ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 20ής Μαρτίου 2014 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση — Διαδικασία — Καθορισμός των δικαστικών εξόδων»

Στην υπόθεση F‑83/10 DEP,

με αντικείμενο αίτηση καθορισμού των αποδοτέων εξόδων δυνάμει του άρθρου 92 του Κανονισμού Διαδικασίας,

Κωνσταντίνος Γιαννακούρης, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κάτοικος Roodt-sur-Syre (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενος από τον Β. Χριστιανό, δικηγόρο,

προσφεύγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον J. Currall,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους H. Kreppel, πρόεδρο, R. Barents (εισηγητή) και E. Perillo, δικαστές,

γραμματέας: W. Hakenberg

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1        Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης [στο εξής: Δικαστήριο ΔΔ] στις 27 Ιουνίου 2013, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ την παρούσα αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων, δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου ΔΔ της 5ης Ιουνίου 2012, F‑83/10, Γιαννακούρης κατά Επιτροπής (στο εξής: απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012).

 Το ιστορικό της υποθέσεως

2        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου ΔΔ στις 23 Σεπτεμβρίου 2010 και πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως F‑83/10, ο Κ. Γιαννακούρης ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 26ης Φεβρουαρίου 2010, περί μειώσεως του σχολικού επιδόματος που λαμβάνει και περί παρακρατήσεως του επιπλέον ποσού στα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας του, λόγω του γεγονότος ότι η θυγατέρα του λαμβάνει χρηματική ενίσχυση από κράτος μέλος υπό μορφήν υποτροφίας.

3        Με διάταξη της 27ης Μαΐου 2011, ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου ΔΔ διέταξε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων F‑83/10 και F‑84/10, Χατζηδουκάκης κατά Επιτροπής, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, διεξήχθη δε μία κοινή για τις δύο υποθέσεις επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις 20 Μαρτίου 2012.

4        Με το από 31 Μαΐου 2011 έγγραφο της Γραμματείας, το Δικαστήριο ΔΔ κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε μία ερώτησή του στο πλαίσιο μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας. Ο προσφεύγων στην υπόθεση F‑83/10 και η Επιτροπή ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του Δικαστηρίου ΔΔ, με έγγραφα της 21ης και της 22ας Ιουνίου 2011, αντιστοίχως.

5        Λόγω λήξεως της θητείας του εισηγητή δικαστή στον οποίο είχε αρχικώς ανατεθεί η υπόθεση και μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Δικαστηρίου ΔΔ, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ΔΔ ανέθεσε εκ νέου την υπόθεση, στις 12 Οκτωβρίου 2011, στο πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου ΔΔ και όρισε νέο εισηγητή δικαστή.

6        Με απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, το Δικαστήριο ΔΔ απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή και καταδίκασε τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα, όπως προκύπτει από το σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως.

7        Για να δικαιολογήσει την καταδίκη του προσφεύγοντος στα δικαστικά έξοδα, το Δικαστήριο ΔΔ στηρίχθηκε στα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στις σκέψεις 52 και 53 της αποφάσεως:

«52      Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον έχει διατυπωθεί σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο ΔΔ μπορεί να αποφασίσει, για λόγους επιείκειας, ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται μόνο εν μέρει στα δικαστικά έξοδα ή μάλιστα ότι δεν καταδικάζεται στα έξοδα αυτά.

53      Από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει ότι ηττηθείς διάδικος είναι ο προσφεύγων. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή ζήτησε ρητώς, με τα αιτήματά της, να καταδικαστεί ο προσφεύγων στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να καταδικαστεί ο προσφεύγων, πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, και στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.»

8        Στις 31 Οκτωβρίου 2012, η Επιτροπή πληροφόρησε τον προσφεύγοντα για την πρόθεσή της να ζητήσει την επιστροφή των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε στην υπόθεση F‑83/10, τα οποία ανέρχονται σε 9 555,50 ευρώ και αντιστοιχούν στις αμοιβές των δύο δικηγόρων της (9 500 ευρώ) και στα έξοδα αποστολής του εκπροσώπου ο οποίος είχε παραστεί στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση (55,50 ευρώ). Πάντως, η Επιτροπή επισήμανε στον προσφεύγοντα ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση, του ζητούσε μόνον την επιστροφή του ποσού των 4 555,50 ευρώ, δηλαδή του ποσού των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή στη συνεκδικασθείσα προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας υπόθεση. Ο προσφεύγων δήλωσε τη διαφωνία του με σημείωμα της 5ης Νοεμβρίου 2012.

9        Η Επιτροπή, με έγγραφο της 20ής Νοεμβρίου 2012, επανέλαβε και ανέπτυξε τα επιχειρήματά της, επισυνάπτοντας λεπτομερή περιγραφή των υπηρεσιών που παρέσχον οι δικηγόροι της. Ο προσφεύγων επιβεβαίωσε τη διαφωνία του με επιστολή της 29ης Νοεμβρίου 2012.

10      Κατόπιν της καταθέσεως της παρούσας αιτήσεως περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων από την Επιτροπή, ο προσφεύγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 30 Αυγούστου 2013.

 Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία

11      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ να καθορίσει το ποσό των αποδοτέων στην Επιτροπή εξόδων κατόπιν της αποφάσεως της 5ης Ιουνίου 2012 σε 4 555,50 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της διατάξεως μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής πληρωμής και να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων.

12      Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ να απορρίψει την αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων, λόγω της αοριστίας του ζητουμένου ποσού και της ελλείψεως δυνατότητας δικαστικής εκτιμήσεώς του, και, επικουρικώς, αν η αίτηση κριθεί παραδεκτή, να καθορίσει το μέγιστο ποσό των εξόδων σε 600 ευρώ.

13      Η υπό κρίση υπόθεση που έχει ως αντικείμενο αίτηση καθορισμού των αποδοτέων δικαστικών εξόδων στην υπόθεση F-83/10 ανατέθηκε στο τμήμα το οποίο εξέδωσε την απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012.

 Σκεπτικό

 Επιχειρήματα των διαδίκων

14      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα έξοδα δικηγόρου στον οποίο προσέφυγε το θεσμικό όργανο για να το επικουρήσει αποτελούν αποδοτέα δικαστικά έξοδα. Κατά την Επιτροπή, τα δικαστικά αυτά έξοδα μπορούν να ορίζονται κατ’ αποκοπήν, τουλάχιστον όταν ο δικηγόρος προσκομίζει μια εκτίμηση, έστω και εκ των υστέρων, για να δικαιολογήσει τον αριθμό των ωρών τις οποίες πράγματι αφιέρωσε στην παροχή των επίμαχων υπηρεσιών.

15      Η Επιτροπή τονίζει ειδικότερα ότι το ποσό των 9 500 ευρώ, το οποίο πράγματι κατέβαλε, αντιστοιχεί στον αριθμό των ωρών εργασίας που απαιτούνταν αντικειμενικώς για διαδικασία η οποία περιέλαβε τρεις κύριες παροχές: το υπόμνημα αντικρούσεως, τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Ο αριθμός των 51,2 ωρών αντιστοιχεί στον χρόνο που απαιτείται να διαθέσουν πεπειραμένοι στον τομέα του επίμαχου δικαίου δικηγόροι, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της ανάγκης διασφαλίσεως αμφίδρομης μεταφράσεως και εξετάσεως πλειόνων νομοθετικών κειμένων και νομολογίας. Η ωριαία χρέωση 300 ευρώ για δικηγόρο με ιδιότητα συνεταίρου δικηγορικού γραφείου και 200 ευρώ για δικηγόρο με ιδιότητα συνεργάτη δικηγορικού γραφείου συνάδει με την πρακτική σε θέματα κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η συλλογιστική αυτή δικαιολογείται κατά μείζονα λόγο, εφόσον, στην πραγματικότητα, ζητεί μόνον το ήμισυ της αμοιβής του δικηγόρου.

16      Η Επιτροπή ζητεί επίσης την καταδίκη του προσφεύγοντος στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων.

17      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το αίτημα καθορισμού των δικαστικών εξόδων πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι, πρώτον, είναι αόριστο και, επομένως, δεν μπορεί να εκτιμηθεί δικαστικώς, διότι δεν περιγράφει λεπτομερώς το ζητούμενο ποσό και δεν παρέχει, επομένως, τη δυνατότητα να καθοριστεί ο αναγκαίος χαρακτήρας του συνόλου των δαπανών για τους σκοπούς της διαδικασίας, και, δεύτερον, είναι αβάσιμο, διότι το ζητούμενο ποσό δεν έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαδικασίας και τη νομολογία.

18      Ο προσφεύγων διευκρινίζει επίσης ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι ήταν αναγκαίο για την Επιτροπή να ζητήσει τη συνδρομή δικηγόρου, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να περιοριστούν στην αμοιβή του δικηγόρου για την προφορική διαδικασία. Δεδομένου ότι μνεία της αμοιβής αυτής γίνεται μόνον στο τιμολόγιο που προσκόμισε η Επιτροπή στην υπόθεση F‑84/10 και για ποσό 1 200 ευρώ, η αμοιβή για την προφορική διαδικασία στην υπόθεση F‑83/10 αντιστοιχεί σε ποσό 600 ευρώ.

19      Ως προς το αίτημα καθορισμού των δικαστικών εξόδων της παρούσας διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, το αίτημα αυτό είναι άνευ αντικειμένου.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

 Επί των αποδοτέων δικαστικών εξόδων, και ειδικότερα επί των αμοιβών του δικηγόρου

20      Κατά το άρθρο 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας, ως αποδοτέα έξοδα θεωρούνται «τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης, και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή του εκπροσώπου, στον βαθμό που είναι απαραίτητα». Όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, τα αποδοτέα έξοδα περιορίζονται, αφενός, στα ποσά που δαπανήθηκαν για τους σκοπούς της ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ δίκης και, αφετέρου, σε όσα ήταν αναγκαία για τους ανωτέρω σκοπούς (διάταξη του Δικαστηρίου ΔΔ της 26ης Απριλίου 2010, F‑7/08 DEP, Schönberger κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 23).

21      Όπως προκύπτει από το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει εφαρμογή ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του παραρτήματος I του εν λόγω Οργανισμού, τα θεσμικά όργανα δύνανται να ζητούν τη συνδρομή δικηγόρου. Επομένως, η αμοιβή του δικηγόρου αυτού εμπίπτει στην έννοια των αναγκαίων εξόδων στο πλαίσιο της διαδικασίας (διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 23ης Μαρτίου 2012, T‑498/09 P-DEP, Kerstens κατά Επιτροπής, σκέψη 20), χωρίς το θεσμικό όργανο να υποχρεούται να αποδείξει ότι η συνδρομή αυτή ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη (διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Μαΐου 2013, T‑278/07 P DEP, Marcuccio κατά Επιτροπής, σκέψη 14). Επομένως, μολονότι το γεγονός ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε έναν εκπρόσωπο και δύο εξωτερικούς δικηγόρους δεν ασκεί επιρροή στη δυνατότητα αναζητήσεως των εξόδων αυτών, τα οποία, κατ’ αρχήν, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι μπορούν να αποκλειστούν, μπορεί ωστόσο να ασκεί επιρροή στον καθορισμό του ποσού των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της διαδικασίας ανακτήσεως in fine (προπαρατεθείσα διάταξη Marcuccio κατά Επιτροπής, σκέψη 14).

22      Όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού μέχρι του οποίου η Επιτροπή μπορεί να αναζητήσει την αμοιβή του δικηγόρου από τον προσφεύγοντα, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά να προσδιορίζει το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενος επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, ο δικαστής της Ένωσης δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του ούτε τον εθνικό πίνακα δικηγορικών αμοιβών ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του (διάταξη του Δικαστηρίου ΔΔ της 10ης Νοεμβρίου 2009, F‑14/08 DEP, X κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 22· προπαρατεθείσα διάταξη Schönberger κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 24, και διάταξη της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, F‑55/08 DEP, De Nicola κατά ΕΤΕπ, σκέψη 41).

23      Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει διατάξεως του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του καθορισμού τιμών, στον δικαστή απόκειται να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υπό κρίση υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σπουδαιότητά της από πλευράς δικαίου της Ένωσης, καθώς και τις δυσκολίες της υποθέσεως, τον φόρτο εργασίας που συνεπάγεται η ένδικη διαδικασία για τους υπαλλήλους ή συμβούλους που επιλαμβάνονται της υποθέσεως και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσωπεύει η διαφορά για τους διαδίκους (προπαρατεθείσα διάταξη De Nicola κατά ΕΤΕπ, σκέψη 41).

24      Τέλος, το ποσό της αποδοτέας αμοιβής του δικηγόρου του οικείου οργάνου δεν μπορεί να εκτιμηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη η εργασία που πραγματοποιήθηκε ενδοϋπηρεσιακώς, ακόμη και πριν υποβληθεί η υπόθεση στην κρίση του Δικαστηρίου ΔΔ. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που το παραδεκτό μιας προσφυγής εξαρτάται από την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και την απόρριψή της από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, οι υπηρεσίες του οργάνου εμπλέκονται καταρχήν στην εξέταση των διαφορών πριν ακόμη αυτές υποβληθούν στην κρίση του Δικαστηρίου ΔΔ (προπαρατεθείσα διάταξη De Nicola κατά ΕΤΕπ, σκέψη 42).

25      Βάσει των παρατηρήσεων αυτών πρέπει να υπολογιστεί το ποσό των αποδοτέων εν προκειμένω εξόδων.

26      Εκ προοιμίου, διαπιστώνεται ότι ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί τη δυνατότητα της Επιτροπής να ζητήσει τη συνδρομή εξωτερικών δικηγόρων.

27      Όσον αφορά τις απτόμενες της φύσεως και του αντικειμένου της διαφοράς περιστάσεις και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, προκύπτει ότι η προσφυγή, όταν ασκήθηκε από τον προσφεύγοντα, θα είχε γενικότερες συνέπειες δεδομένου ότι έπρεπε να καθοριστεί αν η χρηματική ενίσχυση που λαμβάνει από το Λουξεμβουργιανό Κράτος ένας φοιτητής, υιός ή θυγατέρα υπαλλήλου, μπορεί να θεωρηθεί ως επίδομα ίδιας φύσεως με το σχολικό επίδομα που προβλέπει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως και, στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω επίδομα πρέπει να αφαιρεθεί από τις αποδοχές του υπαλλήλου μέχρι του ύψους του εθνικής χρηματικής ενισχύσεως. Επομένως, η απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ θα είχε επιπτώσεις είτε επί των αποδοχών του υπαλλήλου είτε επί του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των ενδιαφερομένων υπαλλήλων.

28      Ακολούθως, όσον αφορά τη σημασία της διαφοράς, εκτιμώμενης υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα προβληθέντα νομικά ζητήματα δεν ήσαν πολύ σύνθετα.

29      Όσον αφορά την έκταση της εργασίας σχετικά με την ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ διαδικασία, εναπόκειται στον δικαστή να λάβει υπόψη του τον συνολικό αριθμό των ωρών εργασίας που μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς αναγκαίες για τους σκοπούς της διαδικασίας αυτής (προπαρατεθείσα διάταξη Schönberger κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 29).

30      Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι στη διαδικασία περιελήφθη μόνον μία ανταλλαγή υπομνημάτων, μία μόνον ερώτηση ετέθη στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας και διεξήχθη μία επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Μολονότι το δικόγραφο της προσφυγής αποτελούνταν από 22 σελίδες, η κατανόηση των περιλαμβανόμενων δύο λόγων και των επιχειρημάτων δεν παρουσίαζε καμία ιδιαίτερη δυσχέρεια, καθόσον οι δικηγόροι είχαν, επίσης, στη διάθεσή τους, κατά τον χρόνο της συντάξεως του δικογράφου, τη διοικητική ένσταση και την απάντηση στην ένσταση.

31      Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι εξοικονομήθηκαν δαπάνες διότι η μετάφραση του δικογράφου της προσφυγής και του υπομνήματος αντικρούσεως πραγματοποιήθηκε από δικηγόρο ο οποίος χρέωσε χαμηλότερη ωριαία τιμή, θεωρείται ότι τα έξοδα μεταφράσεως δεν αποτελούν αναγκαία έξοδα.

32      Συγκεκριμένα, από τη νομολογία προκύπτει ότι τα εξωτερικά έξοδα μεταφράσεως σχετικά με μεταφράσεις των διαδικαστικών εγγράφων που καταθέτουν στο Δικαστήριο ΔΔ τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αναγκαία έξοδα για τους σκοπούς της διαδικασίας και, επομένως, ως αποδοτέα έξοδα. Τα θεσμικά όργανα υποχρεούνται να προσκομίσουν μεταφράσεις κάθε διαδικαστικής πράξεως της οποίας είναι συντάκτες. Η υποχρέωση αυτή, η οποία επιβάλλεται από τον Κανονισμό Διαδικασίας στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, πηγάζει από το γεγονός ότι τα εν λόγω θεσμικά όργανα λειτουργούν σε ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον και διαθέτουν το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό για να μεταφράζουν τα διαδικαστικά έγγραφα σε όλες τις γλώσσες που προβλέπονται από το άρθρο 1 του κανονισμού 1 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (EE ειδ. έκδ. 01/001, σ. 14) (βλ. συναφώς, διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 2004, C-198/02 P (R) DEP, ΕΤΕπ κατά De Nicola, σκέψη 21). Τα εν λόγω έξοδα δεν μπορούν να επιβληθούν σε υπάλληλο ο οποίος δικαιούται να επιλέξει τη γλώσσα της διαδικασίας και ο οποίος θα υφίστατο, ως εκ τούτου, δυσμενή διάκριση αν επιβαρυνόταν με τα έξοδα αυτά. Περαιτέρω, δεν θεωρείται ότι ένας δικηγόρος μεταφράζει τα έγγραφα, αλλά η αμοιβή του πρέπει να αντιστοιχεί στην εργασία που καταβάλλει ως νομικός προκειμένου να συνδράμει και να εκπροσωπήσει τον πελάτη του.

33      Συνεκτιμωμένων των στοιχείων αυτών και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι δικηγόροι της Επιτροπής στηρίχθηκαν οπωσδήποτε στην προηγούμενη εργασία που είχαν πραγματοποιήσει οι υπηρεσίες της στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, και αφαιρουμένων των ωρών που χρεώθηκαν για τη μετάφραση των εγγράφων, κατά δίκαιη εκτίμηση της εργασίας που ήταν απαραίτητη για τη διαδικασία της κύριας δίκης, ο αριθμός των ωρών εργασίας των δικηγόρων καθορίζεται σε 25 ώρες.

34      Λαμβάνοντας υπόψη την, εκ παραλλήλου, εκδίκαση της υποθέσεως F‑84/10 που είναι σχεδόν πανομοιότυπη με την υπόθεση της κύριας δίκης της οποίας τα δικαστικά έξοδα αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως, και ασκήθηκε αυθημερόν από τον ίδιο δικηγόρο, πρέπει, εν προκειμένω, να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω αριθμός των 25 απαραίτητων ωρών εργασίας εφαρμόζεται σε αμφότερες τις υποθέσεις και, κατά συνέπεια, το ποσό των ωρών που πρέπει να γίνει δεκτό για την παρούσα υπόθεση πρέπει να διαιρεθεί διά δύο, όπερ καταλήγει σε 12,5 ώρες.

35      Όσον αφορά το οικονομικό ενδιαφέρον της διαφοράς για τον προσφεύγοντα, διαπιστώνεται ότι το συνολικό αμφισβητούμενο ποσό, το οποίο αφαιρέθηκε από τις αποδοχές του, ανέρχεται σε 1 850 ευρώ.

36      Όσον αφορά την ωριαία χρέωση που πρέπει να γίνει δεκτή, χρέωση 200 ευρώ ωριαίως μπορεί να γίνει δεκτή ως απηχούσα την εύλογη αμοιβή παροχής υπηρεσιών για υπόθεση ήσσονος δυσχέρειας.

37      Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι απαραίτητες αμοιβές δικηγόρου στις οποίες υποβλήθηκε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης πρέπει να εκτιμηθούν σε 2 500 ευρώ, ήτοι 12,5 ώρες με ωριαία χρέωση 200 ευρώ.

 Επί του αιτήματος περί τόκων υπερημερίας

38      Υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, δυνάμει του άρθρου 92 του Κανονισμού Διαδικασίας, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ΔΔ η διαπίστωση της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας επί των δικαστικών εξόδων για τα οποία αποφαίνεται το εν λόγω Δικαστήριο ΔΔ και ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου επιτοκίου (προπαρατεθείσα διάταξη X κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 35).

39      Εν προκειμένω, η Επιτροπή ζητεί από Δικαστήριο ΔΔ να υποχρεώσει τον προσφεύγοντα να της καταβάλει τόκους υπερημερίας επί του ποσού των αποδοτέων δικαστικών εξόδων από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της παρούσας διατάξεως.

40      Από τα άρθρα 81, 82 και 83 του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι μια διάταξη δεν αποτελεί, καθεαυτή, το αντικείμενο δημοσιεύσεως. Πρέπει απλώς να αναφέρει την ημερομηνία εκδόσεώς της και της προσδίδεται υποχρεωτική ισχύς από την ημερομηνία επιδόσεώς της. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ να επιβάλει επί των αποδοτέων εξόδων τόκους υπερημερίας μόνον από της επιδόσεως της παρούσας διατάξεως στους διαδίκους και μέχρι πραγματικής καταβολής των εν λόγω δικαστικών εξόδων από τον προσφεύγοντα. Κατόπιν των προεκτεθέντων, η εν λόγω αίτηση περί τόκων υπερημερίας είναι παραδεκτή και βάσιμη.

41      Όπως ζητεί η Επιτροπή, πρέπει, κατά συνέπεια, να προβλεφθεί ότι το ποσό των αποδοτέων εξόδων, από της επιδόσεως της παρούσας διατάξεως, θα προσαυξηθεί με τόκους υπερημερίας με επιτόκιο υπολογιζόμενο βάσει του οριζόμενου από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιτοκίου για τις βασικές πράξεις της αναχρηματοδοτήσεως που ισχύει κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες.

 Επί των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων

42      Μολονότι το άρθρο 92 του Κανονισμού Διαδικασίας σχετικά με τη διαδικασία αμφισβητήσεως των δικαστικών εξόδων δεν προβλέπει, αντιθέτως προς το άρθρο 86 του εν λόγω Κανονισμού όσον αφορά τις αποφάσεις ή διατάξεις οι οποίες περατώνουν τη δίκη, ότι πρέπει να λαμβάνεται απόφαση για τις δαπάνες της διαδικασίας καθορισμού δικαστικών εξόδων με τη διάταξη καθορισμού των δικαστικών εξόδων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αν, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 92 του Κανονισμού Διαδικασίας περί της αμφισβητήσεως των δικαστικών εξόδων της κύριας δίκης, το Δικαστήριο ΔΔ αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων που αποτελούν αντικείμενο της αμφισβητήσεως και, χωριστά, επί των νέων δικαστικών εξόδων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της προσφυγής περί αμφισβητήσεως των δικαστικών εξόδων, δύναται, ενδεχομένως, να επιληφθεί μεταγενέστερα νέας αμφισβητήσεως των νέων δικαστικών εξόδων.

43      Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος να αποφανθεί χωριστά το Δικαστήριο ΔΔ επί των εξόδων και δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας (προπαρατεθείσα διάταξη Schönberger κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 46).

44      Εντούτοις, το Δικαστήριο ΔΔ οφείλει, κατά τον καθορισμό των αποδοτέων εξόδων, να λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υποθέσεως έως τον χρόνο εκδόσεως της διατάξεως περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων.

45      Εν προκειμένω, το Δικαστήριο ΔΔ επισημαίνει ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων, εκπροσωπούνταν από τον εκπρόσωπό της, μη επικουρούμενο από δικηγόρο. Συνεπώς, το αίτημα να καταδικαστεί ο προσφεύγων στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας είναι προδήλως αβάσιμο.

46      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το συνολικό ποσό των αποδοτέων στην Επιτροπή από τον προσφεύγοντα εξόδων στην υπόθεση F-83/10 ανέρχεται στα 2 555,50 ευρώ, ήτοι 2 500 ευρώ για αμοιβές δικηγόρου και 55,50 ευρώ για έξοδα μετακινήσεως, πλέον τόκων υπερημερίας από της επιδόσεως της παρούσας διατάξεως.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

διατάσσει:

Το συνολικό ποσό των καταβλητέων από τον Κ. Γιαννακούρη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή δικαστικών εξόδων ως αποδοτέων εξόδων στην υπόθεση F‑83/10 καθορίζεται στα 2 555,50 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας από της ημερομηνίας επιδόσεως της παρούσας διατάξεως μέχρι την ημερομηνία καταβολής, με επιτόκιο υπολογιζόμενο βάσει του οριζόμενου από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιτοκίου για τις βασικές πράξεις της αναχρηματοδοτήσεως, όπως ισχύει για την προαναφερθείσα περίοδο, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες.

Λουξεμβούργο, 20 Μαρτίου 2014.

Η Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

      H. Kreppel


* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.