Language of document : ECLI:EU:C:2022:498

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ΝΙΚΟΛΑ ΑΙΜΙΛΙΟΥ

της 22ας Ιουνίου 2022 (1)

Υπόθεση C259/21

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Κοινή Αλιευτική Πολιτική – Προσφυγή ακυρώσεως – Άρθρα 15 έως 17, 20 και 59, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΕ) 2021/92 – Πεδίο ισχύος του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Εξουσίες του Συμβουλίου – Προβαλλόμενη κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του Συμβουλίου – Διαδικασία για τη θέσπιση τεχνικών μέτρων που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 4, και στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1241 και στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/472 – Εξουσία της Επιτροπής να καθορίζει τα εν λόγω τεχνικά μέτρα με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις – Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας»






I.      Εισαγωγή

1.        Σε γενικές γραμμές, η υπό κρίση υπόθεση αφορά μια διαφωνία μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά τον ρόλο που πρέπει να διαδραματίζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων στον τομέα της αλιείας.

2.        Πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συμβούλιο είχε τον κύριο ρόλο στον καθορισμό όλων των πτυχών της κοινής αλιευτικής πολιτικής (στο εξής: ΚΑΠ). Αυτό όμως δεν συμβαίνει πλέον. Δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, στην ΚΑΠ εφαρμόζεται η συνήθης νομοθετική διαδικασία, οι δε μονομερείς εξουσίες λήψεως αποφάσεων του Συμβουλίου διατηρούνται μόνον εντός των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Η εν λόγω τελευταία διάταξη παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να εκδίδει μέτρα σχετικά, μεταξύ άλλων, με τον «καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων».

3.        Με την υπό κρίση προσφυγή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση ορισμένων τεχνικών μέτρων του κανονισμού (ΕΕ) 2021/92 (2), ο οποίος εκδόθηκε από το Συμβούλιο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται στα άρθρα 15, 16, 17, 20 και 59, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: προσβαλλόμενες διατάξεις).

4.        Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τις εν λόγω διατάξεις, υπερέβη τα όρια των εξουσιών του. Θεωρεί ότι ως άνω διατάξεις αντιβαίνουν σε δύο κανονισμούς –ήτοι στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/472 (3) και στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1241 (4) (στο εξής από κοινού: βασικοί κανονισμοί)– οι οποίοι εκδόθηκαν από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Κατά το Κοινοβούλιο, οι εν λόγω δύο κανονισμοί περιόρισαν τις εξουσίες λήψεως αποφάσεων του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθόσον ανέθεσαν συγκεκριμένα στην Επιτροπή την εξουσία να καθορίζει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδει δυνάμει του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (5), τα τεχνικά μέτρα που αντιστοιχούν στα μέτρα που θεσπίζονται με τις προσβαλλόμενες διατάξεις.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Οι συναφείς διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ

5.        Το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:

«2.      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, ορίζουν την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 1, καθώς και τις άλλες διατάξεις που είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της κοινής γεωργικής [πολιτικής και της ΚΑΠ].

3.      Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, εκδίδει μέτρα σχετικά με τον καθορισμό των τιμών, των εισφορών, των ενισχύσεων και των ποσοτικών περιορισμών, καθώς και σχετικά με τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων.»

Β.      Οι βασικοί κανονισμοί

1.      Ο κανονισμός 2019/472

6.        Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2019/472 ορίζει τα εξής:

«Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού και το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 (6) για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τα ακόλουθα τεχνικά μέτρα:

α)      τις προδιαγραφές των χαρακτηριστικών των αλιευτικών εργαλείων και τους κανόνες που ρυθμίζουν τη χρήση τους, προκειμένου να διασφαλιστεί ή να βελτιωθεί η επιλεκτικότητα, να μειωθούν τα ανεπιθύμητα αλιεύματα ή να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις στο οικοσύστημα·

β)      τις προδιαγραφές τροποποιήσεων ή πρόσθετων διατάξεων στα αλιευτικά εργαλεία, προκειμένου να διασφαλιστεί ή να βελτιωθεί η επιλεκτικότητα, να μειωθούν τα ανεπιθύμητα αλιεύματα ή να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις στο οικοσύστημα·

γ)      τους περιορισμούς ή την απαγόρευση χρήσης ορισμένων αλιευτικών εργαλείων καθώς και αλιευτικών δραστηριοτήτων σε ορισμένες περιοχές ή χρονικές περιόδους, προκειμένου να προστατευθούν οι γεννήτορες, οι ιχθύες κάτω του ελαχίστου μεγέθους αναφοράς διατήρησης ή τα είδη ιχθύων εκτός αλιευτικού στόχου, ή να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις στο οικοσύστημα· και

δ)      τα ελάχιστα μεγέθη αναφοράς διατήρησης για οποιοδήποτε από τα αποθέματα για τα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των ιχθυδίων των θαλάσσιων οργανισμών.»

2.      Ο κανονισμός 2019/1241

7.        Το άρθρο 10, παράγραφος 4, του κανονισμού 2019/1241 ορίζει τα εξής:

«Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 29 για την τροποποίηση του καταλόγου που ορίζεται στο παράρτημα I όταν, σύμφωνα με τις βέλτιστες διαθέσιμες επιστημονικές συμβουλές, είναι απαραίτητη η τροποποίηση του εν λόγω καταλόγου.»

8.        Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού:

«Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι περιφερειακές ιδιαιτερότητες σχετικών τύπων αλιείας, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 29 του παρόντος κανονισμού και το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 με σκοπό την τροποποίηση, τη συμπλήρωση, την κατάργηση ή την εφαρμογή παρέκκλισης των τεχνικών μέτρων τα οποία καθορίζονται στα παραρτήματα [V έως ΧΙ και ΧΙΙΙ], μεταξύ άλλων κατά την εφαρμογή της υποχρέωσης εκφόρτωσης στο πλαίσιο του άρθρου 15 παράγραφοι 5 και 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1380/2013. Η Επιτροπή θεσπίζει τις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις βάσει κοινής σύστασης που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 και σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα του κεφαλαίου III του παρόντος κανονισμού.»

9.        Το άρθρο 29, παράγραφος 6, του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:

«Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2, το άρθρο 8 παράγραφος 3, το άρθρο 10 παράγραφος 4, το άρθρο 12 παράγραφος 2, το άρθρο 15 παράγραφος 2, το άρθρο 23 παράγραφοι 1 και 5, το άρθρο 27 παράγραφος 7 και το άρθρο 31 παράγραφος 4 αρχίζει να ισχύει μόνον εφόσον δεν έχουν εκφρασθεί αντιρρήσεις από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την προς τα όργανα αυτά κοινοποίηση της πράξης ή εφόσον, πριν από την εκπνοή της εν λόγω περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν προτίθενται να εκφράσουν αντίρρηση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου».

10.      Το παράρτημα VI του κανονισμού 2019/1241 περιέχει τα τεχνικά μέτρα που εφαρμόζονται στα Βορειοδυτικά ύδατα (7).

Γ.      Ο κανονισμός 2021/92 (στο εξής: επίμαχος κανονισμός)

11.      Το άρθρο 15 του επίμαχου κανονισμού, με τίτλο «Τεχνικά μέτρα για τον γάδο και το νταούκι Ατλαντικού στην Κελτική Θάλασσα», προβλέπει ορισμένα μέτρα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τα μεγέθη ματιών. Τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται στα ενωσιακά σκάφη με τράτες βυθού ή γρίπους που αλιεύουν στην Κελτική Θάλασσα.

12.      Το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Τεχνικά μέτρα στη Θάλασσα της Ιρλανδίας», περιέχει υποχρεώσεις όσον αφορά τις επιλογές αλιευτικών εργαλείων για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη που αλιεύουν με τράτες βυθού ή γρίπους και ασκούν τις δραστηριότητές τους στη Θάλασσα της Ιρλανδίας.

13.      Το άρθρο 17 του ίδιου κανονισμού, με τίτλο «Τεχνικά μέτρα στα δυτικά της Σκωτίας», προβλέπει επίσης μέτρα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τα μεγέθη ματιών. Τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται στα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη που αλιεύουν με τράτες βυθού ή γρίπους στην αλιεία καραβίδας (Nephrops norvegicus) στα δυτικά της Σκωτίας.

14.      Το άρθρο 20 του επίμαχου κανονισμού, με τίτλο «Απαγορευμένα είδη», απαγορεύει στα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη να αλιεύουν, να διατηρούν επί του σκάφους, να μεταφορτώνουν ή να εκφορτώνουν ορισμένα είδη σε συγκεκριμένες διαιρέσεις και υποζώνες ICES (8) των τότε ενωσιακών υδάτων. Η ίδια διάταξη ορίζει επίσης ότι, σε περίπτωση που τα απαριθμούμενα είδη αλιευθούν κατά λάθος, δεν τους προκαλούνται βλάβες και τα δείγματα ελευθερώνονται αμέσως.

15.      Κατά το άρθρο 59 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Μεταβατική διάταξη»:

«Τα άρθρα 11, 19, 20, 27, 33, 34, 41, 42, 43, 48, 50 και 57 εξακολουθούν να εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, το 2022 μέχρι την έναρξη ισχύος του κανονισμού που θα καθορίζει τις αλιευτικές δυνατότητες για το 2022.

Τα άρθρα 15, 16 και 17 εφαρμόζονται έως την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να εφαρμόζεται η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού [2019/1241] [για] την τροποποίηση του παραρτήματος VI του εν λόγω κανονισμού με τη θέσπιση αντίστοιχων τεχνικών μέτρων για τα Βορειοδυτικά Ύδατα.»

III. Το ιστορικό της διαφοράς

16.      Στις 27 Οκτωβρίου 2020 η Επιτροπή πρότεινε την έκδοση κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό, για το έτος 2021, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα και για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα (στο εξής: πρόταση της Επιτροπής).

17.      Στις 14 Δεκεμβρίου 2020 η Επιτροπή επικαιροποίησε την εν λόγω πρόταση θεσπίζοντας ορισμένες διατάξεις πανομοιότυπες με τις προσβαλλόμενες διατάξεις. Το εν λόγω σχέδιο διατάξεων περιλήφθηκε αρχικά σε μη επίσημο έγγραφο (στο εξής: ανεπίσημο έγγραφο) και εν συνεχεία δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της Επιτροπής.

18.      Στις 28 Ιανουαρίου 2021 το Συμβούλιο εξέδωσε τον επίμαχο κανονισμό βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Ο εν λόγω κανονισμός δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 29 Ιανουαρίου 2021. Τέθηκε σε ισχύ την επομένη της δημοσιεύσεώς του.

19.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Απριλίου 2021, το Κοινοβούλιο άσκησε, δυνάμει του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, την υπό κρίση προσφυγή ζητώντας την ακύρωση των προσβαλλομένων διατάξεων.

IV.    Μεταγενέστερα της ασκήσεως της προσφυγής πραγματικά περιστατικά

20.      Στις 23 Αυγούστου 2021 η Επιτροπή εξέδωσε τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2021/2324 της Επιτροπής, για την τροποποίηση του κανονισμού 2019/1241 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα τεχνικά μέτρα που εφαρμόζονται σε ορισμένους τύπους βενθοπελαγικής και πελαγικής αλιείας στην Κελτική Θάλασσα, στη Θάλασσα της Ιρλανδίας και δυτικά της Σκωτίας (στο εξής: κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2021/2324) (9). Ο εν λόγω κανονισμός εκδόθηκε βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 4, και του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2019/1241 (ενός εκ των δύο βασικών κανονισμών).

21.      Από την αιτιολογική σκέψη 6 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324 προκύπτει σαφώς ότι στόχος του εν λόγω κανονισμού είναι να «ενσωματώσει σε μία ενιαία πράξη» τα τεχνικά μέτρα που αντιστοιχούν στα μέτρα που θεσπίζονται στα άρθρα 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού, καθώς και ορισμένα άλλα μέτρα.

22.      Επιπλέον, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 27 Ιανουαρίου 2022 νέο κανονισμό σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022 (στο εξής: κανονισμός σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022) (10). Ο εν λόγω κανονισμός τέθηκε σε ισχύ στις 31 Ιανουαρίου 2022, ήτοι την ημέρα της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα (11).

V.      Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα της προσφυγής

23.      Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες διατάξεις και

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

24.      Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να διατηρήσει τα αποτελέσματα των προσβαλλομένων διατάξεων μέχρι τη θέσπιση νέων διατάξεων που να αντικαθιστούν τις προσβαλλόμενες διατάξεις και

–        να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

25.      Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Αυγούστου 2021, επιτράπηκε στην Επιτροπή να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου.

VI.    Η προσφυγή

26.      Τα «τεχνικ[ά] μέτρ[α]» στον τομέα της αλιείας ορίζονται ως «τ[α] μέτρ[α] που ρυθμίζ[ουν] τη σύνθεση των αλιευμάτων ανά είδος και μέγεθος και τις επιπτώσεις στα συστατικά των οικοσυστημάτων που προκύπτουν από αλιευτικές δραστηριότητες[, ορίζοντας προϋποθέσεις για τη χρήση και τη δομή των αλιευτικών εργαλείων και περιορισμούς προσβάσεως σε αλιευτικές ζώνες]» (12). Κατά τη διατύπωση του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τα τεχνικά μέτρα είναι «εργαλεία» για την υποστήριξη της εφαρμογής της ΚΑΠ (13). Δίχως αυτά, οι σκοποί της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων και της διαφυλάξεως της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων, οι οποίοι κατέχουν πρωταρχική θέση σε κάθε ρύθμιση της Ένωσης στον εν λόγω τομέα (14), δεν μπορούν να επιτευχθούν.

27.      Τα εν λόγω μέτρα μπορούν, θεωρητικά, να αποφασιστούν i) από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο από κοινού βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ· ii) από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον κανονιστική ρύθμιση θεσπισθείσα βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ της αναθέτει την εν λόγω εξουσία· ή iii) από μόνο το Συμβούλιο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (15). Η υπό κρίση υπόθεση αφορά τη σχέση μεταξύ των εν λόγω εξουσιών λήψεως αποφάσεων και τα όρια της καθεμίας από τις εξουσίες αυτές.

28.      Όπως εξήγησα στο σημείο 2 των παρουσών προτάσεων, το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αναθέτει στο Συμβούλιο την εξουσία να θεσπίζει μέτρα σχετικά με τον «καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων». Ο επίμαχος κανονισμός εκδόθηκε βάσει της ως άνω διατάξεως (16). Σκοπός του είναι ο καθορισμός και η κατανομή μεταξύ των κρατών μελών των κοινών Συνολικών Επιτρεπόμενων Αλιευμάτων (TAC) και ποσοστώσεων για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, όσον αφορά το έτος 2021.

29.      Πέραν των κανόνων που καθορίζουν τα TAC και τις ποσοστώσεις, ο εν λόγω κανονισμός περιλαμβάνει, στα άρθρα 15 έως 17, μια σειρά τεχνικών μέτρων που εφαρμόζονται σε ορισμένα ενωσιακά σκάφη (εκείνα που αλιεύουν με τράτες βυθού και γρίπους) σε ορισμένα τμήματα των τότε ενωσιακών υδάτων (στην Κελτική Θάλασσα, στη Θάλασσα της Ιρλανδίας και στα δυτικά της Σκωτίας). Κατ’ ουσίαν, οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στη μείωση των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων ορισμένων ειδών, επιβάλλοντας τεχνικές υποχρεώσεις όσον αφορά τα αλιευτικά εργαλεία (ειδικότερα, τα μεγέθη ματιών) (17). Επιπλέον, το άρθρο 20 του επίμαχου κανονισμού περιλαμβάνει κατάλογο των ειδών των οποίων η αλιεία απαγορεύεται ρητώς. Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τις τέσσερις αυτές διατάξεις καθώς και το άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού, το οποίο περιορίζει το χρονικό πεδίο εφαρμογής των άρθρων 15, 16 και 17 του ίδιου κανονισμού.

30.      Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η εξουσία του Συμβουλίου να θεσπίσει τα εν λόγω τεχνικά μέτρα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει περιοριστεί ρητώς από διάφορες διατάξεις των βασικών κανονισμών, ήτοι από το άρθρο 10, παράγραφος 4, και το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2019/1241 καθώς και από το άρθρο 9 του κανονισμού 2019/472. Οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καθορίζει τα εν λόγω τεχνικά μέτρα με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις (18). Το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν ήταν σε θέση να ενεργήσει βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και να θεσπίσει τις προσβαλλόμενες διατάξεις, δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά μπορούσαν να θεσπιστούν εγκύρως μόνον από την Επιτροπή (19).

31.      Ειδικότερα, κατά το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, θεσπίζοντας μονομερώς τις προσβαλλόμενες διατάξεις, εφάρμοσε διαδικασία λήψεως αποφάσεων η οποία έθιξε τα θεσμικά προνόμια του Κοινοβουλίου και προσέβαλε το δικαίωμά του να αντιταχθεί στα προβλεπόμενα σε αυτές τεχνικά μέτρα.

32.      Συναφώς, υπενθυμίζω ότι τόσο το Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο διατηρούν, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 3, του κανονισμού 2019/1241, την εξουσία να ανακαλούν ανά πάσα στιγμή την ανάθεση αρμοδιοτήτων στην οποία παραπέμπουν το άρθρο 10, παράγραφος 4, και το άρθρο 15, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Επίσης, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν αντιρρήσεις κατά των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογήν των εν λόγω διατάξεων εντός προθεσμίας δύο μηνών από τότε που θα τους κοινοποιηθούν (20). Το ίδιο ισχύει για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9 του κανονισμού 2019/472 (21).

33.      Αντιθέτως, αν μια πράξη εκδίδεται από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (όπως συνέβη με τον επίμαχο κανονισμό), το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να εκφράσει αντιρρήσεις κατά του περιεχομένου της. Η έκδοση της εν λόγω πράξεως είναι έργο αποκλειστικώς του Συμβουλίου.

34.      Κατά συνέπεια, η ουσία της υπό κρίση υποθέσεως έγκειται, πρωτίστως, στην οριοθέτηση των αντίστοιχων ρόλων του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά τη λήψη των τεχνικών μέτρων που προβλέπονται από τις προσβαλλόμενες διατάξεις. Η εκ μέρους του Δικαστηρίου ακύρωση των εν λόγω διατάξεων (όπως ζητεί το Κοινοβούλιο) θα επιβεβαίωνε το δικαίωμα του Κοινοβουλίου να ελέγχει τη λήψη των τεχνικών μέτρων που προβλέπονται σε αυτές είτε εκφράζοντας αντιρρήσεις κατ’ αυτών είτε ανακαλώντας τις αρμοδιότητες της Επιτροπής να εκδίδει τέτοιες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις στο μέλλον. Αντιθέτως, η απόρριψη της προσφυγής θα είχε ως συνέπεια να μπορεί νομίμως το Συμβούλιο να αποφασίζει ως προς τα εν λόγω ζητήματα μονομερώς βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

35.      Οι μετέχοντες στη διαδικασία διαφωνούν ως προς το αν η προσφυγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου κατόπιν της εκδόσεως του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324 από την Επιτροπή, στις 23 Αυγούστου 2021 (22). Θα εξετάσω πρώτα το ζήτημα αυτό, καθώς και τις συνέπειες που έχει για την υπό κρίση προσφυγή ο κανονισμός σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022 (υπό Α). Στη συνέχεια, θα εξετάσω τους δύο λόγους ακυρώσεως που προβάλλει το Κοινοβούλιο με την προσφυγή του και θα εκθέσω το σκεπτικό βάσει του οποίου φρονώ ότι οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι (υπό Β).

Α.      Οι συνέπειες του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324 και του κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022 όσον αφορά την ανάγκη εκδόσεως αποφάσεως

1.      Ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2021/2324

36.      Είναι κατ’ εμέ σαφές ότι, από της ενάρξεως ισχύος του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324, τα άρθρα 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού έχουν παύσει να ισχύουν. Όπως επισήμανα στο σημείο 21 των παρουσών προτάσεων, ο εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός αποσκοπεί στο να «ενσωματώσει σε μία ενιαία πράξη» τα τεχνικά μέτρα που αντιστοιχούν στα μέτρα τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού καθώς και ορισμένα άλλα μέτρα. Επιπλέον, το άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού ορίζει σαφώς ότι οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται μόνον «έως την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να εφαρμόζεται η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού [2019/1241] [...]».

37.      Ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2021/2324 εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του ως άνω άρθρου 15, παράγραφος 2, στις 23 Αυγούστου 2021 και τέθηκε σε ισχύ στις 30 Δεκεμβρίου 2021 (23). Κανένας από τους μετέχοντες στη διαδικασία επί της υπό κρίση προσφυγής δεν αμφισβητεί ότι τα μέτρα που προβλέπει ο κανονισμός αυτός αντιστοιχούν σε εκείνα στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού και ότι, επομένως, ουσιαστικά «έχει αντικαταστήσει» τις εν λόγω διατάξεις. Δεν αμφισβητούν ούτε ότι το άρθρο 20 του επίμαχου κανονισμού δεν επηρεάζεται από την έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη δεν μνημονεύεται ούτε στο άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού ούτε στον εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό.

38.      Δεδομένης της εξελίξεως αυτής, οι μετέχοντες στη διαδικασία διαφωνούν ως προς το αν η υπό κρίση προσφυγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου στον βαθμό που το Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση των άρθρων 15 έως 17 και 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού (24).

39.      Το μεν Κοινοβούλιο θεωρεί ότι, παρά την έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324 από την Επιτροπή, παραμένει η ανάγκη να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του κύρους των εν λόγω διατάξεων. Κατ’ ουσίαν, υποστηρίζει ότι, μολονότι ορισμένες διατάξεις του ως άνω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού αντανακλούν το περιεχόμενο των άρθρων 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού, οι εν λόγω διατάξεις εξακολουθούν να υφίστανται στο νομοθετικό τοπίο και πρέπει να εξαλειφθούν για λόγους ασφάλειας δικαίου. Επομένως, υποστηρίζει ότι η προσφυγή του δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου.

40.      Το δε Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, κατόπιν της εκδόσεως του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί του εν λόγω ζητήματος. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι από το άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι τα άρθρα 15 έως 17 του εν λόγω κανονισμού θα ίσχυαν μόνον μέχρι την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεως από την Επιτροπή επί των ζητημάτων που αφορούν οι εν λόγω διατάξεις. Εξάλλου, το Συμβούλιο προβάλλει ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση οι εν λόγω διατάξεις να παραγάγουν αποτελέσματα μετά το 2021.

41.      Εκ πρώτης όψεως, οφείλω να ομολογήσω ότι έως έναν βαθμό συμμερίζομαι τη συλλογιστική του Συμβουλίου. Αν τα άρθρα 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού έχουν παύσει να ισχύουν, ουδόλως είναι προφανές ότι το Κοινοβούλιο θα μπορούσε ακόμη να «αποκομίσει όφελος» από την εκ μέρους του Δικαστηρίου ακύρωση των εν λόγω διατάξεων. Συναφώς, επισημαίνω ότι τόσο το Συμβούλιο όσο και το Κοινοβούλιο ζητούν από το Δικαστήριο να διατηρηθούν τα αποτελέσματα και των τεσσάρων προσβαλλόμενων διατάξεων όσον αφορά το παρελθόν. Επομένως, με την προσφυγή του, το Κοινοβούλιο δεν επιδιώκει καν να μεταβάλει την «κατάσταση των πραγμάτων» που απέρρευσε από την εκ μέρους του Συμβουλίου θέσπιση των προσβαλλομένων διατάξεων.

42.      Δεδομένων των ανωτέρω, επισημαίνω ότι εν προκειμένω συντρέχουν τρεις τουλάχιστον συγκεκριμένοι λόγοι για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η υπό κρίση προσφυγή δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου κατόπιν της εκδόσεως του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324.

43.      Πρώτον, η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε από το Κοινοβούλιο κατά του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το Κοινοβούλιο δεν χρειάζεται να αποδείξει έννομο συμφέρον (25) για την άσκηση προσφυγής με αίτημα την ακύρωση αποφάσεων ή πράξεων, μεταξύ άλλων, του Συμβουλίου (26). Η διάταξη αυτή παρέχει στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να ασκήσει τέτοια προσφυγή προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα ενός κανονισμού του Συμβουλίου χωρίς να εξαρτά την άσκηση του δικαιώματος αυτού από την απόδειξη εννόμου συμφέροντος. (27)

44.      Δεύτερον, το Δικαστήριο έχει κρίνει παραδεκτή προσφυγή ακυρώσεως σε περιπτώσεις που το επίμαχο μέτρο είχε ήδη εφαρμοστεί ή είχε παύσει να ισχύει κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής (28). Φρονώ ότι το ίδιο μπορεί κατά μείζονα λόγο να ισχύσει στην περίπτωση προσφυγής ακυρώσεως η οποία αφορά μέτρο το οποίο (όπως τα άρθρα 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού) εξακολουθούσε να ισχύει κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, αλλά έπαυσε να ισχύει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τις εν λόγω περιστάσεις δεν προκύπτει κατά τρόπο αυτόματο ότι η προσφυγή καθίσταται άνευ αντικειμένου αφ’ ης στιγμής παύουν να ισχύουν οι επίμαχες διατάξεις ή η επίμαχη πράξη.

45.      Ειδικότερα, αυτό που έχει σημασία κατ’ εμέ είναι το αν η ακύρωση της πράξεως είναι αφ’ εαυτής ικανή να παραγάγει έννομες συνέπειες.

46.      Συναφώς, υπογραμμίζω ότι, όπως επισήμανα στο σημείο 31 των παρουσών προτάσεων, το Κοινοβούλιο προβάλλει ότι η εκ μέρους του Συμβουλίου μονομερής θέσπιση των προσβαλλομένων διατάξεων τού στέρησε το δικαίωμα να εξετάσει και, ενδεχομένως, να αντιταχθεί στα περιλαμβανόμενα σε αυτές τεχνικά μέτρα. Υποστηρίζει ότι, αν τα εν λόγω μέτρα είχαν ενσωματωθεί σε μία ή περισσότερες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, εκδιδόμενες από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10, παράγραφος 4, και του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2019/1241 καθώς και του άρθρου 9 του κανονισμού 2019/472, και όχι από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, θα είχε τη δυνατότητα να εισφέρει κατά κάποιον τρόπο στο περιεχόμενό τους.

47.      Αντιλαμβάνομαι ότι, με την προσφυγή του, το Κοινοβούλιο σκοπεί να διασφαλίσει ότι το Συμβούλιο δεν θα χρησιμοποιεί, στο μέλλον, τις εξουσίες λήψεως αποφάσεων που αντλεί από το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σε περιπτώσεις στις οποίες η άσκηση των εν λόγω εξουσιών επικαλύπτεται με ορισμένες κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητες και διαδικασίες της Επιτροπής που καθορίζονται στο οικείο παράγωγο δίκαιο (εν προκειμένω, άρθρο 10, παράγραφος 4, και άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2019/1241 καθώς και άρθρο 9 του κανονισμού 2019/472). Κατ’ ουσίαν, με την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής το Κοινοβούλιο αποσκοπεί στην έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία θα εμποδίζεται το Συμβούλιο να θεσπίσει στο μέλλον, βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, τεχνικά μέτρα αντίστοιχα με εκείνα των προσβαλλομένων διατάξεων.

48.      Επομένως, μολονότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις έχουν παύσει να ισχύουν και δεν παράγουν πλέον έννομα αποτελέσματα, η ακύρωσή τους είναι ικανή αφ’ εαυτής να έχει έννομες συνέπειες, ιδίως αποτρέποντας την εκ μέρους του Συμβουλίου επανάληψη της επικρινόμενης κανονιστικής πρακτικής (29). Για τον λόγο αυτόν, φρονώ ότι η υπό κρίση προσφυγή δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου κατόπιν της εκδόσεως του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324.

49.      Η γνώμη μου ως προς το ζήτημα αυτό ενισχύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου επί των διαδικασιών λόγω παραβάσεως. Γενικώς, οι προσφυγές λόγω παραβάσεως καθίστανται άνευ αντικειμένου όταν η προσαπτόμενη παράβαση έχει παύσει να παράγει αποτελέσματα πριν από τη εκπνοή της προθεσμίας που έχει τάξει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της. Εντούτοις, σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Επιτροπή μπορεί να εξακολουθεί να νομιμοποιείται να κινήσει διαδικασία ενώπιόν του παρά την παύση της παραβάσεως αυτής καθαυτήν. Οι περιπτώσεις αυτές είναι συνήθως εκείνες στις οποίες υπάρχει άμεσος κίνδυνος επαναλήψεως της παραβάσεως (30) ή η παράβαση έχει εποχιακό χαρακτήρα (31), καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα εξέφευγε του δικαστικού ελέγχου.

50.      Κατά τη γνώμη μου, μπορεί να συναχθεί αντιστοιχία μεταξύ της εν λόγω νομολογίας και της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι, και εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο με την άσκηση της προσφυγής αποσκοπεί στον αποκλεισμό του ενδεχομένου να επαναλάβει το Συμβούλιο την ενέργεια αυτή στο μέλλον. Επιπλέον, ο επίμαχος κανονισμός σκοπεί να καλύψει μια πολύ συγκεκριμένη –εν προκειμένω πολύ σύντομη– περίοδο (το έτος 2021), καθιστώντας δυσχερή όχι μόνον την έγκαιρη άσκηση προσφυγής εκ μέρους του Κοινοβουλίου, αλλά και την περάτωση της οικείας διαδικασίας πριν από την παύση της ισχύος του επίμαχου κανονισμού.

51.      Τρίτον, από πρακτικής απόψεως, πρέπει να προσθέσω ότι θα μου φαινόταν μάλλον περίεργο αν μια πράξη όπως ο επίμαχος κανονισμός, η οποία προορίζεται να παραμείνει σε ισχύ μόνον για ένα έτος (ή και για ακόμη λιγότερο), υπόκειτο σε προσβολή μόνον κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης αυτής περιόδου, χωρίς να υπάρχει τέτοια δυνατότητα μετά τη λήξη της περιόδου αυτής. Κατά τη γνώμη μου, θα ήταν εξωπραγματικό και βλαπτικό για τους προσφεύγοντες να απαιτεί απαρεγκλίτως το Δικαστήριο i) να προσβάλλουν την οικεία πράξη εντός ενός έτους κατ’ ανώτατο όριο (ή, ενδεχομένως, εντός ενός ακόμη συντομότερου χρονικού διαστήματος) μετά την έκδοση της πράξεως και ii) η ένδικη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου να διεξάγεται και να περατώνεται μέχρι την ίδια ημερομηνία.

52.      Είναι αληθές ότι, για τις εν λόγω υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εφαρμόζει «ταχεία διαδικασία» (κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 133, παράγραφοι 1 και 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου). Δεν παρέχεται όμως καμία εγγύηση ότι τούτο θα συμβεί (32). Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το απλό αυτό ενδεχόμενο δεν αρκεί για να διασφαλιστεί επαρκής πρόσβαση στο Δικαστήριο (33).

53.      Φρονώ ότι η πραγματιστική προσέγγιση την οποία προτείνω να ακολουθήσει το Δικαστήριο είναι κατά μείζονα λόγο επιβεβλημένη όταν, όπως εν προκειμένω, η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το Δικαστήριο έχει συνταγματικές διαστάσεις και αφορά τον επιμερισμό νομοθετικών αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφόρων θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιον λόγο ένα ένδικο βοήθημα με το οποίο προβάλλεται έλλειψη νομικής βάσεως ή παράτυπη θέσπιση μιας πράξεως θα πρέπει να παραλειφθεί από το πινάκιο του Δικαστηρίου, για τον λόγο και μόνον ότι οι έννομες συνέπειες της πράξεως αυτής είναι «βραχύβιες». Το αποτέλεσμα αυτό θα καθιστούσε, εν τέλει, αδύνατη την εκ μέρους του Δικαστηρίου άσκηση του δικαστικού του ελέγχου και, ενδεχομένως, την αποτροπή της μελλοντικής εκδόσεως παρόμοιων πράξεων.

54.      Για τους λόγους αυτούς, εκτιμώ ότι το Δικαστήριο εξακολουθεί να οφείλει να αποφανθεί επί της υπό κρίση προσφυγής παρά την έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324.

2.      Ο κανονισμός σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022

55.      Η έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324 δεν ήταν η μόνη εξέλιξη που επήλθε μετά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής από το Κοινοβούλιο. Όπως επισήμανα στο σημείο 22 των παρουσών προτάσεων, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 27 Ιανουαρίου 2022 τον κανονισμό σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022, ο οποίος κατ’ ουσίαν αντικατέστησε τον επίμαχο κανονισμό. Ο εν λόγω κανονισμός τέθηκε σε ισχύ την στις 31 Ιανουαρίου 2022. Δυνάμει του άρθρου 59, πρώτο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού (34), το άρθρο 20 του εν λόγω κανονισμού έπαυσε να ισχύει κατά την ίδια αυτή ημερομηνία. Επομένως, ενώ η θέση σε ισχύ του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324 έθεσε τέρμα στην εφαρμογή των άρθρων 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού, η ως άνω διάταξη κατέστη ανεφάρμοστη λόγω του κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022.

56.      Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η οποία ετέθη βάσει του άρθρου 62 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο διευκρίνισαν ότι η θέσπιση του κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022 δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση προσφυγή. Το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι το άρθρο 18 του κανονισμού αυτού αναπαράγει τον κατάλογο των απαγορευμένων ειδών που περιέχεται στο άρθρο 20 του επίμαχου κανονισμού (οπότε η εν λόγω διάταξη εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα). Επιπλέον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι, παρά την έκδοση του κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022, υφίσταται κίνδυνος η προβαλλόμενη παράνομη συμπεριφορά (η εκ μέρους του Συμβουλίου θέσπιση τεχνικών μέτρων που να αντιστοιχούν σε αυτά των προσβαλλομένων διατάξεων) να επαναληφθεί στο μέλλον.

57.      Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. Εκτιμά ότι, μετά την έκδοση του κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022, η υπό κρίση προσφυγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου όσον αφορά το άρθρο 20 του επίμαχου κανονισμού. Κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα αυτό προκύπτει προδήλως από το άρθρο 59, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού.

58.      Φρονώ ότι οι σκέψεις που ανέπτυξα στην προηγούμενη ενότητα, σχετικά με τα άρθρα 15 έως 17 και 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού, ισχύουν κατ’ αναλογίαν και για το άρθρο 20 του ίδιου κανονισμού, όσον αφορά τις συνέπειες που έχει για την εν λόγω διάταξη η έκδοση του κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022.

59.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι, μολονότι καμία από τις προσβαλλόμενες διατάξεις δεν παραμένει σε ισχύ, εντούτοις εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη να εκδοθεί απόφαση επί της υπό κρίση προσφυγής.

Β.      Επί της ουσίας

60.      Το Κοινοβούλιο προβάλλει δύο λόγους προς στήριξη της προσφυγής του ακυρώσεως. Πρώτον, υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο ενήργησε κατά καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπουν οι βασικοί κανονισμοί. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο παραβίασε την «αρχή της καλόπιστης συνεργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ (35). Θα εξετάσω καθέναν από τους ως άνω λόγους διαδοχικά.

1.      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπουν οι βασικοί κανονισμοί

α)      Τα κύρια επιχειρήματα των διαδίκων

1)      Τα κύρια επιχειρήματα του Κοινοβουλίου

61.      Κατ’ ουσίαν, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι οι εξουσίες του Συμβουλίου να θεσπίζει τεχνικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι περιορισμένες στον βαθμό που το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν συμφωνήσει, με μία ή περισσότερες νομοθετικές πράξεις εκδοθείσες βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ότι εξουσία θέσπισης τέτοιων μέτρων έχει η Επιτροπή και όχι το Συμβούλιο.

62.      Εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο φρονεί ότι, καθόσον το άρθρο 10, παράγραφος 4, και το άρθρο 15 του κανονισμού 2019/1241, καθώς και το άρθρο 9 του κανονισμού 2019/472 (τα οποία στο σύνολό τους θεσπίστηκαν δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ) παρείχαν ρητώς στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίσει τεχνικά μέτρα όπως οι προβλεπόμενοι από τις προσβαλλόμενες διατάξεις, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ για να θεσπίσει τις εν λόγω διατάξεις μονομερώς (36).

63.      Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι εν προκειμένω πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου για να διαπιστωθεί η ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας. Επισημαίνει ότι το Συμβούλιο αναγνώρισε ρητώς, στην αιτιολογική σκέψη 59 και στο άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού, ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε επιφορτιστεί με τη θέσπιση των τεχνικών μέτρων των άρθρων 15 έως 17 του εν λόγω κανονισμού. Εξάλλου, φρονεί ότι το Συμβούλιο δεν παρέσχε καμία δικαιολογία σχετικά με τον λόγο για τον οποίο εξέδωσε το ίδιο, και όχι η Επιτροπή, τις προσβαλλόμενες διατάξεις, εξηγώντας, επί παραδείγματι, τους λόγους για τους οποίους η θέσπισή τους από την Επιτροπή ήταν αδύνατη εν προκειμένω.

64.      Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει περαιτέρω ότι, αν η θέσπιση των τεχνικών μέτρων που προβλέπονται στις προσβαλλόμενες διατάξεις δικαιολογούνταν από επιτακτικές περιστάσεις, τότε η κατάλληλη νομική βάση για τη θέσπισή τους θα ήταν τα άρθρα 12 και 13 του κανονισμού 1380/2013. Δυνάμει των διατάξεων αυτών, τα καλούμενα «επείγοντα» μέτρα (που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση σοβαρής απειλής για τη διατήρηση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων ή για το θαλάσσιο οικοσύστημα) μπορούν να θεσπιστούν είτε από την Επιτροπή (37) είτε από τα κράτη μέλη (38), αλλά όχι από το Συμβούλιο. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι, ελλείψει τέτοιων επειγουσών περιστάσεων, από το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2019/472 προκύπτει σαφώς ότι διορθωτικά μέτρα (μέτρα που λαμβάνονται για την ταχεία επάνοδο του οικείου αποθέματος ή λειτουργικής μονάδας σε συγκεκριμένα επίπεδα) μπορούν να θεσπίζονται μόνον από την Επιτροπή με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις.

65.      Τέλος, το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι, όπως ακριβώς η εξουσία του Συμβουλίου να θεσπίζει τεχνικά μέτρα «σχετικά με τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων» απορρέει από το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή αντλεί τα γενικά της προνόμια για την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων από το άρθρο 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, επομένως, επίσης από το πρωτογενές δίκαιο.

2)      Τα κύρια επιχειρήματα του Συμβουλίου και της Επιτροπής

66.      Το Συμβούλιο αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του Κοινοβουλίου. Κατ’ αυτό, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος καθόσον το Κοινοβούλιο ερμηνεύει κατά τρόπο εσφαλμένο την έννοια της «καταστρατηγήσεως της διαδικασίας» και δεν έχει κατανοήσει ορθώς τον σκοπό και το περιεχόμενο των προσβαλλομένων διατάξεων.

67.      Το Συμβούλιο υποστηρίζει περαιτέρω ότι η θέσπιση των προσβαλλομένων διατάξεων είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι το αντικείμενό τους συνδέεται με τον «καθορισμό [...] των αλιευτικών δυνατοτήτων». Αντιθέτως, τα τεχνικά μέτρα που μνημονεύονται στους βασικούς κανονισμούς αφορούν διαφορετικούς και ευρύτερους σκοπούς από ό,τι οι εν λόγω διατάξεις.

68.      Το Συμβούλιο παρατηρεί ότι από κανένα στοιχείο των βασικών κανονισμών δεν συνάγεται ότι οι εξουσίες που απονέμονται στην Επιτροπή με το άρθρο 10, παράγραφος 4, και το άρθρο 15 του κανονισμού 2019/1241 καθώς και με το άρθρο 9 του κανονισμού 2019/472 προορίζονταν να είναι αποκλειστικές υπό την έννοια ότι εμποδίζουν το Συμβούλιο να θεσπίζει τεχνικά μέτρα επί των ίδιων ζητημάτων.

69.      Το Συμβούλιο επισημαίνει περαιτέρω ότι το άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού ορίζει ρητώς ότι τα άρθρα 15 έως 17 του εν λόγω κανονισμού θα έπαυαν να ισχύουν αφ’ ης στιγμής η Επιτροπή εξέδιδε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία να ρυθμίζει τα ίδια ζητήματα με τις εν λόγω διατάξεις. Τούτο θα καταδείκνυε με σαφήνεια ότι το Συμβούλιο δεν είχε την πρόθεση να υπερβεί τα όρια των εξουσιών του. Ομοίως, το άρθρο 20 του επίμαχου κανονισμού θα σκοπούσε στο να διατηρήσει πλήρως την εξουσία της Επιτροπής να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2019/1241. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις θεσπίστηκαν λίγο μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε μια συγκυρία στην οποία εξακολουθούσε να επικρατεί μεγάλη αβεβαιότητα όσον αφορά τον «καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων» για το έτος 2021 και ενώ ήταν σαφές ότι η Επιτροπή θα έπρεπε ακόμη να συμπληρώσει τη δική της πρόταση πριν εκδώσει οποιαδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη επί των εν λόγω ζητημάτων.

70.      Η Επιτροπή συμφωνεί, γενικώς, με την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου. Υπογραμμίζει ότι κανένα στοιχείο των βασικών κανονισμών δεν την υποχρεώνει να θεσπίζει τεχνικά μέτρα σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν οι προσβαλλόμενες διατάξεις.

71.      Η Επιτροπή εκθέτει επίσης ότι, δεδομένου ότι τα προγενέστερα διορθωτικά μέτρα (αυτά που περιέχονται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/123 (39)) είχαν παραμείνει σε ισχύ μόνο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2020, ήταν αναγκαίο να θεσπιστούν από το Συμβούλιο νέα τεχνικά μέτρα στις αρχές του 2021 (40). Η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε θεσπίσει τα εν λόγω νέα μέτρα με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, αν είχε υποβληθεί εγκαίρως κοινή σύσταση εκ μέρους των κρατών μελών (41). Ωστόσο, καμία κοινή σύσταση δεν υποβλήθηκε επισήμως (στην τελική της μορφή) στην Επιτροπή μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου 2020 (42). Η κάλυψη του εν λόγω κενού κατέστη εφικτή με το ανεπίσημο έγγραφο της Επιτροπής (το οποίο οδήγησε στη θέσπιση των προσβαλλομένων διατάξεων από το Συμβούλιο).

β)      Ανάλυση

72.      Όπως έχει κρίνει κατ’ επανάληψη το Δικαστήριο, μια πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας όταν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι έχει εκδοθεί με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό διαφορετικό από τον επιδιωκόμενο με την παροχή της συγκεκριμένης εξουσίας ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων (43).

73.      Εν προκειμένω, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως του Κοινοβουλίου συνίσταται, κατ’ ουσίαν, στο ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τις προσβαλλόμενες διατάξεις, καταστρατήγησε την προβλεπόμενη στους βασικούς κανονισμούς διαδικασία για τη θέσπιση των τεχνικών μέτρων, βάσει της οποίας αποκλειστικά αρμόδια για τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων είναι η Επιτροπή.

74.      Εντούτοις, φρονώ ότι τα όσα προβάλλει το Κοινοβούλιο πρέπει να απορριφθούν. Το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν αποδεικνύει ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις θεσπίστηκαν με αποκλειστικό ή πρωταρχικό σκοπό την επίτευξη στόχων διαφορετικών από εκείνους για τους οποίους έχουν απονεμηθεί στο Συμβούλιο οι προβλεπόμενες στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ εξουσίες ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά από τη Συνθήκη ΛΕΕ για την αντιμετώπιση των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

75.      Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποσαφηνίσει τα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι το Συμβούλιο έχει την εξουσία να θεσπίζει μέτρα που, μεταξύ άλλων, αφορούν τον «καθορισμό [...] των αλιευτικών δυνατοτήτων» και του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι αυτοτελείς αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει πολιτικών συμφερόντων της Ένωσης ανήκουν σε τομέα αρμοδιότητας του νομοθέτη της Ένωσης (ήτοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ). Αντιθέτως, το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή όσον αφορά τεχνικά κατά κύριο λόγο μέτρα που υλοποιούν τις εν λόγω επιλογές (44).

76.      Με τις προτάσεις του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (45), ο γενικός εισαγγελέας N. Wahl διευκρίνισε ότι από την εν λόγω νομολογία προκύπτει ότι η συνήθης νομοθετική διαδικασία του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ εφαρμόζεται για την έκδοση των γενικότερης σημασίας μέτρων, ήτοι των μέτρων που είναι αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της ΚΑΠ, ενώ η μη νομοθετική διαδικασία του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ πρέπει να εφαρμόζεται μόνο για ένα ορισμένο είδος ρυθμιστικών μέτρων. Επομένως, τα μέτρα που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ πρέπει να είναι μόνον εκείνα τα οποία συνδέονται στενά με το ποιοι δικαιούνται να αλιεύουν τι και πού, καθώς και με τους όρους που έχουν λειτουργική σχέση με τα ζητήματα αυτά (46), στα οποία μέτρα δεν εμπεριέχεται οποιοδήποτε τεχνικό μέτρο συνδέεται κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τις αλιευτικές δυνατότητες. Το καθοριστικό στοιχείο είναι, όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο, αν το επίμαχο μέτρο προϋποθέτει πολιτική επιλογή που να επαφίεται στον νομοθέτη της Ένωσης λόγω του ότι είναι απαραίτητο για την επίτευξη στόχων της κοινής πολιτικής στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας (47).

77.      Εν προκειμένω, θεωρώ προφανές ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις συνδέονται λειτουργικώς με τον «καθορισμό [...] των αλιευτικών δυνατοτήτων», κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, και όχι με πολιτική επιλογή που επαφίεται στον νομοθέτη της Ένωσης (48).

78.      Πράγματι, όπως επισημαίνουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, οι προσβαλλόμενες διατάξεις αποσκοπούν στη βελτίωση της επιλεκτικότητας των αλιευτικών εργαλείων (άρθρα 15 έως 17) και στην προστασία ορισμένων ειδών (άρθρο 20). Οι εν λόγω διατάξεις θεσπίστηκαν ως εναλλακτική λύση έναντι της μείωσης των TAC σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι είχε ήδη αποφασιστεί για το έτος εκείνο. Τούτο επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική σκέψη 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324, κατά την οποία τα μέτρα που προβλέπουν οι προσβαλλόμενες διατάξεις «συνδέονταν λειτουργικά με τα επίπεδα των συνολικών επιτρεπόμενων αλιευμάτων (TAC) για στοχευόμενα είδη που αλιεύονται», δεδομένου ότι, «χωρίς τα εν λόγω μέτρα, τα εν λόγω επίπεδα TAC θα έπρεπε να μειωθούν ώστε να καταστεί δυνατή η αποκατάσταση των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων» (49).

79.      Εξάλλου, σε αντίθεση με τις τροποποιήσεις που επέφερε το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και οι οποίες βρίσκονταν στο επίκεντρο της αποφάσεως Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (50), οι προσβαλλόμενες διατάξεις εφαρμόζονται μόνον υπό συγκεκριμένες περιστάσεις (δεδομένου ότι προορίζονται να εφαρμοστούν σε συγκεκριμένους τύπους σκαφών, τα οποία αλιεύουν αποκλειστικά σε ορισμένες ζώνες και στοχεύουν μόνο σε ορισμένα είδη) και για χρονικό διάστημα ενός έτους (το έτος 2021). Δεν σκοπούν στην προσαρμογή του γενικού μηχανισμού καθορισμού των TAC και των περιορισμών της αλιευτικής προσπάθειας προκειμένου να εξαλείψουν τα προβλήματα τα οποία προκάλεσε η εφαρμογή των προγενέστερων κανόνων ούτε στον προσδιορισμό του νομικού πλαισίου εντός του οποίου καθορίζονται τα εν λόγω TAC και οι περιορισμοί της αλιευτικής προσπάθειας (51).

80.      Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις εμπίπτουν στο πεδίο των εξουσιών που απονέμονται στο Συμβούλιο από το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

81.      Όσον αφορά τώρα το ειδικό ζήτημα αν το Συμβούλιο μπορούσε νομίμως να χρησιμοποιήσει την εν λόγω νομική βάση για τη θέσπιση των τεχνικών μέτρων που προβλέπονται στις προσβαλλόμενες διατάξεις παρά το γεγονός ότι οι βασικοί κανονισμοί προέβλεπαν τη θέσπιση των μέτρων αυτών από την Επιτροπή, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το Συμβούλιο μπορεί να χρησιμοποιήσει το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ως νομική βάση για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων στο πλαίσιο της ΚΑΠ υπό τον όρο ότι το Συμβούλιο οφείλει να ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του και, ενδεχομένως, εντός του νομικού πλαισίου που έχει ήδη θεσπιστεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (52). Επομένως, η έκταση της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει το Συμβούλιο όσον αφορά τη θέσπιση μέτρων βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ εξαρτάται από το περιθώριο δράσεως το οποίο έχει αποφασίσει να του παραχωρήσει ο νομοθέτης της Ένωσης. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετάσω κατά πόσον με το νομικό πλαίσιο που είχε καθιερωθεί στους βασικούς κανονισμούς ο νομοθέτης της Ένωσης απέβλεπε να περιορίσει την εξουσία δράσεως του Συμβουλίου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

82.      Συναφώς, φρονώ ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος από τους δύο βασικούς κανονισμούς περιέχουν οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι οι εξουσίες που απονέμονται στην Επιτροπή, αντιστοίχως, με το άρθρο 10, παράγραφος 4, και το άρθρο 15 του κανονισμού 2019/1241 καθώς και με το άρθρο 9 του κανονισμού 2019/472 προορίζονταν να εμποδίσουν το Συμβούλιο να θεσπίσει τεχνικά μέτρα σχετικά με τα ίδια ζητήματα σε περίπτωση στην οποία, όπως εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν έχει παρέμβει και δεν έχει εκδώσει η ίδια κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις. Συμφωνώ με το Κοινοβούλιο ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να στερήσει από την Επιτροπή τις εξουσίες που της ανατίθενται από τις εν λόγω διατάξεις, διαφορετικά οι διατάξεις αυτές θα καθίσταντο άνευ αντικειμένου και το Συμβούλιο θα παραβίαζε το πλαίσιο που θέτουν οι διατάξεις αυτές. Εντούτοις, είναι κατ’ εμέ σαφές ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε τέτοια παραβίαση όταν θέσπισε τις προσβαλλόμενες διατάξεις.

83.      Πράγματι, από το άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι τα άρθρα 15 έως 17 θα έπαυαν να έχουν εφαρμογή αφ’ ης στιγμής η Επιτροπή εξέδιδε μία ή περισσότερες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σχετικά με τα ίδια τεχνικά μέτρα. Κατά συνέπεια, εκτιμώ, όπως ακριβώς το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις είχαν εξαρχής προσωρινό χαρακτήρα και ότι το Συμβούλιο δεν οικειοποιήθηκε, αλλά αντιθέτως ρητώς επιδίωξε να διαφυλάξει την αρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις.

84.      Πράγματι, η εν λόγω αρμοδιότητα της Επιτροπής αναγνωρίζεται όχι μόνο στο άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού, αλλά και στην αιτιολογική σκέψη 59 του ίδιου κανονισμού, στην οποία επισημαίνεται ότι τα τεχνικά μέτρα που θα αποφασίσει η Επιτροπή βάσει του κανονισμού 2019/1241 είναι «πιο ολοκληρωμένα και θα εφαρμόζονται σε πιο σταθερή βάση» από ό,τι τα τεχνικά μέτρα που διαλαμβάνονται στις προσβαλλόμενες διατάξεις.

85.      Τούτου δεδομένου, οδηγούμαι χωρίς δυσκολία στο συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο όχι μόνον ενήργησε εντός των ορίων των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, αλλά και εντός του ειδικού νομικού πλαισίου που είχε ήδη θεσπισθεί βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

86.      Το ως άνω συμπέρασμα ουδόλως αναιρείται από το επιχείρημα του Κοινοβουλίου που εκτίθεται στο σημείο 63 των παρουσών προτάσεων, κατά το οποίο οι προσβαλλόμενες διατάξεις έπρεπε να έχουν θεσπιστεί είτε ως «επείγοντα» μέτρα προς αντιμετώπιση σοβαρής απειλής για τη διατήρηση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων, είτε, ελλείψει τέτοιων επιτακτικών περιστάσεων, από την Επιτροπή με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, δεδομένου ότι μόνον οι εν λόγω δύο επιλογές προβλέπονταν από το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2019/472.

87.      Συμφωνώ με τη θέση του Κοινοβουλίου ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις δεν συνιστούν «επείγοντα μέτρα» προς αντιμετώπιση σοβαρής απειλής για τη διατήρηση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων. Δεδομένου τούτου, φρονώ πάντως ότι συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις οι οποίες εξηγούν τους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο παρενέβη και θέσπισε τις προσβαλλόμενες διατάξεις ως προς την ενδιάμεση περίοδο κατά την οποία η Επιτροπή δεν είχε ακόμη κάνει χρήση της έτερης δυνατότητας που ρητώς παρέχει το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2019/472 και δεν είχε εκδώσει, κατ’ εφαρμογήν των εν λόγω διατάξεων, μία ή περισσότερες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις.

88.      Όπως εξήγησε η Επιτροπή, τα προγενέστερα διορθωτικά μέτρα (αυτά που διαλαμβάνονται στο άρθρο 13 του κανονισμού 2020/123) είχαν παραμείνει σε ισχύ μόνον έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020 και, δεδομένου ότι οι προσπάθειες επικεντρώνονταν στην επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με εναρμονισμένα λειτουργικά συνδεδεμένα τεχνικά μέτρα μετά το Brexit, δεν υποβλήθηκε εγκαίρως κοινή σύσταση ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη στις αρχές του 2021. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική σκέψη 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324, στην οποία επισημαίνεται ότι το Βέλγιο, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιρλανδία και οι Κάτω Χώρες, μολονότι υπέβαλαν μια πρώτη κοινή σύσταση τον Μάιο του 2020, υπέβαλαν την αναθεωρημένη κοινή σύστασή τους μόλις στις 14 Δεκεμβρίου 2020.

89.      Στο πλαίσιο αυτό, είναι σαφές ότι η θέσπιση των προσβαλλομένων διατάξεων από το Συμβούλιο ήλθε να καλύψει ένα κενό το οποίο διαφορετικά θα παρέμενε για μέρος του έτους 2021, αν όχι για ολόκληρο το έτος αυτό.

90.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν υφίσταται κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τις προσβαλλόμενες διατάξεις, ενήργησε καθ’ υπέρβαση ή κατά κατάχρηση εξουσίας.

91.      Δεδομένου ότι δεν ευδοκίμησε κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε το Κοινοβούλιο προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

2.      Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας

α)      Τα κύρια επιχειρήματα των διαδίκων

92.      Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο, μη τηρώντας τη διαδικασία που καθορίζεται στους βασικούς κανονισμούς, παραβίασε την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας.

93.      Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εν λόγω αρχή επιτάσσει κάθε θεσμικό όργανο να ασκεί τις αρμοδιότητές του σεβόμενο τις αρμοδιότητες των υπολοίπων. Υπενθυμίζει επίσης ότι η διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (53), η οποία συνήφθη βάσει του άρθρου 295 ΣΛΕΕ, παράγει δεσμευτικά αποτελέσματα έναντι του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Το σημείο 25 της συμφωνίας αυτής προβλέπει ότι λαμβάνει χώρα ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των εν λόγω τριών θεσμικών οργάνων «[α]ν προβλέπεται τροποποίηση της νομικής βάσης που συνεπάγεται αλλαγή από τη συνήθη νομοθετική διαδικασία σε ειδική νομοθετική διαδικασία ή σε μη νομοθετική διαδικασία». Το σημείο 2 του παραρτήματος της εν λόγω συμφωνίας (54) υποχρεώνει τα θεσμικά όργανα να συνεργάζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας με στόχο την ομαλή άσκηση της ανατιθέμενης εξουσίας και τον αποτελεσματικό έλεγχο της εν λόγω εξουσίας από το Κοινοβούλιο. Εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι το Συμβούλιο κατ’ ουσίαν τού στέρησε την εξουσία να ασκήσει τον εν λόγω έλεγχο.

94.      Κατά το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο όφειλε να έχει διαβουλευθεί με το Κοινοβούλιο σχετικά με την πρόθεσή του να θεσπίσει τις προσβαλλόμενες διατάξεις βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, κατά παράβαση των βασικών κανονισμών.

95.      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει τα ως άνω επιχειρήματα. Παραπέμπει στην επιχειρηματολογία του σχετικά με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως. Κατά τη γνώμη του, από το γεγονός ότι δεν συντρέχει καταστρατήγηση της διαδικασίας (στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως) προκύπτει ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν σημειώθηκε παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας.

96.      Το Συμβούλιο προσθέτει ότι η διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Διατείνεται ότι ο επίμαχος κανονισμός εκδόθηκε με την ίδια νομική βάση με εκείνη την οποία εισηγήθηκε η Επιτροπή με την πρότασή της και ότι, κατά συνέπεια, οι ενέργειες του Συμβουλίου δεν συνιστούσαν «τροποποίηση της νομικής βάσης» κατά την έννοια του σημείου 25 της εν λόγω συμφωνίας.

β)      Ανάλυση

97.      Βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, τα θεσμικά όργανα συνεργάζονται μεταξύ τους καλή τη πίστει. Πλην όμως η εν λόγω καλόπιστη συνεργασία πρέπει να λαμβάνει χώρα χωρίς να παρακάμπτονται τα όρια που τίθενται από τις εξουσίες τις οποίες απονέμουν οι Συνθήκες σε έκαστο θεσμικό όργανο. Συνεπώς, η υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ δεν μπορεί να τροποποιήσει τις εξουσίες αυτές (55).

98.      Όσον αφορά το ζήτημα αν το Συμβούλιο παραβίασε την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας θεσπίζοντας τις προσβαλλόμενες διατάξεις, επισημαίνω ότι το Κοινοβούλιο προβάλλει στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως επιχειρήματα παρόμοια προς εκείνα που προέβαλε προηγουμένως στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

99.      Από την προηγούμενη ενότητα των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως του Κοινοβουλίου πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο ότι το Συμβούλιο δεν ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας στην υπό κρίση υπόθεση. Κατά συνέπεια, δεδομένου του στενού συνδέσμου μεταξύ των επιχειρημάτων που προβάλλει το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο αμφοτέρων των λόγων ακυρώσεως, συμφωνώ με το Συμβούλιο και την Επιτροπή ότι εν προκειμένω δεν σημειώθηκε παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας. Κατά τη γνώμη μου, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

100. Το ως άνω συμπέρασμά μου δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που προέβαλε το Κοινοβούλιο σχετικά με τη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

101. Πράγματι, από την προηγούμενη ενότητα προκύπτει ότι η Επιτροπή ουδόλως εμποδίστηκε να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη κατ’ εφαρμογήν των βασικών κανονισμών (συγκεκριμένα, του άρθρου 10, παράγραφος 4, και του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2019/1241 καθώς και του άρθρου 9 του κανονισμού 2019/472). Επομένως, η θέσπιση των προσβαλλομένων διατάξεων από το Συμβούλιο δεν συνιστούσε «τροποποίηση της νομικής βάσης» κατά την έννοια του σημείου 25 της εν λόγω συμφωνίας.

102. Επιπλέον, και πάλι δεδομένου ότι η Επιτροπή διατήρησε πλήρως την εξουσία να εκδώσει τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2021/2324 (και εν τέλει πράγματι τον εξέδωσε), φρονώ ότι το Κοινοβούλιο ουδόλως στερήθηκε την εξουσία του να εποπτεύσει την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά την έννοια του σημείου 2 του παραρτήματος της ίδιας συμφωνίας και ότι στην πραγματικότητα είχε κάθε δυνατότητα να ασκήσει τον εν λόγω έλεγχο στην υπό κρίση υπόθεση.

103. Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η υπό κρίση προσφυγή πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί ως αβάσιμη.

3.      Επί του αιτήματος διατηρήσεως των αποτελεσμάτων των προσβαλλομένων διατάξεων

104. Δεδομένου ότι οι δύο λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει το Κοινοβούλιο πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθούν και η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, εκτιμώ ότι παρέλκει η απόφανση του Δικαστηρίου επί του αιτήματος των διαδίκων να διατηρηθούν τα αποτελέσματα των προσβαλλομένων διατάξεων.

105. Συναφώς, επιθυμώ απλώς να επισημάνω ότι απόφαση περί διατηρήσεως των αποτελεσμάτων ακυρωθείσας πράξεως δικαιολογείται συνήθως όταν τούτο επιβάλλεται από σοβαρούς λόγους που άπτονται της ασφάλειας δικαίου ή όταν η διατήρηση των αποτελεσμάτων είναι αναγκαία για την αποφυγή σοβαρών αρνητικών συνεπειών στον οικείο τομέα και η νομιμότητα της επίμαχης πράξεως δεν αμφισβητείται λόγω του σκοπού της ή του περιεχομένου της αλλά για λόγους αναρμοδιότητας ή παραβάσεως ουσιώδους τύπου (56).

106. Εν προκειμένω, φρονώ ότι όλοι οι μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία διαφωνούν μόνον ως προς τη χρησιμοποιηθείσα νομική βάση, αλλά όχι ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο των προσβαλλομένων διατάξεων. Περαιτέρω, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η αναδρομική εξαφάνιση των αποτελεσμάτων των προσβαλλομένων διατάξεων όχι μόνο θα ήταν προβληματική από απόψεως ασφαλείας δικαίου, αλλά θα μπορούσε επιπλέον να έχει σοβαρές συνέπειες για τον τομέα της αλιείας, διότι τούτο θα σήμαινε ότι κανένας από τους περιορισμούς που προβλέπονται στις προσβαλλόμενες διατάξεις (όσον αφορά τα αλιευτικά εργαλεία ή τα απαγορευμένα είδη) δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί για το έτος 2021. Συναφώς, προσθέτω ότι κανένας από τους μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία δεν αμφισβητεί ότι τα μέτρα που προβλέπονται στις εν λόγω διατάξεις αποσκοπούν στην προώθηση των στόχων της ΚΑΠ για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων και τη διασφάλιση της βιώσιμης εκμεταλλεύσεως των έμβιων υδρόβιων πόρων. Επισημαίνω περαιτέρω ότι οι δύο πράξεις που εκδόθηκαν μετά τον επίμαχο κανονισμό, ήτοι ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2021/2324 και ο κανονισμός σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022, αναπαράγουν στην πραγματικότητα το περιεχόμενο των προσβαλλομένων διατάξεων (57).

107. Επομένως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν συμμεριστεί τη γνώμη μου ότι το Συμβούλιο είχε την εξουσία να θεσπίσει τις προσβαλλόμενες διατάξεις, φρονώ ότι τα αποτελέσματα των διατάξεων αυτών πρέπει να διατηρηθούν.

VII. Πρόταση

108. Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:

–        να απορρίψει την προσφυγή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με αίτημα την ακύρωση των άρθρων 15 έως 17, 20 και 59, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 2021/92 του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2021, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2021, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα και για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα· και

–        να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2021, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2021, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα και για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα (ΕΕ 2021, L 31, σ. 31).


3      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2019, για τη θέσπιση πολυετούς σχεδίου για τα αποθέματα που αλιεύονται στα Δυτικά Ύδατα και στα παρακείμενα ύδατα, και τις αλιευτικές δραστηριότητες εκμετάλλευσης των εν λόγω αποθεμάτων, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2016/1139 και (ΕΕ) 2018/973, και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 811/2004, (ΕΚ) αριθ. 2166/2005, (ΕΚ) αριθ. 388/2006, (ΕΚ) αριθ. 509/2007 και (ΕΚ) αριθ. 1300/2008 (ΕΕ 2019, L 83, σ. 1).


4      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, σχετικά με τη διατήρηση αλιευτικών πόρων και την προστασία θαλάσσιων οικοσυστημάτων μέσω τεχνικών μέτρων, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1967/2006, (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1380/2013, (ΕΕ) 2016/1139, (ΕΕ) 2018/973, 2019/472 και (ΕΕ) 2019/1022 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 894/97, (ΕΚ) αριθ. 850/98, (ΕΚ) αριθ. 2549/2000, (ΕΚ) αριθ. 254/2002, (ΕΚ) αριθ. 812/2004 και (ΕΚ) αριθ. 2187/2005 του Συμβουλίου (ΕΕ 2019, L 198, σ. 105, και διορθωτικό ΕΕ 2019, L 231, σ. 31).


5      Δυνάμει του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, «[μ]ε νομοθετική πράξη μπορεί να ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης μη νομοθετικών πράξεων γενικής ισχύος που συμπληρώνουν ή τροποποιούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξης».


6      Kανονισμός (EE) 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, την τροποποίηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1954/2003 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 και (ΕΚ) αριθ. 639/2004 και της απόφασης 2004/585/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 354, σ. 22).


7      Πριν από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Βορειοδυτικά Ύδατα ανήκαν εξ ολοκλήρου στα ενωσιακά ύδατα και περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, την Κελτική Θάλασσα, τη Θάλασσα της Ιρλανδίας και τα δυτικά της Σκωτίας [βλ. παράρτημα I της αποφάσεως του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2004, για την ίδρυση περιφερειακών γνωμοδοτικών συμβουλίων δυνάμει της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΕΕ 2004, L 256, σ. 17)· βλ., επίσης, τον χάρτη που είναι αναρτημένος στον ιστότοπο του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Βορειοδυτικών Υδάτων στην ακόλουθη διεύθυνση: https://www.nwwac.org/_fileupload/Structure%20of%20NWWAC/NWWAC_Area_Map%20incl%20EU%20zone.pdf].


8      Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση των Θαλασσών.


9      ΕΕ 2021, L 465, σ. 1.


10      Βλ. κανονισμό (ΕΕ) 2022/109 του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2022, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2022, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα και για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα (ΕΕ 2022, L 21, σ. 1).


11      Βλ. άρθρο 60 του κανονισμού 2022/109.


12      Βλ. άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 20, του κανονισμού (ΕΕ) 1380/2013.


13      Βλ. αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 2019/1241.


14      Βλ. απόφαση της 15ης Μαΐου 2008, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C‑442/04, EU:C:2008:276, σκέψη 42). Επισημαίνω ότι η αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 2019/1241 αναφέρεται στην «επίτευξη των στόχων της [ΚΑΠ] για την αλίευση στα επίπεδα μέγιστης βιώσιμης απόδοσης, τη μείωση των ανεπιθύμητων αλιευμάτων και την εξάλειψη των απορρίψεων και [στη συμβολή] στην επίτευξη καλής περιβαλλοντικής κατάστασης».


15      Συναφώς, επισημαίνω ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1380/2013 περιέχει μη εξαντλητικό κατάλογο του τι μπορεί να περιλαμβάνεται στα «τεχνικά μέτρα». Εντούτοις, καμία από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού δεν αναφέρει ποιο θεσμικό όργανο της Ένωσης είναι επιφορτισμένο με τη θέσπιση των μέτρων αυτών.


16      Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 του επίμαχου κανονισμού.


17      Όπως εξηγεί η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324. Τα είδη ιχθύων τα οποία αφορούν τα άρθρα 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού είναι ο γάδος, το νταούκι Ατλαντικού και τα γαδοειδή.


18      Βάσει του γράμματος των εν λόγω διατάξεων, η Επιτροπή έχει την εξουσία να τροποποιεί τον κατάλογο των ειδών ιχθύων ή οστρακοειδών των οποίων η αλίευση, η διατήρηση, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση απαγορεύεται (βλ. άρθρο 10, παράγραφος 4, του κανονισμού 2019/1241)· να τροποποιεί, να συμπληρώνει, να καταργεί ή να εφαρμόζει παρέκκλιση από τα τεχνικά μέτρα που αποσκοπούν στη συνεκτίμηση περιφερειακών ιδιαιτεροτήτων ορισμένων ειδών αλιείας (δηλαδή των περιφερειακών τεχνικών μέτρων) (βλ. άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2019/1241)· και να συμπληρώνει τα τεχνικά μέτρα που αφορούν τα αλιευτικά εργαλεία, τις πρόσθετες διατάξεις στα αλιευτικά εργαλεία, τις αλιευτικές δραστηριότητες και τον καθορισμό του ελάχιστου μεγέθους αναφοράς διατηρήσεως (βλ. άρθρο 9 του κανονισμού 2019/472).


19      Ειδικότερα, το Κοινοβούλιο φρονεί ότι τα άρθρα 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο κατά παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2019/1241 ή, εναλλακτικώς, του άρθρου 9 του κανονισμού 2019/472. Το άρθρο 20 του επίμαχου κανονισμού αντιβαίνει στο άρθρο 10, παράγραφος 4, του κανονισμού 2019/1241.


20      Βλ. άρθρο 29, παράγραφος 6, του κανονισμού 2019/1241.


21      Βλ. άρθρο 18, παράγραφοι 3 και 6, του κανονισμού 2019/472.


22      Βλ. σημεία 20 και 21 των παρουσών προτάσεων.


23      Βλ. άρθρο 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324.


24      Όπως επισήμανα στο προηγούμενο σημείο, το άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, του επίμαχου κανονισμού αφορά το χρονικό πεδίο εφαρμογής των άρθρων 15 έως 17 του ίδιου κανονισμού. Επομένως, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφυγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου κατά το μέτρο που το Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση των εν λόγω τριών διατάξεων, θα πρέπει επίσης να απορρίψει την επιχειρηματολογία του Κοινοβουλίου σχετικά με το άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού.


25      Εν προκειμένω, με τον όρο «έννομο συμφέρον» εννοώ συμφέρον όπως εκείνο που πρέπει να αποδεικνύουν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την άσκηση προσφυγών βάσει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.


26      Πρβλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 16 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


27      Βλ., συναφώς, απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (45/86, EU:C:1987:163, σκέψη 3).


28      Βλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση του Συμβουλίου για τον καθορισμό της θέσεως που επρόκειτο να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας κατά τη διάρκεια Διασκέψεως των Μερών της Συμβάσεως για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES), μολονότι η εν λόγω απόφαση είχε παραγάγει τα έννομα αποτελέσματα της, δεδομένου ότι η θέση αυτή είχε ήδη εκφραστεί κατά την εν λόγω Διάσκεψη.


29      Δεδομένου ότι, όπως επισήμανα στο σημείο 22 των παρουσών προτάσεων, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 27 Ιανουαρίου 2022 τον κανονισμό σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες θα προβεί το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση μπορούν να έχουν άμεση σημασία για το ζήτημα αν και ο κανονισμός αυτός πρέπει, εν όλω ή εν μέρει, να ακυρωθεί (εφόσον προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου), αναλόγως του αν περιέχει διατάξεις αντίστοιχες των προσβαλλομένων. Επιπλέον, αν το Δικαστήριο ακυρώσει τις προσβαλλόμενες διατάξεις, τούτο θα έχει ως αυτοδίκαιη συνέπεια ότι το Συμβούλιο κατ’ ουσίαν εμποδίζεται να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις στο μέλλον.


30      Βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑276/99, EU:C:2001:576, σκέψη 32).


31      Βλ. απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑237/05, EU:C:2007:592, σκέψεις 36 έως 39).


32      Πράγματι, το άρθρο 133, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας επισημαίνει ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου «μπορεί» (η υπογράμμιση δική μου), όταν η φύση της υποθέσεως το απαιτεί, να αποφασίσει την εκδίκαση μιας υποθέσεως με ταχεία διαδικασία.


33      Συναφώς, θα ήθελα να προσθέσω ότι η ταχεία διαδικασία απαιτεί από το Δικαστήριο να προβεί σε τέτοια χρήση των πόρων του ώστε, από διαχειριστικής απόψεως, η εν λόγω διαδικασία να μην μπορεί να εφαρμοστεί παρά σε ελάχιστες υποθέσεις ετησίως. Το αν η προσφυγή καθίσταται άνευ αντικειμένου ή όχι σε περίπτωση όπως η υπό κρίση δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να εξαρτάται από το αν θα αποφασιστεί ή όχι η εφαρμογή ταχείας διαδικασίας.


34      Το άρθρο 59, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι το άρθρο 20 (καθώς και οι περισσότερες από τις λοιπές διατάξεις του επίμαχου κανονισμού που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας προσφυγής) «εξακολουθούν να εφαρμόζονται […] μέχρι την έναρξη ισχύος του κανονισμού που θα καθορίζει τις αλιευτικές δυνατότητες για το 2022».


35      Κατά την εν λόγω διάταξη «[κ]άθε θεσμικό όργανο δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν. Τα θεσμικά όργανα συνεργάζονται μεταξύ τους καλή τη πίστει».


36      Ειδικότερα, το Κοινοβούλιο φρονεί ότι τα άρθρα 15 έως 17 και 20 του επίμαχου κανονισμού τροποποιούν, αντιστοίχως, τους κανόνες του παραρτήματος VI, μέρος B, σημείο 1, και μέρος Γ, καθώς και το παράρτημα I του κανονισμού 2019/1241. Ως εκ τούτου αντιβαίνουν στο άρθρο 10, παράγραφος 4, και στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2019/1241, τα οποία καθιστούν σαφές ότι τροποποιήσεις στους εν λόγω κανόνες μπορεί να επιφέρει η Επιτροπή και όχι το Συμβούλιο.


37      Βλ. άρθρο 12 του κανονισμού 1380/2013 (το οποίο επιγράφεται «Μέτρα της Επιτροπής σε περίπτωση σοβαρής απειλής για τους θαλάσσιους βιολογικούς πόρους»).


38      Βλ. άρθρο 13 του κανονισμού 1380/2013 (το οποίο επιγράφεται «Θέσπιση μέτρων έκτακτης ανάγκης από κράτη μέλη»).


39      Κανονισμός (ΕΕ) του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2020, σχετικά με τον καθορισμό για το 2020 για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα και για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα (ΕΕ 2020, L 25, σ. 1).


40      Διαφορετικά, τα TAC θα έπρεπε να μειωθούν (για να αντισταθμιστεί η παντελής έλλειψη τέτοιων τεχνικών μέτρων).


41      Βλ. άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2019/1241 και άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2019/472 (βλ. επίσης άρθρο 18 του κανονισμού 1380/2013 και, ιδίως, άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 2019/1241). Ωστόσο, δεν υφίσταται τέτοια απαίτηση για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού.


42      Βλ. αιτιολογική σκέψη 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324.


43      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2008, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C‑442/04, EU:C:2008:276, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθώς και της 16ης Απριλίου 2013, Ισπανία και Ιταλία κατά Συμβουλίου (C‑274/11 και C‑295/11, EU:C:2013:240, σκέψη 33).


44      Πρβλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑103/12 και C‑165/12, EU:C:2014:2400, σκέψεις 79 και 81).


45      C‑124/13 και C‑125/13, EU:C:2015:337, σημείο 61.


46      Όπ.π. (σημείο 66).


47      Βλ. απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2015, Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑124/13 και C‑125/13, EU:C:2015:790, σκέψη 59).


48      Παρατηρώ ότι τα συναφή επιχειρήματα του Κοινοβουλίου είναι, σε ορισμένο βαθμό, αντιφατικά. Αφενός, το Κοινοβούλιο δηλώνει σαφώς ότι δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το αν το Συμβούλιο θα μπορούσε να είχε στηριχθεί στο άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ για να θεσπίσει τις προσβαλλόμενες διατάξεις, αν οι βασικοί κανονισμοί δεν είχαν εκδοθεί. Αφετέρου, έχω την εντύπωση ότι δεν δέχεται ότι τα άρθρα 15 έως 17 του επίμαχου κανονισμού συνδέονται με τον «καθορισμό [...] των αλιευτικών δυνατοτήτων». Πράγματι, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, αν γινόταν δεκτή η συλλογιστική του Συμβουλίου κατά την οποία τα άρθρα 15 έως 17 συνδέονται με τον «καθορισμό [...] των αλιευτικών δυνατοτήτων» (κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ), τότε το Συμβούλιο θα μπορούσε στην πραγματικότητα να θεσπίζει κάθε είδους τεχνικά μέτρα βάσει της εν λόγω συλλογιστικής και να διαταράσσει τη «συνήθη» διαδικασία θεσπίσεως τεχνικών μέτρων σχετικά με την αλιεία (η οποία θα πρέπει να συνίσταται, πρώτον, στην έκδοση νομοθετικής πράξεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και, εν συνεχεία, στην έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων της Επιτροπής, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω πράξεως).


49      Όπως διευκρίνισα στο σημείο 26 των παρουσών προτάσεων, TAC σημαίνει συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα. Ο καθορισμός των TAC αποτελεί αδιαμφισβήτητα έναν από τους τρόπους με τους οποίους το Συμβούλιο μπορεί να «[καθορίζει και να κατανέμει τις αλιευτικές δυνατότητες]» κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.


50      Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι επίμαχες τροποποιήσεις είχαν ως αντικείμενο την «[αισθητή μεταρρύθμιση]» της ειδικής διαδικασίας που προβλεπόταν για τον ετήσιο καθορισμό των TAC για τα αποθέματα γάδου και την αντικατάσταση των αυτόματων μειώσεων των TAC που είχαν αρχικώς προβλεφθεί συναφώς (βλ. απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2015, Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑124/13 και C‑125/13, EU:C:2015:790, σκέψη 73). Το Δικαστήριο έκρινε ότι ορθή νομική βάση στην υπόθεση εκείνη ήταν το άρθρο 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και όχι το άρθρο 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.


51      Όπ.π. (σκέψεις 79 και 80). Κατ’ ουσίαν, μέτρο το οποίο, σε αντίθεση με τις προσβαλλόμενες διατάξεις, οριοθετεί το πλαίσιο ή συνιστά προϋπόθεση για τον καθορισμό και την κατανομή των αλιευτικών δυνατοτήτων και το οποίο δεν αποσκοπεί απλώς στην εκτέλεση διατάξεως θεσπισθείσας σε ανώτερο επίπεδο αρμοδιότητας συνήθως θα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και όχι του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (βλ. διευκρινίσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στις προτάσεις του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑124/13 και C‑125/13, EU:C:2015:337, σημείο 66).


52      Όπ.π. (σκέψη 58). Κατά συνέπεια, δεν συμμερίζομαι τη συλλογιστική του Συμβουλίου κατά την οποία οι πράξεις που αποφασίζονται βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (όπως ο επίμαχος κανονισμός) κατισχύουν σε κάθε περίπτωση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδει η Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν νομοθεσίας θεσπισθείσας βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Κατά τη γνώμη μου, το Συμβούλιο μπορεί να κάνει χρήση των εξουσιών λήψεως αποφάσεων που αντλεί από την πρώτη διάταξη μόνον αν η χρήση αυτή είναι συμβατή με την ανάθεση αρμοδιοτήτων που διενεργείται με πράξεις οι οποίες εκδίδονται βάσει της δεύτερης διάταξης, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι υφίσταται ιεράρχηση μεταξύ των εν λόγω δύο διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ (βλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑103/12 και C‑165/12, EU:C:2014:2400, σκέψεις 79 και 81).


53      Διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, της 13ης Απριλίου 2016 (ΕΕ 2016, L 123, σ. 1).


54      Επιγραφόμενο «Κοινή αντίληψη μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις».


55      Βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑48/14, EU:C:2015:91, σκέψεις 57 και 58).


56      Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑166/07, EU:C:2009:499, σκέψεις 74 και 75)· της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑355/10, EU:C:2012:516, σκέψεις 89 και 90), και της 6ης Μαΐου 2014, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑43/12, EU:C:2014:298, σκέψεις 54 έως 56).


57      Βλ. άρθρο 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2021/2324 και άρθρο 18 του κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων για το 2022.