Language of document : ECLI:EU:C:1997:616

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 16ης Δεκεμβρίου 1997(1)

«Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγία 93/36/ΕΟΚ — Παράλειψη εμπρόθεσμης μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο»

Στην υπόθεση C-341/96,

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Claudia Schmidt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

προσφεύγουσα,

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης από τους Ernst Röder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και Bernd Kloke, Oberregierungsrat στο ίδιο υπουργείο, D-53107 Βόννη,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1), και παραλείποντας να κοινοποιήσει αμέσως στην Επιτροπή τα μέτρα που έλαβε για τη μεταφορά της οδηγία αυτής στο εσωτερικό δίκαιο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ και από το άρθρο 34, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),



συγκείμενο από τους H. Ragnemalm (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, P. J. G. Kapteyn, J. L. Murray και K. M. Iωάννου, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly

γραμματέας: R. Grass

έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Οκτωβρίου 1997,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

  1. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Οκτωβρίου 1996, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Oμοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1), και παραλείποντας να της κοινοποιήσει αμέσως τα μέτρα που έλαβε για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ και από το άρθρο 34, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

  2. Κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/36, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την οδηγία πριν από τις 14 Ιουνίου 1994 και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή.

  3. Η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν της κοινοποιήθηκαν μέτρα μεταφοράς της οδηγίας 93/36 στη γερμανική έννομη τάξη και δεν διέθετε καμία άλλη πληροφορία που θα της επέτρεπε να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις της, κίνησε τη διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης αποστέλλοντας στις 9 Αυγούστου 1994 στο εν λόγω κράτος έγγραφο οχλήσεως.

  4. Με επιστολή της 6ης Οκτωβρίου 1994 η Γερμανική Κυβέρνηση παρέπεμψε την Επιτροπή σε ανακοίνωση της 25ης Ιουλίου 1994 με την οποία την ενημέρωνε ότι η οδηγία επρόκειτο να μεταφερθεί μέσω τροποποποιήσεως της Verdingungsordnung für Leistungen — ausgenommen Bauleistungen — Teil A (συγγραφή υποχρεώσεων για δημόσιες συμβάσεις, πλην των κατασκευαστικών, μέρος Α, στο εξής: VOL/A) και ότι η δημοσίευση της τροποποιήσεως προβλεπόταν για το φθινόπωρο του 1994.

  5. Μη έχουσα καμία πληροφορία σχετικά με τα ανακοινωθέντα μέτρα μεταφοράς, η Επιτροπή, με επιστολή της 16ης Ιανουαρίου 1996, απηύθυνε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη καλώντας την να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 96/36 εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.

  6. Με ανακοίνωση της 10ης Απριλίου 1996 η Γερμανική Κυβέρνηση ενημέρωσε την Επιτροπή ότι, καθόσον η οδηγία 93/36 συνιστούσε αναμόρφωση της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24), επανειλημμένως τροποποιηθείσα, η μεταφορά της στο γερμανικό δίκαιο είχε πραγματοποιηθεί μέσω κανονιστικών ρυθμίσεων που τέθηκαν σε ισχύ στις αρχές του έτους 1994.

  7. ΄Οσον αφορά τις νέες ρυθμίσεις της οδηγίας 93/36, η Γερμανική Κυβέρνηση υπογράμμισε, στην ίδια ανακοίνωση, ότι ετοιμαζόταν η μεταφορά τους. Στο πλαίσιο αυτό, σχέδια, τα οποία είχαν ήδη προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, επρόκειτο να αποτελέσουν αντικείμενο αποφάσεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως και να εγκριθούν από το Bundesrat. Πάντως, λόγω της ομοσπονδιακής δομής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η σχετική διαδικασία δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

  8. Επειδή δεν έλαβε καμία ανακοίνωση σχετική με την έγκριση αυτών των σχεδίων ή τη θέση σε ισχύ των αντιστοίχων διατάξεων, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.

  9. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβητεί την παράβαση που της προσάπτεται. Τονίζει πάντως ότι η σημαντική τροποποίηση που επέφερε η οδηγία 93/36 που αφορά την έννοια της αναθέτουσας αρχής έχει ήδη περιληφθεί στο άρθρο 57 a, παράγραφος 1, σημείο 2, του Zweites Gesetz zur Änderung des Haushaltsgrundsätzegesetzes (δεύτερου νόμου για την τροποποίηση του νόμου που καθορίζει τις αρχές που διέπουν τον προϋπολογισμό, BGBl. I, σ. 1928).

  10. Εξάλλου, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, καταρτίστηκαν σχέδια για την τροποποίηση του VOL/A καθώς και της κανονιστικής ρυθμίσεως περί συνάψεως συμβάσεων δημοσίων προμηθειών. Το τελευταίο αυτό σχέδιο προέβλεπε να προσδοθεί στον τροποποιημένο VOL/A ισχύς κανόνα δικαίου. Η κανονιστική αυτή ρύθμιση αναμένεται να τεθεί σε ισχύ κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1997.

  11. Δεδομένου ότι δεν πραγματοποιήθηκε η πλήρης μεταφορά της οδηγίας 93/36 εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη.

  12. Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 34, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/36, επειδή δεν θέσπισε εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλες τις απαιτούμενες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την εν λόγω οδηγία.

    Επί των δικαστικών εξόδων

  13. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

    Για τους λόγους αυτούς,

    ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)



    αποφασίζει:

    1. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 34, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, επειδή δεν θέσπισε εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλες τις απαιτούμενες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την εν λόγω οδηγία.

    2. Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.



RagnemalmMancini
Kapteyn

            Murray                Ιωάννου

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Δεκεμβρίου 1997.

Ο Γραμματέας

Ο Πρόεδρος του έκτου τμήματος

R. Grass

H. Ragnemalm


1: Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.