Language of document : ECLI:EU:C:2021:813

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 6ης Οκτωβρίου 2021 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ένωσης – Δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών – Άρθρο 21 ΣΛΕΕ – Οδηγία 2004/38/ΕΚ – Άρθρα 4 και 5 – Υποχρέωση των πολιτών να φέρουν δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο – Κανονισμός (ΕΚ) 562/2006 (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) – Παράρτημα VI – Διέλευση θαλασσίων συνόρων κράτους μέλους με σκάφος αναψυχής – Καθεστώς κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση κυκλοφορίας μεταξύ κρατών μελών χωρίς δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο – Ποινικό σύστημα ημερήσιου προστίμου – Υπολογισμός του προστίμου σε συνάρτηση με το μέσο μηνιαίο εισόδημα του παραβάτη – Αναλογικότητα – Αυστηρότητα της ποινής σε σχέση με το αδίκημα»

Στην υπόθεση C‑35/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο, Φινλανδία) με απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιανουαρίου 2020, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά του

Α

παρισταμένου του:

Syyttäjä,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič, E. Juhász, Κ. Λυκούργο (εισηγητή) και I. Jarukaitis, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: Α. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο A, εκπροσωπούμενος από τον U. Väänänen, asianajaja,

–        η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την H. Leppo,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και R. Kanitz,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την E. Montaguti, καθώς και από τους G. Wils, J. Tomkin και I. Koskinen,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουνίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, του άρθρου 4, παράγραφος 1, του άρθρου 5, παράγραφος 1, και του άρθρου 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 229, σ. 35), καθώς και του άρθρου 21 του κανονισμού (ΕΚ) 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2006, L 105, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 610/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 (ΕΕ 2013, L 182, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε κατά του Α, καθότι αυτός διήλθε τα εθνικά σύνορα της Φινλανδίας με σκάφος αναψυχής χωρίς να φέρει δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2004/38

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 7 και 31 της οδηγίας 2004/38 αναφέρουν τα εξής:

«(1)      Η ιθαγένεια της Ένωσης παρέχει σε κάθε πολίτη της Ένωσης το πρωτογενές και ατομικό δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, με την επιφύλαξη των περιορισμών και των όρων που ορίζονται στη συνθήκη και των μέτρων που θεσπίζονται για την εφαρμογή του εν λόγω δικαιώματος.

[...]

(7)      Θα πρέπει να προσδιορισθούν σαφώς οι διατυπώσεις που σχετίζονται με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης στην επικράτεια των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των ισχυουσών διατάξεων περί εθνικών συνοριακών ελέγχων.

[...]

(31)      Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. […]»

4        Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Σκοπός», ορίζει τα εξής:

«H παρούσα οδηγία καθορίζει:

α)      τους όρους που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών από τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους·

β)      το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους·

γ)      τους περιορισμούς των δικαιωμάτων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.»

5        Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Δικαιούχοι», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Η παρούσα οδηγία ισχύει για όλους τους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 σημείο 2 που τους συνοδεύουν ή πηγαίνουν να τους συναντήσουν.»

6        Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Δικαίωμα εξόδου», ορίζει τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη των διατάξεων επί των ταξιδιωτικών εγγράφων που ισχύουν για τους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους, όλοι οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο καθώς και τα μέλη της οικογενείας τους, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, τα οποία φέρουν ισχύον διαβατήριο, έχουν το δικαίωμα να εγκαταλείπουν το έδαφος κράτους μέλους προκειμένου να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος.

[...]

3.      Τα κράτη μέλη, ενεργώντας σύμφωνα με το δίκαιό τους, εκδίδουν ή ανανεώνουν στους υπηκόους τους δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο που αναγράφει την ιθαγένειά τους.

[...]»

7        Το άρθρο 5 της οδηγίας 2004/38, με τίτλο «Δικαίωμα εισόδου», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Με την επιφύλαξη των διατάξεων επί των ταξιδιωτικών εγγράφων που ισχύουν για τους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους, τα κράτη μέλη επιτρέπουν την είσοδο στην επικράτειά τους σε κάθε πολίτη της Ένωσης ο οποίος φέρει ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο, καθώς επίσης και στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, εφόσον φέρουν ισχύον διαβατήριο.

[...]

4.      Οσάκις πολίτης της Ένωσης ή μέλος της οικογένειάς του που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους δεν διαθέτει τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή, ανάλογα με την περίπτωση, την αναγκαία θεώρηση, το οικείο κράτος μέλος, πριν εφαρμόσει το μέτρο της επαναπροώθησης, παρέχει στα πρόσωπα αυτά κάθε εύλογη δυνατότητα για την απόκτηση των αναγκαίων εγγράφων ή την αποστολή τους εντός ευλόγου προθεσμίας ή προκειμένου να επιβεβαιωθεί ή να αποδειχθεί με άλλα μέσα ότι καλύπτονται από το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής.

5.      Το κράτος μέλος μπορεί να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να γνωστοποιήσει την παρουσία του στην επικράτειά του εντός εύλογης προθεσμίας η οποία δεν δημιουργεί διακρίσεις. Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή είναι δυνατόν να επισύρει κυρώσεις για τον ενδιαφερόμενο, οι οποίες θα είναι αναλογικές και δεν θα εισάγουν διακρίσεις.»

8        Το άρθρο 27 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Γενικές αρχές», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των λόγων αυτών για την εξυπηρέτηση οικονομικών σκοπών.

2.      Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του αφορώμενου ατόμου. [...]

[...]»

9        Το άρθρο 36 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Κυρώσεις», ορίζει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη καθορίζουν διατάξεις επί των κυρώσεων που επιβάλλονται στην περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται για την υλοποίηση της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές και αναλογικές. [...]»

 Ο κανονισμός 562/2006

10      Το άρθρο 1 του κανονισμού 562/2006, με τίτλο «Αντικείμενο και αρχές», όριζε τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός προβλέπει ότι δεν διενεργείται συνοριακός έλεγχος προσώπων κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τους κανόνες συνοριακού ελέγχου προσώπων κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

11      Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Ορισμοί», όριζε τα ακόλουθα:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

1)      “εσωτερικά σύνορα”:

α)      τα κοινά χερσαία σύνορα, περιλαμβανομένων των ποτάμιων και λιμναίων συνόρων, μεταξύ των κρατών μελών·

β)      οι αερολιμένες των κρατών μελών για τις εσωτερικές πτήσεις·

γ)      οι θαλάσσιοι, ποτάμιοι και λιμναίοι λιμένες των κρατών μελών για τα τακτικά εσωτερικά δρομολόγια οχηματαγωγών·

2)      “εξωτερικά σύνορα”, τα χερσαία, ποτάμια, λιμναία και θαλάσσια σύνορα, καθώς και οι αερολιμένες και ποτάμιοι, θαλάσσιοι και λιμναίοι λιμένες των κρατών μελών, εφόσον δεν αποτελούν εσωτερικά σύνορα·

[...]».

12      Το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Διέλευση των εξωτερικών συνόρων», όριζε τα εξής:

«1.      Η διέλευση των εξωτερικών συνόρων επιτρέπεται μόνο στα συνοριακά σημεία διέλευσης και κατά τη διάρκεια καθορισμένων ωρών λειτουργίας. Οι ώρες λειτουργίας εμφαίνονται επακριβώς στα σημεία διέλευσης που δεν λειτουργούν επί εικοσιτετραώρου βάσεως.

[...]

2.      Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, μπορούν να επιτραπούν εξαιρέσεις από την υποχρέωση διέλευσης των εξωτερικών συνόρων μόνο στα συνοριακά σημεία διέλευσης και κατά τη διάρκεια των καθορισμένων ωρών λειτουργίας:

[...]

γ)      σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες που θεσπίζονται στα άρθρα 18 και 19 σε σχέση με τα παραρτήματα VI και VII.

[...]»

13      Το άρθρο 7 του κανονισμού 562/2006, με τίτλο «Συνοριακοί έλεγχοι προσώπων», όριζε τα ακόλουθα:

«1.      Η διασυνοριακή κυκλοφορία στα εξωτερικά σύνορα υπόκειται σε ελέγχους εκ μέρους των συνοριοφυλάκων, οι οποίοι διεξάγονται σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. [...]

[...]

2.      Όλα τα πρόσωπα που διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα υπόκεινται σε στοιχειώδη έλεγχο προκειμένου να εξακριβωθεί η ταυτότητά τους με προσκόμιση ή επίδειξη των ταξιδιωτικών τους εγγράφων. Ο στοιχειώδης έλεγχος συνίσταται σε απλή και ταχεία εξακρίβωση –κατά περίπτωση με τη χρησιμοποίηση τεχνικών μέσων και την αναζήτηση στις οικείες βάσεις δεδομένων πληροφοριών που αφορούν αποκλειστικώς έγγραφα τα οποία έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί, απολεσθεί και ακυρωθεί– της ισχύος του εγγράφου που επιτρέπει στον νόμιμο δικαιούχο τη διέλευση των συνόρων και της παρουσίας ενδείξεων παραποίησης ή πλαστογράφησης.

[...]

6.      Ο έλεγχος προσώπου που απολαύει του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας βάσει του δικαίου της Ένωσης διενεργείται σύμφωνα με την οδηγία [2004/38].

[...]»

14      Το άρθρο 18 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Ειδικοί κανόνες για τα διάφορα είδη συνόρων και τα διάφορα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων», όριζε τα εξής:

«Οι ειδικοί κανόνες ελέγχου του παραρτήματος VI εφαρμόζονται για τα διάφορα είδη συνόρων και τα διάφορα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διέλευση των σημείων διέλευσης των συνόρων.

Οι εν λόγω ειδικοί κανόνες μπορούν να περιέχουν παρεκκλίσεις από τα άρθρα 4 και 5 και τα άρθρα 7 έως 13.»

15      Το άρθρο 20 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Διέλευση των εσωτερικών συνόρων», όριζε τα ακόλουθα:

«Επιτρέπεται η διέλευση των εσωτερικών συνόρων σε οποιοδήποτε σημείο χωρίς συνοριακούς ελέγχους, ανεξαρτήτως ιθαγενείας των προσώπων.»

16      Το άρθρο 21 του ιδίου κανονισμού, με τίτλο «Έλεγχοι στο εσωτερικό της επικράτειας», όριζε τα ακόλουθα:

«Η κατάργηση του ελέγχου των εσωτερικών συνόρων δεν θίγει:

α)      την άσκηση αστυνομικών αρμοδιοτήτων εκ μέρους των αρμόδιων αρχών δυνάμει της νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους, εφόσον η άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών δεν έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα με τους συνοριακούς ελέγχους· αυτό ισχύει και στις παραμεθόριες περιοχές. Κατά την έννοια της πρώτης πρότασης, η άσκηση αστυνομικών αρμοδιοτήτων δεν μπορεί, ειδικότερα, να θεωρηθεί ισοδύναμη με τους συνοριακούς ελέγχους όταν τα αστυνομικά μέτρα:

i)      δεν έχουν ως στόχο τον έλεγχο των συνόρων,

ii)      βασίζονται σε γενικές αστυνομικές πληροφορίες και πείρα όσον αφορά ενδεχόμενες απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και αποσκοπούν συγκεκριμένα στην καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος,

iii)      σχεδιάζονται και εκτελούνται κατά τρόπο σαφώς διαφορετικό από τους συστηματικούς ελέγχους προσώπων στα εξωτερικά σύνορα

iv)      διενεργούνται βάσει δειγματοληπτικών ελέγχων·

β)      τη διενέργεια ελέγχων ασφαλείας στους λιμένες ή αερολιμένες από τις αρμόδιες αρχές δυνάμει της νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους, από τους υπεύθυνους των λιμένων ή αερολιμένων ή από τους μεταφορείς, στο βαθμό που αυτοί οι έλεγχοι αφορούν και τα πρόσωπα που ταξιδεύουν στο εσωτερικό κράτους μέλους·

γ)      τη δυνατότητα κράτους μέλους να προβλέπει στην εθνική νομοθεσία του την υποχρέωση κατοχής και επίδειξης τίτλων και εγγράφων·

[...]».

17      Το παράρτημα VI του κανονισμού 562/2006, με τίτλο «Ειδικοί κανόνες για τα διάφορα είδη συνόρων και τα διάφορα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών», περιλάμβανε ενότητα με τίτλο «Ναυσιπλοΐα αναψυχής», η οποία προέβλεπε τα εξής:

«3.2.5.      Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 4 και 7, οι επιβάτες σκαφών αναψυχής τα οποία προέρχονται από ή αναχωρούν προς λιμένα ευρισκόμενο σε κράτος μέλος δεν υποβάλλονται σε συνοριακό έλεγχο και μπορούν να εισέλθουν σε λιμένα που δεν είναι συνοριακό σημείο διέλευσης.

Ωστόσο, βάσει αξιολογήσεως των κινδύνων όσον αφορά τη λαθρομετανάστευση και κυρίως εάν οι ακτές τρίτης χώρας ευρίσκονται σε άμεση εγγύτητα με την επικράτεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους, διενεργούνται έλεγχοι των επιβατών αυτών ή/και έρευνα του σκάφους αναψυχής.

[...]

3.2.7.            Με την ευκαιρία των ελέγχων παραδίδεται έγγραφο το οποίο περιέχει το σύνολο των τεχνικών χαρακτηριστικών του σκάφους, καθώς και το όνομα των προσώπων που ευρίσκονται επ’ αυτού. Αντίγραφο αυτού του εγγράφου διαβιβάζεται στις αρχές των λιμένων εισόδου και εξόδου. Όσο το σκάφος παραμένει στα εθνικά ύδατα ενός εκ των κρατών μελών, αντίγραφο αυτού του καταλόγου συγκαταλέγεται μεταξύ των εγγράφων του σκάφους.»

18      Ο κανονισμός αυτός, ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2016, L 77, σ. 1).

 Το φινλανδικό δίκαιο

 Η ρύθμιση περί ταξιδιωτικών εγγράφων

19      Το άρθρο 1 του passilaki (671/2006) [νόμου περί διαβατηρίων (671/2006)] προβλέπει τα εξής:

«Οι Φινλανδοί πολίτες έχουν δικαίωμα να εγκαταλείπουν τη χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Δεν επιτρέπεται η παρεμπόδιση της εισόδου Φινλανδού πολίτη στη χώρα.»

20      Το άρθρο 2 του νόμου περί διαβατηρίων ορίζει τα ακόλουθα:

«Οι Φινλανδοί πολίτες οι οποίοι φέρουν διαβατήριο έχουν δικαίωμα να εγκαταλείπουν τη χώρα και να εισέρχονται σε αυτή, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο, στο δίκαιο της Ένωσης ή σε διεθνή συμφωνία δεσμευτική για τη Φινλανδία. Οι Φινλανδοί πολίτες μπορούν να μεταβαίνουν στην Ισλανδία, στη Νορβηγία, στη Σουηδία και στη Δανία χωρίς διαβατήριο. Σχετική κανονιστική απόφαση που εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο καθορίζει τις άλλες χώρες στις οποίες οι Φινλανδοί πολίτες μπορούν να ταξιδεύουν χρησιμοποιώντας, ως ταξιδιωτικό έγγραφο, όχι διαβατήριο, αλλά δελτίο ταυτότητας […]».

21      Το άρθρο 28, πρώτο εδάφιο, του νόμου περί διαβατηρίων ορίζει τα ακόλουθα:

«Εφόσον Φινλανδός υπήκοος πρέπει να φέρει διαβατήριο ή δελτίο ταυτότητας κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, οφείλει, κατά την αναχώρησή του από τη χώρα και κατά την άφιξή του σε αυτή, να επιδεικνύει το έγγραφο αυτό στην αρχή επιτήρησης των συνόρων, εφόσον αυτή του το ζητήσει.»

22      Το άρθρο 1 της valtioneuvoston asetus matkustusoikeuden osoittamisesta eräissä tapauksissa (660/2013) [κανονιστικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου σχετικά με την απόδειξη του δικαιώματος ταξιδίου σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις (660/2013)] ορίζει τα εξής:

«Οι Φινλανδοί πολίτες μπορούν να ταξιδεύουν από τη Φινλανδία στις ακόλουθες χώρες, χρησιμοποιώντας ως ταξιδιωτικό έγγραφο, αντί του διαβατηρίου, δελτίο ταυτότητας […]: Κάτω Χώρες, Βέλγιο, Βουλγαρία, Ισπανία, Ιρλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία, Αυστρία, Ελλάδα, Κροατία, Κύπρος, Λεττονία, Λιχτενστάιν, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Πορτογαλία, Πολωνία, Γαλλία, Ρουμανία, Γερμανία, Άγιος Μαρίνος, Σλοβακία, Σλοβενία, Ελβετία, Τσεχική Δημοκρατία, Ουγγαρία και Εσθονία.»

 Ο ποινικός κώδικας

23      Το άρθρο 7 του rikoslaki (39/1889) [ποινικού κώδικα (39/1889)], το οποίο φέρει τον τίτλο «Αδίκημα της παράνομης διέλευσης των συνόρων» και περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 17 του κώδικα αυτού, με τίτλο «Αδικήματα δημοσίας τάξεως», ορίζει τα εξής:

«Όποιος

1)      διασχίζει ή αποπειράται να διασχίσει τα σύνορα της Φινλανδίας χωρίς ταξιδιωτικό έγγραφο, θεώρηση, άδεια διαμονής ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ισοδύναμο με έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο ή από άλλο σημείο εκτός του εγκεκριμένου σημείου εισόδου ή εξόδου ή κατά παράβαση οποιασδήποτε άλλης νομικής απαγορεύσεως πλην της απαγόρευσης εισόδου,

[...]

διαπράττει το ποινικό αδίκημα της παράνομης διέλευσης των συνόρων που τιμωρείται με πρόστιμο ή ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους.»

24      Το άρθρο 7a του ίδιου κεφαλαίου 17 του εν λόγω κώδικα, με τίτλο «Ήσσονος σημασίας αδίκημα της παράνομης διέλευσης των συνόρων», ορίζει τα ακόλουθα:

«Ο παραβάτης τιμωρείται με πρόστιμο λόγω της διαπράξεως του ήσσονος σημασίας αδικήματος της παράνομης διέλευσης των συνόρων εφόσον το αδίκημα, σε συνάρτηση με τη σύντομη διάρκεια της παράνομης παραμονής ή μετακινήσεως, τη φύση της απαγορευμένης πράξεως ή άλλες περιστάσεις τελέσεως του αδικήματος εξεταζομένου συνολικά, χαρακτηρίζεται ως ήσσονος σημασίας παράνομη διέλευση των συνόρων.»

25      Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 2a του ποινικού κώδικα ορίζει τα εξής:

«Το πρόστιμο επιβάλλεται με τη μορφή του “ημερήσιου προστίμου”, κυμαινόμενου μεταξύ μίας και 120 μονάδων κατ’ ανώτατο όριο.»

26      Το άρθρο 2 του ίδιου κεφαλαίου 2a του ποινικού κώδικα ορίζει τα ακόλουθα:

«Το ύψος του ημερήσιου προστίμου καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να είναι εύλογο λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής δυνατότητας του παραβάτη.

Ως εύλογο ύψος του ημερήσιου προστίμου θεωρείται το ένα εξηκοστό του μέσου μηνιαίου εισοδήματος του παραβάτη, μετά από αφαίρεση των φόρων και τελών που καθορίζονται με κανονιστική απόφαση εκδιδόμενη από το Υπουργικό Συμβούλιο καθώς και ενός παγίου κατ’ αποκοπή ποσού που αντιστοιχεί στις δαπάνες της τρέχουσας καταναλώσεως. Τυχόν υποχρέωση διατροφής την οποία οφείλει ο παραβάτης δύναται να μειώσει το ημερήσιο πρόστιμο.

Το εισόδημα του παραβάτη που αναγράφεται στο τελευταίο εκκαθαριστικό φορολογίας συνιστά την κύρια βάση για τον υπολογισμό του εν λόγω μηνιαίου εισοδήματος. Εάν το εισόδημα του παραβάτη δεν μπορεί να προσδιοριστεί αξιόπιστα με βάση τα φορολογικά στοιχεία ή έχει αλλάξει σημαντικά από το τελευταίο εκκαθαριστικό που προσκομίζεται, μπορεί να καθοριστεί βάσει άλλου διαθέσιμου εγγράφου.

Με κανονιστική απόφαση εκδιδόμενη από το Υπουργικό Συμβούλιο ρυθμίζεται ειδικότερα ο υπολογισμός του μέσου μηνιαίου εισοδήματος, ο τρόπος στρογγυλοποιήσεως του ποσού του ημερήσιου προστίμου, το σταθερό ποσό που αντιστοιχεί στις τρέχουσες καταναλωτικές δαπάνες, η συνεκτίμηση της υποχρεώσεως διατροφής καθώς και το ελάχιστο ποσό του ημερήσιου προστίμου.»

27      Το άρθρο 5 της valtioneuvoston asetus päiväsakon rahamäärästä (609/1999) [κανονιστικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου σχετικά με το ύψος του ημερήσιου προστίμου (609/1999)] ορίζει τα εξής:

«Το ημερήσιο πρόστιμο δεν μπορεί να οριστεί σε ποσό κατώτερο των 6 ευρώ.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

28      Στις 25 Αυγούστου 2015 ο Α, Φινλανδός υπήκοος, πραγματοποίησε ταξίδι μετ’ επιστροφής μεταξύ Φινλανδίας και Εσθονίας με σκάφος αναψυχής. Τόσο ο τόπος αναχώρησης όσο και ο τόπος επιστροφής του ταξιδιού βρίσκονταν στη Φινλανδία. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Α διήλθε τα διεθνή ύδατα μεταξύ των δύο αυτών κρατών μελών.

29      Μολονότι ήταν κάτοχος ισχύοντος φινλανδικού διαβατηρίου, ο A δεν το έφερε μαζί του κατά το ταξίδι. Κατά συνέπεια, επ’ ευκαιρία συνοριακού ελέγχου που διενεργήθηκε στο Ελσίνκι κατά τον χρόνο της επιστροφής του, ο A δεν ήταν σε θέση να επιδείξει το διαβατήριό του ούτε κάποιο άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο. Εντούτοις, η εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας του Α έγινε βάσει της άδειας οδήγησης την οποία έφερε μαζί του.

30      Ο syyttäjä (εισαγγελέας, Φινλανδία) άσκησε ποινική δίωξη εις βάρος του Α ενώπιον του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του Ελσίνκι, Φινλανδία) για διάπραξη του ήσσονος σημασίας ποινικού αδικήματος της παράνομης διέλευσης των συνόρων.

31      Με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2016, το Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ελσίνκι) έκρινε ένοχο τον Α για τη διάπραξη του ήσσονος σημασίας ποινικού αδικήματος της παράνομης διέλευσης των συνόρων χωρίς την κατοχή ταξιδιωτικού εγγράφου και διευκρίνισε ότι η περίσταση ότι ο ενδιαφερόμενος ήταν κάτοχος ισχύοντος διαβατηρίου δεν ασκούσε συναφώς επιρροή.

32      Ωστόσο, το εν λόγω δικαστήριο δεν επέβαλε ποινή, με την αιτιολογία ότι το αδίκημα ήταν ήσσονος σημασίας και ότι, σε περίπτωση επιβολής προστίμου, το ποσό του, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το ποινικό καθεστώς των ημερήσιων προστίμων σε συνάρτηση με το μέσο μηνιαίο εισόδημα του Α, θα ήταν υπερβολικό.

33      Ο εισαγγελέας άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης ενώπιον του Helsingin hovioikeus (εφετείου του Ελσίνκι, Φινλανδία). Ο A άσκησε αντέφεση κατά της ίδιας απόφασης.

34      Με απόφαση της 15ης Ιουνίου 2018, το Helsingin hovioikeus (εφετείο του Ελσίνκι), παρότι διαπίστωσε ότι είχε αποδειχθεί επαρκώς ότι ο A δεν έφερε ταξιδιωτικό έγγραφο κατά τη διέλευση των φινλανδικών συνόρων, τον απήλλαξε από την κατηγορία. Συγκεκριμένα, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά του Α δεν στοιχειοθετούσε το ήσσονος σημασίας αδίκημα της παράνομης διέλευσης των συνόρων.

35      Ο εισαγγελέας άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης ενώπιον του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Φινλανδία).

36      Το εν λόγω δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης.

37      Υπενθυμίζει ότι, όπως έκρινε το δικαστήριο στη σκέψη 45 της απόφασης της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, Wijsenbeek (C-378/97, EU:C:1999:439), το δίκαιο της Ένωσης δεν απαγόρευε σε κράτος μέλος να υποχρεώνει, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, ένα πρόσωπο να αποδεικνύει την ιθαγένειά του κατά την είσοδό του στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι οι κυρώσεις είναι συγκρίσιμες με εκείνες που επιβάλλονται για παρόμοια αδικήματα του εθνικού δικαίου και δεν είναι δυσανάλογες.

38      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η ως άνω νομολογία εξακολουθεί να έχει εφαρμογή, λαμβανομένων υπόψη των τροποποιήσεων που επήλθαν στο δίκαιο της Ένωσης μετά την έκδοση της προμνησθείσας απόφασης.

39      Πράγματι, μολονότι από τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν προκύπτει πράγματι ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να επιβάλει στους πολίτες της Ένωσης την υποχρέωση να φέρουν ισχύον ταξιδιωτικό έγγραφο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να επιβληθεί κύρωση για τη μη τήρηση της υποχρέωσης αυτής, δεδομένου ότι δεν αποκλείεται η επιβολή κύρωσης να θίγει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας που προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

40      Προκειμένου να διαπιστωθεί αν θίγεται το δικαίωμα αυτό, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας 2004/38, καθώς και το άρθρο 21 του κανονισμού 562/2006, καθότι ο κανονισμός αυτός αποτελούσε τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης.

41      Θα ήταν εξίσου αναγκαίο να διευκρινιστεί, υπό το πρίσμα των άρθρων 2, 4, 7, 20 και 21 του κανονισμού 562/2006, καθώς και του σημείου 3.2.5 του παραρτήματος VI του εν λόγω κανονισμού, αν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος πολίτης της Ένωσης μετακινήθηκε μεταξύ δύο κρατών μελών με σκάφος αναψυχής διαπλέοντας διεθνή ύδατα.

42      Στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην υποχρέωση, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, να φέρει ο οικείος πολίτης ισχύον ταξιδιωτικό έγγραφο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης αν ένα καθεστώς ημερήσιου προστίμου, όπως αυτό που προβλέπει ο ποινικός κώδικας, είναι συμβατό με την αρχή της αναλογικότητας.

43      Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, το 2014, το μέσο ποσό ενός ημερήσιου προστίμου ανερχόταν σε 16,70 ευρώ για καθαρό μέσο μηνιαίο εισόδημα ύψους 1 257 ευρώ. Διευκρινίζει, εξάλλου, ότι η παράβαση των κανόνων διέλευσης των συνόρων, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, τιμωρείται κατά κανόνα με ημερήσιο πρόστιμο δεκαπέντε ημερών.

44      Λαμβανομένου υπόψη του μέσου μηνιαίου εισοδήματος του A, το ποσό του ημερήσιου προστίμου θα ανερχόταν στην περίπτωσή του στα 6 350 ευρώ, οπότε το συνολικό ποσό του προστίμου που θα μπορούσε να του επιβληθεί θα ανερχόταν στα 95 250 ευρώ. Το ποσό αυτού του ύψους οφείλεται το γεγονός ότι, ενώ η εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης ρύθμιση ορίζει το ελάχιστο ποσό του ημερήσιου προστίμου στα 6 ευρώ, δεν προβλέπει, αντιθέτως, κανένα ανώτατο όριο για αυτό.

45      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :

«1)      Αντιτίθεται το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας [2004/38], το άρθρο 21 του κανονισμού [562/2006] ή το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος της Ένωσης, σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία επιβάλλεται σε πρόσωπο (ανεξαρτήτως του εάν είναι ή όχι πολίτης της [Ένωσης]), επ’ απειλή ποινικής κυρώσεως, η υποχρέωση να φέρει έγκυρο διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο όταν μεταβαίνει με σκάφος αναψυχής μέσω διεθνών υδάτων από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, χωρίς να εισέρχεται στο έδαφος τρίτης χώρας;

2)      Αντιτίθεται το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας [2004/38], το άρθρο 21 του κανονισμού [562/2006] ή το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος της Ένωσης, σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία επιβάλλεται σε πρόσωπο (ανεξαρτήτως του εάν είναι ή όχι πολίτης της [Ένωσης]), επ’ απειλή ποινικής κυρώσεως, η υποχρέωση να φέρει έγκυρο διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο όταν εισέρχεται με σκάφος αναψυχής μέσω διεθνών υδάτων από άλλο κράτος μέλος στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, χωρίς να διασχίζει το έδαφος τρίτης χώρας;

3)      Σε περίπτωση που δεν υφίσταται κάποιο εμπόδιο απορρέον από το δίκαιο της Ένωσης κατά την έννοια του πρώτου και δεύτερου ερωτήματος: είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας που απορρέει από το άρθρο 27, παράγραφος 2, της οδηγίας [2004/38] η κύρωση που είθισται να επιβάλλεται στη Φινλανδία με τη μορφή ημερήσιου προστίμου για τη διέλευση των φινλανδικών εθνικών συνόρων χωρίς την κατοχή ισχύοντος ταξιδιωτικού εγγράφου;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

46      Στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Στο Δικαστήριο εναπόκειται, συναφώς, να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (πρβλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, Granarolo, C-617/19, EU:C:2018:338, σκέψεις 32 και 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά ταξίδι μεταξύ της Φινλανδίας και της Εσθονίας, το οποίο πραγματοποιήθηκε από Φινλανδό υπήκοο με σκάφος αναψυχής, με τόπο αναχώρησης και επιστροφής στη Φινλανδία και με διάπλου διεθνών υδάτων. Από την απόφαση αυτή προκύπτει επίσης ότι εις βάρος του συγκεκριμένου προσώπου έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις λόγω μη τήρησης της φινλανδικής ρύθμισης η οποία υποχρεώνει τους Φινλανδούς υπηκόους να φέρουν δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο οσάκις ταξιδεύουν μεταξύ της Φινλανδίας και άλλων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων η Δημοκρατία της Εσθονίας.

48      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί, αφενός, αν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και διευκρινίζεται στην οδηγία 2004/38, πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων περί διέλευσης των συνόρων του κανονισμού 562/2006, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία κράτος μέλος υποχρεώνει τους υπηκόους του, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, να φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο οσάκις ταξιδεύουν προς άλλο κράτος μέλος και, αφετέρου, αν το γεγονός ότι το ταξίδι πραγματοποιείται με σκάφος αναψυχής και με διάπλου διεθνών υδάτων ασκεί επιρροή συναφώς.

49      Κατά το γράμμα του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους.

50      Όπως ορίζει το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/38, σκοπός της είναι, μεταξύ άλλων, να καθορίσει τους όρους άσκησης του ανωτέρω δικαιώματος καθώς και τους περιορισμούς του.

51      Επί τούτου, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ταξιδιωτικών εγγράφων που ισχύουν για τους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους, όλοι οι πολίτες της Ένωσης που φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο έχουν το δικαίωμα να εγκαταλείπουν το έδαφος κράτους μέλους προκειμένου να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος.

52      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 54 έως 57 των προτάσεών του, από την περιεχόμενη στη διάταξη αυτή φράση «φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο» προκύπτει ότι η άσκηση, από τους υπηκόους κράτους μέλους, του δικαιώματός τους να μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος υπόκειται στην προϋπόθεση ότι φέρουν μαζί τους ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο.

53      Επομένως, και ενώ απόκειται στα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38, να χορηγούν στους πολίτες τους δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο, ή να τα ανανεώνουν, ο νομοθέτης της Ένωσης, εξαρτώντας, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, το δικαίωμα του πολίτη της Ένωσης να μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος από την προϋπόθεση να φέρει τέτοιο έγγραφο, θέλησε να καθορίσει μια σχετική με την ελεύθερη κυκλοφορία διατύπωση, κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψης 7 της εν λόγω οδηγίας. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 58 των προτάσεών του, η διατύπωση αυτή αποσκοπεί στη διευκόλυνση της άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας διασφαλίζοντας ότι κάθε πρόσωπο που απολαύει του δικαιώματος αυτού μπορεί να αναγνωριστεί χωρίς δυσκολία ως τέτοιο στο πλαίσιο ενδεχόμενου ελέγχου (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, Wijsenbeek, C-378/97, EU:C:1999:439, σκέψη 43, και της 17ης Φεβρουαρίου 2005, Oulane, C-215/03, EU:C:2005:95, σκέψεις 21 και 22).

54      Η προϋπόθεση αυτή σε σχέση με την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, για όλους τους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι μεταβαίνουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου έχουν την ιθαγένεια.

55      Ως εκ τούτου, κράτος μέλος το οποίο υποχρεώνει τους υπηκόους του να φέρουν το δελτίο ταυτότητάς τους ή το διαβατήριό τους οσάκις διέρχονται τα εθνικά σύνορα προκειμένου να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος συμβάλλει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην τήρηση μιας διατύπωσης που συναρτάται, δυνάμει της οδηγίας 2004/38, με την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας. Επομένως, ένας τέτοιος κανόνας του εθνικού δικαίου αφορά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας.

56      Σύμφωνα με το άρθρο 36 της προμνησθείσας οδηγίας, κάθε κράτος μέλος έχει την εξουσία να καθορίζει τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας αυτής.

57      Ελλείψει εναρμόνισης των κυρώσεων, τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια να επιλέγουν εκείνες τις οποίες κρίνουν προσήκουσες, υπό την προϋπόθεση ότι ασκούν την αρμοδιότητα τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης και τις γενικές αρχές του [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, K. M. (Κυρώσεις που επιβάλλονται στον πλοίαρχο σκάφους), C-77/20, EU:C:2021:112, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

58      Κατά συνέπεια, και παρά την εξέλιξή του μετά την έκδοση της απόφασης της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, Wijsenbeek (C-378/97, EU:C:1999:439), το δίκαιο της Ένωσης εξακολουθεί να διατηρεί, στο παρόν στάδιο εξέλιξής του, την αυτονομία των κρατών μελών όσον αφορά τις κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν σε πολίτη της Ένωσης ο οποίος δεν τηρεί τη σχετική με την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας διατύπωση. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 45 της προμνησθείσας απόφασης, τα κράτη μέλη μπορούν, σε τέτοια περίπτωση, να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι τελευταίες συνάδουν, μεταξύ άλλων, με την αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται πλέον στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), κατά το οποίο η αυστηρότητα της ποινής δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς το αδίκημα.

59      Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι οι εθνικές ποινικές νομοθετικές διατάξεις δεν μπορούν να εισάγουν διακρίσεις εις βάρος προσώπων στα οποία το δίκαιο της Ένωσης αναγνωρίζει το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης ούτε να περιορίζουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2020, ZW, C‑454/19, EU:C:2020:947, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

60      Η νομιμότητα, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, της υποχρέωσης που κράτος μέλος επιβάλλει στους υπηκόους του να φέρουν, επ’ απειλή ποινικής κύρωσης, ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο οσάκις διέρχονται τα εθνικά σύνορα με σκοπό να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος δεν αναιρείται από τη διευκρίνιση που περιλαμβάνει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, κατά την οποία η διάταξη αυτή ισχύει «με την επιφύλαξη των διατάξεων επί των ταξιδιωτικών εγγράφων που ισχύουν για τους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους».

61      Βεβαίως, από την ως άνω διευκρίνιση προκύπτει ότι κάθε σχετικός με τους ελέγχους στα εθνικά σύνορα κανόνας, όπως αυτός του άρθρου 20 του κανονισμού 562/2006, ο οποίος προβλέπει την κατάργηση των ελέγχων αυτών στα εσωτερικά σύνορα του χώρου Σένγκεν, πρέπει να έχει πλήρη εφαρμογή. Επομένως, κατ’ αρχήν, δεν μπορεί να διενεργείται έλεγχος κατά τη διέλευση των εν λόγω συνόρων.

62      Ωστόσο, η κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα δεν θίγει την προβλεπόμενη στο άρθρο 21 του κανονισμού 562/2006 δυνατότητα των κρατών μελών να διενεργούν ελέγχους ταυτότητας εντός της επικράτειας και να επιβάλλουν για τον σκοπό αυτόν υποχρέωση κατοχής και επίδειξης τίτλων και εγγράφων (πρβλ. απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Adil, C-278/12 PPU, EU:C:2012:508, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63      Επιπροσθέτως, μολονότι στο πρώτο εδάφιο του σημείου 3.2.5 του παραρτήματος VI του κανονισμού 562/2006 ορίζεται ο κανόνας ότι οι επιβάτες σκαφών αναψυχής τα οποία προέρχονται από ή αναχωρούν προς λιμένα ευρισκόμενο σε κράτος μέλος και τα οποία διασχίζουν εξωτερικά σύνορα του χώρου Σένγκεν δεν υποβάλλονται σε έλεγχο ταυτότητας, στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου σημείου εισάγεται εξαίρεση στον κανόνα αυτόν, κατά την οποία οι εν λόγω επιβάτες μπορούν παρά ταύτα να υπόκεινται σε ελέγχους «βάσει αξιολογήσεως των κινδύνων όσον αφορά τη λαθρομετανάστευση».

64      Δεδομένης επομένως της εξουσίας που έχουν τα κράτη μέλη να ελέγχουν, σε διάφορες περιπτώσεις που διευκρινίζονται στον κανονισμό 562/2006, την ταυτότητα των προσώπων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος δεν θίγει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας όταν –επ’ απειλή κυρώσεων, ενδεχομένως ποινικής φύσης, οι οποίες είναι αποτρεπτικές και συγχρόνως σύμφωνες με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης– επιβάλλει στους υπηκόους του την υποχρέωση να φέρουν το δελτίο ταυτότητάς τους ή το διαβατήριό τους οσάκις εγκαταλείπουν το εθνικό έδαφος με σκοπό να μεταβούν, με οιοδήποτε μεταφορικό μέσο και με οιαδήποτε διαδρομή, σε άλλο κράτος μέλος. Πράγματι, η υποχρέωση αυτή διασφαλίζει ότι οι υπήκοοι είναι σε θέση να αποδείξουν την ταυτότητά τους, την ιθαγένειά τους και, κατά συνέπεια, την ιδιότητά τους ως πολιτών της Ένωσης οσάκις ανακύπτει μία από τις προμνησθείσες περιπτώσεις που προβλέπει ο κανονισμός 562/2006 και απαιτείται έλεγχος.

65      Ως εκ τούτου, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ και διευκρινίζεται στην οδηγία 2004/38, πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων περί διέλευσης των συνόρων του κανονισμού 562/2006, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία κράτος μέλος υποχρεώνει τους υπηκόους του, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, να φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο οσάκις ταξιδεύουν, με οιοδήποτε μεταφορικό μέσο και με οιαδήποτε διαδρομή, προς άλλο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιμέρους αυτές κυρώσεις είναι σύμφωνες με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ άλλων με τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

66      Με γνώμονα τα στοιχεία που εκτίθενται στη σκέψη 47 της παρούσας απόφασης, με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ζητείται, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί, αφενός, αν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και διευκρινίζεται στην οδηγία 2004/38, πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων περί διέλευσης των συνόρων του κανονισμού 562/2006, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία κράτος μέλος υποχρεώνει τους υπηκόους του, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, να φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο οσάκις εισέρχονται στην επικράτειά του ερχόμενοι από άλλο κράτος μέλος και, αφετέρου, αν το γεγονός ότι το ταξίδι αυτό πραγματοποιείται με σκάφος αναψυχής και με διάπλου διεθνών υδάτων ασκεί επιρροή συναφώς.

67      Πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξαρχής ότι η οδηγία 2004/38 δεν διέπει την περίπτωση κατά την οποία πολίτης της Ένωσης, ερχόμενος από άλλο κράτος μέλος, διέρχεται τα σύνορα του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος.

68      Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο της 3, παράγραφος 1, η εν λόγω οδηγία διέπει αποκλειστικώς και μόνον τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής πολίτη της Ένωσης σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειάς του (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2017, Lounes, C-165/16, EU:C:2017:862, σκέψεις 33 και 34).

69      Λαμβανομένης επομένως υπόψη της οριοθέτησης του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2004/38 και δεδομένου ότι, όπως απορρέει από την αρχή του διεθνούς δικαίου που επιβεβαιώνεται στο άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, ένα κράτος μέλος δεν δύναται να αρνηθεί στους υπηκόους του την είσοδο στην επικράτειά του και τη διαμονή σε αυτήν (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1974, van Duyn, 41/74, EU:C:1974:133, σκέψη 22, και της 5ης Μαΐου 2011, McCarthy, C-434/09, EU:C:2011:277, σκέψη 29), η είσοδος πολίτη της Ένωσης στην επικράτεια του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των προϋποθέσεων σχετικά με το δικαίωμα εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 5 της οδηγίας αυτής.

70      Ωστόσο, η επιστροφή πολίτη της Ένωσης στην επικράτεια του κράτους μέλους του οποίου έχει την ιθαγένεια άπτεται του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εάν ο συγκεκριμένος πολίτης άσκησε προηγουμένως, εντός κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος καταγωγής του, το προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Coman κ.λπ., C-673/16, EU:C:2018:385, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

71      Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί αν η υποχρέωση την οποία επιβάλλει κράτος μέλος στους υπηκόους του να φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο οσάκις εισέρχονται στην επικράτειά του ερχόμενοι από άλλο κράτος μέλος μπορεί να παρακωλύσει την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας που προβλέπει το άρθρο 21 ΣΛΕΕ.

72      Υπό την επιφύλαξη της επαλήθευσης από το αιτούν δικαστήριο, από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι οι Φινλανδοί υπήκοοι που δεν φέρουν το δελτίο ταυτότητάς τους ή το διαβατήριό τους κατά την επιστροφή τους στη Φινλανδία επιτρέπεται να εισέλθουν στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους αφ’ ης στιγμής είναι σε θέση να αποδείξουν την ταυτότητά τους με άλλον τρόπο.

73      Τουτέστιν, η υποχρέωση επίδειξης δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου δεν αποτελεί προϋπόθεση του δικαιώματος εισόδου, αλλά συνιστά διατύπωση που αποσκοπεί στην τυποποίηση και, επομένως, στη διευκόλυνση των ελέγχων ταυτότητας που μπορούν να διενεργούνται στις περιπτώσεις που καθορίζει ο κανονισμός 562/2006.

74      Δεδομένου ότι κάθε πολίτης της Ένωσης είναι κάτοχος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου και πρέπει να φέρει το έγγραφο αυτό οσάκις μεταβαίνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του οποίου έχει την ιθαγένεια, η επιβαλλόμενη από εθνική ρύθμιση υποχρέωση να φέρει ο πολίτης το ίδιο έγγραφο κατά την επιστροφή στο κράτος μέλος καταγωγής δεν είναι επαχθής ούτε από οικονομική ούτε από πρακτική άποψη και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ότι έχει ως αποτέλεσμα να αποθαρρύνει την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, διευκρινιζόμενου, επιπλέον, ότι το δικαίωμα εισόδου στην επικράτεια του κράτους μέλους καταγωγής δεν εξαρτάται από την υποχρέωση αυτή, υπό την προϋπόθεση, εντούτοις, ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται σε περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης είναι συμβατές με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, καθώς και με τις άλλες γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, δεδομένου ότι οι αρχές αυτές εφαρμόζονται συλλήβδην στο πλαίσιο της αξιολόγησης εθνικής ρύθμισης υπό το πρίσμα του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (βλ., ως προς το τελευταίο σημείο, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2017, Freitag, C-541/15, EU:C:2017:432, σκέψεις 31 και 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

75      Εξάλλου, το γεγονός ότι το οικείο ταξίδι πραγματοποιείται με σκάφος αναψυχής και με διάπλου διεθνών υδάτων δεν εμποδίζει τη διενέργεια ελέγχου της ταυτότητας των επιβαινόντων σε αυτό.

76      Πράγματι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 63 της παρούσας απόφασης, το σημείο 3.2.5, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VI του κανονισμού 562/2006 επιτρέπει, «βάσει αξιολογήσεως των κινδύνων όσον αφορά τη λαθρομετανάστευση», τους ελέγχους σε επιβάτες σκαφών αναψυχής τα οποία προέρχονται από ή αναχωρούν προς λιμένα ευρισκόμενο σε κράτος μέλος και τα οποία διασχίζουν εξωτερικά σύνορα του χώρου Σένγκεν. Η πρακτική αποτελεσματικότητα της διάταξης αυτής θα θιγόταν αν αυτή ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι οι αρμόδιες αρχές οφείλουν, κατά τους ελέγχους αυτούς, να περιορίζονται στον έλεγχο του εγγράφου το οποίο περιέχει το σύνολο των τεχνικών χαρακτηριστικών του σκάφους, καθώς και τα ονόματα των προσώπων που ευρίσκονται επ’ αυτού, περί του οποίου γίνεται λόγος στο σημείο 3.2.7 του παραρτήματος VI, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν, με επαλήθευση των εγγράφων ταυτότητας, την ακρίβεια του καταλόγου των ονομάτων που περιλαμβάνεται στο εν λόγω έγγραφο.

77      Εν προκειμένω, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης σκάφος διήλθε, κατά τον πλου, τα διεθνή ύδατα που βρίσκονται μεταξύ των χωρικών υδάτων της Φινλανδίας και της Εσθονίας, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ότι διήλθε τα εξωτερικά σύνορα, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, του κανονισμού 562/2006. Επιπλέον, το ταξίδι πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2015, περίοδο κατά την οποία, όπως παραδέχονται οι διάδικοι της κύριας δίκης, ελλόχευε αυξημένος κίνδυνος λαθρομετανάστευσης. Επομένως, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, συνέτρεχε περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες φινλανδικές αρχές μπορούσαν νομίμως να προβούν στην εξακρίβωση της ταυτότητας των προσώπων που επέβαιναν στο εν λόγω σκάφος κατά την επιστροφή του στα φινλανδικά χωρικά ύδατα.

78      Όπως σημειώθηκε στις σκέψεις 73 και 74 της παρούσας απόφασης, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος –χάριν τυποποίησης και, συνεπώς, διευκόλυνσης των ελέγχων ταυτότητας που μπορούν να διενεργούνται στις περιπτώσεις που καθορίζει ο κανονισμός 562/2006– να υποχρεώνει τους υπηκόους του να φέρουν δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο οσάκις επιστρέφουν στην επικράτειά του ερχόμενοι από άλλο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι οι κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης είναι συμβατές με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, οι αρχές του κράτους μέλους μπορούν, στο πλαίσιο ελέγχου που διενεργείται νομίμως δυνάμει του σημείου 3.2.5, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VI του κανονισμού 562/2006, να ζητήσουν από τον ενδιαφερόμενο να επιδείξει το δελτίο ταυτότητάς του ή διαβατήριό του και, σε περίπτωση μη επίδειξης τέτοιου εγγράφου, να του επιβάλουν κύρωση.

79      Κατόπιν όλων των προπαρατεθέντων στοιχείων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων περί διέλευσης των συνόρων του κανονισμού 562/2006, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία κράτος μέλος υποχρεώνει τους υπηκόους του, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, να φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο οσάκις εισέρχονται στην επικράτειά του ερχόμενοι από άλλο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαίωμα εισόδου δεν εξαρτάται από την υποχρέωση αυτή και ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται σε περίπτωση παράβασης της τελευταίας συνάδουν με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ άλλων με τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ένα ταξίδι, το οποίο πραγματοποιείται προς ένα κράτος μέλος από άλλο κράτος μέλος με σκάφος αναψυχής και με διάπλου διεθνών υδάτων, συγκαταλέγεται, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο σημείο 3.2.5, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VI του εν λόγω κανονισμού, μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να ζητηθεί η επίδειξη τέτοιου εγγράφου.

 Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

80      Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ποινικού κώδικα που παρατίθενται στην απόφαση περί παραπομπής, όποιος διασχίζει ή αποπειράται να διασχίσει τα φινλανδικά σύνορα χωρίς ταξιδιωτικό ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ισοδύναμο με ταξιδιωτικό έγγραφο διαπράττει αδίκημα που τιμωρείται με πρόστιμο ή ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους, διευκρινιζόμενου ότι, όταν η παράβαση κρίνεται ήσσονος σημασίας, η προβλεπόμενη κύρωση συνίσταται σε πρόστιμο που επιβάλλεται ημερησίως, το δε ποσό του ημερήσιου προστίμου αντιστοιχεί στο ένα εξηκοστό του μέσου μηνιαίου εισοδήματος του παραβάτη, μετά από αφαίρεση ορισμένων φόρων και τελών.

81      Εξάλλου, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το πρόστιμο που επιβάλλεται σε περίπτωση διάπραξης του ήσσονος σημασίας αδικήματος της παράνομης διέλευσης των συνόρων συνίσταται συνήθως σε δεκαπέντε ημερήσια πρόστιμα και ότι το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται εν τέλει ανέρχεται, κατά κανόνα, στο 20 % περίπου του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος του παραβάτη.

82      Εν προκειμένω, ο εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη εις βάρος του A επειδή αυτός δεν έφερε, κατά τη διέλευση των φινλανδικών συνόρων, ισχύον διαβατήριο ή οιοδήποτε άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, τούτο δε παρά το γεγονός ότι κατέστη δυνατόν να αποδειχθεί η ταυτότητά του βάσει της άδειας οδήγησης την οποία έφερε μαζί του.

83      Ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα ζητείται να διευκρινισθεί αν το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και τα άρθρα 4 και 36 της οδηγίας 2004/38, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, αντιτίθενται σε καθεστώς ποινικών κυρώσεων κράτους μέλους βάσει του οποίου η διέλευση των εθνικών συνόρων του χωρίς ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο τιμωρείται με πρόστιμο το οποίο μπορεί, ενδεικτικώς, να ανέλθει στο 20 % του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος του παραβάτη.

84      Βάσει του κανόνα που ορίζεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, η αυστηρότητα των κυρώσεων πρέπει να συνάδει προς τη σοβαρότητα των παραβάσεων τις οποίες αυτές κολάζουν, διασφαλίζοντας ιδίως ένα πράγματι αποτρεπτικό αποτέλεσμα, χωρίς παράλληλα να υπερβαίνουν οι κυρώσεις τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των σκοπών που θεμιτώς επιδιώκονται με τη σχετική νομοθεσία [πρβλ. απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, K. M. (Κυρώσεις που επιβάλλονται στον πλοίαρχο σκάφους), C-77/20, ΕU:C:2021:112, σκέψεις 37 και 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

85      Μολονότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς κυρώσεων τελεί σε αναλογία προς την επίτευξη του θεμιτού σκοπού που επιδιώκεται με την υποχρέωση να φέρουν τα οικεία πρόσωπα ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο, εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει σε αυτό όλα τα σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνευτικά στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να κρίνει κατά πόσο συντρέχει τέτοια περίπτωση [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 28ης Ιανουαρίου 2016, Laezza, C-375/14, ΕΕ:C:2016:60, σκέψη 37, και της 11ης Φεβρουαρίου 2021, K. M. (Κυρώσεις που επιβάλλονται στον πλοίαρχο σκάφους), C-77/20, ΕU:C:2021:112, σκέψη 39].

86      Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 53 της παρούσας απόφασης, η υποχρέωση να φέρουν τα οικεία πρόσωπα δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο κατά τη μετάβαση από ένα κράτος μέλος σε άλλο συνιστά διατύπωση η οποία αποσκοπεί στη διευκόλυνση της άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, διασφαλίζοντας ότι κάθε πρόσωπο που απολαύει του δικαιώματος αυτού μπορεί να αναγνωριστεί χωρίς δυσκολία ως τέτοιο στο πλαίσιο ενδεχόμενου ελέγχου.

87      Όσον αφορά το ποινικής φύσης πρόστιμο το οποίο, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, επιβάλλεται στην περίπτωση που η διέλευση των εθνικών συνόρων χωρίς δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο χαρακτηρίζεται ως ήσσονος σημασίας παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κύρωση αυτή, η οποία ανέρχεται κατά κανόνα στο 20 % περίπου του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος του παραβάτη, δεν συνάδει με τη σοβαρότητα της παράβασης, όπως προκύπτει ειδικότερα από τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, στην οποία, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 44 της παρούσας απόφασης, το συνολικό ποσό του προστίμου που θα μπορούσε να επιβληθεί για την εν λόγω ήσσονος σημασίας παράβαση θα ανερχόταν στα 95 250 ευρώ, χωρίς να προβλέπεται κάποιο σχετικό ανώτατο όριο.

88      Μολονότι τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν πρόστιμο ως κύρωση για την παράβαση μιας τυπικής προϋπόθεσης σε σχέση με την άσκηση δικαιώματος που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης, η κύρωση αυτή πρέπει ακριβώς να είναι ανάλογη προς τη σοβαρότητα της παράβασης [πρβλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, A. (Άσκηση του δικαιώματος έκπτωσης), C-895/19, ΕU:C:2021:216, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

89      Όταν όμως, όπως εν προκειμένω, ο έχων δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, ο οποίος είναι κάτοχος ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου, παραβεί την υποχρέωση να φέρει τέτοιο έγγραφο, επειδή απλώς παρέλειψε να το φέρει μαζί του κατά το ταξίδι του, το αδίκημα είναι ήσσονος σοβαρότητας, όπως άλλωστε παραδέχθηκε η Φινλανδική Κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, υπό την επιφύλαξη περιπτώσεων υποτροπής, τέτοια παράβαση δεν είναι δυνατόν να επιφέρει την επιβολή βαριάς χρηματικής κύρωσης, όπως αυτή που συνίσταται σε πρόστιμο ανερχόμενο στο 20 % του καθαρού μέσου μηνιαίου εισοδήματος του παραβάτη.

90      Η αυστηρότητα μιας τέτοιας κύρωσης υπερβαίνει πράγματι τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού που υπενθυμίζεται στη σκέψη 86 της παρούσας απόφασης.

91      Βεβαίως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 121 των προτάσεών του, το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται σε καθεστώς χρηματικών κυρώσεων, στο πλαίσιο του οποίου λαμβάνεται υπόψη η οικονομική δυνατότητα του παραβάτη και προβλέπεται ότι το πρόστιμο υπολογίζεται σε συνάρτηση με το ύψος του εισοδήματός του. Ωστόσο, η τήρηση από τους πολίτες της Ένωσης των διατυπώσεων που συνδέονται με την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας μπορεί, κατά τρόπο αρκούντως αποτρεπτικό, να διασφαλίζεται με μέτρα λιγότερο περιοριστικά από εκείνα που προβλέπει μια ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά μπορούν να συνίστανται, μεταξύ άλλων, στην επιβολή προστίμων ποσού που αντιστοιχεί σε χαμηλότερο ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματος και στον καθορισμό ανωτάτου ορίου στο ύψος των προστίμων.

92      Κατόπιν των ανωτέρω, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και τα άρθρα 4 και 36 της οδηγίας 2004/38, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε καθεστώς ποινικών κυρώσεων κράτους μέλους βάσει του οποίου η διέλευση των εθνικών του συνόρων χωρίς ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο τιμωρείται με πρόστιμο το οποίο μπορεί, ενδεικτικώς, να ανέλθει στο 20 % του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος του παραβάτη, δεδομένου ότι τέτοιο πρόστιμο είναι δυσανάλογο προς τη σοβαρότητα της ήσσονος χαρακτήρα αυτής παράβασης.

 Επί των δικαστικών εξόδων

93      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ και διευκρινίζεται στην οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων περί διέλευσης των συνόρων του κανονισμού (ΕΚ) 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 610/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία κράτος μέλος υποχρεώνει τους υπηκόους του, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, να φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο οσάκις ταξιδεύουν, με οιοδήποτε μεταφορικό μέσο και με οιαδήποτε διαδρομή, προς άλλο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιμέρους αυτές κυρώσεις είναι σύμφωνες με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ άλλων με τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

2)      Το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων περί διέλευσης των συνόρων του κανονισμού (ΕΚ) 562/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 610/2013, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση με την οποία κράτος μέλος υποχρεώνει τους υπηκόους του, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, να φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο οσάκις εισέρχονται στην επικράτειά του ερχόμενοι από άλλο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαίωμα εισόδου δεν εξαρτάται από την υποχρέωση αυτή και ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται σε περίπτωση παράβασης της τελευταίας συνάδουν με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ άλλων με τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ένα ταξίδι, το οποίο πραγματοποιείται προς ένα κράτος μέλος από άλλο κράτος μέλος με σκάφος αναψυχής και με διάπλου διεθνών υδάτων, συγκαταλέγεται, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο σημείο 3.2.5, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VI του εν λόγω κανονισμού, μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να ζητηθεί η επίδειξη τέτοιου εγγράφου.

3)      Το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και τα άρθρα 4 και 36 της οδηγίας 2004/38, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε καθεστώς ποινικών κυρώσεων κράτους μέλους βάσει του οποίου η διέλευση των εθνικών του συνόρων χωρίς ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο τιμωρείται με πρόστιμο το οποίο μπορεί, ενδεικτικώς, να ανέλθει στο 20 % του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος του παραβάτη, δεδομένου ότι τέτοιο πρόστιμο είναι δυσανάλογο προς τη σοβαρότητα της ήσσονος χαρακτήρα αυτής παράβασης.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.