ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο πενταμελές τμήμα)

της 12ης Μαΐου 2021 (*)

«Θεσμικό δίκαιο – Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών – Εμπορικές συναλλαγές με εδάφη υπό στρατιωτική κατοχή – Άρνηση καταχωρίσεως – Πρόδηλη έλλειψη αρμοδιοτήτων της Επιτροπής – Άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 211/2011 – Κοινή εμπορική πολιτική – Άρθρο 207 ΣΛΕΕ – Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας – Άρθρο 215 ΣΛΕΕ – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 211/2011»

Στην υπόθεση T‑789/19,

Tom Moerenhout, κάτοικος Humbeek (Βέλγιο), και λοιποί προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται σε παράρτημα (1), εκπροσωπούμενοι από τον G. Devers, δικηγόρο,

προσφεύγοντες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τις I. Martínez del Peral και S. Delaude,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της απόφασης (ΕΕ) 2019/1567 της Επιτροπής, της 4ης Σεπτεμβρίου 2019, σχετικά με την προτεινόμενη πρωτοβουλία πολιτών με τίτλο «Διασφάλιση της συμμόρφωσης της κοινής εμπορικής πολιτικής με τις Συνθήκες της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] και με το διεθνές δίκαιο» (ΕΕ 2019, L 241, σ. 12),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, A. Kornezov, E. Buttigieg, K. Kowalik-Bańczyk (εισηγήτρια) και G. Hesse, δικαστές,

γραμματέας: M. Marescaux, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Ιανουαρίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Οι προσφεύγοντες, ήτοι ο Tom Moerenhout και έξι άλλοι πολίτες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται σε παράρτημα, υπέβαλαν πρόταση ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών με τίτλο «Διασφάλιση της συμμόρφωσης της κοινής εμπορικής πολιτικής με τις Συνθήκες της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] και με το διεθνές δίκαιο» (στο εξής: πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών), που διαβιβάστηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 5 Ιουλίου 2019 προς καταχώριση δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΕ) 211/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την πρωτοβουλία πολιτών (ΕΕ 2011, L 65, σ. 1).

2        Η πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών είχε ως αντικείμενο:

«[τη ρ]ύθμιση των εμπορικών συναλλαγών με οντότητες του Κατακτητή που έχουν την έδρα τους ή δραστηριοποιούνται σε κατεχόμενα εδάφη με την παρεμπόδιση της εισόδου στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης προϊόντων που προέρχονται από αυτά.»

3        Στο πλαίσιο της περιγραφής του σκοπού της πρότασης πρωτοβουλίας πολιτών αναφέρονταν τα εξής:

«Οι στόχοι της προτεινόμενης πρωτοβουλίας πολιτών αφορούν τα εξής: Η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, πρέπει να διασφαλίζει τη συνέπεια των πολιτικών της Ένωσης και τη συμμόρφωση προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο σε όλους τους τομείς του ενωσιακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της κοινής εμπορικής πολιτικής. Πρέπει να προτείνει νομικές πράξεις για να εμποδίσει τις νομικές οντότητες της ΕΕ τόσο να εισάγουν προϊόντα που προέρχονται από παράνομους εποικισμούς σε κατεχόμενα εδάφη όσο και να εξάγουν προϊόντα στα εν λόγω εδάφη, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς και να μην ενισχύεται ή υποβοηθείται η διατήρηση αυτών των παράνομων καταστάσεων.»

4        Στη συνέχεια, υπό τον τίτλο «Κρίσιμες διατάξεις των Συνθηκών και του διεθνούς δικαίου», οι προσφεύγοντες παρέθεσαν το άρθρο 2, το άρθρο 3, παράγραφος 5, το άρθρο 6, παράγραφος 3, και το άρθρο 21 ΣΕΕ, καθώς και το άρθρο 2, παράγραφος 1, τα άρθρα 3 και 205, και το άρθρο 207, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ. Αναφέρθηκαν επίσης στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον κανονισμό (ΕΚ) 2368/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή του συστήματος πιστοποίησης της διαδικασίας Κίμπερλυ στο διεθνές εμπόριο ακατέργαστων διαμαντιών (ΕΕ 2002, L 358, σ. 28), στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/125 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 2019, για το εμπόριο ορισμένων αντικειμένων δυναμένων να χρησιμοποιηθούν για τη θανατική ποινή, για βασανιστήρια ή άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία (ΕΕ 2019, L 30, σ. 1), στις αποφάσεις της 30ής Ιουλίου 1996, Bosphorus (C‑84/95, EU:C:1996:312), και της 25ης Φεβρουαρίου 2010, Brita (C‑386/08, EU:C:2010:91), καθώς και σε ορισμένες διατάξεις και πηγές του διεθνούς δικαίου, μεταξύ των οποίων ιδίως ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και γνωμοδοτήσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου.

5        Με την απόφαση (ΕΕ) 2019/1567 της 4ης Σεπτεμβρίου 2019, σχετικά με την προτεινόμενη πρωτοβουλία πολιτών με τίτλο «Διασφάλιση της συμμόρφωσης της κοινής εμπορικής πολιτικής με τις Συνθήκες της ΕΕ και με το διεθνές δίκαιο» (ΕΕ 2019, L 241, σ. 12, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή αρνήθηκε την καταχώριση της προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών.

6        Η Επιτροπή αιτιολόγησε την άρνηση αυτή, στις αιτιολογικές σκέψεις 5 έως 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως ακολούθως:

«(5)      Νομική πράξη που καλύπτει το αντικείμενο της προτεινόμενης πρωτοβουλίας πολιτών θα μπορούσε να θεσπιστεί μόνο βάσει του άρθρου 215 […] ΣΛΕΕ.

(6)      Ωστόσο, προϋπόθεση για τη θέσπιση νομικής πράξης βάσει του άρθρου 215 […] ΣΛΕΕ είναι η έκδοση απόφασης σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία προβλέπει τη διακοπή ή τη μείωση, εν όλω ή εν μέρει, των οικονομικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων με την οικεία τρίτη χώρα. Η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να υποβάλει προτάσεις για μια τέτοια απόφαση. Ελλείψει αντίστοιχης απόφασης που εκδίδεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης [ΕΕ], η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να υποβάλει πρόταση για την έκδοση νομικής πράξης βάσει του άρθρου 215 […] ΣΛΕΕ.

(7)      Για τους λόγους αυτούς, η προτεινόμενη πρωτοβουλία πολιτών […] ευρίσκεται καταφανώς εκτός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής να υποβάλει πρόταση για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή των Συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού [211/2011], σε συνδυασμό με το άρθρο 2 σημείο 1 του ίδιου κανονισμού.»

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

7        Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Νοεμβρίου 2019, οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.

8        Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στις 30 Ιανουαρίου 2020.

9        Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν υπόμνημα απαντήσεως στις 20 Απριλίου 2020.

10      Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως στις 9 Ιουλίου 2020.

11      Κατόπιν προτάσεως του δεκάτου τμήματος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας του, να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον πενταμελούς τμήματος.

12      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Ιανουαρίου 2021.

13      Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

14      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

15      Προς στήριξη της προσφυγής τους οι προσφεύγοντες προβάλλουν τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων καθώς και του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 211/2011, καθόσον η Επιτροπή παραμόρφωσε την πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, αγνοώντας τον πραγματικό σκοπό της που αφορούσε ένα μέτρο στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, καθόσον η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, καθόσον η Επιτροπή εσφαλμένως έκρινε ότι η επιδιωκόμενη στο πλαίσιο της προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών δράση μπορούσε να αναληφθεί μόνο βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ. Με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού, καθόσον η Επιτροπή αγνόησε τις νομικές βάσεις στις οποίες προδήλως στηριζόταν η πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών.

16      Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει αρχικά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

17      Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, οι προσφεύγοντες προβάλλουν κατ’ ουσίαν τρεις αιτιάσεις όσον αφορά την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.

18      Πρώτον, η Επιτροπή παρέλειψε να διευκρινίσει τον λόγο για τον οποίο θεώρησε ότι το άρθρο 207, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν συνιστούσε κατάλληλη νομική βάση για την επιδιωκόμενη με την πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών δράση, παρά τη ρητή μνεία της διατάξεως αυτής και του κανονισμού 2019/125 στην ως άνω πρόταση. Οι προσφεύγοντες φρονούν, ειδικότερα, ότι από την πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών προέκυπτε ότι αυτή αφορούσε μέτρο εμπίπτον στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής.

19      Δεύτερον, δεδομένου ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι μόνον το άρθρο 215 ΣΛΕΕ περί μέτρων λαμβανόμενων στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) μπορούσε να αποτελέσει κατάλληλη νομική βάση για την πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, όφειλε να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους θεώρησε ότι ο κύριος σκοπός της εν λόγω προτάσεως ήταν ένα μέτρο εμπίπτον στον τομέα της ΚΕΠΠΑ και όχι ένα μέτρο σχετικό με την κοινή εμπορική πολιτική.

20      Τρίτον, η Επιτροπή δεν διέκρινε μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 215 ΣΛΕΕ. Από τη συλλήβδην αναφορά όμως στο άρθρο αυτό ως νομικής βάσεως του μέτρου το οποίο αφορούσε η πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών δεν καθίσταται δυνατόν να διαγνωστεί ο λόγος για τον οποίον η σκοπούμενη με την εν λόγω πρόταση απαγόρευση θα πρέπει να συνιστά περιοριστικό μέτρο σε βάρος άλλων χωρών (βάσει της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου), αντί για περιοριστικό μέτρο έναντι προσώπων (βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου).

21      Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία των προσφευγόντων, ισχυριζόμενη, κατ’ ουσίαν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αρκούντως αιτιολογημένη.

22      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τη διαδικασία καταχωρίσεως προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού 211/2011, εναπόκειται στην Επιτροπή να εξετάσει αν μια τέτοια πρόταση πληροί τις προϋποθέσεις καταχωρίσεως που εκτίθενται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού.

23      Ειδικότερα, μεταξύ των εν λόγω προϋποθέσεων, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011 προβλέπει ότι μια πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών καταχωρίζεται από την Επιτροπή, υπό τον όρο ότι «δεν ευρίσκεται καταφανώς εκτός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής να υποβάλλει πρόταση για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης για την εφαρμογή των συνθηκών». Η Επιτροπή δύναται να απορρίψει βάσει της διατάξεως αυτής την αίτηση καταχωρίσεως προτάσεως μόνο σε περίπτωση κατά την οποία πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και των σκοπών της, όπως προκύπτουν από τα υποχρεωτικά και, ενδεχομένως, συμπληρωματικά στοιχεία που υπέβαλαν οι διοργανωτές κατ’ εφαρμογήν του παραρτήματος II του εν λόγω κανονισμού, προδήλως δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων δυνάμει των οποίων η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει πρόταση νομικής πράξεως της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών (αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, Αναγνωστάκης κατά Επιτροπής, C‑589/15 P, EU:C:2017:663, σκέψη 50, και της 7ης Μαρτίου 2019, Izsák και Dabis κατά Επιτροπής, C‑420/16 P, EU:C:2019:177, σκέψη 54).

24      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 211/2011, η Επιτροπή, όταν αρνείται την καταχώριση προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών, ενημερώνει τους διοργανωτές για τους λόγους της αρνήσεως.

25      Κατά τη νομολογία, το γεγονός ότι δεν καταχωρίζεται μια πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών δύναται να θίξει αυτή καθεαυτήν την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος των πολιτών να υποβάλλουν πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, μια τέτοια απόφαση πρέπει να καθιστά σαφείς τους λόγους της άρνησης καταχωρίσεως (βλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2017, Minority SafePack – one million signatures for diversity in Europe κατά Επιτροπής, T‑646/13, EU:T:2017:59, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Πράγματι, ο πολίτης ο οποίος υπέβαλε πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών πρέπει να είναι σε θέση να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους αυτή δεν καταχωρίσθηκε από την Επιτροπή, και επομένως η Επιτροπή καλείται, οσάκις της υποβάλλεται τέτοια πρόταση, να την αξιολογήσει, αλλά επίσης να εξειδικεύσει τους διάφορους λόγους της απορριπτικής αποφάσεως, λαμβανομένης υπόψη της επιπτώσεώς της στην αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος το οποίο κατοχυρώνεται στη Συνθήκη. Τούτο απορρέει από την ίδια τη φύση του δικαιώματος αυτού, το οποίο, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 211/2011, έχει ως σκοπό να ενισχύσει την ευρωπαϊκή ιθαγένεια και να βελτιώσει τη δημοκρατική λειτουργία της Ένωσης μέσω της συμμετοχής των πολιτών στη δημοκρατική ζωή της Ένωσης (βλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2017, Minority SafePack – one million signatures for diversity in Europe κατά Επιτροπής, T‑646/13, EU:T:2017:59, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Σε περίπτωση που η απορριπτική απόφαση δεν παραθέτει συναφώς πλήρη αιτιολογία, διακυβεύεται σοβαρά η επίτευξη των σκοπών που υπενθυμίζονται στην αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 211/2011, ήτοι να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των πολιτών στον δημοκρατικό βίο και να καταστεί η Ένωση πιο προσιτή (απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2017, Minority SafePack – one million signatures for diversity in Europe κατά Επιτροπής, T‑646/13, EU:T:2017:59, σκέψη 29).

28      Η υποχρέωση ενημερώσεως των διοργανωτών για τους λόγους αρνήσεως καταχωρίσεως της πρότασης πρωτοβουλίας πολιτών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 211/2011, συνιστά ειδική έκφραση, όσον αφορά την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών, της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των νομικών πράξεων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 296 ΣΛΕΕ (απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, Αναγνωστάκης κατά Επιτροπής, C‑589/15 P, EU:C:2017:663, σκέψη 28).

29      Κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία την οποία επιβάλλει η τελευταία αυτή διάταξη πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της σχετικής πράξης και να εκθέτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία τη συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα, αφενός, στους ενδιαφερόμενους να γνωρίσουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο και, αφετέρου, στο αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Η απαίτηση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, ιδίως δε το περιεχόμενο της πράξης, τη φύση των παρατιθέμενων στοιχείων της αιτιολογίας και το συμφέρον που έχουν ενδεχομένως για παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να παραθέτει εξαντλητικά όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξης ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον σχετικό τομέα (απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 63· βλ., επίσης, απόφαση της 1ης Ιουλίου 2008, Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., C‑341/06 P και C‑342/06 P, EU:C:2008:375, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30      Συναφώς, μολονότι είναι αληθές ότι τα θεσμικά όργανα δεν υποχρεούνται, με την αιτιολογία των αποφάσεων που εκδίδουν, να λαμβάνουν θέση επί όλων των επιχειρημάτων που προβάλλουν ενώπιόν τους οι ενδιαφερόμενοι στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας, γεγονός ωστόσο παραμένει ότι τα όργανα αυτά πρέπει να εκθέτουν τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές σκέψεις που έχουν ουσιώδη σημασία για την οικονομία των αποφάσεών τους (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 2008, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala, C‑413/06 P, EU:C:2008:392, σκέψη 169, και της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Storck κατά ΓΕΕΑ, C‑96/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:537, σκέψη 21).

31      Υπό το πρίσμα αυτών των αρχών πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς την προσβαλλόμενη απόφαση.

32      Εν προκειμένω, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 6 ανωτέρω, η Επιτροπή διαπίστωσε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι νομική πράξη σχετική με το αντικείμενο της προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών μπορούσε να εκδοθεί μόνο δυνάμει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ (αιτιολογική σκέψη 5) και ότι η ίδια δεν είχε εξουσία να υποβάλει πρόταση νομικής πράξεως επί της βάσεως αυτής (αιτιολογική σκέψη 6). Εξήγησε ότι, επομένως, η πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών ευρισκόταν προδήλως εκτός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού (αιτιολογική σκέψη 7).

33      Επομένως, από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή στήριξε την άρνησή της σε λόγο αντλούμενο, κατ’ ουσίαν, από το ότι δεν ήταν αρμόδια να υποβάλει πρόταση εκδόσεως νομικής πράξεως που να ανταποκρίνεται στο αντικείμενο της προτάσεως πρωτοβουλίας, δεδομένου ότι η μόνη εφαρμοστέα νομική βάση ήταν, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 215 ΣΛΕΕ.

34      Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή θεώρησε ότι μόνο μια πράξη εκδιδόμενη δυνάμει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ μπορούσε να ανταποκριθεί στον σκοπό της προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών. Επιπλέον, ακόμη και αν συνάγεται εμμέσως από τη διατύπωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι οι λοιπές διατάξεις που είχαν επικαλεστεί οι προσφεύγοντες με την πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, ιδίως το άρθρο 207 ΣΛΕΕ, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν κατάλληλη νομική βάση για το μέτρο το οποίο αφορούσε η πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, η Επιτροπή δεν επεξήγησε τη συλλογιστική της συναφώς.

35      Επομένως, η επάρκεια της αιτιολογίας αυτής που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των ακόλουθων σκέψεων.

36      Πρώτον, η προσβαλλόμενη απόφαση στηριζόταν σε πρόδηλη έλλειψη αρμοδιότητας της Επιτροπής να υποβάλει πρόταση νομικής πράξεως που να ανταποκρίνεται στο αντικείμενο και στον σκοπό της πρότασης πρωτοβουλίας πολιτών. Η εν λόγω πρόδηλη έλλειψη αρμοδιότητας εξηγείτο με το ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι η προτεινόμενη δράση ενέπιπτε αποκλειστικά στην ΚΕΠΠΑ.

37      Επομένως, η εκτίμηση της Επιτροπής όσον αφορά το αντικείμενο και τους σκοπούς της προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 23 ανωτέρω και, κατά συνέπεια, όσον αφορά την εφαρμοστέα νομική βάση, ήταν ουσιώδους σημασίας για την οικονομία της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την έννοια της νομολογίας που υπενθυμίστηκε στη σκέψη 30 ανωτέρω. Επομένως, αντιθέτως προς όσα η ίδια υποστηρίζει, η Επιτροπή έπρεπε να παράσχει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εξηγήσεις σχετικά με την εκ μέρους της ανάλυση της κατάλληλης νομικής βάσεως.

38      Είναι όμως προφανές ότι από την αιτιολογία την οποία παρέσχε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, που περιορίζεται, κατ’ ουσίαν, στην επίκληση του άρθρου 215 ΣΛΕΕ ως μόνης δυνατής νομικής βάσεως για την έκδοση μιας πράξεως που να ανταποκρίνεται στο αντικείμενο της προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών, δεν καθίσταται κατανοητή η συλλογιστική σχετικά με την επιλογή της εν λόγω νομικής βάσεως. Η μνεία, στην αιτιολογική σκέψη 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως, της ελλείψεως εξουσίας της Επιτροπής για την έκδοση «απόφασης […] η οποία προβλέπει τη διακοπή ή τη μείωση, εν όλω ή εν μέρει, των οικονομικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων με την οικεία τρίτη χώρα», που επαναλαμβάνει το γράμμα του άρθρου 215, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ουδόλως στηρίζει την ως άνω εκτίμηση. Πράγματι, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε γιατί θεωρούσε ότι το επιδιωκόμενο με την πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών μέτρο έπρεπε να χαρακτηριστεί κατ’ ανάγκην και αποκλειστικά ως μέτρο που αφορά πράξη προβλέπουσα τη διακοπή ή τη μείωση των εμπορικών σχέσεων με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες κατά την έννοια του άρθρου 215, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

39      Δεύτερον, το περιεχόμενο της προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών συνιστά κρίσιμο στοιχείο, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 29 ανωτέρω, προκειμένου περί της εκτιμήσεως της επάρκειας της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, Αναγνωστάκης κατά Επιτροπής, C‑589/15 P, EU:C:2017:663, σκέψεις 29 και 36 έως 39).

40      Εν προκειμένω, στην πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, οι προσφεύγοντες αναφέρθηκαν ρητώς και επανειλημμένα στην κοινή εμπορική πολιτική καθώς και στις διατάξεις που αφορούν τον τομέα αυτόν.

41      Πράγματι, αφενός, οι προσφεύγοντες εξέθεσαν, στο τμήμα της προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών σχετικά με τον σκοπό της, ότι η Επιτροπή έπρεπε να διασφαλίζει «τη συνέπεια των πολιτικών της Ένωσης και τη συμμόρφωση προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο σε όλους τους τομείς του ενωσιακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της κοινής εμπορικής πολιτικής» (σκέψη 3 ανωτέρω), και έκαναν λόγο, στο τμήμα σχετικά με το αντικείμενο της εν λόγω προτάσεως, για τη λήψη μέτρου για τη «ρύθμιση των εμπορικών συναλλαγών» με κατεχόμενα εδάφη (σκέψη 2 ανωτέρω).

42      Αφετέρου, στο τμήμα «κρίσιμες διατάξεις των Συνθηκών και του διεθνούς δικαίου» της προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών, οι προσφεύγοντες παρέθεσαν πολλές διατάξεις που αφορούν την κοινή εμπορική πολιτική (σκέψη 4 ανωτέρω). Ειδικότερα, μνημόνευσαν το άρθρο 207, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ιδίως ότι τα μέτρα που καθορίζουν το πλαίσιο εφαρμογής της εμπορικής πολιτικής της Ένωσης θεσπίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, που αποφασίζουν μέσω κανονισμών σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, καθώς και το άρθρο 3 ΣΛΕΕ, από το οποίο προκύπτει ότι η κοινή εμπορική πολιτική είναι τομέας αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης. Εξάλλου, έκαναν λόγο για δύο κανονισμούς εκδοθέντες στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής, οι οποίοι διέπουν τις εμπορικές συναλλαγές ορισμένων ειδών προϊόντων που προέρχονται από τρίτες χώρες και οι οποίοι προβλέπουν για τις συναλλαγές αυτές ιδίως ένα σύστημα χορηγήσεως αδείας, καθώς και δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή πράξεων της Ένωσης που εμπίπτουν στον τομέα αυτόν.

43      Επομένως, από τις περιλαμβανόμενες στην πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών πληροφορίες προέκυπτε ότι οι προσφεύγοντες ζητούσαν να υποβάλει η Επιτροπή πρόταση πράξεως κοινής εμπορικής πολιτικής δυνάμει του άρθρου 207 ΣΛΕΕ.

44      Η Επιτροπή εκθέτει ορθώς ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να αναφέρει, στην προσβαλλόμενη απόφαση, τον αλυσιτελή χαρακτήρα καθεμιάς από τις διατάξεις και τις προβαλλόμενες πηγές του δικαίου που μνημόνευσαν οι προσφεύγοντες στην πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών.

45      Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των ρητών και επανειλημμένων αναφορών στην κοινή εμπορική πολιτική στο πλαίσιο της πρότασης πρωτοβουλίας πολιτών, και ιδίως στο άρθρο 207 ΣΛΕΕ, εναπέκειτο εν προκειμένω στην Επιτροπή να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους συνήγαγε σιωπηρώς ότι το μέτρο το οποίο αφορούσε η πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού του, δεν ενέπιπτε στον ως άνω τομέα και, επομένως, δεν μπορούσε να ληφθεί δυνάμει του άρθρου 207 ΣΛΕΕ. Η προσβαλλόμενη απόφαση όμως δεν περιλαμβάνει καμία σχετική αιτιολογία.

46      Περαιτέρω, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη ότι η πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών προδήλως εξέφευγε των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, η εκτίμηση ότι η ως άνω πρόταση δεν μπορούσε να αφορά την κοινή εμπορική πολιτική έχει ουσιώδη σημασία για την οικονομία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, σε αντίθεση με την ΚΕΠΠΑ, η κοινή εμπορική πολιτική είναι τομέας στον οποίον η Επιτροπή είναι αρμόδια να υποβάλλει προτάσεις πράξεως της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 207 ΣΛΕΕ.

47      Τρίτον, η επάρκεια της αιτιολογήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει επίσης να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των σκοπών του άρθρου 11, παράγραφος 4, ΣΕΕ, του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και του κανονισμού 211/2011, που συνίστανται στο να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική ζωή της Ένωσης και να καταστεί η Ένωση περισσότερο προσιτή. Όπως υπενθυμίστηκε στις σκέψεις 25 έως 27 ανωτέρω, λόγω των σκοπών αυτών η Επιτροπή πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια τα στοιχεία που δικαιολογούν την άρνηση καταχωρίσεως μιας πρότασης πρωτοβουλίας πολιτών.

48      Ελλείψει πλήρους σχετικής αιτιολογίας, η ενδεχόμενη υποβολή νέας πρότασης πρωτοβουλίας πολιτών, λαμβανομένων υπόψη των αντιρρήσεων της Επιτροπής περί του παραδεκτού της προτάσεως, θα διακυβευόταν σοβαρά, όπως και η επίτευξη των σκοπών που υπενθυμίζονται στην αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 211/2011, που συνίστανται στο να ενθαρρύνεται η συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική ζωή και στο να καταστεί η Ένωση περισσότερο προσιτή (απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2017, Minority SafePack – one million signatures for diversity in Europe κατά Επιτροπής, T‑646/13, EU:T:2017:59, σκέψη 29). Πράγματι, μόνον εκθέτοντας προσηκόντως τους λόγους που την οδήγησαν να θεωρήσει ότι το μέτρο το οποίο αφορούσε η πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών ενέπιπτε αποκλειστικά στην ΚΕΠΠΑ και όχι στην κοινή εμπορική πολιτική θα μπορούσε να συμμορφωθεί η Επιτροπή προς τον σκοπό της ενθαρρύνσεως της συμμετοχής των πολιτών στη δημοκρατική ζωή, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 4, ΣΕΕ και το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθώς και προς τους τους σκοπούς του κανονισμού 211/2011.

49      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, και χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν η Επιτροπή όφειλε επίσης να διευκρινίσει, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ποια παράγραφος του άρθρου 215 ΣΛΕΕ είχε εφαρμογή προκειμένου περί του μέτρου το οποίο αφορούσε η πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία βάσει των οποίων οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να αντιληφθούν τους λόγους για την άρνηση καταχωρίσεως της πρότασης πρωτοβουλίας πολιτών και το Γενικό Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας της αρνήσεως αυτής. Κατά συνέπεια, η ως άνω απόφαση δεν πληροί την απαίτηση αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 211/2011.

50      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγοντες.

 Επί των δικαστικών εξόδων

51      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των προσφευγόντων.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση (ΕΕ) 2019/1567 της Επιτροπής, της 4ης Σεπτεμβρίου 2019, σχετικά με την προτεινόμενη πρωτοβουλία πολιτών με τίτλο «Διασφάλιση της συμμόρφωσης της κοινής εμπορικής πολιτικής με τις Συνθήκες της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] και με το διεθνές δίκαιο».

2)      Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Παπασάββας

Kornezov

Buttigieg

Kowalik-Bańczyk

 

      Hesse

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Μαΐου 2021.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.


1      Ο κατάλογος των λοιπών προσφευγόντων παρατίθεται ως παράρτημα μόνο στο κείμενο που κοινοποιείται στους διαδίκους.