Language of document : ECLI:EU:C:2021:168

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 4ης Μαρτίου 2021 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν – Έρευνα στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) κατά την εξέταση αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής που υποβλήθηκε από υπήκοο τρίτης χώρας που έχει καταχωριστεί στο σύστημα αυτό ως ανεπιθύμητος – Άρθρο 25, παράγραφος 1 – Κώδικας Συνόρων του Σένγκεν – Προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών – Άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 5 – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 7 και άρθρο 24, παράγραφος 2 – Απόρριψη αίτησης ανανέωσης άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης με την αιτιολογία ότι η ταυτότητα του αιτούντος δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα»

Στην υπόθεση C‑193/19,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Förvaltningsrätten i Malmö – Migrationsdomstolen (αρμόδιο για θέματα μεταναστεύσεως διοικητικό πρωτοδικείο Μάλμοε, Σουηδία) με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Φεβρουαρίου 2019, στο πλαίσιο της δίκης

Α

κατά

Migrationsverket,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο τμήματος, N. Piçarra (εισηγητή), D. Šváby, S. Rodin και K. Jürimäe, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο A, εκπροσωπούμενος από τον T. Bodin, advokat,

–        η Migrationsverket, εκπροσωπούμενη από τους C. Bexelius και H. Forssell,

–        η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τις J. Lundberg, A. Falk, H. Eklinder, C. Meyer-Seitz και H. Shev, στη συνέχεια από τις H. Eklinder, C. Meyer-Seitz, H. Shev,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Bulterman και Μ. de Ree,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον G. Wils, τον K. Simonsson και την G. Tolstoy,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουλίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της Σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπογράφηκε στο Σένγκεν (Λουξεμβούργο) στις 19 Ιουνίου 1990 και τέθηκε σε εφαρμογή στις 26 Μαρτίου 1995 (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 265/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2010 (ΕΕ 2010, L 85, σ. 1) (στο εξής: ΣΕΣΣ), και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2016, L 77, σ. 1, στο εξής: κώδικας συνόρων του Σένγκεν).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του A, υπηκόου Γκάμπιας, και της Migrationsverket (Υπηρεσίας Μετανάστευσης, Σουηδία) σχετικά με την απόφαση της δεύτερης να απορρίψει την αίτηση που υπέβαλε ο πρώτος για παράταση της ισχύος άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης, με την αιτιολογία ότι η ταυτότητά του δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η ΣΕΣΣ

3        Το άρθρο 25, παράγραφος 1, της ΣΕΣΣ ορίζει τα εξής:

«Εφόσον κράτος μέλος εξετάζει την έκδοση άδειας διαμονής, πραγματοποιεί συστηματικά έρευνα στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν [(SIS)]. Όταν κράτος μέλος εξετάζει την έκδοση άδειας διαμονής σε αλλοδαπό ο οποίος έχει καταχωριστεί με σκοπό την απαγόρευση εισόδου, το κράτος μέλος διαβουλεύεται πρώτα με το κράτος μέλος που προέβη στην καταχώριση και λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα του εν λόγω κράτους· η άδεια διαμονής χορηγείται μόνο για ουσιώδεις λόγους, συγκεκριμένα για λόγους ανθρωπιστικού χαρακτήρα ή ως απόρροια διεθνών υποχρεώσεων.

Εφόσον εκδοθεί άδεια διαμονής, το κράτος μέλος που προέβη στην καταχώριση την αποσύρει, αλλά μπορεί να συμπεριλάβει τον εν λόγω αλλοδαπό στον εθνικό του κατάλογο ανεπιθύμητων.»

 Ο κώδικας συνόρων του Σένγκεν

4        Κατά το άρθρο του 1, δεύτερο εδάφιο, ο κώδικας συνόρων του Σένγκεν «θεσπίζει τους κανόνες συνοριακού ελέγχου προσώπων κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών της Ένωσης».

5        Το άρθρο 6 του ως άνω κώδικα, με τίτλο «Προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών», ορίζει τα εξής:

«1.      Για σκοπούμενη παραμονή στην επικράτεια των κρατών μελών που δεν υπερβαίνει σε διάρκεια τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, που περιλαμβάνει τον συνυπολογισμό της τελευταίας περιόδου 180 ημερών πριν από κάθε ημέρα παραμονής, οι προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών είναι οι εξής:

α)      να διαθέτουν έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο ή έγγραφο που δίνει το δικαίωμα στον κάτοχο για διέλευση των συνόρων […] ·

[…]

δ)      δεν είναι καταχωρισμένοι στο SIS ως ανεπιθύμητοι·

ε)      δεν θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις ενός εκ των κρατών μελών, ιδίως, δε, δεν είναι καταχωρισμένοι ως ανεπιθύμητοι στις εθνικές βάσεις δεδομένων των κρατών μελών για τους ίδιους λόγους.

[…]

5.      Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1:

[…]

γ)      Στους υπηκόους τρίτης χώρας οι οποίοι δεν πληρούν μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 μπορεί να επιτραπεί από κράτος μέλος η είσοδος στο έδαφός του για λόγους ανθρωπιστικούς ή εθνικού συμφέροντος ή λόγω διεθνών υποχρεώσεων. Εφόσον ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας είναι καταχωρισμένος ως ανεπιθύμητος σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο δ), το κράτος μέλος που επιτρέπει την είσοδο του προσώπου αυτού στο έδαφός του ενημερώνει σχετικά τα λοιπά κράτη μέλη.»

 Το σουηδικό δίκαιο

6        Το άρθρο 1 του κεφαλαίου 2 του utlänningslag (νόμου περί αλλοδαπών) (SFS 2005, αριθ. 716) προβλέπει τα εξής:

«Οι αλλοδαποί που εισέρχονται ή διαμένουν στη Σουηδία πρέπει να διαθέτουν διαβατήριο.»

7        Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 5 του ως άνω νόμου ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 17 έως 17 b, άδεια διαμονής χορηγείται:

1.      σε κάθε αλλοδαπό του οποίου ο/η σύζυγος ή ο/η σύντροφος συμβίωσης κατοικεί ή του/της έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής στη Σουηδία,

[…]».

8        Το άρθρο 8 του κεφαλαίου 5 του εν λόγω νόμου προβλέπει τα εξής:

«Στην ισχύ της άδειας διαμονής που χορηγείται σε αλλοδαπό δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, […] τίθεται χρονικό όριο κατά την πρώτη απόφαση, εκτός αν

1.      ο αλλοδαπός συνοικεί από μακρού χρόνου στην αλλοδαπή με τον/τη σύζυγό ή σύντροφό του, ή

2.      αν προκύπτει σαφώς με άλλον τρόπο η μονιμότητα της σχέσης.

[…]»

9        Το άρθρο 16, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 5 του νόμου περί αλλοδαπών έχει ως εξής:

«Αλλοδαπός στον οποίο χορηγήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 8, προσωρινή άδεια διαμονής λόγω οικογενειακής σχέσης, μπορεί να λάβει νέα προσωρινή ή μόνιμη άδεια διαμονής για τον ίδιο λόγο μόνον αν εξακολουθεί να υφίσταται η σχέση αυτή.»

10      Το άρθρο 17 a, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κεφαλαίου 5 του ως άνω νόμου ορίζει τα εξής:

«Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, η αίτηση άδειας διαμονής μπορεί να απορριφθεί:

1.      αν σκοπίμως δηλώθηκαν ανακριβείς πληροφορίες ή σκοπίμως αποσιωπήθηκαν περιστάσεις που αποτελούν ουσιώδη στοιχεία για τη λήψη της άδειας διαμονής· [ή]

2.      σε περίπτωση υιοθεσίας, γάμου ή ελεύθερης συμβίωσης του αλλοδαπού με μοναδικό σκοπό να αποκτήσει αυτός δικαίωμα για τη λήψη άδειας διαμονής· ή

3.      αν ο αλλοδαπός συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια.

Η αίτηση άδειας διαμονής μπορεί να απορριφθεί επίσης στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, σημείο 1 […], αν:

1.      οι σύζυγοι ή οι σύντροφοι δεν συμβιώνουν ή δεν προτίθενται να συμβιώσουν·

[…]».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

11      Στις 9 Δεκεμβρίου 2013 οι σουηδικές αρχές χορήγησαν στον A, υπήκοο Γκάμπιας, προσωρινή άδεια διαμονής με σκοπό την επανένωση με την σουηδικής ιθαγένειας σύζυγό του.

12      Ο A είχε υποβάλει πριν από την είσοδό του στο σουηδικό έδαφος αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής και είχε αποδείξει την ταυτότητά του με την προσκόμιση διαβατηρίου της χώρας καταγωγής του.

13      Στις 9 Νοεμβρίου 2015 ο A υπέβαλε στην Υπηρεσία Μετανάστευσης αίτηση παράτασης της ισχύος της ως άνω άδειας προσωρινής διαμονής.

14      Κατά την εξέταση της αίτησης, η Υπηρεσία Μετανάστευσης έλαβε πληροφορίες από τις νορβηγικές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες ο ενδιαφερόμενος είχε τεθεί υπό κράτηση στη Νορβηγία και είχε χρησιμοποιήσει εκεί διάφορα ψευδή ονόματα. Επιπλέον, ο ενδιαφερόμενος είχε καταδικαστεί στη Νορβηγία, υπό ένα από αυτά τα ψευδή ονόματα, σε στερητική της ελευθερίας ποινή 120 ημερών για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, είχε απελαθεί, του είχε επιβληθεί οριστική απαγόρευση εισόδου στο έδαφος της χώρας αυτής και είχε καταχωρισθεί στο SIS ως ανεπιθύμητος στον χώρο Σένγκεν. Εξάλλου, στη Σουηδία είχε καταχωριστεί υπό το ίδιο όνομα μια άλλη αίτηση άδειας διαμονής, με τόπο κατάθεσης το Ντακάρ (Σενεγάλη), η οποία απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι βασιζόταν σε εικονικό γάμο.

15      Επιπλέον, από τις διευκρινίσεις που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, κατόπιν σχετικού αιτήματος του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο A και η σουηδικής ιθαγένειας σύζυγός του είναι διαζευγμένοι από τις 13 Φεβρουαρίου 2018 και ότι δεν έχουν κοινά τέκνα. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο A ζει σε ελεύθερη ένωση με Νορβηγίδα υπήκοο, με την οποία έχει δύο ανήλικα τέκνα επίσης νορβηγικής ιθαγένειας.

16      Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει επίσης, απαντώντας στο αίτημα του Δικαστηρίου για παροχή διευκρινίσεων, ότι οι Νορβηγοί υπήκοοι απολαύουν στη Σουηδία «σχεδόν των ίδιων δικαιωμάτων διαμονής με τους Σουηδούς υπηκόους», στο πλαίσιο της Σκανδιναβικής Ένωσης Διαβατηρίων στην οποία μετέχουν τόσο το Βασίλειο της Σουηδίας όσο και το Βασίλειο της Νορβηγίας, και ότι, κατά τον χρόνο εξέτασης της αίτησης παράτασης της ισχύος της άδειας διαμονής, το μόνο συνδετικό στοιχείο που επικαλούνταν ο Α ήταν η σχέση του με τους ως άνω Νορβηγούς υπηκόους. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, μολονότι αυτοί, σύμφωνα με τα εθνικά μητρώα κατοίκων, δεν κατοικούν στη Σουηδία, το δεδομένο αυτό «μπορεί να μεταβληθεί ανά πάσα στιγμή και, επομένως, δεν είναι κατ’ ανάγκην ακριβές», «δεδομένου ότι για διάφορους λόγους μπορεί να έχουν δηλώσει ότι έχουν αναχωρήσει στο εξωτερικό». Αντιθέτως, διευκρινίζει ότι ο A εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο κατοίκων του Μάλμοε (Σουηδία).

17      Με απόφαση της 2ας Ιουνίου 2017, η Υπηρεσία Μετανάστευσης απέρριψε την αίτηση του Α για παράταση της ισχύος της προσωρινής άδειας διαμονής του, με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε αποδειχθεί η ταυτότητά του.

18      Ο A άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Förvaltningsrätten i Malmö – Migrationsdomstolen (αρμόδιου για θέματα μεταναστεύσεως διοικητικού πρωτοδικείου Μάλμοε, Σουηδία).

19      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τις απαιτήσεις που θέτει το δίκαιο της Ένωσης όσον αφορά την απόδειξη της ταυτότητας υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος υποβάλλει, ενώ ήδη βρίσκεται στην ημεδαπή, αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής η οποία δεν στηρίζεται σε λόγους προστασίας ή σε ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά σε λόγους οικογενειακής επανένωσης. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, ειδικότερα, να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει να αποδεικνύεται με βεβαιότητα η ταυτότητα του αιτούντος υπηκόου τρίτης χώρας προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια διαμονής, ακόμη και αν αυτός έχει ήδη την κατοικία του στην ημεδαπή.

20      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, κατά τη σουηδική νομοθεσία, η χορήγηση άδειας διαμονής για λόγους διεθνούς προστασίας ή για ανθρωπιστικούς λόγους προϋποθέτει ότι η ταυτότητα του υπηκόου τρίτης χώρας αποδεικνύεται με βεβαιότητα, μέσω διαβατηρίου το οποίο θα είναι σε ισχύ για το χρονικό διάστημα ισχύος της ζητούμενης άδειας διαμονής. Εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό γίνονται δεκτές σε ορισμένες περιπτώσεις οι οποίες όμως δεν συντρέχουν στην υπόθεση της κύριας δίκης.

21      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το Migrationsöverdomstolen (αρμόδιο για θέματα μεταναστεύσεως διοικητικό εφετείο, Σουηδία) έκρινε, αφενός, με την απόφαση MIG 2011:11, της 12ης Μαΐου 2011, ότι, όσον αφορά τη χορήγηση άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου στηριζόμενης στην ύπαρξη συνδέσμου με το Βασίλειο της Σουηδίας, όπως η ύπαρξη γάμου, είναι απαραίτητο η ταυτότητα του αιτούντος να αποδεικνύεται με βεβαιότητα ώστε να τηρούνται οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο της ΣΕΣΣ και του κώδικα συνόρων του Σένγκεν. Αφετέρου, εκθέτει ότι το ως άνω διοικητικό εφετείο εξαφάνισε απόφαση του Förvaltningsrätten i Stockholm – Migrationsdomstolen (αρμόδιου για θέματα μεταναστεύσεως διοικητικού πρωτοδικείου Στοκχόλμης, Σουηδία), κρίνοντας ότι οι διατάξεις της ΣΕΣΣ και του κώδικα συνόρων του Σένγκεν κωλύουν την εφαρμογή των όχι ιδιαίτερα αυστηρών προϋποθέσεων απόδειξης της ταυτότητας που προβλέπει το άρθρο 16 f του lag om tillfälliga begränsningar av möjligheten att få uppehållstillstånd i Sverige (νόμου περί προσωρινών περιορισμών της δυνατότητας λήψεως άδειας διαμονής στη Σουηδία) (SFS 2016, αριθ. 752), το οποίο ρυθμίζει ειδικά τη χορήγηση τίτλου διαμονής για σπουδές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το Migrationsöverdomstolen (αρμόδιο για θέματα μεταναστεύσεως διοικητικό εφετείο) διευκρίνισε επίσης ότι η απαίτηση βέβαιης απόδειξης της ταυτότητας, όπως προκύπτει από την απόφασή του MIG 2011:11, της 12ης Μαΐου 2011, αφορά μόνον τις αιτήσεις άδειας διαμονής που υποβάλλονται από υπηκόους τρίτων χωρών ενόσω αυτοί δεν βρίσκονται εντός του σουηδικού εδάφους.

22      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Förvaltningsrätten i Malmö, Migrationsdomstolen (αρμόδιο για θέματα μεταναστεύσεως διοικητικό πρωτοδικείο Μάλμοε, Σουηδία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Εμποδίζουν οι διατάξεις της [ΣΕΣΣ], ιδίως δε οι διατάξεις περί συστηματικής χρήσεως του [SIS], και οι διατάξεις του κώδικα συνόρων του Σένγκεν, και ειδικότερα η απαίτηση κατοχής διαβατηρίου εν ισχύι, τη χορήγηση άδειας διαμονής βάσει αιτήσεων που κατατέθηκαν στη Σουηδία και δεν στηρίζονται σε λόγους προστασίας ή σε ανθρωπιστικούς λόγους, όταν δεν είναι σαφώς αποδεδειγμένη η ταυτότητα του αιτούντος;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, δύναται βάσει του εθνικού δικαίου ή της εθνικής νομολογίας να εισαχθεί εξαίρεση από την υποχρέωση αποδείξεως της ταυτότητας;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, ποιες εξαιρέσεις επιτρέπει ενδεχομένως το δίκαιο της Ένωσης;»

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

23      Το Δικαστήριο, αφού αποφάσισε να αποφανθεί χωρίς επ’ ακροατηρίου συζήτηση λόγω των κινδύνων για την υγεία που συνδέονται με την πανδημία του κορονοϊού, απηύθυνε στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερομένους διάφορες ερωτήσεις προς γραπτή απάντηση στις οποίες απάντησαν ο Α, η Υπηρεσία Μετανάστευσης, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

24      Η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη για τον λόγο, αφενός, ότι στην απόφαση περί παραπομπής δεν εκτίθεται με επάρκεια το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, ώστε το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που του υποβλήθηκαν. Αφετέρου, η σχέση μεταξύ της ζητούμενης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και του υποστατού ή του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης δεν προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, κατά μείζονα δε λόγο επειδή, στο πλαίσιο της εν λόγω διαφοράς, η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία επιβάλλει το πρόσωπο που ζητεί την άδεια διαμονής να αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας την ταυτότητά του, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να γίνει αποδεκτή ατελής απόδειξη της ταυτότητας. Τέλος, από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει σαφώς ούτε η σχέση μεταξύ των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία και των διατάξεων του εθνικού δικαίου που έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης και, επομένως, δυσχερώς μπορεί να γίνει αντιληπτή η λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων για την επίλυσή της.

25      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων που καθιερώνεται με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη για τη δικαστική απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως της κύριας δίκης, τόσο το ζήτημα αν η προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή. Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί [βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου), C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:982, σκέψη 97, και της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Junqueras Vies, C‑502/19, EU:C:2019:1115, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

26      Κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου, το οποίο έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αίτηση που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Airbnb Ireland, C‑390/18, EU:C:2019:1112, σκέψη 29, και της 24ης Οκτωβρίου 2018, XC κ.λπ., C‑234/17, EU:C:2018:853, σκέψη16 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί είναι αναγκαία η ερμηνεία των διατάξεων τόσο της ΣΕΣΣ σχετικά με τις έρευνες στο SIS όσο και του κώδικα συνόρων του Σένγκεν κατά τις οποίες κάθε υπήκοος τρίτης χώρας πρέπει να διαθέτει έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο για όλη τη διάρκεια της παραμονής του. Το αιτούν δικαστήριο παρέσχε επίσης στο Δικαστήριο επαρκή πραγματικά και νομικά στοιχεία για να δοθεί χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα. Επομένως, δεν προκύπτει ότι τα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων αυτών δεν έχουν καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ότι αφορούν υποθετικό ζήτημα. Εξάλλου, ο σύνδεσμος μεταξύ των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία και των εφαρμοστέων στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικών διατάξεων, οι οποίες αφορούν τις απαιτήσεις σχετικά με την απόδειξη της ταυτότητας των αιτούντων άδεια διαμονής, είναι σαφής υπό το πρίσμα της εκτιθέμενης στη σκέψη 21 της παρούσας απόφασης νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων σχετικά με τις απαιτήσεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν, όπως αναφέρει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, στην εκπλήρωση των δεσμεύσεων από τη ΣΕΣΣ και τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν.

28      Συνεπώς, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

29      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν οι διατάξεις της ΣΕΣΣ, και ειδικότερα το άρθρο 25, παράγραφος 1, και/ή ο κώδικας συνόρων του Σένγκεν έχουν την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους που επιτρέπει τη χορήγηση, την παράταση ή την ανανέωση άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης που ζητούνται στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού από υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος είναι καταχωρισμένος στο SIS ως ανεπιθύμητος στον χώρο Σένγκεν και του οποίου η ταυτότητα δεν μπορεί να αποδειχθεί με έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο.

30      Πρώτον, το άρθρο 25, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ΣΕΣΣ προβλέπει ότι το κράτος μέλος που εξετάζει την έκδοση άδειας διαμονής πραγματοποιεί συστηματικά έρευνα στο SIS και, όταν ο αιτών έχει καταχωριστεί με σκοπό την απαγόρευση εισόδου στον χώρο Σένγκεν, μπορεί να χορηγήσει την άδεια «μόνο για ουσιώδεις λόγους, συγκεκριμένα για λόγους ανθρωπιστικού χαρακτήρα ή ως απόρροια διεθνών υποχρεώσεων», κατόπιν διαβούλευσης με το κράτος μέλος που προέβη στην καταχώριση και αφού λάβει υπόψη τα συμφέροντά του. Από το δεύτερο εδάφιο της διάταξης προκύπτει ότι, εφόσον εκδοθεί άδεια διαμονής, το κράτος μέλος που προέβη στην καταχώριση στο SIS πρέπει να την αποσύρει, αλλά μπορεί να συμπεριλάβει τον αιτούντα στον εθνικό κατάλογο ανεπιθυμήτων.

31      Επομένως, σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η αποφυγή κατάστασης στην οποία σε υπήκοο τρίτης χώρας χορηγείται άδεια διαμονής ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος έχει καταχωριστεί στο SIS ως ανεπιθύμητος στον χώρο Σένγκεν (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2018, E, C‑240/17, EU:C:2018:8, σκέψη 38).

32      Αντιθέτως, οι διατάξεις του άρθρου 25, παράγραφος 1, της ΣΕΣΣ δεν καθορίζουν τις νομικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ο υπήκοος τρίτης χώρας προκειμένου να εισέλθει και να διαμείνει στον χώρο Σένγκεν, συμπεριλαμβανομένης της απόδειξης της ταυτότητάς του.

33      Εξάλλου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 62 των προτάσεών του, ο μηχανισμός προηγούμενης διαβούλευσης τον οποίο προβλέπει το άρθρο 25, παράγραφος 1, της ΣΕΣΣ δεν καταλήγει σε συστηματική απόρριψη της αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής που υποβάλλει υπήκοος τρίτης χώρας καταχωρισμένος στο SIS ως ανεπιθύμητος στον χώρο Σένγκεν. Πράγματι, το κράτος μέλος στο οποίο ο εν λόγω υπήκοος υποβάλλει τέτοια αίτηση διατηρεί, αφού λάβει υπόψη τα συμφέροντα του κράτους μέλους που προέβη στην καταχώριση, τη δυνατότητα να του χορηγήσει την άδεια διαμονής, αλλά μόνο για «ουσιώδεις λόγους».

34      Ως προς το ζήτημα αυτό, μολονότι από το ίδιο το γράμμα της ως άνω διάταξης προκύπτει, αφενός, ότι σκοπός της είναι να περιορίσει μόνο στους «ουσιώδεις» τους λόγους για τους οποίους ένα κράτος μέλος μπορεί να χορηγήσει άδεια διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας που έχει καταχωριστεί στο SIS ως ανεπιθύμητος στον χώρο Σένγκεν και, αφετέρου, ότι στους ουσιώδεις αυτούς λόγους περιλαμβάνονται ρητώς οι λόγοι «ανθρωπιστικού χαρακτήρα» ή εκείνοι που είναι «απόρροια διεθνών υποχρεώσεων», εντούτοις δεν προκύπτει ότι η απαρίθμηση των δύο αυτών λόγων είναι εξαντλητική. Πράγματι, δεδομένου ότι πριν από τους λόγους αυτούς προηγείται το επίρρημα «συγκεκριμένα», η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική.

35      Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 66 των προτάσεών του, μπορούν να εμπίπτουν στους «ουσιώδεις λόγους» κατά την έννοια της διάταξης αυτής οι λόγοι που αφορούν τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας, ιδίως του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής και των δικαιωμάτων του παιδιού, όπως κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον οποίο τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν κατά την εφαρμογή της ΣΕΣΣ που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του δικαίου της Ένωσης δυνάμει του προσαρτημένου στις Συνθήκες πρωτοκόλλου αριθ. 19 σχετικά με το κεκτημένο του Σένγκεν το οποίο έχει ενσωματωθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2010, C 83, σ. 290).

36      Επομένως, το άρθρο 25, παράγραφος 1, της ΣΕΣΣ δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στερεί από τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να χορηγούν άδεια διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης αποκλειστικά και μόνο επειδή η ταυτότητα του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας δεν μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα μέσω έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου.

37      Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 58 των προτάσεών του, το άρθρο 25, παράγραφος 1, της ΣΕΣΣ έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται όχι μόνο στην περίπτωση αίτησης χορήγησης άδειας διαμονής, αλλά και στην περίπτωση αίτησης για την παράταση ή ανανέωση τέτοιας άδειας, όταν αυτή υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας ευρισκόμενο στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους.

38      Ως εκ τούτου, η αρμόδια εθνική αρχή οφείλει να συμβουλεύεται το SIS πριν την παράταση ή την ανανέωση άδειας διαμονής και, αν ο αιτών έχει καταχωριστεί στο σύστημα αυτό ως ανεπιθύμητος στον χώρο Σένγκεν, να διαβουλεύεται με το κράτος μέλος που προέβη στην καταχώριση και να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντά του, η δε άδεια διαμονής μπορεί να παρατείνεται ή να ανανεώνεται μόνον για «ουσιώδεις λόγους», κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 1, της ΣΕΣΣ, όπως αυτό ερμηνεύθηκε με τη σκέψη 35 της παρούσας απόφασης.

39      Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους το οποίο προέβη στην καταχώριση οφείλει, δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας την οποία θεσπίζει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, να λαμβάνει θέση όσον αφορά τη χορήγηση, την παράταση ή την ανανέωση του τίτλου διαμονής του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας εντός ευλόγου χρόνου, σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη υπόθεση, ώστε να παρέχεται στην αρχή αυτή το αναγκαίο χρονικό διάστημα για τη συλλογή των κρίσιμων πληροφοριών (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2018, E, C‑240/17, EU:C:2018:8, σκέψη 53).

40      Όσον αφορά, δεύτερον, τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο του 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, επιβάλλει στους υπηκόους τρίτων χωρών, κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, για σκοπούμενη παραμονή εντός του χώρου Σένγκεν «που δεν υπερβαίνει σε διάρκεια τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών», να διαθέτουν έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο ή έγγραφο που δίνει το δικαίωμα στον κάτοχό του για διέλευση των συνόρων.

41      Επομένως, ο κώδικας συνόρων του Σένγκεν δεν ρυθμίζει την κατάσταση των υπηκόων τρίτων χωρών, όπως ο προσφεύγων της κύριας δίκης, οι οποίοι βρίσκονται ήδη στο έδαφος κράτους μέλους και έχουν εκεί άδεια διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης (πρβλ. απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2009, Zurita García και Choque Cabrera, C‑261/08 και C‑348/08, EU:C:2009:648, σκέψη 45).

42      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:

–        το άρθρο 25, παράγραφος 1, της ΣΕΣΣ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους που επιτρέπει τη χορήγηση, την παράταση ή την ανανέωση άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης οι οποίες ζητούνται στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού από υπήκοο τρίτης χώρας που είναι καταχωρισμένος στο SIS ως ανεπιθύμητος στον χώρο Σένγκεν και του οποίου η ταυτότητα δεν μπορεί να αποδειχθεί με έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, εφόσον λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα του κράτους μέλους που προέβη στην καταχώριση, αφού προηγουμένως γίνει διαβούλευση με αυτό, και η άδεια διαμονής χορηγείται, παρατείνεται ή ανανεώνεται μόνο για «ουσιώδεις λόγους», κατά την έννοια της ως άνω διάταξης·

–        ο κώδικας συνόρων του Σένγκεν, και ειδικότερα το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας που βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση.

 Επί του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

43      Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, δεν συντρέχει λόγος να δοθεί απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

44      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 25, παράγραφος 1, της Σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπογράφηκε στο Σένγκεν (Λουξεμβούργο) στις 19 Ιουνίου 1990 και τέθηκε σε εφαρμογή στις 26 Μαρτίου 1995, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 265/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2010, δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους που επιτρέπει τη χορήγηση, την παράταση ή την ανανέωση άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης οι οποίες ζητούνται στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού από υπήκοο τρίτης χώρας που είναι καταχωρισμένος στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν ως ανεπιθύμητος στον χώρο Σένγκεν και του οποίου η ταυτότητα δεν μπορεί να αποδειχθεί με έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, εφόσον λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα του κράτους μέλους που προέβη στην καταχώριση, αφού προηγουμένως γίνει διαβούλευση με αυτό, και η άδεια διαμονής χορηγείται, παρατείνεται ή ανανεώνεται μόνο για «ουσιώδεις λόγους», κατά την έννοια της ως άνω διάταξης·

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν), και ειδικότερα το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας που βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.