προθεσμίας αυτής, θα συνέχιζε τη διενέργεια του εκ μέρους της ελέγχου επιλεξιμότητας των δαπανών που είχαν πραγματοποιήσει οι ελληνικές αρχές και θα επέβαλλε, ενδεχομένως, δημοσιονομικές διορθώσεις των οποίων το ύψος, υπολογιζόμενο βάσει του συνόλου των στοιχείων που είχαν κοινοποιήσει οι ελληνικές αρχές, μπορεί να ανερχόταν, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διορθώσεις τις οποίες είχαν ήδη αποφασίσει οι ελληνικές αρχές, σε 211 582 686,65 ευρώ.

5        Με έγγραφο της 5ης Μαρτίου 2013, οι ελληνικές αρχές δήλωσαν στην Επιτροπή τη διαφωνία τους όσον αφορά τα ποσά των 94 465 089,65 ευρώ και των 211 582 686,65 ευρώ, για τον λόγο ότι είχαν ήδη λάβει προσήκοντα μέτρα ελέγχου και διορθωτικά μέτρα, οπότε οποιαδήποτε νέα δημοσιονομική διόρθωση θα είχε ως συνέπεια την επιβολή διορθώσεως εις διπλούν. Προσέθεσαν ότι το άθροισμα των δημοσιονομικών διορθώσεων που είχαν εφαρμόσει στο σύνολο του επιχειρησιακού προγράμματος ανέρχεται στα 143 206 588,48 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε χρηματοδοτική συνδρομή εκ μέρους της Ένωσης ύψους 108 308 798,38 ευρώ.

6        Με έγγραφο της 8ης Μαρτίου 2013, οι ελληνικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι είχαν λάβει τα προσήκοντα διορθωτικά μέτρα σε όλους τους τομείς όπου είχαν διαπιστωθεί παρατυπίες.

7        Στις 17 Ιουλίου 2013, κατόπιν εκ νέου υπολογισμού του ποσού της οφειλομένης συνεισφοράς στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή κάλεσε τις ελληνικές αρχές να δηλώσουν, εντός προθεσμίας δύο μηνών, αν δέχονταν την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως συνολικού ύψους 30 472 624,09 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ του ποσού των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ και του ποσού της εν λόγω συνεισφοράς. Επισήμανε επίσης ότι, άνευ συμφωνίας εντός της προθεσμίας αυτής, θα ολοκλήρωνε τον εκ μέρους της έλεγχο της επιλεξιμότητας των δαπανών που είχαν πραγματοποιήσει οι ελληνικές αρχές και θα επέβαλλε, ενδεχομένως, δημοσιονομικές διορθώσεις των οποίων το ύψος, υπολογιζόμενο βάσει του συνόλου των στοιχείων που είχαν κοινοποιήσει οι εν λόγω αρχές, μπορεί να ανερχόταν, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διορθώσεις τις οποίες είχαν ήδη αποφασίσει οι ελληνικές αρχές, σε 116 487 848,75 ευρώ.

8        Με έγγραφο της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, οι ελληνικές αρχές δήλωσαν εκ νέου ότι δεν συμφωνούν με τα ποσά που μνημόνευσε η Επιτροπή και επισήμαναν ότι οι αντιρρήσεις τους ήταν μεθοδολογικής φύσεως. Υποστήριξαν συναφώς ότι οι παρατυπίες που διαπιστώθηκαν είχαν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο κατάλληλων διορθώσεων οι οποίες εκμηδένισαν τον κίνδυνο ζημίας για το ΕΓΤΠΕ, οπότε για τις παρατυπίες αυτές δεν θα μπορούσε να επιβληθεί νέα διόρθωση από την Επιτροπή.

9        Με έγγραφο της 13ης Νοεμβρίου 2013, η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές την παροχή περαιτέρω στοιχείων όσον αφορά το ότι ορισμένες δαπάνες δεν είχαν, ενδεχομένως, πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και επισήμανε στις εν λόγω αρχές ότι, κατόπιν ενδελεχούς ελέγχου των προσκομισθέντων εγγράφων για την περάτωση του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος, επέμενε στην επιβολή των δημοσιονομικών διορθώσεων που είχαν προταθεί με την από 17 Ιουλίου 2013 επιστολή.

10      Με έγγραφα της 13ης Ιανουαρίου και της 14ης Φεβρουαρίου 2014 οι ελληνικές αρχές παρέσχον τα στοιχεία που είχαν ζητηθεί από την Επιτροπή και δήλωσαν εκ νέου ότι αμφισβητούν την επιβολή των δημοσιονομικών διορθώσεων οι οποίες είχαν προταθεί.

11      Στις 5 Μαρτίου 2014 η Επιτροπή κάλεσε τις ελληνικές αρχές σε ακρόαση η οποία πραγματοποιήθηκε στις 27 Μαΐου 2014.

12      Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 2014, οι ελληνικές αρχές παρέσχον στην Επιτροπή συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με ορισμένα μέτρα του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος που είχαν αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως κατά τη διμερή συνάντηση της 27ης Μαΐου 2014.

13      Με έγγραφο της 11ης Ιουλίου 2014, η Επιτροπή κοινοποίησε στις ελληνικές αρχές τα πρακτικά της διμερούς συναντήσεως της 27ης Μαΐου 2014 και ζήτησε από αυτές περαιτέρω συμπληρωματικά στοιχεία εντός προθεσμίας δύο μηνών. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2014 η Επιτροπή παρέτεινε την προθεσμία αυτή. Στις 26 Σεπτεμβρίου 2014 οι ελληνικές αρχές προσκόμισαν τα στοιχεία που είχαν ζητηθεί.

14      Με έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 2015, η Επιτροπή γνωστοποίησε στις ελληνικές αρχές την τελική θέση της όσον αφορά τις δημοσιονομικές συνέπειες που έπρεπε να συναχθούν από τον έλεγχο των εγγράφων που είχαν προσκομίσει οι ελληνικές αρχές, ήτοι τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ένωσης στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ ποσού ύψους 72 105 592,41 ευρώ.

15      Με την εκτελεστική απόφαση C(2015) 1936 τελικό, της 25ης Μαρτίου 2015, για την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως στ[η συνδρομή] του ΕΓΤΠΕ, Τμήμα Προσανατολισμού, [που είχε χορηγηθεί στο πλαίσιο] του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή απέκλεισε από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ορισμένες δαπάνες που είχε πραγματοποιήσει η Ελληνική Δημοκρατία στo πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, Τμήμα Προσανατολισμού, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως και το έτος 2006, ύψους 72 105 592,41 ευρώ.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

16      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Ιουνίου 2015, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

17      Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

18      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

19      Προς στήριξη της προσφυγής η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομικής βάσεως. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται κατά χρόνο αναρμοδιότητα της Επιτροπής για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, παράβαση ουσιώδους τύπου και προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και των δικαιωμάτων άμυνας. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται παραβίαση της αρχής ne bis in idem και της αρχής της αναλογικότητας.

  Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νομικής βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως

20      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομικής βάσεως διότι, αφενός, το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η απόφαση αυτή, είχε καταργηθεί πριν από την έκδοσή της και, αφετέρου, εν πάση περιπτώσει, δεν πληρούνταν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού.

 Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται κατάργηση του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999 πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως

21      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που ερείδεται στο άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999, στερείται νομικής βάσεως, διότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής ο κανονισμός 1260/1999 είχε καταργηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού 1260/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 25). Περαιτέρω, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, ο κανονισμός 1083/2006 δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), με το οποίο αντικαταστάθηκε το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού. Ως εκ τούτου, το πεδίο εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων των άρθρων 105 και 107 του κανονισμού 1083/2006 δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού. Κατά συνέπεια, η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί ότι οι εν λόγω μεταβατικές διατάξεις αποκλείουν τη διατήρηση σε ισχύ των διατάξεων του κανονισμού 1260/1999 για τα επιχειρησιακά προγράμματα που συγχρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, όπως το επίμαχο εν προκειμένω. Προσθέτει ότι κανένα από τα κείμενα που αντικατέστησαν τον κανονισμό 1260/1999 δεν περιλαμβάνει διάταξη αντίστοιχη του άρθρου 39 του κανονισμού αυτού για την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο αυτό. Τέλος, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, παρά την κατάργηση του τελευταίου αυτού άρθρου, η Επιτροπή μπορούσε να διορθώσει τυχόν πλημμέλειες που διαπιστώνονται στα συστήματα διαχειρίσεως και ελέγχου και να διασφαλίσει την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 40 του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2005, L 209, σ. 1).

22      Υπενθυμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι το νομικό πλαίσιο που διέπει τα διαρθρωτικά ταμεία, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, ιδίως όσον αφορά τους σκοπούς, την οργάνωση, τη λειτουργία και την υλοποίηση των παρεμβάσεων καθώς και τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της Επιτροπής και των κρατών μελών στον τομέα αυτόν καθορίζεται κατά τα ουσιώδη, όσον αφορά την κρίσιμη εν προκειμένω περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 , από τον κανονισμό 1260/1999. Το άρθρο 39 του κανονισμού αυτού φέρει τον τίτλο «Δημοσιονομικές διορθώσεις» και εκθέτει λεπτομερώς τη διαδικασία που εφαρμόζεται σε περίπτωση διαπιστώσεως παρατυπίας κατά τον δημοσιονομικό έλεγχο των παρεμβάσεων του ΕΓΤΠΕ, καθώς και τον αντίστοιχο ρόλο και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις του κράτους μέλους και της Επιτροπής στον τομέα αυτό.

23      Σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, από 1ης Ιανουαρίου 2007 ο κανονισμός αυτός κατάργησε τον κανονισμό 1260/1999. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και στο Ταμείο Συνοχής. Όπως, όμως, προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού αυτού, οι μηχανισμοί παροχής ενισχύσεων για την αγροτική ανάπτυξη –ήτοι το ΕΓΤΑΑ, που αντικατέστησε το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού– και για τον αλιευτικό τομέα –ήτοι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ)– έπρεπε να ενσωματωθούν στους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής και της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής και να συντονισθούν με τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της πολιτικής για τη συνοχή. Στο πλαίσιο αυτό, με τον κανονισμό 1290/2005, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 1 και από το άρθρο του 1, συστάθηκαν δύο ευρωπαϊκά γεωργικά ταμεία, και συγκεκριμένα το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), για τη χρηματοδότηση των μέτρων στήριξης της αγοράς και άλλων μέτρων, και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης.

24      Ωστόσο, το άρθρο 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, που φέρει τον τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις», ορίζει ότι «[ο] παρών κανονισμός δεν επηρεάζει τη συνέχιση ή την τροποποίηση, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής ή μερικής ακύρωσης, συνδρομής η οποία συγχρηματοδοτείται από τα διαρθρωτικά ταμεία ή έργου το οποίο συγχρηματοδοτείται από το Ταμείο Συνοχής και έχει εγκριθεί από την Επιτροπή με βάση [μεταξύ άλλων, τον κανονισμό] 1260/1999, ή οποιαδήποτε άλλη νομοθετική πράξη η οποία εφαρμόζεται στην εν λόγω συνδρομή στις 31 Δεκεμβρίου 2006, η οποία εν συνεχεία εφαρμόζεται στην εν λόγω συνδρομή ή στα εν λόγω έργα έως το κλείσιμό τους».

25      Περαιτέρω, το άρθρο 105, παράγραφος 2, του κανονισμού 1083/3006 προβλέπει ότι, «[ό]ταν αποφασίζει για επιχειρησιακά προγράμματα, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε συνδρομή συγχρηματοδοτούμενη από τα διαρθρωτικά ταμεία ή οποιαδήποτε έργα συγχρηματοδοτούμενα από το Ταμείο Συνοχής τα οποία έχουν ήδη εγκριθεί από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού και τα οποία έχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτεται από τα εν λόγω επιχειρησιακά προγράμματα».

26      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι σκοπός του άρθρου 105, παράγραφος 2, του κανονισμού 1083/2006 είναι να καθορίσει το μεταβατικό καθεστώς για τα διαρθρωτικά ταμεία που είχαν εγκριθεί βάσει κανονιστικής ρυθμίσεως της Ένωσης η οποία ίσχυε έως την 31η Δεκεμβρίου 2006 και συνέχιζαν να είναι ενεργά μετά την ημερομηνία αυτή, το δε κλείσιμό τους γίνεται σε μεταγενέστερη ημερομηνία (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑140/15 P, EU:C:2016:708, σκέψη 94).

27      Επομένως, ο κανονισμός 1260/1999 καταργήθηκε από τον κανονισμό 1083/2006, πλην όμως, σύμφωνα με το άρθρο 105, παράγραφος 1, και με το άρθρο 107, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού κανονισμού, ο κανονισμός 1260/1999 εξακολουθεί να εφαρμόζεται για τα προηγούμενα επιχειρησιακά προγράμματα (απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Ισπανία κατά Επιτροπής, T‑67/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:518, σκέψη 6).

28      Το μεταβατικό καθεστώς που προβλέπει το άρθρο 105, παράγραφος 2, του κανονισμού 1083/2006 αφορά τους ουσιαστικούς κανόνες που εφαρμόζονται στα προηγούμενα επιχειρησιακά προγράμματα, όπως προκύπτει άλλωστε από τη χρήση των όρων «συνδρομή» και «έργο» που γίνεται στο άρθρο αυτό, καθώς και από το περιεχόμενο των παραγράφων 2 και 3 του ίδιου άρθρου. Αντιθέτως, το μεταβατικό αυτό καθεστώς δεν αφορά τους κανόνες διαδικαστικής φύσεως, σύμφωνα με την αρχή κατά την οποία οι διαδικαστικοί κανόνες εφαρμόζονται αμέσως (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑140/15 P, EU:C:2016:708, σκέψεις 92 και 95).

29      Εν προκειμένω, η Επιτροπή ακολούθησε τη διαδικασία που εφαρμόζεται όταν διαπιστώνεται παρατυπία κατά τον δημοσιονομικό έλεγχο των παρεμβάσεων του ΕΓΤΠΕ και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στηριζόμενη στο άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999.

30      Το άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/1999 ορίζει ότι τα κράτη μέλη φέρουν κατά πρώτο λόγο την ευθύνη για τη δίωξη των παρατυπιών, ενεργώντας κατόπιν αποδείξεων για οιαδήποτε μείζονα τροποποίηση επηρεάζει τη φύση ή τους όρους εφαρμογής ή ελέγχου παρεμβάσεως και πραγματοποιώντας τις αναγκαίες δημοσιονομικές διορθώσεις.

31      Κατά το άρθρο 39, παράγραφος 2, αν, μετά την ολοκλήρωση των αναγκαίων ελέγχων, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει ή ότι το σύνολο ή μέρος πράξεως δεν δικαιολογεί ούτε μέρος ούτε το σύνολο της συμμετοχής του ΕΓΤΠΕ, αναστέλλει τις σχετικές ενδιάμεσες πληρωμές και, αφού εκθέσει τους λόγους, ζητεί από το κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του και, αν απαιτείται, να προβεί σε διορθώσεις εντός τακτής προθεσμίας. Εάν το κράτος μέλος έχει αντιρρήσεις σχετικά με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή, καλείται σε ακρόαση από την Επιτροπή, κατά την οποία οι δύο πλευρές, σε συνεργασία βασιζόμενη στην «εταιρική» σχέση, καταβάλλουν προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα που πρέπει να συναχθούν από αυτές.

32      Το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1260/1999 ορίζει ότι μετά την εκπνοή της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή, εάν δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία και εάν το κράτος μέλος δεν έχει προβεί στις διορθώσεις, λαμβάνοντας δε υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει εντός τριών μηνών να μειώσει το ποσό της πληρωμής έναντι, στο πλαίσιο ενδιάμεσης πληρωμής που προβλέπεται στο άρθρο 32, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, ή να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις, καταργώντας εν όλω ή εν μέρει τη συμμετοχή του ΕΓΤΠΕ στη συγκεκριμένη παρέμβαση. Εάν δεν ληφθεί απόφαση για τη μείωση του ποσού της πληρωμής έναντι ή για την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως, παύει αμέσως η αναστολή των ενδιάμεσων πληρωμών.

33      Στο άρθρο 39, παράγραφος 4, του κανονισμού 1260/1999 αναφέρεται, επίσης, ότι κάθε ποσό το οποίο αποτελεί αντικείμενο απαιτήσεως ως αχρεωστήτως καταβληθέν πρέπει να επιστρέφεται στην Επιτροπή, προσαυξημένο με τόκους υπερημερίας.

34      Συνεπώς, με το άρθρο 105, παράγραφος 1, ο κανονισμός 1083/2006 διατήρησε σε ισχύ τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999, ήτοι τις διατάξεις που καθορίζουν την αντίστοιχη αποστολή και προσδιορίζουν τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις του κράτους μέλους και της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας που εφαρμόζεται σε περίπτωση διαπιστώσεως παρατυπίας κατά τον δημοσιονομικό έλεγχο των παρεμβάσεων του ΕΓΤΠΕ.

35      Εν συνεχεία, ο κανονισμός 1083/2006 καταργήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2014 από τον κανονισμό (ΕΕ) 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού 1083/2006 (ΕΕ 2013, L 347, σ. 320, διορθωτικό ΕΕ 2016, L 200, σ. 140).

36      Το άρθρο 152 του κανονισμού 1303/2013 φέρει τον τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις» και στην παράγραφο 1 ορίζει ότι ο κανονισμός αυτός δεν επηρεάζει ούτε τη συνέχιση ούτε την τροποποίηση, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής ή μερικής ακυρώσεως, συνδρομής που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή με βάση τον κανονισμό 1083/2006 ή κάθε άλλη νομοθετική πράξη η οποία εφαρμόζεται στην εν λόγω συνδρομή στις 31 Δεκεμβρίου 2013 και ότι ο κανονισμός αυτός ή άλλη νομοθετική πράξη εξακολουθεί να διέπει τη συνδρομή αυτή ή τις πράξεις αυτές μετά την 31ης Δεκεμβρίου 2013 μέχρι την περάτωσή τους.

37      Συνεπώς, το άρθρο 152, παράγραφος 1, του κανονισμού 1303/2013, κατ’ αναλογία προς το άρθρο 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, με το οποίο είναι κατ’ ουσίαν όμοιο, σκοπεί να ρυθμίσει το μεταβατικό καθεστώς για τα διαρθρωτικά ταμεία τα οποία είχαν εγκριθεί βάσει ρυθμίσεως της Ένωσης που ίσχυε έως την 31η Δεκεμβρίου 2013, αλλά συνέχιζαν να είναι ενεργά μετά την ημερομηνία αυτή και το κλείσιμό τους γίνεται σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

38      Εν προκειμένω, δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, για το επίμαχο επιχειρησιακό πρόγραμμα οι ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999 διατηρήθηκαν σε ισχύ και πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2006, μέχρι και την περάτωσή του, εξακολουθούν να εφαρμόζονται για τη συνδρομή αυτή στις 31 Δεκεμβρίου 2013, κατά την έννοια του άρθρου 152, παράγραφος 1, του κανονισμού 1303/2013. Συνεπώς, κατ’ εφαρμογήν της τελευταίας ως άνω διατάξεως, οι διατάξεις του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999 διατηρήθηκαν εκ νέου σε ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2014 για το συγκεκριμένο επιχειρησιακό πρόγραμμα και μέχρι την περάτωσή του.

39      Επομένως, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, ορθώς η Επιτροπή μνημόνευσε το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 ως νομική βάση για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

40      Κατά συνέπεια, όσα επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία περί του ότι, αφενός, ο κανονισμός 1083/2006 δεν περιλαμβάνει διατάξεις που εφαρμόζονται στο ΕΓΤΕ, με το οποίο αντικαταστάθηκε το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, και, αφετέρου, ότι το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 δεν αντικαταστάθηκε από ισοδύναμη διάταξη στα μεταγενέστερα κείμενα που εφαρμόζονται στο ΕΓΤΕ δεν ασκούν καμία επιρροή, δεδομένου ότι για το επίμαχο επιχειρησιακό πρόγραμμα εξακολούθησε να εφαρμόζεται το συγκεκριμένο άρθρο.

41      Περαιτέρω, το ανωτέρω συμπέρασμα δεν κλονίζεται ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 40 του κανονισμού 1290/2005, τις οποίες επικαλείται η Ελληνική Κυβέρνηση, δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις αφορούν την εφαρμογή, ως προς τις δαπάνες στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, της διαδικασίας αυτόματης αποδεσμεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 29 του εν λόγω κανονισμού, περί της οποίας δεν τίθεται ζήτημα εν προκειμένω.

42      Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είχε εφαρμογή το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999

43      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999. Διατείνεται ότι κατά το άρθρο αυτό δημοσιονομική διόρθωση μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες, κατά τον χρόνο εφαρμογής της εν λόγω διορθώσεως, το οικείο επιχειρησιακό πρόγραμμα είναι σε ισχύ και δεν έχει ολοκληρωθεί, η δε αίτηση για την πληρωμή του τελικού υπολοίπου δεν έχει υποβληθεί. Εν προκειμένω, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε τέσσερα έτη μετά την υποβολή του συνόλου των εγγράφων περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος και της αιτήσεως πληρωμής του τελικού υπολοίπου, τρία δε έτη μετά την εκ μέρους της Επιτροπής έγκριση της τελικής εκθέσεως εκτελέσεως του εν λόγω προγράμματος. Κατά συνέπεια, κατά την προσφεύγουσα, η επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως από την Επιτροπή βάσει της διατάξεως αυτής δεν είναι νόμιμη.

44      Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της Ένωσης στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Συνεπώς, τα κράτη μέλη επιβαρύνονται με κάθε άλλο ποσό το οποίο οι εθνικές αρχές εσφαλμένα θεώρησαν ότι νομιμοποιούνταν να καταβάλουν στο πλαίσιο της εν λόγω κοινής οργανώσεως (απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C‑332/00, EU:C:2002:235, σκέψη 44). Η Επιτροπή δεν διαθέτει στο πλαίσιο αυτό κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την αποδοχή δαπάνης ή τον αποκλεισμό της από τη χρηματοδότηση της Ένωσης, ακόμη και στην περίπτωση που το κράτος μέλος ζητεί επιείκεια κατά την εφαρμογή της ισχύουσας ρυθμίσεως (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑588/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:688, σκέψη 294 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

45      Σκοπός του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να διασφαλίσει, με τις διατάξεις του τίτλου IV του κανονισμού 1260/1999, την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων του ΕΓΤΠΕ, προβλέποντας τόσο την παρακολούθηση όσο και τον δημοσιονομικό έλεγχο των παρεμβάσεων αυτών. Οι διατάξεις σχετικά με τον δημοσιονομικό έλεγχο περιλαμβάνονται στα άρθρα 38 και 39 του κανονισμού αυτού, των οποίων βασικός σκοπός είναι να διασφαλίσουν ότι οι δαπάνες αναλήφθηκαν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης (βλ., σχετικώς, απόφαση της 22ας Μαΐου 2012, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, T‑345/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:248, σκέψη 32).

46      Το άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/1999 ορίζει ότι, με την επιφύλαξη της ευθύνης της Επιτροπής για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης, τα κράτη μέλη φέρουν την ευθύνη σε πρώτο βαθμό για τον δημοσιονομικό έλεγχο παρεμβάσεως του ΕΓΤΠΕ. Προς τούτο οφείλουν, μεταξύ άλλων, να υποβάλλουν στην Επιτροπή, κατά την περάτωση κάθε παρεμβάσεως, δήλωση στην οποία παρατίθεται σύνθεση των πορισμάτων των ελέγχων που διεξήχθησαν κατά τα προηγούμενα έτη και κρίνεται η εγκυρότητα της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου, καθώς και η ουσιαστική και τυπική νομιμότητα των πράξεων που καλύπτονται από το οριστικό πιστοποιητικό δαπανών.

47      Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 30 έως 33 ανωτέρω, το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 διέπει την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων σε παρεμβάσεις συγχρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ, όπως το επίμαχο επιχειρησιακό πρόγραμμα.

48      Η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας στηρίζεται κατά κύριο λόγο, όσον αφορά το υπό εξέταση σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, στις διατάξεις των άρθρων 32 και 39 του κανονισμού 1260/1999, τα οποία αφορούν τις ενδιάμεσες πληρωμές. Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, η ενδιάμεση πληρωμή είναι δαπάνη που έχει πράγματι καταβληθεί από την Επιτροπή και αντιστοιχεί σε πληρωμή που έχει ήδη εκτελεστεί από τον τελικό δικαιούχο της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ.

49      Είναι πράγματι ακριβές ότι, όπως υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, το άρθρο 39, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1260/1999 περιλαμβάνει διατάξεις που εφαρμόζονται στις ενδιάμεσες πληρωμές και το άρθρο 32, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, σχετικά με την πληρωμή του τελικού υπολοίπου της συμμετοχής ΕΓΤΠΕ σε παρέμβαση, δεν παραπέμπει στις διατάξεις του άρθρου 39 του εν λόγω κανονισμού.

50      Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι οι διατάξεις του άρθρου 39, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1260/1999 που αναφέρονται στις ενδιάμεσες πληρωμές αφορούν αποκλειστικά το ζήτημα της μειώσεως ή της αναστολής των πληρωμών αυτών από την Επιτροπή. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, η Επιτροπή, μετά την παρέλευση της προθεσμίας που τάσσει και εάν το κράτος μέλος δεν έχει προβεί στις δημοσιονομικές διορθώσεις που του ζητήθηκαν, δύναται είτε να μειώσει την πληρωμή έναντι στο πλαίσιο ενδιάμεσης πληρωμής είτε να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις, καταργώντας εν όλω ή εν μέρει τη συμμετοχή των ταμείων στη συγκεκριμένη παρέμβαση.

51      Κατά συνέπεια, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι δημοσιονομικές διορθώσεις μπορούν να εφαρμοστούν μόνο για ενδιάμεσες πληρωμές και όχι πλέον κατά το στάδιο καταβολής του υπολοίπου των οφειλόμενων ποσών. Αντιθέτως, το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 εφαρμόζεται στο σύνολό του, όταν διαπιστώνονται παρατυπίες σχετικές με πληρωμή που οφείλεται στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, βάσει της προβλεπόμενης στο άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, δηλώσεως που υποβάλλεται κατά τον χρόνο περατώσεως της επίμαχης παρεμβάσεως.

52      Δεν μπορεί, συνεπώς, να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι εκδίδει απόφαση με την οποία εφαρμόζονται δημοσιονομικές διορθώσεις μετά την οικεία περίοδο προγραμματισμού, καθώς μια τέτοια απόφαση είναι σύμφυτη με το σύστημα δημοσιονομικού ελέγχου που καθιερώνει ο κανονισμός 1260/1999 (βλ., σχετικώς, απόφαση της 18ης Ιουνίου 2010, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής, T‑549/08, EU:T:2010:244, σκέψη 82).

53      Συναφώς, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας θα είχε ως αποτέλεσμα να καθιστά αδύνατη την επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως για παρατυπίες οι οποίες, όπως εν προκειμένω, αποκαλύπτονται κατά το στάδιο περατώσεως μιας παρεμβάσεως, αποτέλεσμα που θα ήταν ασύμβατο με την αρχή ότι μόνο οι δαπάνες που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης αναλαμβάνονται από αυτή.

54      Συνεπώς, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, το γεγονός ότι το επίμαχο επιχειρησιακό πρόγραμμα δεν βρισκόταν πλέον υπό εκτέλεση κατά τη έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αναιρούσε την υποχρέωση της Επιτροπής να αποκλείσει από την εκ μέρους της Ένωσης χρηματοδότηση δαπάνες που δεν ήταν σύμφωνες με τους κανόνες της Ένωσης.

55      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αβασίμως η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομικής βάσεως επειδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 39 του κανονισμού. Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

 Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται υπέρβαση της κατά χρόνον αρμοδιότητας της Επιτροπής, εκπρόθεσμη έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και των δικαιωμάτων άμυνας

56      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός, μετά την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας, με αποτέλεσμα να μη διαθέτει πλέον κατά χρόνο αρμοδιότητα, και, αφετέρου, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου και κατά προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και των δικαιωμάτων άμυνας.

 Επί του πρώτου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται υπέρβαση της κατά χρόνον αρμοδιότητας της Επιτροπής για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως

57      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την τελευταία ημέρα της προβλεπόμενης στο άρθρο 145 του κανονισμού 1303/2013 προθεσμίας των έξι μηνών από την παραλαβή των πρόσθετων στοιχείων που υποβάλλονται μετά την ακρόαση, αλλά φρονεί ότι η προθεσμία αυτή δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω. Ειδικότερα, αφενός, ακόμη κι αν γινόταν δεκτό ότι έχει εν προκειμένω εφαρμογή το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999, το οποίο μνημονεύει η προσβαλλόμενη απόφαση, η διάταξη αυτή, στην παράγραφο 3, προβλέπει προθεσμία τριών μηνών μεταξύ της ακροάσεως από την Επιτροπή και της εκδόσεως της αποφάσεως. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση παρήλθε άπρακτη η προθεσμία αυτή. Η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει ότι το ανωτέρω άρθρο δεν αντικαταστάθηκε από αντίστοιχη διάταξη των κανονισμών 1083/2006, 1290/2005 και 1303/2013. Αφετέρου, σε περίπτωση που θεωρείτο ότι η προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο διαδικασία αντικαταστάθηκε από τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 52 και 53 του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 352/78, (ΕΚ) 165/94, (ΕΚ) 2799/98, (ΕΚ) 814/2000, (ΕΚ) 1200/2005 και (ΕΚ) 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549), κατά τις διατάξεις αυτές η Επιτροπή δεν μπορούσε να αρνηθεί τη χρηματοδότηση δαπανών που είχαν πληρωθεί 24 και πλέον μήνες πριν από την κοινοποίηση της προθέσεώς της να προβεί σε ελέγχους. Ωστόσο, μεταξύ της δηλώσεως περί περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, στην οποία μνημονεύονταν οι καταβληθείσες δαπάνες, και του χρόνου κατά τον οποίο η Επιτροπή προέβη σε ελέγχους είχε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των 24 μηνών.

58      Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 38 ανωτέρω, το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 διατηρήθηκε σε ισχύ για το επίμαχο επιχειρησιακό πρόγραμμα. Συνεπώς, αβασίμως η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 52 και 53 του κανονισμού 1306/2013.

59      Περαιτέρω, ο δικαστής της Ένωσης έχει κρίνει ότι οι διατάξεις των κανονισμών 1260/1999, 1083/2006 και 1303/2013 που αφορούν την προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή οφείλει να εκδώσει απόφαση περί δημοσιονομικής διορθώσεως αποτελούν διαδικαστικούς κανόνες οι οποίοι, ως εκ τούτου, τυγχάνουν εφαρμογής ευθύς αμέσως μετά τη θέση τους σε ισχύ (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑192/13 P, EU:C:2014:2156, σκέψεις 76 και 96 έως 99, της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑197/13 P, EU:C:2014:2157, σκέψεις 76 και 96 έως 99, και της 6ης Ιουλίου 2015, Γαλλία κατά Επιτροπής, T‑516/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:470, σκέψη 32).

60      Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η μεταβατική διάταξη του άρθρου 105 του κανονισμού 1083/2006 δεν έχει εφαρμογή στη διαδικαστική προθεσμία την οποία οφείλει να τηρεί η Επιτροπή όταν εκδίδει απόφαση δημοσιονομικής διορθώσεως (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑140/15 P, EU:C:2016:708, σκέψη 96).

61      Υπενθυμίζεται ότι από το 2000 και μετά για την έκδοση αποφάσεως δημοσιονομικής διορθώσεως από την Επιτροπή επιβάλλεται η τήρηση νόμιμης προθεσμίας, της οποίας η διάρκεια ποικίλλει ανάλογα με την εφαρμοστέα ρύθμιση (βλ. απόφαση της 6ης Ιουλίου 2015, Γαλλία κατά Επιτροπής, T‑516/10, μη δημοσιευθείσα, EU:Τ:2015:470, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

62      Κατά το άρθρο 39, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1260/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 448/2001 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία διενέργειας δημοσιονομικών διορθώσεων στην παρέμβαση που χορηγείται στο πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων (EE 2001, L 64, σ. 13), η Επιτροπή μπορεί να προβεί στις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις εντός προθεσμίας τριών μηνών που τρέχει από την ημερομηνία της ακροάσεως με το οικείο κράτος μέλος.

63      Κατά το άρθρο 100, παράγραφος 5, του κανονισμού 1083/2006, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση σχετικά με τη δημοσιονομική διόρθωση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της ακροάσεως. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 108, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1083/2006 και με την αρχή ότι οι διαδικαστικοί κανόνες τυγχάνουν εφαρμογής ευθύς αμέσως μετά τη θέση τους σε ισχύ, το άρθρο 100 του ανωτέρω κανονισμού άρχισε να εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 2007 και για τα προγράμματα που ήταν προγενέστερα της περιόδου 2007-2013 (αποφάσεις της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑192/13 P, EU:C:2014:2156, σκέψη 98, της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑197/13 P, EU:C:2014:2157, σκέψη 98, και της 6ης Ιουλίου 2015, Γαλλία κατά Επιτροπής, T‑516/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:470, σκέψη 32).

64      Κατά το άρθρο 145, παράγραφος 6, του κανονισμού 1303/2013, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της ακροάσεως ή από την ημερομηνία παραλαβής των συμπληρωματικών στοιχείων, όταν το κράτος μέλος δεχθεί να υποβάλει τα εν λόγω συμπληρωματικά στοιχεία μετά την ακρόαση. Κατά το άρθρο 154, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, το άρθρο 145, παράγραφος 6, του κανονισμού αυτού τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2014.

65      Εν προκειμένω, η ακρόαση έλαβε χώρα στις 27 Μαΐου 2014 και τα στοιχεία που ζητήθηκαν από την Επιτροπή κατά την ακρόαση αυτή προσκομίσθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2014. Κατά την ημερομηνία αυτή η προθεσμία την οποία διέθετε η Επιτροπή για να εκδώσει απόφαση δημοσιονομικής διορθώσεως ήταν η προβλεπόμενη στο άρθρο 145, παράγραφος 6, του κανονισμού 1303/2013.

66      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι είναι αμφίβολο κατά πόσον η ημερομηνία της 26ης Σεπτεμβρίου 2014 μπορεί να θεωρηθεί σημείο αφετηρίας της εφαρμοστέας προθεσμίας, για τον λόγο ότι τα στοιχεία είχαν παρασχεθεί από την επιτροπή διαχειριστικού ελέγχου –η οποία είναι εθνικός οργανισμός, εξωτερικός και ανεξάρτητος, στον οποίο έχει αναθέσει την διενέργεια των ελέγχων που αφορούν το επίμαχο επιχειρησιακό πρόγραμμα– και όχι από τον διαχειριστικό φορέα του εν λόγω προγράμματος ή από την αρμόδια αρχή πληρωμής που είχαν ορισθεί από την Ελληνική Δημοκρατία.

67      Διαπιστώνεται, συναφώς, ότι το άρθρο 145, παράγραφος 6, του κανονισμού 1303/2013 μνημονεύει τα στοιχεία που υποβάλλονται από «το κράτος μέλος», χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη επιτροπή διαχειριστικού ελέγχου είναι το όργανο που έχει οριστεί από τις ελληνικές αρχές για την πραγματοποίηση του δημοσιονομικού ελέγχου του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος και ότι υπάγεται στις αρχές αυτές. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από την εν λόγω επιτροπή δεν αποτελούν στοιχεία που υποβλήθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

68      Συνεπώς, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως και σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η προθεσμία που διέθετε η Επιτροπή για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν η εξάμηνη προθεσμία από την παραλαβή των υποβληθέντων από τις ελληνικές αρχές στοιχείων, σύμφωνα με το άρθρο 145, παράγραφος 6, του κανονισμού 1303/2013.

69      Η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 25 Μαρτίου 2015, ήτοι πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, όπως συνομολογεί και η ίδια η Ελληνική Δημοκρατία.

70      Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δεύτερου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται εκπρόθεσμη έκδοση της αποφάσεως, παράβαση ουσιώδους τύπου και προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και των δικαιωμάτων άμυνας

71      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατόπιν της εκπνοής της νόμιμης προς τούτο προθεσμίας συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Προσθέτει ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως και τα δικαιώματα άμυνας. Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή, πρώτον, έκανε μνεία της διαδικασίας δημοσιονομικής διορθώσεως, κατά το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999, δυόμιση χρόνια μετά την ανταλλαγή πληροφοριών επί της περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος και 18 μήνες μετά την έγκριση της τελικής εκθέσεως εκτελέσεως. Δεύτερον, η Επιτροπή απέστειλε στην Ελληνική Δημοκρατία έγγραφα που είχαν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και όχι στην ελληνική. Τρίτον, η Επιτροπή στέρησε από την Ελληνική Δημοκρατία τη δυνατότητα προσφυγής στο όργανο συμβιβασμού το οποίο προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 885/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1290/2005 του Συμβουλίου σχετικά με τη διαπίστευση των οργανισμών πληρωμών και άλλων οργανισμών και την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2006, L 171, σ. 90). Τέταρτον, η Επιτροπή, κατά παράβαση του άρθρου 144 του κανονισμού 1303/2013, στέρησε από την Ελληνική Δημοκρατία τη δυνατότητα να άρει τις διαπιστωθείσες παρατυπίες πριν επιβληθεί η δημοσιονομική διόρθωση που αποφασίσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Πέμπτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την τελευταία ημέρα της πλέον μακράς εκ των προθεσμιών που προβλέπει η νομοθεσία.

72      Όσον αφορά την αιτίαση της Ελληνικής Δημοκρατίας περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου λόγω εκπρόθεσμης εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αρκεί να υπομνησθεί, προς απόρριψη της αιτιάσεως αυτής, ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 68 και 69 ανωτέρω, η Επιτροπή τήρησε τη σχετική προθεσμία που προβλέπει ο εφαρμοστέος κανονισμός.

73      Όσον αφορά την προβληθείσα προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος ακροάσεως, υπενθυμίζεται ότι κατά τη νομολογία ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και εν απουσία ειδικής ρυθμίσεως σχετικά με τη διαδικασία. Η αρχή αυτή επιτάσσει να παρέχεται στους αποδέκτες αποφάσεων οι οποίες επηρεάζουν ουσιωδώς τα συμφέροντά τους η δυνατότητα να γνωστοποιούν λυσιτελώς την άποψή τους (βλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2006, Comunità montana della Valnerina κατά Επιτροπής, C‑240/03 P, EU:C:2006:44, σκέψη 129 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στο πλαίσιο των διαδικασιών σχετικά με το ΕΓΤΠΕ έχει κριθεί ότι από την αρχή αυτή απορρέει η υποχρέωση η τελική και οριστική απόφαση σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών να λαμβάνεται μετά από ειδική κατ’ αντιπαράθεση διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη πρέπει να απολαύουν όλων των απαιτούμενων εγγυήσεων προκειμένου να αναπτύξουν τις απόψεις τους (βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑426/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:526, σκέψη 141 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

74      Όσον αφορά δε το δικαίωμα ακροάσεως, τούτο συνεπάγεται, ιδίως, ότι η Επιτροπή υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που προσκομίζει το κράτος μέλος κατά την κατ’ αντιπαράθεση διαδικασία που προηγείται της εκδόσεως της τελικής αποφάσεως σχετικά με το προς εξαίρεση ποσό (αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, C‑346/00, EU:C:2003:474, σκέψη 70, και της 26ης Νοεμβρίου 2008, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑263/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:529, σκέψη 136).

75      Καταρχάς, όσον αφορά την αιτίαση ότι η Επιτροπή μνημόνευσε τη διαδικασία του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999 δυόμιση χρόνια μετά την ανταλλαγή πληροφοριών επί της περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος και 18 μήνες μετά την έγκριση της τελικής εκθέσεως εκτελέσεως, επισημαίνεται ότι, σε απάντηση προς την από 31 Μαρτίου 2011 επιστολή, με την οποία οι ελληνικές αρχές κατέθεσαν στην Επιτροπή τη δήλωση περί περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος και την τελική έκθεση εκτελέσεως του προγράμματος αυτού, η Επιτροπή, στην από 2 Αυγούστου 2011 επιστολή της, συντεταγμένη στην ελληνική γλώσσα, ενημέρωσε τις ελληνικές αρχές, μεταξύ άλλων, ότι μπορούσε, μετά την αξιολόγηση του περιεχομένου της δηλώσεως, να κινήσει την εν λόγω διαδικασία. Συνεπώς, η Ελληνική Δημοκρατία είχε ενημερωθεί καταλλήλως σχετικά με το ενδεχόμενο να κινηθεί αυτή η διαδικασία ήδη από το πρώτο έγγραφο που της απέστειλε η Επιτροπή ως απάντηση στην υποβολή των εγγράφων περατώσεως, τέσσερις μήνες νωρίτερα.

76      Δεύτερον, το γεγονός ότι ορισμένες από τις επιστολές που απέστειλε η Επιτροπή στις ελληνικές αρχές είχαν συνταχθεί μόνο στην αγγλική γλώσσα δεν δύναται, αφεαυτού, να αποτελέσει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε και ούτε καν υποστήριξε ότι δυσκολεύτηκε να κατανοήσει τις επίμαχες επιστολές της Επιτροπής και να απαντήσει σε αυτές. Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε κατά ουσιαστικό τρόπο σε καθεμία από τις επιστολές αυτές και κατά τρόπο που καταδεικνύει πλήρη κατανόησή τους.

77      Τρίτον, όσον αφορά την αιτίαση ότι δεν δόθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία η δυνατότητα να απευθυνθεί ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού που προβλέπεται από τον κανονισμό 885/2006, η Επιτροπή παραδέχεται ότι στην από 11 Ιουλίου 2014 επιστολή της προς την Ελληνική Δημοκρατία εκ παραδρομής αναφέρθηκε στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 885/2006, σχετικά με τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ, μολονότι ο κανονισμός αυτός δεν τυγχάνει εφαρμογής στο επίμαχο επιχειρησιακό πρόγραμμα. Με την επιστολή αυτή η Επιτροπή κοινοποιούσε στην Ελληνική Δημοκρατία τα πρακτικά της διμερούς συναντήσεως της 27ης Μαΐου 2014 και της ζητούσε συμπληρωματικά στοιχεία.

78      Το γεγονός ότι η Επιτροπή μνημόνευσε το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 885/2006, το οποίο δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, δεν δύναται αφεαυτού να έχει ως συνέπεια την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού και, ιδίως, τη θεμελίωση δικαιώματος της Ελληνικής Δημοκρατίας ως προς τη διεξαγωγή της διαδικασίας συμβιβασμού που προβλέπεται στα άρθρα 12 έως 16 του εν λόγω κανονισμού. Ειδικότερα, οι εφαρμοστέες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, από τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελούν το μόνο κρίσιμο για την υπόθεση θετικό δίκαιο, του οποίου η άγνοια δεν δικαιολογείται (βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2015, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑358/11, EU:T:2015:394, σκέψη 129 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

79      Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται, αφενός, ότι η μνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 885/2006 στην από 11 Ιουλίου 2014 επιστολή είναι η πρώτη και μοναδική αναφορά που έγινε στη διάταξη αυτή στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και, αφετέρου, ότι η ανωτέρω επιστολή εστάλη σε προχωρημένο στάδιο της εν λόγω διαδικασίας, αφού είχε προηγηθεί η ανταλλαγή πολλών επιστολών με την Ελληνική Δημοκρατία και μετά την από 27 Μαΐου 2014 ακρόαση. Από τις επιστολές αυτές και από τα πρακτικά της ακροάσεως προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία ανέπτυξε στο πλαίσιο αυτό την άποψή της αναλύοντας τα επιχειρήματά της και ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν, όπως αποδεικνύεται, ιδίως, από την επανεκτίμηση, επανειλημμένως, του ύψους των δημοσιονομικών διορθώσεων που προτάθηκαν στο εν λόγω κράτος μέλος.

80      Επομένως, αβασίμως η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος ακροάσεως επικαλούμενη αδυναμία προσφυγής ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού που προβλέπεται στα άρθρα 12 έως 16 του κανονισμού 885/2006, ο οποίος δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής.

81      Τέταρτον, όσον αφορά την αιτίαση ότι η Επιτροπή, κατά παράβαση του άρθρου 144, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1303/2013, δεν επέτρεψε στην Ελληνική Δημοκρατία να προβεί η ίδια στη διόρθωση των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν κατά τη διενέργεια των ελέγχων, επισημαίνεται ότι η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι η Επιτροπή προβαίνει σε δημοσιονομικές διορθώσεις όταν κρίνει ότι οι δαπάνες που μνημονεύονται στην αίτηση πληρωμής είναι παράτυπες και δεν έχουν διορθωθεί από το κράτος μέλος πριν από την έναρξη της διαδικασίας διορθώσεως. Στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου αναφέρεται επίσης ότι, όταν η Επιτροπή στηρίζει τη θέση της σε εκθέσεις ελεγκτών, με εξαίρεση τους ελεγκτές των δικών της υπηρεσιών, συνάγει τα δικά της συμπεράσματά σε σχέση με τις δημοσιονομικές συνέπειες, αφού εξετάσει τα μέτρα που έλαβε το οικείο κράτος μέλος.

82      Εν προκειμένω, οι ελληνικές αρχές, στη δήλωση περί περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος την οποία υπέβαλαν στην Επιτροπή στις 31 Μαρτίου 2011, καθώς και στις από 5 και 8 Μαρτίου, 19 Σεπτεμβρίου 2013 και 13 Ιανουαρίου 2014 επιστολές τους, ανέφεραν ότι εφάρμοσαν δημοσιονομικές διορθώσεις για να διορθώσουν τις παρατυπίες που διαπιστώθηκαν κατά τον δημοσιονομικό έλεγχο του εν λόγω επιχειρησιακού προγράμματος.

83      Η Επιτροπή, με τις από 3 Ιανουαρίου και 17 Ιουλίου 2013 επιστολές της, ενημέρωσε τις ελληνικές αρχές ότι οι δημοσιονομικές διορθώσεις που είχαν εφαρμοστεί δεν επαρκούσαν για να αρθούν οι διαπιστωθείσες παρατυπίες και για να καλυφθεί ο κίνδυνος στον οποίο είχε εκτεθεί ο προϋπολογισμός της Ένωσης. Ως εκ τούτου, πρότεινε στις ελληνικές αρχές την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων ανερχόμενων, αρχικά σε 94 465 089,65 ευρώ, εν συνεχεία σε 211 582 686,65 ευρώ και, τελικά, σε 108 308 798,38 ευρώ. Εν τέλει, κατόπιν της από 27 Μαΐου 2014 ακροάσεως και της εξετάσεως των συμπληρωματικών στοιχείων που προσκομίστηκαν από τις ελληνικές αρχές στις 26 Σεπτεμβρίου 2014, η Επιτροπή τους γνωστοποίησε, με επιστολή της 13 Φεβρουαρίου 2015, την τελική της θέση σχετικά με το ύψος των δημοσιονομικών διορθώσεων που σκόπευε να εφαρμόσει, ήτοι 72 105 592,41 ευρώ.

84      Επομένως, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή εξέτασε δεόντως τις οικονομικές διορθώσεις που είχε εφαρμόσει το εν λόγω κράτος μέλος και αποφάσισε να εφαρμόσει δημοσιονομικές διορθώσεις υψηλότερες του ποσού που είχε γίνει δεκτό από τις ελληνικές αρχές μόνον αφού τις θεώρησε πολύ χαμηλές σε σχέση με τις διαπιστωθείσες παρατυπίες. Συνεπώς, αβασίμως η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις διατάξεις του άρθρου 144, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και παράγραφος 3, του κανονισμού 1303/2013 και ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας αυτής.

85      Πέμπτον, η αιτίαση σχετικά με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την τελευταία ημέρα της ισχύουσας προθεσμίας πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, αφενός, η εν λόγω προθεσμία τηρήθηκε από την Επιτροπή και, εν πάση περιπτώσει, η Ελληνική Δημοκρατία δεν προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα δυνάμενα να αποδείξουν ως προς τι και με ποιον τρόπο προσβλήθηκαν τα δικαιώματα άμυνας με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την τελευταία ημέρα της εν λόγω προθεσμίας.

86      Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

87      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η χρονική διάρκεια της διαδικασίας για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και οι σχετικές με τη διαδικασία αυτή περιστάσεις στοιχειοθετούν επίσης παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που απορρέουν από την «εταιρική» της σχέση με την Επιτροπή. Προσθέτει ότι η Επιτροπή, αποφασίζοντας να εφαρμόσει δημοσιονομικές διορθώσεις υψηλότερες αυτών που είχε δεχτεί η Ελληνική Δημοκρατία με την υποβληθείσα τελική έκθεση εκτελέσεως, παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το κλείσιμο των παρεμβάσεων (2000-2006) των Διαρθρωτικών Ταμείων, οι οποίες υιοθετήθηκαν με την απόφαση της Επιτροπής COM(2006) 3424 τελικό, της 1ης Αυγούστου 2006 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής).

88      Υπενθυμίζεται ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει το δίκαιο της Ένωσης να είναι σαφές, η δε εφαρμογή του να μπορεί να προβλεφθεί από τους ενδιαφερομένους. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η δεσμευτικότητα κάθε πράξεως που προορίζεται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα πρέπει να απορρέει από διάταξη του δικαίου της Ένωσης, η οποία πρέπει να μνημονεύεται ρητά ως νομική της βάση και η οποία προβλέπει τον νομικό τύπο τον οποίο πρέπει να περιβληθεί η πράξη αυτή (βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2015, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑358/11, EU:T:2015:394, σκέψη 123 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

89      Επίσης, την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δικαιούται να επικαλεστεί κάθε πρόσωπο στο οποίο ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις. Αντιθέτως, ουδείς δύναται να επικαλεσθεί παραβίαση της αρχής αυτής ελλείψει συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων εκ μέρους θεσμικού οργάνου της Ένωσης (βλ. αποφάσεις της 7ης Απριλίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑321/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:218, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Δεν αμφισβητείται ότι επίκληση της αρχής αυτής μπορεί να γίνει και από κράτος μέλος (βλ., σχετικώς, απόφαση της 22ας Απριλίου 2015, Πολωνία κατά Επιτροπής, T‑290/12, EU:T:2015:221, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

90      Καταρχάς, όσον αφορά την αιτίαση που αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας η οποία κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η διαδικασία αυτή διήρκεσε περισσότερο από τέσσερα έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων η Επιτροπή αδράνησε για πολλούς μήνες και έθεσε σε εφαρμογή την επίμαχη διαδικασία μετά τη διαπραγμάτευση για τους κανονισμούς που εφαρμόζονται στην κοινή γεωργική πολιτική. Ως εκ τούτου, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή προσέβαλε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της Ελληνικής Δημοκρατίας ως προς την πληρωμή των ποσών που της οφείλονταν ήδη από πολλών ετών.

91      Κατά τη νομολογία, ελλείψει συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων εκ μέρους της Επιτροπής, η διάρκεια διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δεν μπορεί να δημιουργήσει βάσιμες προσδοκίες ότι δεν θα επιβληθούν δημοσιονομικές διορθώσεις στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος (αποφάσεις της 7ης Απριλίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑321/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:218, σκέψη 46, και της 11ης Νοεμβρίου 2015, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑550/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:835, σκέψη 37)

92      Εν προκειμένω, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 75 ανωτέρω, η Επιτροπή μνημονεύει την πιθανότητα να ενεργοποιήσει τη διαδικασία του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999 ήδη με την από 2 Αυγούστου 2011 επιστολή της, απαντώντας στα έγγραφα περί περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος. Επιπλέον, από την επιστολή της 3ης Ιανουαρίου 2013 και εφεξής, όλες οι επιστολές που έστειλε η Επιτροπή αποσκοπούσαν στον καθορισμό του ύψους των δημοσιονομικών διορθώσεων που θα αποφάσιζε να επιβάλει στην Ελληνική Δημοκρατία. Συνεπώς, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορούσε να θεμελιώσει την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στο ότι η Επιτροπή δεν του επέβαλλε δημοσιονομικές διορθώσεις, η δε παρέλευση χρονικού διαστήματος μεταξύ καθεμίας εκ των επιστολών της Επιτροπής δεν ασκεί επιρροή ως προς το ζήτημα αυτό.

93      Δεύτερον, όσον αφορά την αιτίαση ότι από τα στοιχεία της διαδικασίας η οποία οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που απορρέουν από την «εταιρική» σχέση με την Επιτροπή, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προέκυπτε με σαφήνεια ποιες ήταν οι διατάξεις που εφαρμόσθηκαν στη διαδικασία αυτή. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας, η Επιτροπή έκανε μνεία των διατάξεων του κανονισμού 885/2006, οι οποίες δεν ετύγχαναν εφαρμογής.

94      Διαπιστώνεται ότι, ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 4 και 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε κατά τρόπο σαφή και κατανοητό το εφαρμοστέο εν προκειμένω νομικό πλαίσιο. Ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 1 της εν λόγω αποφάσεως εξέθεσε το αντικείμενο του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999 και του κανονισμού 448/2001. Στην αιτιολογική σκέψη 2 της αποφάσεως αυτής αναφέρθηκε στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006. Στις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή επανέλαβε τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 39, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1260/1999. Τέλος, στην αιτιολογική σκέψη 23 της ίδιας αποφάσεως, διευκρίνισε, αφενός, ότι η διάταξη που καθόριζε την προθεσμία για την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως ήταν το άρθρο 145 του κανονισμού 1303/2013, όπως έχει ερμηνευθεί, ιδίως, με την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑197/13 P, EU:C:2014:2157), και, αφετέρου, προσδιόρισε το χρονικό σημείο που αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση την αφετηρία της προθεσμίας αυτής, το οποίο ήταν η αποστολή της επιστολής εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως στις 26 Σεπτεμβρίου 2014.

95      Περαιτέρω, στις αιτιολογικές σκέψεις 6 έως 15 και 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή υπενθύμισε τις ημερομηνίες και το αντικείμενο των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας, και ιδίως τις επιστολές που αντάλλαξε με την Ελληνική Δημοκρατία, την ακρόαση της 27ης Μαΐου 2014 και τα συμπεράσματα από αυτήν.

96      Συνεπώς, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται σαφής μνεία των διατάξεων που διείπαν τη διαδικασία για την έκδοσή της καθώς και των διατάξεων που αποτελούσαν τη νομική της βάση.

97      Εξάλλου, όσον αφορά το ότι στην από 11 Ιουλίου 2014 επιστολή της Επιτροπής προς την Ελληνική Δημοκρατία έγινε, εσφαλμένα, παραπομπή στον κανονισμό 885/2006, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή είχε αναφερθεί στο άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 σε όλες τις επιστολές που απέστειλε στην Ελληνική Δημοκρατία από την επιστολή της 2ας Αυγούστου μέχρι και την επιστολή της 11ης Ιουλίου 2014. Κατά συνέπεια, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να προβάλλει την ύπαρξη ανασφάλειας δικαίου ως προς τις διατάξεις που διείπαν τη διαδικασία για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, διατάξεις των οποίων εν πάση περιπτώσει, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 78 ανωτέρω, δεν συγχωρείται η άγνοια για το εν λόγω κράτος μέλος.

98      Τρίτον, όσον αφορά την αιτίαση περί παραβιάσεως των κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτροπής, αβασίμως η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτιάσεως αυτής υποστηρίζοντας ότι η συμπεριφορά που της προσάπτεται δεν προκύπτει σαφώς από τα δικόγραφα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

99      Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται με επαρκή σαφήνεια στην προσφυγή και στο υπόμνημα απαντήσεως παράβαση του σημείου 4.2 των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής στο μέτρο που η Επιτροπή εφάρμοσε δημοσιονομικές διορθώσεις παρότι με την από 24 Μαΐου 2012 επιστολή της είχε ήδη αποδεχτεί την υποβληθείσα από τις ελληνικές αρχές τελική έκθεση εκτελέσεως.

100    Επισημαίνεται ότι με την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών η Επιτροπή αυτοπεριορίστηκε ως προς την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας και δεν μπορεί να αποκλίνει από τους κανόνες αυτούς διότι άλλως οι αποφάσεις της ενδέχεται να ακυρωθούν λόγω παραβιάσεως γενικών αρχών του δικαίου όπως είναι η ίση μεταχείριση, η ασφάλεια δικαίου και η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ., σχετικώς, απόφαση της 14ης Ιουλίου 2016, Λεττονία κατά Επιτροπής, T‑661/14, EU:T:2016:412, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

101    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι με το σημείο 4.2, τρίτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής περιορίζεται η ευχέρεια της Επιτροπής ως προς την επιβολή δημοσιονομικών διορθώσεων, επιτρέποντάς τη μόνο σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν βελτιώσει την τελική του έκθεση, παρότι έχει προσκληθεί να το πράξει.

102    Το σημείο 4.2, τρίτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής προβλέπει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/1999, η Επιτροπή διαθέτει διάστημα πέντε μηνών από την παραλαβή της τελικής εκθέσεως, εντός του οποίου μπορεί να ενημερώσει το κράτος μέλος ότι δεν είναι ικανοποιημένη με την τελική έκθεση, περιλαμβανομένης της συνέπειας των δημοσιονομικών στοιχείων, αναφέροντας τους λόγους της δυσαρέσκειάς της· σε αντίθετη περίπτωση η τελική έκθεση θεωρείται αποδεκτή. Εάν η τελική έκθεση δεν κριθεί ικανοποιητική, η Επιτροπή ενημερώνει το κράτος μέλος και προβαίνει σε διάλογο με αυτό, ώστε το κράτος μέλος να βελτιώσει την τελική έκθεση. Σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν βελτιώσει την τελική έκθεση όπως του ζητήθηκε, η Επιτροπή μπορεί να προβεί σε δημοσιονομικές διορθώσεις.

103    Από την τελευταία περίοδο του σημείου 4.2, τρίτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών προκύπτει ότι η μη τροποποίηση της τελικής εκθέσεως από το κράτος παρά τη σχετική πρόσκληση της Επιτροπής αποτελεί, αφεαυτής, λόγο ο οποίος επιτρέπει στην Επιτροπή να επιβάλει δημοσιονομικές διορθώσεις.

104    Ωστόσο, η τελευταία περίοδο του σημείου 4.2, τρίτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στην Επιτροπή να επιβάλει δημοσιονομικές διορθώσεις αν έχει αποδεχθεί την τελική έκθεση εκτελέσεως χωρίς να έχει ζητήσει από το κράτος μέλος να την τροποποιήσει.

105    Ειδικότερα, η τελευταία περίοδος του σημείου 4.2, τρίτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να μη θίγει την υποχρέωση της Επιτροπής να εφαρμόζει δημοσιονομικές διορθώσεις όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999, ήτοι, ιδίως, όταν διαπιστώνει ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει ή ότι το σύνολο ή μέρος μιας πράξεως δεν δικαιολογεί μέρος ή το σύνολο της συμμετοχής του ΕΓΤΠΕ. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, άλλωστε, από το σημείο 1 των κατευθυντήριων γραμμών, κατά το οποίο η τελική εκκαθάριση των υποχρεώσεων της Ένωσης πραγματοποιείται με την επιφύλαξη του δικαιώματος της Επιτροπής να εγκρίνει δημοσιονομικές διορθώσεις.

106    Εξάλλου, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η Επιτροπή στην από 24 Μαΐου 2012 επιστολή της, με την οποία αποδέχτηκε την τελική έκθεση εκτελέσεως, της παρέσχε σαφείς διαβεβαιώσεις, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 89 ανωτέρω, ότι δεν θα αποφασιζόταν η επιβολή δημοσιονομικών διορθώσεων.

107    Πράγματι, από το άρθρο 32, παράγραφος 4, του κανονισμού 1260/1999 προκύπτει ότι η πληρωμή του τελικού υπολοίπου της παρεμβάσεως ενός ταμείου πραγματοποιείται αν πληρούνται τρεις προϋποθέσεις και συγκεκριμένα αν η αρχή πληρωμής έχει υποβάλει στην Επιτροπή, εντός έξι μηνών από την καταληκτική ημερομηνία πληρωμής, πιστοποιημένη δήλωση των δαπανών που έχουν πράγματι καταβληθεί, αν έχει υποβληθεί στην Επιτροπή και έχει εγκριθεί η τελική έκθεση εκτελέσεως και αν το κράτος μέλος έχει αποστείλει στην Επιτροπή τη δήλωση που αναφέρει το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του εν λόγω κανονισμού.

108    Συνεπώς, η έγκριση της τελικής εκθέσεως εκτελέσεως από την Επιτροπή ήταν αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη για την πληρωμή του τελικού υπολοίπου του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος.

109    Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 1260/1999, μόνο στη δήλωση περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος που υποβλήθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία κρινόταν, κατόπιν των ελέγχων του εν λόγω κράτους μέλους που απαριθμούνται στην παράγραφο αυτή, η εγκυρότητα της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου καθώς και η ουσιαστική και τυπική νομιμότητα των πράξεων που καλύπτονται από το τελικό πιστοποιητικό δαπανών που προβλέπεται στο άρθρο 32, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού.

110    Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, προβαίνοντας, ιδίως, σε ελέγχους κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 2, του κανονισμού 1260/1999, σχετικά με το περιεχόμενο της δηλώσεως αυτής μπορούσε, ενδεχομένως και μετά την έγκριση της τελικής εκθέσεως εκτελέσεως, να κρίνει αν οι επίμαχες δαπάνες πληρούσαν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για να χρηματοδοτηθούν από τον προϋπολογισμό της Ένωσης ή αν έπρεπε να επιβληθούν δημοσιονομικές διορθώσεις.

111    Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, αφενός, η Επιτροπή ήδη με την από 2 Αυγούστου 2011 επιστολή της, ήτοι πριν εγκρίνει την τελική έκθεση εκτελέσεως με την από 24 Μαΐου 2012 επιστολή, είχε προειδοποιήσει τις ελληνικές αρχές ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να κινήσει διαδικασία επιβολής δημοσιονομικής διορθώσεως, μετά την αξιολόγηση του περιεχομένου της δηλώσεως περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος. Αφετέρου, αποκλειστικός σκοπός της επιστολής αυτής ήταν να ενημερώσει τις εν λόγω αρχές σχετικά με την έγκριση της τελικής εκθέσεως εκτελέσεως, αλλά δεν περιλάμβανε καμία ένδειξη σχετικά με την ανωτέρω δήλωση που θα άφηνε ενδεχομένως να εννοηθεί ότι δεν θα αποφάσιζε να επιβάλει καμία δημοσιονομική διόρθωση. Περαιτέρω, από τις 3 Ιανουαρίου 2013 η Επιτροπή είχε καλέσει με επιστολή της τις ελληνικές αρχές να ενημερώσουν αν δέχονται την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως.

112    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία αβασίμως υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής.

113    Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής ne bis in idem και της αρχής της αναλογικότητας

114    Η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στην Επιτροπή ότι εφάρμοσε δημοσιονομικές διορθώσεις χωρίς προηγουμένως να αφαιρέσει ή να λάβει υπόψη τις δημοσιονομικές διορθώσεις που είχαν ήδη εφαρμόσει οι αρχές της προσφεύγουσας. Ως εκ τούτου, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιβάλλονται, κατά την προσφεύγουσα, πλείονες δημοσιονομικές διορθώσεις για τις ίδιες παρατυπίες, αντιθέτως προς την αρχή ne bis in idem, και ότι, ως εκ τούτου, το ύψος των διορθώσεων που εφαρμόσθηκαν είναι δυσανάλογο.

115    Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή έχει υποχρέωση να προβεί σε δημοσιονομική διόρθωση αν οι δαπάνες των οποίων ζητείται η χρηματοδότηση δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης. Μια τέτοια δημοσιονομική διόρθωση αποσκοπεί στο να μην επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με ποσά που δεν χρησίμευσαν για τη χρηματοδότηση του επιδιωκόμενου από τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης σκοπού και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά κύρωση (αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2001, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑247/98, EU:C:2001:4, σκέψη 14, και της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, T‑343/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:468, σκέψη 111).

116    Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, καίτοι η Επιτροπή φέρει το βάρος να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της Ένωσης, εντούτοις, εφόσον αποδειχθεί η παράβαση αυτή, εναπόκειται στο κράτος μέλος να αποδείξειεν ανάγκη ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη όσον αφορά τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν εξ αυτού (βλ. απόφαση της 24ης Απριλίου 2008, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C‑418/06 P, EU:C:2008:247, σκέψη 135 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

117    Περαιτέρω, κατά τη νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλει να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης τα όρια του κατάλληλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση. Όταν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής μεταξύ πλειόνων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και τα μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους στόχους που επιδιώκονται (βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2014, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑632/11, EU:T:2014:934, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

118    Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την αξιολόγηση της δηλώσεως περατώσεως του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος που υποβλήθηκε από τις ελληνικές αρχές η Επιτροπή διαπίστωσε παρατυπίες που συνεπάγονταν δημοσιονομική διόρθωση κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 2, του κανονισμού 1260/1999. Κατόπιν ανταλλαγής επιστολών με τις ελληνικές αρχές και μετά την ακρόαση της 27ης Μαΐου 2014 η Επιτροπή, με επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 2015, γνωστοποίησε στις ελληνικές αρχές την τελική της θέση ως προς το ποσό των δημοσιονομικών διορθώσεων που θα εφάρμοζε, ύψους 72 105 592,41 ευρώ.

119    Από την επιστολή αυτή, στην οποία προσαρτάται πίνακας που αναλύει τον υπολογισμό του ύψους των δημοσιονομικών διορθώσεων, προκύπτει ότι, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, το ποσό αυτό δεν προκύπτει από την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων σε δαπάνες στις οποίες είχαν ήδη επιβληθεί δημοσιονομικές διορθώσεις από τις ελληνικές αρχές.

120    Συγκεκριμένα, στην από 13 Φεβρουαρίου 2015 επιστολή, της οποίας το περιεχόμενο επαναλαμβάνεται κατ’ ουσίαν στις σκέψεις 15 έως 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή παρέθεσε τα συμπεράσματά της σχετικά με τις δημοσιονομικές διορθώσεις που έπρεπε να εφαρμοσθούν σε σχέση με τα διάφορα μέτρα του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος. Στο πλαίσιο αυτό, για τα μέτρα 1.1, 6.1 και 8.1, έκρινε ότι επαρκούσαν οι δημοσιονομικές διορθώσεις που είχαν ήδη εφαρμοσθεί από τις ελληνικές αρχές και ότι, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε λόγος να εφαρμοστεί περαιτέρω δημοσιονομική διόρθωση. Όσον αφορά τα μέτρα 2.1, 3.1 και 6.5, επισήμανε ότι οι δημοσιονομικές διορθώσεις που είχαν ήδη εφαρμοσθεί από τις ελληνικές αρχές επί του δείγματος των δαπανών που είχαν ελέγξει έπρεπε να αφαιρεθούν από τις εφαρμοστέες δημοσιονομικές διορθώσεις.

121    Όσον αφορά τον πίνακα που προσαρτάται στην από 13 Φεβρουαρίου 2015 επιστολή, αυτός υπολογίσθηκε με την εφαρμογή, στο σύνολο των επίμαχων δαπανών, των αποτελεσμάτων που προέκυψαν κατόπιν του ελέγχου δείγματος των δαπανών ο οποίος διενεργήθηκε από την ελληνική εκκαθαριστική αρχή. Ως εκ τούτου, το ποσό των 72 105 592,41 ευρώ υπολογίσθηκε σε δύο στάδια. Αρχικά, για κάθε μέτρο του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος, εφαρμόσθηκε στο σύνολο των επίμαχων δαπανών το ποσοστό σφάλματος που είχε διαπιστωθεί στο δείγμα που ελέγχθηκε και το ύψος των δημοσιονομικών διορθώσεων που είχαν εφαρμοστεί στο αντίστοιχο δείγμα. Σε δεύτερη φάση, από το ποσό που προέκυψε αφαιρέθηκε το ποσό των διορθώσεων που είχαν ήδη εφαρμοσθεί από τις ελληνικές αρχές.

122    Συνεπώς, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη τις δημοσιονομικές διορθώσεις που είχαν ήδη εφαρμοσθεί από τις ελληνικές αρχές κατά τον υπολογισμό του τελικού ποσού των 72 105 592,41 ευρώ που μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν εφάρμοσε δημοσιονομικές διορθώσεις για δαπάνες για τις οποίες είχαν ήδη εφαρμοσθεί τέτοιες διορθώσεις από τις ελληνικές αρχές.

123    Περαιτέρω, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο ενός εκ των μέτρων του επίμαχου επιχειρησιακού προγράμματος, ορισμένες εθνικές ελεγκτικές αρχές είχαν επιβάλει πρόσθετες μειώσεις των επιλέξιμων δαπανών πέραν των δημοσιονομικών διορθώσεων που εφάρμοσε ο φορέας εκκαθαρίσεως, τις οποίες, κακώς, δεν έλαβε υπόψη η Επιτροπή.

124    Από την αιτιολογική σκέψη 17 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ποσοστό σφάλματος που διαπίστωσε ο φορέας εκκαθαρίσεως κατά τους ελέγχους που διενήργησε ως προς το εν λόγω μέτρο ήταν 21,74 %. Η Επιτροπή εφάρμοσε αυτό το ποσοστό σφάλματος στο σύνολο των οικείων δαπανών και υπέβαλε πρόταση δημοσιονομικής διορθώσεως στις ελληνικές αρχές βάσει του ποσοστού αυτού. Οι ελληνικές αρχές αρνήθηκαν την πρόταση της Επιτροπής και, μετά τη διενέργεια πρόσθετων ελέγχων, πρότειναν ποσοστό σφάλματος ανερχόμενο σε 8,44 %. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το ποσοστό αυτό είχε υπολογιστεί από τον μοναδικό δικαιούχο του μέτρου και ότι υπήρχε μεγάλη απόκλιση μεταξύ του ποσοστού σφάλματος που είχε διαπιστωθεί από τους διάφορους οργανισμούς που είχαν πραγματοποιήσει πρόσθετους ελέγχους. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα νέα αυτά στοιχεία στερούνταν διαφάνειας και αξιοπιστίας και ότι σκόπευε να εμμείνει στο ύψος διορθώσεως που είχε προτείνει αρχικά, το οποίο είχε υπολογισθεί βάσει του ποσοστού σφάλματος ύψους 21,74 % που είχε διαπιστωθεί από το φορέα εκκαθαρίσεως, ποσοστό το οποίο κρίθηκε περισσότερο αξιόπιστο.

125    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία παρουσίασε στο δικόγραφο της προσφυγής τον φορέα εκκαθαρίσεως ως εξωτερικό και ανεξάρτητο οργανισμό, δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα δυνάμενο να αντικρούσει τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στη σκέψη 124 ανωτέρω ή να αποδείξει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 116 ανωτέρω, στηριζόμενη στο ποσοστό που έγινε δεκτό από τον φορέα αυτό.

126    Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε παραβίαση ούτε της αρχής ne bis in idem ούτε της αρχής της αναλογικότητας.

127    Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί και η προσφυγή στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

128    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.


PelikánováValančiusÖberg

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο Γραμματέας

 

      Η Πρόεδρος

E. Coulon

 

      I. Pelikánová


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.