Language of document : ECLI:EU:C:2022:506

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JEAN RICHARD DE LA TOUR

της 30ής Ιουνίου 2022 (1)

Υπόθεση C280/21

P.I.

παρισταμένου του:

Migracijos departamentas prie Lietuvos Respublikos vidaus reikalų ministerijos

[αίτηση του Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas
(Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Λιθουανίας),
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Πολιτική ασύλου – Καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας – Οδηγία 2011/95/ΕΕ – Προϋποθέσεις χορήγησης του καθεστώτος πρόσφυγα – Κίνδυνος δίωξης – Λόγοι δίωξης – Έννοια των “πολιτικών πεποιθήσεων” – Αντίσταση σε διεφθαρμένη ομάδα προσώπων που ασκεί επιρροή σε κρατικό επίπεδο»






I.      Εισαγωγή

1.        Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την ερμηνεία της έννοιας των «πολιτικών πεποιθήσεων», που ορίζεται από την οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (2).

2.        Το Δικαστήριο, απαντώντας στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, θα έχει τη δυνατότητα να διευκρινίσει ποιες πολιτικές πεποιθήσεις καθιστούν δυνατή τη στήριξη αίτησης αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα, όταν οι πεποιθήσεις αυτές δεν εκδηλώνονται από τον αιτούντα αλλά αποδίδονται σε αυτόν από τον φορέα δίωξης.

3.        Θα προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι οι αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις πρέπει, αφενός, να εμπίπτουν στον ορισμό του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95, και να τεκμηριώνονται υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής και, αφετέρου, να μπορούν να οδηγήσουν σε αντίποινα εκ μέρους των κρατικών αρχών.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Το διεθνές δίκαιο

4.        Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 (3), όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 (4) (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο κεφάλαιο Ι, άρθρο 1, Α, παράγραφος, 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία […] δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητα τινά και ευρισκόμενον συνεπεία τοιούτων γεγονότων εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους αυτού διαμονής […], δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην».

Β.      Το δίκαιο της Ένωσης

5.        Η αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2011/95 έχει ως εξής:

«Κύριος στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η διασφάλιση, αφενός, ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν κοινά κριτήρια για τον προσδιορισμό των προσώπων που χρήζουν όντως διεθνούς προστασίας και, αφετέρου, ότι τα εν λόγω πρόσωπα έχουν πρόσβαση σε ελάχιστο επίπεδο παροχών σε όλα τα κράτη.»

6.        Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

δ)      “πρόσφυγας”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, ευρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 12·

[…]».

7.        Το άρθρο 4, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας, προβλέπει τα εξής:

«Οσάκις τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την αρχή σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στον αιτούντα να τεκμηριώσει την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας και οσάκις ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του αιτούντος δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, οι πτυχές αυτές δεν χρειάζονται επιβεβαίωση, όταν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)      ο αιτών έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του·

β)      έχουν υποβληθεί όλα τα συναφή στοιχεία, τα οποία έχει ο αιτών στη διάθεσή του και έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την τυχόν έλλειψη άλλων λυσιτελών στοιχείων·

γ)      οι δηλώσεις του αιτούντος θεωρούνται συνεπείς και ευλογοφανείς και δεν έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα ειδικά και γενικά στοιχεία που αφορούν την περίπτωσή του·

δ)      ο αιτών αιτήθηκε την παροχή διεθνούς προστασίας το νωρίτερο δυνατόν, εκτός εάν αποδείξει ότι υπήρχε σοβαρός λόγος που τον εμπόδισε να το πράξει και

ε)      η γενική αξιοπιστία του αιτούντος είναι αποδεδειγμένη.»

8.        Το άρθρο 6 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Υπεύθυνοι δίωξης ή σοβαρής βλάβης», ορίζει τα εξής:

«Στους υπεύθυνους δίωξης ή σοβαρής βλάβης συμπεριλαμβάνονται:

α)      το κράτος·

[…]

γ)      μη κρατικοί υπεύθυνοι, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι υπεύθυνοι που αναφέρονται υπό στοιχεία α) και β), περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται με το άρθρο 7.»

9.        Το άρθρο 9 της οδηγίας 2011/95, με τίτλο «Πράξεις δίωξης», έχει ως εξής:

«1.      Μία πράξη για να θεωρηθεί ως πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της σύμβασης της Γενεύης πρέπει:

α)      να είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών [(5)]· ή

β)      να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο στοιχείο α).

2.      Οι πράξεις που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πράξεις δίωξης σύμφωνα με την παράγραφο 1 μπορούν μεταξύ άλλων να έχουν τη μορφή:

[…]

β)      νομικών, διοικητικών, αστυνομικών ή/και δικαστικών μέτρων, τα οποία εισάγουν διακρίσεις αφεαυτά ή εφαρμόζονται κατά τρόπο μεροληπτικό·

γ)      ποινικής δίωξης ή επιβολής ποινής η οποία είναι δυσανάλογη ή μεροληπτική·

[…]

3.      Σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο δ) πρέπει να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 10 και των πράξεων δίωξης όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών.»

10.      Το άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95, με τίτλο «Λόγοι δίωξης», προβλέπει, στην παράγραφο 1, στοιχείο εʹ, και στην παράγραφο 2, τα εξής:

«1.      Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

[…]

ε)      η έννοια των πολιτικών πεποιθήσεων περιλαμβάνει, ιδίως, την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποιθήσεως επί ζητήματος που σχετίζεται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης του άρθρου 6 και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτών έχει εκδηλώσει εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση.

2.      Κατά την αξιολόγηση του βασίμου του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή το εάν ο αιτών χαρακτηρίζεται πράγματι από το φυλετικό, θρησκευτικό, εθνικό, κοινωνικό ή πολιτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί τη δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό του αποδίδεται από τον δράστη της δίωξης.»

Γ.      Το λιθουανικό δίκαιο

11.      Στη Λιθουανία, το καθεστώς πρόσφυγα και η επικουρική προστασία ρυθμίζονται από τον Lietuvos Respublikos įstatymas «Dėl užsieniečių teisinės padėties» Nr. IX‑2206 (νόμο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας περί του νομικού καθεστώτος των αλλοδαπών αριθ. IX‑2206) (6), της 29ης Απριλίου 2004, όπως ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση, ο οποίος μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, την οδηγία 2011/95.

12.      Το άρθρο 71, παράγραφος 3, στοιχείο 4, του εν λόγω νόμου προβλέπει τα εξής:

«[Εναπόκειται] στον αιτούντα άσυλο να υποβάλει, κατά τον χρόνο εξέτασης της αίτησής του, όλα τα έγγραφα που έχει στη διάθεσή του και να παράσχει λεπτομερείς εξηγήσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αιτείται άσυλο, την ταυτότητά του και τις συνθήκες εισόδου και διαμονής του στη Δημοκρατία της Λιθουανίας, καθώς και την υποχρέωση συνεργασίας με το προσωπικό και τους υπαλλήλους των αρμόδιων αρχών.»

13.      Το άρθρο 83 του εν λόγω νόμου, που διέπει την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου, ορίζει, στις παραγράφους 1, 2 και 5, τα εξής:

«1.      Η αίτηση ασύλου και οι πληροφορίες που παρέχονται από τον αιτούντα προς στήριξη της αίτησής του αξιολογούνται σε συνεργασία με τον αιτούντα άσυλο.

2.      Εφόσον διαπιστωθεί, κατά την εξέταση της αίτησης, ότι τα στοιχεία σχετικά με τον καθορισμό του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο δεν μπορούν να αποδειχθούν βάσει έγγραφων αποδεικτικών στοιχείων, παρά τις ειλικρινείς του προσπάθειες, τα στοιχεία αυτά αξιολογούνται προς όφελος του αιτούντος και η αίτηση ασύλου θεωρείται βάσιμη, εάν η αίτηση υποβλήθηκε το νωρίτερο δυνατόν, εκτός εάν αποδείξει ότι υπήρχε σοβαρός λόγος που τον εμπόδισε να το πράξει, αν ο αιτών άσυλο έχει υποβάλει κάθε σχετικό στοιχείο το οποίο έχει στη διάθεσή του και παρέσχε ικανοποιητική εξήγηση για την τυχόν έλλειψη άλλων λυσιτελών στοιχείων και αν οι δηλώσεις του αιτούντος θεωρούνται συνεπείς και ευλογοφανείς και δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διαθέσιμες ειδικές και γενικές πληροφορίες που αφορούν την αίτησή του.

[…]

5.      Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται και τα στοιχεία που δεν μπορούν να επαληθευτούν βάσει έγγραφων αποδεικτικών στοιχείων απορρίπτονται αν, κατά την εξέταση της αίτησης ασύλου, ο αιτών δυσχεραίνει την έρευνα, την καθυστερεί με τις πράξεις ή τις παραλείψεις του ή επιχειρεί να την παραπλανήσει ή διαπιστώνονται αντιφάσεις καθοριστικής σημασίας για τη χορήγηση του ασύλου στα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο αιτών.»

14.      Κατά το άρθρο 86, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου:

«Το καθεστώς πρόσφυγα χορηγείται στον αιτούντα άσυλο ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ευρίσκεται εκτός του κράτους της ιθαγένειάς του και δεν δύναται ή φοβάται να θέσει εαυτόν υπό την προστασία του εν λόγω κράτους ή εάν δεν έχει υπηκοότητα οιουδήποτε ξένου κράτους και ευρίσκεται εκτός του κράτους της προηγούμενης συνήθους διαμονής του και, για τους ανωτέρω λόγους, δεν δύναται ή φοβάται να επιστρέψει σε αυτό, εφόσον δεν εμπίπτει στους λόγους εξαίρεσης του άρθρου 88, παράγραφοι 1 και 2, του παρόντος νόμου.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

15.      Ο P.I. προσέφυγε κατά της αποφάσεως της 21ης Σεπτεμβρίου 2020 του Migracijos departamentas prie Lietuvos Respublikos vidaus reikalų ministerijos (τμήματος μετανάστευσης που υπάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, στο εξής: τμήμα μετανάστευσης) με την οποία δεν του χορηγήθηκε το καθεστώς πρόσφυγα στη Λιθουανία με το σκεπτικό ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις χορήγησης τέτοιου καθεστώτος, που προβλέπονται στο άρθρο 86 του νόμου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας περί του νομικού καθεστώτος των αλλοδαπών αριθ. IX‑2206 και στο άρθρο 1, Α, της Σύμβασης της Γενεύης.

16.      Μετά την απόρριψη της προσφυγής αυτής, στις 21 Ιανουαρίου 2021, από το Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο του Βίλνους, Λιθουανία), ο P.I. άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της Λιθουανίας).

17.      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι ο προσφεύγων-εκκαλών υπέβαλε αίτηση χορήγησης ασύλου στις 15 Ιουλίου 2019, με την οποία εξηγούσε ότι το 2010 είχε συνάψει σύμβαση, σε τρίτη χώρα της οποίας έχει την ιθαγένεια, με επιχείρηση ανήκουσα σε πρόσωπο που συνδεόταν με τις δομές εξουσίας και τις υπηρεσίες πληροφοριών, δυνάμει της οποίας είχε καταβάλει στην εταιρία αυτή 690 000 δολάρια ΗΠΑ (USD) (περίπου 647 500 ευρώ), των οποίων ζήτησε την επιστροφή, δεδομένου ότι ο αντισυμβαλλόμενός του δεν μεταβίβασε τις μετοχές ως συμφωνηθέν αντάλλαγμα.

18.      Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι κατά του προσφεύγοντος-εκκαλούντος ελήφθησαν μέτρα, τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 2015, στο πλαίσιο ποινικής προδικαστικής διαδικασίας, η οποία κινήθηκε με πρωτοβουλία του ιδιοκτήτη της επιχείρησης με την οποία είχε συμβληθεί, ότι, για τον λόγο αυτόν, τον Δεκέμβριο του 2015 εγκατέλειψε υπό δυσμενείς συνθήκες το μεγαλύτερο μέρος του έργου που εκτελούσε, και ότι επιχειρήσεις που ανήκαν σε δύο άλλα πρόσωπα απέκτησαν τον έλεγχο της επιχείρησής του. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η ποινική διαδικασία ανεστάλη τον Ιανουάριο του 2016 και ότι ο προσφεύγων-εκκαλών επιχείρησε να αμυνθεί ενώπιον της δικαιοσύνης κατά της υφαρπαγής του έργου του. Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι, τον Απρίλιο του 2016, συνεπεία μαρτυρικής κατάθεσης εις βάρος του από άνδρα που συνδεόταν με τους νέους ιδιοκτήτες της επιχείρησής του, η ποινική διαδικασία κινήθηκε εκ νέου, με αποτέλεσμα τον Δεκέμβριο του 2016 και τον Ιανουάριο του 2017 να απαγγελθούν κατηγορίες και να διαταχθεί η προσωρινή κράτησή του, και ότι απώλεσε το μέρος του έργου που του είχε απομείνει.

19.      Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι ο προσφεύγων-εκκαλών, αφενός, αμφισβητεί τις διαπιστώσεις του τμήματος μετανάστευσης όσον αφορά τη μη ύπαρξη ενδεχόμενου κινδύνου δίωξής του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, ενώ διώκεται ποινικώς βάσει κατασκευασμένης κατηγορίας από πρόσωπα που ανήκουν στα υψηλότερα στρώματα της κλεπτοκρατίας, τα οποία αποφάσισαν να απομυζήσουν την επιχείρησή του και να τη λεηλατήσουν και, αφετέρου, αδυνατεί να υπερασπιστεί τα περιουσιακά του δικαιώματα, ενώ μάλιστα κινδυνεύει η ελευθερία, η ασφάλεια και η ζωή του. Το δικαστήριο αυτό προσθέτει ότι ο προσφεύγων-εκκαλών δηλώνει ότι δεν εμπλέκεται στην πολιτική, συμμετέχει ωστόσο σε επιχειρηματικές δραστηριότητες και ότι, στο πλαίσιο αυτό, ήλθε σε αντιπαράθεση με πρόσωπα που διατηρούν στενές σχέσεις με την εξουσία, γεγονός που είχε ως συνέπεια να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο ποινικής δίωξης λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, ο προσφεύγων-εκκαλών αμφισβητεί το σκεπτικό του τμήματος μετανάστευσης κατά το οποίο το σύστημα που τον θίγει είναι ένα πολιτισμένο δικαστικό και πολιτικό σύστημα και ότι δεν υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ του ιδιοκτήτη της επιχείρησης που δεν τήρησε τη σύμβαση και της προσβολής των δικαιωμάτων του ανθρώπου, μολονότι ο ίδιος αντιμετωπίζει ποινικές διώξεις που κινήθηκαν με χρήση μεθόδων διαφθοράς και ένας εκ των αντισυμβαλλομένων του συνεργάζεται με υπαλλήλους του σωφρονιστικού συστήματος.

20.      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι το τμήμα μετανάστευσης εκτίμησε ότι ο προσφεύγων-εκκαλών δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ως πρόσφυγας ούτε τις προϋποθέσεις χορήγησης επικουρικής προστασίας με το σκεπτικό ότι ο κίνδυνος ποινικής δίωξης μπορεί να δικαιολογήσει την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα μόνον αν η δίωξη στηρίζεται σε έναν εκ των προβλεπόμενων στη Σύμβαση της Γενεύης λόγων και επομένως, εν προκειμένω, σε πραγματικές ή αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις. Το δικαστήριο αυτό προσθέτει ότι το τμήμα μετανάστευσης αναφέρει ότι βάσει της έρευνάς του τα κίνητρα που εντοπίστηκαν και θεωρήθηκαν ως πιθανολογούμενα πηγάζουν από οικονομικά συμφέροντα και οφέλη ή από δεσμούς διαφθοράς.

21.      Το αιτούν δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95, πρέπει να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 10 της οδηγίας αυτής και των πράξεων δίωξης, διερωτάται σχετικά με την έννοια των «πολιτικών πεποιθήσεων» κατά την εν λόγω οδηγία.

22.      Το δικαστήριο αυτό υπενθυμίζει ότι ο προσφεύγων-εκκαλών είχε υποστηρίξει με συνεκτικά στοιχεία καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας ότι πρόσωπα που συνδέονταν με τις αρχές με δεσμούς διαφθοράς είχαν αποσπάσει από αυτόν, υπό δυσμενείς όρους, περιουσιακά στοιχεία του, ότι, αφότου εναντιώθηκε στις ενέργειες αυτές, κινήθηκε ποινική διαδικασία σε βάρος του με πρωτοβουλία ενός εκ των επιχειρηματιών αυτών και ότι η διαδικασία αυτή, αφού είχε ανασταλεί, κινήθηκε εκ νέου όταν ο προσφεύγων-εκκαλών επιχείρησε να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του ενώπιον των δικαστηρίων, με αποτέλεσμα την έκδοση αποφάσεων διαδικαστικού χαρακτήρα καθώς και διάταξης περί κράτησής του.

23.      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι κατά την εθνική νομοθεσία η ποινική δίωξη ή η επιβολή ποινής θεωρούνται δίωξη εάν είναι δυσανάλογες και μεροληπτικές, όταν δηλαδή οφείλονται μεταξύ άλλων στις πολιτικές πεποιθήσεις, και ότι πιθανολογεί ότι ο προσφεύγων-εκκαλών μάλλον αντιμετωπίζει πράγματι κίνδυνο δίωξης.

24.      Το δικαστήριο αυτό προσθέτει ότι η δίωξη αφεαυτής δεν επαρκεί και ότι πρέπει να στηρίζεται σε έναν εκ των προβλεπόμενων από τη Σύμβαση της Γενεύης λόγων, ο οποίος πρέπει να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τις πράξεις δίωξης. Το εν λόγω δικαστήριο διευκρινίζει ότι, κατά τον προσφεύγοντα-εκκαλούντα, οι πολιτικές του πεποιθήσεις συνιστούν τέτοιο λόγο, έννοια που ορίζεται ευρέως στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95.

25.      Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EYYA) επισημαίνει ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως, προκειμένου να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα της Σύμβασης της Γενεύης και ότι η έννοια αυτή δύναται να καλύπτει κάθε άποψη για οποιοδήποτε θέμα στο οποίο ενδέχεται να εμπλέκεται ο κρατικός, ο κυβερνητικός και ο πολιτικός μηχανισμός. Το αιτούν δικαστήριο συνάγει εντεύθεν ότι, στο πλαίσιο της οδηγίας 2011/95, ορισμένες πράξεις μπορεί να θεωρούνται πολιτικές στη χώρα καταγωγής, παρά το γεγονός ότι έχουν αμυδρώς ή ουδόλως εμφανή πολιτικό χαρακτήρα.

26.      Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι το εκπαιδευτικό εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (στο εξής: Ύπατη Αρμοστεία) επίσης ενθαρρύνει την ευρεία ερμηνεία της έννοιας των «πολιτικών πεποιθήσεων», υπό την έννοια ότι καλύπτει κάθε γνώμη σχετική με ζητήματα στα οποία εμπλέκονται το κράτος, οι αρχές ή η κοινωνία, και επισημαίνει ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι πεποιθήσεις αυτές είναι ανεκτές από τις αρχές ή την κοινωνία. Το δικαστήριο αυτό εκθέτει ότι σε εγχειρίδιο (7), που αναθεωρήθηκε τον Φεβρουάριο του 2019 από την Ύπατη Αρμοστεία, διαλαμβάνεται ότι δεν είναι πάντα δυνατό να διαπιστωθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των απόψεων που εξέφρασε ο αιτών και της μεταχείρισης που υφίσταται ή φοβάται ότι θα υποστεί, και ότι η μεταχείριση αυτή λαμβάνει συχνότερα τη μορφή κυρώσεων για δήθεν εγκληματικές πράξεις που διαπράχθηκαν κατά των αρχών.

27.      Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι σύμφωνα με τη θεωρία, την καναδική νομολογία και την Ύπατη Αρμοστεία, η αντίσταση σε ομάδα προσώπων η οποία, λειτουργώντας παρανόμως και ασκώντας επιρροή με χρήση μεθόδων διαφθοράς, καταπιέζει τον αιτούντα μέσω του κρατικού μηχανισμού, και έναντι της οποίας είναι αδύνατον να αμυνθεί αποτελεσματικά ο αιτών λόγω της εκτεταμένης κρατικής διαφθοράς, ισοδυναμεί με πολιτικές πεποιθήσεις που αποδίδονται στον αιτούντα, και ότι σε διωκόμενα για τους λόγους αυτούς πρόσωπα θα πρέπει να χορηγείται το καθεστώς του πρόσφυγα.

28.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Θα πρέπει η αντίσταση σε ομάδα προσώπων, η οποία, λειτουργώντας παρανόμως και ασκώντας επιρροή με χρήση μεθόδων διαφθοράς, καταπιέζει τον αιτούντα άσυλο μέσω του κρατικού μηχανισμού και έναντι της οποίας είναι αδύνατον να αμυνθεί αυτός αποτελεσματικά λόγω της εκτεταμένης κρατικής διαφθοράς, να θεωρηθεί ισοδύναμη με τις πολιτικές πεποιθήσεις που αποδίδονται στον αιτούντα (στην [αγγλική γλώσσα] attributed political opinion) κατά την έννοια του άρθρου 10 της [οδηγίας 2011/95];»

29.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο P.I., η Λιθουανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

IV.    Ανάλυση

30.      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι όταν ζητείται η ερμηνεία της οδηγίας 2011/95, οι διατάξεις της πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της όλης οικονομίας και του σκοπού αυτής, τηρουμένων της Συμβάσεως της Γενεύης και των κατά το άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ λοιπών συναφών Συμβάσεων. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας αυτής, κατά την ερμηνεία δεν πρέπει να προσβάλλονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (8). Επομένως, η ελευθερία γνώμης διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του εν λόγω Χάρτη και το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

31.      Το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95 ορίζει τον πρόσφυγα ως τον υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας.

32.      Από τα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η πράξη δίωξης περιέχει δύο στοιχεία, που πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους:

–        ένα υλικό στοιχείο, ήτοι την «πράξη δίωξης», που ορίζεται στο άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας και στην οποία οφείλεται ο φόβος του αιτούντος και η άρνηση ή η αδυναμία του να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας καταγωγής του, και

–        ένα διανοητικό στοιχείο, ήτοι τον «λόγο», που ορίζεται στο άρθρο 10 της ίδιας αυτής οδηγίας, στον οποίο στηρίζονται οι πράξεις δίωξης.

33.      Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητούνται ούτε το πρώτο στοιχείο ούτε ο σύνδεσμος μεταξύ των δύο στοιχείων, μολονότι θα πρέπει να αποδειχθούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο μόνον την ερμηνεία του λόγου δίωξης υπό ένα πολύ συγκεκριμένο πρίσμα, ήτοι το ζήτημα των πολιτικών πεποιθήσεων.

34.      Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η Σύμβαση της Γενεύης δεν περιλαμβάνει ορισμό των «πολιτικών πεποιθήσεων», οι οποίες συνιστούν έναν εκ των πέντε λόγων για τους οποίους μπορεί να χορηγηθεί το καθεστώς πρόσφυγα, η οδηγία 2011/95 αποτέλεσε σημαντικό βήμα προόδου προκειμένου να καταστεί δυνατή η πιο ομοιόμορφη εκτίμηση του λόγου αυτού στα κράτη μέλη (9). Η οδηγία αυτή αφενός πρότεινε έναν ορισμό των «πολιτικών πεποιθήσεων» αυτών, στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και αφετέρου διευκρίνισε, στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, ότι αρκεί οι εν λόγω πεποιθήσεις να αποδίδονται στον αιτούντα από τον δράστη της δίωξης, ανεξαρτήτως του αν αποτελούν τις πραγματικές πεποιθήσεις του αιτούντος.

35.      Το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου θα παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να οριοθετήσει με σαφήνεια τις δύο αυτές έννοιες και τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους.

36.      Όσον αφορά τις πολιτικές πεποιθήσεις, το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95 προτείνει έναν μη εξαντλητικό ορισμό, διαλαμβάνοντας ότι η έννοια αυτή «περιλαμβάνει, ιδίως, την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποιθήσεως επί ζητήματος που σχετίζεται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης […] και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτών έχει εκδηλώσει εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση».

37.      Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει τέσσερα διακριτά στοιχεία που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς:

–        άποψη, ιδέα ή πεποίθηση επί ζητήματος που σχετίζεται,

–        με τους φορείς δίωξης, όπως ορίζονται από την οδηγία αυτή,

–        καθώς και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, και

–        ανεξαρτήτως του εάν ο αιτών έχει εκδηλώσει ή όχι εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση.

38.      Εναπόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή να εξετάσει και να εκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που της υποβάλλονται για έκαστο εκ των στοιχείων υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95.

39.      Οι πολιτικοί πρόσφυγες διακρίνονται, κατά τη θεωρία, σε δύο κατηγορίες: αφενός, οι πολιτικοί εγκληματίες, λαμβανομένων υπόψη του κινήτρου του αδικήματος, της βαρύτητάς του και του πολιτικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το αδίκημα αυτό (10), και, αφετέρου, τα άτομα που διώκονται επειδή εξέφρασαν τις αντικαθεστωτικές πολιτικές τους απόψεις (11).

40.      Η δεύτερη αυτή κατηγορία αιτούντων έχει σημειώσει σημαντική αύξηση λόγω της αναγνώρισης, από τις εθνικές νομολογίες και στη συνέχεια από το δίκαιο της Ένωσης, της θεωρίας των αποδιδόμενων πολιτικών πεποιθήσεων.

41.      Συγκεκριμένα, μετά την καθιέρωσή της μεταξύ άλλων από την αμερικανική (12), την καναδική (13), τη γαλλική (14) και τη βελγική (15) νομολογία, η θεωρία της απόδοσης πολιτικών πεποιθήσεων εισήχθη στο δίκαιο της Ένωσης από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95 και εφαρμόστηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Ahmedbekova (16).

42.      Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η συμμετοχή του αιτούντος διεθνή προστασία στην άσκηση προσφυγής κατά της χώρας καταγωγής του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου […] πρέπει να θεωρείται λόγος δίωξης λόγω “πολιτικών πεποιθήσεων”, κατά την έννοια [του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95], εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που να δικαιολογούν τον φόβο ότι η συγκεκριμένη χώρα θα θεωρήσει τη συμμετοχή στην άσκηση της προσφυγής ως πράξη πολιτικής διαφωνίας κατά της οποίας ενδέχεται να προβεί σε αντίποινα» (17).

43.      Η έννοια «πολιτική πεποίθηση» αντικατοπτρίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι υποδηλώνει ότι η προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) πρέπει να εκλαμβάνεται από τη χώρα ως πράξη πολιτικής διαφωνίας, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται ως «πολιτικοί αντιφρονούντες» στην εν λόγω χώρα όλοι οι υπήκοοι της χώρας αυτής που προσφεύγουν ενώπιον του ΕΔΔΑ. Επομένως, απλώς το γεγονός της άσκησης προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ δεν μπορεί να συνιστά «πολιτική πεποίθηση», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95.

44.      Φρονώ ότι η αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Ahmedbekova πρέπει να αποσαφηνιστεί στην υπό κρίση υπόθεση.

45.      Επομένως, το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο παρέχει τη δυνατότητα να αποσαφηνιστεί η οριοθέτηση της έννοιας της «πράξης πολιτικής διαφωνίας», την οποία χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ahmedbekova υπό περιστάσεις πολύ διαφορετικές από αυτές που χαρακτηρίζουν την κρινόμενη υπόθεση.

46.      Συγκεκριμένα, μια υπήκοος Αζερμπαϊτζάν προέβαλλε ότι, πέραν της συμμετοχής σε προσφυγή κατά του Αζερμπαϊτζάν ενώπιον του ΕΔΔΑ, συμμετείχε στην υπεράσπιση προσώπων που διώκονταν από τις αρχές του Αζερμπαϊτζάν λόγω των δραστηριοτήτων τους στον τομέα της υπεράσπισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και δραστηριοποιούνταν σε τηλεοπτικό μέσο ενημέρωσης το οποίο αντιπολιτευόταν το καθεστώς που βρισκόταν στην εξουσία (18). Το σύνολο των στοιχείων αυτών έπρεπε να παράσχουν τη δυνατότητα στο αιτούν δικαστήριο να χαρακτηρίσει τις δραστηριότητες αυτές ως «πράξη πολιτικής διαφωνίας».

47.      Στην υπό κρίση υπόθεση, ωστόσο, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου, ο P.I. αναφέρει ότι είχε συνάψει σύμβαση που δεν εκτελέστηκε από τον αντισυμβαλλόμενό του. Απαίτησε την εκτέλεση της σύμβασης μια πρώτη φορά, με αδιευκρίνιστο τρόπο, και στη συνέχεια, τη δεύτερη φορά, δικαστικώς. Παραιτήθηκε από την αγωγή του λόγω ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε σε βάρος του μετά την πρώτη του έγερση απαίτησης. Η διαδικασία αυτή κινήθηκε εκ νέου κατόπιν της άσκησης της αγωγής του, με πρωτοβουλία του αντισυμβαλλομένου του και των προσώπων που είχαν υφαρπάξει τα περιουσιακά του στοιχεία. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω ποινικής διαδικασίας, εκδόθηκε απόφαση προσωρινής κράτησής του. Ο P.I. δεν υποστηρίζει καμία πολιτική άποψη, αλλά εκτιμά ότι το γεγονός ότι διεκδίκησε δικαστικώς την ικανοποίηση της απαίτησής του και την επιστροφή των περιουσιακών του στοιχείων συνιστά αντίσταση σε διεφθαρμένο σύστημα. Η αντίσταση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη πολιτικής διαφωνίας από τον φορέα δίωξης και συνεπώς ως πολιτική πεποίθηση.

48.      Αφής στιγμής αποδίδονται πολιτικές πεποιθήσεις στον προσφεύγοντα από τον φορέα δίωξης και συνιστούν, κατά τον φορέα αυτόν, πράξη πολιτικής διαφωνίας, λίγη σημασία έχει, στην πραγματικότητα, το αν ο εν λόγω προσφεύγων συντάσσεται με τις πολιτικές αυτές πεποιθήσεις για να θεωρηθεί ότι διώκεται για τον λόγο αυτόν.

49.      Αντιθέτως, πρέπει οι εν λόγω πολιτικές πεποιθήσεις να ανταποκρίνονται στον ορισμό που προβλέπεται στην οδηγία 2011/95;

50.      Είμαι πεπεισμένος ότι, καθόσον στην οδηγία 2011/95 προβλέπεται ορισμός των πολιτικών πεποιθήσεων, ο ορισμός αυτός πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο για τον χαρακτηρισμό των πολιτικών πεποιθήσεων είτε πρόκειται για πραγματικές είτε για αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις. Επομένως, τα τέσσερα στοιχεία που μνημονεύονται στο σημείο 37 των παρουσών προτάσεων, ήτοι άποψη επί ζητήματος που αφορά τον φορέα δίωξης ή ασκεί κριτική στην πολιτική ή τις μεθόδους του, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτών έχει εκδηλώσει ή όχι εμπράκτως την εν λόγω άποψη, πρέπει να τεκμηριώνονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής.

51.      Συγκεκριμένα, η συνδρομή των τεσσάρων αυτών στοιχείων καθιστά δυνατή τη διάκριση μεταξύ της δίωξης για αποδιδόμενη πολιτική πεποίθηση και εμπορικής διαφοράς που καταλήγει σε ποινική διαδικασία προκειμένου να ασκηθεί πίεση στον έναν εκ τον συμβαλλομένων, γεγονός που μπορεί να συμβεί πέρα από οποιαδήποτε πολιτική άποψη, ακόμη και εντός πλαισίου διαφθοράς. Όλα τα θύματα εγκληματικών πράξεων δεν είναι πολιτικοί αντιφρονούντες, έστω και διά της απόδοσης πεποιθήσεων, απαιτείται επιπλέον να πρόκειται για πολιτικές πεποιθήσεις.

52.      Το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι θα ήταν αντίθετο στην όλη οικονομία και τους σκοπούς της οδηγίας 2011/95 να αναγνωρίζονται τα προβλεπόμενα από αυτή καθεστώτα υπέρ υπηκόων τρίτων χωρών των οποίων η κατάσταση ουδεμία σχέση έχει με τη λογική της διεθνούς προστασίας (19). Έχει επίσης διευκρινίσει ότι η άρνηση εκπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας μπορεί να οφείλεται σε πολιτικούς λόγους ή σε άλλους λόγους που δεν συνδέονται με κανέναν από τους προβλεπόμενους από την οδηγία (20), τούτο, δε, συνεπάγεται ότι, ως εκ τούτου, η διεθνής προστασία δεν εφαρμόζεται.

53.      Είναι αληθές, όπως υπενθυμίζει το αιτούν δικαστήριο, ότι σε ορισμένες χώρες η νομολογία έχει δεχθεί ότι η καταγγελία περιστατικών διαφθοράς μπορεί να συνιστά αποδιδόμενη πολιτική πεποίθηση (21) και ότι η Ύπατη Αρμοστεία έχει, με ορισμένες από τις κατευθυντήριες αρχές της, επισημάνει ότι τα καρτέλ ναρκωτικών μπορεί να έχουν ως σκοπό, πέραν του απλού κέρδους, την «εδραίωση ή ενίσχυση της εξουσίας της ομάδας εντός της κοινωνίας» (22), πράγμα που καθιστά δυνατό τον χαρακτηρισμό ως «πολιτικής» της αντίστασης στις αυθαιρεσίες τους.

54.      Ωστόσο, στις δύο αυτές περιπτώσεις η πολιτική φύση χαρακτηρίζεται είτε από την ενεργητική αντίθεση μέσω της υποβολής καταγγελίας περί διαφθοράς, η οποία αναγνωρίζεται ως εκτεταμένη, είτε από τη διαπίστωση ότι η ένοπλη ομάδα έχει πολιτικούς στόχους ικανούς να δημιουργήσουν την αντίληψη ότι η αντίσταση στις αυθαιρεσίες της θεωρείται πολιτική πεποίθηση. Επομένως, οι καταστάσεις αυτές ενδέχεται να πληρούν τις προϋποθέσεις του ορισμού της πολιτικής πεποίθησης που προβλέπεται στην οδηγία 2011/95, γεγονός που καθιστά δυνατή τη διάκρισή τους από περιπτώσεις αυθαιρεσιών που ανάγονται σε αμιγώς οικονομικά συμφέροντα.

55.      Εξάλλου, η νομολογία σε ορισμένες χώρες, έκρινε ότι «η άρνηση υποταγής στη διαφθορά» μπορούσε να εξομοιωθεί με αντικαθεστωτική πολιτική άποψη εάν το σύνολο του πολιτικού συστήματος στηρίζεται στη διαφθορά» (23). Επομένως, η άρνηση συνεργασίας σε συνθήκες διαφθοράς, χωρίς πράξη ρητής καταγγελίας, αποκτά πολιτικό χαρακτήρα μόνον οσάκις η διαφθορά είναι εκτεταμένη και δεν αποτελεί απλώς δράση ορισμένων μεμονωμένων προσώπων. Φρονώ ότι και η περίπτωση αυτή ανταποκρίνεται στον ορισμό της «πολιτικής πεποίθησης» της οδηγίας 2011/95 και δεν μπορεί να εξομοιωθεί με κατάσταση στην οποία πρόκειται απλώς για υπεράσπιση περιουσιακών συμφερόντων, ακόμη και ενώπιον των δικαστηρίων, χωρίς να «τίθεται το ζήτημα του ευρύτερου κοινωνικού ή συλλογικού αντίκτυπου» (24).

56.      Στο σύνολο των υποθέσεων αυτών, αποδείχθηκε η ύπαρξη πολιτικού λόγου. Επομένως, η δυσχέρεια μετατοπίζεται στο ζήτημα της αποδείξεως.

57.      Συγκεκριμένα, όταν αποδίδονται πολιτικές πεποιθήσεις σε ένα πρόσωπο, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο φορέας δίωξης θεωρεί την αντίσταση ή την καταγγελία ως πολιτική άποψη. Ο φορέας δίωξης όμως δεν συμμετέχει στη διαδικασία της αιτήσεως παροχής διεθνούς προστασίας και δεν μπορεί να ερωτηθεί. Προκειμένου να αποφεύγεται το ενδεχόμενο η έννοια των «αποδιδόμενων πολιτικών πεποιθήσεων» να έχει ως αποτέλεσμα μια υπερβολική διεύρυνση της κατηγορίας των αντιφρονούντων προσφύγων, ορισμένα κράτη, μεταξύ των οποίων και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής από το 2005, απαιτούν ο αιτών να προσκομίζει άμεσα αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι ο φορέας δίωξης του αποδίδει πολιτικές πεποιθήσεις (25).

58.      Ωστόσο, το ζήτημα αυτό του εύρους των απαιτούμενων αποδεικτικών στοιχείων έχει ήδη εξεταστεί από το Δικαστήριο, το οποίο ερμήνευσε τις απαιτήσεις του άρθρου 4 της οδηγίας 2011/95. Έκρινε ότι «[α]φενός […] το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής επιτρέπει στα κράτη μέλη μόνο να απαιτήσουν από τον αιτούντα να “υποβάλει το συντομότερο δυνατόν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας” και επιφορτίζει το επιληφθέν κράτος μέλος να αξιολογήσει τα συναφή στοιχεία της αίτησης. Αφετέρου, […] το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας 2011/95 αναγνωρίζει ότι ο αιτών δεν θα είναι πάντοτε σε θέση να τεκμηριώσει την αίτησή του με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις και απαριθμεί τις σωρευτικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν απαιτούνται τέτοιες αποδείξεις. Συναφώς, οι λόγοι άρνησης εκπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας και, κατά συνέπεια, οι λόγοι της ποινικής δίωξης που συνεπάγεται η άρνηση αυτή συνιστούν υποκειμενικά στοιχεία της αίτησης, των οποίων η άμεση απόδειξη ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα δυσχερής» (26).

59.      Το σκεπτικό αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στο ζήτημα της απόδειξης λόγου δίωξης. Εναπόκειται συνεπώς στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων, αν οι πολιτικές πεποιθήσεις που αποδίδονται στην περίπτωση του P.I. είναι ευλογοφανείς.

60.      Συγκεκριμένα, η απαίτηση παραίτησης από ένδικο βοήθημα σχετικό με αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης που προσομοιάζει με σοβαρή υφαρπαγή περιουσιακών στοιχείων λόγω ποινικής διαδικασίας κινηθείσας από το αντισυμβαλλόμενο μέρος το οποίο έχει δεσμούς με το σωφρονιστικό σύστημα, και επ’ ευκαιρία της οποίας διατάχθηκαν ενεργά μέτρα, δεν αρκεί για την απόδειξη του πολιτικού χαρακτήρα των αποδιδόμενων πεποιθήσεων. Πρέπει επίσης το ένδικο βοήθημα αυτό να εκλαμβάνεται από τον φορέα δίωξης ως μη ανεκτή πράξη πολιτικής διαφωνίας, ως κριτική δηλαδή στις μεθόδους του και στην πολιτική του. Τούτο προϋποθέτει ότι ο φορέας αυτός δρα σε υψηλά πολιτικά κλιμάκια ή ότι η διαφθορά είναι εκτεταμένη στην επίμαχη χώρα και ότι δεν θεωρεί το εν λόγω ένδικο βοήθημα ως απλό αίτημα για εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει την κατάσταση της οποίας έχει επιληφθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια αυτά.

61.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:

Το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι αγωγή ασκηθείσα από πρόσωπο κατά μη κρατικών φορέων προς υπεράσπιση των περιουσιακών συμφερόντων του δύναται να θεωρηθεί ως «πολιτική πεποίθηση» εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που δικαιολογούν τον φόβο, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, ότι η αγωγή αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως αντίσταση και να εκληφθεί από τις κρατικές αρχές ως πράξη πολιτικής διαφωνίας κατά της οποίας οι αρχές αυτές ενδέχεται να προβούν σε αντίποινα.

V.      Πρόταση

62.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν από το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) προδικαστικό ερώτημα ως εξής:

Το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας έχει την έννοια ότι αγωγή ασκηθείσα από πρόσωπο κατά μη κρατικών φορέων προς υπεράσπιση των περιουσιακών συμφερόντων του δύναται να θεωρηθεί ως «πολιτική πεποίθηση» εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που δικαιολογούν τον φόβο, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, ότι η αγωγή αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως αντίσταση και να εκληφθεί από τις κρατικές αρχές ως πράξη πολιτικής διαφωνίας κατά της οποίας οι αρχές αυτές ενδέχεται να προβούν σε αντίποινα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      ΕΕ 2011, L 337, σ. 9.


3      Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954). Η Σύμβαση αυτή τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954.


4      Το Πρωτόκολλο τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967.


5      Υπογραφείσα στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).


6      Žin., 2004, αριθ. 73‑2539.


7      Βλ., Ύπατη Αρμοστεία, Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων και κατευθυντήριες οδηγίες για τη διεθνή προστασία, Γενεύη 2019, σ. 24, διαθέσιμο στη διαδικτυακή διεύθυνση: https://www.unhcr.org/publications/legal/5ddfcdc47/handbook-procedures-criteria-determining-refugee-status-under-1951.


8      Βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Y και Z (C‑71/11 και C‑99/11, EU:C:2012:518, σκέψη 48 κει εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


9      Βλ. αιτιολογική σκέψη 25 της οδηγίας 2011/95.


10      Βλ. Tissier-Raffin, M., «La qualité de réfugié de l’article 1 de la Convention de Genève à la lumière des jurisprudences occidentales», 1η έκδ., Bruylant, Βρυξέλλες, 2016, σ. 94 έως 99, σημεία 58 έως 60.


11      Βλ. Tissier-Raffin, M., «La qualité de réfugié de l’article 1 de la Convention de Genève à la lumière des jurisprudences occidentales», 1η έκδ., Bruylant, Βρυξέλλες, 2016, σ. 100 έως 107, σημεία 61 έως 64.


12      Βλ. απόφαση του United States Court of Appeals for the Ninth Circuit (Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών για την ένατη περιφέρεια) της 7ης Μαρτίου 1998, Desir v. Ilchert (840 F.2d 723), σχετικά με Αϊτινό αλιέα τον οποίο εκβίαζαν οι δυνάμεις ασφαλείας της Αϊτής, καλούμενες ως «tontons macoutes».


13      Βλ. απόφαση του Cour Suprême du Canada (Ανωτάτου Δικαστηρίου Καναδά) της 30ής Ιουνίου 1993, Canada (Procureur général) κατά Ward [(1993) 2 RCS 689], σχετικά με μέλος του Irish Republican Army (Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού) που διευκόλυνε την παράνομη απελευθέρωση άμαχων ομήρων στων οποίων την απαγωγή είχε συμμετάσχει, αφού κατάλαβε ότι θα εκτελούνταν.


14      Βλ. απόφαση του Conseil d’État (Γαλλία) της 27ης Απριλίου 1998, 10/ 7 SSR (αριθ. 168335, δημοσιευθείσα στη συλλογή Lebon).


15      Βλ. απόφαση του Conseil du Contentieux des Étrangers (Βέλγιο) της 18ης Δεκεμβρίου 2008 (αριθ. 20772), σχετικά με Αφγανό προσφεύγοντα που θεωρήθηκε ταλιμπάν.


16      Απόφαση C‑652/16 (στο εξής: απόφαση Ahmedbekova, EU:C:2018:801). Βλ., επίσης, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2020, Bundesamt für Migration und Flüchtlinge (Στρατιωτική θητεία και άσυλο) (C‑238/19, EU:C:2020:945, σκέψη 60).


17      Απόφαση Ahmedbekova (σκέψη 90 και διατακτικό).


18      Βλ. απόφαση Ahmedbekova (σκέψη 41).


19      Βλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Bilali (C‑720/17, EU:C:2019:448, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


20      Βλ. απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2020, Bundesamt für Migration und Flüchtlinge (Στρατιωτική θητεία και άσυλο) (C‑238/19, EU:C:2020:945, σκέψεις 47 και 48).


21      Στον Καναδά, βλ. απόφαση του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της 16ης Απριλίου 1998, Klinko κατά Καναδά (Minister of Citizenship and Immigration) [(1998) 148 F.T.R. 69 (TD)], σχετικά με δημόσια καταγγελία περί εκτεταμένης διαφθοράς στο ουκρανικό κρατικό σύστημα.


22      Βλ. Ύπατη Αρμοστεία, «Principes directeurs sur la protection internationale no 12: Demandes de statut de réfugié liées aux situations de conflit armé et de violence relevant de l’Article 1A(2) de la Convention de 1951 et/ou du Protocole de 1967 relatifs au statut des réfugiés et des définitions régionales du statut de réfugié», 2 Δεκεμβρίου 2016 (HCR/GIP/16/12), σημείο 36, διαθέσιμο στη διαδικτυακή διεύθυνση: https://www.refworld.org/cgi-bin/texis/vtx/rwmain/opendocpdf.pdf?reldoc=y&docid=58ac41d14.


23      Tissier-Raffin, M., «La qualité de réfugié de l’article 1 de la Convention de Genève à la lumière des jurisprudences occidentales», 1η έκδ., Bruylant, Βρυξέλλες, σ. 111, σημείο 66 και μνημονευόμενη στις υποσημειώσεις 287 και 288 νομολογία.


24      «Recommandations de Michigan sur le risque en raison d’opinions politiques», International Journal of Refugee Law, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2015, τόμ. 27, αριθ. 3, σ. 508 έως 511, σημείο 11.


25      Tissier-Raffin, M., «La qualité de réfugié de l’article 1 de la Convention de Genève à la lumière des jurisprudences occidentales», 1η έκδ., Bruylant, Βρυξέλλες, 2016, σ. 107, σημείο 65 και μνημονευόμενη στις υποσημειώσεις 245 και 284 νομολογία.


26      Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2020, Bundesamt für Migration und Flüchtlinge (Στρατιωτική θητεία και άσυλο) (C‑238/19, EU:C:2020:945, σκέψη 55).