Υπόθεση T306/20

Hijos de Moisés Rodríguez González, SA

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (έκτο πενταμελές τμήμα) της 29ης Ιουνίου 2022

«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας – Εικονιστικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης La Irlandesa 1943 – Απόλυτοι λόγοι ακυρότητας – Κήρυξη ακυρότητας από το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως του EUIPO – Αποδεικτικά στοιχεία προσκομιζόμενα το πρώτον ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου – Κρίσιμη ημερομηνία για την εξέταση λόγου απόλυτης ακυρότητας – Σήμα που θα μπορούσε να παραπλανήσει το κοινό – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 [νυν άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001] – Κακή πίστη – Άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 [νυν άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001]»

1.      Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Παραίτηση, έκπτωση και ακυρότητα – Απόλυτοι λόγοι ακυρότητας – Καταχώριση κατά παράβαση του άρθρου 7 του κανονισμού 207/2009 – Κρίσιμη ημερομηνία για την εξέταση ενός λόγου απόλυτης ακυρότητας – Ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης – Συνεκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων μεταγενέστερων της ημερομηνίας αυτής – Επιτρέπεται – Προϋπόθεση

(Κανονισμός 207/2009 του Συμβουλίου, άρθρα 7 και 52 § 1, στοιχείο aʹ)

(βλ. σκέψεις 54, 67, 68)

2.      Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Παραίτηση, έκπτωση και ακυρότητα – Απόλυτοι λόγοι ακυρότητας – Σήματα που θα μπορούσαν να παραπλανήσουν το κοινό – Σήματα που δηλώνουν γεωγραφική προέλευση – Εκτίμηση της ύπαρξης παραπλανητικού χαρακτήρα κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης – Αντίφαση μεταξύ του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση και των προϊόντων που καλύπτονται από αυτό

(Κανονισμός 207/2009 του Συμβουλίου, άρθρα 7 § 1, στοιχείο ζʹ, και 52 § 1, στοιχείο aʹ)

(βλ. σκέψεις 66, 71-73)

3.      Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Παραίτηση, έκπτωση και ακυρότητα – Απόλυτοι λόγοι ακυρότητας – Αιτών την καταχώριση ο οποίος είναι κακόπιστος κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης του σήματος – Κριτήρια εκτιμήσεως – Συνεκτίμηση όλων των λυσιτελών παραγόντων που συντρέχουν κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης – Συνεκτίμηση της μεταγενέστερης της κατάθεσης χρήσης του σήματος – Επιτρέπεται – Προϋπόθεση

(Κανονισμός 207/2009 του Συμβουλίου, άρθρο 52 § 1, στοιχείο βʹ)

(βλ. σκέψεις 81-87, 94)

4.      Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Παραίτηση, έκπτωση και ακυρότητα – Απόλυτοι λόγοι ακυρότητας – Αιτών την καταχώριση ο οποίος είναι κακόπιστος κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης του σήματος – Εικονιστικό σήμα La Irlandesa 1943

(Κανονισμός 207/2009 του Συμβουλίου, άρθρο 52 § 1, στοιχείο βʹ)

(βλ. σκέψεις 95-102, 105, 106)

Σύνοψη

Σήμα που περιέχει όρο σχετικό με γεωγραφική προέλευση, το οποίο χρησιμοποιούνταν κατά το παρελθόν και στη συνέχεια καταχωρίστηκε και χρησιμοποιείται για προϊόντα που δεν έχουν πλέον την προέλευση αυτή, μπορεί να παραπλανήσει τους καταναλωτές όσον αφορά τη γεωγραφική προέλευση των προϊόντων. Ένα τέτοιο σήμα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει καταχωριστεί κακόπιστα.

Επί δεκαετίες, η προσφεύγουσα Hijos de Moisés Rodríguez González, SA, αγόραζε ιρλανδικό βούτυρο από την Ornua Co-operative Ltd και το πωλούσε στις Καναρίους Νήσους (Ισπανία) υπό σήματα που περιλαμβάνουν το στοιχείο «la irlandesa». Μετά τη λήξη αυτής της εμπορικής σχέσης το 2011, η προσφεύγουσα εξακολούθησε να πωλεί προϊόντα υπό τα σήματα αυτά.

Το 2014 πέτυχε την καταχώριση από το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) του εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης La Irlandesa 1943 για διάφορα τρόφιμα (1).

Η Ιρλανδία και η Ornua Co-operative υπέβαλαν στο EUIPO αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας του σήματος, για τον λόγο ότι είχε παραπλανητικό χαρακτήρα και ότι η καταχώρισή του είχε ζητηθεί κακόπιστα (2).

Το τμήμα ακυρώσεων του EUIPO απέρριψε την αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας.

Ωστόσο, το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως του EUIPO ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων και κήρυξε άκυρο το αμφισβητούμενο σήμα. Έκρινε, δε, ότι, κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης, το σήμα αυτό μπορούσε να παραπλανήσει το κοινό ως προς τη γεωγραφική προέλευση των επίμαχων προϊόντων και ότι η καταχώρισή του είχε ζητηθεί κακόπιστα.

Η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με αίτημα την ακύρωση της απόφασης του τμήματος προσφυγών μείζονος συνθέσεως.

Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή, κρίνοντας ότι το αμφισβητούμενο σήμα δεν ήταν παραπλανητικό κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης καταχώρισης, αλλά ότι η προσφεύγουσα ενήργησε κακόπιστα κατά την υποβολή της αίτησης. Με την ευκαιρία αυτή, παρέχει διευκρινίσεις ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εννοιών «παραπλανητικό σήμα» και «κακή πίστη του αιτούντος» όσον αφορά τα σήματα που δηλώνουν γεωγραφική προέλευση των προϊόντων.

Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Καταρχάς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, βλέποντας το αμφισβητούμενο σήμα επί των επίμαχων προϊόντων, οι ισπανόφωνοι καταναλωτές, οι οποίοι αποτελούν εν προκειμένω το ενδιαφερόμενο κοινό, θα σχηματίσουν την πεποίθηση ότι τα προϊόντα αυτά προέρχονται από την Ιρλανδία.

Εν συνεχεία, όσον αφορά τον παραπλανητικό χαρακτήρα του αμφισβητούμενου σήματος, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, σε αντίθεση με την εξέταση αιτήσεως εκπτώσεως από τα δικαιώματα επί του σήματος (3) για την οποία απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία μεταγενέστερα της κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης του σήματος, όπως η χρήση του, κατά την εξέταση μιας αίτησης για την κήρυξη ακυρότητας στηριζόμενης στον παραπλανητικό χαρακτήρα του σήματος (4) απαιτείται να αποδειχθεί ότι το σημείο που κατατέθηκε με σκοπό την καταχώρισή του ως σήματος μπορούσε αφ’ εαυτού να παραπλανήσει τον καταναλωτή κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης, ενώ η μεταγενέστερη διαχείριση του εν λόγω σημείου δεν ασκεί επιρροή. Συγκεκριμένα, στις υποθέσεις κήρυξης ακυρότητας, πρέπει να εξετάζεται αν το σήμα θα έπρεπε εξαρχής να μην έχει καταχωριστεί για λόγους που συνέτρεχαν ήδη κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης καταχώρισης, η δε συνεκτίμηση μεταγενέστερων στοιχείων μπορεί να χρησιμεύσει μόνον για την αποσαφήνιση των περιστάσεων ως είχαν κατά την ημερομηνία εκείνη.

Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως όφειλε να εξακριβώσει αν, κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης, υπήρχε αντίφαση μεταξύ της πληροφορίας που φέρει το αμφισβητούμενο σήμα και των χαρακτηριστικών των προϊόντων τα οποία αφορούσε η σχετική αίτηση. Δεδομένου, όμως, ότι ο κατάλογος των προϊόντων δεν περιείχε καμία ένδειξη ως προς τη γεωγραφική προέλευσή τους και ότι ως εκ τούτου μπορούσε να καλύπτει προϊόντα προερχόμενα από την Ιρλανδία, δεν υφίστατο, κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, τέτοια αντίφαση και, κατά συνέπεια, αποκλειόταν η διαπίστωση ότι το αμφισβητούμενο σήμα είχε παραπλανητικό χαρακτήρα κατά την ημερομηνία αυτή. Επομένως, εσφαλμένως το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως προσήψε στην προσφεύγουσα ότι δεν περιόρισε τον κατάλογο στα προερχόμενα από την Ιρλανδία προϊόντα. Επιπλέον, δεδομένου ότι το αμφισβητούμενο σήμα δεν μπορούσε να θεωρηθεί παραπλανητικό κατά την ημερομηνία της αίτησης καταχώρισης, τα μεταγενέστερα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν αφορούσαν την κατάσταση κατά την ημερομηνία εκείνη, δεν μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τέτοιον παραπλανητικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως υπέπεσε συναφώς σε πλάνη.

Τέλος, όσον αφορά την κακή πίστη της προσφεύγουσας κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης του αμφισβητούμενου σήματος (5), το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως μπορούσε βασίμως να στηριχθεί σε αποδεικτικά στοιχεία –ακόμη και στη χρήση του σήματος– μεταγενέστερα της ημερομηνίας κατάθεσης, καθόσον τα στοιχεία αυτά συνιστούσαν ενδείξεις που αφορούσαν την κατάσταση κατά την κρίσιμη ημερομηνία.

Εν προκειμένω, πρώτον, ένα καθόλου αμελητέο μέρος των προϊόντων που πωλούσε η προσφεύγουσα υπό το αμφισβητούμενο σήμα δεν ήταν ιρλανδικής προέλευσης και, επομένως, δεν ανταποκρινόταν στον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβανόταν τα προϊόντα αυτά το ενδιαφερόμενο κοινό. Το γεγονός αυτό, καίτοι δεν ασκεί επιρροή για την εξέταση του παραπλανητικού χαρακτήρα του σήματος, ασκεί πάντως επιρροή για την εξέταση της κακής πίστης της προσφεύγουσας. Ειδικότερα, δεδομένου ότι οι ισπανόφωνοι καταναλωτές είχαν συνηθίσει επί δεκαετίες το αμφισβητούμενο σήμα σε βούτυρο προερχόμενο από την Ιρλανδία, μπορούσαν να παραπλανηθούν ως προς τη γεωγραφική προέλευση των προϊόντων αυτών αφ’ ης στιγμής η προσφεύγουσα θέλησε να επεκτείνει τη χρήση του σήματος σε προϊόντα πέραν του βουτύρου ιρλανδικής προέλευσης.

Δεύτερον, οι υποθέσεις στις οποίες σήματα παρόμοια με το εν προκειμένω αμφισβητούμενο ακυρώθηκαν ή απορρίφθηκαν από το EUIPO και από τις ισπανικές αρχές επιβεβαιώνουν ότι το σήμα αυτό μπορούσε να γίνει αντιληπτό ως ένδειξη της ιρλανδικής προέλευσης των προϊόντων. Δηλώνουν επίσης ότι η χρήση του σήματος για προϊόντα που δεν έχουν ιρλανδική προέλευση αποτελούσε αντικείμενο διχογνωμιών ως προς τον παραπλανητικό χαρακτήρα του, γεγονός το οποίο γνώριζε οπωσδήποτε η προσφεύγουσα κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης καταχώρισης και το οποίο, επομένως, μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξη της κακής της πίστης κατά την ημερομηνία αυτή.

Τρίτον, η προσφεύγουσα είχε αναπτύξει μια εμπορική στρατηγική συσχετισμού με τα σήματα τα οποία περιλάμβαναν το στοιχείο «la irlandesa» και συνδέονταν με την παλαιά εμπορική σχέση της με την Ornua Co-operative, προκειμένου να εξακολουθήσει να αντλεί όφελος από την περατωθείσα αυτή σχέση και από τα σχετικά σήματα.

Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η καταχώριση του αμφισβητούμενου σήματος ήταν αντίθετη προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία και στο εμπόριο και ότι το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα ενήργησε κακόπιστα. Δεδομένου, δε, ότι το συμπέρασμα αυτό αρκεί για να δικαιολογήσει το διατακτικό της απόφασης του τμήματος προσφυγών μείζονος συνθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή.


1      Επρόκειτο για προϊόντα όπως το κρέας ή τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα οποία εμπίπτουν στην κλάση 29 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.


2      Κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, και του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1).


3      Κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009.


4      Εισήχθη βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 207/2009.


5      Κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.