Language of document : ECLI:EU:C:2021:736

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 2008/48/ΕΚ – Καταναλωτική πίστη – Άρθρο 10, παράγραφος 2 – Πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται υποχρεωτικώς στη σύμβαση – Υποχρέωση να παρατίθεται ο τύπος πίστωσης, η διάρκεια της σύμβασης πίστωσης, το επιτόκιο υπερημερίας και ο μηχανισμός προσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας που ίσχυαν τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης – Αναπροσαρμογή του επιτοκίου υπερημερίας σε συνάρτηση με τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου που καθορίζεται από την κεντρική τράπεζα κράτους μέλους – Αποζημίωση που οφείλεται σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου – Υποχρέωση να προσδιορίζεται ειδικώς ο τρόπος υπολογισμού της αναπροσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας και της αποζημίωσης – Δεν συντρέχει υποχρέωση να γίνεται μνεία των δυνατοτήτων καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία αλλά όχι από την οδηγία 2008/48 – Άρθρο 14, παράγραφος 1 – Δικαίωμα υπαναχώρησης που ασκείται από τον καταναλωτή λόγω παράλειψης υποχρεωτικών πληροφοριών υπό την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 2 – Εκπρόθεσμη άσκηση – Απαγόρευση προς τον πιστωτικό φορέα να αντιτάξει ένσταση αποδυνάμωσης ή κατάχρησης δικαιώματος»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑33/20, C‑155/20 και C‑187/20,

με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landgericht Ravensburg (πρωτοδικείο Ravensburg, Γερμανία) με αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου, της 5ης Μαρτίου και της 31ης Μαρτίου 2020, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 23 Ιανουαρίου, στις 31 Μαρτίου και στις 28 Απριλίου 2020, στο πλαίσιο των δικών

UK

κατά

Volkswagen Bank GmbH (C-33/20),

και

RT,

SV,

BC

κατά

Volkswagen Bank GmbH,

Skoda Bank, υποκαταστήματος της Volkswagen Bank GmbH (C-155/20),

και

JL,

DT

κατά

BMW Bank GmbH,

Volkswagen Bank GmbH (C-187/20),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, M. Safjan (εισηγητή) και N. Jääskinen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Hogan

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        o UK, εκπροσωπούμενος από τον C. Kress, Rechtsanwalt,

–        o RT, εκπροσωπούμενος από τον T. Röske, Rechtsanwalt,

–        o JL, εκπροσωπούμενος από τον M. Basun, Rechtsanwalt,

–        η Volkswagen Bank GmbH, εκπροσωπούμενη από την I. Heigl και τον T. Winter, Rechtsanwälte,

–        η BMW Bank, εκπροσωπούμενη από τον R. Hall, Rechtsanwalt,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller, M. Hellmann, U. Bartl και E. Lankenau,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και J. Vláčil καθώς και από την S. Šindelková,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την G. Goddin και τον B.‑R. Killmann,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, και του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66).

2        Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, πρώτον, στην υπόθεση C‑33/20, UK και Volkswagen Bank GmbH, δεύτερον, στην υπόθεση C‑155/20, RT, SV και BC, αφενός, και Volkswagen Bank καθώς και Skoda Bank, υποκαταστήματος της Volkswagen Bank (στο εξής: Skoda Bank), αφετέρου, και τρίτον, στην υπόθεση C‑187/20, JL και DT, αφενός, και BMW Bank GmbH καθώς και Volkswagen Bank, αφετέρου, σχετικά με το κύρος της υπαναχώρησης των UK, RT, SV, BC, JL και DT από τις συμβάσεις πίστωσης που είχαν συνάψει με τις τράπεζες αυτές.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 30 και 31 της οδηγίας 2008/48 έχουν ως εξής:

«(30)      Η παρούσα οδηγία δεν ρυθμίζει το δίκαιο των συμβάσεων που διέπει το κύρος των συμβάσεων πίστωσης. Κατά συνέπεια, σε αυτόν τον τομέα, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν εθνικές διατάξεις σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο. […]

(31)      Για να είναι σε θέση ο καταναλωτής να γνωρίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης, η σύμβαση θα πρέπει να περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο.»

4        Το άρθρο 3 της ως άνω οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

[…]

θ)      “συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο”: το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του κόστους, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2·

ι)      “χρεωστικό επιτόκιο”: το επιτόκιο, εκφραζόμενο ως σταθερό ή μεταβλητό ποσοστό, το οποίο εφαρμόζεται σε ετήσια βάση στο ποσό της πίστωσης που αναλαμβάνεται·

ια)      “σταθερό χρεωστικό επιτόκιο”: διάταξη στη σύμβαση πίστωσης με την οποία πιστωτής και ο καταναλωτής συμφωνούν για όλη τη διάρκεια της πιστωτικής σύμβασης ως προς ένα χρεωστικό επιτόκιο, ή ως προς πλείονα χρεωστικά επιτόκια για τμηματικές περιόδους, εφαρμόζοντας αποκλειστικά συγκεκριμένο πάγιο ποσοστό. Εάν η σύμβαση πίστωσης δεν ορίζει όλα τα χρεωστικά επιτόκια, το χρεωστικό επιτόκιο θεωρείται ότι ορίζεται μόνο για τις τμηματικές περιόδους στην περίπτωση των οποίων τα χρεωστικά επιτόκια ορίζονται αποκλειστικά και μόνο με το συγκεκριμένο πάγιο ποσοστό που συμφωνείται κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης·

[…]

ιδ)      “συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης”: σύμβαση πίστωσης στην οποία:

i)      η εν λόγω πίστωση χρησιμεύει αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση σύμβασης που αφορά την προμήθεια συγκεκριμένων αγαθών ή την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας· και

ii)      οι δύο αυτές συμβάσεις συνιστούν αντικειμενικά μία οικονομική ενότητα· θεωρείται ότι υπάρχει οικονομική ενότητα όταν ο προμηθευτής του αγαθού ή ο πάροχος της υπηρεσίας χρηματοδοτεί ο ίδιος την πίστωση του καταναλωτή ή, σε περίπτωση χρηματοδότησης της πίστωσης από τρίτο, εάν ο πιστωτικός φορέας χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του προμηθευτή του αγαθού ή του παρόχου της υπηρεσίας για τη σύναψη ή την προετοιμασία της σύμβασης πίστωσης, ή εάν τα συγκεκριμένα αγαθά ή η παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας καθορίζονται ρητώς στη σύμβαση πίστωσης.»

5        Το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στη σύμβαση πίστωσης», προβλέπει τα εξής:

«1.      Οι συμβάσεις πίστωσης καταρτίζονται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου.

Όλα τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν από ένα αντίτυπο της σύμβασης πίστωσης. Το παρόν άρθρο ισχύει υπό την επιφύλαξη τυχόν εθνικών κανόνων όσον αφορά το κύρος της σύναψης συμβάσεων πίστωσης, οι οποίοι είναι σύμφωνοι προς το κοινοτικό δίκαιο.

2.      Η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο:

α)      τον τύπο πίστωσης·

[…]

γ)      τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης·

δ)      το συνολικό ποσό της πίστωσης και τους όρους που διέπουν τις αναλήψεις·

ε)      στην περίπτωση πίστωσης υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής για συγκεκριμένο αγαθό ή υπηρεσία ή στην περίπτωση συνδεδεμένων συμβάσεων πίστωσης, το αγαθό ή την υπηρεσία και την τιμή του τοις μετρητοίς·

[…]

ιβ)      το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας όπως ισχύει τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης και τις ρυθμίσεις για την προσαρμογή του, και, κατά περίπτωση, τα έξοδα για αθέτηση καταβολής·

[…]

ιη)      το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης, τη διαδικασία πρόωρης εξόφλησης καθώς και, κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα και τον τρόπο καθορισμού της αποζημίωσης αυτής·

ιθ)      τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης ·

κ)      την ύπαρξη ή μη εξωδικαστικών διαδικασιών και μηχανισμών επανόρθωσης υπέρ του καταναλωτή, σε περίπτωση δε που υπάρχουν, τις μεθόδους πρόσβασης σε αυτές·

κα)      εφόσον ισχύουν, άλλους συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις·

[…]».

6        Το άρθρο 13 της ίδιας οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Συμβάσεις πίστωσης αόριστης διάρκειας», προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής και ο πιστωτικός φορέας μπορούν να καταγγείλουν τη σύμβαση πίστωσης αόριστης διάρκειας.

7        Το άρθρο 14 της οδηγίας 2008/48, που φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα υπαναχώρησης», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Ο καταναλωτής διαθέτει προθεσμία δεκατεσσάρων ημερολογιακών ημερών για να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πίστωσης χωρίς να αναφέρει τους λόγους.

Η προθεσμία αυτή υπαναχώρησης αρχίζει:

α)      είτε την ημέρα σύναψης της σύμβασης πίστωσης· είτε

β)      την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής παραλαμβάνει τους όρους της σύμβασης και τις πληροφορίες κατά το άρθρο 10, εάν η ημέρα αυτή είναι μεταγενέστερη από την ημερομηνία στην οποία αναφέρεται το στοιχείο α) του παρόντος εδαφίου.»

8        Το άρθρο 22 της ως άνω οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Εναρμόνιση και αναγκαστικός χαρακτήρας της παρούσας οδηγίας», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Καθόσον η παρούσα οδηγία περιέχει εναρμονισμένες διατάξεις, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις που παρεκκλίνουν από αυτές που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.»

9        Το άρθρο 23 της εν λόγω οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Κυρώσεις», έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επισύρουν οι παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Οι κυρώσεις που προβλέπονται εν προκειμένω πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.»

 Το γερμανικό δίκαιο

10      Το επιγραφόμενο «Υποχρεώσεις ενημέρωσης που ισχύουν για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, τις χρηματοδοτικές διευκολύνσεις έναντι ανταλλάγματος και τις συμβάσεις μεσιτείας πιστώσεων» άρθρο 247 του Einführungsgesetz zum Bürgerlichen Gesetzbuche (Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα), της 21ης Σεπτεμβρίου 1994 (BGBl. 1994 I, σ. 2494, και διορθωτικό BGBl. 1997 I, σ. 1061), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: EGBGB), ορίζει τα εξής:

«[…]

§ 3      Περιεχόμενο της ενημέρωσης που παρέχεται πριν από τη σύναψη της σύμβασης

(1)      Η ενημέρωση που παρέχεται πριν από τη σύναψη της σύμβασης πρέπει να περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:

[…]

11.      το επιτόκιο υπερημερίας και τον τρόπο ενδεχόμενης αναπροσαρμογής του, καθώς και, κατά περίπτωση, τα έξοδα υπερημερίας,

[…].

§ 6      Περιεχόμενο της σύμβασης

(1)      Η σύμβαση καταναλωτικής πίστης περιέχει, κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, τις ακόλουθες πληροφορίες:

1.      τις πληροφορίες που αναγράφονται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, σημεία 1 έως 14, και τέταρτο εδάφιο,

[…]

5.      την εφαρμοστέα διαδικασία για την καταγγελία της σύμβασης,

[…].

§ 7      Άλλες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη σύμβαση

(1)      Η σύμβαση καταναλωτικής πίστης περιέχει, κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, τις ακόλουθες πληροφορίες, στο μέτρο που είναι ουσιώδους σημασίας για τη σύμβαση:

[…]

3.      τη μέθοδο υπολογισμού της αποζημίωσης πρόωρης εξόφλησης, εφόσον ο πιστωτικός φορέας προτίθεται να αξιώσει την αποζημίωση αυτή σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου από τον δανειολήπτη,

[…]».

11      Το επιγραφόμενο «Βασικό επιτόκιο» άρθρο 247 του Bürgerliches Gesetzbuch (Αστικού Κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: BGB), προβλέπει τα εξής:

«(1)      Το βασικό επιτόκιο ανέρχεται σε 3,62 %. Την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους, το επιτόκιο αυτό αναπροσαρμόζεται κατά τις ποσοστιαίες μονάδες αύξησης ή μείωσης της τιμής αναφοράς μετά την τελευταία αναπροσαρμογή. Η τιμή αναφοράς αντιστοιχεί στο επιτόκιο που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την πλέον πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης που διενεργήθηκε πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου.

(2)      Η Deutsche Bundesbank [(Γερμανική Κεντρική Τράπεζα)] δημοσιεύει το βασικό επιτόκιο στην Bundesanzeiger αμέσως μετά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στη δεύτερη περίοδο της πρώτης παραγράφου.»

12      Το άρθρο 288 του BGB, που φέρει τον τίτλο «Τόκοι υπερημερίας και λοιπές ζημίες λόγω υπερημερίας», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Κάθε χρηματική οφειλή τοκίζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου υπερημερίας. Το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας ανέρχεται σε πέντε ποσοστιαίες μονάδες επιπλέον του βασικού επιτοκίου.»

13      Το άρθρο 314 του BGB, που φέρει τον τίτλο «Καταγγελία διαρκούς συμβατικής σχέσης για σπουδαίο λόγο», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Καθένα από τα μέρη μπορεί να καταγγείλει μια διαρκή συμβατική σχέση για σπουδαίο λόγο χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Υφίσταται σπουδαίος λόγος όταν, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως και κατόπιν στάθμισης των συμφερόντων αμφοτέρων των μερών, η συνέχιση της συμβατικής σχέσης μέχρι τη συνομολογηθείσα λήξη της ή μέχρι τη λήξη προθεσμίας καταγγελίας δεν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από τον καταγγέλλοντα.»

14      Το άρθρο 355 του BGB, που φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα υπαναχώρησης από καταναλωτικές συμβάσεις», έχει ως εξής:

«(1)      Όταν ο νόμος παρέχει στον καταναλωτή δικαίωμα υπαναχώρησης σύμφωνα με την παρούσα διάταξη, ο καταναλωτής και ο έμπορος παύουν να δεσμεύονται από τις δηλώσεις βουλήσεώς τους για τη σύναψη της σύμβασης, αν ο καταναλωτής υπαναχωρήσει εμπροθέσμως από τη δήλωση βουλήσεώς του.

(2)      Η προθεσμία υπαναχώρησης είναι 14 ημέρες. Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά, άρχεται από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης.»

15      Το άρθρο 356b του BGB, που φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα υπαναχώρησης στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Αν το έγγραφο που παραδίδεται στον δανειολήπτη δυνάμει της παραγράφου 1 δεν περιέχει τις κατά το άρθρο 492, παράγραφος 2, υποχρεωτικές πληροφορίες, η προθεσμία δεν άρχεται παρά μόνον αφού θεραπευτεί η παράλειψη αυτή σύμφωνα με το άρθρο 492, παράγραφος 6 […]».

16      Το άρθρο 357 του BGB, που φέρει τον τίτλο «Έννομες συνέπειες της υπαναχώρησης από εκτός εμπορικού καταστήματος και εξ αποστάσεως συναπτόμενες συμβάσεις, εξαιρουμένων των συμβάσεων με αντικείμενο την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Οι ληφθείσες παροχές πρέπει να επιστρέφονται το αργότερο εντός 14 ημερών».

17      Το άρθρο 357a του BGB φέρει τον τίτλο «Έννομες συνέπειες της υπαναχώρησης από συμβάσεις με αντικείμενο την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών». H παράγραφός του 1 έχει ως εξής:

«Οι ληφθείσες παροχές πρέπει να επιστρέφονται το αργότερο εντός 30 ημερών.»

18      Το άρθρο 358 του BGB, που φέρει τον τίτλο «Σύμβαση που συνδέεται με τη σύμβαση από την οποία έλαβε χώρα υπαναχώρηση», έχει ως εξής:

«[…]

(2)      Αν ο καταναλωτής έχει εγκύρως υπαναχωρήσει από τη δήλωση βουλήσεως για τη σύναψη σύμβασης καταναλωτικής πίστης, βάσει του άρθρου 495, παράγραφος 1, δεν δεσμεύεται πλέον ούτε από τη δήλωση βουλήσεώς του για τη σύναψη συνδεδεμένης με τη σύμβαση καταναλωτικής πίστης σύμβασης για την παράδοση αγαθού ή για άλλη παροχή.

(3)      Σύμβαση για την παράδοση αγαθού ή για άλλη παροχή είναι συνδεδεμένη με σύμβαση δανείου κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 2 εφόσον το δάνειο χρησιμεύει εν όλω ή εν μέρει για τη χρηματοδότηση της άλλης σύμβασης και εφόσον οι δύο συμβάσεις συνιστούν οικονομική ενότητα. Προκύπτει η ύπαρξη οικονομικής ενότητας ιδίως όταν ο έμπορος χρηματοδοτεί ο ίδιος την αντιπαροχή του καταναλωτή ή, σε περίπτωση χρηματοδότησης από τρίτον, όταν ο πιστωτικός φορέας συμπράττει με τον έμπορο κατά την προετοιμασία ή σύναψη της σύμβασης δανείου.

(4)      Το άρθρο 355, παράγραφος 3, και, ανάλογα με το είδος της συνδεδεμένης σύμβασης, τα άρθρα 357 έως 357b εφαρμόζονται mutatis mutandis στην υπαναχώρηση από τη συνδεδεμένη σύμβαση, ανεξαρτήτως της μεθόδου εμπορίας […].

[…] Έναντι του καταναλωτή, ο πιστωτικός φορέας υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εμπόρου που απορρέουν από τη συνδεδεμένη σύμβαση όσον αφορά τις έννομες συνέπειες της υπαναχώρησης, αν, κατά τον χρόνο που παράγει αποτελέσματα η υπαναχώρηση, το ποσό του δανείου έχει ήδη καταβληθεί στον έμπορο.»

19      Το άρθρο 491a του BGB, που φέρει τον τίτλο «Υποχρεώσεις ενημέρωσης πριν από τη σύναψη της σύμβασης όσον αφορά συμβάσεις καταναλωτικής πίστης», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Όσον αφορά σύμβαση καταναλωτικής πίστης, ο πιστωτικός φορέας οφείλει να ενημερώνει τον δανειολήπτη σχετικά με τα ζητήματα που προβλέπονται στο άρθρο 247 [του EGBGB] κατά τον εκεί καθοριζόμενο τύπο.»

20      Το άρθρο 492 του BGB, που φέρει τον τίτλο «Έγγραφος τύπος, περιεχόμενο της σύμβασης», έχει ως εξής:

«(1)      Οι συμβάσεις καταναλωτικής πίστης συντάσσονται γραπτώς, εκτός αν προβλέπεται αυστηρότερος τύπος. […]

(2)      Η σύμβαση πρέπει να περιέχει τις προβλεπόμενες για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης πληροφορίες βάσει του άρθρου 247, παράγραφοι 6 έως 13, του [EGBGB].

[…]

(5)      Οι πληροφορίες τις οποίες ο πιστωτικός φορέας οφείλει να παράσχει στον δανειολήπτη μετά τη σύναψη της σύμβασης παρέχονται επί σταθερού μέσου.»

21      Το άρθρο 495 του BGB, που φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα υπαναχώρησης», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, ο δανειολήπτης έχει δικαίωμα υπαναχώρησης βάσει του άρθρου 355 του BGB.»

 Οι διαφορές των κυρίων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Υπόθεση C-33/20

22      Στις 19 Δεκεμβρίου 2015, ένας καταναλωτής, ο UK, συνήψε με τη Volkswagen Bank σύμβαση πίστωσης για το ποσό των 10 671,63 ευρώ, το οποίο διατέθηκε για την αγορά οχήματος μάρκας Volkswagen που προοριζόταν για ιδιωτική χρήση (στο εξής: επίμαχη στην υπόθεση C-33/20 σύμβαση). Πωλητής του οχήματος αυτού ήταν η εταιρία Hahn Automobile GmbH & Co. KG (στο εξής: πωλητής A). Λαμβανομένου υπόψη ότι η τιμή πώλησης ανερχόταν σε 15 200 ευρώ, ο UK κατέβαλε στον πωλητή A προκαταβολή ύψους 5 000 ευρώ και χρηματοδότησε το ποσό των 10 200 ευρώ καθώς και εφάπαξ εισφορά ύψους 471,63 ευρώ για την ασφάλιση του υπολοίπου της οφειλής, ήτοι συνολικό ποσό 10 671,63 ευρώ.

23      Η επίμαχη στην υπόθεση C-33/20 σύμβαση περιλάμβανε την ακόλουθη επισήμανση:

«Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, θα σας χρεώσουμε με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας. Το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας ανέρχεται σε πέντε ποσοστιαίες μονάδες επιπλέον του βασικού επιτοκίου.»

24      Επιπλέον, στον UK παραδόθηκε έγγραφο που έφερε τον τίτλο «Τυποποιημένες ευρωπαϊκές πληροφορίες καταναλωτικής πίστης». Το έγγραφο αυτό προέβαινε στις εξής διευκρινίσεις:

«Το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας ανέρχεται σε πέντε ποσοστιαίες μονάδες επιπλέον του βασικού επιτοκίου. Το βασικό επιτόκιο αποφασίζεται από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας και καθορίζεται την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους.»

25      Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι στην επίμαχη στην υπόθεση C-33/20 σύμβαση δεν αναγραφόταν αριθμητικώς το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας ή έστω το εφαρμοστέο επιτόκιο αναφοράς, ήτοι το κατά το άρθρο 247 του BGB βασικό επιτόκιο. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι στη σύμβαση αυτή δεν εκτίθετο ούτε ο μηχανισμός προσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας, δεδομένου ότι το έγγραφο που παραδόθηκε στον UK, για το οποίο γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη, δεν περιλαμβανόταν στην επίμαχη στην υπόθεση C‑33/20 σύμβαση λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου που προβλέπει το άρθρο 492, παράγραφος 1, του BGB.

26      Η επίμαχη στην υπόθεση C-33/20 σύμβαση προέβλεπε τα εξής:

«Η τράπεζα μπορεί να απαιτήσει εύλογη αποζημίωση λόγω πρόωρης εξόφλησης για τη ζημία που οφείλεται άμεσα στην πρόωρη εξόφληση. Η τράπεζα υπολογίζει τη ζημία βάσει του χρηματοοικονομικού μαθηματικού πλαισίου που προβλέπεται από το Bundesgerichtshof [(Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία)], το οποίο λαμβάνει ιδίως υπόψη:

–      το ύψος του επιτοκίου που έχει εντωμεταξύ μεταβληθεί,

–      τις ταμειακές ροές που είχαν αρχικώς συμφωνηθεί για το δάνειο,

–      τα διαφυγόντα κέρδη της τράπεζας,

–      το διοικητικό κόστος λόγω της πρόωρης εξόφλησης (έξοδα διαχείρισης), καθώς και

–      το κόστος κινδύνου και το διοικητικό κόστος που εξοικονομήθηκαν χάρη στην πρόωρη εξόφληση.»

27      Όσον αφορά τους όρους καταγγελίας της επίμαχης στην υπόθεση C-33/20 σύμβασης από τον πιστωτικό φορέα για σπουδαίο λόγο, η σύμβαση αυτή δεν καθόριζε ούτε τον τύπο υπό τον οποίο έπρεπε να διενεργηθεί η καταγγελία ούτε την προθεσμία που διέθετε ο πιστωτικός φορέας για να καταγγείλει τη σύμβαση. Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η σύμβαση δεν περιείχε καμία πληροφορία για το δικαίωμα του δανειολήπτη να την καταγγείλει σύμφωνα με το άρθρο 314 του BGB.

28      Η Volkswagen Bank χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες του πωλητή A για την προετοιμασία και τη σύναψη της επίμαχης στην υπόθεση C-33/20 σύμβασης. Ο εν λόγω πωλητής, ειδικότερα, ενήργησε ως μεσίτης πιστώσεων για τη Volkswagen Bank και χρησιμοποίησε τις τυποποιημένες συμβάσεις που αυτή του είχε προμηθεύσει. Η δε σύμβαση προέβλεπε ότι ο UK θα έπρεπε, από τις 15 Φεβρουαρίου 2016 και εφεξής, να προβεί στην εξόφληση του ποσού της πίστωσης, που ανερχόταν σε 11 545,26 ευρώ (ήτοι δανεισθέν καθαρό κεφάλαιο ύψους 10 671,63 ευρώ πλέον τόκων ύψους 873,63 ευρώ), καταβάλλοντας 48 ισόποσες μηνιαίες δόσεις ύψους 150,08 ευρώ και προβαίνοντας σε μια τελευταία καταβολή ύψους 4 341,42 ευρώ στις 16 Ιανουαρίου 2020.

29      Ο UK κατέβαλε κανονικά τις προβλεπόμενες μηνιαίες δόσεις. Εντούτοις, με επιστολή της 22ας Ιανουαρίου 2019, υπαναχώρησε από τη σύμβαση. Η Volkswagen Bank δεν δέχθηκε την υπαναχώρηση αυτή.

30      Ο UK θεωρεί ότι, λόγω της υπαναχώρησής του στις 22 Ιανουαρίου 2019, η επίμαχη στην υπόθεση C-33/20 σύμβαση μετατράπηκε σε υποχρέωση αμοιβαίας απόδοσης παροχών. Με την αγωγή του ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητεί να διαπιστωθεί ότι απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του για την καταβολή των μηνιαίων δόσεων στη Volkswagen Bank από τις 22 Ιανουαρίου 2019. Επιπλέον, ζητεί από τη Volkswagen Bank να του επιστρέψει, ως αντάλλαγμα για την επιστροφή του αγορασθέντος οχήματος, τις καταβληθείσες μηνιαίες δόσεις καθώς και την προκαταβολή που είχε καταβάλει στον πωλητή A.

31      Η Volkswagen Bank θεωρεί ότι η δήλωση υπαναχώρησης του UK είναι εκπρόθεσμη και, ως εκ τούτου, η υπαναχώρηση είναι άκυρη.

32      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Ravensburg (πρωτοδικείο Ravensburg, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι στη σύμβαση πίστωσης

α)      πρέπει να αναγράφεται ως απόλυτος αριθμός το ισχύον κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης επιτόκιο υπερημερίας, τουλάχιστον δε να αναγράφεται ως απόλυτος αριθμός το ισχύον επιτόκιο αναφοράς (εν προκειμένω το βασικό επιτόκιο σύμφωνα με το άρθρο 247 του BGB), από το οποίο προκύπτει το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας μέσω ορισμένης προσαυξήσεως (εν προκειμένω κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες σύμφωνα με το άρθρο 288, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του BGB)·

β)      πρέπει να αναλύεται επακριβώς ο μηχανισμός της προσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας, τουλάχιστον δε να γίνεται παραπομπή στους εθνικούς κανόνες από τους οποίους μπορεί να συναχθεί η προσαρμογή του επιτοκίου υπερημερίας (άρθρο 247 και άρθρο 288, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του BGB);

2)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιηʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι στη σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζεται συγκεκριμένη και κατανοητή από τον καταναλωτή μέθοδος υπολογισμού για την εξεύρεση της αποζημιώσεως που οφείλεται σε περίπτωση πρόωρης εξοφλήσεως του δανείου, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, να υπολογίσει το ύψος της οφειλόμενης αποζημιώσεως σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης;

3)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιθʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι στη σύμβαση πίστωσης

α)      πρέπει επίσης να προσδιορίζονται τα ρυθμιζόμενα στο εθνικό δίκαιο δικαιώματα καταγγελίας των μερών της σύμβασης πίστωσης, και ιδίως το δικαίωμα καταγγελίας του δανειολήπτη για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 314 του BGB στην περίπτωση συμβάσεων δανείου ορισμένης διάρκειας·

β)      πρέπει να αναγράφεται για όλα τα δικαιώματα καταγγελίας των μερών της σύμβασης πίστωσης η προθεσμία που τάσσεται για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας και ο τύπος τον οποίον πρέπει να περιβληθεί η δήλωση καταγγελίας;»

 Υπόθεση C-155/20

33      Στις 3 Ιανουαρίου 2015, ο RT συνήψε με τη Volkswagen Bank σύμβαση πίστωσης για το ποσό των 11 257,14 ευρώ. Στις 23 Μαΐου 2015, η SV συνήψε σύμβαση του ίδιου τύπου με την ίδια τράπεζα για το ποσό των 16 400 ευρώ. Στις 24 Ιουλίου 2014, η BC συνήψε με τη Skoda Bank σύμβαση πίστωσης για το ποσό των 7 332,34 ευρώ (στο εξής: επίμαχες στην υπόθεση C-155/20 συμβάσεις). Οι εν λόγω συμβάσεις πίστωσης είχαν σκοπό να χρηματοδοτήσουν την αγορά ενός οχήματος που προοριζόταν για ιδιωτική χρήση, μάρκας Volkswagen όσον αφορά τον RT, καθώς και την SV, και μάρκας Skoda όσον αφορά την BC. Πωλητές των οχημάτων ήταν αντιστοίχως η Autohaus Kilgus GmbH & Co. KG (στο εξής: πωλητής B), η Autohaus Humm GmbH (στο εξής: πωλητής C) και η Held & Ströhle GmbH & Co. KG (στο εξής: πωλητής D). Η τιμή αγοράς του οχήματος ανερχόταν σε 15 750 ευρώ όσον αφορά τον RT, σε 23 900 ευρώ όσον αφορά την SV και σε 15 940 ευρώ όσον αφορά την BC. Οι ως άνω καταναλωτές κατέβαλαν στους πωλητές B, C και D προκαταβολή ύψους, αντιστοίχως, 5 000 ευρώ, 7 500 ευρώ και 8 900 ευρώ και χρηματοδότησαν, μέσω των επίμαχων στην υπόθεση C-155/20 συμβάσεων, τα ποσά, αντιστοίχως, των 10 750 ευρώ, των 16 400 ευρώ και των 7 040 ευρώ καθώς και, στις περιπτώσεις του RT και της BC, εφάπαξ εισφορά, αντιστοίχως, 507,14 ευρώ και 292,34 ευρώ για την ασφάλιση του υπολοίπου της οφειλής, ήτοι για συνολικά ποσά 11 257,14 ευρώ και 7 332,34 ευρώ.

34      Οι επίμαχες στην υπόθεση C-155/20 συμβάσεις περιλάμβαναν την ίδια επισήμανση που παρατίθεται στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως.

35      Ομοίως, στον RT, στην SV και στην BC παραδόθηκε το επιγραφόμενο «Τυποποιημένες ευρωπαϊκές πληροφορίες καταναλωτικής πίστης» έγγραφο που παρατίθεται στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως.

36      Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι στις επίμαχες στην υπόθεση C-155/20 συμβάσεις δεν αναγραφόταν αριθμητικώς το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας ή έστω το εφαρμοστέο επιτόκιο αναφοράς, ήτοι το κατά το άρθρο 247 του BGB βασικό επιτόκιο. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι στις συμβάσεις αυτές δεν εκτίθετο ούτε ο μηχανισμός προσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας, δεδομένου ότι το έγγραφο για το οποίο γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη δεν περιλαμβανόταν στις εν λόγω συμβάσεις λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου που προβλέπει το άρθρο 492, παράγραφος 1, του BGB.

37      Οι επίμαχες στην υπόθεση C-155/20 συμβάσεις προέβλεπαν επίσης ρήτρα πανομοιότυπη προς εκείνη που παρατίθεται στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως.

38      Όσον αφορά τις προϋποθέσεις καταγγελίας των συμβάσεων αυτών από τον πιστωτικό φορέα για σπουδαίο λόγο, κατά τον ίδιο τρόπο με τη σύμβαση στην υπόθεση C-33/20, οι επίμαχες στην υπόθεση C-155/20 συμβάσεις δεν καθόριζαν ούτε τον τύπο υπό τον οποίο έπρεπε να διενεργηθεί η καταγγελία ούτε την προθεσμία που διέθετε ο πιστωτικός φορέας για να καταγγείλει τη σύμβαση, ενώ δεν έκαναν λόγο για το δικαίωμα του δανειολήπτη να καταγγείλει τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 314 του BGB.

39      Οι Volkswagen Bank και Skoda Bank χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες των πωλητών B, C και D για την προετοιμασία και τη σύναψη των επίμαχων στην υπόθεση C-155/20 συμβάσεων. Οι εν λόγω πωλητές, ειδικότερα, ενήργησαν ως μεσίτες πιστώσεων για τις Volkswagen Bank και Skoda Bank και χρησιμοποίησαν τις τυποποιημένες συμβάσεις που αυτές τους είχαν προμηθεύσει. Οι συμβάσεις αυτές προέβλεπαν ότι ο RT, η SV και η BC θα έπρεπε, αντιστοίχως, από τις 15 Φεβρουαρίου 2015, από την 1η Ιουνίου 2015 και από τις 3 Σεπτεμβρίου 2014 να προβούν στην εξόφληση του ποσού της πίστωσης πλέον τόκων, οι οποίοι ανέρχονταν συνολικά σε 669,90 ευρώ στην περίπτωση του RT, σε 1 241,97 ευρώ στην περίπτωση της SV και σε 225,87 ευρώ στην περίπτωση της BC. Η αποπληρωμή θα έπρεπε να γίνει, αντιστοίχως, σε 48, 36 και 24 ισόποσες δόσεις ύψους 248,48 ευρώ, 146,87 ευρώ και 150 ευρώ, οι δε SV και BC υποχρεούντο αντιστοίχως να προβούν σε μια τελευταία καταβολή ύψους 12 354,65 ευρώ την 1η Μαΐου 2018 και 3 958,21 ευρώ στις 3 Αυγούστου 2016.

40      Ο RT κατέβαλε κανονικά τις προβλεπόμενες μηνιαίες δόσεις. Εντούτοις, λίγο πριν από τις 15 Δεκεμβρίου 2018, προβλεπόμενη ημερομηνία πλήρους εξόφλησης των υποχρεώσεών του πληρωμής, ο RT, με επιστολή της 22ας Νοεμβρίου 2018, υπαναχώρησε από τη σύμβαση πίστωσης την οποία είχε συνάψει με τη Volkswagen Bank στις 3 Ιανουαρίου 2015.

41      Η SV κατέβαλε κανονικά τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις και εξόφλησε το δάνειο καταβάλλοντας την τελευταία οφειλόμενη μηνιαία δόση την 1η Μαΐου 2018. Στις 4 Ιουνίου 2018, μεταβίβασε στον πωλητή C το όχημα για το οποίο είχε συνομολογήσει τη χρηματοδότηση έναντι ποσού 8 031,46 ευρώ. Με επιστολή της 5ης Ιανουαρίου 2019, η SV υπαναχώρησε από τη δήλωση βουλήσεώς της για την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης την οποία είχε συνάψει με τη Volkswagen Bank στις 23 Μαΐου 2015.

42      Η BC κατέβαλε κανονικά τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις και εξόφλησε το δάνειο καταβάλλοντας την τελευταία μηνιαία δόση κατά τη συνομολογηθείσα ημερομηνία της 3ης Αυγούστου 2016. Με επιστολή της 25ης Απριλίου 2019, υπαναχώρησε από τη σύμβαση πίστωσης την οποία είχε συνάψει με τη Skoda Bank στις 24 Ιουλίου 2014.

43      Ο RT φρονεί ότι η υπαναχώρηση είναι έγκυρη διότι η προθεσμία υπαναχώρησης δεν άρχισε να τρέχει λόγω εσφαλμένων πληροφοριών που περιείχε η σύμβαση πίστωσης την οποία είχε συνάψει με τη Volkswagen Bank στις 3 Ιανουαρίου 2015. Κατά συνέπεια, ζητεί από τη Volkswagen Bank να του επιστρέψει τις μηνιαίες δόσεις τις οποίες είχε καταβάλει και οι οποίες ανέρχονταν σε 11 997,04 ευρώ, καθώς και την προκαταβολή ύψους 5 000 ευρώ την οποία είχε καταβάλει στον πωλητή B, ήτοι συνολικό ποσό 16 927,04 ευρώ, μειωμένο κατά τους δεδουλευμένους τόκους μέχρι την ημερομηνία της υπαναχώρησης, ύψους 668,41 ευρώ. Ο RT ζητεί επομένως την επιστροφή του υπολοίπου, που ανέρχεται σε 16 258,63 ευρώ, έναντι επιστροφής του οχήματος που αγόρασε. Επιπλέον, ο RT ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Volkswagen Bank είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή του οχήματος.

44      Η SV θεωρεί ότι, λόγω της υπαναχώρησής της, η σύμβαση πίστωσης την οποία είχε συνάψει με τη Volkswagen Bank στις 23 Μαΐου 2015 μετατράπηκε σε υποχρέωση αμοιβαίας απόδοσης παροχών. Ζητεί κατά συνέπεια από τη Volkswagen Bank να της επιστρέψει τις μηνιαίες δόσεις του δανείου που είχε καταβάλει στην εν λόγω τράπεζα, ύψους 17 641,97 ευρώ, καθώς και την προκαταβολή ύψους 7 500 ευρώ που είχε καταβάλει στον πωλητή C, ήτοι ποσό 25 141,97 ευρώ, το οποίο, κατόπιν αφαιρέσεως του τιμήματος των 8 031,46 ευρώ που εξασφάλισε από την πώληση του οχήματος, μειώνεται στο συνολικό ποσό των 17 770,51 ευρώ.

45      Η BC φρονεί ότι, λόγω της υπαναχώρησής της, η σύμβαση πίστωσης την οποία είχε συνάψει με τη Skoda Bank στις 24 Ιουλίου 2014 μετατράπηκε σε υποχρέωση αμοιβαίας απόδοσης παροχών. Ζητεί επομένως από τη Skoda Bank να της επιστρέψει τα καταβληθέντα χρεολύσια, ύψους 7 332,34 ευρώ, καθώς και την προκαταβολή ύψους 8 900 ευρώ που κατέβαλε στον πωλητή D κατόπιν της παραδόσεως του οχήματος που είχε αγοράσει. Επιπλέον, η BC ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Skoda Bank είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή του οχήματος.

46      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Ravensburg (πρωτοδικείο Ravensburg) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι στη σύμβαση πίστωσης

α)      πρέπει να αναγράφεται ως απόλυτος αριθμός το ισχύον κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης επιτόκιο υπερημερίας, τουλάχιστον δε να αναγράφεται ως απόλυτος αριθμός το ισχύον επιτόκιο αναφοράς (εν προκειμένω το βασικό επιτόκιο σύμφωνα με το άρθρο 247 του BGB), από το οποίο προκύπτει το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας μέσω ορισμένης προσαυξήσεως (εν προκειμένω κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες σύμφωνα με το άρθρο 288, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του BGB)·

β)      πρέπει να αναλύεται επακριβώς ο μηχανισμός της προσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας, τουλάχιστον δε να γίνεται παραπομπή στους εθνικούς κανόνες από τους οποίους μπορεί να συναχθεί η προσαρμογή του επιτοκίου υπερημερίας (άρθρο 247 και άρθρο 288, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του BGB);

2)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιηʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι στη σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζεται συγκεκριμένη και κατανοητή από τον καταναλωτή μέθοδος υπολογισμού για την εξεύρεση της αποζημιώσεως που οφείλεται σε περίπτωση πρόωρης εξοφλήσεως του δανείου, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, να υπολογίσει το ύψος της οφειλόμενης αποζημιώσεως σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης;

3)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιθʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι

α)      στη σύμβαση πίστωσης πρέπει επίσης να προσδιορίζονται τα ρυθμιζόμενα στο εθνικό δίκαιο δικαιώματα καταγγελίας των μερών της σύμβασης πίστωσης, και ιδίως το δικαίωμα καταγγελίας του δανειολήπτη για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 314 του BGB στην περίπτωση συμβάσεων δανείου ορισμένης διάρκειας·

β)      (σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο προπαρατεθέν, υπό στοιχείο αʹ, σκέλος του ερωτήματος) δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η μνεία τυχόν προβλεπόμενου από το εθνικό δίκαιο ειδικού δικαιώματος καταγγελίας συνιστά υποχρεωτική πληροφορία υπό την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιθʹ, της οδηγίας [2008/48]·

γ)      στη σύμβαση πίστωσης πρέπει να αναγράφεται, για όλα τα δικαιώματα καταγγελίας των μερών της εν λόγω σύμβασης, η προθεσμία που τάσσεται για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας και ο τύπος τον οποίον πρέπει να περιβληθεί η δήλωση καταγγελίας;

4)      Αποκλείεται σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης η προβολή από τον πιστωτικό φορέα ενστάσεως αποδυναμώσεως δικαιώματος προς αντίκρουση της ασκήσεως δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους του καταναλωτή κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας [2008/48]

α)      αν στη σύμβαση πίστωσης δεν έχει προσηκόντως συμπεριληφθεί ούτε έχει προσηκόντως γνωστοποιηθεί εκ των υστέρων κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας [2008/48] υποχρεωτικές πληροφορίες, με συνέπεια να μην έχει εισέτι αρχίσει να τρέχει η προθεσμία υπαναχωρήσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας·

β)      (σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο προπαρατεθέν, υπό στοιχείο αʹ, σκέλος του ερωτήματος) αν κρίσιμο στοιχείο βάσει του οποίου προβάλλεται αποδυνάμωση δικαιώματος αποτελεί το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη σύναψη της σύμβασης ή/και η πλήρης εκτέλεση της σύμβασης από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη ή/και το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει στη διάθεσή του το ανακτηθέν ποσό του δανείου ή η επιστροφή των εγγυήσεων του δανείου ή/και (σε περίπτωση που η σύμβαση πίστωσης συνδέεται με σύμβαση πωλήσεως) η χρήση ή η εκποίηση του χρηματοδοτούμενου αγαθού από τον καταναλωτή, ενώ, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και ενώ έχουν επέλθει οι κρίσιμες περιστάσεις, ο καταναλωτής δεν γνώριζε ότι εξακολουθούσε να υφίσταται το δικαίωμά του για υπαναχώρηση και δεν ευθύνεται για την άγνοιά του αυτή, ο δε πιστωτικός φορέας δεν μπορούσε να θεωρήσει δικαιολογημένα ότι ο καταναλωτής είχε σχετική γνώση;

5)      Αποκλείεται σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης η προβολή από τον πιστωτικό φορέα ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος προς αντίκρουση της ασκήσεως δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους του καταναλωτή κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας [2008/48]

α)      αν στη σύμβαση πίστωσης δεν έχει προσηκόντως συμπεριληφθεί ούτε έχει προσηκόντως γνωστοποιηθεί εκ των υστέρων κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας [2008/48] υποχρεωτικές πληροφορίες, με συνέπεια να μην έχει εισέτι αρχίσει να τρέχει η προθεσμία υπαναχωρήσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας·

β)      (σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο προπαρατεθέν, υπό στοιχείο αʹ, σκέλος του ερωτήματος) αν κρίσιμο στοιχείο βάσει του οποίου προβάλλεται η ύπαρξη καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος αποτελεί το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη σύναψη της σύμβασης ή/και η πλήρης εκτέλεση της σύμβασης από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη ή/και το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει στη διάθεσή του το ανακτηθέν ποσό του δανείου ή η επιστροφή των εγγυήσεων του δανείου ή/και (σε περίπτωση που η σύμβαση πίστωσης συνδέεται με σύμβαση πωλήσεως) η χρήση ή η εκποίηση του χρηματοδοτούμενου αγαθού από τον καταναλωτή, ενώ, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και ενώ έχουν επέλθει οι κρίσιμες περιστάσεις, ο καταναλωτής δεν γνώριζε ότι εξακολουθούσε να υφίσταται το δικαίωμά του για υπαναχώρηση και δεν ευθύνεται για την άγνοιά του αυτή, ο δε πιστωτικός φορέας δεν μπορούσε να θεωρήσει δικαιολογημένα ότι ο καταναλωτής είχε σχετική γνώση;»

 Υπόθεση C-187/20

47      Στις 4 Μαΐου 2017, ο JL συνήψε με την BMW Bank σύμβαση πίστωσης για το ποσό των 24 401,84 ευρώ και, στις 23 Μαρτίου 2016, ο DT συνήψε σύμβαση του ίδιου τύπου με την Audi Bank, υποκατάστημα της Volkswagen Bank (στο εξής: Audi Bank), για το ποσό των 37 710 ευρώ (στο εξής: επίμαχες στην υπόθεση C‑187/20 συμβάσεις). Οι εν λόγω συμβάσεις πίστωσης είχαν σκοπό να χρηματοδοτήσουν την αγορά ενός οχήματος που προοριζόταν για ιδιωτική χρήση, μάρκας BMW όσον αφορά τον JL και μάρκας Audi όσον αφορά τον DT. Πωλητές των οχημάτων αυτών ήταν αντιστοίχως η Auer Gruppe GmbH (στο εξής: πωλητής E) και η Autohaus Locher (στο εξής: πωλητής F). Λαμβανομένου υπόψη ότι η τιμή πώλησης του οχήματός του ανερχόταν σε 23 500 ευρώ, ο JL κατέβαλε προκαταβολή 1 000 ευρώ στον πωλητή E και χρηματοδότησε το υπόλοιπο ποσό, ύψους 22 500 ευρώ, καθώς και τα ασφάλιστρα ύψους 1 901,84 ευρώ, ενώ ο DT, το όχημα του οποίου είχε τιμή αγοράς ύψους 37 710 ευρώ, χρηματοδότησε ολόκληρο το ποσό αυτό μέσω της πίστωσης που έλαβε.

48      Η BMW Bank και η Audi Bank χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες αντιστοίχως των πωλητών E και F για την προετοιμασία και τη σύναψη των επίμαχων στην υπόθεση C-187/20 συμβάσεων. Στις συμβάσεις αυτές προέβλεπαν αμφότερες ότι οι JL και DT θα έπρεπε, αντιστοίχως, από τις 5 Μαΐου 2017 και από την 1η Μαΐου 2016, να προβούν στην εξόφληση του ποσού της πίστωσης πλέον τόκων, οι οποίοι ανέρχονταν συνολικά σε 1 413,14 ευρώ στην περίπτωση του JL και σε 1 737,40 ευρώ στην περίπτωση του DT. Η αποπληρωμή θα έπρεπε να γίνει, αντιστοίχως, σε 47 και 48 ισόποσες δόσεις ύψους 309,25 ευρώ και 395,65 ευρώ, οι δε JL και DT υποχρεούντο να προβούν αντιστοίχως σε μια τελευταία καταβολή ύψους 11 280 ευρώ στις 5 Απριλίου 2021 και 20 456,20 ευρώ την 1η Απριλίου 2020.

49      Με έγγραφα της 13ης Ιουνίου 2019 και της 12ης Ιανουαρίου 2019, οι JL και DT υπαναχώρησαν από τις επίμαχες στην υπόθεση C-187/20 συμβάσεις.

50      Οι JL και DT φρονούν ότι η υπαναχώρηση είναι έγκυρη διότι η προθεσμία υπαναχώρησης δεν άρχισε να τρέχει λόγω εσφαλμένων πληροφοριών που περιείχαν οι συμβάσεις αυτές. Κατά συνέπεια, ο JL ζητεί, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, να διαπιστωθεί ότι τα τοκοχρεολύσια του δανείου έπαυσαν να οφείλονται από 13ης Ιουνίου 2019. Ο DT ζητεί από την Audi Bank να του επιστρέψει, κατόπιν επιστροφής του αγορασθέντος οχήματος, τις 43 μηνιαίες δόσεις τις οποίες κατέβαλε, συνολικού ύψους 17 012,95 ευρώ. Επιπλέον, ο DT ζητεί να διαπιστωθεί ότι ο ίδιος δεν υποχρεούται σε εξόφληση τόκων ή κεφαλαίου και ότι η Audi Bank είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή του επίμαχου οχήματος.

51      Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, οι επίμαχες στην υπόθεση C-187/20 συμβάσεις δεν καθόριζαν τον τύπο της χορηγηθείσας πίστωσης. Εντούτοις, το έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Τυποποιημένες ευρωπαϊκές πληροφορίες καταναλωτικής πίστης», το οποίο προσαρτήθηκε στη σύμβαση που συνήψε ο JL και κατέστη αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης αυτής, περιλάμβανε την ακόλουθη επισήμανση: «Δάνειο σταδιακής εξοφλήσεως σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με σταθερό επιτόκιο». Ο DT έλαβε παρόμοιο έγγραφο, το οποίο έφερε την ίδια επικεφαλίδα και περιείχε μεταξύ άλλων τις ακόλουθες πληροφορίες: «Δάνειο σταδιακής εξοφλήσεως με πιστοποιημένο δικαίωμα υπαναχώρησης» καθώς και «Ισόποσες μηνιαίες δόσεις και μεγαλύτερου ύψους τελική καταβολή».

52      Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι επίμαχες στην υπόθεση C-187/20 συμβάσεις δεν περιέχουν την επισήμανση ότι, μετά την καταβολή των χρημάτων, αίρεται, μέχρι του ύψους του ποσού αυτού, η υποχρέωση έναντι του πωλητή για καταβολή του τιμήματος και ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει από τον πωλητή, κατόπιν πλήρους αποπληρωμής του τιμήματος, την παράδοση του αγορασθέντος οχήματος.

53      Όσον αφορά την ενημέρωση για το επιτόκιο υπερημερίας, η σύμβαση την οποία συνήψε ο JL με την BMW Bank στις 4 Μαΐου 2017 διευκρίνιζε τα εξής:

«Αν ο δανειολήπτης/ο ένας εκ των δανειοληπτών που έχουν από κοινού λάβει δάνειο είναι υπερήμερος ως προς τις οφειλές του, οφείλονται τόκοι υπερημερίας που υπερβαίνουν κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες το βασικό επιτόκιο. Το βασικό επιτόκιο καθορίζεται αντιστοίχως την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας το δημοσιεύει στην Bundesanzeiger

54      Η δε σύμβαση που συνήψε ο DT με την Audi Bank στις 23 Μαρτίου 2016 περιλάμβανε την ακόλουθη επισήμανση:

«Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, θα σας χρεώσουμε με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας. Το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας ανέρχεται σε πέντε ποσοστιαίες μονάδες επιπλέον του βασικού επιτοκίου.»

55      Επιπλέον, το έγγραφο το οποίο έλαβε ο DT, μνεία του οποίου γίνεται στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, όριζε τα εξής:

«Το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας ανέρχεται σε πέντε ποσοστιαίες μονάδες επιπλέον του βασικού επιτοκίου. Το βασικό επιτόκιο αποφασίζεται από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας και καθορίζεται την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους.»

56      Εντούτοις, το έγγραφο αυτό δεν κατέστη αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης που συνήψε ο DT με την Audi Bank στις 23 Μαρτίου 2016 λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου που προβλέπει το άρθρο 492, παράγραφος 1, του BGB.

57      Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο μηχανισμός προσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας δεν αποσαφηνίζεται πλήρως στις επίμαχες στην υπόθεση C-187/20 συμβάσεις. Ειδικότερα, οι όροι της σύμβασης που συνήψε ο JL με την BMW Bank στις 4 Μαΐου 2017 έκαναν μεν λόγο για τον καθορισμό από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας, δύο φορές ετησίως, του βασικού επιτοκίου, πλην όμως η σύμβαση αυτή δεν διευκρινίζει ότι το επιτόκιο αυτό αντιστοιχεί στο επιτόκιο της πλέον πρόσφατης κύριας πράξης αναχρηματοδότησης που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω σύμβαση δεν περιέχει ούτε παραπομπή στο κρίσιμο συναφώς άρθρο 247, παράγραφος 1, του BGB.

58      Ομοίως, ούτε η σύμβαση που συνήψε ο DT με την Audi Bank στις 23 Μαρτίου 2016 ούτε το έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Τυποποιημένες ευρωπαϊκές πληροφορίες» αναγράφουν τη βάση καθορισμού του βασικού επιτοκίου στο οποίο παραπέμπει η σύμβαση αυτή.

59      Οι επίμαχες στην υπόθεση C‑187/20 συμβάσεις προέβλεπαν επίσης ρήτρα πανομοιότυπη προς εκείνη που παρατίθεται στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως.

60      Όσον αφορά το δικαίωμα του δανειολήπτη να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, η σύμβαση που συνήψε ο JL με την BMW Bank στις 4 Μαΐου 2017 δεν περιείχε παραπομπή στο άρθρο 314 του BGB και δεν ανέφερε ότι μια καταγγελία δυνάμει της διατάξεως αυτής έπρεπε να διενεργηθεί εντός εύλογης προθεσμίας. Η σύμβαση που συνήψε ο DT με την Audi Bank στις 23 Μαρτίου 2016 δεν περιείχε μνεία του δικαιώματος καταγγελίας από τον δανειολήπτη για σπουδαίο λόγο βάσει του άρθρου 314 του BGB. Η σύμβαση αυτή προέβλεπε μεν το δικαίωμα καταγγελίας από τον πιστωτικό φορέα για σπουδαίο λόγο, χωρίς όμως να αποσαφηνίζει τον τύπο της καταγγελίας αυτής ούτε την προθεσμία ασκήσεώς της. Ειδικότερα, η εν λόγω σύμβαση δεν περιλάμβανε την επισήμανση ότι μια τέτοια καταγγελία πρέπει να διενεργείται επί σταθερού μέσου, σύμφωνα με το άρθρο 492, παράγραφος 5, του BGB.

61      Όσον αφορά τις πληροφορίες σχετικά με τυχόν εξωδικαστική διαδικασία, η σύμβαση που συνήψε ο JL με την BMW Bank στις 4 Μαΐου 2017 δεν εξέθετε τις προϋποθέσεις πρόσβασης στη διαδικασία αυτή, όπως είναι η απαίτηση περιγραφής της διαφοράς, η υποβολή συγκεκριμένου αιτήματος και η αποστολή αντιγράφου των αναγκαίων εγγράφων. Ως προς το ζήτημα αυτό, η σύμβαση ανέφερε απλώς ότι παρέπεμπε στον «“Kανονισμό διαδικασίας για τη διαμεσολάβηση επί καταγγελιών πελατών στον γερμανικό τραπεζικό κλάδο”, ο οποίος διατίθεται κατόπιν αιτήσεως ή είναι προσβάσιμος στον ιστότοπο της Bundesverband der Deutschen Banken eV [(Ομοσπονδιακής Ένωσης Γερμανικών Τραπεζών)] www.bdb.de». Η σύμβαση που συνήψε ο DT με την Audi Bank στις 23 Μαρτίου 2016 περιλάμβανε τις ίδιες πληροφορίες, αλλά διευκρίνιζε επιπλέον ότι «[η] καταγγελία πρέπει να αποστέλλεται εγγράφως (παραδείγματος χάριν με επιστολή, fax, ηλεκτρονική επιστολή) στην Υπηρεσία καταγγελιών πελατών της Bundesverband deutscher Banken eV, Postfach 040307, 10062 Berlin, fax: 030 16633169, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: ombudsmann@bdb.de».

62      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Ravensburg (πρωτοδικείο Ravensburg) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι στις πληροφορίες σχετικά με τον τύπο της πίστωσης πρέπει, κατά περίπτωση, να αναγράφεται ότι πρόκειται περί συνδεδεμένης σύμβασης πίστωσης ή/και ότι πρόκειται περί σύμβασης πίστωσης ορισμένης διάρκειας;

2)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι, στους όρους για την ανάληψη πίστωσης επί συνδεδεμένων συμβάσεων πίστωσης που συνάπτονται για τη χρηματοδότηση της αγοράς ενός πράγματος, πρέπει να αναγράφεται ότι, σε περίπτωση καταβολής του ποσού της πίστωσης στον πωλητή, ο δανειολήπτης απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του για καταβολή του τιμήματος αγοράς κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο ύψος του εκταμιευθέντος ποσού και ότι ο πωλητής οφείλει να παραδώσει στον αγοραστή το αγορασθέν πράγμα, εφόσον έχει εξοφληθεί ολοσχερώς το τίμημα της αγοράς;

3)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι

α)      πρέπει να αναγράφεται ως απόλυτος αριθμός το ισχύον κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης επιτόκιο υπερημερίας, τουλάχιστον δε να αναγράφεται ως απόλυτος αριθμός το ισχύον επιτόκιο αναφοράς (εν προκειμένω το βασικό επιτόκιο σύμφωνα με το άρθρο 247 του BGB), από το οποίο προκύπτει το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας μέσω ορισμένης προσαυξήσεως (εν προκειμένω κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες σύμφωνα με το άρθρο 288, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του BGB)·

β)      πρέπει να αναλύεται επακριβώς ο μηχανισμός της προσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας, τουλάχιστον δε να γίνεται παραπομπή στους εθνικούς κανόνες από τους οποίους μπορεί να συναχθεί η προσαρμογή του επιτοκίου υπερημερίας (άρθρο 247 και άρθρο 288, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του BGB);

4)      α)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιηʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι στη σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζεται συγκεκριμένη και κατανοητή από τον καταναλωτή μέθοδος υπολογισμού για την εξεύρεση της αποζημιώσεως που οφείλεται σε περίπτωση πρόωρης εξοφλήσεως του δανείου, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, να υπολογίσει το ύψος της οφειλόμενης αποζημιώσεως σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης;

β)      (σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο προπαρατεθέν, υπό στοιχείο αʹ, σκέλος του ερωτήματος):

Αντιβαίνει στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιηʹ, και στο άρθρο 14, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας [2008/48] εθνική ρύθμιση κατά την οποία, σε περίπτωση ελλιπών πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιηʹ, της ίδιας οδηγίας, η προθεσμία υπαναχωρήσεως αρχίζει πάντως με την κατάρτιση της σύμβασης και αποσβέννυται μόνον το δικαίωμα του πιστωτικού φορέα για αποζημίωση λόγω πρόωρης εξοφλήσεως της πίστωσης;

5)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιθʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι

α)      στη σύμβαση πίστωσης πρέπει επίσης να προσδιορίζονται τα ρυθμιζόμενα στο εθνικό δίκαιο δικαιώματα καταγγελίας των μερών της σύμβασης πίστωσης, και ιδίως το δικαίωμα καταγγελίας του δανειολήπτη για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 314 του BGB στην περίπτωση συμβάσεων δανείου ορισμένης διάρκειας, καθώς και ότι το άρθρο στο οποίο ρυθμίζεται το εν λόγω δικαίωμα καταγγελίας πρέπει να μνημονεύεται ρητώς·

β)      (σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο προπαρατεθέν, υπό στοιχείο αʹ, σκέλος του ερωτήματος)

δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η μνεία τυχόν προβλεπόμενου από το εθνικό δίκαιο ειδικού δικαιώματος καταγγελίας συνιστά υποχρεωτική πληροφορία υπό την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιθʹ, της οδηγίας [2008/48]·

γ)      στη σύμβαση πίστωσης πρέπει να αναγράφεται, για όλα τα δικαιώματα καταγγελίας των μερών της εν λόγω σύμβασης, η προθεσμία που τάσσεται για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας και ο τύπος τον οποίον πρέπει να περιβληθεί η δήλωση καταγγελίας;

6)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο κʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι με τη σύμβαση πίστωσης πρέπει να γνωστοποιούνται οι ουσιώδεις τυπικές προϋποθέσεις για την κίνηση διαδικασίας ή/και μηχανισμού επανόρθωσης στο πλαίσιο εξωδικαστικής διαδικασίας ή/και μηχανισμού επανόρθωσης; Είναι ανεπαρκές το να γίνεται συναφώς παραπομπή σε διαθέσιμο στο διαδίκτυο κανονισμό διαδικασίας που αφορά τις εξωδικαστικές διαδικασίες ή/και τους μηχανισμούς επανόρθωσης;

7)      Αποκλείεται σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης η προβολή από τον πιστωτικό φορέα ενστάσεως αποδυναμώσεως δικαιώματος προς αντίκρουση της ασκήσεως δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους του καταναλωτή κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας [2008/48]

α)      αν στη σύμβαση πίστωσης δεν έχει προσηκόντως συμπεριληφθεί ούτε έχει προσηκόντως γνωστοποιηθεί εκ των υστέρων κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας [2008/48] υποχρεωτικές πληροφορίες, με συνέπεια να μην έχει εισέτι αρχίσει να τρέχει η προθεσμία υπαναχωρήσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας·

β)      (σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο προπαρατεθέν, υπό στοιχείο αʹ, σκέλος του ερωτήματος)

αν κρίσιμο στοιχείο βάσει του οποίου προβάλλεται αποδυνάμωση δικαιώματος αποτελεί το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη σύναψη της σύμβασης ή/και η πλήρης εκτέλεση της σύμβασης από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη ή/και το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει στη διάθεσή του το ανακτηθέν ποσό του δανείου ή η επιστροφή των εγγυήσεων του δανείου ή/και (σε περίπτωση που η σύμβαση πίστωσης συνδέεται με σύμβαση πωλήσεως) η χρήση ή η εκποίηση του χρηματοδοτούμενου αγαθού από τον καταναλωτή, ενώ, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και ενώ έχουν επέλθει οι κρίσιμες περιστάσεις, ο καταναλωτής δεν γνώριζε ότι εξακολουθούσε να υφίσταται το δικαίωμά του για υπαναχώρηση και δεν ευθύνεται για την άγνοιά του αυτή, ο δε πιστωτικός φορέας δεν μπορούσε να θεωρήσει δικαιολογημένα ότι ο καταναλωτής είχε σχετική γνώση;

8)      Αποκλείεται σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης η προβολή από τον πιστωτικό φορέα ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος προς αντίκρουση της ασκήσεως δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους του καταναλωτή κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας [2008/48]

α)      αν στη σύμβαση πίστωσης δεν έχει προσηκόντως συμπεριληφθεί ούτε έχει προσηκόντως γνωστοποιηθεί εκ των υστέρων κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας [2008/48] υποχρεωτικές πληροφορίες, με συνέπεια να μην έχει εισέτι αρχίσει να τρέχει η προθεσμία υπαναχωρήσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας·

β)      (σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο προπαρατεθέν, υπό στοιχείο αʹ, σκέλος του ερωτήματος)

αν κρίσιμο στοιχείο βάσει του οποίου προβάλλεται η ύπαρξη καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος αποτελεί το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη σύναψη της σύμβασης ή/και η πλήρης εκτέλεση της σύμβασης από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη ή/και το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει στη διάθεσή του το ανακτηθέν ποσό του δανείου ή η επιστροφή των εγγυήσεων του δανείου ή/και (σε περίπτωση που η σύμβαση πίστωσης συνδέεται με σύμβαση πωλήσεως) η χρήση ή η εκποίηση του χρηματοδοτούμενου αγαθού από τον καταναλωτή, ενώ, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και ενώ έχουν επέλθει οι κρίσιμες περιστάσεις, ο καταναλωτής δεν γνώριζε ότι εξακολουθούσε να υφίσταται το δικαίωμά του για υπαναχώρηση και δεν ευθύνεται για την άγνοιά του αυτή, ο δε πιστωτικός φορέας δεν μπορούσε να θεωρήσει δικαιολογημένα ότι ο καταναλωτής είχε σχετική γνώση;»

63      Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 2020, οι υποθέσεις C-33/20, C-155/20 και C-187/20 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

64      Στο μέτρο που ορισμένα ερωτήματα στις υποθέσεις C-33/20, C-155/20 και C‑187/20 είναι παρόμοια ή πανομοιότυπα, πρέπει να εξεταστούν από κοινού.

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-187/20

65      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ, γʹ και εʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, η σύμβαση πίστωσης πρέπει να αναγράφει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, ότι πρόκειται για «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιδʹ, της ως άνω οδηγίας, και ότι η σύμβαση συνάπτεται για ορισμένο χρόνο.

66      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2008/48 ορίζει την έννοια της «συνδεδεμένης σύμβασης πίστωσης» ως εξής: «η εν λόγω πίστωση χρησιμεύει αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση σύμβασης που αφορά την προμήθεια συγκεκριμένων αγαθών ή την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας […] και οι δύο αυτές συμβάσεις συνιστούν αντικειμενικά μία οικονομική ενότητα· θεωρείται ότι υπάρχει οικονομική ενότητα [εάν] […] ο πιστωτικός φορέας χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του προμηθευτή του αγαθού ή του παρόχου της υπηρεσίας για τη σύναψη ή την προετοιμασία της σύμβασης πίστωσης, ή εάν τα συγκεκριμένα αγαθά ή η παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας καθορίζονται ρητώς στη σύμβαση πίστωσης».

67      Στην υπόθεση C-187/20, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι πιστωτικοί φορείς χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες των πωλητών E και F για την προετοιμασία και τη σύναψη των επίμαχων στην εν λόγω υπόθεση συμβάσεων και ότι η πίστωση που χορηγήθηκε βάσει των συμβάσεων αυτών προοριζόταν αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση της προμήθειας οχημάτων για ιδιωτική χρήση. Ως εκ τούτου, τέτοιες συμβάσεις πρέπει να θεωρούνται «συνδεδεμένες συμβάσεις πίστωσης», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2008/48.

68      Επιπλέον, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, οι επίμαχες στην υπόθεση C-187/20 συμβάσεις συνήφθησαν για ορισμένο χρόνο.

69      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ, γʹ και εʹ, της οδηγίας 2008/48, η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, τον τύπο πίστωσης, τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης και αν η πίστωση χορηγείται υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής για συγκεκριμένο αγαθό ή υπηρεσία ή, στις περιπτώσεις συνδεδεμένων συμβάσεων πίστωσης, το αγαθό ή την υπηρεσία αυτή και την τιμή του τοις μετρητοίς.

70      Όπως προκύπτει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 31 της οδηγίας αυτής, η απαίτηση, στην περίπτωση σύμβασης πίστωσης καταρτισθείσας εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, περί σαφούς και ευσύνοπτου προσδιορισμού των στοιχείων που διαλαμβάνονται στην εν λόγω διάταξη είναι αναγκαία προκειμένου ο καταναλωτής να μπορεί να λάβει γνώση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Kreissparkasse Saarlouis, C-66/19, EU:C:2020:242, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

71      Η γνώση και η επαρκής κατανόηση, από τον καταναλωτή, των στοιχείων που πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48, να περιλαμβάνει υποχρεωτικώς η σύμβαση πίστωσης είναι αναγκαίες για την ομαλή εκτέλεση της σύμβασης αυτής (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Kreissparkasse Saarlouis, C-66/19, EU:C:2020:242, σκέψη 45).

72      Η απαίτηση αυτή συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με την οδηγία 2008/48 και ο οποίος συνίσταται, όσον αφορά την καταναλωτική πίστη, στην πλήρη και υποχρεωτική εναρμόνιση σε ορισμένους βασικούς τομείς, η οποία κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να διασφαλιστεί υψηλό και ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των συμφερόντων όλων των καταναλωτών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η ανάπτυξη εύρυθμης εσωτερικής αγοράς στον τομέα της καταναλωτικής πίστης (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Kreissparkasse Saarlouis, C-66/19, EU:C:2020:242, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

73      Η δε πληροφορία ότι, αφενός, η οικεία σύμβαση αποτελεί «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2008/48, και, αφετέρου, η σύμβαση αυτή συνάπτεται για ορισμένο χρόνο έχει θεμελιώδη σημασία για τον καταναλωτή, καθόσον του επιτρέπει να γνωρίζει πραγματικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του.

74      Ως εκ τούτου, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ, γʹ και εʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, η σύμβαση πίστωσης πρέπει να αναγράφει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, ότι πρόκειται για «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιδʹ, της ως άνω οδηγίας, και ότι η σύμβαση συνάπτεται για ορισμένο χρόνο.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-187/20

75      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει όπως «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιδʹ, της ως άνω οδηγίας, η οποία χρησιμεύει αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση σύμβασης που αφορά την προμήθεια αγαθού και η οποία προβλέπει ότι το ποσό της πίστωσης καταβάλλεται στον πωλητή του αγαθού αυτού, αναφέρει ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να καταβάλει το τίμημα αγοράς κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο ύψος του εκταμιευθέντος ποσού και ότι ο πωλητής οφείλει να παραδώσει στον αγοραστή το αγορασθέν πράγμα, εφόσον έχει εξοφληθεί ολοσχερώς το τίμημα αγοράς.

76      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48, η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, το συνολικό ποσό της πίστωσης και τους όρους που διέπουν τις αναλήψεις και αν η πίστωση χορηγείται υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής για συγκεκριμένο αγαθό ή υπηρεσία, ή στην περίπτωση συνδεδεμένων συμβάσεων πίστωσης, το αγαθό ή την υπηρεσία και την τιμή του τοις μετρητοίς.

77      Όσον αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις για τις «συνδεδεμένες συμβάσεις πίστωσης», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2008/48, το άρθρο 10, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας απαιτεί μόνον η σύμβαση πίστωσης να προσδιορίζει το οικείο αγαθό ή υπηρεσία και την τιμή του τοις μετρητοίς.

78      Μολονότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2008/48 προβλέπει ότι το συνολικό ποσό της πίστωσης και οι όροι που διέπουν τις αναλήψεις πρέπει υποχρεωτικώς να προσδιορίζονται στη σύμβαση πίστωσης, καμία διάταξη της οδηγίας δεν απαιτεί, αντιθέτως, να αναφέρει η σύμβαση τις συνέπειες των αναλήψεων όσον αφορά τη συμβατική σχέση μεταξύ του καταναλωτή και του πωλητή του αγαθού ή της υπηρεσίας που χρηματοδοτείται από την πίστωση.

79      Πάντως, το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 δεν απαγορεύει στα μέρη της σύμβασης πίστωσης να προσδιορίσουν, διά κοινής συμφωνίας, τις συνέπειες αυτές στη σύμβαση.

80      Υπό τις συνθήκες αυτές, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑187/20 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει όπως «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιδʹ, της ως άνω οδηγίας, η οποία χρησιμεύει αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση σύμβασης που αφορά την προμήθεια αγαθού και η οποία προβλέπει ότι το ποσό της πίστωσης καταβάλλεται στον πωλητή του αγαθού αυτού, αναφέρει ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να καταβάλει το τίμημα αγοράς κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο ύψος του εκταμιευθέντος ποσού και ότι ο πωλητής οφείλει να παραδώσει στον αγοραστή το αγορασθέν πράγμα, εφόσον έχει εξοφληθεί ολοσχερώς το τίμημα αγοράς.

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στις υποθέσεις C-33/20 και C155/20 καθώς και επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-187/20

81      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C-33/20 και C-155/20 καθώς και με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, υπό μορφή συγκεκριμένου ποσοστού, το επιτόκιο υπερημερίας όπως ισχύει τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης και πρέπει να αναλύει επακριβώς τον μηχανισμό προσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας.

82      Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ως άνω οδηγίας, η σύμβαση πίστωσης πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας όπως ισχύει τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης και τις ρυθμίσεις για την προσαρμογή του, και, κατά περίπτωση, τα έξοδα για αθέτηση καταβολής.

83      Από τις αποφάσεις περί παραπομπής προκύπτει ότι οι επίμαχες σε καθεμία από τις κύριες δίκες συμβάσεις διευκρίνιζαν ότι το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας ανέρχεται σε «πέντε ποσοστιαίες μονάδες επιπλέον του βασικού επιτοκίου». Επίσης από τις αποφάσεις αυτές συνάγεται ότι το έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Τυποποιημένες ευρωπαϊκές πληροφορίες καταναλωτικής πίστης», το οποίο παραδόθηκε στους καταναλωτές στις υποθέσεις αυτές, διευκρίνιζε ότι «το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας ανέρχεται σε πέντε ποσοστιαίες μονάδες επιπλέον του βασικού επιτοκίου. Το βασικό επιτόκιο αποφασίζεται από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας και καθορίζεται την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους». Εντούτοις, όπως προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις, το έγγραφο αυτό δεν αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα των ως άνω συμβάσεων. Μόνον η επίμαχη στην υπόθεση C-187/20 σύμβαση μεταξύ JL και BMW Bank προέβλεπε ρητώς ότι «το βασικό επιτόκιο καθορίζεται αντιστοίχως την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας το δημοσιεύει στην Bundesanzeiger».

84      Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ναι μεν η σύμβαση πίστωσης δεν πρέπει οπωσδήποτε να καταρτίζεται σε ενιαίο έγγραφο, πλην όμως άπαντα τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να καταρτίζονται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου (πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, Home Credit Slovakia, C-42/15, EU:C:2016:842, σκέψη 45 και διατακτικό).

85      Καθόσον τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας πρέπει να προσδιορίζονται με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, απαιτείται η σύμβαση πίστωσης να παραπέμπει σαφώς και επακριβώς στα άλλα έγγραφα ή τα άλλα σταθερά μέσα που περιέχουν τα στοιχεία αυτά, τα οποία παραδίδονται πράγματι στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, έτσι ώστε να του παρέχεται η δυνατότητα να λάβει όντως γνώση του συνόλου των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων του (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, Home Credit Slovakia, C-42/15, EU:C:2016:842, σκέψη 34).

86      Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν συντρέχει τέτοια περίπτωση στις υποθέσεις των κυρίων δικών.

87      Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβʹ, της οδηγίας 2008/48, διαπιστώνεται ότι το γράμμα της διατάξεως αυτής επιβάλλει τον προσδιορισμό, στη σύμβαση πίστωσης, του εφαρμοστέου επιτοκίου υπερημερίας σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ήτοι κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης αυτής. Επιπλέον, όσον αφορά την μεταβολή του επιτοκίου αυτού μετά τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης, η διάταξη αυτή προβλέπει υποχρέωση παράθεσης των ρυθμίσεων για την προσαρμογή του.

88      Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 57 έως 60 των προτάσεών του, από το γράμμα του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβʹ, της οδηγίας 2008/48 προκύπτει ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας όπως ισχύει τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, κατά τρόπο συγκεκριμένο, υπό τη μορφή ποσοστού, και όχι απλώς να περιέχει τον ορισμό του επιτοκίου αυτού ή τον χρησιμοποιούμενο προς τούτο τύπο υπολογισμού.

89      Όσον αφορά τη γενική οικονομία της ως άνω οδηγίας, από τον ορισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, του χρεωστικού επιτοκίου και του σταθερού χρεωστικού επιτοκίου, που παρατίθεται στο άρθρο 3 της οδηγίας, προκύπτει ότι τα διάφορα αυτά είδη επιτοκίων πρέπει να εκφράζονται υπό μορφή ποσοστού.

90      Στο πλαίσιο των σκοπών της οδηγίας και, πιο συγκεκριμένα, του άρθρου 10, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 70 της παρούσας αποφάσεως, η απαίτηση, στην περίπτωση σύμβασης πίστωσης, περί σαφούς και ευσύνοπτου προσδιορισμού των στοιχείων που διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτή είναι αναγκαία προκειμένου ο καταναλωτής να μπορεί να λάβει γνώση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του.

91      Όταν όμως μια σύμβαση συναφθείσα από καταναλωτή παραπέμπει, όσον αφορά τις πληροφορίες των οποίων η μνεία στη σύμβαση απαιτείται από το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/48, σε ορισμένες διατάξεις του εθνικού δικαίου, ο καταναλωτής δεν μπορεί, βάσει της σύμβασης, να προσδιορίσει την έκταση της συμβατικής του δέσμευσης (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Kreissparkasse Saarlouis, C‑66/19, EU:C:2020:242, σκέψη 44).

92      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 64 των προτάσεών του, η υποχρέωση να αναγράφεται στη σύμβαση πίστωσης το συγκεκριμένο επιτόκιο υπερημερίας, εκφραζόμενο σε ποσοστό, παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να γνωρίζει τις συνέπειες της ενδεχόμενης υπερημερίας του.

93      Εφόσον το επιτόκιο υπερημερίας που ισχύει τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης συνιστά αριθμητικό στοιχείο, πράγμα που δεν συμβαίνει μεταξύ άλλων στην περίπτωση ενός μεταβλητού επιτοκίου, το πρώτο επιτόκιο πρέπει να αναγράφεται κατά τρόπο συγκεκριμένο στη σύμβαση πίστωσης, υπό μορφή ποσοστού.

94      Όσον αφορά την υποχρέωση, που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβʹ, της οδηγίας 2008/48, να προσδιορίζονται στη σύμβαση πίστωσης, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, οι ρυθμίσεις για την προσαρμογή του εφαρμοστέου επιτοκίου υπερημερίας στην περίπτωση που, όπως συμβαίνει στις υποθέσεις των κυρίων δικών, τα μέρη της σύμβασης πίστωσης συνομολογούν ότι το επιτόκιο υπερημερίας θα αναπροσαρμόζεται σε συνάρτηση με τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου που καθορίζεται από την κεντρική τράπεζα κράτους μέλους και δημοσιεύεται στην επίσημη εφημερίδα του κράτους μέλους αυτού, η οποία είναι ευχερώς προσβάσιμη, η παραπομπή, με τη σύμβαση αυτή, στο εν λόγω βασικό επιτόκιο είναι ικανή να παράσχει τη δυνατότητα σε μέσο καταναλωτή, ο οποίος είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, να πληροφορηθεί και να κατανοήσει τον μηχανισμό αναπροσαρμογής του εν λόγω επιτοκίου υπερημερίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου αυτού παρουσιάζεται στην εν λόγω σύμβαση. Συναφώς, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, η παρουσίαση του τρόπου υπολογισμού πρέπει να είναι ευχερώς κατανοητή από έναν μέσο καταναλωτή ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις και πρέπει να του επιτρέπει να υπολογίσει το επιτόκιο υπερημερίας βάσει των πληροφοριών που παρέχονται με τη σύμβαση πίστωσης. Δεύτερον, η συχνότητα της αναπροσαρμογής του εν λόγω βασικού επιτοκίου, η οποία καθορίζεται από τις εθνικές διατάξεις, πρέπει επίσης να αναγράφεται στη σύμβαση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Μαρτίου 2020, Gómez del Moral Guasch, C-125/18, EU:C:2020:138, σκέψη 53).

95      Ως εκ τούτου, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C-33/20 και C‑155/20 καθώς και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, υπό μορφή συγκεκριμένου ποσοστού, το επιτόκιο υπερημερίας όπως ισχύει τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης και πρέπει να αναλύει επακριβώς τον μηχανισμό προσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας. Στην περίπτωση που τα μέρη της σύμβασης πίστωσης συνομολογούν ότι το επιτόκιο υπερημερίας θα αναπροσαρμόζεται σε συνάρτηση με τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου που καθορίζεται από την κεντρική τράπεζα κράτους μέλους και δημοσιεύεται σε επίσημη εφημερίδα η οποία είναι ευχερώς προσβάσιμη, η παραπομπή, με τη σύμβαση, στο εν λόγω βασικό επιτόκιο είναι επαρκής, υπό την προϋπόθεση ότι ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου υπερημερίας σε συνάρτηση με το βασικό επιτόκιο παρουσιάζεται στην εν λόγω σύμβαση. Συναφώς, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, η παρουσίαση του τρόπου υπολογισμού πρέπει να είναι ευχερώς κατανοητή από έναν μέσο καταναλωτή ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις και πρέπει να του επιτρέπει να υπολογίσει το επιτόκιο υπερημερίας βάσει των πληροφοριών που παρέχονται με την εν λόγω σύμβαση. Δεύτερον, η συχνότητα της αναπροσαρμογής του εν λόγω βασικού επιτοκίου, η οποία καθορίζεται από τις εθνικές διατάξεις, πρέπει επίσης να αναγράφεται στη σύμβαση.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος στις υποθέσεις C-33/20 και C155/20 καθώς και επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-187/20

96      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C-33/20 και C-155/20 καθώς και με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιηʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει συγκεκριμένη και κατανοητή από τον καταναλωτή μέθοδο υπολογισμού για την εξεύρεση της αποζημιώσεως που οφείλεται σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου, ούτως ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να υπολογίσει το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης.

97      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιηʹ, της οδηγίας 2008/48, η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, «το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης, τη διαδικασία πρόωρης εξόφλησης καθώς και, κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα και τον τρόπο καθορισμού της αποζημίωσης αυτής».

98      Εν προκειμένω, από τις αποφάσεις περί παραπομπής προκύπτει ότι οι επίμαχες στις υποθέσεις των κυρίων δικών συμβάσεις πίστωσης προβλέπουν ότι «η τράπεζα υπολογίζει τη ζημία βάσει του χρηματοοικονομικού μαθηματικού πλαισίου που προβλέπεται από το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο)».

99      Συναφώς, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, στην περίπτωση που η οδηγία 2008/48 προβλέπει υποχρέωση του επαγγελματία να καθιστά γνωστό στον καταναλωτή το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμβατικής δέσμευσης του οποίου ορισμένα στοιχεία προσδιορίζονται από τις αναγκαστικού δικαίου νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ενός κράτους μέλους, ο επαγγελματίας είναι υποχρεωμένος να ενημερώνει με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο τον καταναλωτή ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω διατάξεων ώστε αυτός να μπορεί να λάβει γνώση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Kreissparkasse Saarlouis, C-66/19, EU:C:2020:242, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

100    Μολονότι η σύμβαση πίστωσης δεν χρειάζεται, προς τούτο, να προσδιορίζει την ειδική μέθοδο υπολογισμού βάσει της οποίας θα εξευρεθεί η αποζημίωση που οφείλεται σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιηʹ, της οδηγίας 2008/48, εντούτοις πρέπει να εξηγεί συγκεκριμένα και κατά τρόπο ευχερώς κατανοητό για τον μέσο καταναλωτή το πώς υπολογίζεται η εν λόγω αποζημίωση, ούτως ώστε αυτός να μπορεί να υπολογίσει το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης βάσει των πληροφοριών που παρέχονται με τη σύμβαση πίστωσης.

101    Η δε απλή παραπομπή, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης που οφείλεται σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου, στο χρηματοοικονομικό μαθηματικό πλαίσιο που προβλέπεται από εθνικό δικαστήριο, εν προκειμένω το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο), δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση, που υπενθυμίζεται στη σκέψη 99 της παρούσας αποφάσεως, να καθίσταται γνωστό στον καταναλωτή το περιεχόμενο της συμβατικής δέσμευσής του.

102    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C-33/20 και C-155/20 καθώς και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιηʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για την εξεύρεση της αποζημίωσης που οφείλεται σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου, η σύμβαση πίστωσης πρέπει να εξηγεί συγκεκριμένα και κατά τρόπο ευχερώς κατανοητό για τον μέσο καταναλωτή το πώς υπολογίζεται η εν λόγω αποζημίωση, ούτως ώστε αυτός να μπορεί να υπολογίσει το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης βάσει των πληροφοριών που παρέχονται με τη σύμβαση πίστωσης.

 Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος στις υποθέσεις C-33/20 και C155/20 καθώς και επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-187/20

103    Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C-33/20 και C-155/20 καθώς και με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να αναφέρει όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει δικαίωμα καταγγελίας στα μέρη της σύμβασης πίστωσης, όπως το δικαίωμα καταγγελίας του δανειολήπτη για σπουδαίο λόγο, και αν η σύμβαση αυτή πρέπει να αναφέρει την προθεσμία διενέργειας της καταγγελίας και τον τύπο τον οποίον πρέπει να περιβληθεί η δήλωση καταγγελίας σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές.

104    Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιθʹ, της οδηγίας 2008/48, η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, «τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης».

105    Επιπλέον, το άρθρο 13 της ως άνω οδηγίας προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής και ο πιστωτικός φορέας μπορούν να καταγγείλουν τη σύμβαση πίστωσης που έχει συναφθεί για αόριστο χρόνο, διευκρινιζομένου ότι η εν λόγω οδηγία δεν παρέχει δικαίωμα καταγγελίας για τις συμβάσεις που συνάπτονται για ορισμένο χρόνο. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναφορά στο «δικαίωμα καταγγελίας», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιθʹ, της οδηγίας 2008/48, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι παραπέμπει στο δικαίωμα καταγγελίας που προβλέπεται στο άρθρο 13 της ως άνω οδηγίας.

106    Επομένως, η οδηγία 2008/48 δεν προβλέπει καμία υποχρέωση να περιληφθεί στη σύμβαση πίστωσης οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με το δικαίωμα καταγγελίας των συμβάσεων πίστωσης που έχουν συναφθεί για ορισμένο χρόνο.

107    Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις περί παραπομπής στις υποθέσεις των κυρίων δικών, οι επίμαχες στις υποθέσεις αυτές συμβάσεις συνήφθησαν για ορισμένο χρόνο.

108    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/48, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να επιβάλλουν στα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεώσεις τις οποίες δεν προβλέπει η οδηγία εφόσον αυτή περιλαμβάνει εναρμονισμένες διατάξεις σχετικές με το ζήτημα που αφορούν οι εν λόγω υποχρεώσεις (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, Home Credit Slovakia, C‑42/15, EU:C:2016:842, σκέψη 55).

109    Πλην όμως το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 προβαίνει σε τέτοια εναρμόνιση όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται υποχρεωτικώς στη σύμβαση πίστωσης (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, Home Credit Slovakia, C-42/15, EU:C:2016:842, σκέψη 56).

110    Βεβαίως, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν, στην εθνική τους νομοθεσία, τη δυνατότητα καταγγελίας των συμβάσεων πίστωσης που έχουν συναφθεί για ορισμένο χρόνο. Εντούτοις, το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιθʹ, της οδηγίας 2008/48 και το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με το άρθρο 22, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, δεν επιτρέπουν να προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους την υποχρέωση συμπερίληψης, σε μια τέτοια σύμβαση πίστωσης, πληροφοριών σχετικά με δικαίωμα καταγγελίας που δεν προβλέπεται από την οδηγία 2008/48 αλλά μόνον από την εν λόγω εθνική νομοθεσία.

111    Πάντως, η οδηγία 2008/48 δεν απαγορεύει στα μέρη της σύμβασης πίστωσης τα οποία αποφάσισαν, διά κοινής συμφωνίας, να προβλέψουν δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης αυτής εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 13 της οδηγίας, να κάνουν μνεία του δικαιώματος αυτού στην εν λόγω σύμβαση (πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, Home Credit Slovakia, C-42/15, EU:C:2016:842, σκέψεις 57 και 58).

112    Βάσει των ανωτέρω, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C-33/20 και C-155/20 καθώς και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει όπως η σύμβαση πίστωσης αναφέρει όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαίωμα καταγγελίας αναγνωρίζεται στα μέρη της σύμβασης πίστωσης όχι από την οδηγία αυτή αλλά μόνον από την εθνική νομοθεσία.

 Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-155/20 και επί του εβδόμου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-187/20

113    Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-155/20 καθώς και με το έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στον πιστωτικό φορέα να προβάλει ένσταση αποδυναμώσεως δικαιώματος προς αντίκρουση της εκ μέρους του καταναλωτή ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως που αντλεί από το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/48, σε περίπτωση που κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας υποχρεωτικές πληροφορίες δεν περιλαμβανόταν στη σύμβαση πίστωσης ούτε γνωστοποιήθηκε προσηκόντως εκ των υστέρων, ο δε καταναλωτής αγνοούσε την ύπαρξη του δικαιώματός του υπαναχωρήσεως χωρίς να ευθύνεται για την άγνοιά του αυτή.

114    Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 14, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/48, η προθεσμία υπαναχώρησης διάρκειας δεκατεσσάρων ημερών αρχίζει μόνον εφόσον ο καταναλωτής έχει λάβει τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10 της ως άνω οδηγίας πληροφορίες, σε περίπτωση που το γεγονός αυτό είναι μεταγενέστερο της ημέρας σύναψης της σύμβασης πίστωσης. Το εν λόγω άρθρο 10 απαριθμεί τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις συμβάσεις πίστωσης.

115    Όπως προκύπτει από τη σκέψη 108 της παρούσας αποφάσεως, όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/48, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να επιβάλλουν στα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεώσεις τις οποίες δεν προβλέπει η οδηγία εφόσον αυτή περιλαμβάνει εναρμονισμένες διατάξεις σχετικές με το ζήτημα που αφορούν οι εν λόγω υποχρεώσεις.

116    Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 101 των προτάσεών του, οι προϋποθέσεις σχετικά με τον χρόνο άσκησης από τον καταναλωτή του δικαιώματός του υπαναχώρησης εμπίπτουν στο πεδίο της εναρμόνισης στην οποία προβαίνει το άρθρο 14 της οδηγίας 2008/48.

117    Ως εκ τούτου, εφόσον η οδηγία 2008/48 δεν προβλέπει χρονικούς περιορισμούς για την άσκηση από τον καταναλωτή του δικαιώματός του υπαναχώρησης στην περίπτωση που ο καταναλωτής δεν έχει λάβει τις εν λόγω πληροφορίες, ένας τέτοιος περιορισμός δεν μπορεί να επιβάλλεται, εντός κράτους μέλους, από την εθνική νομοθεσία.

118    Επομένως, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-155/20 καθώς και στο έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στον πιστωτικό φορέα να προβάλει ένσταση αποδυναμώσεως δικαιώματος προς αντίκρουση της εκ μέρους του καταναλωτή ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως που αντλεί από τη διάταξη αυτή, σε περίπτωση που κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας υποχρεωτικές πληροφορίες δεν περιλαμβανόταν στη σύμβαση πίστωσης ούτε γνωστοποιήθηκε προσηκόντως εκ των υστέρων, ανεξαρτήτως του αν ο καταναλωτής αγνοούσε την ύπαρξη του δικαιώματός του υπαναχωρήσεως χωρίς να ευθύνεται για την άγνοιά του αυτή.

 Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-155/20 και επί του ογδόου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-187/20

119    Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-155/20 καθώς και με το όγδοο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει να θεωρήσει ο πιστωτικός φορέας ότι ο καταναλωτής άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά του υπαναχώρησης, που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, στην περίπτωση που, αφενός, κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας υποχρεωτικές πληροφορίες δεν περιλαμβανόταν στη σύμβαση πίστωσης ούτε γνωστοποιήθηκε προσηκόντως εκ των υστέρων και, αφετέρου, ο καταναλωτής αγνοούσε την ύπαρξη του δικαιώματός του υπαναχωρήσεως χωρίς να ευθύνεται για την άγνοιά του αυτή.

120    Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, διαπιστώνεται ότι η οδηγία 2008/48 δεν περιέχει διατάξεις που να διέπουν το ζήτημα της εκ μέρους του καταναλωτή καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων που του απονέμει η οδηγία αυτή.

121    Πάντως, πρέπει να εξακριβωθεί μήπως η εκ μέρους του καταναλωτή άσκηση του δικαιώματός του υπαναχώρησης κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/48 περιορίζεται συνεπεία της εφαρμογής, εν προκειμένω, της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης κατά την οποία οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται τους κανόνες δικαίου δολίως ή καταχρηστικώς.

122    Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη καταχρηστικής πρακτικής, απαιτείται αφενός μεν η συνδρομή ενός συνόλου αντικειμενικών περιστάσεων από τις οποίες να προκύπτει ότι, παρά την τυπική τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπει η νομοθεσία της Ένωσης, δεν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος με τη νομοθεσία αυτή σκοπός, αφετέρου δε η ύπαρξη ενός υποκειμενικού στοιχείου, το οποίο συνίσταται στη βούληση του ενδιαφερομένου να αποκομίσει όφελος από τη νομοθεσία της Ένωσης δημιουργώντας τεχνητά τις προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να αντλήσει το όφελος αυτό (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2019, T Danmark και Y Denmark, C-116/16 και C-117/16, EU:C:2019:135, σκέψη 97 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

123    Όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 14 της οδηγίας 2008/48, διαπιστώνεται, αφενός, ότι ο σκοπός αυτός συνίσταται στο να παρέχεται στον καταναλωτή η δυνατότητα να επιλέξει τη σύμβαση που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του και, επομένως, να υπαναχωρήσει από μια σύμβαση η οποία, μετά τη σύναψή της, αποδεικνύεται, εντός της προθεσμίας περίσκεψης που παρέχεται για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, μη κατάλληλη για τις ανάγκες του εν λόγω καταναλωτή (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Rust-Hackner κ.λπ., C-355/18 έως C-357/18 και C‑479/18, EU:C:2019:1123, σκέψη 101).

124    Αφετέρου, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 117 και 118 των προτάσεών του, σκοπός του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/48 είναι τόσο να διασφαλιστεί ότι ο καταναλωτής λαμβάνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να εκτιμήσει την έκταση της συμβατικής του δέσμευσης όσο και να επιβληθεί κύρωση στον πιστωτικό φορέα που δεν του διαβιβάζει τις πληροφορίες οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 10 της ως άνω οδηγίας.

125    Ειδικότερα, οι κυρώσεις που προβλέπουν οι οδηγίες της Ένωσης στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών έχουν ως σκοπό να αποτρέψουν τον επαγγελματία από το να παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει, βάσει των διατάξεων των οδηγιών αυτών, έναντι του καταναλωτή (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 84, και της 25ης Νοεμβρίου 2020, Banca B., C-269/19, EU:C:2020:954, σκέψεις 34 και 38).

126    Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που ο επαγγελματίας δεν έχει παράσχει στον καταναλωτή τις πληροφορίες τις οποίες προβλέπει το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/48 και ο καταναλωτής αποφασίζει να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πίστωσης μετά την πάροδο της προθεσμίας των δεκατεσσάρων ημερών από της συνάψεώς της, ο επαγγελματίας δεν μπορεί να αιτιάται τον εν λόγω καταναλωτή ότι ασκεί καταχρηστικώς το δικαίωμά του υπαναχώρησης, έστω και αν μεταξύ της σύναψης της σύμβασης και της υπαναχώρησης του καταναλωτή έχει μεσολαβήσει σημαντικός χρόνος.

127    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-155/20 καθώς και στο όγδοο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑187/20 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει να θεωρήσει ο πιστωτικός φορέας ότι ο καταναλωτής άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά του υπαναχώρησης, που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, σε περίπτωση που κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας υποχρεωτικές πληροφορίες δεν περιλαμβανόταν στη σύμβαση πίστωσης ούτε γνωστοποιήθηκε προσηκόντως εκ των υστέρων, ανεξαρτήτως του αν ο καταναλωτής αγνοούσε την ύπαρξη του δικαιώματός του υπαναχώρησης.

 Επί του έκτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-187/20

128    Με το έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο κʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να αναφέρει τις ουσιώδεις τυπικές προϋποθέσεις για την κίνηση εξωδικαστικής διαδικασίας ή μηχανισμού επανόρθωσης ή αν αρκεί η σύμβαση αυτή να παραπέμπει συναφώς σε διαθέσιμο στο διαδίκτυο κανονισμό διαδικασίας.

129    Συναφώς, το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο κʹ, της οδηγίας 2008/48 ορίζει ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να αναφέρει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, «την ύπαρξη ή μη εξωδικαστικών διαδικασιών και μηχανισμών επανόρθωσης υπέρ του καταναλωτή, σε περίπτωση δε που υπάρχουν, τις μεθόδους πρόσβασης σε αυτές».

130    Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα τους, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελούν μέρος (απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände, C-380/19, EU:C:2020:498, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

131    Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο κʹ, της οδηγίας 2008/48, επισημαίνεται ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας διευκρινίζει ότι οι πληροφορίες τις οποίες μνημονεύει η διάταξη αυτή, περιλαμβανομένων των μεθόδων πρόσβασης στις εξωδικαστικές διαδικασίες και μηχανισμούς επανόρθωσης υπέρ του καταναλωτή, πρέπει να παρατίθενται με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο.

132    Επομένως, οι σχετικές πληροφορίες που παρατίθενται στη σύμβαση πίστωσης πρέπει να είναι αρκούντως σαφείς και πλήρεις ώστε να παρέχεται στους καταναλωτές η δυνατότητα να υποβάλουν μια τέτοια αναφορά ή αίτηση επανόρθωσης, αλλά δεν χρειάζεται να αναπαράγουν το σύνολο των διαδικαστικών κανόνων που αφορούν τις διαδικασίες αυτές.

133    Όσον αφορά τον σκοπό του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο κʹ, της οδηγίας 2008/48, διαπιστώνεται ότι η διάταξη αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, μεριμνώντας ώστε οι καταναλωτές να μπορούν, σε εθελούσια βάση, να υποβάλλουν αναφορές ή αιτήσεις επανόρθωσης κατά πιστωτικών φορέων ενώπιον οντοτήτων που εφαρμόζουν διαδικασίες εξώδικης επίλυσης διαφορών (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände, C‑380/19, EU:C:2020:498, σκέψη 26).

134    Για να μπορούν να κάνουν χρήση μιας τέτοιας δυνατότητας, οι καταναλωτές πρέπει να ενημερώνονται για τους υπάρχοντες εξωδικαστικούς μηχανισμούς προσφυγής. Συναφώς, όταν ανακύπτει διαφορά, είναι αναγκαίο οι καταναλωτές να είναι σε θέση να εντοπίζουν γρήγορα τις οντότητες εξώδικης επίλυσης διαφορών που είναι αρμόδιες για την εξέταση της αναφοράς τους και να γνωρίζουν αν ο επαγγελματίας θα συμμετάσχει ή όχι σε διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον μιας τέτοιας οντότητας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände, C-380/19, EU:C:2020:498, σκέψη 27).

135    Το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο κʹ, της οδηγίας 2008/48 επιδιώκει επομένως να διασφαλίσει, αφενός, ότι ο καταναλωτής μπορεί να αποφασίσει, έχοντας πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών, αν είναι σκόπιμο να προσφύγει σε κάποια από τις εξωδικαστικές διαδικασίες και μηχανισμούς επανόρθωσης και, αφετέρου, ότι ο καταναλωτής είναι πράγματι σε θέση να υποβάλει μια τέτοια αναφορά ή αίτηση επανόρθωσης βάσει των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στη σύμβαση πίστωσης.

136    Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 94 των προτάσεών του, είναι αναγκαίο, προς τούτο, να ενημερώνεται ο καταναλωτής, πρώτον, για όλες τις εξωδικαστικές διαδικασίες και μηχανισμούς επανόρθωσης που έχει στη διάθεσή του και, ενδεχομένως, για το κόστος του καθενός εξ αυτών, δεύτερον, για το γεγονός ότι η αίτηση εξωδικαστικής διαδικασίας ή η αίτηση επανόρθωσης πρέπει να υποβάλλεται ταχυδρομικώς ή με ηλεκτρονικό τρόπο, τρίτον, για τη φυσική ή ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία πρέπει να αποσταλεί η αίτηση εξωδικαστικής διαδικασίας ή η αίτηση επανόρθωσης και, τέταρτον, για τις λοιπές τυπικές προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η αίτηση εξωδικαστικής διαδικασίας ή η αίτηση επανόρθωσης.

137    Όσον αφορά τις πληροφορίες για τις οποίες γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη, η απλή παραπομπή, που γίνεται με τη σύμβαση πίστωσης, σε διαθέσιμο στο διαδίκτυο κανονισμό διαδικασίας ή σε άλλη πράξη ή έγγραφο που αφορά τις λεπτομέρειες των εξωδικαστικών διαδικασιών και μηχανισμών επανόρθωσης δεν αρκεί (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Kreissparkasse Saarlouis, C-66/19, EU:C:2020:242, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

138    Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-187/20 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο κʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να παραθέτει τις ουσιώδεις πληροφορίες που αφορούν όλες τις εξωδικαστικές διαδικασίες ή μηχανισμούς επανόρθωσης που έχει στη διάθεσή του o καταναλωτής και, ενδεχομένως, το κόστος του καθενός εξ αυτών, το κατά πόσον η αίτηση εξωδικαστικής διαδικασίας ή η αίτηση επανόρθωσης πρέπει να υποβάλλεται ταχυδρομικώς ή με ηλεκτρονικό τρόπο, τη φυσική ή ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία πρέπει να αποσταλεί η αίτηση εξωδικαστικής διαδικασίας ή η αίτηση επανόρθωσης και τις λοιπές τυπικές προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η αίτηση εξωδικαστικής διαδικασίας ή η αίτηση επανόρθωσης. Όσον αφορά τις πληροφορίες αυτές, η απλή παραπομπή, που γίνεται με τη σύμβαση πίστωσης, σε διαθέσιμο στο διαδίκτυο κανονισμό διαδικασίας ή σε άλλη πράξη ή έγγραφο που αφορά τις λεπτομέρειες των εξωδικαστικών διαδικασιών και μηχανισμών επανόρθωσης δεν αρκεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

139    Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ, γʹ και εʹ, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, η σύμβαση πίστωσης πρέπει να αναγράφει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, ότι πρόκειται για «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιδʹ, της ως άνω οδηγίας, και ότι η σύμβαση συνάπτεται για ορισμένο χρόνο.

2)      Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει όπως «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ιδʹ, της ως άνω οδηγίας, η οποία χρησιμεύει αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση σύμβασης που αφορά την προμήθεια αγαθού και η οποία προβλέπει ότι το ποσό της πίστωσης καταβάλλεται στον πωλητή του αγαθού αυτού, αναφέρει ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να καταβάλει το τίμημα αγοράς κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο ύψος του εκταμιευθέντος ποσού και ότι ο πωλητής οφείλει να παραδώσει στον αγοραστή το αγορασθέν πράγμα, εφόσον έχει εξοφληθεί ολοσχερώς το τίμημα αγοράς.

3)      Το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιβʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, υπό μορφή συγκεκριμένου ποσοστού, το επιτόκιο υπερημερίας όπως ισχύει τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης και πρέπει να αναλύει επακριβώς τον μηχανισμό προσαρμογής του επιτοκίου υπερημερίας. Στην περίπτωση που τα μέρη της σύμβασης πίστωσης συνομολογούν ότι το επιτόκιο υπερημερίας θα αναπροσαρμόζεται σε συνάρτηση με τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου που καθορίζεται από την κεντρική τράπεζα κράτους μέλους και δημοσιεύεται σε επίσημη εφημερίδα η οποία είναι ευχερώς προσβάσιμη, η παραπομπή, με τη σύμβαση, στο εν λόγω βασικό επιτόκιο είναι επαρκής, υπό την προϋπόθεση ότι ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου υπερημερίας σε συνάρτηση με το βασικό επιτόκιο παρουσιάζεται στην εν λόγω σύμβαση. Συναφώς, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, η παρουσίαση του τρόπου υπολογισμού πρέπει να είναι ευχερώς κατανοητή από έναν μέσο καταναλωτή ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις και πρέπει να του επιτρέπει να υπολογίσει το επιτόκιο υπερημερίας βάσει των πληροφοριών που παρέχονται με την εν λόγω σύμβαση. Δεύτερον, η συχνότητα της αναπροσαρμογής του εν λόγω βασικού επιτοκίου, η οποία καθορίζεται από τις εθνικές διατάξεις, πρέπει επίσης να αναγράφεται στη σύμβαση.

4)      Το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ιηʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για την εξεύρεση της αποζημίωσης που οφείλεται σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου, η σύμβαση πίστωσης πρέπει να εξηγεί συγκεκριμένα και κατά τρόπο ευχερώς κατανοητό για τον μέσο καταναλωτή το πώς υπολογίζεται η εν λόγω αποζημίωση, ούτως ώστε αυτός να μπορεί να υπολογίσει το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης βάσει των πληροφοριών που παρέχονται με τη σύμβαση πίστωσης.

5)      Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλει όπως η σύμβαση πίστωσης αναφέρει όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαίωμα καταγγελίας αναγνωρίζεται στα μέρη της σύμβασης πίστωσης όχι από την οδηγία αυτή αλλά μόνον από την εθνική νομοθεσία.

6)      Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στον πιστωτικό φορέα να προβάλει ένσταση αποδυναμώσεως δικαιώματος προς αντίκρουση της εκ μέρους του καταναλωτή ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως που αντλεί από τη διάταξη αυτή, σε περίπτωση που κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας υποχρεωτικές πληροφορίες δεν περιλαμβανόταν στη σύμβαση πίστωσης ούτε γνωστοποιήθηκε προσηκόντως εκ των υστέρων, ανεξαρτήτως του αν ο καταναλωτής αγνοούσε την ύπαρξη του δικαιώματός του υπαναχωρήσεως χωρίς να ευθύνεται για την άγνοιά του αυτή.

7)      Η οδηγία 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει να θεωρήσει ο πιστωτικός φορέας ότι ο καταναλωτής άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά του υπαναχώρησης, που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, σε περίπτωση που κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας υποχρεωτικές πληροφορίες δεν περιλαμβανόταν στη σύμβαση πίστωσης ούτε γνωστοποιήθηκε προσηκόντως εκ των υστέρων, ανεξαρτήτως του αν ο καταναλωτής αγνοούσε την ύπαρξη του δικαιώματός του υπαναχώρησης.

8)      Το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο κʹ, της οδηγίας 2008/48 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να παραθέτει τις ουσιώδεις πληροφορίες που αφορούν όλες τις εξωδικαστικές διαδικασίες ή μηχανισμούς επανόρθωσης που έχει στη διάθεσή του o καταναλωτής και, ενδεχομένως, το κόστος του καθενός εξ αυτών, το κατά πόσον η αίτηση εξωδικαστικής διαδικασίας ή η αίτηση επανόρθωσης πρέπει να υποβάλλεται ταχυδρομικώς ή με ηλεκτρονικό τρόπο, τη φυσική ή ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία πρέπει να αποσταλεί η αίτηση εξωδικαστικής διαδικασίας ή η αίτηση επανόρθωσης και τις λοιπές τυπικές προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η αίτηση εξωδικαστικής διαδικασίας ή η αίτηση επανόρθωσης. Όσον αφορά τις πληροφορίες αυτές, η απλή παραπομπή, που γίνεται με τη σύμβαση πίστωσης, σε διαθέσιμο στο διαδίκτυο κανονισμό διαδικασίας ή σε άλλη πράξη ή έγγραφο που αφορά τις λεπτομέρειες των εξωδικαστικών διαδικασιών και μηχανισμών επανόρθωσης δεν αρκεί.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.