Language of document : ECLI:EU:C:2022:510

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 30ής Ιουνίου 2022 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Καθεστώς εισφορών για τη συλλογή λυμάτων – Καταγγελία – Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η μη ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως – Προσφυγή ακυρώσεως – Παραδεκτό – Ενεργητική νομιμοποίηση – Άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Κανονιστική πράξη για την εφαρμογή της οποίας δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα – Άμεσος επηρεασμός»

Στην υπόθεση C‑99/21 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2021,

Danske Slagtermestre, με έδρα το Odense (Δανία), εκπροσωπούμενη από τον H. Sønderby Christensen, advokat,

αναιρεσείουσα,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις L. Grønfeldt και P. Němečková,

καθής πρωτοδίκως,

Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον J. Nymann-Lindegren, καθώς και από τις V. Pasternak Jørgensen, M. Søndahl Wolff και L. Teilgård,

παρεμβαίνον πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, S. Rodin, J.‑C. Bonichot, L. S. Rossi και O. Spineanu-Matei, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Danske Slagtermestre ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 1ης Δεκεμβρίου 2020, Danske Slagtermestre κατά Επιτροπής (T‑486/18, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2020:576), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή της νυν αναιρεσείουσας (στο εξής: αναιρεσείουσα) με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C(2018) 2259 τελικό της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 2018, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.37433 (2017/FC) – Δανία (στο εξής: επίμαχη απόφαση), με την οποία κρίθηκε, κατά το πέρας του προκαταρκτικού σταδίου έρευνας, ότι η εισφορά που επιβλήθηκε με τον lov nr. 902/2013 om ændring af lov om betalingsregler for spildevandsforsyningsselskaber m.v. (Betalingsstruktur for vandafledningsbidrag, bemyndigelse til opgørelse af særbidrag for behandling af særlig forurenet spildevand m.v.) [νόμο 902/2013, για την τροποποίηση του νόμου περί θεσπίσεως των κανόνων σχετικά με τις εισφορές προς τις επιχειρήσεις επεξεργασίας λυμάτων (δομή εισφορών για τη διάθεση των λυμάτων, με την οποία εγκρίνεται η επιβολή ειδικών εισφορών για την επεξεργασία των ιδιαιτέρως μολυσματικών λυμάτων κ.λπ.)] δεν παρέχει κανένα επιλεκτικό πλεονέκτημα σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις και ότι, επομένως, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Η αναιρεσείουσα αποτελεί επαγγελματική ένωση η οποία διατείνεται ότι εκπροσωπεί μικρά σφαγεία, χονδρεμπόρους, κρεοπωλεία και επιχειρήσεις μεταποιήσεως στη Δανία. Στις 26 Σεπτεμβρίου 2013 υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγγελία με την οποία υποστήριζε ότι το Βασίλειο της Δανίας, θεσπίζοντας τον νόμο 902/2013, χορήγησε κρατική ενίσχυση υπέρ μεγάλων σφαγείων υπό τη μορφή μειώσεως των εισφορών για την επεξεργασία λυμάτων.

3        Πριν τεθεί σε ισχύ ο ως άνω νόμος, η δανική νομοθεσία προέβλεπε ενιαίο τέλος ανά κυβικό μέτρο νερού για όλους τους καταναλωτές νερού που συνδέονταν με την ίδια μονάδα επεξεργασίας λυμάτων, ανεξαρτήτως τομέα δραστηριότητάς τους και εκ μέρους τους καταναλώσεως. Με τον νόμο 902/2013, όμως, καθιερώθηκε κλιμακωτό σύστημα, με προοδευτικώς μειούμενα τέλη, το οποίο προβλέπει τέλος ανά κυβικό μέτρο λυμάτων συναρτώμενο προς τον όγκο των διατιθέμενων λυμάτων (στο εξής: κλιμακωτό σύστημα).

4        Το κλιμακωτό σύστημα έχει ως εξής:

–        το κλιμάκιο 1 αντιστοιχεί σε κατανάλωση νερού μικρότερη από ή ίση με 500 m3 ετησίως ανά ακίνητο·

–        το κλιμάκιο 2 αντιστοιχεί στο τμήμα της κατανάλωσης νερού από 500 m3 έως 20 000 m3 ετησίως ανά ακίνητο και

–        το κλιμάκιο 3 αντιστοιχεί στο τμήμα της κατανάλωσης νερού που υπερβαίνει τα 20 000 m3 ετησίως ανά ακίνητο.

5        Οι επιχειρήσεις εκμεταλλεύσεως των μονάδων επεξεργασίας λυμάτων καθορίζουν το τέλος ανά κυβικό μέτρο για καθένα από τα κλιμάκια ως ακολούθως:

–        το ισχύον για το κλιμάκιο 2 τέλος ανά κυβικό μέτρο είναι κατά 20 % χαμηλότερο εκείνου του κλιμακίου 1 και

–        το ισχύον για το κλιμάκιο 3 τέλος ανά κυβικό μέτρο είναι κατά 60 % χαμηλότερο του τέλους που ισχύει για το κλιμάκιο 1.

6        Στο πλαίσιο του κλιμακωτού συστήματος, οι καταναλωτές που εμπίπτουν στο κλιμάκιο 3 καταβάλλουν πρώτα το προβλεπόμενο για το κλιμάκιο 1 τέλος, μέχρις ότου η εκ μέρους τους κατανάλωση νερού υπερβεί τα 500 m3. Εν συνεχεία, καταβάλλουν το προβλεπόμενο για το κλιμάκιο 2 τέλος, μέχρις ότου η κατανάλωσή τους υπερβεί τα 20 000 m3, και, εν τέλει, καταβάλλουν την εισφορά τους για τα λύματα βάσει του τέλους που προβλέπεται για το κλιμάκιο 3.

7        Κατά το χρονικό διάστημα από τις 10 Οκτωβρίου 2013 έως τις 12 Σεπτεμβρίου 2017, η Επιτροπή αντάλλαξε πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία με την αναιρεσείουσα και το Βασίλειο της Δανίας. Στις 23 Ιουλίου 2014 και στις 25 Φεβρουαρίου 2016, το εν λόγω θεσμικό όργανο απέστειλε στην αναιρεσείουσα επιστολές προκαταρκτικής αξιολογήσεως, με τις οποίες εκτιμούσε ότι το επίμαχο μέτρο δεν παρείχε επιλεκτικό πλεονέκτημα και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση.

8        Στις 19 Απριλίου 2018, η Επιτροπή εξέδωσε την επίμαχη απόφαση. Ενώ η αναιρεσείουσα υποστήριζε ότι το κλιμακωτό σύστημα ευνοούσε, στο πλαίσιο της σχετικής με τη σφαγή ζώων αγοράς, τα μεγάλα σφαγεία στη Δανία παρέχοντάς τους οικονομικό πλεονέκτημα που συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή έκρινε ότι το νέο καθεστώς τελών το οποίο θεσπίσθηκε με τον νόμο 902/2013 δεν παρείχε κανένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη

9        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Αυγούστου 2018, η αναιρεσείουσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως.

10      Το Βασίλειο της Δανίας ζήτησε να παρέμβει στην ως άνω διαδικασία υπέρ της Επιτροπής. Το αίτημα αυτό παρεμβάσεως έγινε δεκτό.

11      Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη, με το σκεπτικό ότι η αναιρεσείουσα στερούνταν ενεργητικής νομιμοποιήσεως.

12      Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 32 της εν λόγω διατάξεως, ότι, ενώ η πρώτη περίπτωση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, συγκεκριμένα δε η ενεργητική νομιμοποίηση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου να προσβάλλει τις πράξεις των οποίων είναι αποδέκτης, δεν συνέτρεχε, εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω, δεδομένου ότι μοναδικός αποδέκτης της επίμαχης αποφάσεως ήταν το Βασίλειο της Δανίας, έπρεπε, αντιθέτως, να εξετασθεί αν η αναιρεσείουσα νομιμοποιούνταν ενεργητικώς δυνάμει της δεύτερης ή της τρίτης περιπτώσεως οι οποίες διαλαμβάνονται στη συγκεκριμένη διάταξη και οι οποίες αφορούν, αντιστοίχως, την ενεργητική νομιμοποίηση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων που το αφορούν άμεσα και ατομικά και την ενεργητική νομιμοποίηση κάθε τέτοιου προσώπου να ασκεί προσφυγή κατά των κανονιστικών πράξεων οι οποίες το αφορούν άμεσα και για την εφαρμογή των οποίων δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα.

13      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε, στις σκέψεις 24 έως 26 της εν λόγω διατάξεως, ότι η επίμαχη απόφαση δεν επηρέαζε ατομικά την αναιρεσείουσα ως διαπραγματεύτρια, έκρινε ακολούθως, στις σκέψεις 33 έως 82 της ίδιας διατάξεως, ότι ούτε η συνδρομή της προϋποθέσεως κατά την οποία η απόφαση αυτή πρέπει να αφορά ατομικά την αναιρεσείουσα μπορούσε να συναχθεί από άλλα στοιχεία, οπότε η ασκηθείσα εν προκειμένω προσφυγή δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης περιπτώσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

14      Εν συνεχεία, έκρινε ότι ούτε η τρίτη περίπτωση της ως άνω διατάξεως μπορούσε να τύχει εφαρμογής.

15      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, έκρινε, στις σκέψεις 90 έως 96 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, παραπέμποντας, ειδικότερα, στα κριτήρια που καθόρισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Scuola Elementare Maria Montessori κατά Επιτροπής, Επιτροπή κατά Scuola Elementare Maria Montessori και Επιτροπή κατά Ferracci (C‑622/16 P έως C‑624/16 P, στο εξής: απόφαση Montessori, EU:C:2018:873), ότι η επίμαχη απόφαση συνιστά κανονιστική πράξη.

16      Αφετέρου, στις σκέψεις 97 έως 104 της εν λόγω διατάξεως, έκρινε ότι η επίμαχη πράξη δεν αφορούσε άμεσα την αναιρεσείουσα.

17      Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, παρέπεμψε στη σκέψη 47 της αποφάσεως Montessori, κατά την οποία, «στο μέτρο που η προϋπόθεση του άμεσου επηρεασμού απαιτεί η προσβαλλόμενη πράξη να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξακριβώσει αν ο προσφεύγων εξέθεσε κατά τρόπο πειστικό τους λόγους για τους οποίους η απόφαση της Επιτροπής είναι ικανή να τον θέσει σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, να έχει συνέπειες επί της νομικής καταστάσεώς του».

18      Στη σκέψη 103 της ίδιας διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, «[ε]ν προκειμένω, η [αναιρεσείουσα] δεν απέδειξε ότι τα μέλη της, ή, ενδεχομένως, ποια εξ αυτών, επηρεάζονται συγκεκριμένα από το επίμαχο μέτρο και, κατά μείζονα λόγο, τις συνέπειες του εν λόγω μέτρου στη θέση τους από απόψεως ανταγωνισμού (βλ. σκέψεις 71 έως 77 [της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως]). Η [αναιρεσείουσα] δεν κατέδειξε, επομένως, με τρόπο πειστικό ότι η [επίμαχη] απόφαση μπορούσε να περιαγάγει τα μέλη της σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού και ότι, ως εκ τούτου, η εν λόγω απόφαση επηρέαζε άμεσα τη νομική κατάστασή τους, ειδικότερα δε το δικαίωμά τους να μην υφίστανται στη σχετική αγορά τις συνέπειες της οφειλομένης στο επίμαχο μέτρο στρεβλώσεως του ανταγωνισμού».

19      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 104 έως 106 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, ελλείψει άμεσου επηρεασμού, η προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί η συνδρομή της προϋποθέσεως να μην απαιτούνται για την εφαρμογή της επίμαχης αποφάσεως εκτελεστικά μέτρα.

 Αιτήματα των διαδίκων

20      Με την αίτησή της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.

21      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

22      Το Βασίλειο της Δανίας ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

 Επί του παραδεκτού

23      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα αιτήματα της αναιρεσείουσας δεν είναι σύμφωνα με το άρθρο 170, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι με τα αιτήματα αυτά επιδιώκεται μόνον η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, χωρίς να εξετάζεται η περίπτωση κατά την οποία η αίτηση αναιρέσεως θα γίνει δεκτή.

24      Επισημαίνεται συναφώς ότι, κατά το εν λόγω άρθρο 170, παράγραφος 1, «[τ]α αιτήματα της αναιρέσεως έχουν ως αντικείμενο, αν αυτή κριθεί βάσιμη, την ολική ή μερική αποδοχή των αιτημάτων που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως».

25      Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα ζητεί ρητώς από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη. Μολονότι τα αιτήματά της δεν αποσκοπούν ρητώς στην αποδοχή των πρωτοδίκως υποβληθέντων αιτημάτων ή ακόμη και στην ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως, δεν μπορούν να ερμηνευθούν άλλως παρά ως αποσκοπούντα, κατ’ ουσίαν, στο ίδιο αποτέλεσμα (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Inclusion Alliance for Europe κατά Επιτροπής, C‑378/16 P, EU:C:2020:575, σκέψη 59).

26      Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου με την οποία η Επιτροπή προβάλλει παράβαση του Κανονισμού Διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί.

 Επί της ουσίας

27      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους. Με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει να εξετασθούν από κοινού, προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή της προϋποθέσεως κατά την οποία η επίμαχη πράξη πρέπει να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και σύγχυση μεταξύ της συγκεκριμένης προϋποθέσεως και εκείνης κατά την οποία η επίμαχη πράξη πρέπει να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι τα κριτήρια που διατυπώθηκαν με την απόφαση Montessori σχετικά με την προϋπόθεση περί άμεσου επηρεασμού πληρούνται εν προκειμένω, με τον τέταρτο προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι τα μέλη της υφίσταντο τις συνέπειες στρεβλώσεως του ανταγωνισμού και με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την προϋπόθεση ότι η επίμαχη απόφαση πρέπει να αφορά ατομικά την αναιρεσείουσα είναι εσφαλμένες από πραγματικής και νομικής απόψεως.

 Επί του πρώτου και του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

28      Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι της επέβαλε, όσον αφορά τον άμεσο επηρεασμό, απαιτήσεις οι οποίες βαίνουν πέραν εκείνων που προκύπτουν από την ερμηνεία του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την απόφαση Montessori.

29      Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο, μολονότι μνημόνευσε την απόφαση Montessori στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, δεν έλαβε υπόψη, στη σκέψη 103 της διατάξεως αυτής, τα συμπεράσματα που συνάγονται από την εν λόγω απόφαση, καθόσον απαίτησε να αποδείξει η αναιρεσείουσα ποια από τα μέλη της επηρεάζονται συγκεκριμένα από την επίμαχη απόφαση, παρέπεμψε δε, προς επίρρωση της εκ μέρους του εκτιμήσεως ότι η επίμαχη απόφαση δεν αφορά άμεσα την αναιρεσείουσα, στις σκέψεις 71 έως 77 της εν λόγω διατάξεως, ενώ οι συγκεκριμένες σκέψεις δεν αφορούν την προϋπόθεση περί άμεσου επηρεασμού, αλλά εκείνη κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα.

30      Κατά την Επιτροπή, οι ανωτέρω επικρίσεις είναι αβάσιμες. Το Γενικό Δικαστήριο υιοθέτησε πιστά, στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το σχετικό κριτήριο που παρατίθεται στην απόφαση Montessori, πριν κρίνει, στη σκέψη 103 της διατάξεως αυτής, ότι η προσφυγή δεν πληροί το συγκεκριμένο κριτήριο. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

31      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η χρήση του ρήματος «αποδεικνύω», στη σκέψη 103, αποδίδει προσηκόντως τη φράση «[να εκθέσει] κατά τρόπο πειστικό», η οποία παρατίθεται στη σκέψη 47 της αποφάσεως Montessori.

32      Κατά την Επιτροπή, η επίμαχη περίπτωση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Montessori διέφερε, κατά τα λοιπά, από εκείνη της υπό κρίση υποθέσεως. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η πρώτη υπόθεση αφορούσε φορολογική απαλλαγή υπέρ σαφώς προσδιοριζομένων οντοτήτων και σε συγκεκριμένο τομέα παροχής υπηρεσιών. Τούτο εξηγεί τον λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 50 της εν λόγω αποφάσεως, ότι το γεγονός ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες είχαν υποστηρίξει, επικαλούμενοι αποδεικτικά στοιχεία, ότι οι εγκαταστάσεις τους βρίσκονταν σε άμεση γειτνίαση με εκείνες των, δραστηριοποιούμενων στην ίδια αγορά υπηρεσιών, δικαιούχων της προβαλλομένης ενισχύσεως αρκούσε για να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη στην εν λόγω υπόθεση απόφαση μπορούσε να τους περιαγάγει σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού. Αντιθέτως, εν προκειμένω, η επίμαχη απόφαση αφορά, κατά την Επιτροπή, μέτρο εμπίπτον σε γενικό φορολογικό καθεστώς, το οποίο ισχύει για τις δραστηριότητες όλων των προσώπων που απορρίπτουν λύματα. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσείουσα δεν εξέθεσε ούτε τεκμηρίωσε με ποιον τρόπο το καθεστώς αυτό περιάγει τα μέλη της σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού σε σχέση με τις λοιπές επιχειρήσεις που υπόκεινται στο συγκεκριμένο μέτρο. Δεν προσδιόρισε καν τη σχετική αγορά, δεδομένου ότι η εκ μέρους της περιγραφή των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών ήταν υπέρμετρα αόριστη.

33      Όσον αφορά την παραπομπή, στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, στις σκέψεις 71 έως 77 αυτής, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, στις σκέψεις αυτές, αν η επίμαχη απόφαση μπορούσε να περιαγάγει τα μέλη της αναιρεσείουσας σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού. Το γεγονός ότι η εκτίμηση αυτή ήταν κρίσιμη στο πλαίσιο της αναλύσεως της προϋποθέσεως κατά την οποία η επίμαχη πράξη πρέπει να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα ουδόλως αποκλείει να έχουν σημασία οι ίδιες διαπιστώσεις και για την εκτίμηση της προϋποθέσεως κατά την οποία η εν λόγω πράξη πρέπει να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα.

34      Εν πάση περιπτώσει, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, από τις εν λόγω σκέψεις 71 έως 77 προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν εξέθεσε κατά τρόπο πειστικό τους λόγους για τους οποίους η επίμαχη απόφαση μπορούσε να περιαγάγει τα μέλη της σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού.

35      Επικουρικώς, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκ μέρους του εκτίμηση της προϋποθέσεως περί άμεσου επηρεασμού, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να προβεί σε αντικατάσταση του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως διαπιστώνοντας ότι η επίμαχη απόφαση αποτελεί κανονιστική πράξη για την εφαρμογή της οποίας απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα, οπότε δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ περί απουσίας τέτοιων μέτρων.

36      Η Επιτροπή παρατηρεί συναφώς ότι από τη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ανωτέρω προϋποθέσεως. Η εφαρμογή της επίμαχης αποφάσεως, όμως, απαιτεί εκτελεστικά μέτρα. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Montessori, η υπό κρίση υπόθεση αφορά μέτρο βάσει του οποίου υπόκεινται στην καταβολή τέλους τόσο οι δικαιούχοι της προβαλλομένης ενισχύσεως όσο και οι ανταγωνιστές τους. Επομένως, οι ανταγωνιστές δύνανται, όπως και οι δικαιούχοι της προβαλλομένης ενισχύσεως, να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά της πράξεως επιβολής φόρου, ενδεχόμενο το οποίο θα παρείχε στα συγκεκριμένα δικαστήρια τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

37      Η Επιτροπή παρατηρεί, εξάλλου, ότι ο νόμος 902/2013 απαιτεί από τις επιχειρήσεις εκμεταλλεύσεως των μονάδων επεξεργασίας λυμάτων να καθορίζουν ετησίως το τέλος που ισχύει για τα τρία κλιμάκια του κλιμακωτού συστήματος. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή του συστήματος αυτού απαιτεί τη μεταγενέστερη λήψη εκτελεστικών μέτρων κατά το δανικό δίκαιο. Το δίκαιο αυτό επιτάσσει, άλλωστε, την εκ μέρους του δημοτικού συμβουλίου έγκριση, σε κάθε τόπο, του συγκεκριμένου καθορισμού τέλους. Επομένως, εκδίδεται διοικητική πράξη δυνάμενη να προσβληθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για τον λόγο ότι ο καθορισμός των τελών αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, και στην περίπτωση αυτή, η αναιρεσείουσα μπορούσε να ζητήσει από τα εθνικά δικαστήρια την υποβολή στο Δικαστήριο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Επιπλέον, τα μέλη της αναιρεσείουσας μπορούν να ασκήσουν αναγνωριστική αγωγή ενώπιον των δανικών δικαστηρίων προκειμένου να αμφισβητήσουν τη συμφωνία του νόμου 902/2013 προς το δίκαιο της Ένωσης.

38      Το Βασίλειο της Δανίας υποστηρίζει, όπως και η Επιτροπή, ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.

39      Κατά το ως άνω κράτος μέλος, η αναιρεσείουσα ερμηνεύει την απόφαση Montessori κατά τρόπο που αποδυναμώνει τις απαιτήσεις περί αποδείξεως τις οποίες έθεσε το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση. Κατά το παρεμβαίνον, στη σκέψη 50 της αποφάσεως Montessori, το Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη άμεσου επηρεασμού λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες στην υπόθεση εκείνη είχαν προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τη γεωγραφική γειτνίασή τους με δικαιούχους της προβαλλομένης ενισχύσεως και για την άσκηση παρόμοιων δραστηριοτήτων στην ίδια αγορά. Στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε στοιχεία κρίσιμα για να γίνει δεκτό ότι μπορούσε να επηρεασθεί η κατάσταση των μελών της από απόψεως ανταγωνισμού.

40      Το Βασίλειο της Δανίας επισημαίνει επίσης ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή της προϋποθέσεως περί άμεσου επηρεασμού, η αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει, πάντως, να απορριφθεί, δεδομένου ότι για την εφαρμογή της επίμαχης αποφάσεως απαιτείται η λήψη εκτελεστικών μέτρων.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

41      Το παραδεκτό προσφυγής ασκούμενης από φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά πράξεως της οποίας δεν είναι αποδέκτης, δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εξαρτάται από την προϋπόθεση να αναγνωριστεί η ενεργητική νομιμοποίηση του προσφεύγοντος, η οποία υφίσταται σε δύο περιπτώσεις. Αφενός, η εν λόγω προσφυγή μπορεί να ασκηθεί υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη αφορά το οικείο πρόσωπο άμεσα και ατομικά. Αφετέρου, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά κανονιστικής πράξεως για την εφαρμογή της οποίας δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα εφόσον η πράξη το αφορά άμεσα (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2022, Deutsche Lufthansa κατά Επιτροπής, C‑594/19 P, EU:C:2022:40, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Οι προϋποθέσεις παραδεκτού που προβλέπει, κατά τα ανωτέρω, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύονται με γνώμονα το θεμελιώδες δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς όμως τούτο να καταλήγει σε κατάργηση των προϋποθέσεων αυτών, οι οποίες προβλέπονται ρητώς από τη Συνθήκη ΛΕΕ (απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Changmao Biochemical Engineering κατά Distillerie Bonollo κ.λπ., C‑461/18 P, EU:C:2020:979, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43      Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αφορά την τελευταία περίπτωση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, που αναγνωρίζει ενεργητική νομιμοποίηση οσάκις η προσβαλλόμενη πράξη είναι κανονιστική πράξη για την εφαρμογή της οποίας δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα και η οποία αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 94 έως 96 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η επίμαχη απόφαση, με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να χαρακτηρίσει ως κρατική ενίσχυση το θεσπισθέν από τον Δανό νομοθέτη καθεστώς προοδευτικώς μειούμενων εισφορών για την επεξεργασία των λυμάτων, συνιστά κανονιστική πράξη. Ωστόσο, έκρινε επίσης, στις σκέψεις 97 έως 104 της εν λόγω διατάξεως, ότι η επίμαχη πράξη δεν αφορά άμεσα την αναιρεσείουσα. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού, στις σκέψεις 105 και 106 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, χωρίς να απαιτείται να εξετασθεί αν για την εφαρμογή της συγκεκριμένης πράξεως απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα.

44      Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθεί αν, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή της προϋποθέσεως περί άμεσου επηρεασμού.

45      Η προϋπόθεση αυτή απαιτεί να πληρούνται σωρευτικώς δύο κριτήρια, ήτοι το προσβαλλόμενο μέτρο, αφενός, να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος και, αφετέρου, να μην καταλείπει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, δεδομένου ότι αυτή έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από τη ρύθμιση της Ένωσης, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2022, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑177/19 P έως C‑179/19 P, EU:C:2022:10, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46      Όσον αφορά το δεύτερο από τα κριτήρια αυτά, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ότι η επίμαχη απόφαση, καθόσον δέχεται ότι το κλιμακωτό σύστημα που καθιέρωσε το Βασίλειο της Δανίας στο πλαίσιο του καθεστώτος του εισφορών για την επεξεργασία των λυμάτων δεν περιέχει στοιχείο ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, είχε ως αποτέλεσμα, κατά τρόπο αμιγώς αυτόματο και αποκλειστικώς βάσει της ρυθμίσεως της Ένωσης, την παροχή στο εν λόγω κράτος μέλος της δυνατότητας εφαρμογής του συγκεκριμένου συστήματος, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων.

47      Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο το οποίο μνημονεύεται στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως και το οποίο αφορά τον άμεσο επηρεασμό, το Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 43 της αποφάσεως Montessori, ότι, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, το γεγονός ότι μια απόφαση της Επιτροπής αφήνει ανέπαφες τις συνέπειες εθνικού μέτρου το οποίο ο προσφεύγων, στο πλαίσιο καταγγελίας που υπέβαλε στο εν λόγω θεσμικό όργανο, υποστήριξε ότι δεν ήταν σύμφωνο με τον σκοπό της διασφαλίσεως του ανταγωνισμού και τον περιήγε σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση αυτή επηρεάζει άμεσα τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος, ιδίως το απορρέον από τις σχετικές με τις κρατικές ενισχύσεις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ δικαίωμά του να μην υφίσταται τις συνέπειες της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού λόγω του επίμαχου εθνικού μέτρου.

48      Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε, στις σκέψεις 46 και 47 της αποφάσεως Montessori, ότι, μολονότι ο άμεσος επηρεασμός της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος δεν μπορεί να συναχθεί απλώς και μόνον από το ενδεχόμενο υπάρξεως ανταγωνιστικής σχέσεως μεταξύ του προσφεύγοντος και των δικαιούχων της προβαλλομένης ενισχύσεως, πρέπει, αντιθέτως, να γίνει δεκτό ότι η συγκεκριμένη προϋπόθεση πληρούται σε περίπτωση που ο προσφεύγων εξέθεσε κατά τρόπο πειστικό τους λόγους για τους οποίους η απόφαση της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων μπορεί να τον περιαγάγει σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού. Ο έλεγχος τον οποίο οφείλει να διενεργήσει συναφώς το Γενικό Δικαστήριο δεν πρέπει, ωστόσο, να έχει ως αποτέλεσμα το δικαιοδοτικό όργανο αυτό να αποφανθεί οριστικώς, κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της προσφυγής, επί των σχέσεων ανταγωνισμού μεταξύ του προσφεύγοντος και των δικαιούχων της προβαλλομένης ενισχύσεως.

49      Το Δικαστήριο έχει, επομένως, προβεί σε ερμηνεία της προϋποθέσεως περί άμεσου επηρεασμού, η οποία παρέχει στο πρόσωπο που έχει υποβάλει στην Επιτροπή καταγγελία στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων τη δυνατότητα προσβάσεως στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο να ελέγξει τη νομιμότητα της αποφάσεως που έλαβε η Επιτροπή επί του εθνικού μέτρου το οποίο αφορά η καταγγελία, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι το πρόσωπο αυτό θα εκθέσει κατά τρόπο πειστικό ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι διατρέχει τον κίνδυνο να υποστεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα λόγω της συγκεκριμένης αποφάσεως.

50      Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα παρέστη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ως επαγγελματική ένωση μικρών σφαγείων, χονδρεμπόρων, κρεοπωλείων και επιχειρήσεων μεταποιήσεως στη Δανία. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αν η αναιρεσείουσα εξέθεσε κατά τρόπο πειστικό τους λόγους για τους οποίους η επίμαχη απόφαση, κατά την οποία το κλιμακωτό σύστημα που καθιέρωσε το Βασίλειο της Δανίας στο πλαίσιο του καθεστώτος εισφορών για την επεξεργασία των λυμάτων δεν έχει στοιχεία κρατικής ενισχύσεως, μπορούσε να περιαγάγει τα μέλη της, ή τουλάχιστον σημαντικό μέρος αυτών, σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού.

51      Από τη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την εκτίμησή του ότι δεν πληρούνταν η ανωτέρω προϋπόθεση στην κρίση ότι «η [αναιρεσείουσα] δεν απέδειξε ότι τα μέλη της, ή, ενδεχομένως, ποια εξ αυτών, επηρεάζονται συγκεκριμένα από το επίμαχο μέτρο και, κατά μείζονα λόγο, τις συνέπειες του εν λόγω μέτρου στη θέση τους από απόψεως ανταγωνισμού (βλ. σκέψεις 71 έως 77 [της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως])».

52      Απαιτώντας, επομένως, από την αναιρεσείουσα να «αποδείξει» ποια αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα παρήγαγε «συγκεκριμένα» το επίμαχο εθνικό μέτρο και, κατά συνέπεια, η επίμαχη απόφαση, βάσει της οποίας επιτρέπεται στο οικείο κράτος μέλος να εφαρμόσει το μέτρο, το Γενικό Δικαστήριο, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 27 των προτάσεών του, εξάρτησε τη συνδρομή της προϋποθέσεως περί άμεσου επηρεασμού από απαίτηση βαίνουσα πέραν εκείνης που απορρέει από την ερμηνεία την οποία έδωσε το Δικαστήριο στην εν λόγω προϋπόθεση με την απόφαση Montessori. Πράγματι, βάσει της σταθμίσεως στην οποία προέβη το Δικαστήριο για να διασφαλίσει αποτελεσματική δικαστική προστασία, αρκεί το πρόσωπο που υπέβαλε την καταγγελία να εκθέτει κατά τρόπο πειστικό το ενδεχόμενο να περιέλθει σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού.

53      Το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον, ως εκ τούτου, εφάρμοσε ως προς την προϋπόθεση περί άμεσου επηρεασμού απαίτηση η οποία δεν αντιστοιχεί στο περιεχόμενο της προϋποθέσεως αυτής, όπως διαλαμβάνεται στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

54      Η ύπαρξη της ανωτέρω πλάνης επιρρωννύεται από την παραπομπή που περιέχει η σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως στις σκέψεις της 71 έως 77, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην αναιρεσείουσα ότι παρέλειψε να προσκομίσει, προς στήριξη του παραδεκτού της προσφυγής της, συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά, ειδικότερα, με τα μερίδια της οικείας αγοράς που κατείχαν τα μέλη της και οι δικαιούχοι της προβαλλομένης ενισχύσεως, τον κύκλο εργασιών και τα έσοδα των μελών της και τη μετακύλιση των τελών για την επεξεργασία των λυμάτων στην τιμή την οποία τα μέλη της μπορούν πράγματι να χρεώνουν στους πελάτες τους. Επομένως, κατά τη σκέψη 77 της εν λόγω διατάξεως, η αναιρεσείουσα «δεν απέδειξε την ύπαρξη συγκεκριμένου αποτελέσματος της προβαλλομένης ενισχύσεως ως προς τα μέλη της και τη θέση τους από απόψεως ανταγωνισμού στη σχετική αγορά».

55      Κρίνοντας ότι τα ανωτέρω στοιχεία ήταν αναγκαία για να αποδειχθεί ότι η απόφαση αφορά άμεσα την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη την απαίτηση που απορρέει από την απόφαση Montessori. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 46 και 47 της αποφάσεως εκείνης, η εξέταση του ζητήματος του άμεσου επηρεασμού δεν πρέπει να στηρίζεται σε ενδελεχή ανάλυση των σχέσεων ανταγωνισμού στην επίμαχη αγορά παρέχουσα τη δυνατότητα να διαπιστωθεί επακριβώς το εύρος της νοθεύσεως του ανταγωνισμού, αλλά σε εκ πρώτης όψεως εκτίμηση του κινδύνου που ενέχει η απόφαση της Επιτροπής, κατά την οποία το επίμαχο εθνικό μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση μη συμβατή με την εσωτερική αγορά, να περιαγάγει σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού την αναιρεσείουσα ή τα μέλη της.

56      Ως εκ τούτου, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμοι.

57      Όσον αφορά τη νομολογία την οποία επικαλούνται η Επιτροπή και το Βασίλειο της Δανίας και κατά την οποία, αν το σκεπτικό αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι ορθό για άλλους νομικούς λόγους, η παραβίαση αυτή δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την αναίρεση της αποφάσεως, πρέπει δε να γίνει αντικατάσταση σκεπτικού (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Banco Santander κατά Επιτροπής, C‑52/19 P, EU:C:2021:794, σκέψη 105 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η νομολογία αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω.

58      Πράγματι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η Επιτροπή και το Βασίλειο της Δανίας, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη, μπορεί να στηριχθεί σε άλλους νομικούς λόγους πλην εκείνων που έγιναν δεκτοί με τη διάταξη αυτή.

59      Συναφώς, όσον αφορά την προϋπόθεση την οποία επικαλούνται η Επιτροπή και το Βασίλειο της Δανίας περί απουσίας εκτελεστικών μέτρων, το Δικαστήριο διευκρίνισε, στις σκέψεις 63 έως 66 της αποφάσεως Montessori, ότι, μολονότι, έναντι των δικαιούχων καθεστώτος ενισχύσεων, οι εθνικές διατάξεις που θεσπίζουν το καθεστώς αυτό και οι πράξεις που θέτουν σε εφαρμογή τις συγκεκριμένες διατάξεις, όπως η απόφαση επιβολής φόρου, συνιστούν εκτελεστικά μέτρα τα οποία επάγεται η απόφαση με την οποία το εν λόγω καθεστώς κηρύσσεται μη συμβατό με την εσωτερική αγορά ή κρίνεται συμβατό με την αγορά αυτήν υπό τον όρο της τηρήσεως των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει το οικείο κράτος μέλος, η συγκεκριμένη ερμηνεία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση των ανταγωνιστών των δικαιούχων εθνικού μέτρου το οποίο έχει κριθεί ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Πράγματι, ο εν λόγω ανταγωνιστής δεν πληροί τις προϋποθέσεις του επίμαχου μέτρου προκειμένου να μπορεί να επωφεληθεί από αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν εντελώς τεχνητή μια κατασκευή βάσει της οποίας ο εν λόγω ανταγωνιστής θα πρέπει να ζητήσει από τις εθνικές αρχές την παροχή του πλεονεκτήματος αυτού και να προσβάλει την πράξη με την οποία απορρίπτεται το αίτημά του ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, προκειμένου να οδηγήσει το συγκεκριμένο δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικά με το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής αναφορικά με το εν λόγω μέτρο.

60      Εν προκειμένω, το προβαλλόμενο όφελος το οποίο η Επιτροπή έπρεπε, κατά την αναιρεσείουσα, να χαρακτηρίσει ως κρατική ενίσχυση συνίσταται στη θέσπιση καθεστώτος προοδευτικώς μειούμενων τελών το οποίο, σύμφωνα με τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, έχει ως αποτέλεσμα τα μεγάλα σφαγεία να εμπίπτουν, στο πλαίσιο του κλιμακωτού συστήματος που περιγράφεται στις σκέψεις 4 και 5 της παρούσας αποφάσεως, σε ευνοϊκότερο κλιμάκιο χρεώσεων από εκείνο που ισχύει για τα μικρά σφαγεία. Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 59 και 60 των προτάσεών του, θα ήταν, κατά τρόπο ανάλογο προς ό,τι διαπίστωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Montessori, τεχνητή, και, πέραν αυτού, αντίθετη προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, μια κατασκευή βάσει της οποίας η αναιρεσείουσα ή τα σφαγεία που είναι μέλη της θα πρέπει να ζητήσουν από τις εθνικές αρχές που θέτουν σε εφαρμογή το εν λόγω καθεστώς χρεώσεως τελών να χορηγήσουν στα μικρά σφαγεία το ευεργέτημα του ευνοϊκού κλιμακίου χρεώσεων το οποίο ισχύει για τα μεγάλα σφαγεία, μολονότι η αναιρεσείουσα και τα μέλη της γνωρίζουν ότι δεν το δικαιούνται, με αποκλειστικό σκοπό να προσβάλουν την απορριπτική του αιτήματος αυτού πράξη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, προκειμένου να το οδηγήσουν να υποβάλει ερώτημα στο Δικαστήριο σχετικά με το κύρος της επίμαχης αποφάσεως η οποία αφορά το εν λόγω καθεστώς.

61      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί, η δε αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί.

 Επί του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου λόγου αναιρέσεως

62      Δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη αναιρείται βάσει του πρώτου και του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, παρέλκει η εξέταση του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου λόγου αναιρέσεως.

 Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

63      Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.

64      Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, να αποφανθεί επί της ουσίας της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής, δεδομένου ότι τούτο θα συνεπαγόταν την εξέταση ζητημάτων σχετικών με τα πραγματικά περιστατικά βάσει στοιχείων τα οποία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο εκτιμήσεως εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ούτε κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.

65      Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εκτίμηση του παραδεκτού της συγκεκριμένης προσφυγής. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί οριστικώς επί του εν λόγω δικονομικού ζητήματος (βλ., μεταξύ άλλων, κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, C‑521/06 P, EU:C:2008:422, σκέψη 66, της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑132/12 P, EU:C:2014:100, σκέψη 66, και της 21ης Φεβρουαρίου 2018, LL κατά Κοινοβουλίου, C‑326/16 P, EU:C:2018:83, σκέψεις 31 και 32).

66      Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι η επίμαχη απόφαση συνιστά κανονιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Πράγματι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στις σκέψεις 28, 31 και 32 της αποφάσεως Montessori, οι μη νομοθετικές πράξεις της Επιτροπής που έχουν ως αντικείμενο, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, την έγκριση ή την απαγόρευση εθνικού καθεστώτος εμπίπτουν στην έννοια αυτή.

67      Διαπιστώνεται, δεύτερον, ότι η επίμαχη απόφαση δεν μπορεί, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 59 και 60 της παρούσας αποφάσεως, να θεωρηθεί πράξη για την εφαρμογή της οποίας απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα.

68      Όσον αφορά, τρίτον, την προϋπόθεση περί άμεσου επηρεασμού, αυτή απαιτεί, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, να πληρούνται σωρευτικώς δύο κριτήρια, ήτοι το προσβαλλόμενο μέτρο, αφενός, να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος και, αφετέρου, να μην καταλείπει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του.

69      Η επίμαχη απόφαση, κατά την οποία το κλιμακωτό σύστημα που καθιέρωσε το Βασίλειο της Δανίας στο πλαίσιο του καθεστώτος του εισφορών για την επεξεργασία των λυμάτων δεν ενέχει στοιχείο κρατικής ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, παράγει τα έννομα αποτελέσματά της κατά τρόπο αμιγώς αυτόματο αποκλειστικώς βάσει της ρυθμίσεως της Ένωσης και χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων. Κατά συνέπεια, η προσφυγή πληροί το δεύτερο από τα δύο κριτήρια που υπομνήσθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.

70      Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο που μνημονεύεται στη σκέψη 68 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι η αναιρεσείουσα υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προσκομίζοντας προς τούτο στοιχεία, ότι πλείονα μέλη τα οποία εκπροσωπεί ασκούν την ίδια δραστηριότητα με επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά σφαγής βοοειδών και χοίρων στη Δανία και ότι η τελευταία, λόγω του μεγάλου όγκου των λυμάτων της, υπόκειται σε εισφορά χαμηλότερη από εκείνη στην οποία μπορούν να ζητήσουν να υπαχθούν οι επιχειρήσεις που είναι μέλη της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το κλιμακωτό σύστημα χρεώσεων που καθιερώθηκε βάσει του νόμου 902/2013. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα εξέθεσε τεκμηριωμένα ότι η επιβάρυνση ανά σφάγιο είναι σαφώς μεγαλύτερη για τα μέλη της από εκείνη της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως, δεδομένου ότι τα μέλη της αναιρεσείουσας δεν μπορούν να υπαχθούν στο ίδιο κλιμάκιο του εν λόγω συστήματος.

71      Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αναιρεσείουσα εξέθεσε κατά τρόπο πειστικό τους λόγους για τους οποίους η επίμαχη απόφαση δύναται να περιαγάγει τουλάχιστον σημαντικό μέρος των μελών της, ήτοι τα μικρά σφαγεία, σε μειονεκτική θέση από απόψεως ανταγωνισμού.

72      Κατά συνέπεια, η επίμαχη απόφαση παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας, οπότε η πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή πληροί και το πρώτο από τα δύο κριτήρια που μνημονεύονται στη σκέψη 68 της παρούσας αποφάσεως.

73      Ως εκ τούτου, η πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή είναι παραδεκτή. Επομένως, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας.

 Επί των δικαστικών εξόδων

74      Δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 1ης Δεκεμβρίου 2020, Danske Slagtermestre κατά Επιτροπής (T486/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:576).

2)      Κρίνει παραδεκτή την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή.

3)      Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας.

4)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.